← Κύπρος

Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Αχιλλέως κ.α., Αρ. Αγωγής:3003/12, 29/9/2020

Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Αχιλλέως κ.α., Αρ. Αγωγής:3003/12, 29/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A123 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ:Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ Αρ. Αγωγής:3003/12 Μεταξύ: Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και

  1. [ ] Αχιλλέως
  2. [ ] Αχιλλέως υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστή της Περιουσίας της αποβιώσασας Χαραλαμπίας Μαυρονικόλα
  3. [ ] Νίκου Μαυρονικόλα υπό την ιδιότητα της ως Διαχειριστή της Περιουσίας της αποβιώσασας Χαραλαμπίας Μαυρονικόλα Εναγομένων ΚΑΙ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΠΑΦΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 28.02.13 και 22.05.13 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Αρ. Αγωγής: 3003/12 Κλίμακα: €100.000-€500.000 Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και
  4. [ ] Αχιλλέως
  5. [ ] Κολνάκου υπό την ιδιότητα της ως Διαχειριστή της Περιουσίας της αποβιώσασας Χαραλαμπίας Μαυρονικόλα Εναγομένων 29 Σεπτεμβρίου 2020 Για Ενάγουσα: κα Πολυβίου Για Εναγόμενη 2: κ. Σταυρινίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση οι ενάγοντες αιτούνται άρση παρατυπίας. Ποια η παρατυπία, πώς προέκυψε και ποια η πορεία της υπόθεσης μέχρι σήμερα, εξηγείται αμέσως πιο κάτω. Για την ώρα αρκεί να υποδειχθεί πως αυτό είναι το ζητούμενο με την αίτηση, εν προκειμένω άρση παρατυπίας και όχι τροποποίηση και αναφέρεται τούτο εφόσον η εναγόμενη 2 (στη συνέχεια η εναγόμενη) αντιμετώπισε την αίτηση ωσάν να αφορά τροποποίηση. Εντούτοις δεν είναι αυτό το ζητούμενο αλλά η άρση παρατυπίας. Τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση. Δεν κρίνεται αναγκαίο να παρατεθούν όσα εκεί αναφέρονται, δοθέντος ότι η ουσία του πράγματος αποκαλύπτεται από το περιεχόμενο του φακέλου ενώπιον του Δικαστηρίου και ως γνωστό η άντληση στοιχείων από το φάκελο της υπόθεσης, είναι θεμιτή και συνάμα αναγκαία διαδικασία (Π. Εύζωνος ν. Φιλικής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ, Πολ. Εφ. 284/11, ημερομηνίας 15/09/16). Από το φάκελο του Δικαστηρίου λοιπόν αποκαλύπτεται ότι η αγωγή καταχωρίστηκε την 09/09/
  6. Αρχικά ο τίτλος της αγωγής ανέγραφε τρεις εναγόμενους. Ο πρώτος εναγόμενος ενάγετο από διπλή ιδιότητα. Αφενός ενάγετο προσωπικά και αφετέρου μαζί με τρίτο πρόσωπο ως διαχειριστές της αποβιωσάσης Χαραλαμπίας Μαυρονικόλα. Την 24/01/13 οι ενάγοντες αιτήθηκαν αντικατάσταση των διαχειριστών επί τω ότι οι εν λόγω αντικαταστάθηκαν στα πλαίσια της διαχείρισης. Το αίτημα εγκρίθηκε την 28/02/13 και εντέλει την 20/6/2013 καταχωρίστηκε τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα. Σε αυτό το κλητήριο ένταλμα που καταχωρίστηκε την 20/06/13 είναι που εντοπίζεται και η παρατυπία, σύμφωνα πάντα με τα αναφερόμενα από τους ενάγοντες που ζητούν να αρθεί. Το περιεχόμενο του φακέλου ενώπιον του Δικαστηρίου αποκαλύπτει πως καίτοι το σώμα του κλητηρίου εντάλματος τροποποιήθηκε κατά τον δέοντα τρόπο, ο τίτλος της αγωγής αναγράφεται ατελώς. Αντί οι ενάγοντες να αφήσουν τον παλαιό τίτλο και περιπλέον να προσθέσουν και αυτόν που προέκυψε από την τροποποίηση, αντικατέστησαν τον αρχικό τίτλο με τον καινούργιο. Παραδόξως όλα τα έγγραφα που ακολούθησαν, είτε από τους ενάγοντες, είτε από τους δύο εναγόμενους, αρχικό εναγόμενο και αυτόν που προστέθηκε, που ας σημειωθεί ότι εκπροσωπούντο από διαφορετικό συνήγορο, καταχωρίστηκαν δεόντως, δηλαδή φέροντας και τους δύο τίτλους κατά πώς είθισται. Μάλιστα αν είναι κάτι που έχει τη δική του σημασία να υποδειχθεί είναι πως η εναγόμενη είναι εκείνη που ανέδειξε τούτη την παρατυπία με την υπεράσπισή της. Ακόμη κάτι που αξίζει να αναφερθεί είναι πως μετά την έκδοση του διατάγματος για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και πριν την καταχώρηση του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος, ακολούθησε νέα αίτηση, αυτήν τη φορά ημερομηνίας 15/04/
  7. Αντικείμενο τούτης ήταν η τροποποίηση του περιεχομένου του κλητηρίου εντάλματος, ώστε να συνάδει με τους νέους διαδίκους, κάτι που προφανώς παραλήφθηκε να ζητηθεί με την αίτηση που είχε προηγηθεί. Ενδιαφέρον είναι πως τούτη η αίτηση (ημερομηνίας 15/04/13) αναγράφει δεόντως τον τίτλο της αγωγής που προέκυψε μετά την τροποποίηση. Εντούτοις το κλητήριο ένταλμα που καταχωρίστηκε μετά την έκδοση του δεύτερου διατάγματος τροποποίησης, καταχωρίστηκε με τον τίτλο που έχει ήδη αναφερθεί. Όλα τα πιο πάνω προκύπτουν από το περιεχόμενο του φακέλου ενώπιον του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου υιοθετούνται και καθίστανται ευρήματα που δεσμεύουν την πάρα πέρα πορεία της διαδικασίας. Τώρα, η ομνύουσα τη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση υποστηρίζει ότι εκ λάθους και λόγω αβλεψίας υπέπεσαν στο σχετικό σφάλμα. Περιπλέον, μόλις την 14/10/19 το αντιληφθήκαν κατά την προετοιμασία της ακρόασης στην υπόθεση 3019/12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, όταν τους υπεδείχθη από τον συνήγορο της εναγόμενης, που είναι ο ίδιος και στις δύο υποθέσεις. Στον αντίποδα η εναγόμενη υποστηρίζει ότι στις 02/04/19 που ήταν ορισμένη η υπόθεση 3019/12, η ομνύουσα τη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν ήταν παρούσα στο Δικαστήριο και δεν γνωρίζει τι διημείφθη. Δέχεται εντούτοις ότι κατά εκείνην την ημερομηνία, 02/04/19 και όχι 14/10/19, ο συνήγορός της έθεσε το θέμα στα πλαίσια της αγωγής 3019/12, υποδεικνύει όμως ότι το ζήτημα είχε τεθεί και με την καταχώριση της υπεράσπισης και πως οι αιτητές αποκρύβουν τούτο το γεγονός ώστε να δικαιολογήσουν ότι η αίτηση υποβάλλεται με καθυστέρηση. Εκ των ανωτέρω είναι αντιληπτό ότι οι δύο ομνύουσες ομονοούν πως το ζήτημα που απασχολεί τέθηκε στο πλαίσιο της αγωγής 3019/12 την 02/04/
  8. Ως εκ τούτου αυτό το γεγονός προστίθεται στις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Οι λοιποί ισχυρισμοί της εναγόμενης και ιδιαίτερα όσα αναφέρει σε σχέση με την προδικαστική ένσταση που εξαρχής τέθηκε με την υπεράσπιση, όντως ανταποκρίνονται στις πραγματικές περιστάσεις της υπόθεσης, γεγονός που διαπιστώνεται από το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου. Κατά τα λοιπά, εν προκειμένω ότι η αίτηση υπεβλήθη καθυστερημένα, αυτό εξετάζεται πιο κάτω. Εκ των ανωτέρω είναι ηλίου φαεινότερον ότι το ζητούμενο που προβάλλει έχει να κάνει με το κατά πόσο ο τίτλος του κλητηρίου εντάλματος είναι ορθός. Η απάντηση στο ερώτημα, η οποία φαίνεται να βρίσκει τα μέρη σύμφωνα, είναι σαφώς αρνητική. Τούτος βεβαίως είναι και ο λόγος που οι ενάγοντες προώθησαν την επίδικη αίτηση, ώστε να αρθεί η πλημμέλεια στον τίτλο του τροποποιηθέντος κλητηρίου εντάλματος. Εν πάση περιπτώσει στην υπόθεση Έλληνας ν. Χριστοδούλου

(1993), 1 Α.Α.Δ 485, 488 υπεδείχθη ότι: Ποιος είναι ο τίτλος της αγωγής; Η απάντηση είναι, εκείνος τον οποίο φέρει η αγωγή περιλαμβανομένης και κάθε τροποποίησης του. Η Δ.9 διέπει την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής περιλαμβανομένης και της αντικατάστασης εναγομένου (ο οποίος αποβιώνει) με το διαχειριστή της περιουσίας του. Μετά την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής η αντιδικία συνεχίζεται μεταξύ του ενάγοντος και εναγομένου ωσάν ο νέος εναγόμενος να ήταν εξαρχής ο εναγόμενος. (Δ.9 θ. 11). Επιβάλλεται όμως η επίδοση του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος στον νέο εναγόμενο. Οποτεδήποτε τροποποιηθεί ο τίτλος της αγωγής με την προσθήκη, αντικατάσταση ή υποκατάσταση διαδίκων όλα τα "έγγραφα" (documents) τα οποία υποβάλλονται μεταγενέστερα πρέπει να τιτλοφορούνται με τον αρχικό καθώς και τον τροποποιημένο τίτλο της αγωγής (Δ.63 Θ.2). Με την τροποποίηση του τίτλου μεταβάλλεται το πλαίσιο της αγωγής και επαναπροσδιορίζονται οι αντίδικοι. Ο όρος "έγγραφα" περιλαμβάνει κάθε ένδικο μέσο καθώς και κάθε έγγραφο το οποίο καταχωρείται στο πλαίσιο της διαδικασίας όπως ένορκες δηλώσεις και ειδοποιήσεις. Η απόφαση του δικαστηρίου, όρος συνώνυμος με την ετυμηγορία του δικαστηρίου, σε αντιδιαστολή προς το σκεπτικό της απόφασης, καταχωρείται μετά την σύνταξη της σε βιβλίο αποφάσεων. Κάθε απόφαση η οποία συντάσσεται και καταχωρείται πρέπει να φέρει τον ακριβή τίτλο της αγωγής περιλαμβανομένης και κάθε τροποποίησης του. Αυτό προβλέπεται ρητά από τη Δ.34 θ.3. Σκοπός του θεσμού αυτού είναι ο προσδιορισμός των προσώπων υπέρ και εναντίον των οποίων εξεδόθη η απόφαση του δικαστηρίου ή προς τα οποία απευθύνεται εκδοθείσα διαταγή. Ένεκα των πιο πάνω αναμφίβολο είναι ότι στην προκείμενη περίπτωση ο τίτλος της αγωγής, ως αναγράφηκε στο κλητήριο ένταλμα ημερομηνίας 20/06/13, δηλαδή αυτό που καταχωρίστηκε μετά τις δύο τροποποιήσεις, είναι λανθασμένος. Παρεμβάλλεται εδώ και το εξής σημαντικό απόρροια της τροποποίησης του τίτλου της αγωγής. Αποτελεί υποχρέωση του διαδίκου που εξασφαλίζει διάταγμα τροποποίησης να προβεί σε αυτήν την τροποποίηση ανάλογα (accordingly) και εντός του χρόνου που καθορίζεται (within the time limited), αλλιώς το διάταγμα καθίσταται αφεαυτού (ipso facto) άκυρο (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλας, Πολ. Έφ. Ε21/13 ημερομηνίας 11/11/15). Εντούτοις η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και δη η αντικατάσταση ενός διαδίκου με άλλο, διέπεται από τη Δ.9 των Θεσμών και όχι τη Δ.25 (βλ. Ι. Γ. Κασουλίδης και Υιός Λτδ ν. Μιχαήλ Πολ. Εφ. Ε187/13 ημερομηνίας 09/10/18). Συνεπώς δεν τυγχάνουν εφαρμογής τα διαλαμβανόμενα στη Δ.25 κ. 2, ως είχε πριν την τροποποίηση. Δοθέντος λοιπόν ότι ο τίτλος της αγωγής διαπιστώνεται εσφαλμένος, αναφύεται δεύτερο ερώτημα ήτοι﮲ κατά πόσο τούτο το λάθος είναι καταλυτικό για την όλη διαδικασία ή συνιστά παρατυπία, ως είναι και η θέση των εναγόντων, δυνάμενη να θεραπευτεί. Μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι η υπόθεση Έλληνας πιο πάνω, θέλει τέτοια παρατυπία να είναι θεμελιώδης και αθεράπευτη. Εντούτοις έκτοτε χύθηκε αρκετό νερό στον μύλο των δικονομικών παρατυπιών. Στην υπόθεση Ιωάννης Σ. Σπανού άλλως Καφφά κ.α. ν. Σάββα Ιωάννου Καφφά
(1999)1 Α.Α.Δ 544, 549, η έφεση καταχωρίστηκε φέροντας το όνομα αποθανόντος διαδίκου. Σχολιάστηκε ευθέως η υπόθεση Έλληνα ανωτέρω και η κατάληξη του Ανωτάτου Δικαστηρίου ήταν πως: Η καταχώρηση της έφεσης αφορά ακριβώς αυτό, η δε καταχώρηση της στο όνομα του αποθανόντος εναγομένου ως εφεσιβλήτου ουδόλως συνιστά θέμα ουσίας που να άπτεται της βάσεως του πράγματος, αλλά θέμα τυπικού λάθους (irregularity) το οποίο μπορεί να διορθωθεί με προσφυγή στη Δ.64. Αυτή, εξ άλλου, είναι και η φιλοσοφία της Δ.64, ώστε να μην επηρεάζονται ουσιαστικά δικαιώματα από τεχνικής φύσεως λάθη και να μην εξαρτάται η διάσωση της ουσίας από εξεζητημένες διακρίσεις. Η ουσία της όποιας μετατόπισης του δικαίου στον τρόπο αντιμετώπισης παράτυπων διαδικασιών, διέρχεται μέσα από τη Δ.64, ως έχει τροποποιηθεί. Κομβικό σημείο στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι η υπόθεση Wunderlich κ.α ν. Παναγιώτου
(1999)1Α Α.Α.Δ 366, η οποία επαναλήφθηκε σε αριθμό άλλων υποθέσεων (Φαλέκκος ν. Χριστοφίδη
(2013)ΙΓ A.A.Δ 2534, Koza Michael David κ.α ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Εφ. 208/12, ημερομηνίας 24/11/17 και C.M.A Holdings Ltd v. Marfin Popular Bank Public Co Ltd, Πολ. Έφ. 265/14 ημερομηνίας 21/12/18). Δεν κρίνεται αναγκαίο να επαναληφθούν οι αρχές που τέθηκαν στη Wunderlich, οι οποίες είναι πλέον καλά εμπεδωμένες στο δικαϊκό μας σύστημα. Κυρίαρχο σε τούτο το στάδιο είναι το κατά πόσο το προδήλως παράτυπο δικόγραφο μπορεί να διασωθεί ή όχι. Η καθυστέρηση των εναγόντων να διορθώσουν την παρατυπία είναι δεδομένη και ορθώς την επικαλείται η εναγόμενη. Η επίδικη αίτηση υπεβλήθη με καθυστέρηση 6 ετών, ενώ δεδομένο είναι πώς η εναγόμενη ανέδειξε το θέμα από την πρώτη στιγμή, δηλαδή μέσω προδικαστικής ενστάσεως στην υπεράσπιση. Από την άλλη η καταχώριση υπεράσπισης από την πλευρά της εναγόμενης, κρίνεται καταλυτικής σημασίας. Όπως υποδεικνύεται στην Wunderlich, σελίδα 379: Μέτρα που λαμβάνονται εν γνώσει της παρατυπίας είτε με σκοπό να προβληθεί υπεράσπιση επί της ουσίας (Boyle v. Sacker [1888] 39 Ch. D. 249 C.A., Fry v. Moore [1889] 23 Q.B.D. 395 C.A.) ισοδυναμούν με παραίτηση από το δικαίωμα. Η έκταση της παραίτησης από το δικαίωμα εξαρτάται και από τη φύση της παρατυπίας (Rendell ν. Grurdy [1895] 1 Q.B. 16 C.A. - Βλ. και Supreme Court Practice 1999, σελ. 12). Εδώ καίτοι η εναγόμενη διαπίστωσε την παρατυπία, που ας λεχθεί εν παρόδω ότι δεν είναι ουσιαστική, καταχώρησε υπεράσπιση και ανταπαίτηση αντί να προβεί σε αίτηση διαγραφής του δικογράφου και στη συνέχεια εμφανίστηκε σε κάθε δικάσιμο χωρίς διαμαρτυρία. Τέτοια συμπεριφορά είναι δίκαιο να κριθεί και έτσι κρίνεται, ως παραίτηση από το δικαίωμα της παρατυπίας. Συνεπώς δεν δικαιούται σήμερα να διαμαρτύρεται και να ενίσταται, τη στιγμή που η προηγηθείσα συμπεριφορά της δεικνύει παραίτηση. Από την άλλη, υποχρέωση των εναγόντων ήταν παρά την παραίτηση της εναγόμενης να αιτηθούν άρση της παρατυπίας που μεταξύ των μερών (inter partes) εξακολουθούσε να υφίσταται. Αυτό και μόνο οδηγεί την αίτηση σε επιτυχία. Αν όμως λανθάνομαι σε ό,τι αφορά την εξυπακουόμενη παραίτηση της εναγόμενης και πάλι θα ασκούσα τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της άρσης της παρατυπίας. Εκείνο που σήμερα ζητείται να διορθωθεί δεν είναι παρά ήσσονος σημασίας ζήτημα που δεν επηρέασε τα δικαιώματα της εναγόμενης. Η τελευταία έλαβε γνώση της διαδικασίας δεόντως, ασχέτως ότι ο τίτλος του κλητηρίου εντάλματος ήτο ημιτελής και συνεπώς εσφαλμένος. Συνακόλουθα δεν επηρεάστηκαν τα δικαιώματά της, γεγονός που προκύπτει και από το δικόγραφο που καταχώρησε (υπεράσπιση για ανταπαίτηση), που όχι μόνο φέρει τον ορθό τίτλο, αλλά εγείρει και ανταπαίτηση, στοιχείο που δεικνύει ότι δεν παραπλανήθηκε σε σχέση με εκείνο που είχε να αντιμετωπίσει. Εν κατακλείδι, η υπό κρίση παρατυπία αφορά ολωσδιόλου τυπικό ζήτημα. Εξικνούται απλώς και μόνο στο ότι ο τίτλος της αγωγής είναι ημιτελής, με το σφάλμα να έγκειται στο ότι δεν καταγράφεται και ο παλαιός τίτλος. Ως εκ των ανωτέρω έγκριση του αιτήματος δεν θα προκαλέσει ζημιά στα συμφέροντα της εναγόμενης, ενώ από την άλλη θα θέσει τα δικόγραφα σε τάξη. Διαφορετική αντιμετώπιση θα συνιστούσε αδικαιολόγητη τυπολατρία που θιγεί το δίκαιο της διαδικασίας (βλ. Χευς ν. Φιλιππίδης, Εφ. 41/15, ημερομηνίας 18/02/20). Για όλους τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω η αίτηση επιτυγχάνει και ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα ως το A της αίτησης. Περιπλέον οι ενάγοντες να καταχωρήσουν νέο κλητήριο ένταλμα με ορθό τίτλο εντός 7 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. Το διάταγμα να ζητηθεί το αργότερο εντός 3 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα της διαδικασίας είθισται να ακολουθούν το αποτέλεσμα και κατά κανόνα παρέλκει υποχρέωση αιτιολόγησης τέτοιας απόφασης (βλ. Χάσικος κ.α. ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ, 389, 393). Εδώ επιτυχών διάδικος είναι οι ενάγοντες. Εντούτοις η επιτυχία τούτων έγκειται στη διόρθωση του σφάλματος που οι ίδιοι προκάλεσαν και η οποία οδήγησε στο να εκδοθεί σήμερα διάταγμα άρσης της παρατυπίας. Από την άλλη η εναγόμενη επέμεινε μέχρι τέλους στη διατήρηση μιας παράτυπης διαδικασίας αντί να συναινέσει σε διόρθωση τούτης. Υπό τις περιστάσεις καταλήγω ότι η πλέον πρόσφορη επιλογή είναι όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδά της (βλ. κατ' αναλογία Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senh Dau κ.α. Πολ. Έφ. 23/13, ημερομηνίας 12/04/16). (Υπ.)................................... Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.