ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΞΙΟΥΡΟΣ κ.α., Αγωγή αρ.: 860 / 2010, 24/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:A2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 860 / 2010 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων -και-
- XXXXX ΞΙΟΥΡΟΣ
- XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Εναγόμενων ------------------------------ Αίτηση ημερ. 12.11.2019 για καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης. Ημερομηνία: 24 Ιανουαρίου,
- Εμφανίσεις: Για εναγόμενη 2- αιτήτρια: Η κα Ευγενία Βελισαρίου για ΑΧΙΛΛΕΥΣ & ΑΜΙΛΙΟΣ Κ. ΑΙΜΙΛΙΑΝΙΔΗΣ Για εναγόμενο 1-καθ΄ου η Αίτηση: Ο κ. Α. Φλουρέντζου για ΝΙΚΟΛΑΣ Γ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex-tempore) Οι ενάγοντες, με την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, αξιούσαν από τους εναγόμενους αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, την καταβολή του ποσού των €200.898,59 πλέον τόκου προς 10,25% ετησίως, επί του ιδίου ποσού, από 18.5.2010 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιούμενου του τόκου δύο φορές ετησίως. Περαιτέρω αξιούσαν την εκποίηση ακινήτου επί του οποίου ενεγράφη η Υποθήκη ΥXXXX/06 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου. Σύμφωνα με τους προβαλλόμενους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς, οι ενάγοντες (τραπεζίτες) παραχώρησαν στον εναγόμενο 1, στην βάση γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 16.12.2005, δάνειο ύψους ΛΚ105.000 (€179.403,15). Η εναγόμενη 2 στην βάση γραπτής συμφωνίας της ίδιας ημερομηνίας, εγγυήθηκε την αποπληρωμή του δανείου. Προς περαιτέρω εξασφάλιση της αποπληρωμής του δανείου, οι εναγόμενοι 1 και 2 ενέγραψαν προς όφελος των εναγόντων, την Υποθήκη ΥXXXX/06 επί ακινήτου τους στο Παραλίμνι. Κατά τους ενάγοντες, οι εναγόμενοι 1 και 2, παρέλειψαν να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, γι΄αυτό και καταχωρήθηκε η αγωγή. Το Δικαστήριο (με διαφορετική σύνθεση από την παρούσα) εξέδωσε στις 10.5.2017, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, απόφαση υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγομένων, ευθυνομένων αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά, για το ποσό των €196.649,66, με τόκο προς 6% από 30.6.2010 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιούμενου του τόκου δύο φορές ετησίως, πλέον έξοδα. Διέταξε επίσης την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου. Στις 27.10.2015 και προ της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας, καταχωρήθηκε αίτηση με την οποία η εναγομένη 2 ζητούσε αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης, όταν αυτή θα εξεδίδετο. Η Αίτηση είχε στηριχθεί στον περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο του 2003 [Ν.197(Ι)/2003]. Ήταν η θέση της ότι η ίδια ως εγγυήτρια θα έπρεπε να προστατευθεί από το Δικαστήριο στην βάση του συγκεκριμένου Νόμου. Όλες οι πλευρές, όπως φαίνεται από τα πρακτικά, συναίνεσαν όπως η αίτηση παραμείνει για εκδίκαση μετά την έκδοση της απόφασης, όπως και εγένετο. Το Δικαστήριο εξετάζοντας την αίτηση, έκρινε πως η εναγόμενη 2 δεν απέσεισε από τους ώμους της, το βάρος που είχε να αποδείξει πως ο πρωτοφειλέτης, (εναγόμενος 1 εν προκειμένω) έχει επαρκή περιουσιακά στοιχεία ώστε να εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος του, και απέρριψε την αίτηση, καταδικάζοντας την εναγόμενη 2 στα έξοδα της Αίτησης. Με νέα Αίτηση ημερομηνίας 15.4.2019 η οποία καταχωρήθηκε και πάλι από την εναγομένη 2, ζητείται η αναστολή εκτέλεσης της Ενδιάμεσης Απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 9.1.2019, σε σχέση με τα έξοδα που επιδικάστηκαν υπέρ του εναγόμενου 1, μέχρις ότου ο τελευταίος καταβάλει και/ή εξοφλήσει τα έξοδα τα οποία επιδικάστηκαν σε βάρος του και υπέρ της εναγόμενης 2 από το Οικογενειακό Δικαστήριο, στην Αίτηση Περιουσιακών Διαφορών με αρ. 7/
- Είναι η θέση της εναγόμενης 2, όπως προβάλλεται από την Ένορκο Δήλωση της που υποστηρίζει την ρηθείσα αίτηση, πως θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στην εν λόγω διαδικασία ότι ο εναγόμενος 1 έχει καταδικαστεί να τής καταβάλει έξοδα στις διαδικασίες ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου και γι' αυτό θα πρέπει να ανασταλεί η διαδικασία, σε σχέση με την πληρωμή των εξόδων. Ο εναγόμενος 1 καταχώρησε ένσταση στην Αίτηση προβάλλοντας κατά κύριο λόγο πως δεν μπορεί να γίνει συμψηφισμός των εξόδων καθότι πρόκειται για δύο ασύνδετες μεταξύ τους υποθέσεις που εκδικάστηκαν σε διαφορετικές δικαιοδοσίες. Με την υπό κρίση Αίτηση ζητείται από την εναγομένη 2 η καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης στα πλαίσια εκδίκασης της αίτησης ημερομηνίας 15.4.2019, καθότι όπως η τελευταία υποστηρίζει, ο εναγόμενος 1 στην Ένορκη του Δήλωση ημερομηνίας 31.7.2019 που στηρίζει την ένσταση του στην αίτηση ημερομηνίας 15.4.2019, προβάλλει γεγονότα και ισχυρισμούς οι οποίοι χρήζουν απάντησης και/ή επεξήγησης από πλευράς της ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ξεκάθαρη, ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων. Είναι η θέση της πως δεν επιχειρείται να εισαχθεί ανεπίτρεπτη μαρτυρία ή να επαναληφθούν οι αρχικοί ισχυρισμοί. Στο προσχέδιο της προτεινόμενης να καταχωρηθεί Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης (Τεκμήριο Α), η εναγομένη 2 αναφέρεται στην οικονομική κατάσταση του εναγομένου 1 και στις, κατά την ίδια, προσπάθειες του να αποκρύψει τα εισοδήματα του ώστε να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του. Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.39, Δ.48, θ.1,2,3,4
(2), 8 και 9 καθώς και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Ο εναγόμενος 1 καταχώρησε Ένσταση προβάλλοντας πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος και πως η εναγομένη 2 δεν κατέδειξε κανένα καλό λόγο ώστε να της επιτραπεί η καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης. Η υπό κρίση Αίτηση εδράζεται στη Δ.48 θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που προνοεί πως: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Στην υπόθεση, Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.,
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 508, 514 αναφέρεται πως: «.το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου.» Στην Α. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Λεωνίδα (Αρ.1)
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195, 199 αναφέρεται πως: «Κατά την εκτίμησή μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ΄ ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.» Δεν μπορεί να καθοριστεί εξαντλητικά τι είναι ορθό και δίκαιο να τεθεί, στην κάθε περίπτωση, υπόψη του Δικαστηρίου και συνεπώς τι συνιστά «καλό λόγο». Πέραν των βασικών αρχών, τα επί μέρους κριτήρια είναι αναρίθμητα όσα και η ποικιλία των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. O αιτητής πρέπει να θέσει υπόψη του Δικαστηρίου τα στοιχεία που καταδεικνύουν την ύπαρξη «καλού λόγου», διαφορετικά το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει πως υφίσταται τέτοιος. Δεν είναι αναγκαίο ο αιτητής να παρουσιάζει την ένορκη δήλωση που θα καταχωρίσει εάν του επιτραπεί, αναμφίβολα όμως εάν τούτο γίνει, το Δικαστήριο αποκομίζει την ακριβή μαρτυρία που επιθυμεί να παρουσιάσει [Βλ. Παπακοκκίνου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (Αρ.1)
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 643]. Στην υπόθεση Μαρίας Κόκκινου v. Κυριάκου Κόκκινου, ECLI:CY:DOD:2016:6, Πολιτική Έφεση Αρ. 29/2014, ημερομηνίας 3.11.2016, λέχθηκε πως ο «καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ πως δεν έχει καταδειχθεί «καλός λόγος» ώστε να επιτραπεί στην εναγομένη 2 η καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης. Το ζήτημα το οποίο ουσιαστικά εγείρεται με την Αίτηση ημερομηνίας 15.4.2019 είναι καθαρά νομικό και το ερώτημα που τίθεται είναι (α) κατά πόσο μπορεί να γίνει συμψηφισμός εξόδων που έχουν επιδικαστεί σε δύο διαφορετικές διαδικασίες και (β) κατά πόσον μπορεί να ανασταλεί η εκτέλεση της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 9.1.2019 σε σχέση με την καταβολή των εξόδων. Η απάντηση στα δύο ερωτήματα δεν έχει να κάμει τίποτα με την οικονομική κατάσταση του εναγομένου 2. Όπως και το εάν ο τελευταίος επιδιώκει την μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων του. Συνεπώς, κρίνω πως δεν μπορώ να ασκήσω την διακριτική μου εξουσία υπέρ της εναγομένης 2 - αιτήτριας και να εκδώσω το αιτούμενο διάταγμα. Διά ταύτα η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγομένου 1-καθ'ου η αίτηση και σε βάρος της εναγομένης 2-αιτήτριας, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της Αίτησης ημερομηνίας 15.4.2019. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο