← Κύπρος

ΠΥΡΙΛΛΗ ν. YIANNIS MAMAS DEVELOPERS (PARADISE) LTD H.E 161903, Αρ. Αγωγής: 498/13, 11/2/2020

ΠΥΡΙΛΛΗ ν. YIANNIS MAMAS DEVELOPERS (PARADISE) LTD H.E 161903, Αρ. Αγωγής: 498/13, 11/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:A4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Α. Κάρνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 498/13 Μεταξύ: ΠΥΡΙΛΛΗ XXXXX Ενάγοντα και YIANNIS MAMAS DEVELOPERS (PARADISE) LTD H.E 161903 Εναγoμενης Ημερομηνία: 11 Φεβρουαρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κα Δήμητρα Λοίζου για G. KOUZALIS LLC Για Εναγόμενο/Καθ΄ου η Αίτηση: κ. Γ. Μιντής ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση για προσθήκη εναγομένων και τροποποίηση του τίτλου της Αγωγής) Με την υπό τον ως άνω τίτλο αγωγή, ο ενάγοντας αξιώνει μεταξύ άλλων: Α. Αναγνωριστική απόφαση Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ότι η εναγόμενη μέσω των εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων ή και υπηρετών ή και αντιπροσώπων της επεμβαίνει παρανόμως στην ακίνητη ιδιοκτησία που είναι εγγεγραμμένη επί του ενάγοντα, υπό την έννοια ότι έχει οικοδομήσει πρόβολους (βεράντες) οι οποίοι εκτείνονται ή και εμπίπτουν εντός του δικαιώματος διαβάσεως που κατέχει ο ενάγοντας στο τεμάχιο γης με αριθμό εγγραφής 0/XXX Φ/Σχ. Αρ. 2-289-380 τεμάχιο XXX, οικόπεδο με ανεγερθείσα οικία στο Παραλίμνι, εντός της Επαρχίας Αμμοχώστου. Β. Διεινεκές Διάταγμα (perpetual order) με το οποίο να διατάττεται η εναγόμενη και/ ή οι εξουσιοδοτημένοι υπάλληλοι ή και υπηρέτες της, να άρουν άμεσα κάθε παράνομη επέμβαση, συμπεριλαμβανομένης και της αποδόμησης των προβόλων (βεράντες) που έχουν οικοδομηθεί εκ μέρους της, οι οποίοι εκτείνονται ή και εμπίπτουν εντός του δικαιώματος διαβάσεως του ενάγοντα στο προαναφερόμενο τεμάχιο γης. Γ. Γενικές Αποζημιώσεις. Με την υπό κρίση αίτηση, ημερομηνίας 20 Μαρτίου 2019, ο ενάγοντας - αιτητής (εφεξής: «ο αιτητής») εξαιτείται: Α. Την έκδοση διατάγματος Δικαστηρίου επιτρέπον την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής δια της διαγραφής της λέξης «paradise» και του αριθμού εγγραφής HE 161903 από το όνομα της εναγόμενης, ούτως ώστε να αναγραφεί το όνομα Yiannis Mamas Developers Ltd∙ Β. Διάταγμα διατάττον την τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος και της έκθεσης απαίτησης, ούτως ώστε οι XXXXX Ian, XXXXX Christine May, XXXXX Neil Banks Mandy, M.L. UNIQUE SERVICES LTD, XXXXX Gillian, XXXXX Ξενή, XXXXX Λαού, Νικολάου XXXXX, Χατζηπαύλου XXXXX, Βανέζης XXXXX, Σταθάκης XXXXX και Σταθάκη XXXXX, προστεθούν ως εναγόμενοι 2 έως 14 αντίστοιχα και όπως η εναγόμενη αριθμηθεί σε εναγόμενη 1. Γ. Διάταγμα όπως το κλητήριο ένταλμα, η έκθεση απαίτησης και τα δικόγραφα τροποποιηθούν αναλόγως και όπως το τροποποιημένο κλητήριο και έκθεση απαίτησης καταχωριστούν εντός 14 ημερών και η διαδικασία συνεχισθεί ως εάν οι προτιθέμενοι εναγόμενοι είχαν προστεθεί εξ' αρχής. Δ. Διάταγμα επιτρέπον την τροποποίηση των λεπτομερειών της έκθεσης απαίτησης ως καταγράφεται στην αίτηση, ώστε να προστεθεί κατ' ουσίαν ο ισχυρισμός ότι η εταιρεία Yiannis Mamas Developers Ltd, οικοδόμησε και πώλησε δυνάμει πωλητηρίων εγγράφων, στους προτιθέμενους εναγόμενους 2 έως 14, διαμερίσματα στο συγκρότημα 'Crystal View Complex', στο Παραλίμνι (εφεξής: «τα διαμερίσματα»), οι βεράντες των οποίων έχουν ανεγερθεί εντός του δικαιώματος διαβάσεως του ενάγοντα. Οι προτιθέμενοι εναγόμενοι 2 - 14 έχουν την κατοχή και/ ή είναι ιδιοκτήτες των εν λόγω διαμερισμάτων από την ημερομηνία πώλησης τους από την εναγόμενη 1. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 ΘΘ 1 - 6, 9-11, Δ.25 Θ.Θ. 1 - 6, Δ.27, Δ.48 Θ.Θ. 1-3, 8-11,13, Δ.64 και Δ.39 και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του αιτητή, ο οποίος, κατ' αρχάς, εξηγεί το λόγο για τον οποίο προέκυψε η ανάγκη διόρθωσης του ονόματος της εναγόμενης εταιρείας στο παρόν στάδιο και όχι νωρίτερα. Συγκεκριμένα, ο ομνύων αναφέρει ότι το όνομα της εναγόμενης ανεγράφη εσφαλμένα στο κλητήριο ένταλμα λόγω σύγχυσης και καλόπιστου λάθους, καθότι οι διευθυντές των εταιρειών Yiannis Mamas Developers (Paradise) Ltd και Yiannis Mamas Developers Ltd, είναι οι ίδιοι, όπως επίσης ίδια είναι και η διεύθυνση του εγγεγραμμένου τους γραφείου. Περαιτέρω, ο ομνύων αναφέρει ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στο διευθυντή των δυο εταιρειών, ο οποίος σίγουρα αντιλήφθηκε ότι παρά το εσφαλμένο όνομα, πρόθεση του ενάγοντα ήταν να εναγάγει την εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου που περιγράφεται στο κλητήριο ένταλμα που είναι η Yiannis Mamas Developers Ltd και όχι η Yiannis Mamas Developers (Paradise) Ltd. Ο ομνύοντας αναφέρει επίσης στην παράγραφο 9 της ένορκης του δήλωσης τα εξής: «Το ζήτημα της παράνομης επέμβασης μεταξύ εμού και της εταιρείας που ανήγειρε τα διαμερίσματα και σαφώς της ιδιοκτήτριας εταιρείας είναι ένα ζήτημα που υπάρχει εδώ και αρκετά χρόνια και είναι αρκετές οι φορές που συζητήσαμε όλα αυτά τα χρόνια με τον διευθυντή της ιδιοκτήτριας εταιρείας κο Μάμα, χωρίς να επιλυθεί το πρόβλημα και επειδή ακριβώς γνωρίζει το ζήτημα που υφίσταται αφού μιλούσα με τον ίδιο πάντοτε για το πρόβλημα της παράνομης επέμβασης και όλες τις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ μας για το ζήτημα του δικαιώματος διαβάσεως μου επομένως όταν παρέλαβε το κλητήριο ένταλμα αντιλήφθηκε ότι σίγουρα εννοούσαμε την άλλη εταιρεία που διατηρεί και είναι η ιδιοκτήτρια εταιρεία του τεμαχίου και απλά λανθασμένα αναγράφηκε το όνομα της άλλης του εταιρείας.» Ως προς την καθυστέρηση που παρατηρείται στην υποβολή της αίτησης, ο ομνύων αναφέρει ότι η πληροφόρηση ότι το όνομα της εναγόμενης ήταν εσφαλμένο, έγινε από τους δικηγόρους της προς τους δικηγόρους του, περί το Δεκέμβριο 2018. Επιπλέον, αναφέρει ότι η δικηγόρος του ζήτησε επίσημη έρευνα από το Κτηματολόγιο στις 9 Νοεμβρίου 2018, για να διαπιστώσει κατά πόσον υπήρχαν αγοραστές των διαμερισμάτων. Τα επίσημα στοιχεία από το Κτηματολόγιο εξασφαλίστηκαν περί την 17 Δεκεμβρίου 2018, οπότε και διαπιστώθηκε το λάθος στο όνομα της εναγόμενης και το ότι τα διαμερίσματα είχαν πουληθεί σε τρίτα πρόσωπα, οι οποίοι προφανώς είναι και κάτοχοι των διαμερισμάτων. Ως αποτέλεσμα περαιτέρω μελέτης της υπόθεσης από τους δικηγόρους του ομνύοντα, εκτός από την ανάγκη για διόρθωση του τίτλου της αγωγής, διαπιστώθηκε πως ήταν αναγκαία και η προσθήκη ως εναγομένων των αγοραστών των διαμερισμάτων, εφόσον τα δικαιώματά τους επηρεάζονται από την παρούσα αγωγή. Συγκεκριμένα, ο ομνύων λαμβάνει νομική συμβουλή ότι οι κάτοχοι των διαμερισμάτων είναι αναγκαίοι διάδικοι καθότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα επηρεάσει άμεσα και δυσμενώς τα δικαιώματά τους. Από την άλλη, όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του «Αν δεν συνενωθούν τα πρόσωπα αυτά ως νέοι διάδικοι το Σεβαστό Δικαστήριο εάν αποδειχθεί η παράνομη επέμβαση, δεν θα μπορεί να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα για άρση της παρανομίας, καθότι η ακίνητη ιδιοκτησία παρόλο που συνεχίζει να είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι της ιδιοκτήτριας, έχει πωληθεί σε τρίτα πρόσωπα, στους προτιθέμενους εναγόμενους κάτι το οποίο θα επηρεάσει αρνητικά τα νομικά μου δικαιώματα.» Περαιτέρω, ο ομνύοντας υποστηρίζει ότι η προσθήκη των προτιθέμενων εναγομένων είναι αναγκαία ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εκδικάσει πλήρως και αποτελεσματικά όλα τα αναφυόμενα στην υπόθεση θέματα, με όλους τους εμπλεκόμενους αναγκαίους διάδικους, προς αποφυγή της πολλαπλότητας δικαστικών διαδικασιών. Με την προσθήκη νέων εναγομένων δεν προστίθεται νέα αιτία αγωγής, ούτε τα δικαιώματα των εναγομένων παραβλάπτονται, ούτε δημιουργείται ζημιά σε αυτούς η οποία να μην μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Η αίτηση έγινε καλή και όχι κακή τη πίστη και σε χρόνο που δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καθυστέρηση που να δικαιολογεί απόρριψη της αίτησης. Ειδικότερα ο ομνύων υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση αίτησης καθότι δεν έχει ακόμα ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία και ότι είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης όπως επιτραπεί η αιτούμενη διόρθωση και προσθήκη. Η εναγόμενη καταχώρισε Ειδοποίηση για πρόθεση Ένστασης στην υπό κρίση αίτηση στηριζόμενη στους ακόλουθους λόγους, όπως έχουν ομαδοποιηθεί από το Δικαστήριο προς αποφυγή αχρείαστων επαναλήψεων:
  2. i)Η αίτηση αφορά στην ουσία καταχώριση νέας αγωγής με εντελώς διαφορετικούς διαδίκους - εναγόμενους.
  3. ii)Δεν υπάρχουν νέα δεδομένα και γεγονότα μη υπαρκτά κατά την καταχώριση του Κλητηρίου και της Έκθεσης Απαίτησης, αλλά όλα τα δεδομένα που επικαλείται ο αιτητής ήταν στη διάθεσή του κατά το χρόνο καταχώρισης της αγωγής. iii) Ο αιτητής επικαλείται δηλώσεις του δικηγόρου της καθ' ης η αίτηση, οι οποίες δεν υπάρχουν στο φάκελο του Δικαστηρίου
  4. iv)Ο αιτητής καθυστέρησε αδικαιολόγητα στην καταχώριση της αίτησης
  5. v)Πουθενά στην υπεράσπιση δεν υπάρχει γενική άρνηση ως ισχυρίζεται ο αιτητής που να δικαιολογεί οποιαδήποτε παράλειψη ή ολιγωρία αυτού στην καταχώριση της αίτησης ή που να παραπλανεί τον αιτητή
  6. vi)Η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και παραβίαση των δικαιωμάτων των προτεινόμενων ως εναγόμενων vii) Δεν πρόκειται για αίτηση τροποποίησης αλλά για προσπάθεια καταχώρισης νέας αγωγής κατά παράβαση των προνοιών της Δ.25Κ1 και της ανάγκης αποπεράτωσης των πραγματικών ζητημάτων που είναι πραγματικά αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων. viii) Από τη στιγμή που αίτημα του αιτητή είναι η προσθήκη εντελώς νέων διαδίκων ως εναγόμενων δεν υπάρχει αντικείμενο για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης καθώς πρόκειται τύποις και ουσία περί νέας αγωγής
  7. ix)Η νομική βάση της αίτησης δεν υποστηρίζεται από τα γεγονότα. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Μάμα Προκόπη, ο οποίος συνοπτικά αναφέρει τα ακόλουθα: Είναι διευθυντής και μέτοχος της εναγόμενης και εξουσιοδοτημένος από αυτήν να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Η αίτηση δεν αφορά διόρθωση του ονόματος της εναγόμενης, αλλά αντικατάσταση αυτής με άλλους εναγόμενους, προσθήκη εναγόμενων και επί της ουσίας καταχώριση νέας αγωγής και αλλαγή βάσης της αγωγής, πράγμα αντινομικό και απαράδεκτο από κάθε άποψη. Ο ομνύων αρνείται τα όσα ο αιτητής αναφέρει ως προς το χρόνο και τις συνθήκες υπό τις οποίες η συνήγορός του αντιλήφθηκε το σφάλμα που υπήρχε στο όνομα της εναγόμενης και ισχυρίζεται ότι πουθενά στο φάκελο του Δικαστηρίου δεν υπάρχει οποιαδήποτε σχετική επισήμανση που να έγινε από το δικηγόρο της εναγόμενης. Η έρευνα που αναφέρει ο ενόρκως δηλών - αιτητής, θα έπρεπε να είχε γίνει πριν την καταχώριση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και σίγουρα όχι 6 χρόνια μετά την καταχώριση αυτής. Η υπεράσπιση καταχωρίστηκε στις 25 Ιουνίου 2015, δηλαδή 4 χρόνια προηγουμένως και αναφέρεται ξεκάθαρα στην παράγραφο 6 αυτής, ότι η εναγόμενη δεν είχε και δεν έχει οποιαδήποτε ιδιοκτησιακή και συμβατική σχέση με το επίδικο κτήμα και τους ιδιοκτήτες αυτού, εν πάση δε περιπτώσει, η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Ο ομνύων περαιτέρω υποστηρίζει ότι ο αιτητής προβάλλει αστήρικτες και απαράδεκτες δικαιολογίες για θέματα που έπρεπε να ερευνήσει εγκαίρως και με τη δέουσα επιμέλεια. Οι ισχυρισμοί περί σφάλματος αναφορικά με το όνομα της εναγομένης δεν συνιστούν δικαιολογία για την καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση αίτησης. Οι δυο εταιρείες στις οποίες αναφέρεται ο αιτητής είναι παντελώς διαφορετικές και ξεχωριστές νομικές οντότητες. Τα πωλητήρια έγγραφα τα οποία περιγράφει ο αιτητής στην ένορκη του δήλωση, καθώς και τα σχετικά ονόματα των αγοραστών που αναφέρονται στο αιτητικό Β, ήταν ήδη καταχωρημένα στο μητρώο του Κτηματολογίου Αμμοχώστου πριν την καταχώριση της παρούσας αγωγής και της σχετικής έκθεσης απαίτησης. Όφειλε ο αιτητής να ενεργήσει με επιμέλεια πράγμα που παρέλειψε να πράξει. Η προσθήκη και άλλων εναγομένων θα περιπλέξει τα πράγματα και δεν υπάρχει η κατάλληλη νομική βάση και πραγματικά γεγονότα που να στηρίζουν την αίτηση. Επιπλέον, επιχειρείται προσθήκη νέων βάσεων και αιτιών αγωγής, παραβλάπτοντας τα δικαιώματα τρίτων που δεν έχουν τη δυνατότητα υποβολής ένστασης. Πρόκειται για προσπάθεια καταχώρισης νέας αγωγής. Ο ενάγων αιτητής είχε εξ αρχής πρόσβαση σε όλες τις αναγκαίες πληροφορίες πριν και κατά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, αφού αυτές ήταν προσβάσιμες και διαθέσιμες σε αυτόν ανα πάρα στιγμή, μέσω του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου. Ουδόλως προέκυψαν νέα δεδομένα, μη υπαρκτά κατά την ώρα καταχώρισης του κλητηρίου εντάλματος, ούτε την ώρα καταχώρισης της έκθεσης απαίτησης. Μεταξύ της καταχώρισης του κλητηρίου και της έκθεσης απαίτησης, παρήλθε χρονικό διάστημα πέραν των 2 ετών και ο αιτητής είχε όλο το χρόνο και ευκαιρία να προβεί στις δέουσες ενέργειες και έρευνες, πράγμα που δεν έπραξε παρά 6 χρόνια μετά και όταν ήδη η αγωγή είχε οριστεί για ακρόαση από 27 Σεπτεμβρίου 2016. Ο ομνύων περαιτέρω υποστηρίζει ότι η προσθήκη τόσων εναγομένων θα επιφέρει τεράστια καθυστέρηση στη διεκπεραίωση της αγωγής, προσθέτοντας αχρείαστα έξοδα και ταλαιπωρία στους πιθανούς εναγόμενους. Νομική Πτυχή Η υπό κρίση αίτηση καθόσον αφορά τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις, έχει ως κύρια βάση τη Δ.25, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αναφέρει τα εξής: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy, between the parties.» Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου και δεν κρίνω σκόπιμο να τις επαναλάβω εκτενώς. Ως έχει αποκρυσταλλωθεί μέσω της πλούσιας επί του θέματος νομολογία, η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις στις οποίες η τροποποίηση δύναται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο, η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα ή ακόμη εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. μεταξύ άλλων την πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην πολιτική έφεση 372/12 μεταξύ Λαμπή και Alpha Bank ημ. 26/3/2019). Ο χρόνος κατά τον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση είναι σχετικός αλλά όχι καθοριστικής σημασίας. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για να αιτιολογήσει την καθυστέρηση και να γίνει η αίτηση δεκτή (Δέστε μεταξύ άλλων Astor Manu-facturing & Exporting Co κ.α. v. A&G Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.α.

(1993)1 Α.Α.Δ. 726. 5 και Φοινιώτης ν. Green Mar Navigation
(1989)1(E) ΑΑΔ 33). Περαιτέρω, όπως τονίστηκε στην Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance Co. Ltd (Αρ.1)
(1990)1 ΑΑΔ 24, στη σελ. 26: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από τη συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελέσφορο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.» Διόρθωση εσφαλμένου ονόματος εναγόμενου Σύμφωνα με τη Δ.25 Θ.5 η οποία αποτελεί μέρος της νομικής βάσης της αίτησης: «5. The Court or a Judge may at any time, and on such terms as to costs or otherwise as the Court or Judge may think just, amend any defect or error in any proceedings, and all necessary amendments shall be made for the purpose of determining the real question or issue raised by or depending on the proceedings.» Στην υπόθεση Ferro Fashions Limited v. Fashion Box S.R.L.
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1805, 1810, λέχθηκαν τα εξής: «Η διόρθωση λανθασμένου ονόματος είναι θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο δεν πρέπει να επιτρέπει σε άτομα να αποκτούν πλεονέκτημα από μια λανθασμένη περιγραφή ονόματος, όταν όλοι γνωρίζουν την πραγματικότητα (Williams and Glyn's Bank Ltd ν. The Ship "Maria"
(1983)1 C.L.R. 106)... Το θέμα είναι απλό. Εκεί όπου εμφανίζεται μια απλή λανθασμένη περιγραφή ονόματος μπορεί να παρασχεθεί άδεια για τροποποίηση (Alexander Mountain & Co v. Rumere Ltd [1948] 2 All E.R. 482). Η λανθασμένη περιγραφή ονόματος δεν είναι παρά ανακριβής αναφορά του ονόματος του διάδικου. Δεν αναφέρεται στην ουσία της υπόθεσης. Έχει λεχθεί ότι η λανθασμένη περιγραφή ονόματος σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να αφεθεί να επηρεάσει την απόφαση επί της ουσίας που το δικαστήριο καλείται να εκδόσει (Etablissement Bandelot ν. R. S. Graham and Co Ltd [1953] 1 All E.R. 149).» Στην υπόθεση E.G. Falekkos Ltd v. Reana Manufacturers Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 443 αποφασίστηκε ότι λανθασμένο όνομα διαδίκου στην αγωγή, μπορεί να διορθωθεί κατ' επίκληση της Δ.25 Θ.5, καθώς και της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου, ακόμη και μετά την έκδοση απόφασης. Το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Pearlman (Veneers) S.A. (Pty), Ltd v. Bartels [1954] All E.R. 659: «... ... it is to my mind quite plain that this court has ample jurisdiction to correct any misnomer or misdescription at any time whether before or after judgement ..... All that is necessary to be done, which this Court has ample power to do is to alter the title by describing the defendant in the name he now says is his correct name ....» To ότι το Δικαστήριο κέκτηται συμφυούς εξουσίας για διόρθωση σφάλματος στο όνομα διαδίκου, προκύπτει και από την απόφαση Williams and Glyn's Bank Ltd ν. The Ship "Maria"
(1983)1 C.L.R. 106, σελ. 122: «Irrespective, however, of the Provisions of the Rules, correction of a misnomer especially in the circumstances of the present case is a matter within the inherent jurisdiction of the Court.» Στην υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ.1608, το Ανώτατο Δικαστήριο κλήθηκε να εξετάσει, μεταξύ άλλων, κατά πόσον η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να επιτρέψει την προσθήκη του Δήμου Αγλαντζιάς, ως επιπρόσθετου καθ' ου η αίτηση στον τίτλο της παραπομπής, ήταν ορθή, στη βάση ισχυρισμών της αιτήτριας ότι η μη συμπερίληψη εξ' αρχής του Δήμου Αγλαντζιάς στην παραπομπή, ως αποζημιούσας αρχής, οφείλεται σε καλόπιστο λάθος. Συγκεκριμένα, η παραπομπή είχε στραφεί εναντίον του Δημοτικού Συμβουλίου Αγλανταζιάς, το οποίο όμως δεν είναι νομικό πρόσωπο αλλά θεσμοθετημένο όργανο του Δήμου. Επομένως, η αιτήτρια όφειλε να στραφεί εναντίον του Δήμου Αγλαντζιάς για διεκδίκηση των δικαιωμάτων της και όχι εναντίον του Δημοτικού Συμβουλίου. Το Ανώτατο Δικαστήριο, άντλησε καθοδήγηση από την Αγγλική απόφαση Davies v. Elsby Brothers Ltd [1960] 3 All E.R. 672 και υιοθέτησε το σκεπτικό του Δικαστή Devlin, L.J. στην εν λόγω υπόθεση, ο οποίος ανέφερε τα εξής (σε μετάφραση από την υπόθεση Χαρικλείδη): «Στο Αγγλικό Δίκαιο ως θέμα γενικής αρχής το ζήτημα δεν είναι τί σκόπευε ή εννοούσε ο συγγραφέας του εγγράφου αλλά το πώς ένας λογικός άνθρωπος που διαβάζει το έγγραφο θα αντιλαμβανόταν το νόημα του και εκείνο είναι το κριτήριο που πρέπει σαν θέμα γενικού κανόνα να εφαρμόζεται στις περιπτώσεις 'σφάλματος περί το όνομα' (misnomer) - το οποίο μπορεί να περιλάβει αριθμό άλλων καταστάσεων εκτός από 'σφάλμα περί το όνομα' (misnomer) στο κλητήριο, για παράδειγμα λάθος ως προς την ταυτότητα κατά τον καταρτισμό μιας συμφωνίας. Το κριτήριο πρέπει να είναι: πώς θα εκλάβει το έγγραφο ένα λογικό πρόσωπο που το παραλαμβάνει. Αν κάτω από όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και εξετάζοντας το έγγραφο στο σύνολο του θα πει στον εαυτό του: 'Σίγουρα πρέπει να εννοεί́ εμένα, αλλά έχουν γράψει το όνομα μου λανθασμένα' τότε έχουμε την περίπτωση απλού 'σφάλματος περί το όνομα' (misnomer). Αν, από την άλλη, θα πεί: '..... από αυτό τούτο το έγγραφο δεν μπορώ να πω κατά πόσον εννοούν εμένα ή όχι και πρέπει να διερευνήσω το θέμα' τότε μου φαίνεται ότι ξεφεύγουμε από τα όρια του 'σφάλματος περί το όνομα' (misnomer).» Στη συνέχεια ο Devlin L.J. ασχολήθηκε με τα γεγονότα της υπόθεσης. Λόγω της απουσίας της ημερομηνίας του επίδικου δυστυχήματος έκρινε ότι θα ήταν αδύνατο για ένα αντικειμενικό άτομο να γνωρίζει ή να είναι βέβαιο από το κλητήριο κατά πόσον ο ενάγων είχε πρόθεση να εναγάγει τον οίκο ή την εταιρεία. Έπρεπε να είχε κάμει έρευνες ως προς το πότε είχε λάβει χώραν το επίδικο δυστύχημα. Έκρινε, επομένως, ότι δεν επρόκειτο για περίπτωση σφάλματος περί το όνομα (misnomer).» Επιπλέον, το Ανώτατο Δικαστήριο παρέπεμψε στην υπόθεση Singh v. Atombrook Ltd [1989] 1 All E.R. 385, στην οποία τα γεγονότα ως παρατίθενται στην απόφαση Χαρικλείδη ανωτέρω, έχουν συνοπτικά ως εξής: ο σύζυγος της ενάγουσας είχε αγοράσει αεροπορικά εισιτήρια από ταξιδιωτικό πράκτορα που εμπορευόταν με το όνομα "Sterling Travel". Λόγω όμως του θανάτου του, τα εισιτήρια δεν χρησιμοποιήθηκαν και επιστράφηκαν από την οικογένεια του θανόντος στον πιο πάνω ταξιδιωτικό πράκτορα, ο οποίος τους έδωσε διαβεβαιώσεις για επιστροφή του αντιτίμου των εισιτηρίων. Παρά τις εν λόγω διαβεβαιώσεις, το αντίτιμο δεν επεστρέφη και η ενάγουσα, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος, κίνησε αγωγή εναντίον της "Sterling Travel (a firm)". Εν τέλει διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε νομικό πρόσωπο με το όνομα "Sterling Travel". Υπήρχε εταιρεία με το όνομα Atombrook Ltd, η οποία ήταν ιδιοκτήτρια της "Sterling Travel". Η Atombrook Ltd ζήτησε τον παραμερισμό πρωτόδικης απόφασης που είχε εκδοθεί, ερήμην, εναντίον της "Sterling Travel" και αργότερα εφεσίβαλε την πρωτόδικη απόφαση, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, τον ισχυρισμό ότι το κλητήριο είχε εκδοθεί εναντίον μη υφιστάμενου προσώπου. Το αγγλικό Εφετείο δια του Δικαστή Kerr, L.J., κατέληξε ως εξής (σε μετάφραση ως καταγράφεται στην απόφαση Χαρικλείδη ανωτέρω): «Βέβαια στην παρούσα υπόθεση δεν υπήρχε ποτέ η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του εναγομένου ότι ο ενάγων είχε πρόθεση να τον εναγάγει και ότι ήταν το πρόσωπο με το οποίο σχετιζόταν η υπόθεση αυτή. Από την αρχή μέχρι το τέλος το γνώριζε πολύ καλά και κατά την κρίση μου λάμβανε συνέχεια μέτρα να αποφύγει την προώθηση αυτής της αξίωσης εναντίον του. Ωστόσο ο συνήγορος του εναγομένου ήταν απτόητος. Ανέφερε ότι αυτό το θέμα παρέμενε ανοικτό για ένα αντικειμενικό πρόσωπο να είχε ερμηνεύσει το κλητήριο με διαφορετικό τρόπο. Παρόλο ότι το βρίσκω αδύνατο να παρακολουθήσω την επιχειρηματολογία του πλήρως ή να την αποδεχθώ, πρότεινε ότι ένα αντικειμενικό πρόσωπο αν και γνώριζε όλα τα γεγονότα τα οποία γνώριζε ο εναγόμενος θα νόμιζε ότι αυτός ο ενάγων είχε πρόθεση να εναγάγει ένα οίκο που ονομάζεται Sterling Travel που μπορούσε να είναι μια υφιστάμενη οντότητα ή κάτι παρόμοιο με αυτό. Αυτό είναι παράδοξο και το απορρίπτω. Το θέμα αυτό έχει τεθεί πέρα από κάθε αμφιβολία από άλλη απόφαση αυτού του Δικαστηρίου στη Whittam v. W. J. Daniel & Co. Ltd [1961] 3 All E.R. 796 [1962] 1 Q.B.
  1. Σε εκείνη την υπόθεση καταχωρήθηκε αγωγή εναντίον μιας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης εντός της περιόδου της παραγραφής αλλά χωρίς την προσθήκη της λέξης "Ltd" και επομένως φαινόταν ότι καταχωρήθηκε αγωγή στο όνομα ενός οίκου. Το δικαστήριο επέτρεψε την προσθήκη της λέξης "Ltd" μετά την εκπνοή της περιόδου της παραγραφής και διέκρινε την Davies v. Elsby Bros Ltd [1960] 3 All E.R. 672 [1961] W.L.R.
  2. Ο Donovan L.J. αναφέρθηκε στο κριτήριο του Devlin L.J., στο οποίο έχω αναφερθεί, και είπε [1961] 3 All E.R. 796, 799, [1962] 1 Q.B. 271, 277: 'Εφαρμόζοντας εκείνο το κριτήριο δεν μπορούσε να υπάρχει αμφιβολία στο μυαλό των εναγομένων όταν έλαβαν το κλητήριο ότι ήταν εκείνοι τους οποίους ο ενάγων είχε πρόθεση να εναγάγει και ότι απλώς είχε γράψει το όνομα λανθασμένα.'» Βασιζόμενο στις ανωτέρω νομολογιακές αρχές, το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε στο εξής συμπέρασμα: «Πρόθεση των εφεσιβλήτων ήταν να εναγάγουν την οντότητα εκείνη η οποία είναι κατά νόμο υπεύθυνη για την καταβολή των επίδικων αποζημιώσεων. Η οντότητα εκείνη είναι ο προτεινόμενος διάδικος. Έχουμε, επίσης καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο προτεινόμενος διάδικος δεν είχε ποτέ αμφιβολία ότι οι εφεσίβλητοι είχαν πρόθεση να τον εναγάγουν. Ούτε είχε αμφιβολία ότι ήταν η οντότητα με την οποία σχετιζόταν η υπόθεση αυτή. Αυτά τα συμπεράσματα είναι τα μόνα συμπεράσματα που μπορούν να εξαχθούν από μια ανάγνωση της Παραπομπής και της Έκθεσης Απαιτήσεως στο σύνολό τους. Οποιοσδήποτε λογικός και αντικειμενικός αναγνώστης του κλητηρίου - Εδώ της Παραπομπής - και της Έκθεσης Απαίτησης στο σύνολό τους θα αντιλαμβανόταν ότι η αγωγή - Παραπομπή στρεφόταν κατά της οντότητας εκείνης που ήταν κατά νόμο υπεύθυνη για την καταβολή αποζημιώσεων. Όπως έχουμε υποδείξει αυτή η οντότητα ήταν ο προτεινόμενος διάδικος και ότι απλώς περιέγραψαν λανθασμένα το όνομα του. Η Αποζημιούσα Αρχή στον τίτλο της Παραπομπής δεν μπορούσε να είναι άλλη από τον προτεινόμενο διάδικο και δεν μπορούσε να εκληφθεί από οποιοδήποτε λογικό άτομο ότι αναφέρεται σε οποιοδήποτε άλλο εκτός από τον προτεινόμενο διάδικο. Θεωρούμε λοιπόν ότι πρόκειται σαφώς για περίπτωση σφάλματος περί το όνομα (misnomer)..» Προσθήκη εναγομένων Σε ό,τι αφορά την επιδιωκόμενη προσθήκη εναγομένων, το ζήτημα διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.9, θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προνοεί, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «... The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. ...» Ως έχει νομολογηθεί, η επιλογή των εναγομένων είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει στους ενάγοντες. Στη βάση όμως της Δ.9Θ.10 το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να προσθέσει, να διαγράψει ή να αντικαταστήσει διάδικο ούτως ώστε να επιφέρει τις αλλαγές που είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων. Η απόφαση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου συναρτάται με τα επίδικα θέματα, όπως αυτά προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις (βλ. μεταξύ άλλων Οδυσσέως v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ.1372). Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος, δυνάμει της Δ.9, θ.10, θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Perihan Mustafa Korkut v. Αποστόλου Γεωργίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1213: «Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται. Με βάση τα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση PT Kiani Kertas v Interorient Nagivation Company Limited κ.ά. (Αρ.1)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 300 αν «η προσθήκη είναι αναγκαία για να αποφασισθούν αποτελεσματικά και πλήρως όλα τα εγειρόμενα στην αγωγή θέματα, και δεν υπάρχει βαρύνων λόγος γιατί να μην διαταχθεί, το Δικαστήριο μπορεί να πράξει ανάλογα». Λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να διατάξει προσθήκη διαδίκου, είναι η ενδεχόμενη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, η ενδεχόμενη προσθήκη νέας αιτίας αγωγής και η δυνατότητα έγερσης από τον προτεινόμενο εναγόμενο θέματος παραγραφής της εναντίον του απαίτησης. Απολύτως σχετική με την υπό κρίση αίτηση είναι, θεωρώ, η σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση Αρ.Ε.187/13 μεταξύ Ι.Γ. ΚΑΣΟΥΛΙΔΗΣ & ΥΙΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ εφεσειόντων και ΜΙΧΑΗΛ εφεσίβλητης και OPTIONS CASSOYLIDES PLC πρώην εναγομένων, ημερομηνίας 9 Οκτωβρίου 2018. Στην εν λόγω υπόθεση μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων και τον ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση, η εφεσίβλητη αιτήθηκε την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής, με την απάλειψη του ονόματος της εναγόμενης και την αντικατάσταση της με το όνομα Ι.Γ. ΚΑΣΟΥΛΙΔΗΣ &ΥΙΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, προβάλλοντας ότι εκ λάθους ανέφερε στους δικηγόρους της ότι οι εργοδότες της ονομάζονται OPTIONS CASSOYLIDES PLC. Το λάθος, κατ' ισχυρισμό, διαπιστώθηκε από τους συνηγόρους της κατά την προετοιμασία της ακρόασης, όταν η εφεσίβλητη τους παρέδωσε στοιχεία σε σχέση με το μισθό της. Αποδίδοντας το λάθος σε σύγχυση, λόγω των διαφόρων ονομάτων και επωνυμιών που χρησιμοποιούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο ο όμιλος εταιρειών Κασουλίδη, η εφεσίβλητη υποστήριξε ότι διέπραξε ένα καλόπιστο, αλλά δικαιολογημένο λάθος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα και αποφάσισε ότι επρόκειτο για περίπτωση λανθασμένης περιγραφής διαδίκου με βάση τα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Χαρικλείδη ανωτέρω. Εφόσον αποτελούσε κοινό έδαφος ότι εργοδότες της εφεσίβλητης, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν οι προτεινόμενοι εναγόμενοι, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η σκοπούμενη τροποποίηση εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, καθότι ήταν αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσον οι εργοδότες της εφεσίβλητης υπείχαν οποιαδήποτε ευθύνη για το επίδικο ατύχημα. Σε σχέση με την παρατηρηθείσα καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι αυτή δεν ήταν αδικαιολόγητη, εν όψει του ότι η αίτηση καταχωρίστηκε μόλις η εφεσίβλητη αντιλήφθηκε το λάθος της. Ούτε θα προξενούνταν, κατά την κρίση του, ανεπανόρθωτη ζημιά στους καθ' ων η αίτηση, δεδομένου ότι δεν είχε αρχίσει η ακροαματική διαδικασία της αγωγής. Η υφιστάμενη εναγόμενη θα έπαυε να είναι διάδικος και η νέα εναγόμενη θα είχε δικαίωμα καταχώρισης υπεράσπισης. Το Ανώτατο Δικαστήριο (Παναγη Δ.) αποφάσισε τα εξής: «Η τροποποίηση του τίτλου αγωγής με την υποκατάσταση ενός διαδίκου με άλλο διάδικο, διέπεται από τη Δ.9 των Θεσμών. Η διόρθωση λανθασμένου ονόματος μπορεί να συνεπάγεται την υποκατάσταση νέου διάδικου (βλ. την απόφαση του δικαστή Russell LJ στη Mitchell v Harris Engineerong Company Ltd [1967] 2 QB 703, 721), σε τέτοια περίπτωση, όμως, η υποκατάσταση είναι τεχνική ή τυπική (βλ. την απόφαση του Dawson, J στην Bridge Shipping (Pty) Ltd v Grand Shipping SA and Another [1992] LRC (Comm) 730, 734 και 739). Η Δ.9, θ.11 προβλέπει ότι όπου προστίθεται ή υποκαθίσταται εναγόμενος, το κλητήριο ένταλμα τροποποιείται αναλόγως και επιδίδεται στον νέο εναγόμενο. Κατά τα προβλεπόμενα στη Δ.9, θ.10, η διαδικασία εναντίον του νέου εναγομένου θεωρείται ότι αρχίζει με την επίδοση σε αυτόν του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος. Επομένως, ο χρόνος που επιχειρείται η τροποποίηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία στις περιπτώσεις εκείνες που ενδεχόμενη προσθήκη ή υποκατάσταση θα ανατρέψει ή θα οδηγήσει σε αποστέρηση του προτεινόμενου εναγόμενου υπεράσπισης που του παρέχει ο νόμος. Εξηγεί, συναφώς, ο Πικής, Π στην υπόθεση Papaioannou Ltd v Intermed Ship κ.ά
(1995)1 ΑΑΔ 467, μετά από αναφορά στην Ketteman v Hansel Properties Ltd [1988] 1 All ER 38 ότι: «Οι θεσμικές διατάξεις ρυθμίζουν τη διαδικασία. Η εφαρμογή τους δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει τη γένεση αγώγιμου δικαιώματος ή να αποστερήσει τον εναγόμενο από υπεράσπιση την οποία του παρέχει ο νόμος.» ... Εκτενής ανασκόπηση της εξέλιξης της σχετικής αγγλικής νομολογίας, πριν από το 1965, γίνεται στην υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν Χαρικλείδη (ανωτέρω), την οποία εφάρμοσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ως έχει αναφερθεί. Στην υπόθεση εκείνη τέθηκε το ερώτημα που τέθηκε και στην Davies (ανωτέρω), κατά πόσο η περίπτωση αποτελούσε διόρθωση «σφάλματος περί το όνομα».[3] Η κάθε υπόθεση, βέβαια, όπως προκύπτει και από τη σχετική νομολογία, εξαρτάται από τα δικά της γεγονότα. Στην προκειμένη περίπτωση το κατά πόσο η σκοπούμενη τροποποίηση αποτελούσε, στην πραγματικότητα, υποκατάσταση διαδίκου ήταν, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, ακαδημαϊκό και δεν ετίθετο θέμα εφαρμογής της Χαρικλείδη, όπως θα εξηγήσουμε στη συνέχεια. Στην Χαρικλείδη, τυχόν υποκατάσταση του εναγομένου θα συνεπαγόταν ανατροπή της τασσόμενης από το άρθρο 8
(1)(β) του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως (Τροποποιητικού) Νόμου του 1983 (Ν25/83) προθεσμίας για τη λήψη νομικών διαβημάτων από ιδιοκτήτη απαλλοτριωθείσης ιδιοκτησίας για τον καθορισμό του ποσού της αποζημίωσης. Γεγονός που έφερνε στο προσκήνιο το ερώτημα που τέθηκε στην Davies κατά πόσο επρόκειτο για περίπτωση «σφάλματος περί το όνομα». Στην προκειμένη περίπτωση δεν ετίθετο θέμα ανατροπής προθεσμίας ή οποιασδήποτε άλλης υπεράσπισης των εφεσειόντων με την σκοπούμενη τροποποίηση, ούτε συνεπαγόταν η έγκριση της αίτησης την αποστέρηση ουσιαστικού δικαιώματός τους. Αυτή δε είναι η ειδοποιός διαφορά μεταξύ της Χαρικλείδη και της παρούσας, η οποία καθιστά την Χαρικλείδη μη σχετική με την περίπτωση που το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ενώπιον του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έπρεπε, λοιπόν, να περιοριστεί στο μόνο ερώτημα που αναδυόταν από τα γεγονότα της υπόθεσης, κατά πόσο δηλαδή οι εφεσείοντες ήταν αναγκαίοι διάδικοι για να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.9, θ.10 των Θεσμών. Ζήτημα το οποίο δεν συνεπαγόταν την εξέταση κατά πόσο η προτεινόμενη τροποποίηση αφορούσε «σφάλματος περί το όνομα». Έχοντας, όμως, απαντήσει στο ερώτημα αυτό, το Δικαστήριο στη συνέχεια θεώρησε, ουσιαστικά, ότι οι εφεσείοντες ήταν αναγκαίοι διάδικοι αφού, όπως σημείωσε, η απαίτηση της εφεσίβλητης θα μπορούσε να διεκδικηθεί μόνο από τους εφεσείοντες οι οποίοι ήταν οι εργοδότες της, κατά το χρόνο του ατυχήματος. Το εύρημα είναι ορθό και, εν πάση περιπτώσει, δεν προσβάλλεται με την έφεση. .. Τέθηκε θέμα καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης. Θέση η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο κρίνοντας ότι δεν υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση αφού η εφεσίβλητη ενήργησε δεόντως μόλις αντιλήφθηκε το λάθος. ... Υπήρξε όντως αμφισβήτηση εκ μέρους της εταιρείας και των εφεσειόντων των όσων προβλήθηκαν από την εφεσίβλητη ως δικαιολογία για το χρόνο υποβολής της αίτησης. Βέβαια, αίτηση για τροποποίηση με την προσθήκη ή υποκατάσταση διαδίκου δυνάμει της Δ.9, μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Η καθυστέρηση στην υποβολή μιας τέτοιας αίτησης δεν αποτελεί εκ προοιμίου αρνητικό παράγοντα για την έγκρισή της, αλλά εξετάζεται σε συνάρτηση με άλλους παράγοντες όπως, για παράδειγμα, την ανυπαρξία καλής πίστης. Βέβαια, το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, συνεκτίμησε, ως όφειλε, και τους υπόλοιπους σχετικούς με την αίτηση παράγοντες, όπως το στάδιο στο οποίο βρισκόταν η αγωγή και οι συνέπειες που θα είχε τυχόν έγκριση της αίτησης για τους εφεσείοντες, υπό το φως του ισχυρισμού τους ότι θα προκαλείτο σε αυτούς ανεπανόρθωτη ζημιά. Σημείωσε, για το πρώτο, ότι δεν είχε αρχίσει η ακροαματική διαδικασία, ενώ για το δεύτερο, στο οποίο εστιάζεται το παράπονο των εφεσειόντων, έκρινε ότι δεν θα προκαλείτο σε αυτούς οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά. Εφόσον έχουν καταστεί εναγόμενοι, οι εφεσείοντες δικαιούνται να υπερασπιστούν την αγωγή και να ασκήσουν όλα τα δικαιώματα που έχει ένας εναγόμενος, όπως ορθά σημείωσε και το πρωτόδικο Δικαστήριο.» Κρίση Δικαστηρίου Αναφορικά με την προτιθέμενη εναγόμενη 1 Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές στην παρούσα υπόθεση και ειδικότερα τα όσα αποφασίστηκαν στην Ι.Γ. ΚΑΣΟΥΛΙΔΗΣ & ΥΙΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ανωτέρω, κρίνω ότι το αίτημα του ενάγοντα για διόρθωση του ονόματος της εναγόμενης, το οποίο συνιστά ουσιαστικά αίτημα για αντικατάσταση της εναγόμενης εταιρείας με άλλη εταιρεία, δικαιολογείται, για τους ακόλουθους λόγους: Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι πρόθεση του ενάγοντα ήταν εξ' αρχής να εναγάγει την ιδιοκτήτρια του τεμαχίου με αρ. εγγραφής 0/XXX Φ/Σχ. Αρ.2-289-380, τμήμα 5, τεμάχιο XXX η οποία είναι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του που δεν έχουν αμφισβητηθεί, η προτιθέμενη εναγόμενη. Δεν υπάρχει επίσης, κατά την κρίση μου, αμφιβολία ότι όταν ο Διευθυντής τόσο της υφιστάμενης εναγόμενης όσο και της προτιθέμενης εναγόμενης εταιρείας παρέλαβε το κλητήριο ένταλμα, καθώς επίσης και όσες φορές συνομίλησε με τον αιτητή, σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, είχε αντιληφθεί ποια από τις δυο εταιρείες ο ενάγοντας είχε πρόθεση να εναγάγει. Δηλαδή με βάση το κλητήριο ένταλμα και την έκθεση απαίτησης, θεωρώ ότι η προτεινόμενη εναγόμενη, μέσω του Διευθυντή της, δεν είχε ποτέ αμφιβολία ότι ο ενάγοντας είχε πρόθεση να την εναγάγει, εφόσον, χωρίς αμφιβολία, αυτή ήταν το πρόσωπο με το οποία σχετίζεται η παρούσα υπόθεση. Επομένως, η προτιθέμενη εναγόμενη, ως εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια ακινήτου επί του οποίου ανήγειρε διαμερίσματα τα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, επεκτείνονται επί δικαιώματος διάβασής του, κρίνεται ως αναγκαίος διάδικος προς επίλυση και εξέταση των επίδικων ζητημάτων. Σε ότι αφορά την αναμφίβολα μεγάλη καθυστέρηση που έχει παρατηρηθεί στην καταχώριση της παρούσας αίτησης σημειώνω τα εξής: Η καθυστέρηση αυτή είναι σίγουρα κατακριτέα και οφείλεται ενδεχομένως σε αμέλεια των συνηγόρων του ενάγοντα, οι οποίοι όφειλαν σε σύντομο χρόνο μετά την καταχώριση της αγωγής, να προβούν στην απαραίτητη έρευνα για να διαπιστώσουν κατά πόσο πράγματι η εναγόμενη ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του πιο πάνω ακινήτου. Δεν αμφισβητείται όμως ο ισχυρισμός του αιτητή ότι εκ λάθους και εκ παραδρομής ο ίδιος θεωρούσε και επιβεβαίωσε τους δικηγόρους του, ότι είχε εναγάγει τη σωστή εταιρεία. Είναι για αυτό το λόγο που ο αιτητής δεν προέβη σε οποιαδήποτε έρευνα στο Κτηματολόγιο ενωρίτερα. Δεν έχει αμφισβητηθεί επίσης ο ισχυρισμός ότι η συνήγορος του αιτητή διαπίστωσε το λάθος αναφορικά με την εναγόμενη εταιρεία, στις 17 Δεκεμβρίου
  1. Ανεξαρτήτως του κατά πόσον όντως το λάθος αυτό της το είχε επισημάνει ο συνήγορος της καθ' ης η αίτηση, κάτι το οποίο η τελευταία αρνείται κατηγορηματικά, παραμένει ως γεγονός ότι η εν λόγω συνήγορος διαπίστωσε το λάθος στο όνομα της εναγόμενης στις 17 Δεκεμβρίου
  2. Ακολούθως, εντός όχι ιδιαίτερα μεγάλου χρονικού διαστήματος, η ευπαίδευτη συνήγορος καταχώρησε την παρούσα αίτηση. Επιπλέον, κρίνω ότι σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης για αντικατάσταση της καθ' ης η αίτηση από την Yiannis Mamas Developers Ltd δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά είτε στην καθ' ης η αίτηση, είτε στην προτιθέμενη εναγόμενη, εφόσον η ακρόαση της αγωγής δεν έχει ακόμη αρχίσει και η νέα εναγόμενη θα έχει την ευκαιρία να καταχωρίσει έκθεση υπεράσπισης. Σε ότι αφορά την καθ' ης η αίτηση, κρίνω ότι αυτή δύναται να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τον καταβολή εξόδων. Αναφορικά με τους προτιθέμενους εναγόμενους 2 έως 14 Διαφορετική είναι η κατάληξή μου αναφορικά με το αίτημα για προσθήκη 13 προσώπων ως εναγόμενων, λόγω του ότι αποτελούν, κατ' ισχυρισμό του αιτητή, αναγκαίους διάδικους για επίλυση των επίδικων στην παρούσα αγωγή θεμάτων. Παρατηρώ ότι καμία απολύτως δικαιολογία δεν έχει προβληθεί από πλευράς του αιτητή ως προς την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην υποβολή αυτού του σκέλους της αίτησης. Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, τουλάχιστον από 8 Απριλίου 2015, ημερομηνία καταχώρισης της έκθεσης απαίτησης στην αγωγή, ο ενάγοντας γνώριζε ότι «οι εναγόμενοι προέβηκαν σε πωλήσεις κατοικιών που οικοδομήθηκαν επί του τεμαχίου με αριθμό XXX οι οποίες συμπεριλαμβάνουν προβόλους..» (βλ. παράγραφο 8, έκθεσης απαίτησης). Επομένως, εφόσον ήταν εις γνώση του αιτητή ότι είχαν γίνει οι εν λόγω πωλήσεις, γιατί δεν προέβη εγκαίρως σε έρευνα στο Κτηματολόγιο για να εξεύρει τους αγοραστές και να αιτηθεί την προσθήκη τους ως διαδίκους στην αγωγή; Ουδεμία εξήγηση δίδεται. Δεν πρόκειται για οποιαδήποτε σύγχυση ή καλόπιστο λάθος από πλευράς του αιτητή, όπως ισχύει αναφορικά με το όνομα της αρχικής εναγόμενης. Έχω ασφαλώς υπόψιν μου ότι σύμφωνα με τη νομολογία η καθυστέρηση δεν αποτελεί αφ' εαυτής λόγο για απόρριψη τέτοιου αιτήματος, ακόμα και όταν οφείλεται σε αμέλεια του διαδίκου, πλην όμως πρέπει σε κάθε περίπτωση η καθυστέρηση να αιτιολογείται και στην παρούσα περίπτωση ουδεμία αιτιολογία έχει προβληθεί για καθυστέρηση 6 περίπου ετών από την καταχώριση της αγωγής. Παρατηρώ ότι με βάση το τεκμήριο 1 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του αιτητή, όλα τα διαμερίσματα που κατ' ισχυρισμό επηρεάζουν το δικαίωμα διόδου του, είχαν πωληθεί πολύ πριν την καταχώρηση της αγωγής και συγκεκριμένα μεταξύ των ετών 2004 -
  3. Παρατηρώ επίσης ότι 5 από τους προτεινόμενους εναγόμενους είναι αλλοδαποί και με βάση το Τεκμήριο 1 κατάγονται από το Ηνωμένο Βασίλειο. Καμία σαφής πληροφόρηση δεν δίνεται από τον αιτητή ως προς το κατά πόσον τα άτομα αυτά βρίσκονται εντός ή εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας, ούτε διευκρινίζεται κατά πόσον αυτοί ή κάποιοι εξ' αυτών διαμένουν στα διαμερίσματα που έχουν αγοράσει. Είναι επομένως πολύ πιθανόν κάποιοι αν όχι όλοι από αυτούς να βρίσκονται στο εξωτερικό, σε άγνωστες στον ενάγοντα διευθύνσεις. Επομένως, σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος για προσθήκη των προτιθέμενων εναγομένων 2 έως 14, η ήδη αδικαιολόγητη και μακρά καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά εις βάρος της συνταγματικής επιταγής για εκδίκαση της υπόθεσης εντός ευλόγου χρόνου την οποία το Δικαστήριο οφείλει να διαφυλάξει. Επιπλέον, σε σχέση με τους προτιθέμενους εναγόμενους 8 και 9, Φαίδρα Ξενή και Κωστάκη Λάου παρατηρώ ότι σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αυτοί απέκτησαν κατοχή και/ ή ιδιοκτησία διαμερίσματος δυνάμει σύμβασης εκχώρησης το έτους
  4. Ως αναφέρθηκε από το Δικαστή Τ. Θ. Οικονόμου (Π.Ε.Δ ως ήταν τότε) στην Volodymyr Sorokin και Χρστοφή κ.α. Αγωγή αρ.2808/2003, απόφαση ημ.16 Απριλίου 2008): «Η τροποποίηση δικογράφου ανατρέχει στον αρχικό χρόνο. Το υφιστάμενο δικόγραφο δεν αντικαθίσταται αλλά εξακολουθεί να υπάρχει τροποποιημένο (Σοφοκλέους v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 81). Ως εκ τούτου δεν είναι νοητό, γεγονότα που έπονται χρονικά της Έκθεσης Απαίτησης ημ.28/7/2003, να περιληφθούν στην Έκθεση Απαίτησης.» Έχω συνεκτιμήσει τη θέση του αιτητή και με έχει προβληματίσει ιδιαίτερα το κατά πόσον οι εναγόμενοι 2 έως 14 είναι αναγκαίοι διάδικοι προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων και κατά πόσον θα επηρεαστούν νομικά τους δικαιώματα ή οικονομικά τους συμφέροντα, σε περίπτωση εκδίκασης της αγωγής. Ως έχει λεχθεί στην προαναφερθείσα νομολογία το αν διάδικος κρίνεται αναγκαίος ή όχι εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Παρά το ότι ενδεχομένως να επηρεάζονται τα οικονομικά συμφέροντα των προτιθέμενων εναγομένων 2 έως 14 από την παρούσα αγωγή, για προφανείς λόγους που δεν κρίνω σκόπιμο να αναλύσω, εντούτοις, δεν θεωρώ ότι αυτοί είναι αναγκαίοι διάδικοι για επίλυση των επίδικων ζητημάτων στην αγωγή, ειδικότερα έχοντας υπόψιν το ότι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου εντός του οποίου υπάρχει, η κατ' ισχυρισμό, παράνομη επέμβαση, παραμένει η προτιθέμενη εναγόμενη 1, την προσθήκη της οποίας έχω ήδη αποφασίσει να επιτρέψω. Κατάληξη Εν όψει όλων των ανωτέρω, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια και έχοντας ως γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης εγκρίνω μερικώς την αίτηση ως εξής: Εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης. Τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα να καταχωριστεί εντός 5 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος η οποία να ζητηθεί εντός 2 ημερών από σήμερα. Ακολούθως ο ενάγοντας να προωθήσει την επίδοση του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος στη νέα εναγόμενη εταιρεία. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση. Εν όψει του ότι αυτή παύει ουσιαστικά από τούδε και στο εξής να είναι διάδικος στην αγωγή, θα δώσω στους συνηγόρους των δυο πλευρών το δικαίωμα να τοποθετηθούν ως προς το κατά πόσον θα πρέπει να επιδικαστούν υπέρ της καθ' ης η αίτηση έξοδα της Αγωγής. ............ Α. Κάρνου Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.