← Κύπρος

Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Χριστοδουλίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 306/2013, 26/11/2020

Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Χριστοδουλίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 306/2013, 26/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A118 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 306/2013 Μεταξύ: Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Εναγόντων Και

  1. ΧΧΧ Χριστοδουλίδη
  2. ΧΧΧ Σπύρου Εναγόμενων Ημερομηνία: 26 Νοεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντες: κα. Ν. Χατζηιωάννου για Α. Κ. Χατζηιωάννου & Σία Για τις εναγόμενες 1 και 2: κος. Μ. Βασιλειάδης για Μιχάλης Βασιλειάδης Δ.Ε.Π.Ε ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες στην βάση της παρούσας αγωγής δια της εκθέσεως απαιτήσεως τους αξιώνουν από τις εναγόμενες απόφαση για ποσό εκ €2.500,00= για παραβίαση όρου συμφωνίας, πλέον νόμιμες αποζημιώσεις για παράβαση συμβολαίου, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Οι εναγόμενες αρνούνται την υποχρέωση καταβολής οιουδήποτε ποσού και αξιώνουν με ανταπαίτηση ποσά για αποκατάσταση ζημιών που ισχυρίζονται ότι προκάλεσαν οι ενάγοντες. Με τη σύμφωνη γνώμη και κοινή θέση των συνηγόρων, απαίτηση και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. Η Έκθεση απαίτησης και οι ισχυρισμοί των Εναγόντων: Οι Ενάγοντες αναφέρουν ότι είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου συσταθέν δια Νόμου και παρέχουν τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες στο κοινό. Οι εναγόμενες ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ιδιοκτήτριες κτιρίου στη Χλώρακα. Κατά ή περί την 10/3/2010 οι ενάγοντες σύναψαν συμφωνία με τις εναγόμενες για ενοικίαση μέρους της οροφής του πιο πάνω κτιρίου με σκοπό εγκατάσταση σταθμού βάσης. Η ενοικιαστική περίοδος ήταν για 6 χρόνια και θα ανανεωνόταν αυτόματα εκτός εάν οποιοδήποτε από τα μέρη έδιδε γραπτή ειδοποίηση έξι μήνες πριν από τη λήξη της. Την 10/3/2010 οι ενάγοντες κατέβαλαν στις εναγόμενες ποσό εκ €2.500,00= για το πρώτο έτος της ενοικιαστικής περιόδου. Μεταξύ των άλλων όρων περιλαμβανόταν ότι οι εναγόμενες θα άφηναν τους ενάγοντες να απολαμβάνουν την ήσυχη και ανεμπόδιστη χρήση του μέρους της οροφής και ότι θα υπέγραφαν οι εναγόμενες οποιεσδήποτε αιτήσεις και/ή έγγραφα ήταν απαραίτητα για την εξασφάλιση όλων των απαιτούμενων αδειών για την εγκατάσταση του σταθμό βάσης. Στις 20/5/2010 καταχωρήθηκε η αίτηση για πολεοδομική άδεια και για άδεια οικοδομής υπογεγραμμένη από τις εναγόμενες ενώ στις 30/9/2010 ξεκίνησε η εγκατάσταση του σταθμού βάσης. Κατά ή περί τα τέλη Οκτωβρίου του 2010 και/ή αρχές Νοεμβρίου του 2010 οι εναγόμενες απέσυραν τις αιτήσεις και απαίτησαν απομάκρυνση του σταθμού βάσης. Στις 13/01/2011 οι ενάγοντες μη έχοντας άλλη επιλογή αφαίρεσαν το σταθμό βάσης, με δικά του έξοδα, χωρίς αυτός να έχει λειτουργήσει. Στις 20/2/2011 οι ενάγοντες τερμάτισαν τη συμφωνία και απαίτησαν το ενοίκιο που είχαν προπληρώσει ως ο όρος της συμφωνίας. Οι εναγόμενες αρνήθηκαν την επιστροφή του ποσού αυτού. Η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των εναγόμενων: Οι Εναγόμενες μέσα από το δικόγραφό τους παραδέχονται την ιδιοκτησία του ακινήτου αλλά και τη σύναψη της συμφωνίας
  3. Επίσης παραδεκτοί είναι οι όροι που αφορούν την ενοικιαστική περίοδο, την αυτόματη ανανέωση και τη γραπτή ειδοποίηση για τον τερματισμό. Περαιτέρω παραδέχονται τη λήψη του ποσού των 2,500 για το πρώτο έτος της ενοικιαστικής περιόδου αλλά και ότι είχαν υποχρεώσεις υπογραφής οιωνδήποτε αιτήσεων για την εξασφάλιση των απαιτούμενων αδειών. Σε ό,τι αφορά τους όρους της συμφωνίας ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες είχαν δικαίωμα να τερματίσουν αυτήν σε περίπτωση που οι αιτήσεις που υποβάλλονταν για την εξασφάλιση αδειών απορρίπτονταν. Περαιτέρω ότι οιαδήποτε καθυστέρηση στην εκτέλεση της συμφωνίας δεν θα συνιστούσε παράβαση αυτής εάν οφειλόταν σε γεγονότα πέραν του εύλογου ελέγχου του επηρεαζόμενου μέρους. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι ο όρος της συμφωνίας ήταν ότι εάν η εκτέλεση της συμφωνίας ανασταλεί ή επεκταθεί ως αποτέλεσμα γεγονότων για περίοδο πέραν των 2 μηνών, οιοδήποτε μέρος μπορούσε νόμιμα να τερματίσει τη συμφωνία. Πέραν των πιο πάνω οι Εναγόμενες παραδέχονται ότι στις 20.5.2010 καταχωρήθηκε η αίτηση για πολεοδομική άδεια και άδεια οικοδομής και ότι στις
  4. 2010 άρχισε εγκατάσταση στον Σταθμό Βάσης. Σε ό,τι αφορά τους ισχυρισμούς των Εναγόντων που αφορούν απόσυρση αιτήσεως, αφαίρεση Σταθμού Βάσης και επιστολή τερματισμού, οι Εναγόμενες αρνούνται αυτά και ειδικότερα ισχυρίζονται ότι η Πολεοδομική Αρχή απέστειλε στις
  5. 2010 προς τις ίδιες και τους Ενάγοντες επιστολή με τις οποίες τους καλούσε να τερματίσουν όλες τις εργασίες καθότι αυτές άρχισαν χωρίς την εξασφάλιση της απαιτούμενης άδειας. Με επιστολή τους οι Εναγόμενες ημερομηνίας
  6. 10.2010 κοινοποίησαν την πρόθεσή τους για διακοπή της συνεργασίας με βάση τη συμφωνία και επισύναψαν σε αυτήν επιστολή της Κοινοτικής Αρχής με κατάλογο υπογραφών από παραπονουμένους αλλά και επιστολή των ίδιων των Εναγόμενων προς την Πολεοδομία για τερματισμό της μελέτης της αίτησης. Περαιτέρω μέσω των δικηγόρων τους κάλεσαν τους Ενάγοντες να απομακρύνουν οιεσδήποτε κατασκευές προτού ο Έπαρχος Πάφου λάβει δικαστικά μέτρα. Οι Ενάγοντες με επιστολή ημερομηνίας
  7. 2010 κοινοποίησαν την απόφαση να απομακρύνουν τον εξοπλισμό κινητής τηλεφωνίας, με τις Εναγόμενες να αρνούνται μέσω επιστολής τους ημερομηνίας
  8. 2011 ότι οφείλουν οιοδήποτε ποσό και επιφυλάσσοντας παράλληλα το δικαίωμά τους να διεκδικήσουν αποζημιώσεις. Αποτελεί θέση των Εναγόμενων ότι για την περίοδο κατά την οποία υπήρχε δέσμευση της επίδικης οροφής απώλεσαν ενοίκια και είχαν ζημιές τουλάχιστον
  9. Διεκδικούν με την ανταπαίτησή τους ποσό 4.100 ευρώ ήτοι ενοίκια και ή αποζημιώσεις ύψους 2.500 ευρώ για τη δέσμευση του ακινήτου για περίοδο ενός έτους, πόσο 1.000 ευρώ ως η διαφορά του προσφερθέντος ενοικίου που απωλέσθηκε, ποσό 500 ευρώ ως έξοδα για καθαρισμό της οροφής από υπολείμματα του Σταθμού Βάσης και τέλος ποσό 100 ευρώ ως έξοδα δικηγόρου για την επιστολή ημερομηνίας 5/11/
  10. Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση: Οι Ενάγοντες στο δικόγραφό τους αρνούνται την ερμηνεία που δίδουν οι Εναγόμενες σε συγκεκριμένους όρους της συμφωνίας στον βαθμό που συγκρούονται με τις θέσεις τους στην έκθεση απαίτησης. Περαιτέρω οι Ενάγοντες αρνούνται τις θέσεις και τους ισχυρισμούς για οιεσδήποτε ζημιές και προσθέτουν ότι η επιστολή της Πολεοδομίας ημερομηνίας
  11. 2010 καλούσε τις Εναγόμενες να τερματίσουν τις εργασίες λόγω του ότι δεν είχε εξασφαλιστεί ακόμα η πολεοδομική άδεια. Οι Ενάγοντες τερμάτισαν τις εργασίες αλλά οι Εναγόμενες κατά παράβαση της συμφωνίας απέσυραν την αίτηση χωρίς να ενημερώσουν τους Ενάγοντες οι οποίοι ενημερώθηκαν για την εν λόγω απόσυρση με την επιστολή των Εναγόμενων ημερομηνίας
  12. Με την απόσυρση της αίτησης αναγκάστηκαν να απομακρύνουν τον Σταθμό Βάσης με δικά τους έξοδα και προχώρησαν σε αποκατάσταση του χώρου επίσης με δικά τους έξοδα και η οποία εγκρίθηκε από τις Εναγόμενες. Στη βάση των πιο πάνω δικογραφημένων θέσεων το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει τις εκατέρωθεν αξιώσεις των μερών προς επίλυση της μεταξύ των διαφοράς. Όπως προκύπτει από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων υπάρχει ένα κοινό πλαίσιο, μη αμφισβητούμενο αλλά παραδεκτό, γεγονότων ως ακολούθως: Στις 10/3/10 οι Ενάγοντες σύναψαν συμφωνία με τις Εναγόμενες για ενοικίαση μέρους της οροφής του ακινήτου για εγκατάσταση Σταθμού Βάσης κινητής τηλεφωνίας. Η ενοικίαση ήταν για περίοδο 6 ετών και θα ανανεωνόταν αυτόματα εκτός εάν διδόταν γραπτή ειδοποίηση 6 μηνών πριν τη λήξη της περιόδου ενοικίασης περί της επιθυμίας οιουδήποτε εκ των μερών τερματισμού της ισχύς. Κατά τη σύναψη της συμφωνίας οι Ενάγοντες κατέβαλαν στις Εναγόμενες ποσό εκ €2,500 το οποίο αντιστοιχούσε στο τίμημα ενοικίασης για το πρώτο έτος της ενοικιαστικής περιόδου. Μεταξύ άλλων όρων με βάση τη συμφωνία οι Εναγόμενες είχαν υποχρέωση να υπογράψουν οιεσδήποτε αιτήσεις και ή έγγραφα τα οποία ήταν απαραίτητα για την εξασφάλιση όλων των απαιτούμενων αδειών, κάτι το οποίο έγινε στις 20/5/2010, οπόταν και καταχωρήθηκε υπογεγραμμένη από τις Εναγόμενες, αίτηση για πολεοδομική άδεια και άδεια οικοδομής. Πέραν των πιο πάνω που δεν αμφισβητούνται αλλά είναι παραδεκτά, προκύπτει ότι αμφότερες οι πλευρές αποδέχονται ότι αποστάλθηκε επιστολή από την Πολεοδομική Αρχή με την οποία καλούντο οι διάδικοι να τερματίσουν εργασίες και οι οποίες είχαν ξεκινήσει πριν εκδοθεί η απαιτούμενη άδεια. Περαιτέρω προκύπτει να μην αμφισβητείται ότι οι Ενάγοντες απομάκρυναν τον εξοπλισμό του Σταθμού Βάσης από το επίδικο ακίνητο, ενώ αναντίλεκτη παρέμεινε και η θέση ότι αυτός ουδέποτε λειτούργησε. Πέραν των πιο πάνω αυτά που προκύπτουν να είναι τα επίδικα ζητήματα είναι το κατά πόσο η συμφωνία τερματίστηκε από οιονδήποτε εκ των διαδίκων νομότυπα και συμφώνως των όρων της σύμβασης ή και αν αυτή παραβιάστηκε από τις Εναγόμενες ως η θέση των Εναγόντων κατά τέτοιον τρόπο που τους δίδει το δικαίωμα να λάβουν το ποσό που προκατέβαλαν στις Εναγόμενες ή αντίθετα παραβιάστηκε από τους ενάγοντες. Πέραν τούτου αντικείμενο εξέτασης είναι η ανταπαίτηση των εναγόμενων και ειδικότερα εάν από την απομάκρυνση του σταθμού προκλήθηκαν ζημιές που η ενάγουσα οφείλει να επιδιορθώσει. Πέραν των νομικών ζητημάτων που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει θα πρέπει να γίνει αξιολόγηση της μαρτυρίας με αναφορά στις ενέργειες και συμπεριφορά των διαδίκων κατά το στάδιο εκτέλεσης της συμφωνίας και ακολούθως, επί των γεγονότων που θα αποτελέσουν τα ευρήματα, να εξεταστεί η νομική πτυχή του ζητήματος και ειδικότερα της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας κατέθεσαν εκ μέρους των Εναγόντων 3 μάρτυρες. Ο Μ.Ε.1, Ν. Νικολάου, ο Μ.Ε.2, Ζ. Παπαδόπουλος και ο Μ.Ε.3, Ε. Ευθυμίου. Εκ μέρους δε των Εναγόμενων κατέθεσαν 2 μάρτυρες, η Μ.Υ.1, Χ. Χριστοδουλίδου και η Μ.Υ.2, Φ .Χριστοδουλίδου. Πέραν της προφορικής μαρτυρίας κατατέθηκαν συνολικά 14 τεκμήρια. Με το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις με τη νομική τους επιχειρηματολογία αλλά και σχολιασμό της δοθείσας μαρτυρίας. Το σύνολο των αγορεύσεων των συνηγόρων έχει τύχει εξέτασης από το Δικαστήριο και αναφορά στις θέσεις τους θα γίνει όπου τούτο κριθεί απαραίτητο. Έπεται η παράθεση του ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα, ενώ λεπτομέρειες θα δοθούν κατά το στάδιο της αξιολόγησής αυτών. Ο Μ.Ε.1 κατέθεσε για σκοπούς κυρίως εξέτασής του γραπτή δήλωση, (Έγγραφο Α) και στην οποία αναφέρει ότι είναι στην υπηρεσία των Εναγόντων ως τεχνικός Ι και υπηρετεί στο Τμήμα Ασύρματο Δίκτυο Πρόσβασης Κινητών Επικοινωνιών. Επεξήγησε τη διαδικασία επιλογής τοποθεσίας για την εγκατάσταση Σταθμού Βάσης για κάλυψη κινητής τηλεφωνίας. Με αναφορά στα επίδικα γεγονότα αναφέρθηκε στη συμφωνία της Ενάγουσας με τις Εναγόμενες και την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  13. Αναφέρεται στους όρους της σύμβασης και στο ποσό του ενοικίου το οποίο και καταβλήθηκε για το 1ο έτος. Αναφέρθηκε στους επιμέρους όρους αυτής της συμφωνίας και κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 την αίτηση ημερομηνίας 20/5/2010 Οι Ενάγοντες ξεκίνησαν τις εργασίες για την εγκατάσταση του Σταθμό Βάσης περί τα τέλη Σεπτεμβρίου ενώ με επιστολή τους οι Εναγόμενες ημερομηνίας 6/10/2010 τους ενημέρωσαν ότι απέσυραν την αίτηση αυτήν και επιθυμούσαν διακοπή της συνεργασίας. Την εν λόγω επιστολή μετά των συνημμένων εγγράφων κατέθεσε ως Τεκμήριο
  14. Στις 26/10/2010 οι Ενάγοντες έλαβαν ειδοποίηση από την Πολεοδομική Αρχή να τερματίσουν τις εργασίες που ξεκίνησαν στο επίδικο ακίνητο με επιστολή που φέρει ημερομηνία 4/10/2010 και την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  15. Η Ενάγουσα έλαβε γνώση της απόσυρσης της αίτησης για πρώτη φορά με την επιστολή των Εναγόμενων ημερομηνίας 6/10/
  16. Αποτελεί θέση του μάρτυρα ότι η απόσυρση της αίτησης από τις Εναγόμενες έγινε κατά παράβαση της συμφωνίας και ειδικότερα των όρων
  17. 1 και
  18. 2 αυτής. Περαιτέρω λόγω της επιθυμίας των Εναγόμενων να διακόψουν τη συνεργασία δεν είχαν άλλη επιλογή από το να απομακρύνουν τον σταθμό κινητής τηλεφωνίας. Επιπλέον ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 5Α, 5Β και 5Γ την αλληλογραφία μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγόμενων. Ανάφερε ότι η Ενάγουσα με επιστολή της 22/2/2011 (Τεκμήριο 6), τερμάτισε τη συμφωνία λόγω παράβασης της από τις Εναγόμενες. Εις απάντηση του τερματισμού έλαβαν επιστολή ημερομηνίας 11/3/2011 (Τεκμήριο 7) με την οποία οι εναγόμενες αρνήθηκαν την επιστροφή οποιουδήποτε ποσού ενώ παράλληλα κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 την επιστολή ημερομηνίας 13/10/2011 προς τις Εναγόμενες μέσω του συνηγόρου τους με την οποία τις ενημέρωναν ότι οποιεσδήποτε ισχυριζόμενες ζημιές αποκαταστάθηκαν πλήρως και ως εκ τούτου καλούσαν τις Εναγόμενες να επιστρέψουν το καταβληθέν ποσό των 2,500 και το οποίο σήμερα αξιώνουν από το Δικαστήριο. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας επεξήγησε τη δική του εμπλοκή στην επιλογή του σημείου και ανέφερε ότι είναι το πρόσωπο το οποίο είχε την πρώτη επαφή με την ιδιοκτήτρια στην οποία και εξέφρασε την πρόθεσή της Αρχής για εγκατάσταση Σταθμού Βάσης. Επεξήγησε περαιτέρω ότι επιλέγουν την τοποθεσία ανάλογα με τις ανάγκες κάλυψης συγκεκριμένης περιοχής και ανέφερε ότι για τη συγκεκριμένη περίπτωση είχε ακούσει ότι γίνονταν κάποιες διαμαρτυρίες στην περιοχή. Προσωπικά ο ίδιος δεν έλαβε κάποια παράπονα αλλά αυτά στάλθηκαν σε τμήμα στη Λευκωσία. Με αναφορά στους όρους της σύμβασης επέμεινε ότι με την απόσυρση της αίτησης από τις Εναγόμενες υπήρξε παράβαση των όρων. Ανέφερε ότι γενικά γνωρίζει ότι υπάρχουν αντιδράσεις από το κοινό στην τοποθέτηση τέτοιων σταθμών όμως η Αρχή τηρεί όλες τις προϋποθέσεις του νόμου και των αρμόδιων Αρχών και δεν μπορεί η Αρχή να υιοθετήσει την άποψη πολιτών για το ισχυριζόμενο επιβλαβές των σταθμών αυτών. Η θέση του είναι ότι από τη στιγμή που αποσύρθηκε η αίτηση για πολεοδομική άδεια, ο σταθμός έπρεπε να αφαιρεθεί. Ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο με την κατάθεση των αιτήσεων και τη σύμφωνη γνώμη των ιδιοκτητών προχωρούσαν στην εγκατάσταση. Συμφώνησε ότι μετά την έναρξη αυτών των εργασιών η αρμόδια Πολεοδομική Αρχή τους κάλεσε να σταματήσουν την παράνομη ανέγερση. Επέμεινε ότι την επιστολή της αρμόδιας Αρχής την παρέλαβαν στις 26/10/
  19. Επέμεινε παράλληλα ότι εφόσον οι Εναγόμενες απέσυραν την αίτηση τους δεν μπορούσαν να διατηρήσουν τον σταθμό και αναγκάστηκαν να τον αποσύρουν. Συμφώνησε ότι ο τερματισμός της συμφωνίας έγινε περίπου έναν χρόνο μετά και ότι η οροφή ήταν δεσμευμένη περίπου για μισό χρόνο. Μέρος της μαρτυρίας του αφορούσε νομικά ζητήματα όπως την ερμηνεία των όρων της σύμβασης, το κατά πόσο έλαβαν άλλα νομικά μέτρα όπως ιεραρχική προσφυγή ή και άλλες νομικές ενέργειες ,ζητήματα τα οποία ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να απαντήσει ως μη νομικός. Επί της ουσίας των γεγονότων ανέφερε ότι ο σταθμός δεν λειτούργησε και αφαιρέθηκε. Από την επιστολή των Εναγόμενων ημερομηνίας 6/10/2010 μέχρι την αφαίρεση του εξοπλισμού μεσολάβησε κάποια χρονική περίοδος εντός της οποίας γίνονταν συζητήσεις μήπως και μπορούσε να βρεθεί κάποια λύση. Μετά την αφαίρεση του Σταθμού Βάσης ο ίδιος επιθεώρησε τον χώρο και υπέδειξε σε εργολάβο τι εργασίες πρέπει να εκτελέσει για να επαναφέρει τον χώρο στην προηγούμενή του κατάσταση. Αναφέρθηκε με ειδικότερη αναφορά στον τρόπο με τον οποίον εγκαταστάθηκε η βάση και η κεραία και επέμεινε ότι ο ίδιος υπέδειξε στον εργολάβο τι πρέπει να αποκατασταθεί και πώς. Ο ίδιος δεν μπορεί να γνωρίζει εάν έμειναν ζημιές και δεν επισκέφτηκε μετά την επιδιόρθωση το ακίνητο. Ο Μ.Ε.2 επίσης κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του - Έγγραφο Β. Σε αυτήν αναφέρει ότι κατέχει το βαθμό του Προϊστάμενου στο Τμήμα Ασύρματου Δικτύου Πρόσβασης Κινητών Επικοινωνιών και κατά την επίδικη περίοδο ήταν υπεύθυνος μηχανικός σχεδιασμού και ανάπτυξης δικτύων. Επεξήγησε και αυτός τον τρόπο επιλογής σημείων για εγκατάσταση σταθμών βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση η Αρχή προσέγγισε τις εναγόμενες αφού το επίδικο ακίνητο κρίθηκε κατάλληλο και υπογράφηκε η συμφωνία - τεκμήριο 1 με προπληρωμή του πρώτου ενοικίου. Για να επιτευχθεί ο σκοπός της συμφωνίας, ήτοι η εγκατάσταση και λειτουργία σταθμού βάσης κινητής τηλεφωνίας θα έπρεπε οι εναγόμενες να υπογράψουν αιτήσεις για χορήγηση πολεοδομικής άδειας και άδειας οικοδομής και να αφήσουν την αρχή να εγκαταστήσει και λειτουργήσει το σταθμό. Παρέπεμψε δε σε ειδικότερους όρους του τεκμηρίου 1 όπως 4.1, 4.2, 4.3, 6.2, 6.3, 10.1 και 10.
  20. Η αίτηση όντως υπογράφηκε και κατατέθηκε (τεκμήριο 2) και τέλη Σεπτεμβρίου με αρχές Οκτωβρίου εγκαταστάθηκε ο σταθμός. Λίγες μέρες μετά η αρχή έλαβε την επιστολή - τεκμήριο 3 με την οποία ενημέρωναν οι εναγόμενες για την επιθυμία τους να διακόψουν τη συνεργασία αλλά και ότι απέσυραν την αίτηση από την Πολεοδομία. Περί της απόσυρσης της αίτησης καμία άλλη προειδοποίηση είχε δοθεί αλλά ούτε και οιαδήποτε ενημέρωση για τις ενστάσεις περιοίκων ώστε να γίνει κάποια συνάντησε με σκοπό την επεξήγηση των εκπομπών από τις κεραίες κινητής τηλεφωνίας. Κατά καιρούς ανάφερε προκύπτουν παράπονα και διαμαρτυρίες από περιοίκους για τις κεραίες και η Αρχή προσπαθεί να ενημερώνει πάντα επιστημονικά για την ορθή προσέγγιση του θέματος. Επεξήγησε ότι πριν την έκδοση κάθε πολεοδομικής άδειας λαμβάνονται απαραίτητα οι απόψεις του Τμήματος Ηλεκτρονικών Υπηρεσιών που είναι το αρμόδιο τμήμα για έλεγχο της ηλεκτρομαγνητικής ενέργειες που εκπέμπουν οι κεραίες. Το τμήμα αυτό δίδει και τη συγκατάθεση του αφού ελέγξει ότι η δυνητική εκπομπή ακτινοβολίας από το σταθμό βάσης είναι εντός των επιτρεπτών ορίων. Στις 15/9/2010 έλαβαν επιστολή από το πιο πάνω τμήμα - ΤΗΕ, ότι δεν είχε ένσταση στην εγκατάσταση του σταθμού μετά την επιτόπια εξέταση που έγινε (τεκμήριο 9). Επεξήγησε περαιτέρω τη διαδικασία ελέγχου των εκπομπών από το ΤΗΕ ακόμα και μετά τη λειτουργία του σταθμού και ανάφερε ότι θα μπορούσαν να είχαν εξηγήσει στις εναγόμενες όλες τις διαδικασίες εάν του ζητείτο και να τους αναφέρουν ότι οι μετρήσεις είναι περίπου 50 χιλιάδες φορές κάτω από τα όρια που θέτει η Κυπριακή νομοθεσία με βάση συστάσεις της Ε.Ε. Αναφέρθηκε επιπλέον στη λανθασμένη εντύπωση μερίδα κοινού στη βάση λανθασμένης πληροφόρησης περί βλαβών στην υγεία των ανθρώπων των εν λόγω εκπομπών. Με αναφορά δε στο τεκμήριο 3, επιστολή του Κοινοτικού Συμβουλίου, επεξήγησε ότι η Ευρωπαϊκή εντολή αναφέρει τα 200 μέτρα και όχι τα 300 στη κατεύθυνση εκπομπής της κάθε κεραίας και όχι γενικά γύρω από την κεραία. Ουδέποτε δόθηκε στην αρχή η ευκαιρία να επεξηγήσει όλα τα πιο πάνω και οι εναγόμενες απέσυραν την αίτηση προς την πολεοδομική αρχή χωρίς η ενάγουσα να γνωρίζει και τον ακριβές χρόνο που το έπραξαν. Στις 26/10/2010 έλαβαν το τεκμήριο 4 από την Πολεοδομία ενώ ανέφερε ότι σε ελάχιστες περιπτώσεις έγινε η εγκατάσταση πριν την λήψη άδειας και τούτο λόγω της ανάγκης παροχής κάλυψης σε συνδυασμό με την καθυστέρηση στην έκδοση των αδειών. Με βάση την επιστολή - τεκμήριο 4 η πολεοδομική αρχή ζητούσε από την ενάγουσα να τερματίσει τις εργασίες και δεν απέρριψε την αίτηση. Επομένως σε περίπτωση συμμόρφωσης με το τεκμήριο 4 και εάν οι εναγόμενες δεν την είχαν αποσύρει, η αίτηση θα συνέχιζε να εκκρεμεί και θα αναμενόταν το αποτέλεσμα. Η αφαίρεση του σταθμού επιβάλλετο πλέον μετά την απόσυρση της αίτησης που αποτελούσε και παράβαση από πλευράς των εναγόμενων των όρων της συμφωνίας. Ενόψει αυτής της παραβίασης η αρχή τερμάτισε την ισχύ της συμφωνία και ζήτησε επιστροφή του ενοικίου εφόσον το αντάλλαγμα δεν προσφερόταν. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας επεξήγησε ότι κατά την επίδικη περίοδο ήταν ο υπεύθυνος μηχανικός σε Παγκύπριο επίπεδο και ανέφερε τη διαδικασία επιλογής του συγκεκριμένου σημείου εγκατάστασης χωρίς ο ίδιος βέβαια να επισκεφτεί επί τόπου το σημείο. Ανέφερε ότι η ύπαρξη αντιδράσεων τον οδήγησε στο να μιλήσει με την πρωτεργάτη των κινητοποιήσεων τηλεφωνικώς μετά τη λήψη της επιστολής των Εναγόμενων και έχοντας πλέον ενημερωθεί ως Αρχή για τελεσίδικα γεγονότα. Θυμάται ότι μίλησε με κάποιαν κυρία Ματθαίου περίπου στις 12 ή 13 Οκτωβρίου του
  21. Περαιτέρω αναφέρθηκε στην επιστολή του Κοινοτικού Συμβουλίου η οποία όπως επανέλαβε περιλάμβανε απόψεις βασιζόμενες σε μη αντικειμενικά κριτήρια, αλλά βασιζόμενη σε πιέσεις μερίδας κατοίκων της περιοχής. Η ευθύνη της Ενάγουσας είναι να τηρεί αυστηρά τις πρόνοιες του Νόμου, κάτι που τηρήθηκε και στην προκειμένη περίπτωση. Το γεγονός ότι μετά τη συγκατάθεση του ΤΗΕ η ύπαρξη παραπόνων δεν διαφοροποιεί τις ενέργειες τους, θεωρεί λογικό ότι οι Εναγόμενες θορυβήθηκαν από τις αντιδράσεις περιοίκων, αλλά όφειλαν να επικοινωνήσουν με την Ενάγουσα και όχι να ενεργήσουν μονομερώς καθιστώντας την υλοποίηση της συμφωνίας ανέφικτη. Επεξήγησε εκ νέου ότι στην προκειμένη περίπτωση είχε δοθεί η συγκατάθεση του ΤΗΕ και δεν υπήρχε κάποια ιδιαιτερότητα που να δημιουργούσε πρόβλημα στην έκδοση της άδειας και ήταν απλά καθυστέρηση από την αρμόδια Αρχή. Το Τεκμήριο 4 τους καλούσε να τερματίσουν τις εργασίες, κάτι το οποίο έπραξαν και συμμορφώθηκαν με την απαίτηση αυτήν της Πολεοδομικής Αρχής. Από τη στιγμή που οι Εναγόμενες απέσυραν την αίτηση η όλη διαδικασία αδειοδότησης ήταν πλέον άνευ αντικειμένου. Για κάποιο διάστημα έγινε προσπάθεια να μεταπειστούν οι Εναγόμενες χωρίς αποτέλεσμα. Επέμεινε ότι η επιστολή των Εναγομένων είχε την έννοια της απόσυρσης της αίτησης. Αφού ολοκληρώθηκαν οι προσπάθειες ανάκλησης της απόφασης των Εναγομένων χωρίς αποτέλεσμα αποφάσισαν να αφαιρέσουν τον Σταθμό Βάσης. Επέμεινε στη θέση του ότι οι Εναγόμενες παραβίασαν τη συμφωνία αποσύροντας την αίτηση και αναγκαστικά η Αρχή τερμάτισε τη συμφωνία και αφαίρεσε τον Σταθμό Βάσης. Ο Σταθμός αφαιρέθηκε στις αρχές του
  22. Συμφώνησε ότι στα τ.μ που καταλάμβανε ο Σταθμός προφανώς και οι Εναγόμενες δεν μπορούσαν να προχωρήσουν σε εκμετάλλευση. Διαφώνησε δε με τη θέση ότι πέραν των 6 περίπου τ.μ εμποδιζόταν η υπόλοιπη επιφάνεια του χώρου από οιαδήποτε άλλη χρήση. Ο Μ.Ε.3 κατά την περίοδο 2010 - 2011 ήταν υπεργολάβος της εταιρείας C.S. P Cyprus Services Provider) Joint Ven, με την οποία συνεργαζόταν η Ενάγουσα. Το επίδικο κτήριο το επισκέφτηκε και εκτέλεσε εργασία τοποθέτησης αλλά και αφαίρεσης κεραίας. Κατέθεσε ως τεκμήριο 10 έντυπο με οδηγίες προς εργολάβο για εκτέλεση εργασίας ημερομηνίας 14.1.2011 και ως τεκμήριο 11 το ίδιο έντυπο με ημερομηνία έναρξης εργασιών 7.9.
  23. Θυμάται ότι αφαίρεσαν κατρόχαρτο, έβαλαν καινούργιο, το μπογιάτισαν κάτω και πάνω από το ταβάνι, την οροφή και κάποιους τοίχους. Για αυτήν την εργασία πληρώθηκαν και κατέθεσε σχετικά τη δέσμη εγγράφων τεκμήριο 12 η οποία αποτελείται από τιμολόγιο της εταιρείας και έντυπο καταμέτρησης εργασίας. Το τεκμήριο 12 αφορά το τιμολόγιο ημερομηνίας 7.2.2011 ενώ όμοια δέσμη εγγράφων με αναφορά σε τιμολόγιο ημερομηνίας 4.10.2011 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  24. Επεξήγησε ότι μετά την έκδοση του τιμολογίου επιθεωρούσε την εργασία πολιτικός μηχανικός της Ενάγουσας και ακολούθως γινόταν η πληρωμή. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας επεξήγησε ότι αφαίρεσαν τον Σταθμό Βάσης και συγκεκριμένα αφαίρεσαν 4 με 6 βίδες που κρατούσαν την κεραία ακολούθως έβαλαν μόνωση με κατρόχαρτο και μπογιά. Ο μάρτυρας επεξήγησε τον τρόπο με τον οποίον ήταν εγκατεστημένος ο Σταθμός και συγκεκριμένα ήταν 4 μάρμαρα με βίδες. Θυμάται τη συγκεκριμένη περίπτωση καθότι έκαναν ολόκληρο το κομμάτι και συγκεκριμένα ένα κλιμακοστάσιο το οποίο έγινε εξ' ολοκλήρου μόνωση και τοποθέτηση μπογιάς. Θυμάται ότι στην προκειμένη περίπτωση παραπονέθηκε ο ιδιοκτήτης ότι το κλιμακοστάσιο ήταν λερωμένο στους τοίχους από τις εργασίες, οπότε πήγαν ξανά, μπογιάτισαν και εξέδωσαν άλλο τιμολόγιο. Θυμάται τις αντιδράσεις των ιδιοκτητών οι οποίοι δεν τους επέτρεπαν για κάποιες μέρες να εισέλθουν για τις εργασίες. Θυμάται τις επιπλέον εργασίες και κατά κύριο λόγο τους λερωμένους τοίχους αλλά όχι οιεσδήποτε άλλες που μπορεί να έκανε. Ανέφερε ότι όταν μετέβηκαν για δεύτερη φορά ήταν για να αφαιρέσουν το κατρόχαρτο που έβαζαν οι ίδιοι για την κεραία. Επεξήγησε ότι για να μην έχει ζημιές το υφιστάμενο κατρόχαρτο της κατοικίας έβαζαν από πάνω άλλο. Κατά το στάδιο αφαίρεσης της κεραίας αφαιρούσαν το κατρόχαρτο αυτό και έβαζαν εξ' ολοκλήρου καινούργιο, τοποθετούσαν δεύτερη στρώση και μπογιάτιζαν. Επανέφεραν τον χώρο ως είχε κατά την πρώτη τους επίσκεψη και αυτό ήταν απαίτηση της Ενάγουσας. Το γεγονός ότι μετέβηκαν στο υποστατικό εκ νέου κάποιους μήνες μετά δεν σημαίνει ότι δεν έγιναν σωστά οι αρχικές εργασίες, αλλά ότι υπήρχαν και άλλες. Δεν γνωρίζει τυχόν ζημιές που ισχυρίζονται οι Εναγόμενες και επέμεινε ότι οι δικές του εργασίες ολοκληρώθηκαν με επιτυχία. Επεξήγησε περαιτέρω ο μάρτυρας το σχέδιο που υπάρχει στο Τεκμήριο 13 αναφέροντας το πλάτος της βάσης της κεραίας και τις υπόλοιπες αποστάσεις. Δεν μπορεί να γνωρίζει και δεν θυμάται κατά πόσο η χωροθέτηση της συγκεκριμένης κεραίας εμπόδιζε καθ' οιονδήποτε τρόπο τους ιδιοκτήτες στην εκμετάλλευση του υπόλοιπου χώρου της ταράτσας. Τέλος επέμεινε ότι οι ίδιοι έκλεισαν τρύπες και επανέφεραν τον χώρο στην αρχική του μορφή με εργασίες οι οποίες εγκρίθηκαν από τον πολιτικό μηχανικό της Ενάγουσας. Η Μ.Υ.1 κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της γραπτή δήλωση έγγραφο Γ. Σε αυτήν, η εναγόμενη 1, αναφέρεται στην συνιδιοκτησία του επίδικου ακινήτου μετά της εναγόμενης 2 και στην υπογραφή της συμφωνίας ημερ.10/3/
  25. Παραπέμπει στους όρους αυτής με αναφορά στην 6ετή ισχύ και στο δικαίωμα και τρόπο τερματισμού της. Επιπλέον αναφέρει ότι ήταν ρητός όρος ότι οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα να την τερματίσουν με γραπτή ειδοποίηση σε περίπτωση που απορρίπτονταν από τις αρχές οι αιτήσεις για λήψη άδειας ενώ οποιαδήποτε καθυστέρηση στην εκτέλεση ή παράλειψη εκτέλεσης της από οποιοδήποτε μέρος δεν θα συνιστά παράβαση εάν η καθυστέρηση ή παράλειψη οφειλόταν σε γεγονότα πέραν του εύλογου ελέγχου του επηρεαζόμενου μέρους, αλλά δεν περιορίζονται μεταξύ άλλων σε κυβερνητικές πράξεις ή απαιτήσεις ρυθμιστικής αρχής ή άλλα γεγονότα πέραν του ελέγχου του επηρεαζόμενου μέρους. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι αποτελούσε όρο ότι εάν η εκτέλεση της συμφωνίας ανασταλεί η επεκταθεί, λόγω γεγονότων ως ανωτέρω, πέραν των 2 μηνών οποιοδήποτε μέρος μπορούσε να την τερματίσει νόμιμα. Συμφωνεί ότι οι ενάγοντες καταχώρησαν στις 20/5/2010 αίτηση για άδεια οικοδομής και πολεοδομική και ότι τέλος Σεπτεμβρίου άρχισε η εγκατάσταση του σταθμού βάσης. Ο σύζυγος της, ο οποίος απεβίωσε, την είχε ενημερώσει ότι σε συνάντηση με υπεύθυνο της αρχής του είχε λεχθεί ότι κατείχαν όλες τις άδειες και προχώρησαν στην εγκατάσταση του σταθμού. Περαιτέρω των ανωτέρω αναφέρει ότι το κοινοτικό συμβούλιο τοποθετήθηκε αρνητικά για την τοποθέτηση της κεραίας ενώ η πολεοδομική αρχή με διπλοσυστημένη επιστολή ημερ.4/10/2010, προς την ίδια και την εναγόμενη 2 αλλά και με κοινοποίηση στην αρχή τους κάλεσε να τερματίσουν άμεσα όλες τις εργασίες καθότι αυτές είχαν αρχίσει χωρίς την λήψη της απαιτούμενης άδειας. Ακολούθως άρχισαν διαμαρτυρίες από περιοίκους και γείτονες για την εγκατάσταση ενώ δύο πρόσωπα από την Πολεοδομία της είπαν ότι αν δεν σταματήσουν οι εργασίες, θα την «πάρουν μέσα». Η ίδια και η εναγόμενη 2 με επιστολή τους ημερ.6/10/2010 προς τους ενάγοντες κοινοποίησαν την πρόθεση τους στην αρχή για διακοπή της συνεργασίας ενώ επισύναψαν την επιστολή του κοινοτικού συμβουλίου, κατάλογο υπογραφών από παραπονούμενους και την επιστολή τους προς την Πολεοδομίας. Με επιστολή τους ακολούθως ημερ.5/11/2010 κάλεσαν την αρχή να απομακρύνει τις οιεσδήποτε κατασκευές πριν ληφθούν από τον Έπαρχο Δικαστικά μέτρα εναντίον τους. Στις 9/12/2010 η αρχή με επιστολή απάντησε ότι αποφάσισε να μετακινήσει τον εξοπλισμό. Οι ίδιες με επιστολή τους ημερ.14/1/2011, αρνήθηκαν να επιστρέψουν οιοδήποτε ποσό καθότι δεν όφειλαν και επιφύλαξαν το δικαίωμα τους να διεκδικήσουν αποζημιώσεις. Επιπλέον στις 11/3/2011 απέρριψαν ισχυρισμούς των εναγόντων για παράβαση από πλευράς των της συμφωνίας και επανέλαβαν τις θέσεις των. Για την περίοδο που υπήρχε δέσμευση της οροφής του κτιρίου τους απώλεσαν ενοίκια και υπέστηκαν ζημιές ύψους τουλάχιστον €3.500=, ήτοι απώλεια ενοικίων ύψους €2.500, €1.000 ως η διαφορά του ενοικίου με βάση τη συμφωνία και προσφερθέντος ενοικίου, πλέον €500= για τον καθαρισμό της οροφής από υπολείμματα του σταθμού βάσης, πλέον €100= δικηγορικά έξοδα, ήτοι σύνολο αξιούμενου ποσού εκ €4.100=. Στα πλαίσια της προφορικής της μαρτυρίας η εναγόμενη 1 αναγνώρισε όλα τα κατατεθέντα τεκμήρια, κατά κύριο λόγο επιστολές, που αναφέρει στην δήλωση της, ήτοι τεκμήρια 1, 3, 4, 5 Α, 5 Β, 5 Γ, 6 και
  26. Αξιώνει ποσό €2.500= για ενοίκια γιατί κατείχαν την ταράτσα της για ένα χρόνο και έκαναν ζημιές ενώ δεν μπορούσε να την εκμεταλλευτεί. Της είχαν δε προσφέρει €1000= επιπλέον του ύψους του ενοικίου με βάση το τεκμήριο 1 για ενοικίαση της οροφής φωτεινές επιγραφές αλλά αρνήθηκε λόγω του ότι ήταν δεσμευμένη. Για τις ζημιές ανάφερε ότι μετά που μετακινήθηκε ο σταθμός στα 4 σημεία λόγω της ζέστης «σηκώθηκε το χαρτί, έκανε νερά, γίνηκαν φθορές» και έφερε η κόρη της εργάτη να τα φτιάξει. Στοίχισε η επιδιόρθωση €500 και κατέβαλαν από €
  27. Επιπλέον κατέθεσε ως τεκμήριο 14 την απόδειξη του συνηγόρου της για €100= που κατέβαλε ως η αξίωση της. Αντεξεταζόμενη επιβεβαίωσε τη λήψη του ποσού των €2.500 από την αρχή ως η συμφωνία - τεκμήριο 1 και ότι υπέγραψαν τις αιτήσεις ημερ.20/5 γνωρίζοντας ότι είναι οι αιτήτριες για την λήψη των αδειών. Επέμεινε δε ότι τους λέχθηκε ψευδώς ότι είχε ληφθεί η άδεια. Την επιστολή του κοινοτικού συμβουλίου δεν θυμάται πως την έλαβαν παρά το ότι αυτή απευθύνεται προς την Πολεοδομία και παρέπεμψε στην επίσκεψη μελών της Πολεοδομίας. Στο ερώτημα εάν αυτό σημαίνει ότι την έλαβαν τον Οκτώβριο απάντησε ότι δεν θυμάται και ούτε εάν την είχαν ότι άρχισε η εγκατάσταση της κεραίας. Την ειδοποίηση από την Πολεοδομία ημερ.4/10/2010 δεν θυμάται πότε την παρέλαβε και επέμενε στην ημερομηνία που αυτή αναγράφει. Αυτό που θυμάται είναι ότι οι εργασίες ολοκληρώθηκαν και μετά ήρθε η Πολεοδομία. Θυμάται ότι η εγκατάσταση ολοκληρώθηκε αλλά δεν λειτούργησε η κεραία. Στις 6/10/2010 απέστειλαν στην αρχή το τεκμήριο 3 με το οποίο ισχυρίστηκε ότι τους είπαν να διακοπεί η συνεργασία καθότι δεν είχαν άδειες. Συμφώνησε αργότερα ότι απέσυραν την αίτηση λόγω του ότι δεν είχαν άδειες αλλά και ότι ξεσηκώθηκαν περίοικοι και συγκέντρωναν υπογραφές. Το πρόβλημα τους ήταν και για τις άδειες και λόγω των διαμαρτυριών για λόγους υγείας. Ανάφερε ότι γύρω από την οικία της κατοικούν 4 -5 καρκινοπαθείς και μετά την επιστολή τους προς την αρχή ουδείς επικοινώνησε για να τους ενημερώσει. Συμφώνησε ότι το περιεχόμενο της επιστολής τους προς την αρχή ήταν να τελειώσει η συμφωνία και να αφαιρεθεί ο σταθμός. Στην ερώτηση εάν τα χρήματα που έλαβαν, τα έλαβαν για ένα σκοπό ο οποίος πλέον δεν προσφερόταν απάντησε ότι της προσέφεραν χρήματα για ένα έτος και είχαν δεσμευμένη την ταράτσα της για ένα έτος. Την επιστολή της Πολεοδομίας - τεκμήριο 4, την ερμηνεύει ως άρνηση παροχής άδειας και παραπέμπει και στην θέση του Κοινοτικού Συμβουλίου εντούτοις αποδέχεται ότι το τεκμήριο 4 δεν συνιστά απόρριψη της αίτησης για λήψη άδειας και δεν αναφέρει κάτι τέτοιο. Την επιστολή προς την Πολεοδομία - τεκμήριο 3 (συνημμένο 2) δεν θυμάται πότε την απέστειλαν αλλά θυμάται ότι ήταν μετά την ειδοποίηση. Η επιστολή αυτή φέρει ημερομηνία 6/10 ενώ η επιστολή της Πολεοδομίας προς αυτές έχει ημερομηνία 4/
  28. Στην υποβολή ότι δεν πρόλαβε να πάρει την επιστολή ημερ.4/10 και να αποστείλει εντός 2 ημερών τη δική της ημερ.6/10 επέμεινε ότι αφού έλαβαν την επιστολή της πολεοδομίας έστειλαν τη δική τους. Εν τέλει ανάφερε ότι η επιστολή τους προς την αρχή ημερ.6/10/10 συντάχθηκε πρώτα και μετά έλαβαν την επιστολή της Πολεοδομίας αλλά στάλθηκε μετά. Στην υποβολή ότι μετά την απόσυρση της αίτησης η λήψη άδειας δεν ήταν εφικτή απάντησε «Δεν ξέρω» ενώ αργότερα συμφώνησε ότι δεν υπήρχε αίτηση προς έγκριση. Ανάφερε δε ότι πλησίον της οικίας της υπήρχαν σπίτια σε μικρότερη απόσταση των 300 μέτρων. Συμφώνησε παράλληλα ότι η απόφαση για αφαίρεση της κεραίας ήταν δική της. Συμφώνησε ότι τα €2.500= που διεκδικεί τα έχει λάβει και επέμεινε ότι είναι το ποσό που αντιστοιχεί στην δέσμευση της ιδιοκτησίας της ενώ την προσφορά για το ενοίκιο των €3.500= δεν την έχει αλλά επέμεινε ότι της είχε υποβληθεί πρόταση. Επέμεινε επίσης ότι κατέβαλε ποσό εκ €500= για την επιδιόρθωση ζημιών. Στην υποβολή ότι έλαβε χρήματα με σκοπό να εγκατασταθεί η κεραία και να λειτουργήσει και η ίδια με τις πράξεις της κατέστησε το σκοπό αυτό ανέφικτο παραβιάζοντας τη συμφωνία απάντησε «Απέσυρα την αίτηση, αφού είπαμε τα ξανά, γι αυτούς τους λόγους». Η Μ.Υ.2 είναι η κόρης της εναγόμενης 1 και Μ.Υ.1 και η οποία κατέθεσε για σκοπούς κυρίως εξέτασης της επίσης γραπτή δήλωση - Έγγραφο Δ. Σε αυτήν αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και είχε εμπλακεί αρκετά προσωπικά. Η επιστολή ημερ.6/10/2010 συντάχθηκε από την ίδια ενώ είναι το πρόσωπο που ζήτησε από τον Α. Πικάτσα ο οποίος έκανε εργασίες στη δική της οικία να διορθώσει την οροφή του επίδικου κτιρίου η οποία παρουσίαζε ζημιές στα σημεία που ήταν στερεωμένη η βάση της κεραίας μετά την αφαίρεση της από τους ενάγοντες. Για αυτή την εργασία τον πλήρωσε €500= τα οποία ήταν μέρος του συνολικού λογαριασμού και έλαβε από την μητέρα και θείας της το ποσό αυτό. Όταν ξεκίνησαν οι εργασίες εγκατάστασης του σταθμού άρχισαν οι γείτονες να αντιδρούν και να διαμαρτύρονται έντονα ενώ οι κάτοικοι της απέναντι κατοικίας απευθύνθηκαν στη Πολεοδομία και διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχε άδεια σε ισχύ κάτι που επιβεβαίωσε και η ίδια με τηλεφωνική επικοινωνία. Η εν λόγω γειτόνισσα μαζί με άλλους 19 συγκέντρωσε υπογραφές και υπέγραψαν και αυτοί την επιστολή ημερ.6/10/10 προς την ενάγουσα. Περαιτέρω ο πατέρας της, ο οποίος απεβίωσε το 2015, της ανέφερε ότι κατά την εγκατάσταση του σταθμού κάποιος Κύπρος, τον διαβεβαίωνε ότι υπήρχαν όλες οι άδειες από τις αρμόδιες αρχές. Αντεξεταζόμενη αναγνώρισε το τεκμήριο 3 ως την επιστολή προς την ενάγουσα που συνέταξε η ίδια σε συνεργασία με τις εναγόμενες και μια γειτόνισσα. Την συμφωνία - τεκμήριο 1 την είχε δει. Τη συνημμένη επιστολή στο τεκμήριο 3 προς την Πολεοδομία επίσης την συνέταξε η ίδια την ίδια ημέρα με την επιστολή προς την αρχή. Πρώτα ετοίμασε την επιστολή προς την αρχή και μετά προς την Πολεοδομία την ίδια ημέρα. Ανάφερε ότι πρώτα στάλθηκε η επιστολή προς την Πολεοδομία και μετά με φαξ στον Κύπρο στην Αρχή. Επέμεινε δε ότι δεν θυμάται πως έστειλε την επιστολή στην Πολεοδομία αλλά στάλθηκε πρώτα και παραλήφθηκε και μετά στάλθηκε στον Κύπρο με επισυνημμένη την επιστολή προς την Πολεοδομία. Στο ερώτημα εάν γνωρίζει ότι οι εναγόμενες δεν είχαν δικαίωμα με βάση την σύμβαση να αποσύρουν την αίτηση απάντησε ότι υπάρχουν όροι όπως και σε κάθε συμφωνία που πρέπει να τηρηθούν. Στην προκειμένη περίπτωση γνώριζαν οι εναγόμενες τις συνέπειες της επιστολής των αλλά υπήρχαν κάποιες ιδιαιτερότητες. Συμφώνησε ότι ο έλεγχος τήρησης της νομοθεσίας δεν γίνεται από τους περιοίκους και επανέλαβε ότι ουσιώδες ήταν τόσο η μη ύπαρξη άδειας όσο και οι αντιδράσεις για τις συνέπειες στην υγεία των κατοίκων. Δεν γνωρίζει ότι την αίτηση για λήψη πολεοδομικής άδειας την υπέβαλαν οι εναγόμενες παρόλα αυτά συμφώνησε ότι απέστειλαν επιστολή με την οποία ανέφεραν ότι δεν ενδιαφέρονται πλέον για την εξασφάλιση άδειας. Βλέπονταν εν τέλει τις διαδικασίες και τα έγγραφα αντιλαμβάνεται και δέχεται ότι την αίτηση υπέβαλαν οι εναγόμενες. Δεν γνωρίζει πότε έγιναν οι εργασίες στην ταράτσα αλλά ήταν πριν το 2015 μπορεί και το
  29. Επέμεινε ότι υπήρχαν ζημιές στα 4 σημεία της βάσης του σταθμού και συγκεκριμένα ότι «σηκώθηκε το κατρόχαρτο» και έσταζε η οροφή. Δέχτηκε ότι έγιναν εργασίες αποκατάστασης εκ μέρους της ενάγουσας από κάποιον αλλά αμφιβάλλει για την ποιότητα αυτών. Η απουσία απόδειξης για την καταβολή των €500= δεν έχει σημασία εφόσον σημειώθηκε στην αγωγή της. Την παράθεση της μαρτυρίας ως ανωτέρω ακολουθεί η αξιολόγηση με σκοπό την κατάληξη επί πραγματικών γεγονότων που θα αποτελούν και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Παρακολούθησα με την επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Θα πρέπει να τονίσω ότι η αξιολόγηση τους δεν περιορίστηκε στην εντύπωση που άφησαν από το εδώλιο του μάρτυρα, αλλά επεκτάθηκε στην ουσία της εκδοχής τους, την οποία αντιπαρέβαλα με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που υπάρχει ενώπιον μου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας

(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση P. & Chr. Seafood Express Ltd κ.α. ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, Πολ. Έφεση αρ. 277/2009, ημερομηνίας 10/9/2014: «Είναι καθιερωμένη και αδιαμφισβήτητη η νομολογία που θέλει κριτή της μαρτυρίας να είναι κατ' εξοχήν το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου διεξάγεται η δίκη (Σταύρου ν. Χαραλάμπους
(2011)1 Α.Α.Δ. 193). Και αυτό βέβαια για καλό λόγο. Το Δικαστήριο μπορεί να αποτιμήσει την αξιοπιστία των μαρτύρων υπό το φως της ενώπιον του ακροαματικής διαδικασίας στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης με όλες τις εκφάνσεις και παραμέτρους της. Ο Δικαστής ο οποίος έχει το ευεργέτημα αυτής της θεώρησης πραγμάτων καλείται κατ' αντικειμενικό τρόπο να κρίνει τους συνανθρώπους του αποστασιοποιημένος βέβαια από την υπόθεση και ενσωματώνοντας το μέτρο εκείνο της αμερόληπτης και λογικής κρίσης που διέρχεται ολόκληρη την κοινωνία με πρόσθετη βέβαια τη νομική κατάρτιση του Δικαστή (Baloise Insurance Co. Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275). » Σημειώνεται περαιτέρω ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Λέχθηκε, επίσης, ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Ο Μ.Ε.1 άφησε άριστη εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας ειλικρινής ως προς την εμπλοκή και τις ενέργειες του. Από τη μαρτυρία του η οποία παρέμεινε σταθερή και κατά την αντεξέταση του προκύπτει ότι ο Σταθμός Βάσης και η κεραία εγκαταστάθηκαν περί τα τέλη Σεπτεμβρίου του
  1. Αυτό άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε ούτε και από τις Εναγόμενες. Επιπλέον ήταν σαφής ως προς το ότι ο Σταθμός αυτός δεν λειτούργησε ποτέ και αφαιρέθηκε εφόσον οι Εναγόμενες δεν επιθυμούσαν πλέον τη συνεργασία. Αναφέρθηκε στην επιστολή των Εναγόμενων ημερομηνίας 6.10.2010 με την οποία τους ενημέρωναν ότι δεν επιθυμούσαν τη συνέχιση της συνεργασίας, αλλά και για την απόσυρση της αίτησης. Αυτό το γεγονός ήταν και το ουσιώδες που τους οδήγησε ως Αρχή στην απόφαση να αποσύρουν τον Σταθμό. Ο μάρτυρας δεν αμφισβήτησε ότι η Πολεοδομία απέστειλε επιστολή για αναστολή των εργασιών λόγω της μη ύπαρξης άδειας αλλά επέμεινε ότι η επιστολή αυτή παραλείφθηκε από την Αρχή στις 26.10.10, γεγονός που συνάδει και με την έγγραφη μαρτυρία και ειδικότερα το Τεκμήριο 4 και τη σφραγίδα της Αρχής που φέρει το έγγραφο αυτό. Πέραν των πιο πάνω τα οποία αποδέχομαι από τη μαρτυρία του, ο μάρτυρας αναφέρθηκε και στην ερμηνεία των ενεργειών των Εναγόμενων, κάτι όμως το οποίο δεν εμπίπτει στη δική του εξουσία και δεν αφορά γεγονότα. Αποδέχομαι βέβαια από τη μαρτυρία του ότι η επιστολή που παρέλαβαν από τις Εναγόμενες και ειδικότερα η αναφορά σε μη επιθυμία τους για περαιτέρω συνεργασία αλλά και οι ενέργειες τους προς την Πολεοδομία αποτελούσαν για την Αρχή ουσιώδες σημείο για την απομάκρυνση του Σταθμού. Σε ό,τι αφορά τις αντιδράσεις των περιοίκων ανέφερε ότι είχε ακούσει για τέτοιες διαμαρτυρίες χωρίς όμως ο ίδιος να έλαβε προσωπικά κάποια παράπονα. Η μαρτυρία του ήταν σαφής, σταθερή και ως προς τα γεγονότα γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Ο Μ.Ε.2 επίσης ήταν σαφής και σταθερός στη μαρτυρία του με ειδικότερη αναφορά στα γεγονότα που οδήγησαν εν τέλει στην αφαίρεση του Σταθμού Βάσης. Τα γεγονότα τα οποία προηγήθηκαν της σύναψης της συμφωνίας, ο τρόπος επιλογής του σημείου για εγκατάσταση Σταθμού, αλλά και η εγκατάστασή του περί τα τέλη Σεπτεμβρίου δεν αμφισβητήθηκαν. Η θέση του παράλληλα ότι λίγες μέρες μετά την εγκατάσταση η Αρχή έλαβε επιστολή των Εναγόμενων με ημερομηνία 6.10 (βλέπε Τεκμήριο 3), επίσης αποτελεί κοινό έδαφος. Ο μάρτυρας αυτός επέμεινε ότι έλαβαν γνώση των ενεργειών των Εναγόμενων για πρώτη φορά με το Τεκμήριο
  2. Η θέση του αυτή συνάδει και με τα τεκμήρια που ενώπιον μου κατατέθηκαν αλλά και με τη θέση του Μ.Ε.
  3. Όπως και οι μάρτυρες των Εναγόμενων άλλωστε ανέφεραν, απέστειλαν το Τεκμήριο 3 μέσω τηλεομοιότυπου, επομένως είναι απόρροια της κοινής λογικής ότι αυτό παραλήφθηκε αυθημερόν. Από την άλλη η επιστολή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως φέρει ημερομηνία 4.10.2010 και απεστάλη διπλοσυστημένη. Τούτο που αφορά τον τρόπο αποστολής οδηγεί σε ένα λογικό συμπέρασμα ότι είναι πολύ πιθανόν να μην παραλήφθηκε εντός δύο μόλις ημερών και προς τούτο δεν παραβλέπω και τη σφραγίδα λήψης του Τεκμηρίου 4, που φέρει ημερομηνία 26.10.
  4. Επομένως και με δεδομένη την εικόνα του μάρτυρα αυτού στο εδώλιο, αποδέχομαι ότι η Αρχή ενημερώθηκε για την πρόθεση και ενέργειες των Εναγόμενων για πρώτη φορά στις 6.10.
  5. Ο μάρτυρας δεν επιχείρησε περαιτέρω να δικαιολογήσει ή να αποκρύψει την έναρξη των εργασιών χωρίς να ληφθεί προηγουμένως η απαραίτητη άδεια, αλλά επιχείρησε να επεξηγήσει ότι η αίτηση δεν έχει ακόμη εξεταστεί, ενώ είχε παράλληλα ήδη δοθεί η άποψη του ΤΗΕ και το οποίο συγκατατέθηκε στην έκδοση της αιτούμενης άδειας. Προς τούτο κατέθεσε το Τεκμήριο 9, το οποίο έχει ημερομηνία 15.9.2010 (ο μάρτυρας ανέφερε και δεν αμφισβητήθηκε ότι η αναφορά σε έτος 2009 στο τεκμήριο 9 και όχι 2010 ήταν τυπογραφικό λάθος). Η προσπάθεια του μάρτυρα δεν κρίνω ότι ήταν να δικαιολογήσει τις ενέργειες της Αρχής να ξεκινήσει εργασίες άνευ αδείας, αλλά μια προσπάθεια να επεξηγήσει τη διαδικασία και ότι δεδομένης της συγκατάθεσης του ΤΗΕ η λήψη της άδειας ήτο αναμενόμενη να λάβει χώρα. Σε ό,τι αφορά περαιτέρω τις ενέργειες των Εναγόμενων αποδέχομαι τη θέση του ότι εξέλαβαν ως Αρχή την επιστολή ημερομηνίας 6.10.10 ως την επιθυμία των Εναγόμενων να μην συνεχίσουν τη συνεργασία και την επιστολή των Εναγόμενων προς την Πολεοδομία ως απόσυρση της αίτησης η οποία πλέον δεν εκκρεμούσε, συνεπώς δεν θα μπορούσε να εξεταστεί με οιοδήποτε αποτέλεσμα. Σε ό,τι αφορά το θέμα των αντιδράσεων δεν αρνήθηκε ότι υπήρξαν τέτοιες, αντίθετα ανέφερε ότι γνώριζε για τα παράπονα μετά τη λήψη του Τεκμηρίου 3, ότι είχε επικοινωνία με την πρωτεργάτη αυτών των διαμαρτυριών και ότι επιχείρησε να ενημερώσει αυτούς επιστημονικά για τις κεραίες χωρίς όμως να βρει ανταπόκριση. Η θέση του αυτή περί προσπαθειών συνάδει και με τη χρονολογική σειρά των πραγμάτων εφόσον ο Σταθμός αφαιρέθηκε τελικά μεταγενέστερα των πιο πάνω γεγονότων μετά από μια προσπάθεια ως ο ίδιος ανέφερε να αλλάξουν γνώμη στις Εναγόμενες. Η θέση του μάρτυρα ήταν ότι η απόσυρση της αίτησης κατέστησε τη συμφωνία άνευ αντικειμένου. Τούτο αφορά το δικό του συμπέρασμα ως προς το πώς η Αρχή εξέλαβε τις ενέργειες των Εναγόμενων και είναι κάτι το οποίο θα εξεταστεί από το Δικαστήριο εάν εν τέλει συνιστά παράβαση της σύμβασης. Ο μάρτυρας περαιτέρω τοποθετήθηκε και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή ως προς το ότι ο Σταθμός αφαιρέθηκε στις αρχές του 2011 και ότι ο χώρος αυτός που καταλαμβανόταν από τον Σταθμό δεν μπορούσε να τύχει εκμετάλλευσης μέχρι και την αφαίρεση του από τις Εναγόμενες. Ο μάρτυρας κρίνω ότι επεξήγησε με απόλυτη σαφήνεια τις ενέργειες του, τον τρόπο με τον οποίον η Αρχή λειτούργησε στη συγκεκριμένη περίπτωση αλλά και τον τρόπο με τον οποίον εξέλαβε τις ενέργειες των Εναγόμενων. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ 2 στην ολότητά της. Ο Μ.Ε.3 ήταν μάρτυρας που κατά κύριο λόγο παρουσίασε μαρτυρία σχετική με την ανταπαίτηση των Εναγόμενων. Η μαρτυρία του σε μεγάλο μέρος της παρέμεινε αναντίλεκτη ενώ αξιολογούμενη κρίνω ότι ήταν σαφής και ειλικρινής. Τα τεκμήρια 10 μέχρι και 13 που παρουσίασε δεν έτυχαν αμφισβήτησης και από αυτά προκύπτει ότι τόσο στις 14.1.2011 όσο και στις 7.9.2011 προχώρησαν εκ μέρους της ενάγουσας σε εργασίες στην επίδικη οικοδομή και συγκεκριμένα τον μεν Ιανουάριο σε εργασία αποκατάστασης οροφής μετά την αφαίρεση εξοπλισμού κινητής τηλεφωνίας, διόρθωσης της επιφάνειας αλλά και μόνωσης, ενώ τον δε Σεπτέμβριο του 2011 σε περαιτέρω εργασίες αποκατάστασης μόνωσης οροφής και περαιτέρω εργασιών σε εσωτερικό δωμάτιο ως οι λεπτομέρειες στη σύντομη περιγραφή των Τεκμηρίων 10 και
  6. Αυτό που προκύπτει από τη μαρτυρία του είναι ότι παρά τις υποβολές ότι δεν εκτελέστηκαν ικανοποιητικά αυτές οι εργασίες, αυτός επέμεινε ότι οι εργασίες έτυχαν της εγκρίσεως Πολιτικού Μηχανικού εκ μέρους της Αρχής και ακολούθως καταβλήθηκε η αμοιβή τους. Επεξήγησε το σχέδιο του Τεκμηρίου 13 αναφέροντας με λεπτομέρειες τον τρόπο που επανάφεραν τον χώρο της οροφής στην αρχική του μορφή με εργασίες οι οποίες και εγκρίθηκαν από πολιτικό μηχανικό. Η μαρτυρία του ήταν σταθερή και γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Δεν κρίνω ότι ο μάρτυρας προσήλθε με σκοπό να βοηθήσει δίχως άλλο την Ενάγουσα, αλλά ότι προσήλθε με σκοπό να επεξηγήσει τις ενέργειες του οι οποίες στηρίζονται και από τα σχετικά τεκμήρια τα οποία κατέθεσε και στα οποία γίνεται σαφής αναφορά των εργασιών τις οποίες κλήθηκαν να υλοποιήσουν. Η Μ.Υ.1 τώρα κρίνω ότι δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να αναφέρει την πλήρη αλήθεια, τόσο των γεγονότων που έλαβαν χώρα, όσο και των πραγματικών κινήτρων της σε ότι αφορά τους λόγους για διακοπή της συνεργασίας της ίδιας και της εναγόμενης 2 με την αρχή. Αυτό που αποκόμισα ως εντύπωση και η οποία κρίνω ότι απορρέει από την όλη μαρτυρία της είναι μια προσπάθεια να πείσει περί του ότι η απόφαση τους να μην συνεχίσουν τη συνεργασία με την αρχή βασίστηκε κατά κύριο λόγο στην έναρξη εργασιών από πλευράς ενάγουσας για εγκατάσταση του σταθμού χωρίς άδεια. Παρά ταύτα προκύπτει από την μαρτυρία της και από τα ενώπιον μου έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων είναι σαφές, ότι κύριο έναυσμα ήταν οι αντιδράσεις των περιοίκων με αναφορά σε ισχυριζόμενες επιβλαβείς συνέπειες από την λειτουργία της κεραίας. Η όλη μαρτυρία της δεν ήταν ξεκάθαρη αλλά συγκεχυμένη και σε αυτήν περιλαμβάνονται ανακρίβειες και ουσιώδης αδυναμίες, αν όχι αντιφάσεις, οι οποίες καθιστούν επικίνδυνο να βασίσω επ' αυτής οιαδήποτε ευρήματα, πέραν των μη αμφισβητούμενων γεγονότων. Δεν παραβλέπω παράλληλα ότι η μάρτυρας προσπάθησε να δώσει μια άλλη ερμηνεία των εγγράφων και ενεργειών τους που κρίνω ότι προφανώς δεν συνάδει με το περιεχόμενο αυτών. Από την μαρτυρία της προκύπτει ότι αυτή γνώριζε τις υποχρεώσεις της για την υποβολή αίτησης για λήψη πολεοδομικής άδειας και παράλληλα αποδέχεται ότι ως αιτήτρια θα λάμβανε και γνώση για την εξέλιξη της αίτησης εντούτοις αδικαιολόγητα ενέμενε στη θέση ότι μεταφέρθηκε στο σύζυγο της από αρμόδιο πρόσωπο εκ μέρους της αρχής ότι τέτοια άδεια είχε ληφθεί. Στις υποβολές δε ότι δεν είχαν ρωτήσει για την έκδοση των αδειών οιοδήποτε αρμόδιο και εάν αυτό έγινε αποκλείεται να τους είχε μεταφερθεί ότι λήφθηκαν αυτές, η ίδια εις αντίφαση των όσων στη δήλωση της έθεσε απάντησε ότι ήταν μαζί με το σύζυγο της όταν τους είπαν ότι εκδόθηκαν οι άδειες και το άκουσε και η ίδια. Εν τέλει και παρά τις προσπάθειες της να αποπροσανατολίσει για τα πραγματικά γεγονότα, αποδέχθηκε ότι η επιστολή τους προς την Πολεοδομία ουσιαστικά ήταν απόσυρση της αίτησης. Το κίνητρο πίσω από αυτή την ενέργεια τους, προκύπτει μέσα από όλη την μαρτυρία της, να ήταν οι αντιδράσεις περιοίκων της περιοχής. Αυτό προκύπτει και μέσα από την έγγραφη μαρτυρία και παραπέμπω στο τεκμήριο
  7. Η επιστολή της Πολεοδομίας φέρει ημερομηνία 4/10/2010 και αποστάλθηκε διπλοσυστημένη. Ακόμα και εάν αποστάλθηκε με τον πιο πάνω τρόπο αυθημερόν δεν μπορεί με ασφάλεια να θεωρηθεί ότι παραλήφθηκε μέχρι και τις 6/10/2010, ημερομηνία κατά την οποία οι ίδιοι απέστειλαν την επιστολή στην Αρχή - τεκμήριο 3, ήτοι μόλις 2 ημέρες μετά. Δεν παραβλέπω βέβαια στο σημείο αυτό ότι και η ίδια η ΜΥ2 ανάφερε ότι έλαβαν γνώση της μη ύπαρξης άδειας από γείτονες που αντιδρούσαν και ουδεμία αναφορά κάνει σε παραλαβή του τεκμηρίου 4 πριν τη σύνταξη από την ίδια του τεκμηρίου 3 αλλά και ότι εάν αυτή η επιστολή από την Πολεοδομία είχε ήδη παραληφθεί θα περιλαμβανόταν μαζί με όλες τις άλλες στη επιστολή των εναγόμενων. Επιπλέον απέστειλαν επιστολή μέσω του συνηγόρους τους καλώντας την ενάγουσα σε συμμόρφωση με την επιστολή της Πολεοδομίας στις 5/11/2010 και όχι νωρίτερα που θα ήταν πιο λογικό εάν πράγματι είχαν ήδη στις 6/10/2010 λάβει το τεκμήριο
  8. Η επιστολή τους τώρα - τεκμήριο 3 έχει σαφές περιεχόμενο περί επιθυμίας των για διακοπή της συνεργασίας βασιζόμενοι στο ότι «κατά την έναρξη των εργασιών της Α.Τ.Η.Κ για την εγκατάσταση .. στο υποστατικό.., υπήρξε έντονη αντίδραση από πολίτες της κοινότητας, αναφέροντας τις αρνητικές συνέπειες της κεραίας κινητής τηλεφωνίας στην υγεία των κατοίκων και συγκεκριμένα τη νόσο του καρκίνου. Το γεγονός αυτό μας προβλημάτισε ιδιαίτερα, αφού προηγουμένως μας είχατε ενημερώσει προφορικά ότι οι κεραίες . δεν είναι βλαβερές.Έτσι λοιπόν έγινε μια έρευνα ..». Παράλληλα συνεχίζει η επιστολή και παραπέμπει στην επιστολή του Κοινοτικού Συμβουλίου με την αρνητική τοποθέτηση για την λήψη πολεοδομικής άδειας αλλά και συνεχίζει με τις αποστάσεις του επίδικου ακινήτου από τα υπόλοιπα γειτνιάζοντα κτίρια. Επιπλέον αναφέρονται εκ νέου στο ότι οι πολίτες έχουν ξεσηκωθεί και συλλέγουν υπογραφές. Πέραν των ανωτέρω γίνεται αναφορά σε έγερση αγωγής λόγω έναρξης των εργασιών άνευ άδειας και ενόψει των όλων ανωτέρω και παρά τις διαβεβαιώσεις για τον μη επηρεασμό της υγείας των πολιτών αλλά και έχοντας γείτονες καρκινοπαθείς ενημερώνουν την αρχή ότι επιθυμούν διακοπή της συνεργασίας με απόφαση τους «μη αναστρέψιμη» ενώ ενημερώνουν περί του ότι αποτάθηκαν με επιστολή στη Πολεοδομία για διακοπή της μελέτης για εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας. Είναι κρίνω προφανές από το περιεχόμενο της επιστολής των αλλά και από το όλο πνεύμα της ενώπιον μου μαρτυρίας ότι ουσιώδες γεγονός για την ίδια αποτέλεσαν οι αντιδράσεις των περιοίκων και όχι η έναρξη εργασιών άνευ άδειας. Το ζήτημα της άδειας σε κάθε περίπτωση αποτέλεσε ενδεχόμενα ένα επιπλέον λόγο αλλά και έναυσμα για την οριστικοποίηση της απόφασης των να αποσύρουν την αίτηση. Η ερμηνεία επιπλέον που επιχειρεί η ΜΥ1 να δώσει στο τεκμήριο 4 ήτοι την επιστολή της Πολεοδομίας, παρά το ότι δεν είναι το αρμόδιο πρόσωπο να προχωρήσει σε αυτήν , δεν συνάδει με το περιεχόμενο της ίδιας της επιστολής. Ενώ γνωρίζει και δείχνει να αντιλαμβάνεται ότι η εν λόγω επιστολή τους καλεί να σταματήσουν τις εκκρεμείς εργασίες πριν εκδοθεί άδεια εντούτοις επιμένει ότι με αυτήν απορρίφθηκε η αίτηση κάτι που αργότερα αποδέχεται ότι δεν προκύπτει παραπέμποντας στη γνωμάτευση του κοινοτικού συμβουλίου σε μία εμφανή προσπάθεια να αποδώσει πάσα ευθύνη για τον τερματισμό της συμφωνίας στην ενάγουσα αλλά και να αποδώσει την ενέργεια της να αποσύρει την αίτηση στο γεγονός της ειδοποίησης για αναστολή των εργασιών. Μέσα στα πλαίσια της ίδιας προσπάθειας να αποποιηθεί πάσα ευθύνη για την διακοπή της συνεργασίας και να παρουσιάσει ως υπαίτιο μέρος την ενάγουσα χρησιμοποίησε τις αναφορές στην επιστολή του κοινοτικού συμβουλίου περί των 300 μέτρων ως λόγο επί του οποίου θα απορριπτόταν η άδεια χωρίς όμως οιαδήποτε τέτοια σχετική μαρτυρία να παρουσιαστεί και τούτο ανεξάρτητα από το νομικό σκέλος των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων της δυνάμει του τεκμηρίου
  9. Και επί των ζητημάτων όμως της ανταπαίτησης η μαρτυρία της κρίνεται ασαφής, γενική και αόριστη. Αποτελεί θέση της ότι έλαβε το ποσό των €2.500= που αντιστοιχούσε στο πρώτο έτος της ενοικιαστικής περιόδου από το σύνολο 6 ετών. Επιπλέον γνώριζε ότι είναι η αιτήτρια στις αιτήσεις για την λήψη των αιτουμένων αδειών και ότι θα λάμβανε γνώση υπό αυτή της την ιδιότητα το αποτέλεσμα της αίτησης. Και με αυτά ως δεδομένα προκύπτει εύλογα το ερώτημα που άπτεται των πραγματικών της κινήτρων να διεκδικεί επιπλέον ποσό €2.500= εφόσον έλαβε αυτό ήδη και εφόσον δεν προκύπτει ότι διήρκησε η οιαδήποτε δέσμευση της οροφής της ιδιοκτησίας της για περίοδο πέραν του ενός έτους. Σε κάθε περίπτωσή αυτό που θα σύναδε με τη λογική θα ήταν η άρνηση επιστροφής αυτού του ποσού εφόσον ως ισχυρίζεται η δέσμευση της οροφής της διήρκησε ένα έτος και δεν ευθύνεται η ίδια για παράβαση των όρων της σύμβασης. Η διεκδίκηση ποσού επιπλέον €2.500= ουδόλως δικαιολογείται μέσα από το ιστορικό που θέτει αλλά και έστω μέσα από τον τρόπο που αυτή ερμηνεύει αυτά τα γεγονότα με αναφορά σε δικαιώματα και υποχρεώσεις της ίδιας και της εναγόμενης
  10. Ομοίως με το ποσό των €2.500= και οι λοιπές διεκδικήσεις της ανταπαιτητικώς δεν έχουν προκύψει με σαφή στοιχεία. Ενώ επέμεινε ότι είχε προσφορά να ενοικιάσει την οροφή για άλλη χρήση και ειδικότερα φωτεινές ταμπέλλες και μάλιστα με ενοίκιο υψηλότερο κατά €1000= καμία τέτοια είτε προφορική είτε έγγραφη μαρτυρία παρουσίασε. Παράλληλα ουδεμία απόδειξη παρουσίασε περί εκτέλεσης οιονδήποτε εργασιών στην οροφή προς αποκατάσταση οιονδήποτε ζημιών ή απόδειξη καταβολής του ποσού των €500= ως η θέση της. Η μόνη απόδειξη που παρέθεσε είναι για το ποσό των €100= που καταβλήθηκε στον συνήγορο της για την αλληλογραφία και το οποίο αποδέχομαι ότι κατέβαλε. Εάν τούτο μπορεί να το ανακτήσει δια της ανταπαιτήσεως της θα εξεταστεί κατωτέρω. Στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας της ΜΥ1, κρίνω ότι ουδέν ασφαλές συμπέρασμα δύναται να εξαχθεί και η μαρτυρία της ενόψει της υφής της, των αδυναμιών, αντιφάσεων αλλά και συνολικής εικόνας που αποκόμισα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται στην ολότητα της. Η Μ.Υ.2 ομοίως με την ΜΥ1 δεν κρίνω ότι αποτελεί μάρτυρα της πλήρους αλήθειας και δεν απεκάλυψε τις πραγματικές προθέσεις των εναγόμενων αλλά και την αιτιολογία πίσω από κάθε ενέργεια των. Η ίδια προχώρησε στην μαρτυρία της θέλοντας να στηρίξει τις θέσεις των εναγόμενων και ειδικότερα να βοηθήσει αυτές να αποποιηθούν πάσας ευθύνης για την διακοπή της συνεργασίας με την ενάγουσα. Μέσα από την μαρτυρία της επιβεβαιώνεται ότι η ίδια συνέταξε την επιστολή ημερ. 6/10 χωρίς καμία αναφορά σε προηγούμενη λήψη ειδοποίησης από την Πολεοδομία αλλά βασιζόμενη σε αντιδράσεις γειτόνων και ενημέρωση από αυτούς για την έλλειψη τέτοιων αδειών. Από την μαρτυρία της, το ύφος, τη στάση της και το όλο φάσμα αυτής της μαρτυρίας προκύπτει ότι ουσιώδες σημείο για την ίδια αλλά και για τις εναγόμενες ήταν οι αντιδράσεις για τις επιπτώσεις στην υγεία των κατοίκων από την κεραία και αποδέχεται ότι η απόσυρση της αίτησης για λήψη άδειας έγινε από τις εναγόμενες με τη δική της συμβολή ως προς την προετοιμασία των επιστολών ενδεχομένως ταυτόχρονα και την ίδια ημερά με την αποστολή της επιστολής προς την ενάγουσα. Η μαρτυρία της επί του χρόνου αποστολής των επιστολών και ποια προηγήθηκε εκ των δύο παρέμεινε ασαφής. Επί του ζητήματος τώρα της καταβολής ποσού €500= ως μέρος χρέωσης για εργασίες στην οικία της για εργασίες επιδιόρθωσης στην ταράτσα των εναγόμενων 1 και 2 η μαρτυρία της επίσης παρέμεινε αόριστη, γενική και αστήρικτη. Θέση της αποτέλεσε ότι ούτε χρονικά μπορεί να τοποθετήσει αυτές τις εργασίες ενώ το σημείο από το οποίο η ίδια θεωρεί ότι αποδεικνύεται η ειδική αυτή ζημιά προκύπτει από το γεγονός ότι τέθηκε εξαρχής στην ανταπαίτηση των εναγόμενων 1 και
  11. Δεν παραβλέπω όμως ότι δεν αμφισβητεί οι εργασίες δυνατόν να έλαβαν χώρα το 2014 εντούτοις η υπεράσπιση και ανταπαίτηση καταχωρήθηκε στις 31/5/2013 και στο δικόγραφο αναφέρεται το ποσό των €
  12. Η μαρτυρία της δεν κρίνω ότι προσφέρει οτιδήποτε επί των επίδικων ζητημάτων πέραν του ότι οι εναγόμενες πράγματι με επιστολή που συνέταξε η ίδια απέσυραν την αίτηση που κατατέθηκε προς έκδοση πολεοδομικής άδειας. Επίσης προκύπτει ότι οι λόγοι των ενεργειών τους αποδίδονται κατά κύριο λόγο στις έντονες αντιδράσεις περιοίκων για τις ισχυριζόμενες συνέπειες στην υγείας των. Οι θέσεις της για καταβολή ποσών για επιδιόρθωση ζημιών στην ταράτσα αλλά και ότι αυτές προκλήθηκαν από οιεσδήποτε ενέργειες της ενάγουσας δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Έχοντας υπόψη μου τα ανωτέρω κρίνω ότι ούτε και η μαρτυρία της Μ.Υ.2 μπορεί να γίνει αποδεκτή ως βάση για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων και ως τέτοια απορρίπτεται. Ευρήματα πραγματικών γεγονότων: Έχοντας υπόψη μου την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως ανωτέρω, των γεγονότων που παρέμειναν αναντίλεκτα και/ή αποτέλεσαν κοινό έδαφος των διαδίκων καταλήγω στα κάτωθι ως τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: Οι εναγόμενες είναι οι ιδιοκτήτριες του ακινήτου που βρίσκεται στην οδό XXXXX 47, με αρ. εγγραφής 0/5638, τεμάχιο XXXXX, Φ/Σχ.45/602VOI, τμήμα 1, στη Χλώρακα της Επαρχίας Πάφου. Κατά την 10/3/2010 η ενάγουσα και οι εναγόμενες υπέγραψαν συμφωνία δια της οποίας η ενάγουσα ενοικίασε μέρος της οροφής του πιο πάνω ακινήτου ως αυτό χαρακτηρίστηκε με κόκκινο χρώμα σε επισυνημμένο ως παράρτημα στη συμφωνία - τεκμήριο 1, σχέδιο για περίοδο 6 ετών με σκοπό την εγκατάσταση και χρήση από την ενάγουσα ως ενοικιάστρια σταθμού βάσης και συγκεκριμένα οικίσκο εξωτερικού χώρου, κεραίες κινητής τηλεφωνίας και μικροκυμματικής ζεύξης. Ο οικίσκος αυτός σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης θα είχε εμβαδό μέχρι 6 τ.μ και μέχρι 3 μέτρα περίπου ύψος. Το ενοίκιο για την ενοικίαση συμφωνήθηκε σε ποσό εκ €2.500= ετησίως πλέον Φ.Π.Α, όπου αυτό προνοείται από τη νομοθεσία. Το ποσό αυτό θα αυξανόταν κατά 10% κάθε δύο έτη και θα καταβαλλόταν με έμβασμα σε τραπεζιτικό λογαριασμό. Η διάρκεια της ενοικίασης καθορίστηκε σε περίοδο 6 ετών αρχής γενομένης την 10/3/2010 και λήγουσας την 09/03/
  13. Η ενοικίαση θα ανανεώνονταν αυτόματα εκτός αν οποιοδήποτε από τα 2 μέρη δώσουν γραπτή ειδοποίηση στο άλλο μέρος 6 μήνες πριν τη λήξη της συμφωνίας ή άλλης μελλοντικής περιόδου ενοικίασης περί του ότι δεν επιθυμούν ανανέωση. Το πρώτο ενοίκιο ήταν πληρωτέο το αργότερο εντός 45 ημερών από την υπογραφή της συμφωνίας και τα επόμενα ενοίκια θα ήταν πληρωτέα προκαταβολικά κάθε 10η ημέρα του μηνός Μαρτίου κάθε ημερολογιακού έτους. Με βάση τους όρους της συμφωνίας ο ιδιοκτήτης, ήτοι οι εναγόμενες ανέλαβαν μεταξύ άλλων να αφήνουν τον ενοικιαστή, ήτοι την ενάγουσα να απολαμβάνει την ήσυχη και ανεμπόδιστη χρήση του μισθίου και παράλληλα υποχρεούται να υπογράφει κάθε αναγκαία αίτηση για εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας και/ή λειτουργίας και/ή για την εξασφάλιση ηλεκτροδότησης. Σε περίπτωση άρνησης υπογραφής ο ενοικιαστής θα είχε δικαίωμα να τερματίσει τη συμφωνία και να αξιώσει αποζημιώσεις που θα περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων και μη περιοριστικά οποιοδήποτε αντάλλαγμα και/ή ενοίκιο είχε καταβάλει ο ενοικιαστής στον ιδιοκτήτη πριν τον τερματισμό καθώς επίσης και τα έξοδα μετακίνησης τους σταθμού. Ο δε ενοικιαστής είχε δικαίωμα τερματισμού σε περίπτωση που οι αιτήσεις απορρίπτονταν από τις αρμόδιες αρχές. Δυνάμει των προνοιών της συμφωνίας η ενάγουσα κατέβαλε στις εναγόμενες στις 10/3/2010 ποσό εκ €2.500= για το πρώτο έτος της περιόδου ενοικίασης και στις 20/5/2010 κατατέθηκε αίτηση, υπογεγραμμένη από τις εναγόμενες για την εξασφάλισης πολεοδομικής και/ή άδειας οικοδομής από την αρμόδια αρχή. Σχετικό είναι το τεκμήριο 2, ήτοι η γνωστοποίηση λήψεως πολεοδομικής αιτήσεως με αριθμό: ΠΑΦ/00456/
  14. Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2010 και πριν κριθεί και εξεταστεί η πιο πάνω αίτηση η ενάγουσα ξεκίνησε τις εργασίες εγκατάστασης του σταθμού βάσης στο ακίνητο χωρίς να θέσει όμως αυτόν σε λειτουργία. Στις 6/10/2010 οι εναγόμενες λόγω αντιδράσεων των περιοίκων αναφορικά με ισχυριζόμενες δυσμενείς συνέπειες στην υγεία των από τη χρήση και λειτουργία του σταθμού απέστειλαν επιστολή στην ενάγουσα - τεκμήριο 3, με την οποία την ενημέρωναν κατά κύριο λόγο για τις αντιδράσεις των περιοίκων αλλά και για την έναρξη εργασιών άνευ άδειας με αποτέλεσμα να εκφράζουν την επιθυμία τους για μη συνέχιση της συνεργασίας αλλά και περί της ενέργειας των να ενημερώσουν την Πολεοδομία ότι δεν επιθυμούν την περαιτέρω εξέταση της αίτησης για λήψη άδειας. Στο μεταξύ η Πολεοδομία με επιστολή της ημερ. 4/10/2010 που στάλθηκε διπλοσυστημένη στις εναγόμενες αλλά και στην ενάγουσα καλούσε αυτούς να τερματίσουν τις εργασίες άμεσα εφόσον διαπιστώθηκε ότι αυτές ξεκίνησαν χωρίς τη λήψη άδειας. Οι εναγόμενες με την επιστολή τους, άνευ ημερομηνίας στην Πολεοδομία απέσυραν την αίτηση που είχαν καταθέσει στις 20/5/2010 χωρίς αυτή να εξεταστεί. Στις 5/11/2010 οι εναγόμενες μέσω του συνηγόρου τους κάλεσαν την αρχή να συμμορφωθεί με τις οδηγίες της Πολεοδομίας μέσω του τεκμηρίου 4 προτού ληφθούν οιαδήποτε δικαστικά μέτρα. (τεκμήριο 5Α) και ειδικότερα να απομακρύνει όλες τις κατασκευές επί της οικοδομής. Παρά τις προσπάθειες για εξεύρεση λύσης οι εναγόμενες επέμειναν στην απόφαση τους και στις 09/12/2010 η αρχή απάντησε στην πιο πάνω επιστολή ότι αποφάσισε να απομακρύνει τον εξοπλισμό κινητής τηλεφωνίας από το ακίνητο των εναγόμενων εντός 15 ημερών και με δικά τους έξοδα. Κάλεσε επιπλέον τις εναγόμενες να επιστρέψουν το ποσό των €2.500= ως μη δεδουλευμένο ενοίκιο άμεσα (βλέπε τεκμήριο 5Β). Στις 14/1/2011 οι εναγόμενες με επιστολή τους μέσω του συνηγόρου τους (Τεκμήριο 5Γ) απέρριψαν το περιεχόμενο της επιστολής της ενάγουσας και ανάφεραν ότι η απόφαση για μετακίνηση του σταθμού 10 μήνες μετά την υπογραφή του συμβολαίου και 3 μήνες μετά την εγκατάσταση του δεν τους δίδει δικαίωμα ανάκτησης του ενώ ενημερώνουν για την ύπαρξη ζημιών τις οποίες σε περίπτωση που η αρχή εμμένει στις αξιώσεις της θα διεκδικήσουν. Στις 22/2/2011 με επιστολή της η αρχή μέσω των συνηγόρων της (τεκμήριο 6) τερμάτισε τη συμφωνία ημερ.10/3/2010 λόγω παραβίασης της από τις εναγόμενες και αξίωσε εκ νέου το ποσό των €2.500=. Στις 11/3/2011 οι εναγόμενες με επιστολή του συνηγόρου τους απέρριψαν τη θέση ότι έγινε παραβίαση από πλευράς των και ισχυρίστηκαν ότι ο τερματισμός είναι άκυρος και/ή ανυπόστατος.(τεκμήριο 7). Στις 31/10/2011 η αρχή ενημέρωσε τις εναγόμενες ότι αποκατέστησε πλήρως τις ισχυριζόμενες ζημιές και κάλεσε εκ νέου τις εναγόμενες να καταβάλουν το ποσό των €2.500=. Το ποσό των €2.500= δεν καταβλήθηκε και στις 28/01/2013 καταχωρήθηκε η υπό εξέταση αγωγή. Βάρος Απόδειξης: Σύμφωνα με πάγια νομολογία, ο Ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η αρχή αυτή έχει επαναληφθεί και στην απόφαση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295. Όπως διευκρινίσθηκε επίσης στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Νομική πτυχή και εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση: Η αξίωση της Ενάγουσας βασίζεται σε παράβαση σύμβασης η οποία την οδηγεί στην διεκδίκηση αποζημιώσεων συνεπώς, σχετικές με τα εγειρόμενα στην υπόθεση αυτή ζητήματα, είναι οι διατάξεις του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Ισχυρισμός της Ενάγουσας είναι ότι οι εναγόμενες παραβίασαν τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα ως το Τεκμήριο 1 και ειδικότερα ότι με την απόσυρση της αίτησης που καταχώρησαν στις 20/5/2010 παραβίασαν εξυπακουόμενο όρο της σύμβασης, περί του ότι θα ανέμεναν το αποτέλεσμα της αίτησης και θα άφηναν αυτή σε εκκρεμότητα να εξεταστεί με αποτέλεσμα να καταστήσουν τον σκοπό της σύμβασης ανέφικτο. Από την άλλη οι εναγόμενες ισχυρίζονται ότι δεν ευθύνονται για τον τερματισμό της σύμβασης και περαιτέρω ότι η άδεια δεν ήταν απαραίτητο να ληφθεί για την λειτουργία του σταθμού ως εκ τούτου δεν μπορεί να εκδοθεί απόφαση εναντίον τους ως η αξίωση. Η θέση ότι οι εναγόμενες δεν παραβίασαν όρο της σύμβασης με την απόσυρση της αίτησης καθότι μια τέτοια άδεια δεν απαιτείται για την κεραία κινητής τηλεφωνίας αναφέρω εξαρχής ότι δεν μπορεί να εξεταστεί. Καταρχήν ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν περιλαμβάνεται στο δικόγραφο των εναγόμενων και δεν αποτέλεσε μέχρι και το στάδιο των τελικών αγορεύσεων ζήτημα αναφοράς αλλά και σχετικής μαρτυρίας. Ουδέποτε δε τέθηκε τέτοια θέση στους μάρτυρες της ενάγουσας. Πέραν τούτου όμως ακόμα και η παραπομπή στα πλαίσια της αγόρευσης των εναγόμενων σε απόφαση στην Προσφυγή με αρ. 849/2003 ημερ. 24/3/2006, και όχι σε Πολιτική Έφεση ως η αναφορά στην αγόρευση του συνηγόρου των εναγόμενων, δεν μπορεί να στηρίξει μια τέτοια κατάληξη. Σε αυτή την απόφαση επί προσφυγής εξετάστηκε μια συγκεκριμένη περίπτωση εγκατάστασης κεραίας και/ή σταθμού αναμετάδοσης G.S.M χωρίς πολεοδομική άδεια. Η προσφυγή εν τέλει έγινε αποδεκτή στη βάση της έλλειψης αιτιολογίας της επίδικης απόφασης και ειδικότερα ότι δεν παρέχει εκείνα τα απαραίτητα ειδικά και συγκεκριμένα στοιχεία για τη διακρίβωση της νομιμότητας της, όπως απαιτεί η νομολογία και αυτές οι παραλείψεις οδήγησαν στην ακύρωση της. Δεν προκύπτει επομένως καμία νομολογιακά καθιερωμένη σχετική αρχή ως η εισήγηση του συνηγόρου των εναγόμενων περί του ότι δεν απαιτείται άδεια πολεοδομική για τις συγκεκριμένες στην παρούσα περίπτωση εργασίες ενώ και καμία τέτοια μαρτυρία παρουσιάστηκε. Αυτό που προκύπτει επομένως ως το κύριο ζήτημα προς εξέταση είναι το κατά πόσο η ενάγουσα έχει πετύχει να αποδείξει ότι οι εναγόμενες παραβίασαν ουσιώδη όρο της σύμβασης και άρα νομιμοποιούνται στην επιστροφή του ποσού των €2.500= ή άλλης μορφής αποζημιώσεων. Η παράβαση μιας σύμβασης, ενέχει, σύμφωνα με το δίκαιο των συμβάσεων, σειρά συνεπειών. Μπορεί να δίδει το δικαίωμα στο αναίτιο μέρος να επιδιώξει, μέσω του Δικαστηρίου, διαταγή για ειδική εκτέλεση της σύμβασης ή/και να επιβεβαιώσει («affirm») την σύμβαση αυτή και να απαιτήσει αποζημιώσεις, εάν, από την εν λόγω παράβαση έχει υποστεί ζημιά αλλά ακόμα και να τερματίσει την σύμβαση και να απαιτήσει αποζημιώσεις, εάν, και πάλι, από την εν λόγω παράβαση αποδείξει ότι έχει υποστεί ζημιά. Αποτελεί αρχή του δικαίου των συμβάσεων, ότι, ο τερματισμός μίας σύμβασης, επιφέρει την απαλλαγή των μερών από τις μελλοντικές τους, βάσει αυτής, υποχρεώσεις, και καταδεικνύει, συνήθως, την πρόθεση του αναίτιου μέρους να απαιτήσει αποζημιώσεις για τυχόν απώλεια του λόγω της παράβασης της σύμβασης από τον αντισυμβαλλόμενο του (Βλέπε Photo Productions v Securicor [1980] AC 827). Στο ζήτημα τώρα της ερμηνείας των όρων μιας σύμβασης εκείνο που εξετάζεται είναι η πρόθεση των συμβαλλομένων μερών. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να εξετάσει τι εννοούσαν τα μέρη με την διατύπωση που χρησιμοποιούσαν ενώ η πρόθεση των μερών δεν επιτρέπεται να εικάζεται και να αντικαθίσταται με την τεκμαιρόμενη πρόθεση. Η ερμηνεία εγγράφου είναι θέμα νομικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο. Παραπέμπω για το ζήτημα αυτό στην Ανδρέας Θεοχάρους ν. Σάββα Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 240. Στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου "Το Δίκαιο των Συμβάσεων " τόμος Β, σελ. 455, με αναφορά στην απόφαση του Δικαστή Sedley στην υπόθεση Wasa International Insurance Co Ltd v. Lexdington Insurance Co [2008] Bus. L.R. 1029, παρατίθενται τα πιο κάτω: «Καταρχάς, είναι φανερό ότι, σε τελική ανάλυση, η ερμηνεία των συμβάσεων, που αποτελεί αναγκαίο στάδιο στην εφαρμογή τους, είναι αποκλειστικό έργο του Δικαστηρίου. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των συμβαλλομένων, πρέπει να υπάρχει κάποιο όργανο που να αποφασίζει τελεσίδικα για την ερμηνεία της σύμβασης μεταξύ των μερών και να επιλύει τα προβλήματα που έχουν προκύψει. Η ανάθεση του έργου αυτού στην δικαστική εξουσία, αποτελεί μέρος του ιδίου του κράτους δικαίου, καθότι είναι μόνο κάποιο θεσμικά κατοχυρωμένο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο όργανο της πολιτείας που έχει το δικαίωμα να επιλύει νομικές διαφορές μεταξύ πολιτών. Αυτό το όργανο δεν μπορεί να είναι άλλο από το Δικαστήριο. Επομένως όπως έχει λεχθεί, η ερμηνεία κάποιας σύμβαση, είναι η ερμηνεία που έχει επιλεγεί από το ίδιο το Δικαστήριο, στο οποίο τα μέρη έχουν προσφύγει.» Στο ίδιο σύγγραμμα αναφορά γίνεται και στις μεθόδους ερμηνείας μιας σύμβασης από το Δικαστήριο και στις διάφορες προσεγγίσεις που προκύπτουν από την νομολογία. Η συνήθης ερμηνευτική προσέγγιση του Kοινοδικαίου όπως γίνεται αποδεκτή και από την Κυπριακή νομολογία, είναι με επικέντρωση στο κείμενο της συμφωνίας αλλά και στις φράσεις και λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν σε αυτό ( βλέπε και Ανόρθωσις ν. Απόλλων
(2002)1Α Α.Α.Δ 518). Η προσέγγιση αυτή είναι γνωστή και ως «γραμματική ερμηνεία της σύμβασης» (literal construction) Σχετική με την γραμματική ερμηνεία είναι η υπόθεση Λίλλης ν. Ξενή
(2009)1Α Α.Α.Δ. 217 όπου λέχθηκε ότι ο κάθε όρος μιας σύμβασης δεν θα πρέπει να διαβάζεται απομονωμένα από το όλο πνεύμα της συμφωνίας και της πρόθεσης των συμβαλλομένων. Η ερμηνεία που δίδεται σε μια σύμβαση πρέπει να είναι λογική και να οδηγεί στην πραγμάτωση του σκοπού και της πρόθεσης των συμβαλλομένων, όπως αυτή συνάγεται από το κείμενο εξεταζόμενο ως ένα σύνολο, χωρίς να απομονώνεται οποιαδήποτε φράση Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Ανόρθωσις ν. Απόλλων (ανωτέρω) στην οποία λέχθηκε ότι βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου μιας σύμβασης είναι η συνήθης σημασία των λέξεων και όρων που χρησιμοποιούνται στην συμφωνία. Το άρθρο 39 του Κεφ.149 αναφέρεται στις συνέπειες άρνησης συμβαλλόμενου να εκπληρώσει την υπόσχεση στο σύνολο της: «39. Αν ένας από τους συμβαλλόμενους αρνηθεί να εκπληρώσει, ή καταστήσει τον εαυτό του ανίκανο να εκπληρώσει, την υπόσχεση του στο σύνολο της, ο δανειστής δύναται να τερματίσει τη σύμβαση, εκτός αν εκδήλωσε προφορικά ή με συμπεριφορά, τη συγκατάθεση του για συνέχιση της σύμβασης.» Το άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου κεφ. 149 αναφέρεται στις αποζημιώσεις τις οποίες δικαιούται το αναίτιο μέρος από την παράβαση συμφωνίας. Το άρθρο αυτό προνοεί επί λέξει τα ακόλουθα: "Εν περιπτώσει παραβάσεως της συμβάσεως, ο εκ των συμβαλλομένων ζημιούμενος εκ της τοιαύτης παραβάσεως δικαιούται αποζημιώσεως, παρά του υπαιτίου αντισυμβαλλομένου, δια πάσαν, συνεπεία αυτής, επενεχθείσαν αυτώ απώλειαν ή ζημίαν, φυσικώς κατά την συνήθη πορείαν των πραγμάτων προκύψασαν εκ της παραβάσεως, ή την οποίαν οι συμβαλλόμενοι, ότε συνήπτετο η σύμβασις, εγνώριζον ως ενδεχομένη συνέπειαν της παραβάσεως της συμβάσεως." Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενες με επιστολή τους προς την Πολεοδομία απέσυραν την αίτηση για λήψη Πολεοδομικής άδειας. Τούτο κρίνω ότι προκύπτει αβίαστα από το λεκτικό της επιστολής και η αναφορά «Σχετικά με την υπόθεση μας αρ. φακ. ΠΑΦ456/2010 παρακαλούμε όπως τερματιστεί η μελέτη γύρω απ αυτήν γιατί δεν ενδιαφερόμαστε πλέον για την εξασφάλιση της πολεοδομικής άδειας για εξοπλισμό κινητής τηλεφωνίας της ΑΤΗΚ» δεν μπορεί να τύχει οιασδήποτε άλλης ερμηνείας, πέραν της έννοιας της απόσυρσης της αίτησης. Αποτελεί σαφή και ουσιώδη όρο της σύμβασης (βλέπε όρο 10.2) ότι οι εναγόμενες ως ιδιοκτήτριες είχαν υποχρέωση να υπογράφουν κάθε αναγκαία αίτηση για εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας ενώ πρόνοια σαφής γίνεται και στην περίπτωση που η αίτηση αυτή απορριφθεί και ειδικότερα παραπέμπω στον όρο 13.3 ii, ήτοι, ότι ο ενοικιαστής δικαιούται να τερματίσει με γραπτή ειδοποίηση 6 μηνών τη σύμβαση σε κάποιες περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων, και η περίπτωση που απορρίπτονται από τις αρχές οι αιτήσεις που έχει υποβάλει για την εξασφάλιση των απαιτούμενων αδειών. Εν προκειμένω οι εναγόμενες συμμορφώθηκαν με την υποχρέωση τους να υπογράψουν τις απαιτούμενες αιτήσεις και προς τούτο κατατέθηκε η αίτηση ημερ.20/5/2010. Αυτό που πρέπει να αποφασισθεί είναι κατά πόσο δύναται να θεωρηθεί ως εξυπακουόμενος όρος ότι οι εναγόμενες υπείχαν και υποχρέωση να μην αποσύρουν μια τέτοια αίτηση προτού εξεταστεί και αποφασισθεί από την αρμόδια αρχή. Σύμφωνα με την νομολογία και παραπέμπω στην απόφαση Τσιαλή ν. Χατζηανδρέου, Πολιτική Έφεση 10174
(2000)1 Α.Α.Δ. 1250, ημερ.17/7/2000 προκύπτουν τα εξής ως βασική αρχή στην προσπάθεια εξακρίβωσης της ύπαρξης ενός εξυπακουόμενου όρου: «Η διακρίβωση εξυακουόμενου όρου ως θέμα ερμηνείας της συμφωνίας είναι παλαιόθεν γνώρισμα του έργου του Δικαστηρίου, εδραζόμενη στην αναγνώριση ότι τα μέρη δεν διατυπώνουν πάντοτε ρητά στη γραπτή τους συμφωνία παρά μόνο τα βασικά της στοιχεία, αφήνοντας άλλα να προκύπτουν έστω και αν δεν ελέχθησαν. Η διακρίβωση εξυπακουόμενου όρου αποδίδεται στην ανάγκη να δοθεί αποτελεσματικότητα και πληρότητα στη συμφωνία, εκφράζοντας εκείνο που, αν και δεν ελέχθη, αντιπροσωπεύει την εμφανή και αναγκαία πρόθεση των μερών. Η κλασσική διατύπωση της αρχής προέρχεται από τον Bowen L.J., στην υπόθεση The Moorcock
(1889)14 P.D. 64, στη σ. 68: "Now, an implied warranty, or, as it is called, a covenant in law, as distinguished from an express contract or express warranty, really is in all cases founded upon the presumed intention of the parties, and upon reason. The implication which the law draws from what must obviously have been the intention of the parties, the law draws with the object of giving efficacy to the transaction and preventing such a failure of consideration as cannot have been within the contemplation of either side; and I believe if one were to take all the cases, and there are many, of implied warranties or covenants in law, it will be found that in all of them the law is raising an implication from the presumed intention of the parties with the object of giving to the transaction such efficacy as both parties must have intended that at all events it should have." Είναι αυτή η αμεσότητα της αναγκαιότητας του εξυπακουόμενου όρου που καθιστά δυνατή όσο και επιτακτική τη διακρίβωση του. Ο Mackinnon, L.J., στην υπόθεση Shirlaw v. Southern Foundries
(1926)Ltd
(1939)2 K.B. 206, στη σ. 227 την εξέφρασε παραστατικά με ένα απόσπασμα από μελέτη του: "Prima facie that which in any contract is left to be implied and need not be expressed is something so obvious that it goes without saying; so that, if while the parties were making their bargain, an officious bystander were to suggest some express provision for it in the agreement, they would testily suppress him with a common, 'oh, of course'." Ακριβώς με την πιο πάνω συλλογική κρίνω ότι πρέπει να εξεταστεί και η παρούσα περίπτωση. Η υποχρέωση υποβολής αίτησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν περιλαμβάνει και εξυπακουόμενο όρο ότι αυτή η αίτηση θα προχωρήσει σε εξέταση και δεν θα αποσυρθεί. Προς τούτο ακριβώς περιλαμβάνεται και πρόνοια σαφής και ρητή για το τι μέλλει γενέσθαι σε περίπτωση που τέτοια αίτηση απορριφθεί. Παραπέμπω στο σημείο αυτό στις πρόνοιες του όρου 13.3: «13.3 Ο Ενοικιαστής δικαιούται να τερματίσει με γραπτή ειδοποίηση έξι μηνών την παρούσα Συμφωνία στις ακόλουθες περιπτώσεις: i. Σε περίπτωση που κατά την κρίση του ο τερματισμός είναι απαραίτητος για την ομαλή λειτουργία του δικτύου κινητής τηλεφωνίας του ενοικιαστή ii. Σε περίπτωση που απορρίπτονται από τις αρμόδιες αρχές οι αιτήσεις που υποβάλλει ο Ενοικιαστής για την εξασφάλιση των απαιτούμενων από τον νόμο αδειών. Η σαφής πρόνοια ότι σε περίπτωση απόρριψης των αιτήσεων για την εξασφάλιση αδειών παρέχει στην αρχή δικαίωμα τερματισμού δεικνύει το ουσιώδες αυτού του όρου και ειδικότερα ότι αυτές οι αιτήσεις πρέπει να εξεταστούν. Δεν δύναται να θεωρηθεί ότι μέσα από ρητό όρο οι εναγόμενες είχαν θετική υποχρέωση να προβούν σε συγκεκριμένη ενέργεια, ήτοι υπογραφή αιτήσεων για εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας και/ή άδειας οικοδομής, να υπάρχει περαιτέρω σαφής πρόνοια για την περίπτωση απόρριψης των αιτήσεων, αλλά να μην θεωρηθεί ουσιώδης εξυπακουόμενος όρος ότι αυτές δεν δύνανται να αποσύρουν τις αιτήσεις. Καταλήγω επομένως ότι υφίσταται εξυπακούμενος όρος ότι οι αιτήσεις πρέπει να εξεταστούν και δεν θα αποσυρθούν. Επί του προκειμένου οι εναγόμενες, έχοντας λάβει προκαταβολικά το ενοίκιο για το 1ο έτος της ενοικίασης, απέσυραν, μέσα από ενέργειες τους, την αίτηση και περαιτέρω κάλεσαν την αρχή μέσα από το τεκμήριο 5Α, επιστολή ημερ. 5/11/2010 να απομακρύνει άμεσα τις οιεσδήποτε κατασκευές είχαν τοποθετήσει στην οικοδομή τους. Η τελευταία τους ενέργεια αποτελεί περαιτέρω παράβαση της ρητής πρόνοιας και όρου όπως ο ιδιοκτήτης αφήνει τον ενοικιαστή να απολαμβάνει την ήσυχη και ανεμπόδιστη χρήση του μισθίου καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου ενοικίασης αλλά και να εξασφαλίζει την ανεμπόδιστη πρόσβαση του στο μίσθιο. (βλέπε όρο 6.2 του τεκμηρίου 1). Αποτελεί θέση των εναγόμενων ότι η έναρξη των εργασιών άνευ άδειας και η μη έκδοση των αδειών εμπίπτει στις πρόνοιες του όρου 14.1 της σύμβασης, ήτοι ότι: «Οποιαδήποτε καθυστέρηση στην εκτέλεση ή παράλειψη εκτέλεσης της παρούσας συμφωνίας από οποιοδήποτε μέρος, δεν θα συνιστά παράβαση της συμφωνίας, εάν και για όσο χρόνο η καθυστέρηση και/ή παράλειψη οφείλονται σε οποιαδήποτε γεγονότα, πράξεις ή ατυχήματα πέρνα του εύλογου ελέγχου του επηρεαζόμενου μέρους, που περιλαμβάνουν αλλά δεν περιορίζονται σε ανωτέρα βία, κυβερνητικές πράξεις ή παραλείψεις, ή απαιτήσεις ρυθμιστικής αρχής, φυσική καταστροφή .....ή άλλα γεγονότα πέραν του ελέγχου του επηρεαζόμενου μέρους». Η επίκληση του όρου αυτού γίνεται σε συνάρτηση με την αποστολή από την Πολεοδομία της ειδοποίησης για τερματισμό των εργασιών. Δεν κρίνω όμως ότι η εν λόγω επιστολή με βάση το περιεχόμενο της έδωσε δικαίωμα στις εναγόμενες να αποσύρουν την αίτηση τους και να καλέσουν την αρχή να αποσύρει τον εξοπλισμό της. Η εν λόγω επιστολή καλεί την αρχή αλλά και τις εναγόμενες να τερματίσουν τις οιεσδήποτε εργασίες ξεκίνησαν άνευ άδειας. Δεν έχει προκύψει πότε ακριβώς αποσύρθηκε η αίτηση και εάν η απόσυρση έγινε ειδικότερα πριν ή μετά την λήψη αυτής της επιστολής. Το γεγονός όμως ότι η αρμόδια αρχή κάλεσε τα μέρη να τερματίσουν εργασίες δεν αποτελεί απόρριψη της αίτησης που είχε καταχωρηθεί και ούτε προκαταλαμβάνει το αποτέλεσμα αυτής. Συμφώνως των όρων της συμφωνίας θα έπρεπε η αίτηση να εξεταστεί και αναλόγως του αποτελέσματος είχαν τα μέρη δικαιώματα και υποχρεώσεις ως αυτά καθορίστηκαν μέσα από τη σύμβαση. Σε κάθε περίπτωση οι εναγόμενες δεν κάλεσαν την αρχή να αναστείλει εργασίες και να μετακινήσει προσωρινά τις κατασκευές μέχρι την εξέταση της αίτησης αλλά ουσιαστικά υπαναχώρησαν από τη συμφωνία καλώντας την ενάγουσα να εγκαταλείψει το ακίνητο. Καταλήγω επομένως ότι οι εναγόμενες μέσα από τις ενέργειες τους, πρώτιστα να αποσύρουν την αίτηση από την Πολεοδομία αλλά και να καλέσουν μεταγενέστερα την αρχή να αποσύρει τον εξοπλισμό, αποκλείοντας την από την κατοχή και χρήση του μισθίου παραβίασαν ρητό αλλά και εξυπακουόμενο όρο της συμφωνίας με αποτέλεσμα η αρχή να ασκήσει το δικαίωμα της να τερματίσει τη σύμβαση. Από τη στιγμή που οι εναγόμενες ενήργησαν κατά τον πιο πάνω τρόπο παραβιάζοντας τη σύμβαση οδήγησαν τη σύμβαση σε αποτυχία ανταλλάγματος και κατέστησαν την ενάγουσα, η οποία άσκησε το δικαίωμα της και τερμάτισε τη σύμβαση, δικαιούμενη σε αποζημιώσεις. Οι αρχές που διέπουν τον καθορισμό των αποζημιώσεων για διάρρηξη συμφωνίας, καθορίζονται από το άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149. Οι πρόνοιες του άρθρου αυτού ενσωματώνουν τις αρχές του Αγγλικού Δικαίου για την τεκμηρίωση της ζημιάς και το ύψος των αποζημιώσεων. Οι πρόνοιες του άρθρου 73
(1)αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως στις Charalambous v. Vakana
(1982)1 C.L.R. 310, Saab and Another v. Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499 και AΛΠΑΝ (ΑΔΕΛΦΟΙ ΤΑΚΗ ) Λτδ κ.ά. ν. Θέλμας Τρυφωνίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 679. Στην υπόθεση Johnson v. Agnew
(1979)1All E.R. 883, 886 (HL)b αναφέρθηκε ότι η αρχή που διέπει τις αποζημιώσεις για διάρρηξη συμφωνίας είναι εκείνη της αποζημίωσης, δηλαδή το αθώο μέρος πρέπει να τεθεί σε όποιο βαθμό αυτό μπορεί να επιτευχθεί, με το χρήμα στην ίδια θέση στην οποία θα ήταν ως εάν η σύμβαση να είχε εκτελεστεί. Εν προκειμένω με δεδομένο ότι οι εναγόμενες παραβίασαν τη σύμβαση κατά τρόπο που κατέστησαν αυτήν άνευ ανταλλάγματος θα πρέπει να εξεταστεί ως κριτήριο η αποκατάσταση του αθώου μέρους, ήτοι της ενάγουσας, στην κατάσταση που θα ευρισκόταν εάν η σύμβαση δεν είχε υπογραφεί. Καταρχήν η ενάγουσα δια της απαιτήσεως της αξιώνει το ποσό των €2.500= λόγω παράβασης της συμφωνίας, νόμιμες αποζημιώσεις για παράβαση συμβολαίου, νόμιμο τόκο και έξοδα. Στην αγόρευση της η συνήγορος της ενάγουσας περιορίζει την αξίωση της στο ποσό των €2.500= πλέον νόμιμο τόκο από 10/3/2010 και έξοδα. Για την κατάληξη στο ποσό που η ενάγουσα δικαιούται ως αποζημιώσεις δεν μπορώ να παραβλέψω ότι τα μέρη μέσα από τη συμφωνία - τεκμήριο 1 έχουν συμφωνήσει και το ύψος αυτών. Ειδικότερα παραπέμπω στο όρο 10.2 της σύμβασης που έχει ως ακολούθως: «10.2 Ο Ιδιοκτήτης υποχρεούται να υπογράφει κάθε αναγκαία αίτηση για εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας και/ή άδειας οικοδομής και/ή λειτουργίας και/ή για εξασφάλιση ηλεκτροδότησης για τα πιο πάνω. Σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης του Ιδιοκτήτη να υπογράψει οποιαδήποτε αίτηση για εξασφάλιση των πιο πάνω, ο Ενοικιαστής θα έχει το δικαίωμα, χωρίς να επηρεάζονται τα δικαιώματα του που απορρέουν από τον όρο 13 κατωτέρω, να τερματίσει τη σύμβαση και να αξιώσει νόμιμες αποζημιώσεις, οι οποίες θα περιλαμβάνουν, μη περιοριστικά, οποιοδήποτε αντάλλαγμα ή/και ενοίκιο είχε καταβάλει ο Ενοικιαστής στον Ιδιοκτήτη πριν το τερματισμό καθώς επίσης και τα έξοδα εγκατάστασης και μετακίνησης του Εξοπλισμού.» Προκύπτει επομένως ότι τα ίδια τα μέρη καθόρισαν μέσα από τις πρόνοιες της μεταξύ τους σύμβασης ότι σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης υποβολής μιας τέτοιας αίτησης για λήψη άδειας οικοδομής ή πολεοδομικής, εν προκειμένω ενόψει της απόσυρσης της, η αρχή θα δικαιούται μεταξύ άλλων να διεκδικήσει αποζημιώσεις που περιλαμβάνουν, και μάλιστα μη περιοριστικά, οιοδήποτε ενοίκιο είχε καταβάλει πριν τον τερματισμό. Ουδείς λόγος τέθηκε περί του ότι η αρχή δεν δικαιούται καθορισμό αποζημιώσεων σε αυτό το ύψος του καταβληθέντος ενοικίου εφόσον η θέση των εναγόμενων είναι ότι δεν ευθύνονται για τον τερματισμό γεγονός που αποστερεί από την ενάγουσα δικαίωμα αποζημιώσεων και δεν αμφισβητήθηκε το ύψος αυτών. Επιπλέον ουδεμία αναφορά ή θέση τέθηκε περί του ότι η μεταξύ των μερών ρύθμιση στον όρο 10.2 του τεκμηρίου 1 συνιστά ποινική ρήτρα που θα πρέπει να αγνοηθεί. Παραπέμπω στο σημείο αυτό στη σχετική απόφαση Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ ν. G & C EXHAUST SYSTEMS LTD,
(2001)1 ΑΑΔ 500, ημερ.26/4/2001, όπου λέχθηκαν τα εξής αναφορικά με τον καθορισμό του ύψους των αποζημιώσεων σε μια συμφωνία: "Στην Παγιάση κ.α. ν. Σπύρος Σταυρινίδης Κέμικαλς Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ. 232 η συμφωνία ενοικίασης δύο καταστημάτων έδιδε δικαίωμα στην εφεσίβλητη να τοποθετήσει κεραία ασυρμάτου στην ταράτσα της οικοδομής των εφεσειόντων. Πρόβλεπε, επίσης, ότι σε περίπτωση που δεν θα γινόταν δυνατή η τοποθέτηση της κεραίας το ενοίκιο θα μειωνόταν από £75 σε £60 μηνιαίως. Το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι η επίμαχη πρόνοια της συμφωνίας που αφορούσε τις συνέπειες από την "αποκοπή της αντένας" ισοδυναμούσε με συμφωνία για την αποκοπή του ενοικίου σε κάθε περίπτωση στέρησης του συμβατικού δικαιώματος των εφεσιβλήτων να εγκαταστήσουν κεραία στην οροφή του κτιρίου η οποία έπρεπε να τύχει εφαρμογής ενόψει της ηθελημένης άρνησης των ιδιοκτητών να επιτρέψουν την εγκατάσταση. Το Εφετείο έθεσε το θέμα ως εξής στις σελ. 238-39: "Η πρόνοια για την αποκοπή του ενοικίου σε περίπτωση διάρρηξης από τις ιδιοκτήτριες της συμφωνίας για την εγκατάσταση της κεραίας, είχε ως αποκλειστικό σκοπό τη συμβατική ρύθμιση της αποζημίωσης σε περίπτωση διάρρηξης. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 74
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, η εύλογη αποζημίωση είναι το μέτρο της ζημιάς για τη διάρρηξη ή μη εκπλήρωση συμβατικών υποχρεώσεων. Ο προκαθορισμός της ζημίας στη σύμβαση δεν είναι δεσμευτικός. επενεργεί μόνο στην οριοθέτηση του ανώτατου ορίου της αποζημίωσης που μπορεί να επιδικασθεί (βλ. The Holy Monastery of Ayios Neophytos Paphos v. Antoniades
(1968)1 C.L.R. 10, Panayiotou v. Island Beach Development Ltd
(1985)1 C.L.R. 623 και Σταύρος Χαραλάμπους ν. Α.Ν. Stasis Estates Ltd και Άλλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 418). Όπου ο προκαθορισμός των αποζημιώσεων ενέχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας (penalty) αυτός αγνοείται. Ποινική ρήτρα συνιστά ο όρος ο οποίος αποβλέπει στον εκφοβισμό μέσω του ύψους της αποζημίωσης που καθορίζεται στην εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων (Βλ. απόφαση Λόρδου Dunedin στη Dunlop Pneumatic Tyre Co. Ltd v. New Garage and Motor Co. Ltd [1915] 79 (A.C.)). Όπου η προβλεπόμενη αποζημίωση συνιστά γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημίας η οποία θα προκύψει από τη διάρρηξη συμφωνίας, τότε μετρά ως στοιχείο σχετικό στον καθορισμό της εύλογης αποζημίωσης και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. Κρίνουμε ότι ο υπό εξέταση όρος ως προς τις συνέπειες που θα προέκυπταν από τη διάρρηξη της υποχρέωσης των ιδιοκτητριών για τη διασφάλιση του συμβατικού δικαιώματος των ενοικιαστών για εγκατάσταση κεραίας, συνιστούσε ποινική ρήτρα η οποία έπρεπε να αγνοηθεί. Η απόφαση του Δικαστηρίου περί του αντιθέτου κρίνεται λανθασμένη. Επομένως η έφεση πρέπει να επιτραπεί για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί." Στην Πιττάλης κ.α. ν. Ianira Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814 οι εφεσείοντες μετά τον τερματισμό συμφωνιών για ανέγερση πολυκατοικίας αξίωσαν £300 μηνιαίως από 15.7.89 μέχρι την παράδοση ενός διαμερίσματος που πώλησαν σε τρίτους με υποχρέωση παράδοσης του την 15.7.89 αλλιώς θα επλήρωναν αποζημιώσεις το ποσό αυτό δυνάμει συμβολαίου που σύνηψαν με τρίτους. Το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε το ποσό της μηνιαίας αποζημίωσης, που αναφέρεται στο συμβόλαιο αυτό, ως ποινική ρήτρα και ως τέτοια δεν ήταν δυνατό, με βάση αυτή, να καθοριστεί το ύψος της αποζημίωσης. Το Εφετείο έκρινε ότι "ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό, αφού ενώπιόν του δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία και στοιχεία τέτοια που αντικειμενικά θα του επέτρεπε να προβεί σε αντικειμενική διαπίστωση. Δεν παρουσιάστηκε καμιά μαρτυρία ότι οι εφεσείοντες πλήρωσαν το ποσό αυτό ή μαρτυρία για την ενοικιαστική αξία του ρετιρέ". Στις πρώτες τρεις πιο πάνω αυθεντίες έγινε λόγος για επιδίκαση αποζημιώσεων ακόμη και όταν δεν αποδεικνύεται ότι το αθώο μέρος υπέστη πραγματική ζημία ή απώλεια από την παράβαση. Σημειώνουμε, ωστόσο, ότι τόσο στη Maltezou όσο και στη Μούρτζινος οι αποζημιώσεις ήταν συμβολικές ή ονομαστικές. Στις τελευταίες τρεις αυθεντίες το θέμα δεν έχει προσεγγισθεί με βάση την αναφορά στη σχετική πρόνοια του άρθρου 74.1 σύμφωνα με την οποία το αθώο μέρος δικαιούται να λάβει από τον υπαίτιο εύλογη αποζημίωση "και αν ακόμη δεν αποδειχτεί ότι υπέστη από την παράβαση πραγματική ζημία ή απώλεια". Τούτου δοθέντος δεν διακρίνουμε οποιαδήποτε διαφορά προσέγγισης ανάμεσα στις αυθεντίες στις οποίες έχουμε αναφερθεί πιο πάνω. Αυτό που προκύπτει από τη νομολογία είναι τούτο: Επιδίκαση ουσιαστικών αποζημιώσεων - όχι συμβολικών ή ονομαστικών - είναι δυνατή μόνο όπου αυτές αποδεικνύονται.» Εν προκειμένω η ενάγουσα προέβη σε μια συμφωνία και κατέβαλε προκαταβολικά ποσό εκ €2.500= με σκοπό να αναλάβει κατοχή μέρους της οροφής του ακινήτου των εναγόμενων για την εγκατάσταση και λειτουργία σταθμού βάσης κινητής τηλεφωνίας. Με βάση τα ευρήματα οι εναγόμενες παραβιάζοντας τη συμφωνία απέσυραν την αίτηση καθιστώντας τη συμφωνία κενή ανταλλάγματος. Κρίνω επομένως ότι δικαιούνται στην επιστροφή του ποσού που προκαταβολικά κατέβαλαν ενόψει αποτυχίας παροχής ανταλλάγματος υπό μορφή αποζημιώσεων ως αναίτιο μέρος στη διάρρηξη και τούτο χωρίς να κρίνω απαραίτητο να υπεισέλθω σε ζητήματα απόδειξης ζημιάς με αναφορά σε ενοικιαστική αξία, έχοντας ως δεδομένο ότι η ενάγουσα κατέβαλε συγκεκριμένο ποσό για την εκτέλεση μιας συμφωνίας και ως αναίτιο μέρος δικαιούται να επανέλθει στην κατάσταση που ευρισκόταν πριν την συμφωνία. Επομένως καταλήγω ότι η ενάγουσα έχει καταφέρει να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την αξίωση της και δικαιούται στην έκδοση απόφασης υπέρ της. Σε ότι αφορά τώρα την ανταπαίτηση. Αυτή είναι προφανές ότι ενόψει της αξιολόγησης και απόρριψης της σχετικής μαρτυρίας αλλά αντίθετα της αποδοχής της μαρτυρίας της ενάγουσας επί αυτής δεν μπορεί να έχει επιτυχία. Η παραμονή του εξοπλισμού στην οροφή των εναγόμενων δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να οδηγήσει στην καταβολή οιουδήποτε ποσού προς όφελος των εναγόμενων ενόψει της κατάληξης ότι για την διάρρηξη της σύμβασης υπαίτιο μέρος κρίθηκαν οι ίδιες. Σ' ότι αφορά δε τις αξιώσεις για ζημιές, καμία μαρτυρία παρουσιάστηκε και η μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2 έχει απορριφθεί, Συνεπώς η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Σε ότι αφορά το αιτητικό για απόδοση τόκων επί του ποσού των €2.500= από τις 10/3/2010 παρατηρώ τα εξής: Με παραπομπή στην απόφαση Κολοκασίδης & Συνέταιροι ν Μιχαήλ Θεοδοσίου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1671: «Η εξουσία επιδίκασης τόκου από αρμόδιο δικαστήριο πάνω σε οφειλόμενο χρέος προνοείται από το άρθρο 33
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (όπως τροποποιήθηκε) το οποίο αναφέρει τα εξής: "33. -
(1)Καθ' οιανδήποτε ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου διαδικασίαν, διά την είσπραξιν οιουδήποτε χρέους διά το οποίον τόκος είναι πληρωτέος είτε δυνάμει συμφωνίας ή άλλως ως δια νόμου προβλέπεται, το δικαστήριον θα επιδικάζη τόκον συμφώνως προς το συμφωνηθέν ή άλλως δια νόμου προβλεπόμενον επιτόκιον, δια την περίοδον την αρχομένην από της ημέρας καθ' ην τοιούτος τόκος κατέστη απαιτητός μέχρι τελικής αποπληρωμής: Νοείται ότι το τοιούτον επιτόκιον δεν θα υπερβαίνη το ανώτατον όριον του εκάστοτε υπό του νόμου επιτρεπομένου επιτοκίου." Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 29
(1)του ιδίου Νόμου, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει τόκο σύμφωνα με τις αρχές του κοινοδικαίου και της επιεικείας όπως εφαρμόζονται στην Κύπρο. Σύμφωνα με το κοινοδίκαιο τόκος είναι πληρωτέος μόνο
(1)όπου υπάρχει ρητή συμφωνία για πληρωμή τόκου,
(2)όπου η συμφωνία για πληρωμή τόκου εξυπακούεται από προηγούμενες δοσοληψίες μεταξύ των μερών ή από τη φύση της συναλλαγής ή λόγω επαγγελματικού ή εμπορικού εθίμου ή συνήθειας, και
(3)σε μερικές περιπτώσεις υπό τύπο αποζημιώσεων για παράβαση συμφωνίας όπου η σύμβαση εάν εκτελείτο προς γνώσιν των μερών θα έδιδε το δικαίωμα στον αναίτιο αντισυμβαλλόμενο να πληρωθεί τόκους. Βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 32, σελ. 54, παραγρ.
  1. Δεν κρίνω ότι η παρούσα περίπτωση εμπίπτει σε οιαδήποτε από τις πιο πάνω περιπτώσεις και η ενάγουσα κρίνω ότι δικαιούται στην επιδίκαση νόμιμου τόκου από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Επομένως εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, δια το ποσό των €2.500= με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής ήτοι την 28/01/2013 και μέχρι πλήρους εξόφλησης, πλέον δικηγορικά έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγόμενων 1 και
  2. Ενόψει της συνεκδίκασης απαίτησης και ανταπαίτησης επιδικάζεται υπέρ της ενάγουσας ένα σετ εξόδων. (Υπ.) ............................................... Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.