← Κύπρος

ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ ν. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Αρ. αγωγής: 1192/2013, 23/12/2020

ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ ν. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Αρ. αγωγής: 1192/2013, 23/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A122 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ - ΠΑΝΑΓΗ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 1192/2013 ΧΧΧ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ Ενάγoντας Εναντίον ΧΧΧ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Εναγόμενος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 23/12/2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα: κα. Γ. Ζυμπουλάκη για Τελώνη & Ζυμπουλάκη Δ.Ε.Π.Ε Για τον εναγόμενο: κος. Παπαχαραλάμπους για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε μέσω γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, ο Ενάγων αξιώνει εναντίον του εναγόμενου ειδικές και/ή γενικές αποζημιώσεις για δυσφήμιση και/ή για επιζήμια ψευδολογία, επαυξημένες και/ή τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις, νόμιμο τόκο και έξοδα πλέον Φ.Π.Α. Η αξίωση του ενάγοντα εδράζεται επί ισχυριζόμενων αναφορών του εναγόμενου στις 3/11/2012 σε Πανκοινοτική Συγκέντρωση της κοινότητας Κάτω Πύργου, ενώπιον σταθμού Παγκύπριας εμβέλειας με την ονομασία «Κάτω Πύργος», ο οποίος βιντεογραφούσε και μετέδιδε μέσω ραδιοφώνου στο ευρύ κοινό την συγκέντρωση αλλά και ενώπιον των παρισταμένων. Οι επίδικες αναφορές που κατά τον ενάγοντα συνιστούν δυσφήμιση και/ή επιζήμια ψευδολογία καταγράφονται ως ακολούθως στο δικόγραφο της έκθεσης απαιτήσεως στην παράγραφο 10 αυτής: «πιστεύω ότι υπάρχει κατάχρηση και κλέφτης», και «πιστεύω ότι υπάρχει ατασθαλία και overχρέωση», η οποία λέξη μεταφρασμένη στην ελληνική διάλεκτο σημαίνει επιπρόσθετη χρέωση και/ή υπερχρέωση, φωτογραφίζοντας τον ίδιο τον ενάγοντα, και το «συγκεκριμένο έντυπο προσφοράς του εργολάβου είναι παραχαραγμένο και έχω γραφολογική έκθεση» φωτογραφίζοντας τον ίδιο τον ενάγοντα, αφήνοντας να εννοηθεί ότι ο Ενάγοντας αλλοίωσε την προσφορά του εργολάβου προκειμένου να αποκομίσει χρηματικό όφελος. Πέραν των ανωτέρω που αποτελούν την ουσία των αναφορών που κατά τον Ενάγοντα του δίδουν δικαίωμα να αξιώνει αποζημιώσεις, παρατίθενται στην έκθεση απαίτησης τα κάτωθι: Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι είναι μόνιμος κάτοικος του χωριού Κάτω Πύργος και διετέλεσε κοινοτάρχης από το

  1. Διατηρεί με τη σύζυγό του κατάστημα πώλησης ηλεκτρικών ειδών ενώ έχει ενεργό ανάμειξη στην πολιτική, κοινωνική και πολιτιστική ζωή. Παραθέτει περαιτέρω τις προσπάθειες του για ενημέρωση ξένων για το εθνικό θέμα της Κύπρου αλλά και σειρά έργων υποδομής που έλαβαν χώρα στην κοινότητα και συνέβαλαν στην ανάπτυξη. Κάνει αναφορά σε βραβεύσεις της κοινότητας από ευρωπαϊκά τμήματα και σε προσπάθειες στις Κρατικές Αρχές για άρση των εμποδίων της ελεύθερης διακίνησης των κατοίκων της κοινότητας. Ο Εναγόμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν αναπληρωτής πρόεδρος και ή αντιπρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου. Στις 3.11.2012 ο Εναγόμενος αποτεινόμενος στο κοινό που παρευρέθηκε στην Πανκοινοτική εκδήλωση αναφέρθηκε με τις φράσεις όπως ανωτέρω καταγράφηκαν και που σύμφωνα με τον ενάγοντα αναφέρονταν στον ίδιο και έγινε αντιληπτό ότι αναφέρονταν στον ίδιο. Προς στήριξη του ισχυρισμού του περί αναφοράς στον ίδιο αναφέρεται σε δημοσίευμα στην εφημερίδα Φιλελεύθερος, ημερομηνίας 31.7.2012 με τίτλο « Εμφύλιος στον Κάτω Πύργο», σε δημοσίευμα της ίδιας εφημερίδας ημερομηνίας 24.10.2012 με επικεφαλίδα «Παγκοινοτική εναντίον του Κοινοτάρχη», καθώς επίσης και σε δημοσίευμα στην εφημερίδα Αλήθεια ημερομηνίας 19.4.2013 με επικεφαλίδα « Παρατυπίες στο Κοινοτικό Συμβούλιο του Κάτω Πύργου». Σύμφωνα με τον Ενάγοντα στα πιο πάνω δημοσιεύματα γίνεται ρητή ονομαστική αναφορά στον Ενάγοντα όπως επίσης στο επάγγελμα και την ιδιότητά του, ενώ ο Εναγόμενος αναφέρεται ρητώς ως το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στις καταγγελίες εναντίον του Ενάγοντα αλλά και ως ένας εκ των διοργανωτών της παγκοινοτικής συγκέντρωσης. Περαιτέρω αποτελεί θέση του Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος προέβη σε ψευδείς δηλώσεις στον Τηλεοπτικό Σταθμό Σίγμα ο οποίος με την σειρά του περί της 10.5.2013 δημοσίευσε κείμενο στην ιστοσελίδα " Sigmalive News.com" με τίτλο « Σκάνδαλο Eκατοντάδων Xιλιάδων Eυρώ στον Κ. Πύργο» παραθέτει δε αυτούσιες αναφορές ως εξής: « Το παράνομο πάρτι σε βάρος των φορολογούμενων πολιτών, κατάγγειλαν στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και τη Γενική Ελέγκτρια, 5 από τα 9 μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου. Ο αντιπρόεδρος Κοινοτικού Συμβουλίου Πύργου ο Δρ. XXXXX Στυλιανού είπε ότι « πιστεύω ναι υπάρχουν. Δεν μπορώ να πω ότι έφαγαν λεφτά, αλλά πιστεύω σίγουρα ότι υπάρχουν σοβαρότατες καταχρήσεις. Εκατοντάδες χιλιάδες». Με το καλημέρα μέλη του ΤΑΕ Μόρφου έκαναν ντού στα γραφεία του Κοινοτικού Συμβουλίου, μετά από οδηγίες του Γ. Ε και έκαναν φύλλο και φτερό τις οικονομικές συναλλαγές του Κάτω Πύργου. Αν οι καταγγελίες των μελών του Κοινοτικού Συμβουλίου επιβεβαιωθούν και από τις ανακριτικές έρευνες, κάποιοι θα κληθούν να λογοδοτήσουν ενώπιον Δικαστηρίου. Προκύπτει σειρά πράξεων ή παραλείψεων εκ μέρους του Προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου, από τις οποίες, αν είναι αληθείς, εγείρονται σοβαρά θέματα, ιδιαίτερα αναφορικά με την μη τήρηση θεσμοθετημένων διαδικασιών ή την εκ μέρους του αυθαίρετη διενέργεια πράξεων οι οποίες δεν συνάδουν, είτε με τους υφιστάμενους κανονισμούς, είτε με τις επιβαλλόμενες κατά τη διαχείριση δημόσιας εξουσίας αρχές χρηστής διοίκησης, δήλωσε ο Γενικός Γραμματέας Πέτρος Κληρίδης. Εντάλματα πληρωμών για επέκταση του κοιμητηρίου, συνολικής αξίας 58.000 ευρώ, με υπογραφή μόνο ενός εκ των μελών του Δ. Σ και την πέτρα που σύμφωνα με πληροφορίες υπερκοστολογήθηκε, να προμηθεύεται συγγενικό πρόσωπο του υπογράφοντα.. Για ακινητοποιημένο από το 2006, σύμφωνα με το ΤΟΜ σκυβαλλοφόρο, έβγαινε κάθε χρόνο ασφάλεια, με τις επιταγές να εκδίδονται στο όνομα της συζύγου του ίδιου μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου, η οποία είναι μάλιστα αντιπρόσωπος της συγκεκριμένης ασφαλιστικής εταιρείας.. Ανάθεση προσφορών χωρίς διαδικασίες κατά το δοκούν και πληρωμές οδοιπορικών, εξόδων παραστάσεως και ταξιδιών στο εξωτερικό, για συγκεκριμένο πάλι μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου, χωρίς κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Όλα αυτά, απλά η κορυφή του παγόβουνου, αφού σύμφωνα με τη Γ. Ε, ολόκληρος προϋπολογισμός για το 2009, δεν κατατέθηκε για έγκριση και συνεπώς όλες οι συναλλαγές του Κοινοτικού Συμβουλίου δεν είναι νομικά καλυμμένες. « Από την έκθεση του Γ. Ε. φαίνεται ότι έχουμε τραπεζικά αποθέματα 621,000 όταν ανέλαβα εγώ την αντιπροεδρία του Κοινοτικού Συμβουλίου, γιατί είναι ευθύνη, και μέχρι σήμερα, όσες φορές και αν ζήτησα να μου δοθούν πού ήταν αυτά τα λεφτά, σε ποια τράπεζα Κύπρου- Λαϊκή ή οποιαδήποτε τράπεζα, δεν πήρα καμία φορά απάντηση. Αυτά τα λεφτά υπάρχουν ή εξαφανίστηκαν.. Έ δεν ξέρω », συμπλήρωσε ο.. « Σας διαβεβαιώ ότι θα προχωρήσω σε καταχώρηση ποινικών διώξεων εναντίον όλων των προσώπων που ενέχονται, ανεξάρτητα από την ιδιότητά μου», είπε ο Γενικός Εισαγγελέας. Με εντάλματα έρευνας οι ανακριτές παράμειναν όλη μέρα στις κτηριακές εγκαταστάσεις του Κοινοτικού Συμβουλίου σε αναζήτηση τεκμηρίων.. Στο ντούκου πέρασαν και 3 επιστολές του Υπουργείου Παιδείας, με το οποίο προειδοποίησε το Κοινοτικό Συμβούλιο, ότι απαγορεύονται οι γάμοι στο δημοτικό σχολείο. « Αύριο στο γήπεδο του δημοτικού σχολείου θα έχει γαμήλια δεξίωση. Δεν ξέρω ούτε γνωρίζω που καταγράφονται τα λεφτά. Όταν ρώτησα τον κοινοτάρχη είπε ότι δεν παίρνει λεφτά», σημείωσε ο κ. Αντιπρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου. Ο κοινοτάρχης φέρεται μάλιστα να εκτελούσε χρέη γραμματέα επί πληρωμή 854 ευρώ μηνιαίως για δυόμισι χρόνια χωρίς την απαραίτητη έγκριση του Επάρχου. Αξίζει να αναφερθεί ότι δεν είναι η πρώτη φορά που μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου Κάτω Πύργου βρίσκεται κάτω από το μικροσκόπιο του Αρχηγείου, καθώς μέλη του προηγούμενου καταδικάστηκαν σε φυλάκιση για κατάχρηση εξουσίας και παράνομη πώληση Τουρκοκυπριακών περιουσιών.» Αναφέρει περαιτέρω ότι στις 10/5/2013 ο Τηλεοπτικός Σταθμός Σίγμα μετέδωσε ρεπορτάζ με θέμα όλα τα προαναφερόμενα στο κείμενο και τα οποία αναφέρονταν στον Ενάγοντα και έγινε αντιληπτό ότι αναφέρονταν στον ίδιο. Παραθέτει περαιτέρω ο Ενάγων στοιχεία και λεπτομέρειες πέραν της ονομαστικής αναφοράς, του επαγγέλματος και της ιδιότητας του ,που κατά τον ίδιο φωτογραφίζουν το πρόσωπο του. Τα στοιχεία αυτά που παραθέτει αφορούν άτομα του συγγενικού του περιβάλλοντος και τα επαγγέλματα της συζύγου και του γαμπρού του. Περαιτέρω ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι με τη φυσική και συνήθη σημασία εννοούσαν ότι ο Ενάγων λαμβάνει παράνομα προμήθειες, εξαγοράζεται με χρήματα, διαπράττει παρανομίες, προκαλεί ζημιά στην κοινότητα και στους πολίτες αυτής, είναι κλέφτης, ανέντιμος, διεφθαρμένος και άλλα. Όλα τα σχόλια και/ή οι δηλώσεις ήταν ψευδή και έντονα δυσφημιστικά προκαλώντας σε αυτόν ζημιές σε διάφορα επίπεδα. Ισχυρίζεται ο Ενάγων ότι συνεπεία της δυσφήμισης αυτής στις εκλογές στις 17.12.2016 απώλεσε το αξίωμα του Κοινοτάρχη και κατά συνέπεια μηνιαίο μισθό ύψους 988 ευρώ. Περαιτέρω μειώθηκε η πελατεία στο κατάστημα που διατηρεί με τη σύζυγό του. Κατά τον ίδιο το έναυσμα για να προβεί στα σχόλια αυτά ο Εναγόμενος ήταν το περιτοίχισμα γύρω από κοιμητήριο για το οποίο χρησιμοποιήθηκαν υλικά διαφορετικά από αυτά για τα οποία συμφώνησε το Κοινοτικό Συμβούλιο και με τον Εναγόμενο να ισχυρίζεται ότι χρησιμοποιήθηκε πέτρα άλλης ονομασίας και προέλευσης από αυτήν που συμφωνήθηκε. Ισχυρίζεται ότι ουδεμία ευθύνη έχει γι' αυτό το ζήτημα. Τέλος ισχυρίστηκε ότι παρά το ότι ενόχλησε επανειλημμένα τον Εναγόμενο να προβεί σε απολογία και να του κάνει πρόταση για αποζημίωση αυτός αμέλησε και αρνήθηκε. Από πλευράς του ο Εναγόμενος αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και ιδιαίτερα ότι οι εν λόγω αναφορές αφορούσαν το πρόσωπο του Ενάγοντα. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι οι αναφορές σε συγκεκριμένες φράσεις κατά την Παγκοινοτική συγκέντρωση ως καταγράφονται στην παράγραφο 10 αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι λέχθηκαν από τον Εναγόμενο. Εκείνο που αμφισβητείται είναι ότι αυτές αφορούσαν τον Ενάγοντα ή ότι είναι δυσφημιστικές για αυτόν. Σε σχέση με τις παραγράφους 13, 14, και 15 της έκθεσης απαίτησης όπου γίνεται αναφορά στα κείμενα, δημοσιεύσεις και αναφορές Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης ο Εναγόμενος αναφέρει ότι αυτά καταρχήν δεν αναφέρονται στον ενάγοντα αλλά και στην περίπτωση που ήθελε φανεί ότι όντως τον αφορούν δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα δίκαιο σχόλιο δημοσίου ενδιαφέροντος και ειδικότερα αληθή. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι οι αναφορές δεν είναι δυσφημιστικές, αν δε αποδειχθεί ότι είναι όντως δυσφημιστικά, οι εν λόγω ισχυρισμοί αποτελούν δίκαιο σχόλιο για θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος. Περαιτέρω, εάν αποδειχθεί ότι οιαδήποτε σχόλια έκαμε ο Εναγόμενος είναι δυσφημιστικά, αυτά έγιναν μέσα στα πλαίσια των νόμιμων και ηθικών καθηκόντων του Εναγόμενου, ως εκ της θέσεως του. Επιπλέον ισχυρίζεται ότι ο Ενάγων αποφεύγει να κινηθεί δικαστικώς εναντίον των ΜΜΕ τα οποία όπως ισχυρίζεται τον φωτογραφίζουν και αναπαρήγαγαν σε μεγάλο βαθμό τα δημοσιεύματα και απομονώνει τον Εναγόμενο. Αναμένεται αναφέρει από όσους πολιτεύονται να υπομένουν τέτοια σχόλια και να εκτίθενται περισσότερο από τους κοινούς πολίτες. Με αναφορά στο ρεπορτάζ αναφέρει ότι πρόκειται για μεταγενέστερα σχόλια και/ ή ρεπορτάζ και/ ή δημοσιεύματα και δεν μπορεί ο Εναγόμενος να είναι υπεύθυνος για μεταγενέστερα σχόλια, καθότι είναι δυνατόν να μεσολάβησαν άλλα γεγονότα τα οποία να ήταν εύλογο να γίνει το εν λόγω ρεπορτάζ. Επαναλαμβάνει δε, ότι όσες αναφορές γίνονται σε γεγονότα, τα εν λόγω γεγονότα είναι κατά βάση αληθινά, όσα δε αναφέρονται σε σχόλια ή χαρακτηρισμούς, αποτελούν εύλογο σχόλιο επί θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος. Ο εναγόμενος επιπλέον αρνείται κάθε ζημιά και αξίωση του ενάγοντος και καλεί αυτόν σε πλήρη και αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του. Επιπρόσθετα και άνευ βλάβης των θέσεων του αναφέρει ότι ο ενάγων κωλύεται να ισχυρίζεται ζημιές και αποτυχία στις εκλογές για τους λόγους που αναφέρει ως εκ της συμπεριφοράς και/ ή πράξεις και/ ή παραλείψεις του καθότι καταχωρήθηκαν και προωθήθηκαν ποινικές υποθέσεις εναντίον του ήτοι οι υποθέσεις 27429/14,12941/14 και 27515/14 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για κατηγορίες κατάχρησης εξουσίας και/ ή κλοπής από δημόσιο λειτουργό και/ ή συνομωσία προς καταδολίευση και/ ή απάτη και/ ή άλλως πως και/ ή ο Ενάγων παραδέχθηκε τις κατηγορίες της κατάχρησης εξουσίας και του επιβλήθηκε ποινή και ο Ενάγων αποζημίωσε το Συμβούλιο του Κάτω Πύργου Τυλληρίας κατά ή περί της 1.6.2018 καταβάλλοντας και/ή επιστρέφοντας το ποσό των €5.479.
  2. Επιπρόσθετα ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι τα πιο πάνω αποτελούν αποτελέσματα δικών του καταγγελιών και αποτελούν υπεράσπιση, στην αξίωση του Ενάγοντα η οποία είναι ανυπόστατη και η ζημιά που επικαλείται ο Ενάγων είναι πολύ απομακρυσμένη και/ ή αόριστη. Σε σχέση με το ύψος μισθού του Ενάγοντα ο Εναγόμενος τον καλεί σε απόδειξη του ισχυρισμού του και/ ή ισχυρίζεται ότι ουδεμία υποχρέωση υπάρχει για κάλυψη του ποσού εφόσον η θέση του Κοινοτάρχη δεν ήταν μόνιμη και/ ή αποκλειστική εργασία του Ενάγοντα. Σχετικά με τις λοιπές θέσεις και αξιώσεις του ενάγοντα ο εναγόμενος αρνείται τους ισχυρισμούς του και τον καλεί σε πλήρη και αυστηρή απόδειξη των. Το όλο θέμα δεν αφορά προσωπικά τον ενάγοντα αλλά το Κοινοτικό Συμβούλιο στο σύνολό του. Ως εκ των θέσεων του ο εναγόμενος αιτείται την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εις βάρος του Ενάγοντα. Ο ενάγων με την απάντηση του στην πιο πάνω υπεράσπιση επιμένει ότι πίσω από όλα τα δημοσιεύματα και καταγγελίες βρισκόταν ο εναγόμενος ο οποίος τις παρακίνησε. Παράλληλα αναφέρει και επιμένει ότι οι αναφορές του εναγόμενου στην πανκοινοτική συγκέντρωση ήταν δυσφημιστικές και αφορούσαν το πρόσωπο του ενώ αυτές οι αναφορές αποτελούν το επίδικο ζήτημα της παρούσας αγωγής εφόσον αυτή εστιάζει στην δυσφήμιση που έγινε από τον εναγόμενο στον ενάγοντα στα πλαίσια αυτής της συγκέντρωσης και η οποία συγκλήθηκε με σκοπό την χλεύη και την αποστροφή του ενάγοντα από την κοινότητα. Ο δε εναγόμενος κατέθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας στην ποινική υπόθεση εναντίον του ενάγοντα στα πλαίσια της οποίας και αθωώθηκε. Επιμένει δε στην ερμηνεία που αποδίδει στις επίδικες αναφορές και ειδικότερα ότι με αυτές ο εναγόμενος του απέδωσε τους χαρακτηρισμούς του «κλέφτη», «παραχαράκτη» και «απατεώνα» και ότι παραποίησε και υπερχρέωσε την προσφορά του εργολάβου με σκοπό τον ίδιον όφελος. Αρνείται ότι οι αναφορές αποτελούν έντιμο σχόλιο ή εύλογο σχόλιο επί θεμάτων δημοσίου συμφέροντος και ότι είναι αληθείς οι σχετικοί ισχυρισμοί. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Κατά την ακρόαση της υπόθεσης παρουσιάστηκαν συνολικά 2 μάρτυρες, ήτοι ο ενάγων (Μ.Ε.1) και ο εναγόμενος (Μ.Υ.1) ενώ κατατέθηκαν συνολικά 19 τεκμήρια στην πλειοψηφία τους από κοινού εκ μέρους των συνηγόρων των διαδίκων. Πέραν των πιο πάνω κατατέθηκε ως Έγγραφο Α, κατάλογος παραδεκτών γεγονότων και τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ως τέτοια, ως ακολούθως: Ο ενάγων κατείχε τη θέση του κοινοτάρχη του χωριού Κάτω Πύργος Τυλληρίας για 2 συνεχόμενες 5ετίες από το 2006 μέχρι το
  3. Ο εναγόμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο κατείχε τη θέση του αντιπροέδρου και αναπληρωτή προέδρου του κοινοτικού συμβουλίου του χωριού Κάτω Πύργος Τυλληρίας. Ο ενάγων κατείχε μαζί με τη σύζυγο του το κατάστημα στο χωριό Κάτω Πύργος Τυλληρίας και πουλά ηλεκτρικά και άλλα συναφή είδη. Κατά την προεδρία του Ενάγοντα το κοινοτικό συμβούλιο Κάτω Πύργου Τυλληρίας προώθησε το εθνικό θέμα της Κύπρου στο εξωτερικό, φρόντισε φρόντισε να πραγματοποιηθούν πολλά και σημαντικά έργα υποδομής στο χωριό ανεβάζοντας το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων, να προσελκυσθεί τουρισμός και να αναπτυχθεί η κοινότητα του Κάτω Πύργου Τυλληρίας. Κατά την προεδρία του Ενάγοντα το Κοινοτικό Συμβούλιο Κάτω Πύργου Τυλληρίας κατάφερε να αναδειχθεί το χωριό στο εξωτερικό και να βραβευθεί κατά το έτος 2011 στις Βρυξέλλες και έλαβε ευρωπαϊκό βραβείο για τις παραλίες της κοινότητας οι οποίες κατέλαβαν την πρώτη θέση ανάμεσα σε άλλες, άλλων χωρών, ως οι καλύτερες και καθαρότερες στην Ευρώπη. Κατά την προεδρία του Ενάγοντα το Κοινοτικό Συμβούλιο Κάτω Πύργου Τυλληρίας κατέβαλε προσπάθειες για το άνοιγμα οδοφραγμάτων και προέβη σε διαβήματα και συναντήσεις και ο Ενάγων έλαβε μέρος σε συνεντεύξεις και τηλεοπτικές εκπομπές. Στις 27.3.2018 ο Ενάγων στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 27429/14 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας παραδέχθηκε 40 κατηγορίες κατάχρησης εξουσίας και διακόπηκαν 14 κατηγορίες κλοπής από τον δημόσιο λειτουργό. Ο Ενάγων στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 27515/14 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας παραδέχθηκε 3 κατηγορίες για κατάχρηση εξουσίας. Ο Ενάγων στις 11.5.2017 αθωώθηκε και απαλλάχθηκε κατόπιν ακρόασης από κατηγορίες για αδικήματα της απάτης και συνομωσίας προς καταδολίευση και κατάχρηση εξουσίας με απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 12941/
  4. Ο Ενάγων αποζημίωσε το Συμβούλιο του Κάτω Πύργου Τυλληρίας καταβάλλοντας την 1.6.2018 το ποσό€ 5.479.44 στο Λογιστήριο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και ενημέρωσε σχετικά το Κοινοτικό Συμβούλιο την ίδια ημέρα- Να κατατεθεί μαζί η επιστολή. Ο Εναγόμενος ήταν μάρτυρας στις ποινικές υποθέσεις 27429/14, 12941/14 και 27515/
  5. Ο Εναγόμενος ήταν αυτός ο οποίος προέβηκε στις καταγγελίες εναντίον του ενάγοντος για τις πιο πάνω υποθέσεις. Στις 17.9.2012 ο Εναγόμενος προέβη σε καταγγελία για πιθανές οικονομικές καταχρήσεις και/ ή ατασθαλίες σε σχέση με το Κοινοτικό Συμβούλιο Κάτω Πύργου. Με απόφαση του ημερομηνίας 13/01/10 το Κοινοτικό Συμβούλιο Κάτω Πύργου αποφάσισε την προκήρυξη προσφορών για την εκτέλεση έργων επέκτασης του κοιμητηρίου. Σε σχέση με την προκήρυξη λήφθηκαν 4 πρόσφορές μεταξύ των οποίων η εταιρεία Andreas Alexandrou Constractors & Developers Ltd στην οποία κατακυρώθηκε το έργο καθότι είχε δώσει την κατά πολύ χαμηλότερη προσφορά από τους υπόλοιπους. Μελετητής του έργου ήτο η κα. XXXXX Παπαδούρη η οποία διορίστηκε και πληρώθηκε από την Ιερά Μητρόπολη Κύκκου και Τηλλυρίας. Σύμφωνα με τα σχέδια και τις κατασκευαστικές λεπτομέρειες, η επένδυση του τοίχου της περίφραξης έπρεπε να γίνει με πέτρα Λυγουρίου και με πέτρα Κυβίδων για τις ενδιάμεσες κολώνες. Η πέτρα η οποία τελικά τοποθετήθηκε ήτο πέτρα Συρίας μετά από υπόδειξη του μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας ως ποιοτικά καταλληλότερη και συνάδουσα με το περιβάλλον. Ο εργολάβος πληρώθηκε από το Κοινοτικό Συμβούλιο το συνολικό ποσό των €23,250 πλέον Φ.Π.Α με την ολοκλήρωση του έργου. Ο εναγόμενος ήταν το πρόσωπο το οποίο ετοίμασε μια έκθεση με θέμα «συμπληρωματικές πληροφορίες που αφορούν το αίτημα για εξέταση αδικημάτων εις βάρος της Κοινότητας Κάτω Πύργου στο έργο επέκτασης κοιμητηρίου» που αποτέλεσε το έναυσμα για την έναρξη αστυνομικών ανακρίσεων σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα. Το Δικαστήριο αθώωσε τον Ενάγοντα και τους άλλους κατηγορούμενους στα πλαίσια της υπόθεσης 12941/
  6. Στις 28/09/16 δημοσιεύτηκε κείμενο της Εφημερίδας Παγκύπριας Εμβέλειας «Αλήθειας» με την επικεφαλίδα « Άρχισε η δίκη για το κοιμητήριο του Κάτω Πύργου». Στις 31.7.2012 δημοσιεύτηκε στη σελίδα 22 της Εφημερίδας Παγκύπριας Εμβέλειας «Ο Φιλελεύθερος» κείμενο με τίτλο « Εμφύλιος στον Κάτω Πύργο» υπό της δημοσιογράφου XXXXX Χριστοδούλου. Στις 24.10.2012 δημοσιεύτηκε στη σελίδα 20 της Εφημερίδας Παγκύπριας Εμβέλειας « Ο Φιλελεύθερος» κείμενο με τίτλο « Κάτω Πύργος Παγκοινοτική εναντίον του Κοινοτάρχη» υπό της δημοσιογράφου XXXXX Χριστοδούλου. Στις 19.4.2013 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα Παγκύπριας Εμβέλειας «ΑΛΗΘΕΙΑ» κείμενο με τίτλο « Παρατυπίες στο Κοινοτικό Συμβούλιο Κάτω Πύργου, έκθεση φωτιάς της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, καταγγελία στην Αστυνομία και αυστηρές συστάσεις της Επαρχιακής Διοίκησης Λευκωσίας. Ο Εναγόμενος κυκλοφόρησε και διένειμε κατά τον Οκτώβριο του 2012 πρόσκληση σε παγκοινοτική συγκέντρωση του Κάτω Πύργου Τυλληρίας με θέμα «Οικονομικές καταχρήσεις εις βάρος των φορολογουμένων κατοίκων της Κοινότητας μας». Στις 3/11/2012 η Παγκοινοτική Συγκέντρωση της κοινότητας Κάτω Πύργου Τηλλυρίας καλυπτόταν από τον ραδιοφωνικό σταθμό παγκύπριας εμβέλειας με την ονομασία «Ράδιο Πύργος», ο οποίος σταθμός βιντεογραφούσε και μετέδιδε δια μέσω ραδιοφώνου στο ευρύ κοινό την Παγκοινοτική Συγκέντρωση. Στις 10.5.2013 αναρτήθηκε στη διαδικτυακή ιστοσελίδα Sigma Live κείμενο με τίτλο «Σκάνδαλο εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ στον Κ. Πύργο» υπό του δημοσιογράφου XXXXX Παπαγεωργίου. Να κατατεθεί ως παραδεκτό γεγονός ότι στάλθηκε επιστολή ημερομηνίας 21.7.2012 από τον Εναγόμενο και τα 7 μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου Κάτω Πύργου προς τον Ενάγοντα με θέμα « Σύγκληση έκτακτης συνεδρίας και θέματα ημερήσιας διάταξης 31.7.2012». Να κατατεθεί ως παραδεκτό γεγονός ότι στάλθηκε επιστολή ημερομηνίας 24.9.2012 από τον εναγόμενο προς τον Γενικό Εισαγγελέα, Γενική Ελέγκτρια της Δημοκρατίας, Υπουργό Εσωτερικών, Αρχηγό Αστυνομίας, Έπαρχο Λευκωσίας και Ανώτερο Ελεγκτή της Δημοκρατίας με θέμα «συνοπτική κατάσταση θεμάτων προς διερεύνηση- συμπληρωματικές πληροφορίες που αφορούν το αίτημα για εξέταση αδικημάτων εις βάρος της κοινότητας Κάτω Πύργου Τηλλυρίας». Ο Γενικό Εισαγγελέας απάντησε στην επιστολή ημερομηνίας 24.9.2012 με επιστολή του ημερομηνίας 28.9.2012 προς τον Εναγόμενο αναφέροντας ότι « εάν από την όλη συμπεριφορά των μελών του Κοινοτικού Συμβουλίου Κάτω Πύργου προκύπτουν ποινικά αδικήματα είτε από την έρευνα που θα διενεργηθεί από άλλα κρατικά όργανα ή μετά από δική σας καταγγελία διαπιστωθούν ποινικά αδικήματα, θα καταχωρηθούν ποινικές διώξει εναντίον όλων των προσώπων που ενέχονται. Να κατατεθεί ως παραδεκτό γεγονός ότι στάλθηκε επιστολή ημερομηνίας 15.10.2012 από τον Εναγόμενο προς τον Γενικό, προς την Γενική Ελέγκτρια της Δημοκρατίας, Αρχηγό Αστυνομίας, Έπαρχο Λευκωσίας και Ανώτερο Ελεγκτή της Δημοκρατίας με θέμα «συμπληρωματικές πληροφορίες που αφορούν το αίτημα για εξέταση αδικημάτων εις βάρος της κοινότητας Κάτω Πύργου- Έργο Κοιμητηρίου Κάτω Πύργου (συνέχεια)- Επιστολή ΙΙ». Στις 9.1.2013 ο Γενικός Ελεγκτής με επιστολή του ίδιας ημερομηνίας προς τον Εναγόμενο με θέμα « καταγγελίες για πιθανές οικονομικές καταχρήσεις/ ατασθαλίες», ενημέρωσε ότι « εφόσον οι καταγγελίες που αφορούν στο κοιμητήριο της Κοινότητας έχουν ερευνηθεί από την Επαρχιακή Διοίκηση Λευκωσίας, η οποία είναι και η αρμόδια Αρχή και το όλο θέμα έχει προωθηθεί άλλη διερεύνηση από την Υπηρεσία μας. Όσον αφορά στις υπόλοιπες καταγγελίες σας, αυτές έχουν εξεταστεί στα πλαίσια του ελέγχου για τα έτη 2005-2011, ο οποίος αναμένεται να ολοκληρωθεί σύντομα και τα σχετικά ευρήματα μας θα περιληφθούν στην επιστολή της Υπηρεσίας μας, αφού πρώτα συζητηθούν με τον Κοινοτάρχη». Στις 12.3.2013 ο Εναγόμενος απέστειλε επιστολή προς τον Γενικό Εισαγγελέα, τον Υπουργό Εσωτερικών, τον Έπαρχο Λευκωσίας και τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών με θέμα «Οικονομικές Καταστάσεις Κοινοτικού Συμβουλίου Κάτω Πύργου για τα έτη που έληξαν την 31 Δεκεμβρίου 2005, 2006,2007,2008,2009,2010 και 2011». Στις 18.4.2013 ο Εναγόμενος απέστειλε επιστολή προς τον Αρχηγό Αστυνομίας και τον Γενικό Εισαγγελέα με θέμα « Λειτουργικά και εκτελεστικά προβλήματα Κοινοτικού Συμβουλίου Κάτω Πύργου Τυλληρίας». Στις 30.1.2014 η Αστυνομία ενημέρωσε με επιστολή της ίδιας ημερομηνίας με θέμα « κοινοτικό κτίριο και αίθουσα πολλαπλής χρήσης Κοινοτικού Συμβουλίου Κάτω Πύργου» τον Εναγόμενο ότι, «οι εξετάσεις ολοκληρώθηκαν και οι σχηματισθέντες ποινικοί φάκελοι με στοιχεία Π.Η. 12/04/2013 και 10/12/2013 του ΤΑΕ Μόρφου τέθηκαν ενώπιον του Γενικού Εισαγγελέα για οδηγίες όσον αφορά τον περαιτέρω χειρισμό του». Ο Γενικός Εισαγγελέας έδωσε οδηγίες για ποινική δίωξη των τριών εμπλεκόμενων προσώπων στην υπόθεση Π.Η. 10/12/2012 για τα αδικήματα της απάτης και της συνομωσίας προς καταδολίευση. Επιπρόσθετα ο ένας εκ των τριών κατηγορουμένων, πέραν των πιο πάνω αδικημάτων θα διωχθεί και για το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας. Επίσης για την υπόθεση Π.Η 12/04/2013 έδωσε οδηγίες για ποινική δίωξη του κατηγορούμενου για τα αδικήματα.
  7. Ο Ενάγων απώλεσε το αξίωμα του Κοινοτάρχη στις 17/12/
  8. Ο Ενάγων λάμβανε €997 καθαρά ως μισθό Κοινοτάρχη.
  9. Στις 18/09/13 η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου με απόφαση της καταδίκασε τον οργανισμό Sigma για παράβαση εκ μέρους της εν σχέση με το δημοσίευμα ημερ. 10/5/
  10. Πέραν των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων τα οποία με την έγκριση του αποτελούν πλέον και ευρήματα του Δικαστηρίου οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν από κοινού ως προς την ύπαρξη τους τα τεκμήρια 1 - 18 (αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων): Τεκμήριο 1: Αντίγραφο ποινικού εντύπου αριθμός 7 κατηγορητηρίου αριθμού υπόθεσης 27429/14 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Τεκμήριο 2: Ποινικό έντυπο αριθμός 7, κατηγορητήριο υπόθεσης 27515/ 2014 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Τεκμήριο 3: Απόφαση στα πλαίσια της υπόθεσής 12941/2014 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας
  11. Τεκμήριο 4: Αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας
  12. 2018 προς Πρόεδρο και μέλη Κοινοτικού Συμβουλίου Κάτω Πύργου. Τεκμήριο 5: Αντίγραφο δημοσιεύματος στην εφημερίδα «Αλήθεια», ημερομηνίας
  13. 2016 με τίτλο "άρχισε η δίκη για το κοιμητήριο Κάτω Πύργου". Τεκμήριο 6: Αντίγραφο δημοσιεύματος στην εφημερίδα Φιλελεύθερος ημερομηνίας
  14. 2012 με τίτλο "Εμφύλιος στον Κάτω Πύργο". Τεκμήριο 7: Αντίγραφο εντύπου που φέρει τον τίτλο "πρόσκληση σε παγκοινοτική συγκέντρωση του Κάτω Πύργου Τηλλυρίας». Τεκμήριο 8: Αντίγραφο διαδικτυακού δημοσιεύματος στην ιστοσελίδα Sigma live με τίτλο "σκάνδαλο εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ στον Κάτω Πύργο, ημερομηνίας
  15. Τεκμήριο 9: Αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 21.
  16. 2012 του Κοινοτικού Συμβουλίου Κάτω Πύργου από Αναπληρωτή Πρόεδρο και μέλη Κοινοτικού Συμβουλίου προς τον Πρόεδρο του Κοινοτικού Συμβουλίου. Τεκμήριο 10: Αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας
  17. 2012 από τον Εναγόμενο προς τον Γενικό Εισαγγελέα και άλλες αρμόδιες Δημόσιες Αρχές. Τεκμήριο 11: Αντίγραφο επιστολής του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας προς τον Εναγόμενο ημερομηνίας
  18. Τεκμήριο 12: Αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας
  19. 2012 από τον Εναγόμενο προς τον Γενικό Ελεγκτή της Κυπριακής Δημοκρατίας και άλλους αξιωματούχους. Τεκμήριο 13: Αντίγραφο επιστολής
  20. 2013 του Γενικού Ελεγκτή της Κυπριακής Δημοκρατίας προς τον Εναγόμενο. Τεκμήριο 14: Αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας
  21. 2013 του Εναγομένου προς τον Γενικό Εισαγγελέα, Υπουργό Εσωτερικών, Έπαρχο Λευκωσίας και Γενικό Διευθυντή Υπουργείου Εσωτερικών. Τεκμήριο 15: Αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας
  22. 2013 από τον Εναγόμενο προς τον Αρχηγό Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου και Γενικό Εισαγγελέα. Τεκμήριο 16: Αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας
  23. 2014 εκ μέρους του Αρχηγού Αστυνομίας προς τον Εναγόμενο. Τεκμήριο 17: Κατάσταση μισθοδοσίας, έντυπο λεπτομερειών πληρωμής επ' ονόματι του Ενάγοντα με ημερομηνία πληρωμής
  24. Τεκμήριο 18: Επιστολή ημερομηνίας
  25. 2013 της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου προς τον Γραμματέα Ένωσης Κοινοτήτων Κύπρου, με επισυνημμένο κείμενο απόφασης της Αρχής στην υπόθεση με αριθμό 41/2013

(3), ημερομηνία απόφασης
  1. Εκκρεμούσης της ακρόασης κατατέθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός και το κάτωθι: - Ο εναγόμενος στις 03/11/2012 στην Πανκοινοτική συγκέντρωση της κοινότητας Κάτω Πύργου Τυλληρίας, μεταξύ άλλων ανάφερε τις κάτωθι φράσεις: «πιστεύω ότι υπάρχει κατάχρηση και κλέφτης» και «πιστεύω ότι υπάρχει ατασθαλία και overχρέωση» και επίσης ότι «το συγκεκριμένο έντυπο προσφοράς του εργολάβου είναι παραχαραγμένο και έχω γραφολογική έκθεση». Με την κατάθεση των τεκμηρίων αυτών αμφότεροι οι μάρτυρες, ενάγων και εναγόμενος περιορίστηκαν στην κατάθεση γραπτών δηλώσεων ως μέρος της κυρίως εξέτασης τους, συμφώνως του Νόμου Περί Αποδείξεως και αντεξετάστηκαν. Η μαρτυρία τους κατά κύριο λόγο άπτεται των θέσεων τους σε ένα ευρύ φάσμα με αναφορά και στα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το σύνολο της μαρτυρίας των αλλά την ουσία αυτής ενώ λεπτομερής αναφορά σε επιμέρους και ουσιαστικά μέρη της θα γίνει κατά την αξιολόγηση. Με δεδομένη την σημασία της αξιολόγησης των μαρτύρων κρίνω απαραίτητο προτού προχωρήσω σε αυτήν να κάνω αναφορά στα επίδικα θέματα, ήτοι τα ζητήματα επί των οποίων το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει, ως αυτά καθορίζονται, κατά πρώτο λόγο μέσα από τη δικογραφία, και συνεπακόλουθα ως περιορίστηκαν μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα, τους αναντίλεκτους ισχυρισμούς και τις θέσεις των διαδίκων. Μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα, και τα οποία αποτελούν ευρήματα, προκύπτει ότι ενάγων και εναγόμενος κατείχαν, κατά τον ουσιώδη χρόνο για την αγωγή, θέση Κοινοτάρχη και αντιπροέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου Κάτω Πύργου Τυλληρίας, αντίστοιχα. Στις 03/11/2012 συγκλήθηκε και έλαβε χώρα Πανκοινοτική Συγκέντρωση της Κοινότητας στα πλαίσια της οποίας ο εναγόμενος ανάφερε μεταξύ άλλων τις φράσεις: «πιστεύω ότι υπάρχει κατάχρηση και κλέφτης», «πιστεύω ότι υπάρχει ατασθαλία και overχρέωση», «το συγκεκριμένο έντυπο προσφοράς του εργολάβου είναι παραχαραγμένο και έχω γραφολογική έκθεση». Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι αμφότερες οι πλευρές και δη ο ενάγων αποδίδει στον εναγόμενο την διάπραξη του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης με υπόβαθρο και βασιζόμενος στις πιο πάνω φράσεις που αναφέρθηκαν στην Πανκοινοτική συγκέντρωση και τούτο κρίνω σκόπιμο να το αναφέρω καθότι στην έκθεση απαίτησης, γίνεται αναφορά σε σωρεία μεταγενέστερων, κατά κύριο λόγο, δημοσιευμάτων και ρεπορτάζ, από Μ.Μ.Ε, τα οποία όμως δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας αγωγής υπό την έννοια ότι αποτελούν τα ισχυριζόμενα δυσφημιστικά σχόλια, αλλά παρατίθενται με σκοπό να αποτελέσουν το υπόβαθρο των ισχυρισμών του ενάγοντα ότι με τις πιο πάνω φράσεις προκύπτει συμπέρασμα, ότι ο εναγόμενος απέδωσε χαρακτηρισμούς στον ίδιο με υπονοούμενο και το οποίο έγινε αντιληπτό ότι αφορούσε τον ίδιο και προς τούτο προέκυψαν τα ρεπορτάζ και τα δημοσιεύματα με σαφή πλέον αναφορά σε αυτόν. Ως χαρακτηριστικά αναφέρει άλλωστε ο ενάγων στα δικόγραφα του και ιδιαίτερα στην απάντηση στην υπεράσπιση, «.η σύγκλιση της Πανκοινοτικής συγκέντρωσης από τον εναγόμενο, η οποία αποτελεί το θέμα της παρούσας αγωγής, αφού η παρούσα αγωγή εστιάζει στην δυσφήμιση που έγινε από τον εναγόμενο στον ενάγοντα στα πλαίσια της πανκοινοτικής συγκέντρωσης η οποία συγκλήθηκε με σκοπό .». (η έμφαση είναι δική μου). Επομένως αυτό που αποτελεί το κύριο επίδικο ζήτημα της παρούσας αγωγής είναι κατά πόσο οι φράσεις αυτές που λέχθηκαν από τον εναγόμενο στα πλαίσια της Πανκοινοτικής συγκέντρωσης στις 03/11/2012, καταρχήν αφορούν τον ενάγοντα είτε άμεσα είτε με υπονοούμενο, και κατά δεύτερο και επόμενο στάδιο εάν αυτές συνιστούν δυσφημιστικά σχόλια εν τη εννοία της νομολογίας. Σε περίπτωση καταφατικών απαντήσεων το Δικαστήριο προχωρεί να εξετάσει τις υπερασπίσεις οι οποίες προβάλλονται, ήτοι αυτές του έντιμου σχολίου και της αλήθειας εν προκειμένω. Ζητήματα δικογράφησης ενόψει της φύσης και αιτίας της αγωγής επίσης θα εξεταστούν κατωτέρω. Με το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κατέθεσαν γραπτώς την νομική τους επιχειρηματολογία η οποία ομολογουμένως τέθηκε μέσα από εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Τα όσα αμφότεροι οι συνήγοροι ανέφεραν δεν θα παρατεθούν αυτούσια. Αναφορά θα γίνει όπου κατωτέρω κριθεί απαραίτητο. Σημειώνω όμως ότι το Δικαστήριο έχει μελετήσει τις αγορεύσεις των συνηγόρων όπως επίσης και την νομολογία εις στα οποία αμφότεροι με παρέπεμψαν. Προσαχθείσα Μαρτυρία: Ο ενάγων (Μ.Ε.1) κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση, συμφώνως του Νόμου Περί Αποδείξεως (Έγγραφο Β). Σε αυτήν κάνει αναφορά σε όλες τις δικογραφημένες θέσεις του ως ανωτέρω καταγράφηκαν. Σε ότι αφορά τις επίδικες φράσεις εμμένει στη θέση του ότι ο εναγόμενος άφησε να εννοηθεί φωτογραφίζοντας τον ίδιο ότι υπερχρέωσε και αλλοίωσε και πλαστογράφησε την προσφορά του εργολάβου για την υπόθεση κοιμητηρίου με σκοπό να αποκομίσει προσωπικό όφελος. Το Δικαστήριο τον αθώωσε και ο ίδιος δεν παρέδωσε μεγαλύτερο ποσό από εκείνο που θα πληρωνόταν αρχικά ο εργολάβος όπως ήταν η καταγγελία του εναγόμενου. Επεξηγεί επίσης ότι στις 13/1/2010 το Κ.Σ Κάτω Πύργου αποφάσισε την προκήρυξη προσφορών για την εκτέλεση έργων επέκτασης του κοιμητηρίου. Λήφθηκαν 4 προσφορές μεταξύ των οποίων και η εταιρεία Andreas Alexandrou Contractors & Developers Ltd στην οποία και κατακυρώθηκε το έργο λόγω της χαμηλότερης τιμής προσφοράς. Η μελετητής του έργου πληρώθηκε από την Ιερά Μητρόπολη Κύκκου και Τυλληρίας και σύμφωνα με τις προδιαγραφές η επένδυση του τοίχου περίφραξης έπρεπε να γίνει με πέτρα Λυγουρίου και με πέτρα Κυβίδων για τις ενδιάμεσες κολώνες. Τελικά τοποθετήθηκε πέτρα Συρίας μετά από υπόδειξη του Μητροπολίτη Κύκκου ως ποιοτικά καταλληλότερη και συνάδουσα με το περιβάλλον. Ο εργολάβος πληρώθηκε ποσό εκ €23.250,00σ πλέον Φ.Π.Α και ο εναγόμενος τον κατηγόρησε δημόσια στην Πανκοινοτική ότι είναι κλέφτης, παραχαράκτης και απατεώνας και ότι συνωμότησε με τον εργολάβο για να αποκομίσουν όφελος τοποθετώντας πέτρα πιο φτηνή από αυτήν που έπρεπε να τοποθετηθεί. Τον κατηγόρησε ότι ενέκρινε την πληρωμή του ποσού ενώ γνώριζε ότι έπρεπε να πληρωθεί ποσό €9827= και ότι οι κάτοικοι πλήρωναν φόρο κοιμητηρίου λόγω των δόλιων πράξεων του. Αποδίδει στον εναγόμενο ότι ετοίμασε έκθεση με θέμα «Συμπληρωματικές πληροφορίες που αφορούν το αίτημα για εξέταση αδικημάτων εις βάρος της Κοινότητας Κάτω Πύργου στο έργο επέκτασης κοιμητηρίου» που αποτέλεσε το έναυσμα για την έναρξη αστυνομικών ανακρίσεων σε σχέση με το ίδιο θέμα. Επιπλέον αναφέρει ότι ο εναγόμενος ήταν και ο καταγγέλλων στην ποινική υπόθεση 12941/14 Ε. Δ. Λευκωσίας με κατηγορούμενους τον ίδιο, τον εργολάβο και την μελετητή του έργου και στην οποία αθωώθηκαν. Το Δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν πληρώθηκε στον εργολάβο μεγαλύτερο ποσό από εκείνο της αρχικής προσφοράς και ότι ο ίδιος δεν εξαπάτησε την κοινότητα και δεν φέρθηκε με δόλιο τρόπο, δεν είναι κλέφτης και παραχαράκτης. Πέραν των ανωτέρω ο ενάγων κάνει αναφορά στη θέση του ότι με τις επίδικες φράσεις ο εναγόμενος εννοούσε το πρόσωπο του και τούτο είναι αντιληπτό εφόσον τα μετέπειτα δημοσιεύματα κάνουν σαφή αναφορά στο πρόσωπο του και αναφέρει αναλυτικά τα δημοσιεύματα αυτά, και τα οποία σημειώνω κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Οι αναφορές στην ιδιότητα, επάγγελμα και θέση αποτελούν στοιχεία που δεικνύουν τον ίδιο ενώ σε κάποια από αυτά γίνεται και σαφής αναφορά στο όνομα του. Αναφορά γίνεται και σε ισχυριζόμενες ψευδείς δηλώσεις του εναγόμενου στον τηλεοπτικό σταθμό Σίγμα ο οποίος την 10/5/2013 δημοσίευσε κείμενο στην ιστοσελίδα SigmaLivenews.com και το οποίο παραθέτει και στο οποίο φαίνεται ότι ο εναγόμενος είναι το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στις καταγγελίες εναντίον του. Την ίδια ημερομηνία δε ο τηλεοπτικός σταθμός Σίγμα πρόβαλε στις ειδήσεις ρεπορτάζ με θέμα τα ανωτέρω από το οποίο έγινε αντιληπτό από το ευρύ κοινό ότι αναφέρονταν στον ίδιο. Παραθέτει δε λεπτομέρειες ως προς τος αναφορές προς το όνομα του, τα οικογενειακά στοιχεία του για το επάγγελμα της συζύγου του και άλλων μελών της οικογένειας του αλλά και άλλες λεπτομέρειες από τις οποίες κατά τη θέση του συνάγεται η ταυτότητα του. Περαιτέρω μέσα από τη συνήθη ερμηνεία των λέξεων που χρησιμοποιήθηκαν αποδόθηκε στον ίδιο ότι είναι πρόσωπο που εξαγοράζεται με χρήματα, που διαπράττει παρανομίες, που είναι απατεώνας και άλλα. Τα σχόλια και δηλώσεις ήταν ψευδή και έντονα δυσφημιστικά και του προκάλεσαν ζημιά τόσο σε επαγγελματικό όσο και προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο. Πριν την Πανκοινοτική ήταν πρόσωπο που έχαιρε εκτίμησης και σεβασμού από τους συγχωριανούς του και είχε εκλεγεί για 2 συνεχείς θητείες. Μετά την Πανκοινοτική στις επόμενες εκλογές της 17/12/2016 απώλεσε το αξίωμα του Κοινοτάρχη και συνεπεία τούτου απώλεσε το ποσό των €988= που λάμβανε ως μηνιαίο μισθό. Έναυσμα για τα πιο πάνω σχόλια και τη σύγκληση της Πανκοινοτικής ήταν σύμφωνα με τον εναγόμενο το κτίσιμο περιτοιχίσματος γύρω από το κοινοτικό κοιμητήριο με άλλα υλικά από αυτά που συμφωνήθηκαν από το συμβούλιο. Πίσω από όλες τις καταγγελίες στις αρμόδιες αρχές ήταν ο εναγόμενος ενώ ο ίδιος παρακινούσε τις εφημερίδες να αρθρογραφούν εναντίον του. Ακόμα και η πανκοινοτική, που αποτελεί το θέμα της αγωγής, συγκλήθηκε από τον εναγόμενο με σκοπό τη χλεύη και αποστροφή προς τον ίδιο και την δημιουργία της εικόνας προς τους συγχωριανούς του ότι είναι κλέφτης και απατεώνας και καταδολίευσε τη κοινότητα. Για την υπόθεση του κοιμητηρίου καταχωρήθηκε η Π.Υ. 12941/14, Ε.Δ. Λευκωσίας στην οποία και αθωώθηκε την 11/5/
  2. Οι αναφορές του εναγόμενου ότι ο ενάγων είναι κλέφτης και παραχαράκτης και απατεώνας δεν αποτελούν εύλογο σχόλιο επί θεμάτων δημοσίου συμφέροντος, ούτε έγιναν στα πλαίσια των καθηκόντων του, ούτε αποτελούν δίκαιο δημόσιο σχόλιο. Η κυρίως εξέταση του Μ.Ε.1 περιορίστηκε στην γραπτή του δήλωση ενώ έτυχε μακράς ανετξέτασης. Αντεξεταζόμενος ο ενάγων ανάφερε ότι διετέλεσε 33 χρόνια ως αστυνομικός και 10 χρόνια κοινοτάρχης. Με τον εναγόμενο δεν είχε σχέσεις καθότι δεν έμενε πάντα στο χωριό αλλά με τους συγχωριανούς του δεν έχει καμία διαφορά και δεν είχε. Οι ψηφοφόροι είναι οι κάτοικοι του Πύργου και στην μεγάλη πλειοψηφία είναι αγαπητό πρόσωπο. Αποδέχτηκε ότι αντιμετώπισε συνολικά 4 ποινικές υποθέσεις αλλά επέμενε ότι η παρούσα αγωγή αφορά την υπόθεση του κοιμητηρίου. Από αυτές παραδέχτηκε κατηγορίες κατάχρησης εξουσίας για έξοδα τα οποία πλήρωνε το συμβούλιο και αφορούσαν φιλοξενία αξιωματούχων. Αυτά έπρεπε να εγκριθούν πρώτα από το Συμβούλιο και αυτί δεν έγινε. Αποδέχτηκε ότι αθωώθηκε μόνο στην υπόθεση 12941/
  3. Στο ερώτημα εάν κάποιος που έχει υποψία για ποινικό αδίκημα πρέπει να το καταγγέλλει απάντησε ότι όταν είναι μέλος συμβουλίου πρέπει να το συζητά με το συμβούλιο και εάν προκύψει κάτι μετά από έλεγχο. Στην προκειμένη ο ίδιος μετέφερε το αρχείο στον Γενικό Ελεγκτή για έλεγχο. Ανάφερε ότι εάν εξαντληθούν τα περιθώρια και βεβαιωθεί ότι υπάρχει καταγγελία τότε οφείλει να καταγγείλει. Η Γενική Εισαγγελία καταχώρησε τις υποθέσεις αλλά μετά από πιέσεις του εναγόμενου ο οποίος ενοχλούσε με επιστολές την αστυνομία. Ο Γενικός Εισαγγελέας μετά από 8 χρόνια αποφάσισε ανάφερε να αποσύρει τις κατηγορίες και να αφήσει αυτές που αφορούσαν κατάχρηση εξουσίας. Στην θέση ότι αθωώθηκε σε μια υπόθεση καθότι δεν αποδείχθηκε η ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ότι στις υπόλοιπες επέστρεψε χρήματα στο συμβούλιο απάντησε ότι ο αποσύρθηκαν οι κατηγορίες για κλοπή και επέμενε στην αθώωση του στην υπόθεση του Κοιμητηρίου. Αποδέχτηκε ότι κατέβαλε τα έξοδα παραστάσεως και φιλοξενίας αξιωματούχων γιατί ήταν χωρίς έγκριση. Επέμεινε ότι διασύρθηκε σαν δημόσιο πρόσωπο που ήταν μέσα από δημόσια συζήτηση στην κοινότητα. Δεν τον ενοχλεί που καταδικάστηκε για κατάχρηση καθότι ήταν χρήματα παραστάσεων που απλά δόθηκαν χωρίς έγκριση του συμβουλίου, δεν νιώθει τύψεις ενώ οι ψηφοφόροι του τον έχουν ακόμα «ψηλά». Σε ό,τι αφορά τώρα την ουσία των επίδικων φράσεων ο Ενάγοντας ερωτήθηκε για τους λόγους τους οποίους θεωρεί ότι ο Εναγόμενος αναφερόταν σε εκείνον. Η απάντηση του ήταν ότι ενόψει της ιδιότητας του την ευθύνη την έχει ο ίδιος και οι αναφορές του Ενάγοντα στην ιδιότητα του Κοινοτάρχη αναμφίβολα αφορούσαν τον ίδιο. Στις υποβολές βέβαια ότι στις επίδικες φράσεις καμία αναφορά γίνεται σε κοινοτάρχη, η απάντησή του ήταν ότι η συζήτηση γινόταν για αυτόν και τον φωτογράφιζε. Επέμεινε ο Ενάγων ότι τα ζητήματα στα οποία έγινε αναφορά στην Παγκοινοτική και για τα οποία ο ίδιος περιορίζει το παράπονο του είναι τα ζητήματα του κοινοτικού κοιμητηρίου. Σε ό,τι αφορά τα δημοσιεύματα τα οποία αναφέρει στην απαίτησή του δεν θεώρησε απαραίτητο να ενάγει τα συγκεκριμένα ΜΜΕ καθότι το Sigmalive απολογήθηκε και τιμωρήθηκε από την Ένωση Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης ενώ για τα υπόλοιπα MME δεν κίνησε αγωγή. Σε ότι αφορά τις αναφορές σε αυτά τα δημοσιεύματα οι οποίες αναφέρονται σε καταχρήσεις χρημάτων ο Ενάγων θεωρεί ότι παρά την αναφορά στον πληθυντικό ο ίδιος νιώθει θιγμένος λόγω της ιδιότητας του ως πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου. Επέμεινε ότι για τα δημοσιεύματα ευθύνη έχει ο Εναγόμενος καθότι ο ίδιος προμήθευε τα ΜΜΕ με διάφορα έγγραφα τα οποία πήρε από τα γραφεία του Συμβουλίου. Ανέφερε ότι η Παγκοινοτική Εκδήλωση έγινε σε δημόσιο χώρο, ήρθαν και σε αντιπαράθεση επί γεγονότων μεταξύ τους και ο ίδιος ο Ενάγων έδινε τις απαντήσεις του στην Παγκοινοτική. Στα πλαίσια της εκδήλωσης ο Εναγόμενος έδειξε εχθρική στάση απέναντι του, έφερε πέτρες εξηγώντας στους παριστάμενους τις διαφορές και ακολούθησε διαλογική συζήτηση μεταξύ τους στα πλαίσια της οποίας ο Εναγόμενος, και εκεί έγκειται το παράπονό του, δεν διευκρίνισε ότι δεν αναφερόταν στον ίδιο. Σε ό,τι αφορά τις ισχυριζόμενες αναφορές στα λοιπά μέλη της οικογένειας του και γιατί αυτοί δεν προώθησαν δικαστικές διαδικασίες αναφέρθηκε στις έρευνες από τις αρμόδιες αρχές και στην ταλαιπωρία που αυτοί υπέστηκαν. Με αναφορά στο έγγραφο της προσφοράς του εργολάβου ανέφερε ότι υπέδειξε στον εργολάβο ένα λάθος στην μη εγγραφή του Φ.Π.A, αυτός το διόρθωσε τραβώντας δύο γραμμές και αυτό θεώρησε ο Εναγόμενος ως πλαστογραφία. Η αναφορά του ότι ο Εναγόμενος υπονοούσε ότι ο ίδιος εξαγοράζεται με χρήματα αφορά την υπόθεση του κοιμητηρίου. Επέμεινε ότι τα όσα του επέδωσε για την προσφορά στο κοιμητήριο οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο ίδιος λαμβάνει προμήθειες και με όλες τις αναφορές της Παγκοινοτικής άφησε να νοηθεί ότι είναι απατεώνας. Σε πολλά σημεία της αντεξέτασης του ο Ενάγων έκανε αναφορά σε διαλογική συζήτηση μεταξύ του ιδίου και του Εναγόμενου στα πλαίσια της Παγκοινοτικής και ενόψει τούτης της συζήτησης μεταξύ των δύο δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι οι όποιες αναφορές του Εναγόμενου αφορούσαν τον ίδιο. Σε ό,τι αφορά τις ισχυριζόμενες ζημιές που υπέστη και ειδικότερα της απώλειας της εκλογικής μάχης αποδέχτηκε ότι πριν από τις εκλογές είχε παραδεχθεί αδικήματα κατάχρησης εξουσίας. Σε άλλο σημείο βέβαια ανέφερε ότι τα χρήματα τα επέστρεψε μετά τις εκλογές. Ισχυρίστηκε ότι οι συγχωριανοί του δεν γνώριζαν την καταδίκη του για αδικήματα κατάχρησης εξουσίας πριν τις εκλογές αλλά φρόντισε ο Εναγόμενος να το μάθουν. Επέμεινε δε ότι χαίρει μεγάλης εκτίμησης από την πλειοψηφία των συγχωριανών του. Επέμεινε ότι ο Εναγόμενος τον δυσφήμισε και αρνήθηκε έντονα ότι η οποιαδήποτε καταγγελία είχε γίνει από τον Εναγόμενο ήταν καλόπιστη και για σκοπούς δημόσιου συμφέροντος. Επέμενε τέλος ότι οι οποιεσδήποτε αναφορές του Εναγόμενου δεν είχαν έναυσμα το δημόσιο συμφέρον αλλά την εμπάθεια ουσιαστικά του Εναγόμενου προς το πρόσωπο του. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του Ενάγοντα η πλευρά του έκλεισε την υπόθεση της και ακολούθησε η μαρτυρία του Εναγόμενου επίσης μοναδικού μάρτυρα. Ο Εναγόμενος (Μ.Υ.1) κατέθεσε γραπτή δήλωση (Έγγραφο Γ), στην οποίαν έκανε καταρχήν αναφορά στην Παγκοινοτική Συγκέντρωση στις 3.11.
  4. Σύμφωνα με τον μάρτυρα ο ίδιος αναφέρθηκε σε γεγονότα στα οποία τον οδήγησε δική του έρευνα αναφορικά με οικονομικές κυρίως ατασθαλίες σε διάφορες εργασίες του Συμβουλίου και ειδικότερα στα έργα που αφορούσαν το κοιμητήριο χωρίς όμως να αναφέρεται στον Ενάγοντα. Στην Παγκοινοτική παρών ήταν και ο Ενάγων με τον οποίον ήρθαν σε αντιπαράθεση αναφορικά με έργα που είτε θα γίνονταν, είτε έγιναν στην Κοινότητα όπως το Κοιμητήριο και για αυτά έγινε διάλογος και όχι μονόλογος ή επίθεση από τον ίδιο προς τον Ενάγοντα. Ο ίδιος θεωρούσε ότι με βάση τις έρευνες του υπήρχαν ζητήματα κατάχρησης αλλά και πολλά άλλα ζητήματα για τα οποία δεν απέδωσε ο ίδιος ευθύνες σε συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά επιζητούσε την τιμωρία των οιωνδήποτε ευθύνονταν για αυτές. Τις επίδικες φράσεις όντως τις ανέφερε αλλά δεν αφορούσαν τον Ενάγοντα. Ισχυρίστηκε ότι οι αναφορές του εκείνην την ημέρα αφορούσαν κατά κύριο λόγο τους εργολάβους τους οποίους κατονομάζει στη μαρτυρία του και τη μελετητή του έργου του κοιμητηρίου. Οι έρευνες του τον οδήγησαν στο ότι το έντυπο προσφοράς του εργολάβου δεν ήταν νομότυπο ή ήταν παραχαραγμένο με αποτέλεσμα να συντάξει έκθεση λόγω της ιδιότητας και θέσης του την οποία και κοινοποίησε στις αρμόδιες αρχές. Όταν πληροφορήθηκε ότι το πρόσωπο που θα προμήθευε τις πέτρες για το έργο του κοιμητηρίου ήταν ο γαμπρός του Ενάγοντα, δεν το θεώρησε σωστό. Κλήθηκε να καταθέσει και να προχωρήσει σε καταγγελία πράγμα που έπραξε και ακολούθησε η καταχώρηση ποινικών υποθέσεων εναντίον τόσο του Ενάγοντα όσο και άλλων προσώπων. Θεωρεί ότι το περιεχόμενο των καταγγελιών του δεν έχουν δυσφημιστικό χαρακτήρα, αντίθετα είναι θέματα δημοσίου συμφέροντος και αφορούν τα χρήματα των φορολογουμένων. Ακόμα και αν ήθελε φανεί ότι οποιεσδήποτε αναφορές αφορούν τον Ενάγοντα, αυτές αποτελούν δίκαιο σχόλιο ενώ ο Ενάγων ως εκ της θέσης του όπως έπραξε και ο ίδιος όφειλε να δεχτεί την κριτική. Θεωρεί ότι είχε κάθε νόμιμο δικαίωμα να προβεί σε καταγγελίες τόσο λόγω της θέσης του όσο και λόγω ηθικής. Όφειλε να ενημερώσει την κοινότητα και να προβεί σε καταγγελία όπως και έπραξε στις δημόσιες Αρχές. Σύμφωνα επίσης με τον Εναγόμενο η σταγόνα που κατά τον ίδιο ξεχείλισε το ποτήρι, ως χαρακτηριστικά ανέφερε, ήταν η πληρωμή προσωπικών εξόδων του Ενάγοντα σε ξενοδοχείο στη Ρουμανία, κάτι το οποίο αναφέρθηκε σε δημοσίευμα της Εφημερίδας « Αλήθεια» στις 3.12.
  5. Την εν λόγω καταγγελία δεν έκανε ο ίδιος αλλά αυτός διάβασε το δημοσίευμα το οποίο κράτησε και κατέθεσε ως Τεκμήριο
  6. Σε ό,τι αφορά την αναπαραγωγή ειδήσεων και πληροφοριών από τα ΜΜΕ δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος ο ίδιος. Επιπλέον αναφέρθηκε στο ότι η μη απόδειξη οιασδήποτε ζημιάς δημιουργεί κώλυμα στην προώθησή της αγωγής από τον Ενάγοντα. Σε ό,τι αφορά τον μισθό του που ισχυρίζεται ότι απώλεσε αυτό δεν μπορεί να επιζητείται ως αποζημιώσεις καθότι το λάμβανε ως εκλελεγμένος και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θα το λάμβανε εφόρου ζωής ενώ αυτό που και ο ίδιος ο Ενάγων ανέφερε είναι ότι η φήμη του δεν έχει πληγεί εφόσον συνεχίζει να χαίρει εκτίμησης από την πλειοψηφία των συγχωριανών του. Στην προφορική του μαρτυρία ο Εναγόμενος αναφέρθηκε στα ακαδημαϊκά του προσόντα ως γενετιστής με διδακτορικό στη γενετική. Αναφέρθηκε στις διάφορες εταιρείες που εργάστηκε μεταξύ των οποίων και το Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας αλλά και στην ενασχόληση του ως εκλελεγμένος στο Κοινοτικό Συμβούλιο του Κάτω Πύργου. Σήμερα διατελεί μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου. Αναφέρθηκε στις σχέσεις του με τον Ενάγοντα αμέσως μετά την εκλογή τους αλλά και σε ενέργειες του Ενάγοντα που οδήγησαν αρχικά σε συγκρούσεις. Αναφέρθηκε στον περιορισμό των υπογραφέων σε επιταγές του Συμβουλίου από τρία άτομα σε δύο με ενέργειες του Ενάγοντα ως ένα σημείο πρώτης σύγκρουσης μεταξύ των. Περί τον Μάρτιο ο Ενάγων αναφέρθηκε στο ζήτημα της πέτρας του κοιμητηρίου ως θέμα το οποίο ο ίδιος ακολούθως διερεύνησε. Με ενέργειες του Ενάγοντας ο Εναγόμενος διαγράφηκε από τη θέση του προσέφυγε στο Ανώτατο και ακολούθως επανήλθε. Μετά την επίδικη Παγκοινοτική Συγκέντρωση οι σχέσεις τους δεν ήταν καλές. Μετά την Παγκοινοτική την οποία είχε συγκαλέσει ο ίδιος, Παγκοινοτική Συγκέντρωση συγκάλεσε και ο Ενάγοντας στα πλαίσια της οποίας αναφέρθηκε στον Εναγόμενο με ύβρις. Διερωτάται γιατί περιορίζει τα παράπονα του ο Ενάγοντας μόνον στο πρόσωπό του εφόσον για άλλα δημοσιεύματα όπως αυτό του Τεκμηρίου 19 δεν έγειρε παράπονο εναντίον οποιουδήποτε προσώπου. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ρωτήθηκε για το τεκμήριο 5 και την αναφορά στο άρθρο αυτό για την αναστολή ποινικής δίωξης υπόθεσης εναντίον του ιδίου. Ανέφερε ότι καταγγέλθηκε για παράνομη είσοδο και λήψη εγγράφων από τα γραφεία του Κοινοτικού Συμβουλίου, ενέργειες για τις οποίες ενημέρωσε με επιστολή του τον Γενικό Εισαγγελέα επεξηγώντας αυτές με αποτέλεσμα ο Γενικός Εισαγγελέας να αναστείλει την ποινική δίωξη εναντίον του. Ρωτήθηκε ο μάρτυρας για τις έρευνες του και ανέφερε ότι αυτές αφορούσαν επιταγές, πέτρες, τ.μ και αυτά τα στοιχεία απέστειλε στις αρμόδιες Αρχές. Δέχτηκε ότι ο ίδιος δεν είναι εμπειρογνώμονας αλλά από τα όσα μπορεί να γνωρίζει αντιλήφθηκε ότι κάτι δεν πάει καλά. Η παρατυπία στην προσφορά του εργολάβου σε συνδυασμό με την αλλαγή στο είδος της πέτρας και το γεγονός ότι μετά την αλλαγή το νέο είδος θα το προμήθευε ο γαμπρός του Ενάγοντα ήταν στοιχεία τα οποία τον προβλημάτισαν. Το ότι η εργασία αυτή υπερκοστολογήθηκε είναι γεγονός που αναφέρεται και στην απόφαση του Δικαστηρίου. Δεν απέδωσε αυτήν την υπερκοστολόγηση στον Ενάγοντα γιατί αυτό είναι ζήτημα του εργολάβου και ο οποίος ετοίμασε την προσφορά και γι' αυτό επιμένει ότι οι αναφορές του δεν αφορούν τον Ενάγοντα. Αυτή η υπερκοστολόγηση ήταν η αναφορά σε «Overχρέωση», στην Παγκοινοτική. Επέμεινε ότι το πρόσωπο που ο ίδιος θεώρησε ότι υπερχρέωσε ήταν η εργοληπτική εταιρεία και η οποία επίσης ήταν κατηγορούμενη μαζί με την υπεύθυνη αρχιτέκτονα του έργου. Κατά τον Εναγόμενο η Παγκοινοτική Συγκέντρωση δεν αφορούσε αποκλειστικά το θέμα του κοιμητηρίου αλλά πολλά άλλα ζητήματα που αφορούσαν την κοινότητα. Για τη θέση του αυτή έδωσε παραδείγματα όπως παράλειψη εγγράφων για το σκυβαλοφόρο όχημα της κοινότητας, όπως άδεια κυκλοφορίας και MOT αλλά και πληρωμή ασφαλίστρων σε ασφαλιστική της οποίας αντιπρόσωπος ήταν η σύζυγος του Ενάγοντα ζητήματα μάλιστα τα οποία περιλαμβάνονταν και σε επιστολή του Γενικού Ελεγκτή. Σε ό,τι αφορά την αναφορά του στη φράση «πιστεύω ότι υπάρχει κατάχρηση και κλέφτης» αναφέρθηκε στις προσπάθειες του Ενάγοντα να τον «καλοπιάσει» πριν ζητήσει τη διαγραφή του. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν δέχτηκε «να περνά καλά», όπως του είχε ζητηθεί και γνώριζε ότι κάποιος πρέπει να κλέβει μέσα στο Συμβούλιο. Ανέφερε ότι πιστεύει ότι υπάρχει κλέφτης αλλά δεν ισχυρίστηκε ότι αυτός είναι ο Ενάγων. Επιταγές άλλωστε για το κοιμητήριο μόνον η εργοληπτική εταιρεία έπαιρνε και εάν η αναφορά του θεωρηθεί ότι θεωρούσε αποκλειστικά το κοιμητήριο τότε η αναφορά σε κλέφτη θα αφορούσε τον εργολάβο και όχι τον Ενάγοντα. Όταν αναφέρθηκε σε ατασθαλία εννοούσε ότι όταν ένα Συμβούλιο που απαρτίζεται από εννέα άτομα πήρε μίαν απόφαση και ακολούθως αυτή ανατράπηκε με παρέμβαση του Μητροπολίτη και αυτήν την πέτρα θα έφερνε ο γαμπρός του Κοινοτάρχη, τότε ναι θεωρεί ότι υπάρχουν ατασθαλίες. Για την αναφορά σε παρατυπία στην προσφορά παρέπεμψε στην έκθεση του γραφολόγου και στην παρουσίαση της ενώπιον του Δικαστηρίου που εκδίκασε την υπόθεση του κοιμητηρίου χωρίς να δέχεται ότι εννοούσε ως η θέση που του υποβλήθηκε ότι ο Ενάγων συνωμότησε με τον εργολάβο και τη μελετητή για οιεσδήποτε ενέργειες. Ο ίδιος στην Αστυνομία προέβη σε καταγγελία εναντίον ολόκληρου του Κοινοτικού Συμβουλίου και είναι η θέση του ότι έπρεπε να διωχθούν και τα άτομα που υπέγραφαν τις επιταγές. Εάν η Αστυνομία και ο Γενικός Εισαγγελέας επέλεξαν να διώξουν τον Ενάγοντα δεν είναι δική του ευθύνη. Κατήγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία τον Σεπτέμβριο του 2012 και η Παγκοινοτική έλαβε χώρα στις 3.11.
  7. Θεώρησε χρέος του να ενημερώσει τους συγχωριανούς του για τα τεκταινόμενα καθότι δεν ακολουθήθηκε και έγινε αλλαγή σε μίαν απόφαση του Συμβουλίου. Δεν θεωρεί ότι με τη σύγκλιση της Παγκοινοτικής πριν την ολοκλήρωση των αστυνομικών ερευνών επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο τις έρευνες και επανέλαβε ότι η αλλαγή στο είδος της πέτρας με πέτρα πιο φτηνή από αυτήν των προσφορών συνιστά υπερκοστολόγηση. Συγκεντρώνοντας στοιχεία θεώρησε χρέος του να προβεί σε καταγγελίες στην Αστυνομία. Θυμάται ότι έδωσε συνεντεύξεις στην Αλήθεια και στο Sigmalive και δεν θυμάται εάν έστειλε επιστολή στην εφημερίδα Φιλελεύθερος. Αρνήθηκε ότι συγκάλεσε την Παγκοινοτική κακόβουλα με σκοπό τον εξευτελισμό του Ενάγοντα, επαναλαμβάνοντας ότι για το ζήτημα του κοιμητηρίου δεν αποκάλεσε κλέφτη τον Ενάγοντα. Επέμενε ότι προέβη καλόβουλα στις καταγγελίες και αρνήθηκε ότι ο Ενάγων υπέστη οποιαδήποτε ζημιά. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Σημειώνω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας επιτελείται με αναφορά στα επίδικα και ουσιώδη ζητήματα. Προτού προχωρήσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας που δόθηκε, στο πλαίσιο των νομολογιακά καθιερωμένων αρχών, αναφέρω ότι η αξιολόγηση μαρτυρίας σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, ήτοι δυσφήμισης, διαφέρει από την αξιολόγηση που χρήζει η μαρτυρία που δόθηκε στα πλαίσια άλλης αγωγής με έτερη αιτία. Τα γεγονότα ως τέτοια, ήτοι η εκφορά του συγκεκριμένου λόγου, με τις φράσεις ως αναφέρθηκαν, από τον εναγόμενο σε μια πανκοινοτική συγκέντρωση δεν αμφισβητείται. Αποτελεί κοινό τόπο ότι στις 3/11/2012 ο εναγόμενος μεταξύ άλλων ανάφερε τις φράσεις αυτές. Εκείνο το οποίο το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί είναι κατά πόσο τα εν λόγω δημοσιεύματα κατά πρώτο λόγο συνδέονται με τον ενάγοντα και κατά δεύτερο με την καταφατική στο πρώτο ερώτημα απάντηση, κατά πόσο είναι δυσφημιστικά. Με βάση την νομολογία το κατά πόσο ένα κείμενο, στην προκειμένη μια αναφορά ενώπιον κοινού και με μαγνητοφώνηση από ραδιόφωνο, είναι δυσφημιστική, είναι ζήτημα πραγματικό και εξετάζεται αντικειμενικά και όχι λαμβάνοντας υπόψη την υποκειμενική κρίση και άποψη των μαρτύρων ή πως οι ίδιοι το εξέλαβαν. Τούτο δε, εφαρμόζεται τόσο στον ενάγοντα όσο και στον εναγόμενο οι οποίοι έθεσαν κατά την μαρτυρία τους την δική τους θέση όσον αφορά την ερμηνεία των δημοσιευμάτων. Το Δικαστήριο είναι εκείνο που θα καθορίσει, εφαρμόζοντας τα καθιερωμένα κριτήρια κατά πόσο οι επίδικες αναφορές έχουν δυσφημιστικό περιεχόμενο, λαμβάνοντας υπόψη του την λογική του μέσου λογικού ανθρώπου, ο οποίος δεν είναι ούτε αμελής, ούτε υπερβολικά καχύποπτος και ο οποίος έχει διαβάσει ή ακούσει εν προκειμένω το περιεχόμενο στην ολότητα του. Ομοίως αντικειμενικά εξετάζεται και το κατά πόσο ελλείψει αναφοράς στο όνομα ή ιδιότητα του ενάγοντος εάν ένας τρίτος πολίτης εξέλαβε τις αναφορές ως αφορούσες τον ενάγοντα. Ο Ενάγοντας αναφέρω κρίνω ότι δεν προσήλθε με ειλικρινή κίνητρα να παραθέσει τη δική του εκδοχή. Η μαρτυρία του προέκυψε μέσα από προσπάθειες αποφυγής ευθέων απαντήσεων, με δισταγμό στις απαντήσεις, ενώ κρίνω ότι ήταν εμφανής και διάχυτη η προσπάθειά του να περιορίσει και να εστιάσει τα οποιαδήποτε παράπονά του στην υπόθεση του κοιμητηρίου για την οποία και αθωώθηκε παραλείποντας εντέχνως να κάνει αναφορά σε άλλες υποθέσεις και ειδικότερα σε κατηγορίες που αφορούσαν την ιδιότητά του και τις οποίες παραδέχθηκε. Έχοντας υπόψη μου ότι η σύγκλιση και η διενέργεια Παγκοινοτικής Συγκέντρωσης αλλά και ότι ο Εναγόμενος πράγματι ανέφερε τις πιο πάνω επίδικες φράσεις, αυτό που πρώτιστα πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας του Ενάγοντα, με δεδομένο ότι στις επίδικες φράσεις καμία αναφορά γίνεται, είτε στο όνομα, είτε στην ιδιότητα του Ενάγοντα, είναι οι λόγοι για τους οποίους ο ίδιος θεωρεί ότι οι φράσεις αυτές αποδόθηκαν από τον Εναγόμενο στον ίδιο. Από το σύνολο της μαρτυρίας του με αναφορά στο συγκεκριμένο ζήτημα, αυτό που διαπίστωσα είναι μια υπερβολική προσπάθεια από πλευράς του Ενάγοντα να πείσει ότι οι αναφορές αφορούσαν το πρόσωπό του. Παρόλα αυτά βέβαια οι απαντήσεις του ήταν ασαφείς και αόριστες. Σε διάφορα σημεία περιορίστηκε να αναφέρει ότι με δεδομένη την ιδιότητά του ως κοινοτάρχης και έχοντας ευθύνη των αποφάσεων του Συμβουλίου, γινόταν αντιληπτό ότι οι φράσεις αυτές αφορούσαν τον ίδιο. Σε άλλα σημεία βέβαια επέμεινε ότι γινόταν αναφορά από τον Ενάγοντα στον Κοινοτάρχη. Ταυτόχρονα επεξήγησε ότι ήταν και ο ίδιος παρών στην Παγκοινοτική Συγκέντρωση και μάλιστα στα πλαίσια αυτής έγινε διάλογος για τα όσα ανέφερε ο Εναγόμενος μεταξύ των δύο. Δεν δίστασε μάλιστα στα πλαίσια της αντεξέτασης του να αναφέρει ότι το παράπονό του εστιάζεται, παρά τον διάλογο και αφού ο Εναγόμενος είχε προβεί σε καταγγελίες, στο ότι ο εναγόμενος δεν διευκρίνισε ότι οι αναφορές του δεν αφορούν τον Ενάγοντα. Είναι ξεκάθαρο ότι στις επίδικες φράσεις, οι οποίες αποτελούν το ισχυριζόμενο δυσφημιστικό δημοσίευμα, καμία αναφορά γίνεται είτε ονομαστικά στον Ενάγοντα, είτε στην ιδιότητα του. Παρά το ότι ο Ενάγων περιορίζει το παράπονό του σε αυτές τις επίδικες φράσεις, εντούτοις το σύνολο της Παγκοινοτικής και των όσων λέχθηκαν εκεί δεν τέθηκαν ενώπιον μου και καμία αναφορά έγινε σε αυτό από τον Ενάγοντα ο οποίος επέμεινε στην απομονωμένη εξέταση των επίδικων φράσεων. Από τα όσα ανωτέρω έχω αναφέρει και την γενικότερη εικόνα του Ενάγοντα στο εδώλιο κρίνω ότι ο Ενάγων παρά την αποδοχή της μη αναφοράς στο όνομα ή στην ιδιότητά του επέμενε ότι οι αναφορές αφορούσαν αυτόν αναφέροντας άλλοτε ότι ο Κοινοτάρχης έχει την ευθύνη διοίκησης και άλλοτε ότι γίνονταν σαφείς αναφορές στην ιδιότητα και στο όνομά του, κάτι το οποίο όμως δεν προκύπτει μέσα από τις επίδικες φράσεις αυτές καθ' αυτές, ενώ το σύνολο του δημοσιεύματος δεν τέθηκε ενώπιον μου ούτε καν στα δικόγραφα με αποτέλεσμα οι θέσεις του Ενάγοντα να παραμείνουν μετέωρες και κενές περιεχομένου. Παρά τις υποβολές που του τέθηκαν για τον γενικό χαρακτήρα της Παγκοινοτικής ο ίδιος επέμεινε ότι τα θέματα αφορούσαν μόνον το κοιμητήριο με σκοπό του Εναγόμενου τον απόλυτο διασυρμό του. Αυτό που προκαλεί εντύπωση περαιτέρω είναι ότι ενώ ισχυρίζεται ότι πίσω από όλες τις καταγγελίες κρύβεται ο Εναγόμενος με αλλότρια κίνητρα μάλιστα, εντούτοις αποδέχεται ότι οι εν λόγω καταγγελίες έγιναν στις αρμόδιες αρχές, καταχωρήθηκαν ποινικές υποθέσεις και ο Ενάγων εν τέλει καταδικάστηκε σε κατηγορίες κατάχρησης εξουσίας. Επομένως δεν πρόκειται ως ο Ενάγων ισχυρίζεται για κακοβουλία ήτοι καταγγελία ανύπαρκτων ζητημάτων προς εξέταση από τη στιγμή μάλιστα που είναι παραδεκτό και προκύπτει μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα ότι στα πλαίσια της υπόθεσης 27529/14 Ε. Δ. Λευκωσίας ο Ενάγων παραδέχθηκε 40 κατηγορίες κατάχρησης εξουσίας και αντίστοιχα άλλες τρεις για το ίδιο αδίκημα στα πλαίσια της 27515/14 επίσης Ε. Δ Λευκωσίας. Δεν παραβλέπω ότι ο Ενάγων αποζημίωσε το Κοινοτικό Συμβούλιο με ποσό περί τις €5000 ενώ παράλληλα αθωώθηκε μετά από ακρόαση στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 12941/14 (βλέπε σχετικά τεκμήρια 1,2,3,4 και παραδεκτά γεγονότα με αρ. 7 ως 12). Δεν αποτελεί απόρροια της λογικής, που αποτελεί παράγοντα αξιολόγησης, οι λόγοι για τους οποίους ο Ενάγων αντιδρά και εκλαμβάνει τις μεμονωμένες φράσεις ως δυσφημιστικές, ενώ τα επακόλουθα δημοσιεύματα δεν τα περιλαμβάνει ως μέρος της αξίωσης του παρά μόνον ως στοιχεία που δεικνύουν ότι οι επίδικες φράσεις αφορούσαν τον ίδιο. Ακόμα και οι αναφορές του ότι παρά τη χρήση πληθυντικού από τον Εναγόμενο ο ίδιος εξέλαβε ότι φωτογράφιζε τον ίδιο, παραλείπει να δώσει σαφή και επαρκή στοιχεία για την αντίληψή του αυτή περιοριζόμενος στις θέσεις ότι ως ο Κοινοτάρχης που έδιδε οδηγίες οι αναφορές αφορούσαν αυτόν και όχι τα λοιπά μέλη. Δεν παραβλέπω ότι τα εν λόγω δημοσιεύματα δεικνύουν κατά τον Ενάγοντα ότι οι επίδικες φράσεις έγινε αντιληπτό ότι αφορούσαν τον ίδιο και προς τούτο δημοσιεύτηκαν. Παρά ταύτα όμως μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα προκύπτει ότι μέρος των δημοσιευμάτων αυτών προηγείται της Παγκοινοτικής Συγκέντρωσης στα πλαίσια της οποίας τέθηκαν οι επίδικες φράσεις. Παραπέμπω σχετικά στα τεκμήρια 6 και ειδικότερα στα δημοσιεύματα της εφημερίδας Φιλελεύθερος ημερομηνίας 11.7.2012 και 24.10.
  8. Σε αυτά τα δημοσιεύματα μάλιστα γίνεται σαφής αναφορά για 8 μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου περιλαμβανομένου και του Εναγόμενου τα οποία προέβηκαν σε καταγγελίες αλλά και για σύγκλιση της Παγκοινοτικής όχι μόνον από τον Εναγόμενο αλλά και από άλλα μέλη. Προκύπτει επομένως ότι τα ζητήματα πιθανών παραπτωμάτων ή αδικημάτων είχαν τεθεί τουλάχιστον από τον Ιούλιο του 2012 όχι μόνον από τον Εναγόμενο αλλά και από άλλα μέλη του Συμβουλίου και αυτά αποτέλεσαν αντικείμενο αρθρογραφίας σε προγενέστερο της Παγκοινοτικής Συνέλευσης χρόνο. Ο δε Εναγόμενος προέβη σε καταγγελία δυνάμει του Τεκμηρίου 10 προς όλες τις αρμόδιες Αρχές με περιεχόμενο μεταξύ άλλων ζητημάτων και το κοινοτικό κοιμητήριο. Επομένως η θέση και η « πικρία» του Ενάγοντα εναντίον του Εναγόμενου αποκλειστικά και μόνον δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή όταν μάλιστα στο στάδιο το οποίο τέθηκαν οι επίδικες φράσεις διεξάγονταν ήδη έρευνες από τις αρμόδιες αρχές. Είναι κρίνω προφανές από την όλη του μαρτυρία ότι οι σχέσεις Ενάγοντα και Εναγόμενου δεν ήταν καλές και ο Ενάγων θεωρεί υπαίτιο για όλες τις υποθέσεις τις οποίες αντιμετώπισε, μεταξύ των οποίων και αυτές στις οποίες παραδέχθηκε αδικήματα, τον Εναγόμενο. Η αποστροφή του προς το πρόσωπο του Εναγόμενου ήταν προφανής μη παραλείποντας να αναφερθεί και σε καταγγελία στην οποία προέβη ο ίδιος εναντίον του Εναγόμενου και η οποία εν τέλει οδήγησε στην καταχώρηση ποινικής υπόθεσης και η οποία τελικά αναστάληκε από τον Γενικό Εισαγγελέα. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ο Εναγόμενος ήταν το πρόσωπο το οποίο προέβη στις 17.9.2012 σε καταγγελία για πιθανές οικονομικές καταχρήσεις σε σχέση με το Κοινοτικό Συμβούλιο. Η καταχώρηση ποινικών υποθέσεων εναντίον και του Ενάγοντα σαφέστατα δεν αναμένεται να δημιουργήσει στον Ενάγοντα θετικά συναισθήματα προς τον Εναγόμενο, παρόλα αυτά θα πρέπει να εξεταστεί εάν οι επίδικες φράσεις είναι δυσφημιστικές και τούτο ανεξάρτητα από την ερμηνεία που ο ίδιος ο Ενάγων αποδίδει σε αυτές. Σε ό,τι αφορά τώρα το πώς έγινε αντιληπτό από τρίτα πρόσωπα το υπονοούμενο για το πρόσωπο του αλλά και ειδικές ζημιές τις οποίες επιχείρησε να προωθήσει επίσης τέθηκε μέσα από ανεπαρκή μαρτυρία. Η ουσιώδης ειδική ζημία που επιχείρησε να προωθήσει είναι η απώλεια στην εκλογική μάχη και της αμοιβής ως Κοινοτάρχη. Αποδίδει δηλαδή στον Εναγόμενο ότι με τις επίδικες φράσεις οδήγησε τον Ενάγοντα σε απώλεια ψήφου. Παρά την προώθηση των θέσεων αυτών όμως, ο ίδιος ο Ενάγων αποδέχθηκε ότι είχε παραδεχθεί τη διάπραξη αδικημάτων κατάχρησης εξουσίας πριν τις εκλογές ενώ συνεχίζει μέχρι και σήμερα να χαίρει μεγάλης εκτίμησης από την πλειοψηφία των συγχωριανών του. Με βάση τις θέσεις του αυτές δεν κρίνω ότι μπορεί να γίνει αποδεκτή η προωθούμενη από τον ίδιο διασύνδεση των συγκεκριμένων φράσεων με την απώλεια στις εκλογές αλλά και πόσο μάλλον την απώλεια του μηνιαίου εισοδήματος το οποίο σε κάθε περίπτωση αποτελεί ένα έσοδο που συνδέεται με τη χρονική περίοδο κατά την οποίαν κάποιος είναι εκλεγμένος και όχι ισόβιο έσοδο λόγω εργασίας. Ομοίως επί του ζητήματος των οιονδήποτε ζημιών αυτός υπέστη η μαρτυρία του κρίνεται αόριστη και γενική. Ενώ παραθέτει στο δικόγραφο του θέσεις περί μείωσης του κύκλου εργασιών της επιχείρηση που διατηρούσε με τη σύζυγο του μετά την συγκέντρωση εντούτοις ουδεμία αναφορά έγινε μέσα από την μαρτυρία του στο ζήτημα αυτό και ουδεμία σχετική μαρτυρία παρουσιάστηκε. Θεωρώ ότι ο μάρτυρας ήταν υπερβολικός στις θέσεις του περιοριζόμενος αποκλειστικά και μόνον σε αποσπασματικές αναφορές του Εναγόμενου προσπαθώντας να περιορίσει αυτές στο θέμα του κοιμητηρίου και αγνοώντας ή παραλείποντας εντέχνως να αναφερθεί στο σύνολο των καταγγελιών στις οποίες ο Εναγόμενος προέβη και οι οποίες οδήγησαν σε ποινικές υποθέσεις σε μέρος των οποίων και ο Ενάγων καταδικάστηκε. Ολοκληρώνοντας την αξιολόγηση του Ενάγοντα καταλήγω ότι αυτός δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας, δεν επεξήγησε τις θέσεις του με ειλικρινή κίνητρα και ως εκ τούτου η μαρτυρία του, πέραν των μη αμφισβητούμενων και κοινά παραδεκτών γεγονότων, απορρίπτεται στην ολότητα της. Από την άλλη πλευρά ο Εναγόμενος θεωρώ ότι έδωσε μια μαρτυρία με αμεσότητα και αυθορμητισμό χωρίς αντιφάσεις και χωρίς να κρίνω ότι διακατεχόταν με αρνητικά συναισθήματα αλλά και με μένος έναντι του Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος άφησε άριστη εντύπωση και οι θέσεις του περί του ότι προέβηκε σε καταγγελίες ως εκλελεγμένος σε μίαν κοινότητα έχοντας καθήκον να προστατεύσει το δημόσιο συμφέρον, γίνονται αποδεκτές. Οι αναφορές του ότι στα πλαίσια της Παγκοινοτικής αναφερόταν στη ύπαρξη « κλέφτη» χωρίς να αναφέρεται στο πρόσωπο του Ενάγοντα ενισχύονται και από το γεγονός ότι δεν παρουσιάστηκε ενώπιον μου το σύνολο της αναφοράς του στην Παγκοινοτική αλλά ούτε και ο τρόπος με τον οποίον αυτές οι φράσεις τέθηκαν. Δηλαδή με δεδομένο ότι στην Παγκοινοτική ήταν παρών και ο Ενάγων ο οποίος έλαβε μέρος σε διάλογο με τον Εναγόμενο, δεν μπορεί να εξακριβωθεί πώς οι συγκεκριμένες απομονωμένες εκφράσεις εκλαμβάνονται από οποιονδήποτε τρίτο. Ο Εναγόμενος επέμεινε ότι είχε καθήκον να μεταφέρει στην κοινότητα τα όσα είχε προηγουμένως καταγγείλει στις αρμόδιες Αρχές. Αποδέχομαι την θέση του αυτήν η οποία στηρίζεται και από τα παραδεκτά γεγονότα ενώ δεν παραβλέπω ότι οι αναφορές του στην επίδικη συγκέντρωση αφορούσαν και έντυπο προσφοράς εργολάβου για το οποίο ισχυρίστηκε ότι είχε γραφολογική μελέτη αλλά και ότι αυτές οι αναφορές λογικά αφορούσαν κατά πρώτο λόγο το πρόσωπο του εργολάβου και κατ' επέκταση τρίτα πρόσωπα. Το σύνολο της μαρτυρίας του ήταν σαφές και ο ίδιος απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις με πηγαίο τρόπο χωρίς αμφιταλαντεύσεις ή αντιφάσεις. Στο σύνολο η μαρτυρία του Εναγόμενου γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη, σταθερή και σαφής και χωρίς να διακρίνω ότι αυτός είχε οποιοδήποτε σκοπό να παρουσιάσει μίαν άλλη εικόνα από αυτήν που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ευρήματα: Με βάση την ανωτέρω αξιολόγηση, τα παραδεκτά γεγονότα αλλά και όσα αποτελούν κοινό έδαφος προκύπτουν τα ακόλουθα ευρήματα: Όλα όσα έχουν κατατεθεί ως ανωτέρω και καταγραφεί ως παραδεκτά γεγονότα υπ' αριθμούς 1 μέχρι και 32 και τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω. Επιπλέον αυτών ότι ο εναγόμενος στις 03/11/2012 στην Πανκοινοτική συγκέντρωση της κοινότητας Κάτω Πύργου Τυλληρίας, μεταξύ άλλων ανάφερε τις κάτωθι φράσεις: «πιστεύω ότι υπάρχει κατάχρηση και κλέφτης» και «πιστεύω ότι υπάρχει ατασθαλία και overχρέωση» και επίσης ότι «το συγκεκριμένο έντυπο προσφοράς του εργολάβου είναι παραχαραγμένο και έχω γραφολογική έκθεση». Η Πανκοινοτική είχε συγκληθεί από τον εναγόμενο και σε αυτήν μετείχε και ο ενάγων. Της Πανκοινοτικής συγκέντρωσης είχαν προηγηθεί στις 21/7/2012 η επιστολή του εναγόμενου και άλλων 7 μελών του συμβουλίου προς τον ενάγοντα (Τεκμήριο 9) δια της οποίας επιζητείτο η σύγκληση έκτακτης συνεδρίας με διάφορα θέματα όπως οικονομική διαφάνεια και διάφορες αποφάσεις. Ακολούθησε της πιο πάνω επιστολής το τεκμήριο 10, ήτοι η επιστολή του εναγόμενου προς Γενικό Εισαγγελέα, Γενική Ελέγκτρια, και άλλες αρχές ημερ. 24/9/2012 δια της οποίας δίδονται συμπληρωματικές πληροφορίες που αφορούν αίτημα για εξέταση αδικημάτων εις βάρος της Κοινότητας με αναφορά την εξέταση της υπόθεσης του έργου επέκτασης του κοιμητηρίου. Στην εν λόγω επιστολή ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας απάντησε στις 28/9/2012 και με αναφορά σε προηγούμενη επιστολή του ημερ.23/8/12 αναφέρει στον εναγόμενο ότι εάν προκύψει η διάπραξη ποινικών αδικημάτων από μέλη του συμβουλίου αυτοί θα διωχθούν ποινικά. (βλέπε τεκμήριο 11). Με επιστολή του ημερ. 15/10/2012 ο εναγόμενος απευθύνθηκε εκ νέου στις αρμόδιες αρχές (τεκμήριο 12) με θέμα τις καταγγελίες και εξέταση του ζητήματος του κοιμητηρίου. Η πανκοινοτική εκδήλωση έλαβε χώρα στις 3/11/2012 ενώ διάφορα ΜΜΕ είχαν ήδη προβεί σε σχετικές δημοσιεύσεις και ρεπορτάζ, όπως μέρος του τεκμηρίου 6, ημερ. 31/7/2012 και 24/10/
  9. Η εξέταση των ζητημάτων που αποτέλεσαν αντικείμενο των καταγγελιών οδήγησε στην αποστολή επιστολής από τον Γενικό Ελεγκτή ημερ. 9/1/13 προς τον εναγόμενο (τεκμήριο 13) δια της οποίας τον ενημερώνουν ότι οι καταγγελίες για το κοιμητήριο εξετάστηκαν και παραπέμφθηκε το ζήτημα στην Αστυνομία για περαιτέρω διερεύνηση. Στις 12/3/2013 ο εναγόμενος με νέα επιστολή προς τις αρμόδιες αρχές (Τεκμήριο 14) έθεσε προς εξέταση άλλα ζητήματα όπως επίσης και στις 18/4/2013 (βλέπε τεκμήριο 15). Νομική Πτυχή: To νομοθετικό πλαίσιο, εντός του οποίου θα εξεταστεί η υπό κρίση υπόθεση, βρίσκεται στις πρόνοιες του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 και ειδικότερα αφορά το αδίκημα της δυσφήμισης αλλά και της επιζήμιας ψευδολογίας. Το άρθρο 17 με αναφορά στην δυσφήμιση έχει ως ακολούθως: 17.-
(1)Η δυσφήμηση συvίσταται στη δημoσίευση από oπoιoδήπoτε πρόσωπo με έvτυπo, γραπτό, ζωγραφιά, oμoίωμα, χειρovoμίες, λόγια ή άλλoυς ήχoυς, ή με κάθε άλλo μέσo oπoιασδήπoτε φύσης, περιλαμβαvόμεvης και της εκπoμπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημoσιεύματoς τo oπoίo- (α) απoδίδει σε άλλo πρόσωπo έγκλημα͘ ή (β) απoδίδει σε άλλo πρόσωπo αvάρμoστη συμπεριφoρά σε δημόσια θέση͘ ή (γ) εκ φύσεως τείvει στo vα βλάψει ή vα επηρεάσει με δυσμέvεια τηv υπόληψη άλλoυ πρoσώπoυ στo επάγγελμα, επιτήδευμα, τηv εργασία, απασχόληση, ή τη θέση τoυ͘ ή (δ) εvδέχεται vα εκθέσει άλλo πρόσωπo σε γεvικό μίσoς, περιφρόvηση ή χλεύη͘ ή (ε) εvδέχεται vα πρoκαλέσει τηv απoστρoφή ή απoφυγή oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ από άλλoυς.
(2)Η ευθύvη τηv oπoία υπέχει τo πρόσωπo για δυσφημηστική δήλωση δεv είvαι μικρότερη για μόvo τo λόγo ότι- (α) πρoβαίvει σε αυτή υπό μoρφή επαvάληψης ή φημoλoγίας (hearsay)͘ ή (β) αvαφέρει έγκαιρα ή μεταγεvέστερα τηv πηγή στηv oπoία στηρίζεται η δήλωση πoυ έγιvε͘ ή (γ) τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τωv άρθρωv 19, 20 και 21, πιστεύει τη δήλωση ως αληθιvή͘ ή (δ) δεv σκόπευε στηv πραγματικότητα vα πρoβεί σε αυτή ή vα δημoσιεύσει αυτή για τov εvάγovτα και ότι αφoρoύσε αυτόv͘ ή (ε)τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 22, αγvooύσε τηv ύπαρξη τoυ εvάγovτα. Νoείται ότι τo Δικαστήριo δύvαται vα λάβει υπόψη αυτές ή παρόμoιες περιστάσεις κατά τηv επιδίκαση απoζημίωσης.
(3).
(4)Δυσφήμηση διαπράττεται και αv ακόμη τo δυσφημηστικό της vόημα δεv εκφράζεται ευθέως ή πλήρως͘ αρκεί αv τo vόημα αυτό, και η αvαφoρά τoυ σε αυτό πoυ φέρεται ότι είvαι δυσφημoύμεvo δύvαvται vα συvαχθoύv είτε από αυτή τηv ίδια τηv δυσφημηστική δήλωση είτε από εξωτερικές περιστάσεις, είτε μερικά από τo έvα και μερικά από τo άλλo. 18.-
(1)Πρόσωπo δημoσιεύει δυσφημηστικό δημoσίευμα αv πρoκαλεί τέτoια χρήση τoυ εvτύπoυ, γραπτoύ, ζωγραφιάς, oμoιώματoς, χειρovoμιώv, λόγωv ή άλλωv ήχωv ή άλλωv μέσωv, με τα oπoία μεταδίδεται τo δυσφημηστικό δημoσίευμα, είτε με έκθεση, αvάγvωση, απαγγελία, περιγραφή, παράδoση, κoιvoπoίηση, διαvoμή, επίδειξη, έκφραση, εκφώvηση ή άλλως πως, ώστε τo δυσφημηστικό vόημα αυτoύ vα περιέρχεται ή vα εvδέχεται vα περιέλθει σε γvώση oπoιoυδήπoτε άλλoυ πρoσώπoυ ή- (α) Αυτoύ πoυ δυσφημείται από αυτό͘ ή (β) τoυ συζύγoυ ή της συζύγoυ αυτoύ πoυ δημoσίευσε τη δυσφημηστική δήλωση κατά τη διάρκεια τoυ γάμoυ.
(2)Για τoυς σκoπoύς τoυ άρθρoυ αυτoύ, κoιvoπoίηση με αvoικτή επιστoλή ή ταχυδρoμικό δελτάριo, αvεξάρτητα αv απoστέλλεται πρoς αυτόv πoυ δυσφημείται ή πρoς άλλo, συvιστά δημoσίευση. 19. Σε αγωγή για δυσφήμηση απoτελεί υπεράσπιση- (α) ότι τo δημoσίευμα για τo oπoίo έγιvε η αγωγή ήταv αληθές: Νoείται ότι, όταv τo δυσφημηστικό δημoσίευμα περιέχει δυo ή περισσότερες ξεχωριστές κατηγoρίες κατά τoυ εvάγovτα, υπεράσπιση βάσει της παραγράφoυ αυτής δεv καταρρίπτεται για μόvo τo λόγo ότι δεv απoδεικvύεται τo αληθές κάθε μιας κατηγoρίας, αv τo μέρoς τoυ δημoσιεύματoς πoυ δεv απoδείχτηκε ως αληθές δεv βλάπτει oυσιωδώς τηv υπόληψη τoυ εvάγovτα, αφoύ ληφθεί υπόψη τo αληθές τωv υπόλoιπωv κατηγoριώv͘ (β) ότι τo δημoσίευμα για τo oπoίo έγιvε η αγωγή ήταv έvτιμo σχόλιo για θέμα δημoσίoυ συμφέρovτoς: Νoείται ότι όταv τo δυσφημηστικό δημoσίευμα συvίσταται εv μέρει στov ισχυρισμό γεγovότωv και εv μέρει στηv έκφραση γvώμης, υπεράσπιση έvτιμoυ σχoλίoυ δεv καταρρίπτεται για μόvo τo λόγo ότι δεv απoδεικvύεται τo αληθές κάθε ισχυρισμoύ γεγovότoς, αv η έκφραση γvώμης απoτελεί έvτιμo σχόλιo αφoύ ληφθoύv υπόψη αυτά τα oπoία ισχυρίζovται ή αvαφέρovται στo δυσφημηστικό δημoσίευμα για τo oπoίo έγιvε η αγωγή τα oπoία απoδεικvύovται: Νoείται περαιτέρω ότι η βάσει της παράγραφoυ αυτής υπεράσπιση δεv επιτυγχάvει αv o εvάγωv απoδείξει ότι η δημoσίευση δεv έγιvε καλή τη πίστει εvτός της έvvoιας τoυ εδαφίoυ
(2)τoυ άρθρoυ 21 τoυ Νόμoυ αυτoύ. (γ) ότι η δημoσίευση τoυ δυσφημηστικoύ δημoσιεύματoς ήταv πρovoμιoύχα δυvάμει τωv άρθρωv 20 και 21͘ (δ) ότι η δυσφήμηση έγιvε χωρίς πρόθεση δυvάμει τoυ άρθρoυ
  1. Από το Άρθρο 17 παρ. 1 του Κεφ.148 προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δυσφήμισης τα οποία θα πρέπει να αποδείξει ο ενάγων ότι συνυπάρχουν είναι: α) H δημοσίευση β) H δημοσίευση αφορά στο πρόσωπο του ενάγοντα και γ) Η δημοσίευση είναι δυσφημιστική για το πρόσωπο του ενάγοντα Στην προκειμένη περίπτωση σημειώνω ότι η δημοσίευση των επίδικων δημοσιευμάτων υπό την έννοια εν προκειμένω της εκφοράς τους σε δημόσιο χώρο, ήτοι στα πλαίσια πανκοινοτικής συγκέντρωσης από τον εναγόμενο, είναι παραδεκτό γεγονός ομοίως με την μαγνητοφώνηση από ραδιόφωνο. ΣΥΝΔΕΣΗ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΩΝ ΜΕ ΤΟΝ ΕΝΑΓΟΝΤΑ Με την δημοσίευση έπεται η εξέταση του κατά πόσο αυτά συνδέονται με το πρόσωπο του ενάγοντα και/ή ότι η επίδικη αναφορά αναφέρετο και/ή έγινε αντιληπτό ότι αναφέρετο στον ενάγοντα. Έχει νομολογηθεί τόσο στην Κύπρο όσο και στη Αγγλία και είναι καθολικά αποδεκτή αρχή ότι για να επιτύχει σε αγωγή για δυσφήμηση ο ενάγοντας δεν πρέπει να αποδείξει μόνο ότι ο εναγόμενος δημοσίευσε τις λέξεις και ότι οι λέξεις είναι δυσφημιστικές, πρέπει επίσης να αποδείξει ότι γίνεται αντιληπτό ότι οι λέξεις τον αφορούν. (βλέπε: Gatley on Libel and Slander 9th ed., 1998, par.7.1, pg.161, "ΑΛΗΘΕΙΑ" ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ. ΚΑΙ ΑΛΛΗ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ Πολιτική Έφεση Αρ. 9435, 19/05/1997, Halsbury's Laws of England/LIBEL AND SLANDER (VOLUME 28 (REISSUE))/
  2. THE CAUSES OF ACTION/
(3)DEFAMATORY STATEMENTS (ηλεκτρονική έκδοση), Knupffer v London Express Newspaper Ltd [1944] 1 All ER 495, HL). Δηλαδή δεν αρκεί ο ενάγοντας να αποδείξει μόνο ότι σχετίζεται με κάποιο τρόπο με το θέμα αντικείμενο του δημοσιεύματος αλλά θα πρέπει να αποδείξει ότι το δημοσίευμα τον «δακτυλοδείχνει». Όπως χαρακτηριστικά το έθεσε ο Willes J στην Eastwood v. Holmes 1 F. & F. 347, στη σελ.349, "if a man wrote that all lawyers were thieves, no particular lawyer could sue him unless there is something to point to the particular individual." Το κατά πόσο ένα δημοσίευμα αφορά ή αναφέρεται στον ενάγοντα, κρίνεται από το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη όλη τη μαρτυρία και έχοντας κατά νου τις ξεχωριστές περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, υπό τις ίδιες αρχές που εφαρμόζονται κατά την εξέταση του κατά πόσο η δημοσίευση ήταν δυσφημιστική. (Gatley par.7.1, Βλ. επίσης Halsbury's Laws of England ανωτέρω) «Par. 40 - Function of judge and jury in issues of identification. Where identification is in issue, it is for the judge to rule whether or not the words are reasonably capable of being understood to refer to the plaintiff. The plaintiff is entitled to call witnesses at the trial to testify that they understood the words to refer to him. He may also adduce evidence as to the effect of the words complained of on others. It is for the jury to assess the witnesses and their reasonableness and to decide whether reasonable persons would reasonably understand that the plaintiff was referred to. Where there is no jury the judge will decide the matter as a question of fact.» Όπου τα δημοσιεύματα κατονομάζουν τον ενάγοντα τότε δεν χρειάζεται να προσαχθεί οποιαδήποτε μαρτυρία προς απόδειξη αναγνώρισης του. (Gatley par.7.3). Εκεί όμως που το δημοσίευμα δεν κατονομάζει, δεν "φωτογραφίζει" απευθείας τον δυσφημούμενο, και μόνο τότε, η εξωτερική μαρτυρία θεωρείται απαραίτητη και καθίσταται επιτρεπτή. (Υπόθεση ΑΛΗΘΕΙΑ ν ΛΕΩΝΙΔΑ ανωτέρω). Σε καμιά άλλη περίπτωση. Στην Knupffer v London Express Newspaper Ltd,ανωτέρω, διατυπώθηκε η αρχή που πρέπει να ακολουθείται σε τέτοιες περιπτώσεις. «Where he is not named ... There are two questions involved in the attempt to identify the appellant as the person defamed. The first question is a question of law - can the article, having regard to its language, be regarded as capable of referring to the appellant? The second question is a question of fact - Does the article, in fact, lead reasonable people, who know the appellant, to the conclusion that it does refer to him? ..Unless the first question can be answered in favour of the appellant, the second question does not arise. The question whether they did so in fact does not arise if they cannot in law be regarded as capable of referring to him» Εκείνο που προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι ότι ο ενάγοντας έχει το βάρος να αποδείξει τα κάτωθι: α) Ότι το δημοσίευμα, με αναφορά στο λεκτικό του, μπορεί να θεωρηθεί ως ικανό να αναφέρεται στο πρόσωπο του - ζήτημα νομικό και β) Εάν και εφόσον η απάντηση ανωτέρω είναι καταφατική και μόνο τότε, ότι το δημοσίευμα, ως πραγματικό γεγονός, οδηγεί λογικούς ανθρώπους, που γνωρίζουν τον ενάγοντα, στο συμπέρασμα ότι αναφέρεται σε αυτόν. ΔΥΣΦΗΜΙΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΩΝ Εάν το Δικαστήριο εξετάζοντας τα πιο πάνω καταλήξει στην σύνδεση των επίδικων δημοσιευμάτων με το πρόσωπο του ενάγοντα προχωρεί και εξετάζει κατά πόσο το περιεχόμενο αυτών είναι πράγματι δυσφημιστικό για τον ενάγοντα. Το κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης σε πληθώρα υποθέσεων. Σωρεία δε νομικών αρχών κάτω από το πρίσμα των οποίων εξετάζεται το ζήτημα αυτό έχουν καθιερωθεί. Στην πρωτόδικη απόφαση του τότε Π.Ε.Δ κ. Ν. Σάντη στην υπόθεση Σωκράτης Ζ. Ηλιάδης ν Κώστα Βενιζέλου κ.α, Αγωγή, 1491/04, ημερομ. 28/12/07 η οποία και είχε επικυρωθει κατ' έφεση Σωκράτης Ζ. Ηλιάδης ν Κώστα Βενιζέλου κ.α (Π.Ε. 45/08 15/07/09) γίνεται μια σαφής αναφορά και επεξήγηση των αρχών επί των οποίων εξετάζεται ένα δημοσίευμα. «Το κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, κρίνεται από το Δικαστήριο και αποφασίζεται ως ζήτημα πραγματικό, με απόδοση στις λέξεις ή φράσεις της συνήθους φυσικής τους έννοιας, με γνώμονα το μέτρο του μέσου λογικού πολίτη. Δεν έχει σημασία το κατά πόσο ένας αναγνώστης ή ακόμη και ο ίδιος ο ενάγων δυνατόν να θεωρήσει το δημοσίευμα δυσφημιστικό, ούτε και έχει σημασία η μαρτυρία που τυχόν δίνεται για το πώς ένα δημοσίευμα έγινε αντιληπτό σε σχέση με το νόημα και τη γενική του έννοια. Ο ενάγων δεν μπορεί να αποδώσει ο ίδιος δυσφημιστική έννοια στο δημοσίευμα και να θεωρήσει τον εαυτό του θιγμένο αν το κείμενο είναι δεκτικό και άλλων αθώων ερμηνειών. Κατά την εξέταση του κειμένου το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την ετυμολογία συγκεκριμένων λέξεων αλλά και το σύνολο του περιεχομένου του, με αναφορά στο χρόνο και τόπο του δημοσιεύματος καθώς και στην ισχύουσα κοινή γνώμη για το θέμα, με την επισήμανση, το ότι κάποια μομφή δυνατόν να είναι δυσφημιστική, ανεξαρτήτως αν γίνεται πιστευτή από αυτούς στους οποίους δημοσιοποιείται. Οι λέξεις στις οποίες αποδίδεται δυσφημιστικό περιεχόμενο πρέπει να ερμηνεύονται στο σύνολο τους. Είναι δυνατόν η μια ή η άλλη διατύπωση σε ένα κείμενο, να θεωρείται δυσφημιστική, όπως είναι εξίσου δυνατόν, να υπάρχουν εκεί και άλλες φράσεις ή προτάσεις οι οποίες να απομακρύνουν από την πρώτη εντύπωση (βλ. Gatley, παρ.3.12-3.17).» Στην δε πιο πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Ο Φιλελεύθερος Λτδ - ν - Δώρος Γεωργιάδης κ.α ECLI:CY:AD:2014:A541, Πολιτική Έφεση 335/2008 ημερ. 17/7/2014, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τον τρόπο που εξετάζεται ένα δημοσίευμα: «Στην υπόθεση Αρκτίνος ν. Δώρου Γεωργιάδη (πιο πάνω) αναλύονται οι αρχές που διέπουν το θέμα της δυσφήμισης σε υποθέσεις όπως η παρούσα, τις οποίες παραθέτουμε: «Το κριτήριο αν ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό είναι κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος προς τον οποίο απευθύνεται το κείμενο θα μπορούσε να το αντιληφθεί κατά δυσφημιστικό τρόπο και όχι να αποδώσει απλώς ο ίδιος ο ενάγων ένα δυσφημιστικό νόημα στο δημοσίευμα θεωρώντας τον εαυτό του θιγμένο ενώ το κείμενο μπορεί να είναι δεκτικό και άλλων αθώων ερμηνειών. Κατά την εξέταση του κειμένου, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την ετυμολογία συγκεκριμένων λέξεων αλλά εξετάζει το κείμενο στην ολότητά του με αναφορά στον χρόνο και τον τόπο του δημοσιεύματος αλλά και την κρατούσα κοινή γνώμη για το θέμα. Στον Gatley on Libel and Slander, 11η έκδ., σελ. 103 αναφέρονται τα εξής: «The general approach. In ruling on meaning, the court is not determining the actual meaning of the words but delimiting the outside boundaries of the possible rance of meaning and setting the "ground rules" for the trial. Thus in Shan v Standard Chartered Bank the allegations were capable of bearing the meaning that the plaintiffs were guilty of money laundering; but the use of miscellaneous qualifying words such as "alleged" or "apparently" meant that in the alternative they were capable of imputing no more than reasonable suspicion. The nature of the exercise has been summarized as follows (citations omitted): "
(1)The governing principle is reasonableness.
(2)The hypothetical reasonable reader is not naïve but he is not unduly suspicious. He can read between the lines. He can read in an implication more readily than a lawyer and may indulge in a certain amount of loose thinking but he must be treated as being a man who is not avid for scandal and someone who does not, and should not, select one bad meaning where other non-defamatory meanings are available.
(3)Over-elaborate analysis is best avoided.
(4)The intention of the publisher is irrelevant.
(5)The article must be read as a whole, and any "bane and antidote" taken together.
(6)Τhe hypothetical reader is taken to be representative of those who would read the publication in question.
(7)In delimiting the range of permissible defamatory meanings, the court should rule out any meaning which, can only emerge as the produce of some strained, or forced, or utterly unreasonable interpretation .
(8)It follows that it is not enough to say that by some person or another the words might to be understood in a defamatory sense". (Jeynes v New Magazines Ltd
(2008)EWCA Civ 130.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Η γενική προσέγγιση: Κατά την απόφαση ως προς το νόημα, το δικαστήριο δεν καθορίζει την πραγματική σημασία των λέξεων, αλλά προσδιορίζει τα ακραία όρια του δυνατού εύρους των εννοιών και θέτει τους «βασικούς κανόνες» για τη δίκη. Έτσι, στην υπόθεση Shαh ν Standαrd Chartered Bαnk, οι ισχυρισμοί ήταν ικανοί να αποδώσουν το νόημα ότι οι ενάγοντες ήταν ένοχοι για ξέπλυμα χρήματος. αλλά η χρήση των διαφόρων διακριτικών λέξεων όπως "κατ΄ισχυρισμόν" ή "προφανώς" σήμαινε εναλλακτικά ότι δεν μπορούσαν να προσδώσουν τίποτε περισσότερο πέραν της εύλογης υποψίας. Η φύση του θέματος έχει συνοψιστεί ως εξής (οι αναφορές παραλείπονται): «
(1)Η βασική αρχή είναι η λογική.
(2)Ο υποθετικός λογικός αναγνώστης δεν είναι αφελής αλλά ούτε υπερβολικά καχύποπτος. Μπορεί να διαγιγνώσκει. Μπορεί να αντιληφθεί ένα υπονοούμενο πιο εύκολα από ότι ένας δικηγόρος και μπορεί να ενδώσει σε ένα πιο χαλαρό (ελεύθερο) τρόπο σκέψης αλλά πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ένας άνθρωπος που δεν διψά για σκάνδαλα και ως κάποιος που δεν επιλέγει ή δεν θα πρέπει να επιλέγει μόνο την κακή σημασία, όπου υπάρχουν άλλες μη δυσφημιστικές σημασίες.
(3)Υπερβολικά λεπτομερής ανάλυση είναι καλύτερα να αποφεύγεται.
(4)Η πρόθεση του δημοσιεύοντος είναι άσχετη.
(5)Το άρθρο πρέπει να αναγνωστεί ως σύνολο και «το δηλητήριο με το αντίδοτο» να συνεξεταστούν.
(6)Ο υποθετικός αναγνώστης θεωρείται αντιπροσωπευτικός εκείνων που θα διάβαζαν το επίμαχο δημοσίευμα.
(7)Οριοθετώντας το φάσμα των επιτρεπτών δυσφημιστικών σημασιών, το δικαστήριο θα πρέπει να αποκλείει κάθε έννοια η οποία μπορεί να προκύψει μόνο και μόνο ως παράγωγο ορισμένης παρατραβηγμένης, εξαναγκαστικής ή εντελώς παράλογης ερμηνείας.
(8)Επομένως, δεν αρκεί να πούμε ότι, από ορισμένους, οι λέξεις θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές ως δυσφημιστικές. Στις περιπτώσεις όπου τα επίδικα δημοσιεύματα, όπως στην προκειμένη περίπτωση, αποδίδουν στον παραπονούμενο κάποια συμμετοχή σε σχέση με ποινικά αδικήματα, το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί με βάση τις πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές είναι μέχρι ποιο βαθμό συμμετοχή σε αυτό αποδίδεται στον παραπονούμενο.» Στην Π.Ε. 12139, ημ.12/07/07 (ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ ν ΠΑΠΑΕΥΣΤΑΘΙΟΥ) λέχθηκε ότι κατά την εξέταση του κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό το Δικαστήριο πρέπει να έχει κατά νου δύο ανθρώπινα δικαιώματα που πρέπει να προστατευθούν και να εξισορροπηθούν. «α) Το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 19 του Συντάγματος και από το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, και (β) Το δικαίωμα της προάσπισης της αξιοπρέπειας και της φήμης του ανθρώπου, που προστατεύεται από το άρθρο 2 της Σύμβασης. Το δικαίωμα αυτό πιθανόν να περιλαμβάνεται και στο ευρύτερο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής το οποίο προστατεύεται από το άρθρο 15 του Συντάγματος και από το άρθρο 8 της Σύμβασης. Και τα δύο προαναφερόμενα δικαιώματα είναι εξίσου σημαντικά και κατά συνέπεια τα Δικαστήρια εξετάζοντας υποθέσεις όπως την παρούσα θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα και προσεκτικά ώστε να μην παραβιάζεται, στο βαθμό που είναι δυνατό, οποιοδήποτε από τα προαναφερόμενα δικαιώματα.» Αναφορικά τώρα με τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο προχωρεί στην εξισορρόπηση των δύο ανωτέρω δικαιωμάτων η κυπριακή νομολογία είναι πλούσια. (Βλ. ΑΛΗΘΕΙΑ ν. ΑΛΩΝΕΥΤΗ, Π.Ε. Αρ. 10703, Π.Ε. 12139 ανωτέρω, Π.Ε. 45/08 ανωτέρω, Χατζηνικολάου ν Αστυνομίας
(1976)2 CLR 63, Police V Ekdotiki Eteria
(1982)2 CLR, Κουτσού ν Αλήθεια κ.α Π.Ε. 11316, 24/09/03). Από την σχετική Κυπριακή νομολογία παρατηρείται ότι και στην Κύπρο ακολουθείται η σύγχρονη τάση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων να περιορίζει το δικαίωμα στη φήμη προς όφελος του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, την οποία το Δικαστήριο κατατάσσει ψηλά; αποδίδοντας της ιδιαίτερη αξία ως ουσιαστικό θεμέλιο της δημοκρατικής κοινωνίας και βασικής προϋπόθεσης προόδου της. Η ελευθερία αυτή εφαρμόζεται όχι μόνο σε πληροφορίες και ιδέες που είναι αρεστές ή τουλάχιστο, θεωρούνται ως μη εχθρικές ή αδιάφορες, αλλά και σε εκείνες που είναι προσβλητικές, εκπλήττουν, ή ενοχλούν. Αυτό απαιτεί ο πλουραλισμός, η ανεκτικότητα και ευρύτητα πνεύματος. (Π.Ε. Αρ. 10703, Π.Ε. 12139) Αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο η κυπριακή νομολογία όσο και η ξένη έχουν αναγνωρίσει ότι το δικαίωμα της ελευθερίας του τύπου υπερτερεί του δικαιώματος της φήμης ιδιαίτερα δε όταν πρόκειται περί θεμάτων πολιτικών, δημοσίου συμφέροντος και ενδιαφέροντος ασχέτως του πόσο σκληρό, αυστηρό ή ακόμη και προσβλητικό ενδεχομένως να είναι το περιεχόμενο των δημοσιευμάτων. Παραπέμπω ενδεικτικά στην υπόθεση ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ ν. ΝΙΚΟΥ ΠΑΠΑΕΥΣΤΑΘΙΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 1213912/07/2007. Ως προς τον νομικό ή αληθινό υπαινιγμό (true innuendo) και τον ψευδοϋπαινιγμό (false innuendo), παραπέμπω στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λίμιτεδ κ.α. - ν - Νίκου Στέλικου
(2004)1Β Α.Α.Δ 949, στην οποία αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω: «Η διαφορά μεταξύ του νομικού ισχυρισμού και του ψευδοϋπαινιγμού εξετάστηκε στην Αγγλική υπόθεση Slim v. Daily Telegraph Ltd [1968] 1 All ER 497, στην οποία λέχθηκε ότι, ". Words may de defamatory in their ordinary and natural meaning. They may also, or in the alternative, bear a defamatory innuendo. A 'true' or 'legal' innuendo is a meaning which is different from the ordinary and natural meaning of the words, and defamatory because of special facts and circumstances known to those to whom the words are published. The ordinary meaning and the innuendo give rise to different causes of action, and, accordingly, must be separately pleaded - Sim v. Stretch. Words in their ordinary and natural meaning may be defamatory because of what they say expressly, e.g. 'A is a thief'; or because of what they imply to the ordinary sensible man without knowledge of any special circumstances." » ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΙΣ Σε περίπτωση που το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο και εξετάζοντας αγωγή για δυσφήμιση ακολουθήσει τα πιο πάνω βήματα και καταλήξει ότι το ή τα δημοσιεύματα είναι δυσφημιστικά οφείλει, να προχωρήσει και να εξετάσει τυχόν υπερασπίσεις που έχουν εγερθεί και οι οποίες προβλέπονται μέσα από τον Νόμο Περί Αστικών Αδικημάτων (άρθρο 19). Επί του προκειμένου και λαμβάνοντας υπόψη μου τις υπερασπίσεις που εγείρει ο εναγόμενος ανεξάρτητα και διαζευκτικά με τις θέσεις του περί άρνησης ότι οι αναφορές αφορούν τον ενάγοντα ή ότι αυτές είναι δυσφημιστικού περιεχομένου κρίνω απαραίτητο να θέσω τις νομολογιακά καθιερωμένες αρχές κάτω από τις οποίες εξετάζεται κατά πόσο ο εναγόμενος απέδειξε την υπεράσπιση που επικαλείται. Υπεράσπιση Αλήθειας Σχετική είναι η υπόθεση Ρ.Ι.Κ ν ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΨΟΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. 256/2006, 24/09/2009. Όπως προκύπτει από το ίδιο το λεκτικό του άρθρου 19(α) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, όπως και εδώ, κάποιο δημοσίευμα περιέχει περισσότερους από ένα δυσφημιστικούς ισχυρισμούς, έστω και αν δεν αποδειχθεί η αλήθεια κάποιων από τους ισχυρισμούς, εν τούτοις μπορεί να στοιχειοθετηθεί και να επιτύχει η υπεράσπιση της αλήθειας. Το κριτήριο το οποίο θέτει ο ίδιος ο νομοθέτης σε μια τέτοια περίπτωση είναι η διακρίβωση κατά πόσο το μέρος ή τα μέρη του δημοσιεύματος που δεν αποδείχτηκε ότι είναι αληθινά, βλάπτουν ουσιωδώς την υπόληψη του εφεσίβλητου, λαμβανομένου όμως υπόψη του αληθούς των υπόλοιπων κατηγοριών. Όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Pamplin v. Express Newspapers Ltd (No. 2)
(1998)1 All E.R. 282, μια υπεράσπιση η οποία βασίζεται στη μερική αλήθεια των προβληθέντων ισχυρισμών, μπορεί να ευσταθήσει, εάν δε αυτό δεν καταστεί δυνατό, ο εναγόμενος μπορεί να βασισθεί στα αποδειχθέντα ως αληθή γεγονότα, έτσι ώστε να μειώσει και σχεδόν να εκμηδενίσει το ποσό των επιδικασθησόμενων αποζημιώσεων. Όπως δε τονίστηκε και στην υπόθεση Reynolds v. Times Newspapers Ltd and others
(1999)4 All E.R. 609, η απόδειξη της αλήθειας συνιστά μια ολοκληρωμένη υπεράσπιση. Εάν ο εναγόμενος αποδείξει ουσιωδώς την αλήθεια των ισχυρισμών του αυτό είναι αρκετό. Στην απόφαση του House of Lords στην υπόθεση Grobbelaar v. News Group Newspapers Ltd and another
(2002)4 All E.R. 732, τονίστηκε ότι είναι καλά καθιερωμένη αρχή ότι για να επιτύχει υπεράσπιση της αλήθειας, ο εναγόμενος δεν χρειάζεται να αποδείξει την αλήθεια ενός εκάστου επιβλαβούς ισχυρισμού στον οποίο είχε προβεί. Υπεράσπιση έντιμου Σχολίου Στην υπόθεση ΚΑΨΟΣ (ανωτέρω) το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να συνοψίσει την νομολογία που διέπει την υπεράσπιση του εντίμου σχολίου. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα. «Όπως ρητά αναφέρεται στο .. εδάφιο του άρθρου 19, το επίδικο δημοσίευμα στο οποίο θα εφαρμοσθεί ή όχι αυτή η υπεράσπιση θα πρέπει να συνιστά "σχόλιο". Ορθά άλλωστε είχε εντοπίσει και το πρωτόδικο Δικαστήριο στην αρχή της ενασχόλησης του με αυτό το θέμα ότι, ο έντιμος σχολιασμός περιλαμβάνει τρία στοιχεία υπεράσπισης: (i) Ότι οι επίδικες λέξεις αποτελούν σχόλιο και όχι δήλωση γεγονότων, (ii) Ότι αποτελούν έντιμο ή δίκαιο (fair) σχολιασμό επί γεγονότων ορθώς διατυπωμένων και, (iii) Ότι αποτελούν σχολιασμό επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος. Στη γνωστή Αγγλική υπόθεση Reynolds v. Times Newspapers Ltd & others
(1999)4 All E.R. 609, το House of Lords τόνισε τα εξής στη σελίδα 615 (L. Nicholls) σε σχέση με την υπεράσπιση του εντίμου σχολίου (honest comment): "It is important to keep in mind that this defence is concerned with the protection of comment, not imputation of fact. If the imputation is one of fact, a ground of defence must be sought elsewhere. Further, to be within this defence the comment must be recognisable as comment, as distinct from an imputation of fact." Εκείνο επομένως που θα μπορούσε να καλύψει η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου είναι τη δημοσίευση κάποιου σχολίου, γνώμης κλπ και όχι τον καταλογισμό κάποιου γεγονότος στο πρόσωπο του δυσφημουμένου. Όπως ορθά είχε διευκρινιστεί και στην υπόθεση Hunt v. Star Newspaper Co. Ltd
(1908)2 KB 319, κάποιο σχόλιο, για να δικαιολογείται ο χαρακτηρισμός του ως δίκαιο ή έντιμο, θα πρέπει κατ΄ αρχή να παρουσιάζεται ως σχόλιο και δεν πρέπει να είναι τόσο αναμεμειγμένο με τα γεγονότα ώστε ο αναγνώστης να μη μπορεί να διακρίνει μεταξύ του τι είναι αναφορά γεγονότος (report) και τι είναι σχόλιο. Η ίδια θέση παρατίθεται και στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 6th Edition, para 705, όπου και τονίζεται ότι μια δυσφημιστική δήλωση γεγονότος δεν συνιστά ούτε σχόλιο, ούτε γνώμη ή κριτική. Ισχυρισμός ή καταλογισμός κάποιου γεγονότος είναι όταν καταλογίζεται σε κάποιον ότι προέβη σε μια πράξη ή ενέργεια, ενώ σχόλιο συνιστά ο χαρακτηρισμός της πράξης ως απεχθούς, ανέντιμης κλπ. Οι πιο πάνω θέσεις υιοθετήθηκαν επανειλημμένα και σε νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων. (Βλ. πχ Εταιρεία Δημοσιογραφή Χ.Λ.Σ. Λτδ κ.ά ν. Φιλίππου (Φαλκονέττι)
(1998)1(Β) ΑΑΔ 958).» Υπεράσπιση προνομίου υπό επιφύλαξη Σχετική είναι η απόφαση Ηλιάδης ν Κώστα Βενιζέλου κ.α, Πολιτική Έφεση 45/08, ημερ 15/07/2009. Δικογράφηση Δυσφήμισης - Διάκριση του Λίβελλου (Libel) με την προφορική δυσφήμιση (Slander). Καταρχήν θα πρέπει να γίνει μια διάκριση μεταξύ του λίβελλου, ήτοι της γραπτής δυσφήμισης και της προφορικής - slander. Οιαδήποτε δημοσίευση σε μόνιμη μορφή θεωρείται λίβελλος ενώ οιαδήποτε προφορική αναφορά θεωρείται δυσφήμιση - slander. To αγώγιμο δικαίωμα από λίβελλο δεν χρειάζεται για την προώθηση του απόδειξη ειδικής ζημιάς σε αντίθεση με την προφορική δυσφήμιση όπου απαιτείται η απόδειξη ειδικής ζημιάς εκτός από συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου τούτο δεν είναι απαραίτητο, όπως στην περίπτωση όπου αποδίδεται η διάπραξη ποινικού αδικήματος και το οποίο επιφέρει ποινή φυλάκισης. (βλέπε Gatley on Libel and Slander, 8η έκδοση, παρ. 141 - 143). Εν προκειμένω η ουσία της εκδοχής του ενάγοντα είναι ότι μέσα από προφορικές αναφορές του εναγόμενου στα πλαίσια της πανκοινοτικής συγκέντρωσης προέκυψε η δυσφήμιση του. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι κατά την πανκοινοτική, ραδιοφωνικός σταθμός μαγνητοφωνούσε την εκδήλωση και αυτός εκπέμπει σε παγκύπρια εμβέλεια. Εν προκειμένω επομένως η εν λόγω αναφορά δύναται να ενταχθεί κάτω από το πρίσμα του λίβελλου εφόσον η αποτύπωση σε μόνιμη μορφή μέσω της μαγνητοφώνησης θεωρείται για σκοπούς του νόμου λίβελλος. Σύμφωνα με το ίδιο σύγγραμμα (Gatley ανωτέρω) στην παράγραφο 147 σελ.76, «.for the purposes of the Law of libel and slander, the broadcasting of words for general reception by means of wireless telegraphy shall be treated as publication in permanent form, that is to say, as libel.» Επί του προκειμένου δεν θα μπορούσα να παραβλέψω το ζήτημα της δικογράφησης είτε της δυσφήμισης σε προφορική μορφή είτε του λίβελλου. Στην έκθεση απαίτησης παρατίθενται αποκλειστικά και απομονωμένες οι φράσεις που παραδεκτά ανάφερε ο εναγόμενος χωρίς να τίθεται το σύνολο των αναφορών του εναγόμενου ή έστω οι αμέσως προηγούμενες ή και οι επόμενες των επιδίκων, αναφορές του. Παράλληλα δεν είναι ξεκάθαρο εάν μεταξύ αυτών των φράσεων υπήρξαν οιεσδήποτε άλλες αναφορές. Αναντίλεκτο αλλά και κοινό έδαφος παρέμεινε και το ότι ο ενάγων ήταν παρών στην συγκέντρωση, έδωσε τις θέσεις του και ακολούθησε διαλογική συζήτηση ως ο ίδιος ανάφερε στη μαρτυρία του. Πως κρίνεται επομένως το επίδικο δημοσίευμα, ήτοι οι αναφορές και φράσεις του εναγόμενου, ιδωμένες στην όψη τους και αποσυνδεδεμένες από ένα σύνολο αναφορών στην επίδικη συγκέντρωση. Με βάση τη νομολογία ένα ισχυριζόμενο δυσφημιστικό δημοσίευμα κρίνεται στην ολότητα του. Στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 11η έκδοση, στην παράγραφο 28.11 κάτω από τον τίτλο «Only relevant passages to be set out» αναφέρονται τα εξής: «The particular passages complained of should be clearly identified and set out. The claimant cannot confine the material of which he complains to an extract from a single publication in circumstances where it is obvious that no reasonable reader would have read the extract in isolation and any reader inquiring beyond that material could possibly have drawn an inference defamatory of the claimant. .......................... However, surrounding material which is genuinely irrelevant to the claimant's complaint should be omitted. This is particularly important where the claimant is suing in respect of words contained in a book or a long "feature" article in a newspaper. Save in the exceptional circumstances where the sting of the matter can be properly be said to derive from the publication read as a whole, it will not be appropriate to set out the article or book in its entirety. ............................. Where the matter of which the claimant complains consist of related material published by the defendant on different occasions, and where there is apparent, on the face of the matter complained of itself, either an intention on the part of the defendant that it be read together or direct references internally one to the other so that the reader may reasonably be expected to read it together, it has been held to be an acceptable practice to plead all of the material in the one paragraph of the particulars of claim and to identify the imputations said to have been conveyed by the material as a whole. Where possible the claimant should give the page reference of the book or newspaper where the allegedly defamatory material is to be found. In cases in which the offending material is so long that it cannot conveniently be pleaded in the particulars of claim, the material should be pleaded in the particulars of claim, the material should pleaded in a schedule. » Ως προκύπτει από τα ανωτέρω ένας ενάγων ως παραπονούμενος για δυσφήμιση δεν μπορεί να απομονώνει λέξεις και φράσεις από ένα δημοσίευμα, οι οποίες κατ' ισχυρισμό είναι δυσφημιστικές. Οι λέξεις και φράσεις αυτές αποτελούν μέρος ολόκληρου του δημοσιεύματος, το οποίο αναμένεται να έχει διαβαστεί ολόκληρο από τον αναγνώστη και όχι αποσπασματικά. Εν προκειμένω οι παρόντες στη συγκέντρωση, ή όσοι άκουσαν τα λεχθέντα από ραδιοφώνου, θα έπρεπε να είχαν ακούσει το σύνολο των λεχθέντων και με βάση αυτά να αποφασισθεί εάν θα τα έκριναν δυσφημιστικά. Στην απόφαση Γαληνιώτης Eλευθέριος ν. Eκδοτικός Oίκος Δίας Λτδ και Άλλης
(2011)1 Α.Α.Δ. 474, έγινε αναφορά μεταξύ άλλων και στην ορθή δικογράφηση σε αγωγές δυσφήμισης. Συγκεκριμένα αναφέρθηκε: «Το δημοσίευμα θα πρέπει να παρατίθεται αυτούσιο και διαδοχικά να καταγράφεται η δυσφημιστική έννοιά του είτε στη συνήθη σημασία των λέξεων που χρησιμοποιούνται, ή, όπου υπάρχει ισχυρισμός για υπαινιγμό, να παρατίθενται σε ξεχωριστή παράγραφο με λεπτομέρειες, οι έννοιες κατά τις οποίες το κείμενο θεωρείται δυσφημιστικό για τον ενάγοντα. Ακόμη να καταγράφονται εκείνα τα εξωγενή γεγονότα που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το δημοσίευμα αναφέρεται στον ενάγοντα». Στην υπόθεση Χατζηλαμπρή Ανδρέας ν. Μάριου Πετεινού
(2010)1 Α.Α.Δ. 1022, λέχθηκε ότι: «Λόγω της φύσης του αγώγιμου δικαιώματος, κατά τη δικογράφηση της κατ' ισχυρισμόν δυσφήμισης, είναι όντως επάναγκες όπως χρησιμοποιούνται οι ακριβείς λέξεις που συνιστούν τη δυσφήμιση καθώς και το όνομα ή τουλάχιστον η περιγραφή του κάθε ατόμου στο οποίο δημοσιεύτηκε ο λίβελος. Επίσης θα πρέπει να αναφέρεται η ημερομηνία της δημοσίευσης. Σχετικά επί του θέματος είναι τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 28, παρά. 175 και Bullen and Leake and Jacob' s, Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, στη σελίδα 626 όπου τονίζεται ότι το δυσφημιστικό υλικό θα πρέπει να παρατίθεται στην έκθεση απαίτησης κατά λέξη («verbatim»), καθώς επίσης και η ημερομηνία της κάθε δημοσίευσης στην οποία στηρίζεται το κάθε αγώγιμο δικαίωμα. Θα πρέπει επίσης να αναφέρεται το όνομα κάθε ατόμου στο οποίο έγινε η δημοσίευση και αν το όνομα του δεν είναι γνωστό, θα πρέπει να δοθεί κάποια άλλη περιγραφή ώστε να μπορεί να αναγνωριστεί. Σε διαφορετική περίπτωση, εκτός αν υπάρχουν εξαιρετικές περιστάσεις, πιθανώς να μην επιτραπεί στον Ενάγοντα κατά την ακρόαση της υπόθεσης, να αποδείξει τη δημοσίευση σε οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν είχε προηγουμένως περιγραφεί στο δικόγραφο, αφού κάτι τέτοιο θα θεωρείτο εκτός δικογράφου (βλ. Barham v. Lord Huntingfield (CA) [1913] [1911-13] All E.R. Rep. 663 και Russell and Another v. Stubbs Ltd. (HL) [1908] [1913] 2 KB 200)». Επί του προκειμένου πέραν από την μη αυτούσια παράθεση των όσων τέθηκαν που έχει ως αποτέλεσμα να ελλείπει το σύνολο του ισχυριζόμενου δυσφημιστικού δημοσιεύματος, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι παρά την μη αναφορά στις φράσεις αυτές του ονόματος του ή της ιδιότητας του, έγινε αντιληπτό ότι οι αναφορές αφορούσαν τον ίδιο καθότι προγενέστερα και μεταγενέστερα άρθρα και ρεπορτάζ κατονόμαζαν τον ίδιο ενώ δίδονταν και λεπτομέρειες που αφορούν τον ίδιο με αποτέλεσμα να γίνεται αντιληπτό ότι τον αφορούν οι αναφορές. Επομένως ο ενάγων ισχυρίζεται υπονοούμενο. Πέραν των ανωτέρω που αφορούν το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης ο ενάγων θέτει ως αιτία αγωγής και το αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας. Η επιζήμια ψευδολογία έχει έρεισμα στο Αρ.25 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148. Για ό,τι αφορά εδώ το εν λόγω άρθρο προβλέπει ότι: «25.-
(1)Επιζήμια ψευδoλoγία συvίσταται στηv κακόβoυλη δημoσίευση ψευδoύς δήλωσης, πρoφoρικά ή άλλως πως πoυ αφoρά- (α) Τo επάγγελμα, τo επιτήδευμα, τηv εργασία, εvασχόληση ή τη θέση άλλoυ ή (β) τα αγαθά άλλoυ ή(γ) τov τίτλo κυριότητας άλλoυ: Νoείται ότι, τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ εδαφίoυ
(2), καvέvας δεv τυγχάvει απoζημίωσης για επιζήμια ψευδoλoγία, εκτός αv εξαιτίας αυτής υπέστη ειδική ζημιά». Παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα, από την απόφαση του έντιμου Ναθαναήλ Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Ματσάκη ν. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά, Αρ. Αγωγής 1089/04, στις σελ. 6-7, όπου αναφέρονται τα πιο κάτω αναφορικά με την συνύπαρξη των αστικών αδικημάτων της δυσφήμισης και της επιζήμιας ψευδολογίας στο ίδιο δικόγραφο ως ξεχωριστές αιτίες αγωγής: «Η αγωγή βασίζεται, σύμφωνα με το γενικό οπισθογραφημένο κλητήριο, σε δυσφήμιση και/ή επιζήμια ψευδολογία. Η συμπερίληψη αυτή στη γενική οπισθογράφηση είναι δυνατή, όμως στην έκθεση απαίτησης που καταχωρήθηκε μετά η σύζευξη της δυσφήμισης και της επιζήμιας ψευδολογίας είναι λανθασμένη διότι απαντάται μόνο ως μέρος της θεραπείας κάτω από την παρ. 16Α και ως εναλλακτική μάλιστα θεραπεία. Καμία απολύτως εξειδίκευση ή αναφορά στο ίδιο το σώμα της έκθεσης απαίτησης δεν υπάρχει για την επιζήμια ψευδολογία σε αντιδιαστολή με το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης. Οι δύο θεραπείες όμως είναι εντελώς ξεχωριστές διότι η μεν δυσφήμιση ορίζεται στο άρθρο 17 του Κεφ. 148, η δε επιζήμια ψευδολογία ορίζεται στο άρθρο 25 του Κεφ.
  1. Χρειαζόταν επομένως η επιζήμια ψευδολογία να εμπεριέχετο σε ξεχωριστές παραγράφους με τις αναγκαίες λεπτομέρειες της, ώστε ως θέμα ορθής δικογράφησης να καθιστούσαν δυνατή την εξέταση της και δεν επαρκεί η απλή αναφορά στο καταληκτικό αιτητικό.» Η προώθηση του αδικήματος της επιζήμιας ψευδολογίας απαιτεί την απόδειξη ζημιάς πλην συγκεκριμένων περιπτώσεων ως εξειδικεύονται στο εδάφιο 2 του άρθρου 25, ήτοι περιπτώσεις άμεσης σύνδεσης ζημιάς στο επάγγελμα, επιτήδευμα και εργασία του ενάγοντα. Σημειώνω εν προκειμένω ότι η ευπαίδευτη συνήγορος του ενάγοντα μέσα από την αγόρευση της περιορίστηκε στην προώθηση θέσεων και επιχειρηματολογίας αφορώσι το αδίκημα της δυσφήμισης και χωρίς αναφορά στο άρθρο
  2. Η αναφορά δε στην έκθεση απαίτησης δεν πληροί τις προϋποθέσεις της νομολογίας και δεν δικογραφείται η αιτία αγωγής αυτή ξεχωριστά αλλά διαζευκτικά ως θεραπεία και/ή αξίωση. Από τα δε ευρήματα του Δικαστηρίου ουδεμία ζημιά προκύπτει να έχει υποστεί ο ενάγων από τις εν λόγω αναφορές και δη ουδόλως διασυνδέθηκε ως τέτοια η απώλεια μιας εκλογικής μάχης και τα εισοδήματα που θα λάμβανε εάν εκλεγόταν. Συμπεράσματα: Έχοντας καταλήξει μέσα από την αξιολόγηση στα ανωτέρω ευρήματα και έχοντας θέσει το καθεστώς κάτω από το οποίο εξετάζονται νομολογιακά οι αγωγές δυσφήμισης έπεται η κατάληξη επί των επιδίκων ζητημάτων της παρούσας αγωγής. Το πρώτο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο το επίδικο δημοσίευμα, ήτοι οι επίδικες φράσεις αφορούν τον ενάγοντα και απευθύνονταν σε αυτόν. Προκύπτει ξεκάθαρα από το λεκτικό ότι στις επίδικες φράσεις καμία αναφορά γίνεται είτε στο όνομα είτε στην ιδιότητα του ενάγοντα. Παράλληλα με βάση τα παραδεκτά γεγονότα και ιδιαίτερα το τεκμήριο 7, η πανκοινοτική συγκέντρωση είχε ως θέμα «Οικονομικές καταχρήσεις εις βάρος των φορολογούμενων κατοίκων της Κοινότητας μας». Αποτελεί κύρια θέση του ενάγοντα ότι μέσα από τις αναφορές του εναγόμενου έγινε αντιληπτό στους παριστάμενους ότι οι επίδικες φράσεις αφορούσαν τον ίδιο και τούτο καθότι μέσω δημοσιευμάτων στις 31/7/12, 24/10/12 και 19/4/13 διάφορα ΜΜΕ κάνουν ονομαστική αναφορά σε αυτόν αλλά αναφέρουν επίσης το επάγγελμα, θέση και ιδιότητα του. Φέρεται επίσης να αναφέρονται στην πανκοινοτική ως γεγονός που θα λάμβανε χώρα εναντίον του κοινοτάρχη. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ο εναγόμενος προέβη σε καταγγελίες επιζητώντας διερεύνηση ατασθαλιών χωρίς όμως στα τεκμήρια 9, 10, 12 ή 14 να γίνεται οποιαδήποτε άμεση απόδοση ευθυνών ή χαρακτηρισμοί στον ενάγοντα. Αυτές ακριβώς τις καταγγελίες ο ενάγων θεωρεί ως προοίμιο των αναφορών του εναγόμενου και έναυσμα για τις διάφορες δημοσιεύσεις στα ΜΜΕ. Με κάθε σεβασμό στην αντίθετη άποψη και εισήγηση, είμαι της θέσης ότι αντικειμενικά ιδωμένες οι επίδικες φράσεις, στην απουσία οιασδήποτε αναφοράς στο όνομα ή στην ιδιότητα του ενάγοντα και επιπλέον στην παντελή έλλειψη παρουσίασης και δικογράφησης των προηγούμενων ή επόμενων αναφορών αλλά και στου συνόλου της ομιλίας ή αναφοράς ή διαλόγου που έλαβε χώρα κατά την πανκοινοτική, δεν κρίνω ότι θα μπορούσαν να συνδεθούν με το πρόσωπο του ενάγοντα και να κριθούν ότι έχουν άμεση σχέση με αυτόν αποδίδοντας του τους χαρακτηρισμούς του «κλέφτη» ή του «παραχαράκτη». Η δικαστική διεργασία προς απάντηση του ερωτήματος κατά πόσο ένα δημοσίευμα «δακτυλοδείχνει» τον ενάγοντα, απαιτεί όπως πρώτα απαντηθεί το νομικό ερώτημα εάν το δημοσίευμα, με αναφορά στο λεκτικό του, μπορεί να θεωρηθεί ως ικανό να αναφέρεται στο πρόσωπο του. Με δεδομένο ότι η πανκοινοτική έλαβε χώρα στην κοινότητα με θέμα οικονομικές καταχρήσεις σε συνδυασμό με το ότι έγιναν αναφορές στο λεκτικό σε κλέφτες και παραχαραγμένα έγγραφα ενώ ο ενάγων είναι ο πρόεδρος της κοινότητας το δημοσίευμα θεωρείται ικανό να αναφερόταν σε αυτόν. Η καταφατική όμως κρίση αυτή δεν αρκεί καθότι ακολουθεί το ερώτημα εάν το δημοσίευμα, ως πραγματικό γεγονός, οδηγεί λογικούς ανθρώπους, που γνωρίζουν τον ενάγοντα, στο συμπέρασμα ότι πράγματι αναφέρεται σε αυτόν. Προς τούτο απαιτείται μαρτυρία και δεν αποτελεί ζήτημα νομικό. Μάλιστα σύμφωνα με την νομολογία απαιτείται όπως παρουσιαστεί και επιτρέπεται ως κανόνας η παρουσίαση «εξωγενούς» μαρτυρίας περί του ότι πρόσωπα εξέλαβαν αυτές τις αναφορές ως αναφορές στον ενάγοντα. Επί του προκειμένου καμία τέτοια μαρτυρία παρουσιάστηκε χωρίς να παραβλέπω και την απουσία παρουσίασης του συνόλου των αναφορών, των πλαισίων δηλαδή εντός των οποίων και ειπώθηκαν οι επίδικες φράσεις, κάτι που θα έδινε στο Δικαστήριο την δυνατότητα να εξετάσει, ως οφείλει στο σύνολο του το δημοσίευμα. Αποτελεί θέση του ενάγοντα ότι οι αναφορές εκλήφθηκαν ότι τον αφορούσαν λόγω των προγενέστερων ή επόμενων της πανκοινοτικής δημοσιευμάτων. Δεν παραβλέπω ότι τα δημοσιεύματα σε έντυπα ΜΜΕ στην πλειοψηφία τους προηγούνται της πανκοινοτικής συγκέντρωσης ενώ έπονται καταγγελιών του εναγόμενου. Η αναφορά στο όνομα του ή στην ιδιότητα του είτε στους τίτλους είτε στο περιεχόμενο όμως δεν μπορεί να αποδοθεί στον εναγόμενο ενώ ουδέν εκ των ΜΜΕ είναι εναγόμενος στην αγωγή και δεν αποτελούν αυτές οι δημοσιεύσεις τα ισχυριζόμενα δυσφημιστικά κείμενα. Όφειλε ο ενάγοντας να περιλάβει στο δικόγραφο του το σύνολο των αναφορών στην ολότητα τους και να παρουσιάσει μαρτυρία ικανή να καταδείξει ότι οι επίδικες αναφορές στο πλέγμα κάτω από το οποίο τέθηκαν τον «δακτυλοδείχνουν» παρά την μη αναφορά στο όνομα ή την ιδιότητα του. Επί του σημείου τούτου αναφέρω ότι η δήλωση ή η αναφορά εξετάζεται πως έχει γίνει αντιληπτή κατά τον χρόνο που λαμβάνει χώρα και με τον τρόπο που ένας λογικός αποδέκτης θα την αντιλαμβανόταν στον χρόνο που γίνεται. (βλέπε απόφαση Γαληνιώτης ανωτέρω). Επομένως αποτελεί κατάληξη μου ότι ο ενάγων απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι οι επίδικες αναφορές, απομονωμένες ως τέθηκαν και αποσυνδεδεμένες από το υπόλοιπο μέρος του συνόλου του δημοσιεύματος, τον αφορούν ή εκλήφθηκαν από τους αποδέκτες αυτών ότι τον αφορούσαν. Παρά το ότι με αυτή την κρίση το ζήτημα τελειώνει εδώ εντούτοις για σκοπούς πληρότητας προχωρώ και εξετάζω την περίπτωση στην οποία η πιο πάνω κατάληξη μου ήταν αντίθετη. Σε περίπτωση επομένως που οι επίδικες φράσεις αποδεικνυόταν ότι αφορούσαν τον ενάγοντα θα ακολουθούσε η εξέταση του κατά πόσο αυτές είναι δυσφημιστές. Ο ενάγων ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο κοινοτάρχης της Κοινότητας, εκλεγμένος και μεταξύ άλλων επιβαρυμένος με υποχρεώσεις και οικονομική διαχείριση του ταμείου αυτής της κοινότητας. Η αναφορά στις έννοιες του κλέφτη, σε παραχαραγμένα έγγραφα και σε κατάχρηση αποδίδουν στο υποκείμενο των αναφορών την διάπραξη σοβαρών ποινικών αδικημάτων. Τούτες οι αναφορές σε συνδυασμό με την θέση του ενάγοντα αποτελούν αναμφίβολα σχόλια και θέση που πλήττει την τιμή και υπόληψη του και αναμφίβολα είναι δυσφημιστικές. Σε μια τέτοια περίπτωση θα έπρεπε να εξεταστούν και οι υπερασπίσεις που ο εναγόμενος προωθεί, ήτοι του έντιμου σχολίου που κατά κύριο λόγο προώθησε. Με αναφορά στην υπεράσπιση του εύλογου σχολίου θα πρέπει ο εναγόμενος να αποδείξει τα 3 στοιχεία που την αφορούν: ήτοι ότι υπάρχει υπόστρωμα αληθών γεγονότων επί των οποίων γίνεται το σχόλιο, το σχόλιο να είναι καλόπιστο και να αφορά θέμα δημοσίου συμφέροντος. Αναμφίβολα το ζήτημα καταχρήσεων σε ένα κοινοτικό συμβούλιο που αντλεί χρηματοδότηση αλλά και διαχειρίζεται χρήμα φορολογουμένων δημοτών σαφέστατα είναι θέμα δημοσίου συμφέροντος. Με αναφορά στο υπόστρωμα αληθών ο εναγόμενος εξέφρασε την κρίση του έχοντας ως αναφέρει λάβει και γραφολογική μελέτη για την προσφορά ενώ τα θέματα αυτά οδήγησαν στην καταχώρησης ποινικών υποθέσεων μεταξύ άλλων αφορώσι αδικήματα κατάχρησης εξουσίας οδηγούν στο ότι υφίσταται και υπόστρωμα αληθών γεγονότων. Σε σχέση με το καλόπιστο των σχολίων, αυτό δύναται να εξεταστεί μόνο μέσα από την μαρτυρία και σε συνάρτηση με τον ενάγοντα. Ουδέν στοιχείο προέκυψε που να οδηγεί σε συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος ενήργησε κακόβουλα με στόχο να πλήξει καθ' οιονδήποτε τρόπο το πρόσωπο του ενάγοντα. Αντίθετα μέσα από την μαρτυρία του εναγόμενου προέκυψε ότι ο ίδιος θεωρούσε χρέος του την ενημέρωση της κοινότητας για τις έρευνες του και οι οποίες καθήκοντος αποτελέσαν αντικείμενο καταγγελιών από τον ίδιο ως Αναπληρωτή Πρόεδρο της κοινότητας, ομοίως εκλεγμένο από τους πολίτες. Τούτες οι προηγηθείσες καταγγελίες αποτελούν παραδεκτά γεγονότα και μέσα από το πλέγμα αυτών σε συνδυασμό με την μαρτυρία του εναγόμενου ουδέν κακόπιστο κίνητρο προκύπτει. Σε αυτό το σημείο πρέπει να γίνει και μια εξισορρόπηση των δικαιωμάτων της προστασίας της προσωπικότητας από τη μια και της ελευθερίας της έκφρασης από την άλλη, έργο θεμιτό στην εξέταση τέτοιων αγωγών. Εν προκειμένω ο ενάγων αποτελεί δημόσιο πρόσωπο εκλεγμένο στην ηγεσία μιας κοινότητας. Είναι αναμενόμενο αλλά και θεμιτό στα πλαίσια μιας δημοκρατικής κοινωνίας να γίνεται δέκτης κριτικής, νοουμένου ότι τούτη δεν απορρέει από κακοβουλία αλλά με σκοπό την προάσπιση και προώθηση ζητημάτων δημόσιου ενδιαφέροντος και δη θεμάτων που απασχολούν τον επίδικο χρόνο την κοινωνία. Εν προκειμένω δεν αμφισβητήθηκε ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο ήταν αντικείμενο διερεύνησης μετά από καταγγελίες. Τούτο προκύπτει να ήταν γνωστό και να αποτέλεσε και αντικείμενο προγενέστερων της πανκοινοτικής δημοσιεύσεων σε ΜΜΕ. Η οξεία και σκληρή κριτική δημόσιου προσώπου δεν θεωρείται κακόβουλη παρά μόνο σε ακραίες περιπτώσεις. (βλέπε σχετικά Πολ. Έφεση 339/08 ημερ.24/03/20, Εκδοτικού Οίκου Δία Λτδ ν. ΧΧΧ Γεωργιάδη.) Έχοντας επομένως καταλήξει ότι σε περίπτωση σύνδεσης του ενάγοντα με τις επίδικες αναφορές η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου θα είχε επιτυχία παραπέμπω και στο σχετικό απόσπασμα από την Γεωργιάδης (ανωτέρω) όπου κρίθηκε ότι η ερμηνεία του σχολίου δεν περιορίζεται στην ερμηνεία της λέξης ως αποδίδεται στην καθημερινότητα: «Η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου προϋποθέτει ότι η επίδικη δήλωση αποτελεί, σχόλιο όχι έκθεση γεγονότων, επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος και επί υπαρκτού υπόβαθρου γεγονότων. Κατά το κοινοδίκαιο, σχόλιο θεωρείται όχι μόνο η έκφραση άποψης, αλλά και το συμπέρασμα γεγονότων (factual conclusion) και συμπέρασμα (inference) στο οποίο καταλήγει ο σχολιαστής επί τη βάσει άλλων γεγονότων (βλ. την απόφαση του αγγλικού Εφετείου στην Joseph v. Spiller [2010] EMLR 7, στο [30]-[31] - δεν προσβλήθηκε επί του σημείου τούτου στο Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας και Clarke v. Norton
(1910)VLR 494, O' Brien v. Marquis of Salsbury
(1889)6 TLR 133 και Channel Seven Adelaide v. Manock
(2007)232 C.L.R. 245). » (ο τονισμός και έμφαση είναι δικός μου). Είναι εμφανές ότι ο εναγόμενος εν προκειμένω προέβη στην έκφραση της γνώμης του έχοντας υπόψη του στοιχεία τα οποία και καθηκόντως προώθησε στις αρμόδιες αρχές. Δεν προκύπτει επομένως ότι ξαφνικά και αναίτια προέβη στην σύγκληση πανκοινοτικής αποδίδοντας κακόβουλα σχόλια αλλά ότι ενήργησε αφού απευθύνθηκε στις αρμόδιες αρχές ενημερώνοντας την κοινότητα στην παρουσία μάλιστα του ενάγοντα και ο οποίος συμμετείχε στην επίδικη συγκέντρωση. Οι επίδικες αναφορές στη βάση της πίστης του εναγόμενου και με τον τρόπο που τέθηκαν αποτελούν σχόλιο επί υποβάθρου που είχε ήδη τεθεί στις αρμόδιες αρχές και αποτέλεσε αντικείμενο ερευνών. Ο εναγόμενος δεν τοποθετήθηκε περί της ύπαρξης κλέφτη και καταχρήσεων ως γεγονός αλλά ως κρίση και σχόλιο και τοποθέτηση της δικής του άποψης. Ως ο ίδιο άλλωστε φέρεται να ανάφερε σε ΜΜΕ δεν πιστεύει ότι κάποιοι έλαβαν χρήματα και τούτο δεικνύει και την έλλειψη κακοβουλίας. Οι οιεσδήποτε τώρα αναφορές σε ρεπορτάζ και δημοσιεύματα των ΜΜΕ δεν αφορούν βεβαίως τον εναγόμενο αλλά τα ίδια τα ΜΜΕ και τα οποία δεν είναι διάδικοι και επέλεξε ο ενάγων να μην τους καταστήσει ως τέτοιους. Το κατά πόσο αυτό το σχόλιο και «υποψία» του ενάγοντος και οι οποίες έπονται των καταγγελιών, τα ΜΜΕ το χρησιμοποίησαν κατά τρόπο δυσανάλογο με το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης και της ελευθεροτυπίας θα μπορούσε να εξεταστεί μόνο εάν τα δημοσιεύματα αυτά ήταν επίδικα και τα συγκεκριμένα ΜΜΕ διάδικοι. Ανεξάρτητα επομένως από τα πιο πάνω και επανερχόμενη στη αρχική κατάληξη μου περί αποτυχίας απόδειξης της σύνδεσης του ενάγοντα με τις επίδικες αναφορές του εναγόμενου καταλήγω ότι ο ενάγων απέτυχε να πετύχει την αξίωση του επί αμφότερων των διαζευκτικών αιτιών αγωγής, ήτοι επί των άρθρων 25 και 17 του Νόμου. Ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγόμενου και εναντίον του ενάγοντα, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπ.)............ Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.