← Κύπρος

Γιούπρου ν. C.A.C. PAPANTONIOU LTD κ.α., Αρ. Αγωγής:2792/12, 21/10/2020

Γιούπρου ν. C.A.C. PAPANTONIOU LTD κ.α., Αρ. Αγωγής:2792/12, 21/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2020:A125 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ:Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ Αρ. Αγωγής:2792/12 Μεταξύ: [ ] Γιούπρου Ενάγουσα και C.A.C. PAPANTONIOU LTD Εναγόμενη --------------------- ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ Ε.Δ. ΠΑΦΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 25/9/2015 Μεταξύ: [ ] Γιούπρου Ενάγουσα και 1.C.A.C. PAPANTONIOU LTD

  1. C.A.C. PAPANTONIOU TRADING LTD Εναγόμενοι 21 Οκτωβρίου 2020 Για Ενάγουσα: κ. Ν. Τσιαπαλής Για Εναγομένη 2: κ. Κ. Δημητριάδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην υπό κρίση περίπτωση το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί σε σχέση με την προδικαστική υπεράσπιση των εναγόμενων 2, πλέον μοναδικών εναγόμενων στην υπόθεση, η οποία υποστηρίζει ότι: Οι Εναγόμενοι 2 εγείρουν προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι στις 5/10/2015 που καταχωρήθηκε το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα, η οποιαδήποτε τυχόν απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον τους από το ισχυριζόμενο ατύχημα ημερομηνίας 5/1/2010, που αποτελεί τη βάση και/ή αιτία της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής είναι παραγεγραμμένη και/ή είχε παραγραφεί σύμφωνα με τη σχετική προς τούτο Νομοθεσία λόγω παρέλευσης τριών ετών από την εν λόγω ημερομηνία και/ή τις ισχυριζόμενες πράξεις και/ή παραλείψεις για τις οποίες εγέρθηκε η παρούσα αγωγή και/ή η Ενάγουσα κωλύεται και/ή εμποδίζεται να προωθήσει την υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή εναντίον των Εναγόμενων 2 λόγω παραγραφής και/ή άλλως πως. Η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση την 5/10/
  2. Στη δικάσιμο αυτή ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας δήλωσε ότι οι δύο πλευρές κατέληξαν σε παραδεκτά γεγονότα, ώστε να αποφασιστεί προδικαστικά αυτό που εγείρεται στην υπεράσπιση της εναγομένης 2, εν προκειμένω κατά πόσο η αξίωση της ενάγουσας εναντίον της εναγομένης 2 έχει παραγραφεί ή όχι. Περιπλέον απέσυρε την αξίωση της ενάγουσας εναντίον της εναγομένης 1 και ακολούθως οι συνήγοροι κατέθεσαν έγγραφο παραδεχτών γεγονότων. Το εν λόγω έγγραφο έλαβε την ένδειξη Α. Το περιεχόμενο του εγγράφου Α έχει ως ακολούθως:
  3. Το επίδικο ατύχημα συνέβηκε στις 05/01/2010 στην υπεραγορά Παπαντωνίου στην Κάτω Πάφο.
  4. Το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας αγωγής καταχωρήθηκε στις 29/08/2012 με μόνη Εναγόμενη την Εταιρεία C.A.C. PAPANTONIOU LTD.
  5. Η μόνη τότε Εναγόμενη καταχώρησε εμφάνιση στις 21/09/
  6. Η Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε στις 08/07/2013 και η Υπεράσπιση στις 22/01/
  7. Στις 20/05/2014 εκδόθηκε από το Δικαστήριο διάταγμα για περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες σε σχέση με το περιεχόμενο της παραγράφου 1 της Υπεράσπισης που αφορούσε την σχέση της εταιρείας C.A.C. PAPANTONIOU TRADING LTD η οποία τελικά προστέθηκε ως Εναγόμενη 2 με το υποστατικό όπου συνέβη το επίδικο ατύχημα.
  8. Οι λεπτομέρειες που αναφέρονται στο διάταγμα ημερομηνίας 20/05/2014 δόθηκαν με Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 15/09/
  9. Στις 28/01/2015 καταχωρήθηκε αίτηση για την προσθήκη της εταιρείας C.A.C. PAPANTONIOU TRADING LTD ως Εναγομένης 2 ως και την ανάλογη τροποποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος, της Οπισθογράφησης και της Έκθεσης Απαίτησης.
  10. Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας το Δικαστήριο στις 25/09/2015 εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση με την οποία έκρινε την εταιρεία C.A.C. PAPANTONIOU TRADING LTD ως αναγκαίο διάδικο και διέταξε την προσθήκη της ως συνεναγόμενη, καθώς και τις ανάλογες τροποποιήσεις.
  11. Στις 05/10/2015 καταχωρήθηκε τροποποιημένο Κλητήριο, και Έκθεση Απαίτησης σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου. 10.Στις 08/12/2015 καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση και για τις δύο πλέον Εναγόμενες εταιρείες. Το Δικαστήριο διεξήλθε του περιεχομένου του εγγράφου Α. Με δεδομένο ότι η αξίωση απεσύρθη εναντίον της εναγομένης 1 και το πραγματικό πλαίσιο που αφορά το αίτημα είναι πλέον αποκρυσταλλωμένο από τα αναφερόμενα στο έγγραφο Α, κρίθηκε ότι δικαιολογείται η προδικαστική εκδίκαση του τεθέντος ζητήματος, εφόσον τούτο είναι νομικό και καθοριστικό για την επίλυση της υπόθεσης (βλ. Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.α ν. Γενικού Εισαγγελέα

(1991)1 Α.Α.Δ 225). Εν πάση περιπτώσει σχετική με το ζήτημα είναι και η υπόθεση Νεοφύτου ν. Malak κ.α., Πολ. Εφ. 118/12, ημερ. 21/06/2018, ECLI:CY:AD:2018:A297, όπου υποδείχθηκε πως η παραγραφή αγώγιμου δικαιώματος είναι ζήτημα που μπορεί να εκδικαστεί κατά προτεραιότητα πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανέπτυξαν τις θέσεις τους με επιμέλεια. Απ' όσα ανέφεραν διαπιστώνεται ότι η δικανική θεώρηση που έχουν των δεδομένων της υπόθεσης, βρίσκεται τοποθετημένη σε διαμετρικά αντίθετες θέσεις. Ο μεν συνήγορος της ενάγουσας επικαλέστηκε την υπόθεση Νεοφύτου ν. Μalak κ.α. Πολ. Εφ. 118/12, ημερ. 21/06/2018, ECLI:CY:AD:2018:A297, ώστε να ισχυριστεί πως σύμφωνα με τα εκεί αναφερόμενα και δυνάμει πάντα του κ.11 της Δ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, συνάγεται ότι όταν διάδικος προστεθεί εκκρεμούσης της διαδικασίας, η υπόθεση συνεχίζει ωσάν ο διάδικος εξ αρχής να ήταν μέρος της υπόθεσης (the proccedings shall be continued as if the new defendant had originally been made a defendant). Ως εκ τούτου, η θέση του κυρίου Τσιαπαλή είναι ότι η προσθήκη της εναγομένης 2 ως διαδίκου θεωρείται ότι έγινε εξ αρχής, δηλαδή από την καταχώρηση της αγωγής και περαιτέρω, εδώ η αγωγή καταχωρίστηκε εμπρόσθεσμα και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα παραγραφής της αξίωσης κατά της εναγομένης
  1. Στον αντίποδα ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης 2 δεν σχολιάζει την υπόθεση Νεοφύτου ανωτέρω, παραπέμπει όμως στη διαταγή του Δικαστηρίου με την οποία διατάχθηκε η προσθήκη της εναγομένης 2 ως διαδίκου, ώστε να υποδείξει πως τούτη η προσθήκη έγινε υπό τον όρο ότι το ζήτημα παραγραφής παρέμεινε ανοικτό να αποφασιστεί από το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Προς τούτο προβαίνει σε παράθεση του ιστορικού της διαδικασίας και υποστηρίζει ότι υπαγωγή των δεδομένων της υπόθεσης στο νομικό πλέγμα που διέπει το ζήτημα παραγραφής, αποκαλύπτει πως το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας vis a vis της εναγομένης 2 έχει παραγραφεί. Το ιστορικό της διαδικασίας που προηγήθηκε διαδραματίζει όντως καταλυτικό ρόλο στην κατανόηση αμφοτέρων των θέσεων των συνηγόρων και κατ' επέκταση στην απόφαση του αιτήματος. Ως εκ τούτου παρατίθεται. Όπως αναφέρεται και στα παραδεκτά γεγονότα, το ατύχημα έλαβε χώρα την 05/01/
  2. Η επίδικη αγωγή καταχωρίστηκε την 29/08/12 και αρχικώς στρεφόταν εναντίον ενός μόνο εναγόμενου, εν προκειμένω της εναγομένης
  3. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα την 28/01/15, η ενάγουσα υπέβαλε αίτημα για προσθήκη διαδίκου, δηλαδή της εναγομένης
  4. Το σχετικό διάταγμα που τελικώς ακολούθησε την αίτηση δεν εκδόθηκε εκ συμφώνου, αλλά ήταν αποτέλεσμα ακροαματικής διαδικασίας. Συγκεκριμένα την 25/09/15 το Δικαστήριο, με διαφορετική σύνθεση, εξέδωσε απόφαση με την οποία ενέκρινε το αίτημα της ενάγουσας για προσθήκη της εναγομένης 2 ως νέου διαδίκου. Όπως έχει υποδειχθεί από το συνήγορο της εναγομένης 2, με την έκδοση του διατάγματος προσθήκης νέου διαδίκου το Δικαστήριο έθεσε συγκεκριμένο όρο. Έτσι όντως έχουν τα πράγματα και είναι τούτος ο όρος που διαδραματίζει καταλυτική σημασία στην εξέλιξη του αιτήματος που σήμερα εξετάζεται και γι' αυτό παρατίθεται αυτούσιος. Εν προκειμένω το Δικαστήριο εκδίδοντας την απόφαση που οδήγησε στην προσθήκη της εναγομένης 2 ως νέου διαδίκου ανέφερε τα ακόλουθα: Θεωρώ πως όντως ο ορθότερος και πιο δίκαιος τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, έτσι ώστε αφενός να μην στερείται του αδικήματος η καθ' ης αίτηση 2 να θέσει ως Υπεράσπιση το θέμα της παραγραφής και αφετέρου η ενάγουσα να προβάλλει τις δικές τις θέσεις ως προς το ότι η δική της περίπτωση εμπίπτει σε εξαιρέσεις από την εφαρμογή του σχετικού Νόμου αναφορικά με την παραγραφή είναι πως σε περίπτωση όπου κρίνεται ότι η καθ' ης η αίτηση 2 είναι όντως αναγκαίος διάδικος η προσθήκη της θα γίνει υπό τον όρο ότι για σκοπούς εφαρμογής της νομοθεσίας σε σχέση με το θέμα της παραγραφής η σχετική ημερομηνία προσθήκης της ως εναγόμενη θα θεωρείται ως αυτή της έκδοσης του σχετικού διατάγματος προσθήκης και τροποποίησης και όχι η ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. (υπογράμμιση δική μου) Το σύνολο της ενδιάμεσης απόφασης ημερομηνίας 25/09/15 αλλά κυρίως η κατακλείδα του Δικαστηρίου, εν προκειμένω το απόσπασμα που ανωτέρω παρατέθηκε, καθιστά σαφές ότι καίτοι το Δικαστήριο επέτρεψε την προσθήκη νέου διαδίκου, ήτοι της εναγομένης 2, άφησε ανοικτό το ζήτημα της παραγραφής, θέτοντας συν τω χρόνω τον όρο πως τούτη η προσθήκη άρχεται από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος και όχι από την καταχώρηση της αγωγής. Ευθύς σημειώνεται ότι αυτή η αντιμετώπιση του Δικαστηρίου φαίνεται να είναι αντίθετη από τα νομολογηθέντα στην υπόθεση Νεοφύτου ανωτέρω, που δικαίως ο κ. Τσιαπαλής επικαλέστηκε. Εκεί η πλειοψηφία του Ανωτάτου Δικαστηρίου απεφάνθη ότι βάσει του κ.11 της Δ.9 όποτε διάδικος προστίθεται σε εκκρεμούσα υπόθεση «η διαδικασία συνεχίζεται με τον προστεθέντα Εναγόμενο...as if the new defendant had originally been made a defendant». Προχώρησε μάλιστα να υποδείξει ότι αυτό δεν είναι απλή δικονομική διάταξη, αλλά απηχεί όλη τη φιλοσοφία του συστήματος αντιπαράθεσης που θέλει την προσθήκη να ανατρέχει σε αυτή τη βάση της αγωγής, η οποία αποκρυσταλλώνεται κατά το χρόνο που ένας προτιθέμενος ενάγων δικαιούται να επιτύχει σε αγωγή εναντίον ενός προτιθέμενου εναγομένου. Επανερχόμενος σε αυτό που αφορά την υπό κρίση αγωγή είναι ηλίου φαεινότερον ότι η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 25/09/15, αποκλίνει από αυτή τη γραμμή της νομολογίας, δηλαδή την υπόθεση Νεοφύτου. Αναφύεται ως εκ τούτου το ερώτημα κατά πόσο τούτο το Δικαστήριο, εννοείται με τη νέα σύνθεση, αντιμέτωπο με μια προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση που εκδόθηκε στο πλαίσιο τούτης της υπόθεσης, επιτρέπεται να διαφοροποιηθεί από τον λόγο της προηγούμενης απόφασης, επί τω ότι αποκλίνει από δεσμευτική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Είμαι της γνώμης ότι οδυνηρή όσο και αν είναι η απάντηση παραμένει αρνητική. Συνιστά πάγια αρχή της νομολογίας ότι δεν είναι δυνατό ένα Δικαστήριο να αναθεωρεί αποφάσεις ομόβαθμου Δικαστηρίου. Αν τούτο χρειάζεται κάποια αιτιολόγηση αρκεί πιστεύω να παραπέμψω στην υπόθεση Αναφορικά με την αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού Αρ. 2928/17, Πολ. Αίτηση 32/2019 ημερ. 17 Απριλίου 2019, όπου εξετάστηκε αυτό ακριβώς το ζήτημα και το Δικαστήριο συνόψισε τη σχετική νομολογία. Αναφέρεται εκεί ότι: Επί της ουσίας, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου συγκλίνει στο ότι δεν είναι δυνατό για ένα Δικαστήριο να αναθεωρεί αποφάσεις ομοβάθμου Δικαστηρίου με δεδομένο ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο θεωρείται ενιαίο για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης και δεν έχει σχέση, ούτε και θα μπορούσε νόμιμα να αποτελούσε παράγοντα που επηρεάζει μια απόφαση, η κατά περίπτωση σύνθεση του κατωτέρου Δικαστηρίου. Δεν μπορεί, με άλλα λόγια, εφόσον έχει αποφασιστεί ένα ορισμένο ζήτημα κατά ένα τρόπο, στη συνέχεια ένα άλλο ομόβαθμο Δικαστήριο στο οποίο αναλόγισε η υπόθεση στην πορεία της διαδικασίας, να αποφασίζει κατά άλλο τρόπο. Στην πρόσφατη απόφαση στη Mikis + Markos Sideris Holdings Limited v.
  5. Χρίστου Τριανταφυλλίδης, διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Φάνης Σιδέρη, τέως από τη Λευκωσία, κ.ά., Πολ. Έφ. αρ. 21/2013, ημερ. 23.1.2019, ECLI:CY:AD:2019:A14, επαναβεβαιώθηκε η πιο πάνω αρχή σε διαδικασία που αφορούσε την ορθότητα της χρήσης της εναρκτήριας κλήσης ως δικονομικό μέτρο προς επίλυση ορισμένων θεμάτων εντός της διαχείρισης. Στην υπόθεση έγινε αναφορά στην προηγηθείσα απόφαση Νικόλα Σιδέρη κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 286, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο στη δικαιοδοσία προνομιακών ενταλμάτων, έκρινε ότι εφόσον η ορθότητα της επιλογής του δικονομικού διαβήματος της εναρκτήριας κλήσης είχε ήδη αποφασιστεί με σχετική ενδιάμεση απόφαση ενός Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή, δεν μπορούσε στη συνέχεια άλλος ομόβαθμος Δικαστής να έκρινε διαφορετικά διότι η πρώτη απόφαση εφόσον δεν είχε αμφισβητηθεί με τη διαδικασία της έφεσης, παρέμενε αλώβητη στο νομικό στερέωμα και δεν ήταν δυνατό το θέμα της δικαιοδοσίας να εγείρεται κάθε φορά που προωθείται νέο δικονομικό διάβημα. Όπως λέχθηκε επί λέξει: «Οπωσδήποτε η αναίρεση της προηγούμενης απόφασης από ισόβαθμο δικαστήριο, θα συνιστούσε έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας πράγμα που θα εξουδετέρωνε την αποτελεσματικότητα της απονομής της δικαιοσύνης.» Στην πιο πάνω απόφαση, ισόβαθμο Δικαστήριο είχε ακυρώσει το μηχανισμό της εναρκτήριας κλήσης θεωρώντας το ως μη ορθό δικονομικό μέτρο υπό τις περιστάσεις, κρίνοντας ότι με την ένσταση που είχε καταχωρηθεί είχαν εκ των υστέρων αποκρυσταλλωθεί τα γεγονότα. Παρά ταύτα το Ανώτατο Δικαστήριο κατ΄ έφεση, ως ανωτέρω, έκρινε λανθασμένη την απόφαση διότι δεν μπορούσε μεταγενέστερα να αμφισβητηθεί η εναρκτήρια κλήση που είχε επικυρωθεί ως προς την ορθότητα της, τόσο από προηγούμενο κατώτερο Δικαστήριο, όσο και από το Ανώτατο Δικαστήριο σε προνομιακή διαδικασία. Στην Papademetriou v. Christofi
(1988)1 C.L.R. 101, το Εφετείο αποδέχθηκε έφεση με την οποία ακυρώθηκε απόφαση του κατώτερου Δικαστηρίου να μην ορίσει την υπόθεση για ακρόαση αμφισβητώντας την ορθότητα προηγούμενης άδειας που είχε δοθεί από άλλο Δικαστή για υποκατάστατη επίδοση επί ενός των εναγομένων, θεωρώντας ότι υπό τις συνθήκες της υπόθεσης η διαδικασία δεν θα γνωστοποιείτο στον εναγόμενο. Ενήργησε, όπως ανέφερε το Εφετείο, ως Εφετείο επί αποφάσεως άλλου Δικαστή. Παρόμοιες εφετειακές επισημάνσεις έγιναν στις Ματθαίου ν. Σολομώντος
(2010)1 Α.Α.Δ. 1201, Κυριάκου ν. Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού
(1993)1 Α.Α.Δ. 1020, κ.ά. Οι περιπτώσεις αυτές συνιστούν εμφανή υπέρβαση δικαιοδοσίας, κατά παρόμοιο τρόπο όπως και η έκδοση αντιφατικών ή συγκρουόμενων διαταγμάτων από το ίδιο Δικαστήριο, (Μάριου Κοσμά
(2014)1 Α.Α.Δ. 698, Russel Ritchie
(2008)1 Α.Α.Δ. 639 και Γεωργίου Χατζηαλεξάνδρου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1366). Ο λόγος είναι η ανάγκη για ύπαρξη συνέπειας στις αποφάσεις των πρωτόδικων Δικαστηρίων ώστε η διαδικασία να συνεχίζεται απρόσκοπτα στη βάση των λαμβανομένων σχετικών αποφάσεων, διαφορετικά η αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης εξουδετερώνεται, οι δε διάδικοι βρίσκονται σε αμηχανία προγραμματισμού ουσιαστικά και δικονομικά των κινήσεων τους στην υπόθεση. Δεν είναι συνεπώς δυνατό για ένα κατώτερο Δικαστήριο να αναθεωρηθεί αποφάσεις του ιδίου Δικαστηρίου έστω και αν διατηρεί άλλη άποψη εισερχόμενο έτσι την σφαίρα αρμοδιότητας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ενεργώντας ως Εφετείο. Εν όψει όλων των ανωτέρω είναι πλέον αντιληπτό ότι η υπό κρίση υπόθεση είναι δέσμια της απόφασης που εκδόθηκε την 25/09/15 και δη του όρου που προαναφέρθηκε, δηλαδή πως η προσθήκη της εναγομένης 2 ως διαδίκου άρχεται από αυτήν την έκδοση του διατάγματος. Η προηγηθείσα ενδιάμεση απόφαση καθορίζει το πραγματικό πλαίσιο, εφόσον κρίσιμος πλέον χρόνος για να αποφασιστεί το ζήτημα της παραγραφής καθίσταται η ημερομηνία 25/09/15, ότε και εκδόθηκε το διάταγμα προσθήκης της εναγομένης 2, ως ο όρος που έθεσε το Δικαστήριο. Ένεκα όλων των ανωτέρω, για σκοπούς εξέτασης της προδικαστικής ένστασης η αξίωση της ενάγουσας εναντίον της εναγομένης 2 δεν λογίζεται από την καταχώριση της αγωγής, αλλά από την προσθήκη τούτης ως διαδίκου, δηλαδή την 25/09/
  1. Υπό αυτήν τη θεώρηση των πραγμάτων η τοποθέτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της εναγομένης 2 σε σχέση με το χρόνο παραγραφής βρίσκει απήχηση στο νομολογιακό πλέγμα. Απολύτως σχετική είναι υπόθεση που επικαλέστηκε, δηλαδή η Χαραλαμπίδης ν. Louis Hotels Public Company Ltd Πολ. Εφ. 8/13, ημερ. 4/10/2019, ECLI:CY:AD:2019:A
  2. Υποδείχθηκε εκεί ότι για πράξεις ή παραλείψεις που έλαβαν χώρα πριν τη θέσπιση του Ν. 66 (Ι)/2012, εφαρμογής τυγχάνει το άρθρο 68 του Κεφ.
  3. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως ακολούθως: Η έφεση όμως δεν μπορεί να εξεταστεί με αναφορά σε θέματα που δεν είχαν εγερθεί πρωτοδίκως. Εν πάση περιπτώσει, ορθά αποτέλεσε, ως άνω, κοινό τόπο ότι εφαρμοστέες ήταν οι πρόνοιες του άρθρου 68 του Κεφ.
  4. Η ιστορική πορεία των σχετικών νομοθεσιών αποκαλύπτει ότι οι πρόνοιες του άρθρου 68, όπως και οι πρόνοιες του Κεφ. 15, τέθηκαν σε αναστολή με τον περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμο του 1964, Ν. 57/1964, ο οποίος μαζί με του τροποποιητικούς αυτού Νόμους (Νόμοι 1964-1982) καταργήθηκαν με τον περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο του 2002 (Ν. 110(Ι)/2002), ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή την 1.6.
  5. Συνεπώς το άρθρο 68 επανήλθε σε ισχύ από 1.6.
  6. Ακολούθως, με τον περί Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμο του 2012 (Ν. 66(Ι)/2012) καταργήθηκε τόσο το Κεφ. 15, όσο και ο Ν. 110(Ι)/2002, αλλά και το άρθρο 68 του Κεφ. 148, ως προς αυτό το τελευταίο όμως, αναφορικά με πράξη ή παράλειψη που επεσυνέβη κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 66(Ι)/2012, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1.7.
  7. Η παραγραφή αγωγίμων δικαιωμάτων σε σχέση με αστικά αδικήματα για πράξεις ή παραλείψεις που έλαβαν χώρα προηγουμένως συνεχίζει να διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου
  8. Για πράξεις ή παραλείψεις που έλαβαν χώρα μετά, η παραγραφή ρυθμίζεται πλέον από το άρθρο 6 του Ν. 66(Ι)/
  9. Συνεπώς, κατά τον επίδικο χρόνο, (στις 13.3.2009) που ήταν ο χρόνος καταχώρισης της αγωγής, (Χριστοδουλίδης ν. Global Capital Securities and Financial Services Ltd
(2012)1 ΑΑΔ 636, Δημητρίου ν. Δημητρίου
(2012)1 ΑΑΔ 834, 842), το καθεστώς παραγραφής διέπετο από τις πρόνοιες του άρθρου
  1. Εφαρμογή όλων των ανωτέρω στα δεδομένα της υπό κρίση αγωγής οδηγούν στις εξής διαπιστώσεις. Εδώ το ατύχημα επεσυνέβη την 05/01/10, συνεπώς η περίοδος παραγραφής ελέγχεται από τις διατάξεις του άρθρου 68 του Κεφ.
  2. Βάσει του άρθρου 68 του Κεφ. 148, καθώς και της ανάλυσης που έτυχε στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι μετά την παρέλευση τριών ετών το αγώγιμο δικαίωμα παραγράφεται. Στη δοσμένη υπόθεση το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας εναντίον της εναγομένης 2 παραγράφηκε την 05/01/
  3. Δεδομένο είναι ότι η προσθήκη της εναγομένης 2 ως νέου διαδίκου στην αγωγή, επιτεύχθηκε την 25/09/15 δυνάμει της προμνησθείσας ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου. Έχει ήδη εξηγηθεί πως ο λόγος διά τον οποίο λαμβάνεται υπ' όψιν η ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος προσθήκης εναγομένου, οφείλεται στον όρο που τότε τέθηκε από το Δικαστήριο, εκ του οποίου αφέθηκε ανοικτό το ζήτημα τυχόν παραγραφής του αγώγιμου αδικήματος εναντίον της εναγομένης 2, αλλά ορίστηκε ότι ημερομηνία υπολογισμού του χρόνου λογίζεται η ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος προσθήκης εναγόμενου. Εντούτοις βάσει όλων των ανωτέρω προκύπτει πως η προσθήκη της εναγομένης 2 ως διαδίκου την 25/09/15, έπεται της ημερομηνίας που εξέπνευσε το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας. Εφόσον δε αυτός ήταν ο όρος που τέθηκε από το Δικαστήριο με την έκδοση του διατάγματος προσθήκης διαδίκου, προκύπτει περαιτέρω ότι σήμερα που το ζήτημα κρίνεται σε τούτην την προκαθορισμένη βάση γεγονότων, διαπιστώνεται ότι η αξίωση της ενάγουσας εναντίον της εναγομένης 2 έχει παραγραφεί. Συνεπεία όλων όσων ανωτέρω επιχείρησα να εξηγήσω καταλήγω ότι η προδικαστική ένσταση της εναγομένης 2 επιτυγχάνει. Ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται λόγω παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος της ενάγουσας vis a vis της εναγομένης
  4. Τα έξοδα της διαδικασίας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης 2 και εις βάρος της ενάγουσας. (Υπ.).......... Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤHΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.