← Κύπρος

Αναφορικά με την Αίτηση του Κυπριανού, Αρ. Γεν. Αίτησης: 55/2018, 28/2/2020

Αναφορικά με την Αίτηση του Κυπριανού, Αρ. Γεν. Αίτησης: 55/2018, 28/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:A6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Γεν. Αίτησης: 55/2018 Αναφορικά με την Πώληση και Υποθήκευση Ακινήτων Νόμος του 1965 (9/1965) μέρος VII ΠΟΙΚΙΛΑΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρα 49-51, ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και Αναφορικά με την καταχώρηση ή και εγγραφής στα βιβλία ή/και στα Μητρώα του Μηχανογραφικού Συστήματος του Κτηματολογίου των υποθηκών με αρ. XXXXX/10 και XXXXX/10 καθώς και του Πωλητηρίου Εγγράφου με αρ. ΠΩΕ 344/10 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου και Αναφορικά με την Αίτηση του XXXXX Κυπριανού αρ. ταυτότητας XXXXX5333, από Λεωφ. XXXXX 107-109 Τ.Θ. XXXXX / XXXXX XXXXX / XXXXX, για έκδοση Απόφασης ή/και Διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας όπως ακυρώσει και/ή όπως αποσύρει τις καταθέσεις και/ή τις καταχωρίσεις και/ή τις εγγραφές από τα βιβλία ή/και από τα Μητρώα του Μηχανογραφικού Συστήματος του Κτηματολογίου, των Υποθηκών με αρ. XXXXX/10 με ημερ. 03/03/2010 και XXXXX/10 ημερ. 02/06/2010 καθώς επίσης και του Πωλητηρίου Εγγράφου με αρ. ΠΩΕ 344/10 με ημερομηνία 3/6/2010 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 8.11.2019 ΓΙΑ ΑΝΤΕΞΕΤΑΣΗ ΕΝΟΡΚΩΣ ΔΗΛΟΥΝΤΟΣ Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου, 2020 Εμφανίσεις: Αιτητής παρών αυτοπροσώπως Για το ενδιαφερόμενο μέρος ΣΕΔΙΠΕΣ Λτδ: κ.Χοίρας για Ι. ΦΡΑΓΚΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Για το Κτηματολόγιο: κα Θ. Κουμή για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ex-tempore) Ο αιτητής στην παρούσα αίτηση είναι ο αιτητής στην κυρίως αίτηση. Με την κυρίως αίτηση ζητούνται διάφορα διατάγματα αναγνωριστικά, δηλωτικά και προστακτικά τα οποία ουσιαστικά απολήγουν στον ίδιο παρανομαστή, δηλαδή την ακύρωση των υποθηκών που έγιναν για συγκεκριμένα ακίνητα. Η κυρίως αίτηση απευθύνετο, ως καθ΄ ων η αίτηση, στο διευθυντή του τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ή και διευθυντή Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου (στο εξής Διευθυντής) και προς την K & M (Famagusta) Developers and Constructions Ltd (στο εξής Famagusta) φροντίδι κ. XXXXX Αντρέου διαχειριστή-εκκαθαριστή της εταιρείας, στη ΣΕΔΙΠΕΣ Λτδ, στο XXXXX Τσίκκο και την XXXXX Τσίκκου Χαριλάου. Τόσο ο Διευθυντής όσο και η ΣΕΔΙΠΕΣ Λτδ καταχώρησαν, ο μεν πρώτος στις 16.1.19 και η δε δεύτερη στις 18.10.19, ένσταση. Ούτε η Famagusta ούτε και τα άλλα δύο φυσικά πρόσωπα που αναφέρθηκαν προηγουμένως καταχώρησαν ένσταση. Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 8.11.19 επιδιώκεται η αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του Διευθυντή και του ενόρκως δηλούντος, υπαλλήλου της Altamira, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της ΣΕΔΙΠΕΣ Λτδ επί κάποιων παραγράφων. Συγκεκριμένα όσον αφορά την ενόρκως δηλούσα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του Διευθυντή στις παραγράφους 4, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 18 και προφανώς και στην παράγραφο

  1. Όσον αφορά την ένορκη δήλωση του υπαλλήλου που αναφέρθηκε προηγουμένως της Altamira ζητείται η αντεξέταση στις παραγράφους 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11 και
  2. Ουσιαστικά δηλαδή επιδιώκεται να εκδοθεί διάταγμα για αντεξέταση των δύο αναφερθέντων ενόρκως δηλούντων επί όλου του φάσματος της ουσιαστικής μαρτυρίας τους. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση επεξηγείται ο λόγος που ζητείται η αντεξέταση των δύο αναφερθέντων ενόρκως δηλούντων, στις παραγράφους 7, 8, 9 και 10 αυτής, οι οποίες έχουν ως ακολούθως: «7) Η μάρτυρας ή/και η ενόρκως δηλούσα εκ μέρους του διευθυντή του Κτηματολογίου κα XXXXX Ποσπορίδου στις παραγράφους 4, 6, 7 και 11, περιγράφει τις δόλιες και παράνομες πράξεις που διενεργήθηκαν από μη αρμόδια και μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα στο Κτηματολόγιο και παρά το γεγονός ότι θα όφειλαν να γνωρίζουν ή/και έχουν πληροφορηθεί ότι η XXXXX Αντωνίου δεν είχε όποια δικαιοδοσία στην εταιρεία εντούτοις το Κτηματολόγιο επέτρεψε την αποδοχή των επιδίκων πράξεων ως (κανονικές και νόμιμες) προκαλώντας βλάβη και ζημία στον Αιτητή, στην εταιρεία και σε άλλους ανυποψίαστους αγοραστές, προβλήματα τα οποία θα εμφανιστούν σε μεταγενέστερο στάδιο. Όσον αφορά το θέμα κάποιου (Γενικού Πληρεξουσίου) ως οι παραγράφοι 12 και 13 είναι εκ των γεγονότων εξ αρχής Άκυρο και μη γενόμενο καθότι είναι προϊόν πλαστογραφίας και σε καμία περίπτωση δεν χρησιμοποιήθηκε για την αποδοχή από το Κτηματολόγιο οποιαδήποτε από τις επίδικες δικαιοπραξίες και με την εμφάνιση του σε μεταγενέστερο στάδιο ακυρώθηκε από τον Αιτητή αμέσως το εν λόγω (πληρεξούσιο) το οποίο δεν ήτο ικανό νομικά να εξυπηρετήσει τους δόλιους και παράνομους σκοπούς των παρανομούντων καθότι απαιτείτο η Απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας δια έκδοση πληρεξουσίου ή/και καταχώρισης οποιασδήποτε πράξης στο Κτηματολόγιο. 8) Ο μάρτυρας ή/και ενόρκως δηλών εκ μέρους της Συνεργατικής Εταιρείας Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (στο εξής η Συνεργατική) κ. XXXXX Σωτηρίου αναφέρεται στις παραγράφους 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, και 13,6 ότι ορθά τα δύο Συνεργατικά Ιδρύματα δανειοδότησαν τον κ. XXXXX Αντωνίου και τους XXXXX και XXXXX Τσίκου καταχωρώντας δόλια και παράνομα τις δύο Υποθήκες Υποθηκεύοντας το ίδιο 1/45 μερίδιο γης το οποίο αφορά το διαμέρισμα XXXXX στο Μπλόκ 2 στο έργο XXXXX αρ.9 και είναι σε αντίθεση ή/και απορρίπτουν από μόνοι τους όσα αναφέρει το Κτηματολόγιο προσπαθώντας να πλήξουν την αξιοπιστία των εγγράφων που καταχωρήθηκαν από τον Αιτητή και το Κτηματολόγιο. 9) Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω στην παρούσα Ένορκη Δήλωση μου ειλικρινά πιστεύω είναι επείγον και/ή αναγκαίο και/ή εύλογο και/ή προς το συμφέρον της καλύτερης απονομής της Δικαιοσύνης και/ή πρέπον υπό τις περιστάσεις να εκδοθεί το αιτούμενο με την παρούσα Αίτηση Διάταγμα δια την αντεξέταση των μαρτύρων ή/και ενόρκως δηλούντες.
  3. Περαιτέρω όπως ισχυρίζομαι ότι θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να αποδοθεί πλήρης Δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα με την παρούσα Αίτηση και θα αποστερήσει το δικαίωμα και δυνατότητα που παρέχετε στον Αιτητή από την Δ.39 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και το οποίο απορρέει από το Σύνταγμα στα πλαίσια του δικαιώματος για δίκαιη δίκη.» Η αίτηση βασίζεται στην Δ.39 θ.1, Δ.37, Δ.38 Θ1-3 στον περί Πώλησης Ακινήτων Ν.9/65, Μέρος VII Ποικίλας Διατάξεις Άρθρα 49-51 του Ν.81

(1)/11 στα άρθρα 1-18 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στη Δ.48 θ.1-9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στις αρχές της Επιείκειας, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση. Τόσο ο Διευθυντής όσο και η ΣΕΔΙΠΕΣ Λτδ, όπως αναφέρθηκε, καταχώρησαν ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης. Προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης του Διευθυντή. «
  1. Η αίτηση είναι κατά νόμο και κατ' ουσία αβάσιμη.
  2. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν παρέχει το αναγκαίο υπόβαθρο για την έγκριση της Αίτησης και/ή δεν αποδεικνύει και/ή αποκαλύπτει βάσιμους και/ή ικανοποιητικούς λόγους και/ή εξαιρετικές περιστάσεις για την έγκριση της Αίτησης.
  3. Η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου και/ή αχρείαστη δεδομένου ότι υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκής μαρτυρία με βάση την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί επί των επίδικων ζητημάτων και να εγκρίνει ή απορρίψει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση (εν τοις εφεξής καλούμενης «η κυρίως αίτηση»).
  4. Οι αξιούμενες θεραπείες είναι παντελώς ανυπόστατες και/ή αδικαιολόγητες και/ή γενικές και αόριστες και η καταχώριση της αίτησης συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.
  5. Δεν συντρέχουν και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Διαταγής 38 και/ή της Διαταγής 39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, της δικαστηριακής πρακτικής και/ή της Νομολογίας για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  6. Τυχόν έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει περιπλοκότητα και απώλεια πολύτιμου και σημαντικού χρόνου με αποτέλεσμα την καθυστέρηση της εκδίκασης της κυρίως αίτησης κατά παράβαση του δικαιώματος του Καθ' ου η Αίτηση Διευθυντή Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για διάγνωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων τους εντός ευλόγου χρόνου.
  7. Η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή καταχωρείται με σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης στη διαδικασία.
  8. Δεν είναι δίκαιο και/ή εύλογο και/ή προς το συμφέρον της διαδικασίας και/ή της Δικαιοσύνης να επιτραπεί η αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας.
  9. Ενόψει των πιο πάνω λόγων δεν δικαιολογείται στην παρούσα περίπτωση η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης των αιτημάτων.» Υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση υπαλλήλου στο Κτηματολόγιο, η οποία για τις ανάγκες της εξέτασης του υπό κρίση θέματος δεν χρειάζεται να καταγραφεί. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας στις Δ.39 Θ.1, Δ.38 Θ.Θ 1-3, Δ.48 Θ.Θ 1-9, Δ.57, Δ.64, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρο 30, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κυρωτικό ) Νόμο του 1962 Ν.39/1962, στον περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ. 9, άρθρα 1 - 37 στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου ως και στη σχετική επί του θέματος Νομολογία. Η ένσταση της ΣΕΔΙΠΕΣ Λτδ υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί αυτή με την οποία προβάλλονται 4 λόγοι ένστασης:
  10. Η επίδικη Αίτηση πρέπει να απορριφθεί, όσον αφορά το ενδιαφερόμενο μέρος αφού τόσο η εν λόγω αίτηση όσο και η ένορκη δήλωση του κυρίου XXXXX Κυπριανού, η οποία συνοδεύει την Αίτηση για την λήψη άδειας αντεξέτασης ημερομηνίας 08/11/2019, δεν αποκαλύπτει, ούτε και αναφέρει ούτε και στοιχειοθετεί οποιεσδήποτε εξαιρετικές περιστάσεις ούτε και συγκεκριμένους λόγους που να δικαιολογούν την ένταξη της υπόθεσης στις εξαιρετικές περιπτώσεις ούτως ώστε να αιτιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς την έγκριση του αιτήματος για αντεξέταση του κύριου XXXXX Σωτηρίου, ως απαιτεί η σχετική επί του θέματος Νομολογία.
  11. Το αιτούμενο Διάταγμα αντεξέτασης δεν εξυπηρετεί τις ανάγκες της κυρίως διαδικασίας και το Δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί στις ένορκες δηλώσεις και το μαρτυρικό υλικό που έχει ήδη καταχωρηθεί από τα μέρη, για να κρίνει την κυρίως αίτηση.
  12. Άνευ βλάβης των πιο πάνω, οι προβαλλόμενοι από τον Αιτητή ισχυρισμοί περί διενέργειας πλαστογραφίας, δόλου, πλαστοπροσωπίας, ψευδών βεβαιώσεων και ψευδών παραστάσεων, οι οποίοι αποσκοπούν στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν δύνανται να εξετασθούν στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης.
  13. Λανθασμένα η παρούσα αίτηση εγείρεται από τον Κύπρο Κυπριανού και/ή αυτός δεν νομιμοποιείται να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση καθότι ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου είναι η Κ&Μ (FAMAGUSTA) DEVELOPERS and CONSTRUCTIONS LTD, η οποία είναι η μόνη που θα νομιμοποιείτο να καταχωρίσει την παρούσα αίτηση διά του εκκαθαριστή της, κ. Κύπρου Ανδρέου.» Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση έχει ως κατωτέρω:
  14. Εγώ, η κάτωθι υπογεγραμμένη XXXXX Ραφαήλ από την Λάρνακα, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
  15. Είμαι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των Ι. ΦΡΑΓΚΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ, δικηγόρων της Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (στο εξής «η Συνεργατική») στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους Ενάγοντες να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση.
  16. Έχω αναγνώσει τους λόγους ένστασης που προβάλλονται σώμα της Ένστασης, τους οποίους υιοθετώ και επαναλαμβάνω.
  17. Αρνούμαι στην ολότητά του το περιεχόμενο της αίτησης ημερομηνίας 08/11/2019, όσον αφορά την Συνεργατική, καθώς και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Αιτητή, η οποία συνοδεύει την αίτηση,
  18. Τα όσα αναφέρει ο Αιτητής στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση ημερ. 08/11/2019 αναφορικά με την Συνεργατική, δεν αποτελούν ικανή δικαιολογία, η οποία να εντάσσεται στην έννοια της «εξαιρετικής περίστασης» που απαιτεί η νομολογία, ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της ευόδωσης της υπό κρίση αίτησης.
  19. Ο XXXXX Σωτηρίου στην ένορκη δήλωση, η οποία συνοδεύει την ένσταση ημερ.18/10/2019, αναφέρει ότι τα γεγονότα, τα οποία βρίσκονται εις γνώσιν του πηγάζουν από έγγραφα τα οποία έχει στην κατοχή του και δη από τους ηλεκτρονικούς φακέλους, τους οποίους διατηρεί η Συνεργατική και οι οποίοι αφορούν τον λογαριασμό δανείου με αριθμό XXXXX4961, επ' ονόματι του κ. XXXXX Χρυσοστόμου Αντωνίου και τον λογαριασμό δανείου με αριθμό XXXXX0388 επ' ονόματι του κ. XXXXX Τσίκου.
  20. Ο ομνύων αναφέρει ότι αρνείται τους ισχυρισμούς του Αιτητή αναφορικά με τα όσα διαλαμβάνονται στις παραγράφους 2-14 της ένορκής του δήλωσης ημερ. 11/07/2018, στις οποίες αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι έχουν πλαστογραφηθεί οι υπογραφές του Αιτητή με την έγκριση ή/και τη συνωμοσία των Λειτουργών της Συνεργατικής και ότι η Συνεργατική και δη οι λειτουργοί της, οι οποίοι εργάζονταν τότε στη ΣΠΕ Λατσιών και στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αστυνομικών Κύπρου Λτδ, ουδέποτε συνεννοήθηκαν δολίως ή/και συνωμότησαν ή/και εξαπάτησαν το Κτηματολόγιο από κοινού με την κ. Μαρία Αντωνίου ή τον οποιοδήποτε δανειολήπτη για την παραχώρηση οποιασδήποτε εμπράγματης εξασφάλισης εκ μέρους της Εταιρείας, καθότι με βάση τα έγγραφα τα οποία είχε ενώπιόν του προκύπτει ότι όλες οι υπογραφές των συμβάσεων δήλωσης υποθηκεύσεως ακινήτων και εγγράφων υποθήκης ετέθησαν από τους λειτουργούς της Συνεργατικής κατόπιν γραπτών βεβαιώσεων και παραστατικών στο Κτηματολόγιο της κ. XXXXX Αντωνίου, καθώς και πιστοποιητικών τα οποία προσκομίστηκαν σε αυτούς από την κ. XXXXX Αντωνίου σχετικά με το status quo της Εταιρείας, στα οποία εμφαίνετο ότι η κ. XXXXX Αντωνίου ήταν διευθύντρια και/ή εκπρόσωπος της Εταιρείας.
  21. Η γνώση, λοιπόν, του ομνύοντα πηγάζει από τα όσα περιλαμβάνονται στους ηλεκτρονικούς φακέλους των λογαριασμών δανείων και μόνο και καμία πρόθεση δεν είχε να πλήξει την αξιοπιστία των εγγράφων που καταχωρήθηκαν από τον Αιτητή στο Κτηματολόγιο, επομένως τυχόν ευόδωση της αίτησης δεν θα προσθέσει τίποτα στη διαδικασία και δεν εξυπηρετεί τις ανάγκες αυτής, καθότι τα όσα διαλαμβάνονται στις ένορκες δηλώσεις μετά των τεκμηρίων που επισυνάπτουν τα μέρη, είναι ικανά, ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να αποφανθεί αναφορικά με την αίτησης ημερ. 11/07/
  22. Επιπλέον, η πρόθεση αντεξέτασης του XXXXX Σωτηρίου από τον Αιτητή, θα αφορά θέματα, τα οποία άπτονται ζητημάτων πλαστογραφίας, δόλου, πλαστοπροσωπίας, ψευδών βεβαιώσεων και ψευδών παραστάσεων, τα οποία ως αναφέρεται και στην ένσταση ημερ. 18/10/2019, δεν δύνανται να εξετασθούν στα πλαίσια της κυρίως αίτησης ημερ. 11/07/2019 και για τα οποία ο ίδιος δεν έχει προσωπική γνώση.
  23. Επίσης, ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση καθότι ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου είναι η Κ&Μ (FAMAGUSTA) DEVELOPERS and CONSTRUCTIONS LTD, η οποία είναι η μόνη που θα νομιμοποιείτο να καταχωρίσει την παρούσα αίτηση διά του εκκαθαριστή της, κ. XXXXX Ανδρέου.
  24. Ως εκ των ανωτέρω διαλαμβανομένων η υπό κρίση θα πρέπει να απορριφθεί, όσον αφορά τη Συνεργατική, καθότι δεν εξυπηρετεί το συμφέρον της απονομής δικαιοσύνης και εν κατακλείδι η Συνεργατική προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: 11.1 Η επίδικη Αίτηση πρέπει να απορριφθεί, όσον αφορά το ενδιαφερόμενο μέρος αφού τόσο η εν λόγω αίτηση όσο και η ένορκη δήλωση του κυρίου XXXXX Κυπριανού, η οποία συνοδεύει την Αίτηση για την λήψη άδειας αντεξέτασης ημερομηνίας 08/11/2019, δεν αποκαλύπτει, ούτε και αναφέρει ούτε και στοιχειοθετεί οποιεσδήποτε εξαιρετικές περιστάσεις ούτε και συγκεκριμένους λόγους που να δικαιολογούν την ένταξη της υπόθεσης στις εξαιρετικές περιπτώσεις ούτως ώστε να αιτιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς την έγκριση του αιτήματος για αντεξέταση του κύριου XXXXX Σωτηρίου, ως απαιτεί η σχετική επί του θέματος Νομολογία. 11.2 Το αιτούμενο Διάταγμα αντεξέτασης δεν εξυπηρετεί τις ανάγκες της κυρίως διαδικασίας και το Δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί στις ένορκες δηλώσεις και το μαρτυρικό υλικό που έχει ήδη καταχωρηθεί από τα μέρη, για να κρίνει την κυρίως αίτηση. 11.3 Άνευ βλάβης των πιο πάνω, οι προβαλλόμενοι από τον Αιτητή ισχυρισμοί περί διενέργειας πλαστογραφίας, δόλου, πλαστοπροσωπίας, ψευδών βεβαιώσεων και ψευδών παραστάσεων, οι οποίοι αποσκοπούν στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν δύνανται να εξετασθούν στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. 11.4 Λανθασμένα η παρούσα αίτηση εγείρεται από τον Κύπρο Κυπριανού και/ή αυτός δεν νομιμοποιείται να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση καθότι ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου είναι η Κ&Μ (FAMAGUSTA) DEVELOPERS and CONSTRUCTIONS LTD, η οποία είναι η μόνη που θα νομιμοποιείτο να καταχωρίσει την παρούσα αίτηση διά του εκκαθαριστή της, κ. Κύπρου Ανδρέου.» Η ένσταση στηρίζεται και αυτή στις ίδιες διατάξεις που στηρίζεται τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση του άλλου καθ΄ ου η αίτηση. Ο αιτητής στη γραπτή του αγόρευση αφού αναφέρει τι ζητεί, στη συνέχεια αναφέρεται στις υποθήκες και στο πωλητήριο έγγραφο για το οποίο ως αναφέρθηκε και προηγουμένως επιδιώκεται η ακύρωση τους με γενική αίτηση επικαλούμενος δόλο, απάτη κ.λ.π., προβάλλοντας ως κύριο σημείο ότι το πρόσωπο το οποίο προέβηκε στις ενέργειες της πώλησης και της υποθηκεύσεως δεν είχε κανένα δικαίωμα και ότι προέβηκε σε παράνομες ενέργειες. Στη συνέχεια αναφέρεται στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν.9/1965 για να καταδείξει ότι σε κάποιες περιπτώσεις, που προβλέπονται στο Νόμο, μπορεί να προβεί ο Διευθυντής σε ακύρωση τους. Καταπιάνεται δε στη συνέχεια και εξηγεί τους λόγους για τους οποίους ζητείται η αντεξέταση για τις συγκεκριμένες παραγράφους. Επιπρόσθετα παραθέτει μία σελίδα, προφανώς, από κάποια πρωτόδικη απόφαση. Από την άλλη, ο δικηγόρος της ΣΕΔΙΠΕΣ Λτδ στη γραπτή του αγόρευση αφού προβαίνει σε μια εισαγωγή/ιστορικό της υπόθεσης, όπως την ονομάζει στη συνέχεια καταγράφει τι ζητείται με την αίτηση και ακολούθως αναφέρεται στους λόγους ένστασης αναλύοντας αυτούς και συσχετίζοντας τους με την υπάρχουσα νομολογία για να καταδείξει ότι ο αιτητής δεν έχει καταφέρει να καταδείξει την αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Η δικηγόρος του Διευθυντή στη γραπτή της αγόρευση αναφέρει και αυτή περίπου τα ίδια με αναφορά στη νομολογία για να υποδείξει και αυτή ότι δεν κατάφερε ο αιτητής να καταδείξει γιατί το Δικαστήριο θα πρέπει να εκδώσει διάταγμα αντεξέτασης. Η αίτηση εδράζεται επί της Δ.39 θ.1 η οποία προβλέπει τα ακόλουθα: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination.» Σε μετάφραση: «Κατόπιν αιτήσεως, μαρτυρία μπορεί να δοθεί με ένορκη δήλωση, αλλά το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί, κατόπιν παρακλήσεως οιουδήποτε των διαδίκων να διατάξει την παρουσία του δηλούντος για αντεξέταση.» Όπως προκύπτει από τη διατύπωση της Δ.39 θ.1 και τη χρήση της λέξης, «μπορεί», το ζήτημα της αντεξέτασης ομνύσαντος επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία, όπως σε κάθε περίπτωση που το Δικαστήριο καλείται να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, ασκείται δικαστικά, ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Η ευχέρεια αυτή μπορεί να ασκηθεί ανεξάρτητα και από τυχόν συναίνεση του ίδιου του Καθ' ου η Αίτηση (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοΐζου
(2008)1(Α) ΑΑΔ 280, Annual Practice 1958 σελ.865 και Αναφορικά με την Αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1660). Τα ζητήματα επί των οποίων μπορεί ένα Δικαστήριο να διατάξει να αντεξετασθεί ένας διάδικος θα πρέπει να είναι προκαθορισμένα και ορισμένα και να εξυπηρετούν τις ανάγκες της συγκεκριμένης διαδικασίας. Επομένως, η παραχώρηση άδειας για αντεξέταση ή όχι θα πρέπει να κρίνεται σε συνάρτηση με τη φύση και τις ανάγκες της κάθε διαδικασίας, στην προκειμένη περίπτωση με την κυρίως αίτηση. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να επεκτείνονται σε κάθε θέμα που υπάρχει διαφωνία ή αμφισβήτηση ή σε σχέση με την αποδυνάμωση της αξιοπιστίας του ενός ή του άλλου διάδικου ή την ενίσχυση του. Η αντεξέταση θα πρέπει να επιτρέπεται μόνο σε θέματα τα οποία είναι αναγκαία για την επίλυση του συγκεκριμένου ζητήματος που αφορά και σχετίζεται κάθε φορά η υπό εξέταση αίτηση. Δεν θα πρέπει να επιτρέπεται η επέκτασή της σε μη ουσιώδη θέματα ή θέματα άσχετα. Για να επιτύχει μια αίτηση για αντεξέταση, θα πρέπει να καταδειχθεί ότι με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της είναι κατάλληλη και αναγκαία η αντεξέταση ενόρκως δηλούντος προς το σκοπό της ορθής απονομής της δικαιοσύνης σε σχέση με την εκδίκαση της αίτησης, εδώ της κυρίως αίτησης. Είναι πρόδηλο ότι, με την τροποποίηση που επήλθε το 1999 της Δ.48 θ.4
(2), σκοπός είναι η διευκόλυνση και η κατά το δυνατό γρηγορότερη διεξαγωγή ακρόασης των αιτήσεων και αποφυγής, όπως συνέβαινε πιο πριν, ατέρμονων και χρονοβόρων διαδικασιών, με αποτέλεσμα να σπαταλάτε χρόνος και χρήμα. Επομένως, το Δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να ασκεί τη διακριτική ευχέρειά του και εκεί μόνο όπου φαίνεται ότι είναι αναγκαίο τούτο, με σκοπό να αποφασιστούν τα επίδικα ζητήματα στην αίτηση. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή τις παραγράφους των ενόρκων δηλώσεων των ενόρκως δηλούντων για τις οποίες ζητείται η αντεξέταση τους. Εκείνο που ουσιαστικά επιδιώκεται με το αιτούμενο διάταγμα και σχετίζεται με την κυρίως αίτηση είναι η κατάδειξη της παρανομίας, που κατά την άποψη του αιτητή υπήρξε, στην υποθήκευση των συγκεκριμένων ακινήτων. Όμως διαφαίνεται ότι είναι τόσο ξεκάθαρες οι θέσεις τόσο του Διευθυντή όσο και της ΣΕΔΙΠΕΣ Λτδ και από την άλλη η θέση του αιτητή που δεν χρήζει αντεξέτασης κανένας από τους ενόρκως δηλούντες στις ένορκες δηλώσεις των δύο ενστάσεων που καταχωρήθηκαν. Ας σημειωθεί ουδόλως έχει τεκμηριωθεί με οποιοδήποτε τρόπο από τις παραγράφους που αναφέρθηκαν προηγουμένως της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση η αναγκαιότητα ως προς τούτο. Με όσα πιο πάνω προσπάθησα να αναλύσω και εξηγήσω η αίτηση αποτυγχάνει πλέον €2.000 έξοδα συν ΦΠΑ υπέρ των ενιστάμενων και εναντίον του αιτητή. (Υπ.): ........ Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.