SOCIETE GENERALE BANK-CYPRUS LTD ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΟΣ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 807 / 2012, 24/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:A3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 807 / 2012 Μεταξύ: SOCIETE GENERALE BANK-CYPRUS LTD Εναγόντων - και - 1. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΟΣ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ ΛΤΔ 2. XXXXX ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ 3. XXXXX ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ 4. XXXXX ΚΚΕΖΟΣ Εναγομένων Ημερομηνία: 24 Ιανουαρίου, 2020. Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: Ο κ. Παπαχαραλάμπους για ΚΟΥΣΙΟΣ, ΚΟΡΦΙΩΤΗΣ, ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΔΕΠΕ (για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Σκορδής) Για εναγόμενους: Ο κ. Δημητρίου για ΑΝΔΡΕΑΣ Θ. ΜΑΘΗΚΟΛΩΝΗΣ (για ν' ακούσει απόφαση η κα Παπαξενοπούλου) Α ΠΟ Φ Α Σ Η Με την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, οι ενάγοντες αξιούν από όλους τους εναγόμενους, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, την καταβολή του ποσού των €117.743,07 πλέον τόκο προς 11% ετησίως από 1.8.2012 μέχρι εξόφλησης, ως χρεωστικό υπόλοιπο τρεχουμένου λογαριασμού. Αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων τα εξής. (
- i)οι ενάγοντες, κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, ήσαν και εξακολουθούν να είναι τραπεζίτες διεξάγοντες τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο. (
- ii)η εναγομένη 1 είναι εταιρεία δεόντως συσταθείσα στην Κύπρο και ήταν πελάτης των εναγόντων. (iii) στην βάση γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 8.5.2009, οι ενάγοντες παραχώρησαν στην εναγόμενη 1 πιστωτική διευκόλυνση υπό μορφή τρεχούμενου λογαριασμού με όριο, ύψους €90.000=. Στο όνομα της ανοίχθηκε ο λογαριασμός με αριθμό XXXXX1010. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης: (α) ο λογαριασμός θα χρεώνετο με κυμαινόμενο επιτόκιο, το οποίο κατά την ημερομηνία υπογραφής της Συμφωνίας ήταν 7,5% επί των ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων [όρος 3(α) της Συμφωνίας]. Επιπλέον, ο λογαριασμός θα εχρεώνετο με επιπρόσθετο τόκο υπερημερίας 6,75% ετησίως σε περίπτωση που οποιοδήποτε ποσό δεν εξοφλείτο την ημερομηνία που αυτό καθίστατο πληρωτέο [όρος 3(β) της Συμφωνίας]. (β) η εναγομένη 1 εδικαιούτο να μεταβάλλει (είτε να αυξάνει είτε να μειώνει) το βασικό επιτόκιο, το νομισματικό διατραπεζικό επιτόκιο, ή και την περίοδο χρονικής διάρκειας του (όρος 3 της Συμφωνίας). (γ) ο τόκος θα κεφαλαιοποιείτο κάθε έξι μήνες κατά την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους (όρος 3 της Συμφωνίας). (δ) τα χρωστικά υπόλοιπα του Λογαριασμού Παρατραβήγματος ήταν πληρωτέα σε πρώτη ζήτηση (όρος 4 της Συμφωνίας). (ε) οι εναγόμενοι 2, 3 και 4, στην βάση γραπτής συμφωνίας εγγύησης ημερομηνίας 8.5.2009, εγγυήθηκαν προσωπικά, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, όλες τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 προς τους ενάγοντες, μέχρι ποσού €200.000= πλέον «τόκους, χρεώσεις, έξοδα και άλλες δαπάνες» μέχρι πλήρους εξόφλησης. (στ) οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 28.9.2011, ειδοποίησαν την εναγομένη 1 πως ο Τρεχούμενος Λογαριασμός της βρισκόταν σε υπέρβαση και/ή δεν λειτουργούσε κανονικά και/ή παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο, και την κάλεσαν να συμμορφωθεί με τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, πλην όμως η τελευταία παρέλειψε να συμμορφωθεί στις υποχρεώσεις της. (ζ) οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 21.10.2011, «κοινοποίησαν» τόσο στην εναγομένη 1 όσο και στους εναγόμενους 2, 3 και 4, τον τερματισμό της μεταξύ τους Συμφωνίας, καθώς και τον τερματισμό της λειτουργίας του Λογαριασμού. Οι Εναγόμενοι στην Έκθεση Υπεράσπισης τους διατείνονται πως: · ο όρος 3(β) της Συμφωνίας ημερομηνίας 8.5.2009 (προέβλεπε την χρέωση τόκου υπερημερίας) είναι καταχρηστικός, άκυρος και ανεφάρμοστος καθότι συνιστά ποινική ρήτρα. · ο όρος 3 της Συμφωνίας (προέβλεπε την μεταβολή του επιτοκίου) είναι αόριστος ή/και καταχρηστικός και σε κάθε περίπτωση άκυρος και ανεφάρμοστος. Αρνούνται ότι η Συμφωνία Εγγύησης είναι έγκυρη ή/και νόμιμη ή/και εφαρμόσιμη καθότι, όπως υποστηρίζουν, δεν καταρτίστηκε ή/και δεν υπογράφτηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου 2003 [197(I)/2003]. Περαιτέρω υποστηρίζουν πως η Σύμβαση Εγγύησης ακυρώθηκε ή/και τερματίστηκε και κατά συνέπεια οι εναγόμενοι «απηλλάγησαν οποιασδήποτε εξ' εγγυήσεως ευθύνης», καθότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να τους ενημερώσουν για τις υποχρεώσεις τους, στην βάση του Νόμου 197(Ι)/2003. Οι εναγόμενοι αρνούνται επίσης ότι: · ο Λογαριασμός της εναγομένης 1 βρισκόταν σε υπέρβαση. · η εναγομένη 1 αρνήθηκε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της. · οι ενάγοντες τερμάτισαν τόσο την Συμφωνία παροχής των πιστωτικών διευκολύνσεων όσο και την λειτουργία του Τρεχούμενου Λογαριασμού. Οι εναγόμενοι ανταπαιτητικώς αξιώνουν: «Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η επίδικη Συμφωνία Εγγύησης είναι άκυρη και ανεφάρμοστη για τους λόγους που εκθέτουν στην Υπεράσπιση. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάττει την ακύρωση της επίδικης Συμφωνίας Εγγύησης ή/και τον τερματισμό της, εξ' υπαιτιότητας των εναγόντων για τους λόγους που αναφέρονται στην Έκθεση Υπεράσπισης. Γ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 δικαιούνται να απαλλαγούν ή και απηλλάγηκαν από οποιαδήποτε εξ' εγγυήσεως ευθύνη τους προς τους ενάγοντες. Δ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία. Ε. Έξοδα.» Στο τέλος της ημέρας οι ενάγοντες περιόρισαν την απαίτηση τους στο ποσό των €91.267,22, πλέον τόκο προς 7% ετησίως επί του ποσού αυτού από 18.2.2019 μέχρι εξόφλησης. Για να αποδείξουν την υπόθεση τους οι ενάγοντες κάλεσαν δύο μάρτυρες, τον XXXXX Οικονομίδη (Μ.Ε.1) και την XXXXX Δρουσιώτου (Μ.Ε.2). Από πλευράς Υπεράσπισης δεν προσφέρθηκε μαρτυρία. Ο XXXXX Οικονομίδης (Μ.Ε.1), τοποθετημένος στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών (Recoveries Department) της ενάγουσας τράπεζας, κατέθεσε πως είναι υπεύθυνος για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης λογαριασμών πελατών, μεταξύ αυτών και των λογαριασμών της εναγόμενης 1. Κατέθεσε τα εξής. Στην βάση γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 8.5.2009 (Τεκμήριο 1) μεταξύ εναγόντων και εναγομένης 1, οι πρώτοι παραχώρησαν στην δεύτερη, διευκόλυνση παρατραβήγματος με όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό για το ποσό των €90.000=. Αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας συνιστά η επιστολή αποδοχής πιστωτικών διευκολύνσεων της ίδιας ημερομηνίας (Τεκμήριο 2), η οποία υπεγράφη από την εναγομένη 1 (ως Τεκμήριο 3 κατατέθηκε η Απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης 1 να αποδεχθεί την παραχώρηση των πιστωτικών διευκολύνσεων). Η συμφωνία προνοούσε [όρος 3(α)] πως η διευκόλυνση θα εχρεώνετο με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο καθορίστηκε σε 7,5% ετησίως επί των ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων του Λογαριασμού. Εάν δε, οποιοδήποτε ποσό το οποίο καθίστατο πληρωτέο δεν εξοφλείτο την δήλη ημέρα, τότε ο Λογαριασμός θα εχρεώνετο με επιπρόσθετο τόκο υπερημερίας 6,75% ετησίως από την ημερομηνία που το ποσό καθίστατο πληρωτέο μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης [όρος 3(β)]. Η τράπεζα είχε το δικαίωμα να μεταβάλλει (είτε να αυξάνει είτε να μειώνει) κατά την κρίση της, αλλά μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ίσχυαν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, το βασικό επιτόκιο ή το Euribor ή το Libor ή/και την περίοδο χρονικής διάρκειας του, το περιθώριο και το μεταβλητό επιτόκιο ή τον τόκο υπερημερίας, τα έξοδα, τις προμήθειες ή/και τα τραπεζικά δικαιώματα και να επιβαρύνει, συνακόλουθα, τον λογαριασμό της εναγόμενης 1 (όρος 3 της Συμφωνίας). Ο τόκος, σύμφωνα με τον όρο 3 της Συμφωνίας, θα κεφαλαιοποιείτο κάθε έξι μήνες, την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Τέλος, ο όρος 4 της Συμφωνίας προνοούσε πως «μόλις» η τράπεζα «ζητούσε» την πληρωμή του παραχωρηθέντος ποσού ή οποιουδήποτε μέρους αυτού, τότε τούτο (περιλαμβανομένου τόκου προμηθειών, δαπανών και άλλων εξόδων) θα καθίστατο αμέσως απαιτητό. Ο Μ.Ε.1 αναφέρθηκε στην διαδικασία ανοίγματος του επίδικου Λογαριασμού και ως Τεκμήριο 4 κατέθεσε Κατάσταση του Τρεχουμένου Λογαριασμού της εναγόμενης 1, με αριθμό XXXXX1-010. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, στην εναγόμενη 1 αποστέλλονταν, ανελλιπώς, μηνιαίες καταστάσεις σε σχέση με τον τρεχούμενο Λογαριασμό της χωρίς η τελευταία να διαμαρτυρηθεί για οποιαδήποτε χρέωση ή για το υπόλοιπο του Λογαριασμού. Οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 στην βάση γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 8.5.2009 (Τεκμήριο 5) εγγυήθηκαν αλληλέγγυα και κεχωρισμένα την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1, μέχρι ποσού €200.000= πλέον τόκους, προμήθειες και έξοδα. Ο μάρτυρας κατέθεσε σε σχέση με την Συμφωνία Εγγύησης τα εξής έγγραφα: · Εξουσιοδότηση της εναγόμενης 1 προς την ενάγουσα, ημερομηνίας 8.5.2009, με την οποία η πρώτη εξουσιοδοτούσε την δεύτερη όπως παραδώσει στους εναγόμενους 2, 3 και 4, Έγγραφο Πληροφοριών σε σχέση με την περιουσιακή της κατάσταση (Τεκμήριο 6). · Έγγραφο πληροφόρησης της εναγόμενης 1 από την ενάγουσα, ημερομηνίας 8.5.2009 [εδόθη βάσει του άρθρου 5(β) του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003, Ν.197
(1)/2003] ότι υποχρεούτο να πληροφορήσει τους προτιθέμενους εγγυητές της για τα περιουσιακά της στοιχεία και για τυχόν επιβαρύνσεις επί αυτών καθώς και την Γραπτή Δήλωση της εναγομένης 1 προς τους εναγομένους 2-4, ημερομηνίας 8.5.2009, σε σχέση με τα περιουσιακά της στοιχεία (Τεκμήριο 7). · Έγγραφο Πληροφόρησης των Εγγυητών ημερομηνίας 8.5.2009, που εδόθη από την ενάγουσα προς τους εναγομένους 2-4 (Τεκμήριο 8). · Βεβαίωση Παραλαβής Πληροφοριών από τους Εγγυητές, ημερομηνίας 8.5.2009, που εδόθη από τους εναγομένους 2-4 (Τεκμήριο 9). Κατά τον μάρτυρα, οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 28.9.2011 (Τεκμήριο 10) προς την εναγόμενη 1 (την κοινοποίησαν και στους εναγόμενους 2-4), την πληροφόρησαν ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός της παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο και την κάλεσαν να συμμορφωθεί με τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Η εναγόμενη 1 παρέλειψε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της και οι ενάγοντες με επιστολές τους ημερομηνίας 21.10.2011 [Τεκμήρια 11
(1)-11
(4)] προς όλους τους εναγόμενους, τερμάτισαν τις μεταξύ τους συμφωνίες και απαίτησαν την εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου. Οι επιστολές στάληκαν με συστημένο ταχυδρομείο την 1.11.2011 (σχετική Βεβαίωση των Κυπριακών Ταχυδρομείων κατατέθηκε ως Τεκμήριο 12). Η XXXXX Δρουσιώτου (Μ.Ε.2), υπάλληλος των εναγόντων, τοποθετημένη στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών (Recoveries Department), κατέθεσε Αναδομημένη Κατάσταση Λογαριασμού (Τεκμήριο 13), σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό της εναγόμενης
- Όπως κατέθεσε, από τον Λογαριασμό αφαιρέθηκαν διάφορες χρεώσεις καθώς και ο τόκος υπερημερίας, ενώ για τον υπολογισμό του τόκου λήφθηκε υπόψη επιτόκιο 7% (χαμηλότερο του συμβατικού). Η ίδια είχε προσωπική εμπλοκή στην αποστολή των επιστολών ημερομηνίας 28.9.2011 και 21.10.2011 αντίστοιχα. Και οι δύο επιστολές στάληκαν με συστημένο ταχυδρομείο. Ως Τεκμήριο 14 κατέθεσε φωτοαντίγραφο της σχετικής Βεβαίωσης του ταχυδρομείο σε σχέση με την αποστολή των πρώτων και ως Τεκμήριο 15, φωτοαντίγραφο της σχετικής Βεβαίωσης σε σχέση με την αποστολή των δεύτερων επιστολών. Οι επιστολές δεν επεστράφησαν στην τράπεζα. Σ' όλους τους εναγομένους, γίνονταν οχλήσεις και τηλεφωνικώς, στην βάση πρακτικής που ακολουθούν οι ενάγοντες. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων ο κ. Δημητρίου εκ μέρους των εναγομένων υπεστήριξε πως οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την ύπαρξη της οφειλής και το ύψος της καθότι κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου Κατάσταση Λογαριασμού με χρεώσεις που δεν καλύπτονται από οποιαδήποτε Σύμβαση, αφού ο Λογαριασμός λειτουργούσε «χωρίς συμφωνία» για δύο χρόνια προ της 8.5.
- Υπεστήριξε επίσης πως οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν τον τερματισμό της Συμφωνίας παραχώρησης της πιστωτικής διευκόλυνσης. Προέβαλε πως το κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενο υπόλοιπο είναι «μολυσμένο» με παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις. Ήταν η θέση του τέλος πως οι επίδικες εγγυήσεις είναι άκυρες ή/και πως θα πρέπει να ακυρωθούν. Αντίθετη ήταν η θέση του κ. Παπαχαραλάμπους. Υπεστήριξε πως οι ενάγοντες κατάφεραν να αποδείξουν την υπόθεση τους στον απαιτούμενο βαθμό. Τόνισε πως η παραχώρηση των πιστωτικών διευκολύνσεων και της εγγύησης δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Υπεράσπισης. Επεσήμανε ότι οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν μαρτυρία για να αντικρούσουν τα όσα οι Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 κατέθεσαν. Οι ισχυρισμοί των εναγομένων, κατέληξε, είναι ύστερες σκέψεις και αβάσιμοι και προβλήθησαν με μοναδικό σκοπό την αποφυγή των υποχρεώσεων τους. Έχω εξετάσει την ενώπιον μου μαρτυρία με μεγάλη προσοχή και παρακολούθησα τους δύο μάρτυρες των εναγόντων ενώ κατέθεταν. Πέραν από την πολύ καλή εικόνα που έδωσαν, η μαρτυρία τους δεν έχει ουσιαστικά αντικρουσθεί από άλλη μαρτυρία ούτε και κλονίστηκε από την αντεξέταση. Αποδέχομαι τα όσα κατέθεσαν. Βάσει της αποδεκτής μαρτυρίας, τα ευρήματα στα οποία καταλήγω, είναι τα ακόλουθα: Κατόπιν αιτήματος (ημερομηνίας 30.4.2009) της εναγομένης 1 εταιρείας προς τους ενάγοντες για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων, (ενεκρίθη από τους τελευταίους την 4.5.2009), υπεγράφη την 8.5.2009 μεταξύ εναγόντων και εναγομένης 1, η Συμφωνία Παραχώρησης Πιστωτικής Διευκόλυνσης (Τεκμήριο 1) ύψους €90.000=. Ανοίχθηκε ο Τρεχούμενος Λογαριασμός με αριθμό XXXXX1-010, ο οποίος λειτουργούσε σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας (Τεκμήριο 1). Την ίδια ημερομηνία (8.5.2009) οι εναγόμενοι 2, 3 και 4, υπέγραψαν την Συμφωνία Εγγύησης (Τεκμήριο 5), δυνάμει της οποίας εγγυήθηκαν αλληλέγγυα και κεχωρισμένα τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 προς τους ενάγοντες. Στην εναγόμενη 1 αποστέλλονταν μηνιαίες καταστάσεις του Τρεχούμενου Λογαριασμού της. Επειδή ο Λογαριασμός της εναγομένης 1 βρισκόταν σε υπέρβαση και παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο, οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 28.9.2011 (Τεκμήριο 10), την οποία απέστειλαν σε όλους τους εναγομένους, τους πληροφόρησαν το γεγονός αυτό και τους κάλεσαν να αποπληρώσουν το ποσό της υπέρβασης και να «επαναδραστηριοποιήσουν τον λογαριασμό σε ικανοποιητικά επίπεδα» εντός 21 ημερών. Η εναγομένη 1 παρέλειψε να συμμορφωθεί στις συμβατικές της υποχρεώσεις και οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 21.10.2011 [Τεκμήριο 11
(1)-11
(4)] προς όλους τους εναγόμενους, τερμάτισαν τις μεταξύ τους συμφωνίες και τους κάλεσαν να εξοφλήσουν το χρεωστικό υπόλοιπο του Λογαριασμού ύψους €106.779,67 πλέον τόκους από 1.7.2011, πλην όμως οι εναγόμενοι παρέλειψαν να το πράξουν. Παρόλο που η υπογραφή της Συμφωνίας (Τεκμήριο 1) δεν αμφισβητείται, οι ενάγοντες απέδειξαν την κατάρτιση της, καθώς και την παραχώρηση των πιστωτικών διευκολύνσεων. Ανοίχθηκε προς τούτο ο Λογαριασμός με αρ. XXXXX1-010, η λειτουργία του οποίου διέπετο υπό τους όρους της Συμφωνίας (Τεκμήριο 1). Οι ενάγοντες απέδειξαν επίσης την κατάρτιση της Συμφωνίας Εγγύησης (Τεκμήριο 5) η οποία είχε υπογραφεί από τους εναγόμενους 2, 3 και 4 (η υπογραφή της επίσης δεν αμφισβητήθηκε). Σύμφωνα με τα ευρήματα μου, ο Λογαριασμός βρισκόταν σε υπέρβαση, παρουσιάζοντας χρεωστικό υπόλοιπο. Οι ενάγοντες νόμιμα προχώρησαν στον τερματισμό του αφού το χρεωστικό υπόλοιπο ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση. Επισημαίνεται πως ο Όρος 4 της Συμφωνίας (Τεκμήριο 1) ρητά προνοεί πως μόλις ζητηθεί από την τράπεζα η παραχωρηθείσα πιστωτική διευκόλυνση ή οποιοδήποτε μέρος της, αυτή θα καθίσταται αμέσως απαιτητή και θα εξοφλείται, ο δε χρεώστης οφείλει να πληρώσει αμέσως κάθε οφειλόμενο ποσό, περιλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμηθειών και άλλων εξόδων. Οι ενάγοντες, προ του τερματισμού, ζήτησαν από όλους τους εναγόμενους, με την επιστολή τους ημερομηνίας 28.9.2011 (Τεκμήριο 10), την εξόφληση του οφειλόμενου ποσού, χωρίς όμως ανταπόκριση. Ο τερματισμός της Συμφωνίας είχε ως αποτέλεσμα να καταστεί απαιτητό ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του Λογαριασμού της εναγομένης 1. Στην υπόθεση Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465, λέχθηκε πως στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων, ο τερματισμός του λογαριασμού συνιστά πράξη προσδιοριστική του χρέους και συναφώς των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Επομένως ο τερματισμός του λογαριασμού και ο καθορισμός του ποσού, αποτελούν πράξη προσδιοριστική του ποσού το οποίο καθίσταται απαιτητό. Λέχθηκε ακόμη πως το κυρίαρχο στοιχείο στην στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής είναι ο τερματισμός του λογαριασμού. Η θέση της Υπεράσπισης πως η Κατάσταση Λογαριασμού περιέχει χρεώσεις που δεν καλύπτονται από οποιαδήποτε σύμβαση, αφού ο Λογαριασμός λειτουργούσε «χωρίς συμφωνία» προγενέστερα της 8.5.2009, δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Κατ' αρχήν η θέση αυτή δεν δικογραφείται. Είναι καλά γνωστό και νομολογημένο πως τα επίδικα θέματα είναι αυτά που προσδιορίζονται από την δικογραφία και η δίκη δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που η δικογραφία οριοθετεί [Γεώργιος Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, Ayia Napa Nissi Development Ltd και άλλοι ν. Χρίστου Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ. 549]. Πέραν τούτου, η θέση αυτή όχι μόνο δεν ετέθη στους μάρτυρες των εναγόντων για να τοποθετηθούν, αλλά ούτε και προσκομίστηκε από πλευράς εναγομένων οποιαδήποτε μαρτυρία που να την υποστηρίζει. Μη αποδεκτή και απορριπτέα, κρίνεται και η θέση πως η Σύμβαση Εγγύησης είναι άκυρη, λόγω μη συμμόρφωσης των εναγόντων με τα άρθρα 5 και 12 του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου, 197(Ι)/2003. Το άρθρο 5 του Νόμου ρητά προνοεί ότι προτού ο προτιθέμενος εγγυητής υπογράψει σύμβαση εγγύησης σε σχέση με την παραχώρηση δανείου για ποσό πέραν των ΛΚ5.000=, ο προτιθέμενος πιστωτής παραδίδει στον προτιθέμενο εγγυητή επιστολή στην οποία θα πρέπει να αποκαλύπτονται, μεταξύ άλλων, το ποσό του δανείου, το επιτόκιο, το ποσό της κάθε δόσης, το ποσοστό του τόκου που χρεώνεται σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη, καθώς επίσης και γραπτή δήλωση του προτιθέμενου πρωτοφειλέτη σχετικά με όλα τα περιουσιακά του στοιχεία. Οι ενάγοντες συμμορφώθηκαν με ό,τι το άρθρο 5 προνοεί. Οι επιστολές (Τεκμήρια 6-9) είναι σχετικές. Το άρθρο 12
(1)του ίδιου Νόμου [Αρ. 197(Ι)/2003] προνοεί ότι ο πιστωτής υποχρεούται να ενημερώνει γραπτώς και χωρίς καθυστέρηση τον εγγυητή, σε περίπτωση που υπάρχει καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων του δανείου. Εν προκειμένω, θεωρώ πως το συγκεκριμένο άρθρο δεν τυγχάνει εφαρμογής, αφού η συμφωνία παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων αφορούσε όριο σε Τρεχούμενο Λογαριασμό και όχι δάνειο. Το χρεωστικό υπόλοιπο του Λογαριασμού θα εξοφλείτο σε πρώτη ζήτηση και όχι με δόσεις. Μη αποδεκτή είναι και η θέση της Υπεράσπισης πως οι ενάγοντες δεν απέδειξαν τον νόμιμο τερματισμό της Συμφωνίας (Τεκμήριο 1). Οι εναγόμενοι αρνούνται τόσο την αποστολή όσο και την από μέρους των παραλαβή των επιστολών, Τεκμήρια 11
(1)-11
(4). Σύμφωνα με την μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 η οποία κρίθηκε αξιόπιστη, οι ενάγοντες απέστειλαν τις επιστολές τερματισμού [Τεκμήριο 11
(1)-11
(4)] σ' όλους τους εναγομένους με συστημένο ταχυδρομείο (η σχετική Βεβαίωση του ταχυδρομείου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 12 από τον Μ.Ε.1 και ως Τεκμήριο 15 από την Μ.Ε.2). Οι επιστολές στάληκαν στις διευθύνσεις των εναγομένων όπως αυτές καταγράφονται στις Συμφωνίες ανοίγματος τρεχούμενου λογαριασμού και εγγύησης (Τεκμήρια 1 και 2). Οι εναγόμενοι παρόλο που αμφισβήτησαν την λήψη των επιστολών τερματισμού, δεν απέσεισαν από τους ώμους τους το βάρος που οι ίδιοι είχαν, να αποδείξουν πως δεν έλαβαν τις εν λόγω επιστολές. Είναι καλά γνωστό πως από την στιγμή που γίνεται αποδεκτή μαρτυρία πως οι επιστολές ταχυδρομήθηκαν και δεν επεστράφησαν, δημιουργείται τεκμήριο παραλαβής των επιστολών και το βάρος απόδειξης για την μη παραλαβή τους μετέρχεται στους ώμους των εναγομένων [Theodorou v. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R.9]. Επίσης οι εναγόμενοι σε καμία περίπτωση ισχυρίστηκαν ότι ειδοποίησαν τους ενάγοντες ότι άλλαξαν διεύθυνση ή έδωσαν σ' αυτούς νέα διεύθυνση αλληλογραφίας [Barclays Bank Plc v. J.G.L (Constructions) Ltd κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1726]. Τέλος, και η εισήγηση πως οι ενάγοντες δεν απέδειξαν το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού, επίσης απορρίπτεται. Είναι νομολογημένο πως η τράπεζα (οι ενάγοντες εν προκειμένω) φέρει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησής της [Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ και Γιώργος Οικονόμου
(2014)1 Α.Α.Δ. 2287]. Σε περίπτωση που ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της είναι πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση [Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858). Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με τον μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο [βλ. Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola, ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1138]. Στην προκειμένη περίπτωση η Κατάσταση Λογαριασμού (Τεκμήριο 4), είναι αναλυτική και δείχνει τις χρεωπιστώσεις, τον τόκο, καθώς και άλλες χρεώσεις που έχουν επεξηγηθεί με την απαραίτητη λεπτομέρεια και επάρκεια από τον Μ.Ε.1. Αποτυπώνει δηλαδή με λεπτομέρεια την κίνηση του επίδικου Λογαριασμού. Η υπό κρίση περίπτωση διαφοροποιείται από τις υποθέσεις D&G Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Limited
(1999)1 Α.Α.Δ. 263, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Σταυρινού
(2005)1 Α.Α.Δ. 1390 και Γεώργιος Γρηγορίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 846. Στις εν λόγω αποφάσεις το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε τις απορρίψεις των αγωγών από τα πρωτόδικα Δικαστήρια, επεξηγώντας τις συνέπειες από την μη επαρκή απόδειξη των στοιχείων των καταστάσεων λογαριασμού, που παρουσιάστηκαν προς απόδειξη του υπό αμφισβήτηση χρέους. Οι εν λόγω καταστάσεις ήταν γενικής μορφής, δεν επεξηγήθηκαν με την πρέπουσα σαφήνεια και πειστικότητα και σε αυτές παρέμειναν άγνωστα τα στοιχεία των όποιων συντελεστών ή χρεοπιστώσεων που έγιναν στο παρελθόν και τα οποία απέληγαν στο εμφανιζόμενο υπόλοιπο. Υπήρχε, επίσης, κενό στην κίνηση του λογαριασμού και απουσία ικανοποιητικής εξήγησης ως προς το πώς προέκυπτε το ποσό που φαινόταν ως μεταφερόμενο υπόλοιπο. Εν τέλει, δεν τέθηκε ενώπιον των πρωτόδικων Δικαστηρίων επαρκής μαρτυρία και αναλυτικές καταστάσεις που να δείχνουν τις χρεοπιστώσεις και την κίνηση των εν λόγω λογαριασμών. Στην υπό κρίση υπόθεση, τα στοιχεία που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι ικανά να καταδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό, το χρεωστικό υπόλοιπο του Λογαριασμού. Τόσο η Αναλυτική Κατάσταση του Λογαριασμού (Τεκμήριο 4) όσο και η Αναδομημένη Κατάσταση (Τεκμήριο 13) συνιστούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρήσεων στα τραπεζικά βιβλία, δυνάμει του άρθρου 22
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9. Οι εναγόμενοι είχαν το βάρος να αποδείξουν την μη ύπαρξη των καταχωρήσεων στα τραπεζικά βιβλία ή ότι οι καταχωρήσεις δεν ήσαν στην ουσία ορθές ως μη αντιστοιχούσες με τα πρωτότυπα τραπεζικά βιβλία [Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, 493]. Οι εναγόμενοι απέτυχαν να αντικρούσουν την πιο πάνω μαρτυρία, δεδομένου του ότι δεν πρόσφεραν οποιαδήποτε σχετική ή περί του αντιθέτου μαρτυρία. Οι ενάγοντες προχώρησαν στην ετοιμασία Αναδομημένης Κατάστασης Λογαριασμού (Τεκμήριο 13) από την οποία αφαιρέθηκαν διάφορες χρεώσεις (περιλαμβανομένου και του τόκου υπερημερίας), τις οποίες επεξήγησε η Μ.Ε.2 στην Γραπτή της Δήλωση. Σημειωτέον πως η Αναδομημένη Κατάσταση Λογαριασμού κατατέθηκε χωρίς ένσταση από πλευράς της Υπεράσπισης. Ο δε τόκος υπολογίστηκε με βάση επιτόκιο 7%, το οποίο ήταν χαμηλότερο του συμβατικού (7,50%). Είναι νομολογιακά καθιερωμένο πως οι αδικαιολόγητες ή παράνομες χρεώσεις, δεν προσδίδουν παρανομία στην Σύμβαση (C.T.A. Techno Marketing Ltd και άλλοι ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολ. Έφεση αρ. 11449, ημερομηνίας 23.3.2004). Κατ' ακολουθίαν, οι ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση όπως οι μειωθείσες αξιώσεις τους σύμφωνα με την Αναδομημένη Κατάσταση Λογαριασμού. Σχετική επί του θέματος είναι η υπόθεση Φρουταρία το Πανέρι Λτδ κ.ά. ν. Hellenic Bani Public Co Ltd, ECLI:CY:AD:2017:A432, Πολιτική Έφεση αρ. 426/2011, ημερομηνίας 29.11.2017, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Γενικά να λεχθεί ότι σε αυτού του είδους τις υποθέσεις ο ρόλος του πρωτόδικου Δικαστηρίου, πόσον μάλλον του Εφετείου, δεν είναι να προβεί σε λογιστικό ή άλλο αναλογιστικό έλεγχο των κατατεθειμένων λογαριασμών (η εφεσίβλητη τράπεζα κατέθεσε όλους τους λογαριασμούς που υπερβαίνουν τις 500 σελίδες), αλλά να αποφασίσει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων κατά πόσο η τράπεζα που διεκδικεί το οφειλόμενο ποσό έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεση της. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η εφεσίβλητη τράπεζα παρουσίασε όλο το ιστορικό της διαφοράς, τους αρχικούς και τους αναδομημένους λογαριασμούς και εξήγησε με κάθε δυνατή λεπτομέρεια τις χρεώσεις που έγιναν αφαιρώντας ό,τι θεωρήθηκε ως μη συμβατό με την τραπεζική πρακτική και τη νομολογία. Από την άλλη, οι οφειλέτες, δηλαδή οι εφεσείοντες, δεν ήσαν επιτυχείς στο να δείξουν ότι οι λογαριασμοί αυτοί ήσαν λανθασμένοι και αναμφίβολα η εισήγηση τους ότι ήταν η τράπεζα που τους χρωστούσε χρήματα ήταν εντελώς εξωπραγματική και δεν υποστηρίχθηκε από σαφή μαρτυρία.». Στην υπόθεση Savvides v. Christofides
(1978)1 C.L.R. 303, λέχθηκε πως, εφόσον το χρέος καταστεί πληρωτέο από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής καθίσταται παράλληλα υπόλογος για την αποπληρωμή του, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός εάν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από τον δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Εφόσον στοιχειοθετείται η υποχρέωση του πρωτοφειλέτη να αποπληρώσει, καθίσταται υπόλογος και ο εγγυητής να εξασφαλίσει την αποπληρωμή της οφειλής. Εν προκειμένω, αφ' ης στιγμής το υπόλοιπο του Λογαριασμού κατέστη, διά του τερματισμού της Συμφωνίας (Τεκμήριο 1), απαιτητό έναντι της εναγομένης 1 ως πρωτοφειλέτιδος, αναμφίβολα κατέστη απαιτητό και έναντι των εναγομένων 2, 3 και 4, ως εγγυητών των υποχρεώσεων της τελευταίας. Συνεπώς οι ενάγοντες δικαιούνται απόφασης και εναντίον των εγγυητών. Διά ταύτα, εκδίδεται απόφαση προς όφελος των εναγόντων και σε βάρος των εναγομένων 1, 2, 3 και 4, ευθυνομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, για το ποσό των €91.267,22, πλέον τόκο προς 7% ετησίως επί του ποσού αυτού από 18.2.2019 μέχρι εξόφλησης, πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς καμιά διαταγή για έξοδα, αφού Απαίτηση και Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. (Υπ.).............. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο