← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 210/2014, 12/3/2020

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 210/2014, 12/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:A9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 210/2014 Μεταξύ: EMPORIKI BANK - CYPRUS LTD Ενάγουσα -και-

  1. XXXXX ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
  2. XXXXX σύζυγος XXXXX ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ το γένος ΠΙΤΤΑΚΗ
  3. XXXXX ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Εναγομένων Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.5.2015 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD Ενάγουσα -και-
  4. XXXXX ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
  5. XXXXX σύζυγος XXXXX ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ το γένος ΠΙΤΤΑΚΗ
  6. XXXXX ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 15.1.2020 ΓΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 12 Μαρτίου, 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Γ. Δημητρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 3 - Καθ΄ ης η αίτηση: κ. Α. Κεφάλας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (EX-TEMPORE) Η ενάγουσα - αιτήτρια (στο εξής αιτήτρια) με την παρούσα αίτηση ζητεί την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: «Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η προσθήκη της ακόλουθης παραγράφου στην Έκθεση Απαιτήσεως ως παραγράφου 5Α. «5Α. Η εναγόμενη 3 κατά ή περί την 14.01.2011 δι' εγγράφου εγγυήσεως και/ή επιστολής της προς τους ενάγοντες εγγυήθηκε κεχωρισμένως και αλληλεγγύως μετά του εναγομένου 1 όλες τις υποχρεώσεις του εναγομένου 1 προς τους ενάγοντες παρούσες ή μελλοντικές, είτε αυτές κατέστησαν είτε ενδέχεται να καταστούν απαιτητές, είτε αυτές είναι προσωπικές είτε κοινές με οποιονδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσες είτε έμμεσες για ποσό μέχρι €148.000 και το οποίο ήθελε καταστεί πληρωτέο προς τους ενάγοντες πλέον τόκους, προμήθειες, επιβαρύνσεις, δικηγορικά και δικαστικά έξοδα και/ή άλλα έξοδα και δαπάνες κατά τους όρους και πρόνοιες των επί μέρους συμφωνιών για παραχώρησης πιστωτικών και/ή άλλων διευκολύνσεων που υπέγραψε και/ή θα υπογράψει ο εναγόμενος 1 με τους ενάγοντες. Πλήρης αναφορά στους όρους της εν λόγω εγγράφου επιστολής θα γίνουν κατά την δικάσιμο.» Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η προσθήκη της ακόλουθης παραγράφου στην Έκθεση Απαιτήσεως ως παραγράφου 11Α. «11Α. Η εναγόμενη 3 κατά ή περί την 14.01.2011 δι' εγγράφου εγγυήσεως και/ή επιστολής της προς τους ενάγοντες εγγυήθηκε κεχωρισμένως και αλληλεγγύως μετά του εναγομένου 1 όλες τις υποχρεώσεις του εναγομένου 1 προς τους ενάγοντες παρούσες ή μελλοντικές, είτε αυτές κατέστησαν είτε ενδέχεται να καταστούν απαιτητές, είτε αυτές είναι προσωπικές είτε κοινές με οποιονδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσες είτε έμμεσες για ποσό μέχρι €148.000 και το οποίο ήθελε καταστεί πληρωτέο προς τους ενάγοντες πλέον τόκους, προμήθειες, επιβαρύνσεις, δικηγορικά και δικαστικά έξοδα και/ή άλλα έξοδα και δαπάνες κατά τους όρους και πρόνοιες των επί μέρους συμφωνιών για παραχώρησης πιστωτικών και/ή άλλων διευκολύνσεων που υπέγραψε και/ή θα υπογράψει ο εναγόμενος 1 με τους ενάγοντες. Πλήρης αναφορά στους όρους της εν λόγω εγγράφου επιστολής θα γίνουν κατά την δικάσιμο.» Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση στην πρώτη πρόταση της παραγράφου των αξιώσεων στην πρότελευταία σελίδα του κλητηρίου και μετά την παράγραφο 20 ως ακολούθως: «Και οι ενάγοντες αξιούν εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3 ομού και/ή κεχωρισμένως απόφαση ως κατωτέρω:- . . .». Δ) Οιανδήποτε περαιτέρω και/ή καλύτερη θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει ορθή και δίκαιη. Ε) Έξοδα και Φ.Π.Α.» Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα αίτηση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση υπαλλήλου του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί την ενάγουσα η οποία έχει ως κατωτέρω:
  7. «Είμαι υπάλληλος στο γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, γνωρίζω όλα τα γεγονότα από το φάκελο της υπόθεσης, τον οποίο τηρώ στα πλαίσια των καθηκόντων μου, από πληροφορίες που έλαβα από τους ενάγοντες και τους υπαλλήλους τους και από συμβουλή της οποίας έτυχα από τους δικηγόρους των εναγόντων αναφορικά με τα νομικά ζητήματα και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους ενάγοντες να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση.
  8. Περί την 17.02.2014 καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή εναντίον των εναγομένων 1, 2, και 3 και στις 05.06.2015 καταχωρήθηκε τροποποιημένο κλητήριο με άδεια του Δικαστηρίου σχετικά με αλλαγή στο όνομα των εναγόντων.
  9. Η εν λόγω αγωγή αφορά πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες παραχωρήθηκαν στον εναγόμενο 1 και για τις οποίες δόθηκαν διάφορες εξασφαλίσεις και εγγυήσεις. Εκ παραδρομής, κατά την ετοιμασία της αγωγής για καταχώρηση δεν είχε εντοπιστεί και ως εκ τούτου δεν δικογραφήθηκε η εγγύηση που παραχωρήθηκε από την εναγόμενη 3 αναφορικά με τις πιστωτικές διευκολύνσεις του εναγομένου
  10. Πρόσφατα και συγκεκριμένα κατά την προετοιμασία για την ακρόαση της εν λόγω υπόθεσης, διαπιστώθηκε από τους Δικηγόρους μας ότι δεν είχε ληφθεί υπόψη η εγγύηση της εναγόμενης 3 κατά την καταχώρηση του κλητηρίου το έγγραφο της οποίας δεν είχε τότε ανευρεθεί και ως εκ τούτου υπήρχε η λανθασμένη εντύπωση πως η εναγόμενη 3 δεν παρείχε προσωπική εγγύηση για τις πιστωτικές διευκολύνσεις του εναγομένου 1 και εξ' ου δεν δικογραφήθηκε οποιοσδήποτε σχετικός ισχυρισμός.
  11. Ως με πληροφορούν όμως τόσο οι δικηγόροι των εναγόντων όσο και οι ενάγοντες, κατά την προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση εντοπίστηκε έγγραφο εγγύησης των πιστωτικών διευκολύνσεων του εναγομένου 1 από την εναγόμενη
  12. Η αιτούμενη τροποποίηση γίνεται νόμιμα και αμέσως μόλις έγινε αντιληπτή και εκρίθη αναγκαία και δεν επηρεάζει καθόλου τους εναγομένους οι οποίοι καμία ζημιά θα υποστούν αφού με την έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα επιλυθούν μέσω της παρούσας αγωγής όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων αναφορικά με τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις. Δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά ούτε και ζημιά που δεν θεραπεύεται με διαταγή για έξοδα στην άλλη πλευρά αφού μάλιστα η ακρόαση της αγωγής δεν έχει ακόμα ξεκινήσει. Είναι δε απαραίτητη για τον επαρκή προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και με την έγκριση της παρούσας αίτησης θα διευκολυνθεί η όλη διαδικασία και θα καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης. Πιστεύω ότι οι ζητούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες έτσι ώστε να είναι ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ορθά γεγονότα και να μπορεί να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη. Η παρούσα αίτηση γίνεται εντελώς καλόπιστα σε μια προσπάθεια των αιτητών να προβάλουν πιο ξεκάθαρα, ορθά και ολοκληρωμένα τις θέσεις τους αναφορικά με την μεταξύ των διαδίκων διαφορά.
  13. Από την άλλη τυχόν απόρριψη της αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες, καθότι θα τους παρεμποδίσει να διεκδικήσουν τα δικαιώματα τους, έναντι της εναγομένης 3 μέσω της επίδικης αγωγής και οι ενάγοντες θα αποστερηθούν των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων τους για δίκαιη δίκη. Περαιτέρω, θα προκληθούν περαιτέρω έξοδα και θα σπαταληθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος αφού οι ενάγοντες για να αξιώσουν τα όσα δικαιούνται από την εναγόμενη 3 θα αναγκαστούν να καταχωρήσουν νέα αγωγή.
  14. Πέραν των πιο πάνω είναι πολύ σημαντικό, όπως με ενημερώνουν οι δικηγόροι των εναγόντων πως η εναγόμενη 3 είναι ήδη διάδικος στην αγωγή και ως εκ τούτου καμία περιπλοκή θα υπάρξει.
  15. Ως εκ των ανωτέρω και για να μπορεί να προωθηθούν σωστά οι απαιτήσεις των εναγόντων, είναι ορθό, δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.» Η αίτηση στηρίζεται επί των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών Δ.9 θ.1-13, Δ.12 θ.1-10, Δ.19 θ.1-27, Δ.21 θ.1-15, Δ.25 θ.1-6, Δ.39, Δ.48 θ.1-13, Δ.55, Δ.57, Δ.59, Δ.63 και Δ.64, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στον περί Ερμηνείας Νόμο, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, στις συμφυείς και γενικές εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, στις αρχές φυσικής δικαιοσύνης στις Αρχές της Νομολογίας και τις Αρχές της Επιείκειας. Η εναγόμενη 3 - καθ΄ ης η αίτηση (στο εξής καθ΄ ης η αίτηση) καταχώρισε ένσταση στην οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: «
  16. Η αίτηση είναι καταχρηστική και υποβάλλεται με πολλή καθυστέρηση και αφού η ακρόαση της αγωγής αναβλήθηκε πολλές φορές για έξι χρόνια περίπου. Δεν δικαιολογείται η καθυστέρηση.
  17. Η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την αίτηση υπογράφεται από αναρμόδιο πρόσωπο.
  18. Δεν έγινε αποκάλυψη του σχετικού εγγράφου εγγύησης ούτε και επισυνάπτεται στην αίτηση.
  19. Η αίτηση πρέπει να απορριφθεί με έξοδα ως αδικαιολόγητη, παράνομη και καταχρηστική.» Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1 η οποία έχει ως εξής: «
  20. Είμαι ο εναγόμενος 1 στην παρούσα διαδικασία και γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα της τόσο από τον φάκελο της όσο και από τη μέχρι σήμερα εξέλιξη της. Για νομικούς όρους έτυχα συμβουλής και πληροφόρησης από το δικηγόρο μας που χειρίζεται την υπόθεση. Είμαι δε πλήρως εξουσιοδοτημένος από την εναγόμενη 3, που είναι θυγατέρα μου, να προβώ στην παρούσα.
  21. Η επίδικη αίτηση υποβάλλεται μετά από 6 χρόνια περίπου συνεχών αναβολών των ακροάσεων της χωρίς οι ενάγοντες να επιληφθούν του προβλήματος ή και εντοπίσουν το έγγραφο εγγυήσεως της εναγόμενης
  22. Ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι κατά την προετοιμασία της ακρόασης, εννοείται την τελευταία φορά, εντοπίστηκε το σχετικό έγγραφο και διαπιστώθηκε ότι δεν ήταν δικογραφημένη η θέση της εγγύησης της εναγόμενης 3 πράγμα ανεδαφικό αφού αναφερόταν εξ αρχής στο κλητήριο ένταλμα και στον τίτλο της αγωγής. Ούτε και εζητήθηκε αναβολή της ακρόασης την 11/10/19 γι΄ αυτό το πρόβλημα για να καταχωρηθεί αίτηση προς τροποποίηση της Ε/Υπεράσπισης ή και αποκάλυψης του σχετικού εγγράφου. 4.Ισχυρίζονται περαιτέρω εσσφαλμένα ότι δεν δικογραφήθη σχετικός ισχυρισμός ενώ στην Απάντηση στην Υπεράσπιση διατείνονται για την νομιμότητα της εγγύησης της και υποχρέωσης της εναγομένης 3 (παρ. 4 και 8). 5.Η επίδικη αίτηση υποβάλλεται μετά πάροδο 3 και πλέον μηνών από την τελευταία ημερ. αναβολής της ακρόασης την 11/10/19 και τον κατ΄ ισχυρισμό εντοπισμό του σχετικού εγγράφου. Η δε ένορκος δήλωση που την συνοδεύει υπεγράφηκε και εκτελέστηκε από αναρμόδιο πρόσωπο και όχι από πρόσωπο που κατέχει και γνωρίζει την ύπαρξη του εγγράφου εγγύησης. Ούτε επισυνάπτεται το έγγραφο για να αποκαλύπτεται η ύπαρξη του. 6.Ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μας η παρούσα αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και ως τέτοια υπόκειται σε απόρριψη με έξοδα σε βάρος του αιτητή.» Η ένσταση στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 θ.1, 2, 4-8, Δ.39 και Δ.25 θ.1-6 και στη νομολογία, πρακτική ως και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η συνήγορος που εμφανίστηκε εκ μέρους του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί την αιτήτρια με τη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων αυτής αφού προβαίνει σε μια μικρή εισαγωγή για το τι ζητείται από την αιτήρια, στη συνέχεια καταγράφει τις νομικές αρχές με βάση τη νομολογία που εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση με αναφορά και στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.

(1989)1 ΑΑΔ (Ε)
  1. Ακολούθως αναφέρεται στους λόγους ένστασης και σχολιάζει το θέμα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης και την καταχρηστικότητα αυτής με αναφορά σε απoφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου και τα γεγονότα που περιστοιχίζουν την υπό κρίση αίτηση. Περαιτέρω δε και πάλι με αναφορά στα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση εισηγείται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις και καταδεικνύεται η ανάγκη για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Καταλήγει δε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να εγκρίνει την αίτηση με έξοδα σε βάρος της καθ΄ ης η αίτηση. Από την άλλη ο συνήγορος της καθ΄ ης η αίτηση στη γραπτή του αγόρευση αναδεικνύει το θέμα της καθυστέρησης για 6 χρόνια περίπου από την ημέρα καταχώρισης της αγωγής να απευθυνθεί η αιτήρια με αίτηση για σχετική τροποποίηση που αφορά την καθ΄ ης η αίτηση, ενώ είχε προηγηθεί και άλλη αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 8.5.2015 και ενώ είχε γίνει ένορκη δήλωση αποκάλυψης στις 4.11.
  2. Ουσιαστικά, συνεχίζει, η παρούσα υπό κρίση αίτηση αποσκοπεί στην προσθήκη παραγράφου στις λεπτομέρειες της έκθεσης απαίτησης που αφορά την προσωπική εγγύηση της καθ΄ ης αίτηση. Στη συνέχεια καταγράφονται οι λόγοι ένστασης, ενώ γίνεται αναφορά και σε όλα όσα προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση για να καταδείξει ότι δεν θα πρέπει το Δικαστήριο να εγκρίνει την αίτηση, σημειώνοντας ότι με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν επισυνάπτεται το έγγραφο της σύμβασης εγγύησης της καθ΄ ης η αίτηση με την αιτήτρια. Δεν παρέλειψε επίσης να αναφερθεί και στο χρονικό διάστημα που παρήλθε από την τελευταία ημερομηνία που ήταν ορισμένη για ακρόαση η υπόθεση. Προς επίρρωση των θέσεων του επικαλείται σχετική νομολογία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η αίτηση εδράζεται επί της Διαταγής 25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προνοεί: «The court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, In such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties». ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων». Το θέμα της τροποποίησης δικογράφων αποτέλεσε το αντικείμενο σωρείας νομολογίας, τόσο Αγγλικής όσο και Κυπριακής. Στην Αγγλική υπόθεση Clarapede v. Commercial Union Association 1883 32 WR 263 αναφέρονται τα εξής: «However negligent and careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs». Στην Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd 1970 2 ALL ER 754 αναφέρονται από τον Λόρδο Denning τα εξής: «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money.» Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν σε πληθώρα Κυπριακών αποφάσεων, μεταξύ των οποίων, οι Ευριπίδου κ.α v. Καννάουρου 1985 1 ΑΑΔ 24, Xριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α. 1991 1 ΑΑΔ 934 και Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1 (Α) ΑΑΔ 44. Στην υπόθεση Στέλιου Φοινιώτη v. Greenmar Navegation Ltd κ.α. 1989 1 ΑΑΔ (Ε) 33 ο Δικαστής Πικής (ως ήταν τότε) συνοψίζει τις αρχές που διέπουν το θέμα ως ακολούθως: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Αζά ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Στέλιου Σάββα
(1992)1 ΑΑΔ 704, λέχθηκε, ότι, διαφαίνεται ως θεμελιακή αρχή από τις διάφορες αποφάσεις ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε στάδιο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, εκτός στις περιπτώσεις που είτε επέρχεται βλάβη στην αντίδικη πλευρά ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. επίσης Astor Manufacturing Ltd κ.ά. A. & G Leventis κ.ά.
(1983)1 ΑΑΔ 926, Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 ΑΑΔ 426 και Άννα Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., Π.Ε. 10214, ημερομ. 12.1.1999). Σοβαρότατος παράγοντας που λαμβάνει υπόψη από το Δικαστήριο για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι η παροχή δυνατότητας στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές. (βλ. Geto v. M/V Vladimir Vasiliev (Αρ.4)
(1983)1 ΑΑΔ 714). Οι ίδιες αρχές επαναβεβαιώθηκαν στην Παπαχρυσοστόμου v. Κώστας Γρηγοριάδης και Συνέταιροι κ.ά., Πολιτική Έφεση 79/09, ημερ. 4.5.2012 στην οποία ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» Καθώς και στην υπόθεση Kayat Traiding Ltd v. GENZYME CORPORATION, Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012, ημερ. 4.3.2013, στην οποία αναφέρθησαν τα ακόλουθα: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: «Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. v. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.» Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Ιωσηφίδης ν. Bernhard Schulte Shipmanagement (Cyprus) Ltd, Πολιτική Έφεση 239/11, ημερ. 23.10.
  1. Εξετάζοντας τους λόγους ένστασης παρατηρώ ότι η αίτηση εδράζεται επί της ορθής νομικής βάσης, ήτοι στη Δ.25 θ.1 και Δ.48 θ.2, αφού η τροποποίηση ζητείται για γεγονότα που καλύπτονται από την Δ.25 θ.
  2. Επίσης η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Αν και στους λόγους ένστασης αναφέρεται ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση έγινε από αναρμόδιο πρόσωπο, εν τούτοις, παρόλο που αναφέρεται τούτο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ούτε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση επεξηγείται τούτο ή αιτιολογείται με κάποιο τρόπο, ούτε στην γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της καθ΄ ης η αίτηση έγινε οποιαδήποτε αναφορά. Η μη αναφορά στην αγόρευση του συνηγόρου της καθ΄ ης η αίτηση στο σχετικό θέμα θεωρείται ότι έχει εγκαταλειφτεί αυτή. Εν πάση περιπτώσει έχοντας υπόψη τη σχετική νομολογία δεν θα έκρινα εκ μόνου αυτού του λόγου θα πρέπει η αίτηση να απορριφθεί. Άλλωστε την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν προβαίνει η καθ΄ ης η αίτηση αλλά ο εναγόμενος
  3. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 17.2.2014 και η κοινή έκθεση υπεράσπισης των εναγομένων 1, 2 και 3 καταχωρήθηκε στις 24.3.
  4. Στην παράγραφο 4 αυτής αναφέρονται τα ακόλουθα: «Οι εναγόμενοι 2 και 3 δεν παραδέχονται και δεν υπέγραψαν τις συμφωνίες εγγυήσεως ή και τούτες είναι άκυρες αφού δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις εκτέλεσης της ..» Η απάντηση στην υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 10.9.2014 όπου στην παράγραφο 4 η αιτήτρια αναφέρει τα ακόλουθα: «Οι ενάγοντες αρνούνται την παρά. 4 της Υπεράσπισης και ισχυρίζονται ότι οι επίδικες συμφωνίες ....» Η ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων καταχωρήθηκε στις 4.11.2014 με επισυνημμένο πίνακα στον οποίο δεν περιλαμβάνεται το έγγραφο εγγύησης εκ μέρους της καθ΄ ης η αίτηση. Κατόπιν αίτησης, η οποία εγκρίθηκε, καταχωρήθηκε τροποποιημένη έκθεση απαίτησης στις 5.6.2015, τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης στις 12.6.2015 και απάντηση στην υπεράσπιση στις 3.9.2015, όπου στην παράγραφο 5 προβάλλεται ο ίδιος ισχυρισμός που καταγράφεται και στην παράγραφο 4 της απάντησης που αναφέρθηκε προηγουμένως. Σε σχέση με την εισήγηση της καθ΄ ης η αίτηση ότι υπάρχει καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης, πράγματι διαφαίνεται από το χρόνο καταχώρισης της αγωγής και το χρόνο καταχώρισης της παρούσας υπό κρίση αίτησης ότι πέρασαν περίπου 6 χρόνια και μετά η αιτήτρια να προβεί στο υπό εκδίκαση διάβημα. Όμως, ως διαφαίνεται από τη νομολογία η καθυστέρηση δεν είναι αποφασιστικής σημασίας και δεν αποτελεί από μόνη της ανασταλτικό παράγοντα στην έγκριση αίτησης, για τροποποίηση. Η δικαιολόγηση που προβάλλει η αιτήτρια για την καθυστερημένη υποβολή της υπό εξέταση αίτησης για τροποποίηση είναι ότι αυτό διαπιστώθηκε κατά το χρόνο που ετοιμάστηκαν για ακρόαση την τελευταία φορά. Αυτή η δικαιολόγηση βρίσκει την αντίθεση της καθ΄ ης η αίτηση με ειδικές αναφορές στην παράγραφο 4 της πρώτης απάντησης στην υπεράσπιση και βεβαίως στην παράγραφο 5 της δεύτερης απάντησης στην τροποποιημένη υπεράσπιση. Όμως θα πρέπει να λεχθεί ότι το θέμα της σύμβασης εγγύησης εκ μέρους της καθ΄ ης η αίτηση το κατέστησε επίδικο η ίδια η καθ΄ ης η αίτηση με την αναφορά της στην παράγραφο 4 της κοινής υπεράσπισης των εναγομένων 1, 2 και 3 στην οποία αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 δεν υπέγραψαν τις συμφωνίες εγγύησης. Η αλήθεια του ισχυρισμού ότι δεν κατέστη δυνατό να εντοπίσει η αιτήτρια τη σύμβαση εγγύησης μεταξύ αυτής και της καθ΄ ης η αίτηση καταδεικνύεται από τον πίνακα που επισυνάπτεται με την ένορκη δήλωση αποκάλυψης ημερομηνίας 4.11.2014 που καταχώρισε η αιτήτρια, αφού σ΄ αυτό τον πίνακα δεν συμπεριλαμβάνεται η σύμβαση εγγύησης της αιτήτριας με την καθ΄ ης η αίτηση. Περαιτέρω, η αλήθεια του ισχυρισμού της αιτήτριας ότι μέχρι πριν και κατά το χρόνο της τελευταίας φοράς που ορίστηκε για ακρόαση δεν εντοπίστηκε η σύμβαση εγγύησης της αιτήτριας με την καθ΄ ης η αίτηση, καταδεικνύεται από το γεγονός ότι δεν έγινε οποιοδήποτε διάβημα σ΄ αυτό το χρονικό διάστημα, που αν όντως εντοπίζετο θα υποβάλλετο η αίτηση ενωρίτερα. Η μη επισύναψη της σύμβασης εγγύησης της καθ΄ ης η αίτηση με την αιτήτρια με την υπό κρίση αίτηση, δεν αποτελεί λόγο για μη έγκριση της αίτησης, αφού σε περίπτωση που στο τέλος της ημέρας κατά την ακρόαση της υπόθεσης η αιτήτιρα δεν παρουσιάσει τη σύμβαση εγγύησης μεταξύ της και της καθ΄ ης η αίτηση, τότε δεν θα αποδειχθεί και η υποχρέωση της καθ΄ ης η αίτηση προς την αιτήτρια στη βάση σύμβασης εγγύησης μεταξύ τους και ως εκ τούτου με κανένα τρόπο δεν επηρεάζεται οποιοδήποτε δικαίωμα της καθ΄ ης η αίτηση. Επίσης, δεν με βρίσκει σύμφωνο ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική στη βάση των όσων ανέφερα προηγουμένως και εκ του γεγονότος ότι η αίτηση υποβλήθηκε 3 μήνες μετά την τελευταία ημερομηνία που ήταν ορισμένη για ακρόαση. Ό,τι είναι που επιθυμεί η αιτήτρια με την αίτηση είναι η ανάδειξη όλων των διαφορών μεταξύ των δύο πλευρών έτσι ώστε όλα τα επίδικα θέματα να ακουστούν στην παρούσα αγωγή. Το Δικαστήριο εξετάζοντας την υπό κρίση αίτηση πρέπει να λάβει υπόψη δυο παράγοντες. Από τη μια ότι θα πρέπει η εκδίκαση μιας υπόθεσης να μην εκφεύγει από τα όρια του εύλογου χρόνου που επιτάσσει το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και από την άλλη κάθε διάδικος να έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει την υπόθεση του σε όλη την έκταση της. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου αφού η υπόθεση δεν έχει καν αρχίσει και είναι ορισμένη για ακρόαση στις 17.9.2020, λίγος περισσότερος χρόνος στην καταχώριση τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης, δεν θα μπορούσε να εκτρέψει την υπόθεση έξω από τα όρια του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, αφού όπως λέχθηκε, η υπόθεση είναι ορισμένη για ακρόαση στις 17.9.2020, ενώ από την άλλη θα καταστεί δυνατή η εκδίκαση κάθε διαφοράς μεταξύ της αιτήτριας και της καθ΄ ης η αίτηση, ενόψει μάλιστα, ως επιπρόσθετου στοιχείου, των όσων καταγράφονται στην παράγραφο 6 και στην παράγραφο 20 (Δ), (Ε) και (Στ) της έκθεσης απαίτησης, ότι δηλαδή η καθ΄ ης η αίτηση είναι υπόλογη, κατά την αιτήτρια, σε σύμβαση υποθήκης και ως εκ τούτου αποτελεί διάδικο μέρος, έτσι και αλλιώς, εξ΄ αυτής της σύμβασης. Από απόψεως επηρεασμού δικαιωμάτων δεν βρίσκω ότι με την έγκριση της αίτησης θα επηρεάζετο οποιοδήποτε δικαίωμα της καθ΄ ης η αίτηση το οποίο δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Ούτε βρίσκω ότι η αιτούμενη τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης με την προσθήκη των συγκεκριμένων παραγράφων που ζητείται από την αιτήτρια, ούτως ώστε η αιτήτρια να αξιώνει το συγκεκριμένο ποσό εναντίον της καθ΄ ης η αίτηση δυνάμει σύμβασης εγγύησης, είναι τέτοιας έκτασης και βαθμού που αλλάζει άρδην η έκθεση απαίτησης, που θα επηρεάζονταν τα δικαιώματα της καθ΄ ης η αίτηση, αν αναλογιστεί κάποιος ότι η ίδια η καθ΄ ης η αίτηση είναι που κατέστησε επίδικο το θέμα της σύμβασης εγγύησης με τον ισχυρισμό που καταγράφεται στην παράγραφο 4 της έκθεσης υπεράσπισης. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να αναλύσω και εξηγήσω η αίτηση επιτυγχάνει και κατά συνέπεια δίδονται οδηγίες όπως καταχωρηθεί τροποποιημένη έκθεση απαίτησης εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. Έκθεση υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την ημέρα επίδοσης της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης και απάντηση στην τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης εντός 10 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης. Οι δικηγόροι της αιτήριας στην αγόρευση τους αναφέρουν ότι θα πρέπει να επιβαρυνθεί τα έξοδα η καθ΄ ης η αίτηση γιατί κατά την άποψη τους ήταν αδικαιολόγητη η καταχώριση ένστασης. Αυτή η εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ήταν ένα θέμα το οποίο με βάση τα περιστατικά της υπόθεσης θα μπορούσε η καθ΄ ης η αίτηση να καταχωρίσει ένσταση. Δεν πρόκειται για μια εξόφθαλμη, αχρείαστη ένσταση που σκοπό είχε την αύξηση των εξόδων. Τα έξοδα της αίτησης και τα έξοδα που χάνονται λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης 3 - καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας - αιτήτριας, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.): .......... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.