Λοΐζου, υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας της Χρυσοστόμου αποβιωσάσης ν. Γερασίμου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1040/2012, 24/4/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:A10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1040/2012 Μεταξύ: XXXXX Λοΐζου, υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας της ανίκανης XXXXX Χρυσοστόμου σύμφωνα με το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 17.10.2011 Ενάγουσας -και- 1.XXXXX Γερασίμου
- XXXXX Στυλιανού
- XXXXX Μιχαήλ Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 4.3.215 Μεταξύ: XXXXX Λοΐζου, υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας της XXXXX Χρυσοστόμου αποβιωσάσης Ενάγουσας -και- 1.XXXXX Γερασίμου 2.XXXXX Στυλιανού 3.XXXXX Μιχαήλ Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 24 Απριλίου, 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Μ. Σοφοκλέους για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενες 1, 2 και 3: κ. Κ. Καντούνας για Κωνσταντής Καντούνα ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Η XXXXX Λοΐζου είναι το μοναδικό παιδί της XXXXX Χρυσοστόμου. Αυτή ήγειρε την παρούσα αγωγή στις 23.10.2012 επί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος (Δ.2 θ.1) υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας της περιουσίας της ανίκανης μητέρας της δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 17.10.
- Στη συνέχεια, πριν καταχωρηθεί έκθεση απαίτησης, η μητέρα της απεβίωσε στις 2.7.2014, οπότε, αφού παραχωρήθηκαν έγγραφα διαχείρισης στις 5.1.2015 στην θυγατέρα της, κατόπιν αίτησης τροποποίησης του τίτλου της αγωγής και αφού εκδόθηκε σχετικό διάταγμα στις 4.3.2015, η θυγατέρα της εγείρει πλέον την παρούσα αγωγή με την ιδιότητα της διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιωσάσας μητέρας της. Η έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε στις 17.9.2015 και με αυτή αξιώνεται: Α απόφαση του Δικαστηρίου που να ακυρώνει τη μεταβίβαση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 7/ XXXXX, φυλ./σχεδ. 33/200303, τεμάχιο XXXXX, μερίδιο ΟΛΟ, στην περιοχή Ακρόπολης, οδός XXXXX, στον Δήμο Αμμοχώστου, από την αποβιώσασα στην εναγόμενη 1 δυνάμει δωρεάς την 15.6.2004, καθότι κατά τον χρόνο της μεταβίβασης του η αποβιώσασα δεν ήταν σε θέση να διαχειριστεί την περιουσία της και/ή να διευθύνει τις υποθέσεις της λόγω ανικανότητας, Β απόφαση του Δικαστηρίου που να ακυρώνει τη μεταβίβαση του ως άνω ακινήτου από την εναγόμενη 1 στις εναγόμενες 2 και 3 δυνάμει δωρεάς, καθότι η μεταβίβαση του ακινήτου επ΄ ονόματι τους είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή δεν έγινε καλή τη πίστη, Γ δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι οι μεταβιβάσεις που περιγράφοντα στα αιτητικά Α και Β είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες επί τω ότι έγιναν χωρίς τη δικαιοπρακτική ικανότητα της αποβιώσασας και υπό καθεστώς παράνομου επηρεασμού και ποδηγέτησης της βούλησης της, Δ γενικές αποζημιώσεις και/ή αποζημιώσεις για αδικαιολόγητο πλουτισμό και/ή ως λήψη των εν λόγω ακινήτων άνευ ανταλλάγματος, με τόκο προς 9% από Ιούνιο και Ε έξοδα και νόμιμο τόκο. Οι πιο πάνω αξιώσεις στηρίζονται στη νομική βάση
(1)του δόλου και
(2)της ψυχικής πίεσης, ενώ, αν και δεν αναφέρεται ξεκάθαρα, εξάγεται από τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης, ότι εμπλέκει ή συνδυάζει αυτές με τη μη ύπαρξη δικαιοπρακτικής ικανότητας της αποβιωσάσας. Δεν δίδονται ξεχωριστές λεπτομέρειες για τη κάθε μία νομική βάση αλλά και για τις δύο αναφέρονται τα πιο κάτω: «Λεπτομέρειες δόλου και/ή ανεπίτρεπτης επιρροής και/ή παράνομου επηρεασμού και/ή ποδηγέτησης της θέλησης της αποβιωσάσης από την εναγόμενη 1 Η εναγόμενη 1 ενώ γνώριζε ότι η αποβιώσασα κατά ή περί το 2004 απώλεσε μερικώς και/ή ολικώς την πνευματική της ισορροπία και/ή παρουσίαζε συμπτώματα άνοιας και/ή διαταραχές μνήμης και/ή Αλτζχαϊμερ. (α) χρησιμοποίησε τη δεσπόζουσα θέση και ανεπίτρεπτη επιρροή (undue influence) που είχε επί της αποβιωσάσης ώστε να την πείσει να της μεταβιβάσει το ακίνητο ενώ γνώριζε ότι ο νόμιμος κληρονόμος των πιο ακινήτων ήταν η θυγατέρα της αποβιωσάσης. (β) ποδηγέτησε τη βούληση της αποβιωσάσης ώστε να την πείσει να της μεταβιβάσει το ακίνητο ενώ γνώριζε ότι ο νόμιμος κληρονόμος των πιο ακινήτων ήταν η θυγατέρα της αποβιωσάσης. (γ) εκμεταλλεύτηκε την ανευθυνότητα και/ή ανικανότητα της αποβιωσάσης για τις πράξεις της λόγω απώλειας της πνευματικής της ισορροπίας πείθοντας την να της μεταβιβάσει το ακίνητο ενώ γνώριζε ότι ο νόμιμος κληρονόμος των πιο ακινήτων ήταν η θυγατέρα της αποβιωσάσης.» Προς υποστήριξη των πιο πάνω ισχυρίζεται τα ακόλουθα: Η εναγόμενη 1 είναι αδελφότεκνη της αποβιώσασας και πρόσωπο το οποίο επιδίωκε να έχει στενή επαφή με την αποβιώσασα. Οι εναγόμενες 2 και 3 είναι θυγατέρες της εναγόμενης
- Η αποβιώσασα κατά ή περί την 11.4.2014, προφανώς αναφέρεται εκ λάθους το έτος 2014 και εννοείται το έτος 2011, διαγνώστηκε κατόπιν νευρολογικών εξετάσεων να έχει διαταραχές μνήμης και/ή άνοια και/ή Alzheimer. Τα πιο πάνω συμπτώματα και/ή παθήσεις εμφανίστηκαν 7 χρόνια πρωτύτερα, ήτοι κατά ή περί τους πρώτους μήνες του έτους
- Κατά ή περί τις αρχές του 2003 η αποβιώσασα νοσηλεύτηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας (στο εξής Γ.Ν.Λ.) όπου κατά τη διάρκεια της παραμονής της παρουσίαζε συμπεριφορά τέτοια που έχρηζε παραπομπή της σε ψυχίατρο. Έκτοτε η αποβιώσασα παρουσίαζε συμπτώματα άνοιας και/ή ψυχολογικής διαταραχής κι/ή συμπτώματα τέτοια που παρέπεμπαν σε πρόσωπο με περιορισμένη πνευματική ισορροπία και ως εκ τούτου η αποβιώσασα στερείτο δικαιοπρακτικής ικανότητας. Περί το 2003 η αποβιώσασα παρουσίαζε συμπτώματα ως τα αρχικά στάδια της νόσου Alzheimer, ενώ η κατάστασή της επιδεινωνόταν εξελικτικά με το πέρασμα του χρόνου. Περαιτέρω η αποβιώσασα επισκεπτόταν ιατρό για παθολογικά ζητήματα ο οποίος μεταξύ άλλων συνταγογραφούσε για την αποβιώσασα χάπια μνήμης για μικρή χρονική περίοδο και ακολούθως την παρέπεμψε σε ψυχίατρο. Η κατάσταση της αποβιώσασας επιδεινωνόταν εξελικτικά και κατά/ή περί την 16.8.2011, διαγνώστηκε κατόπιν νευρολογικών εξετάσεων να έχει διαταραχές μνήμης και/ή άνοια και/ή Alzheimer. Η εναγόμενη 1 κατά την πιο πάνω περίοδο παρατηρώντας και/ή γνωρίζοντας την ανευθυνότητα και/ή ανικανότητα της αποβιώσασας για τις πράξεις της λόγω απώλειας της πνευματικής της ισορροπίας με δόλιο τρόπο και/ή ασκώντας ανεπίτρεπτη επιρροή στην αποβιώσασα (undue influence), απουσία νόμιμου και/ή λογικού ανταλλάγματος κατάφερε να προσπορίσει όφελος και/ή επηρέασε παράνομα και/ή ποδηγέτησε τη θέληση της αποβιώσασας για να μεταβιβάσει επ΄ ονόματι της το αναφερθέν, πιο πάνω, ακίνητο. Η εναγόμενη 1 με τη σειρά της μεταβίβασε το ακίνητο στις εναγόμενες 2 και 3, θυγατέρες της. Κατά ή περί την 17.10.2011 η αποβιώσασα κηρύχτηκε ανίκανο πρόσωπο δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας λόγω διαταραχών μνήμης και/ή άνοιας και/ή προσβολής της από τη νόσο Alzheimer ως προαναφέρθηκε. Αυτή απεβίωσε στις 2.7.
- Αποτελεί ισχυρισμό της ότι η μεταβίβαση του ακινήτου προς την εναγόμενη 1 είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή ανυπόστατη και/ή έγινε δόλια και/ή κατά παράβαση του νόμου και/ή κατόπιν ποδηγέτησης της αποβιωσάσης καθότι η αποβιώσασα είχε προσβληθεί από ασθένεια η οποία επηρέασε τη λογική και/ή τη σκέψη της και/ή την κρίση της και/ή τη δικαιοπρακτική ικανότητα της. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός της ότι η μεταβίβαση του ακινήτου στις εναγόμενες 2 και 3 είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή ανυπόστατη και/ή έγινε δόλια και/ή κατά παράβαση του νόμου αφού οι τελευταίες γνώριζαν ότι η αποβιώσασα είχε προσβληθεί από ασθένεια η οποία επηρέασε τη λογική και/ή τη σκέψη της και/ή την κρίση της και/ή τη δικαιοπρακτική ικανότητα της. Οι εναγόμενες με την κοινή έκθεση υπεράσπισης τους αρνούνται όλους και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας εκτός όπου γίνεται ρητή παραδοχή. Αναφορικά με την παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης παραδέχονται ότι η αποβιώσασα κηρύχτηκε ανίκανο πρόσωπο δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 26.10.2011 (εννοείται 17.10.2011) και ότι απεβίωσε την 2.7.
- Επίσης παραδέχονται το περιεχόμενο της παραγράφου 2, ενώ αναφορικά με την παράγραφο 3, παραδέχονται μόνο τις συγγένειες που αναφέρονται. Σε σχέση με το περιεχόμενο των παραγράφων 4, 5, 6 και 7 της έκθεσης απαίτησης ισχυρίζονται ότι η θυγατέρα της αποβιώσασας προσπαθούσε για χρόνια να πάρει τον έλεγχο της περιουσίας της μητέρας της, προσπαθώντας ανεπιτυχώς να την κηρύξει ανίκανο πρόσωπο, με αποτέλεσμα οι μεταξύ τους σχέσεις να ήταν κάκιστες. Η αποβιώσασα, όλη την επίδικη περίοδο, είχε σώας τας φρένας, ζούσε μόνη της, εργαζόταν, φρόντιζε τον εαυτό της και είχε μία καθόλα κανονική ζωή. Σε ότι αφορά το περιεχόμενο της παραγράφου 8 της έκθεσης απαίτησης, η εναγόμενη 1 αρνείται κατηγορηματικά όλους τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, πλην του γεγονότος της μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου, ενώ ισχυρίζεται ότι διατηρούσε καλές σχέσεις με την αποβιώσασα, η οποία ήταν θεία της και νονά της θυγατέρας της, εναγόμενης
- Επίσης απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι είχε δεσπόζουσα θέση ή και οποιουδήποτε είδους επιρροή στην αποβιώσασα ή και ότι προσπάθησε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο να την επηρεάσει σε σχέση με τη διάθεση της περιουσίας της. Αρνείται ακόμη ότι κατά τον επίδικο χρόνο η αποβιώσασα ήταν ανεύθυνη ή και ανίκανη. Παραδέχεται μόνο ότι γνώριζε ότι η ενάγουσα είναι θυγατέρα της αποβιώσασας. Περαιτέρω οι εναγόμενες παραδέχονται το περιεχόμενο της παραγράφου 9, ενώ σε σχέση με το περιεχόμενο της παραγράφου 10, παραδέχονται ότι η αποβιώσασα κηρύχθηκε ανίκανο πρόσωπο στις 17.10.
- Σε σχέση με το περιεχόμενο των παραγράφων 11 και 12 της έκθεσης απαίτησης, ισχυρίζονται ότι οι μεταβιβάσεις ήταν καθόλα νόμιμες και προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι η συμπεριφορά της ενάγουσας προς την αποβιώσασα μητέρα της ήταν πολύ κακή με αποτέλεσμα οι μεταξύ τους σχέσεις να ήταν επίσης πολύ κακές. Επίσης ισχυρίζονται ότι η αποβιώσασα επιζήτησε και έλαβε νομική συμβολή για τα θέματα διάθεσης της περιουσίας της. Ενόψει όλων των πιο πάνω ζητούν την απόρριψη της αγωγής. Η ενάγουσα για να αποδείξει την υπόθεση της έδωσε η ίδια μαρτυρία και κάλεσε άλλους έξι μάρτυρες, ΜΕ. Μέρος της κυρίως εξέτασης της ενάγουσας, ΜΕ1, αποτέλεσε γραπτή δήλωση της, ΕΓΓΡΑΦΟ Α, σύμφωνα με την οποία, ενώ οι σχέσεις της με τη μητέρα της ήταν πολύ καλές, όταν στις 14 Απριλίου του 2003 εισήχθη και υποβλήθηκε σε εγχείριση ισχίου στις 21.4.2003 στο Γ.Ν.Λ., αμέσως μετά την εγχείριση, ήτοι στις 22.4.2003 παρουσίασε συμπτώματα άνοιας και/ή Alzheimer, τα οποία επιδεινώνονταν με τον καιρό, σε τέτοιο βαθμό που μετά που βγήκε από το νοσοκομείο και αφού την φιλοξένησε και τη φρόντισε στο σπίτι της για ένα
(1)μήνα περίπου και παρέμεινε και ένα
(1)μήνα περίπου σε γηροκομείο, στο οποίο θέλησε η ίδια να μεταφερθεί επειδή θεώρησε ότι ήταν βάρος, γύρισε στο διαμέρισμα της, κατά την διάρκεια που την επισκεπτόταν στο διαμέρισμα της διαπίστωσε ότι ξεχνούσε, ενώ άρχιζε να της μιλά για κάποιο θέμα σταματούσε και συνέχιζε με άλλο θέμα, τοποθετούσε τα παπούτσια της στο ψυγείο, έβαζε τα τρόφιμα κάτω από το κρεβάτι της, δεν είχε συνοχή η ομιλία της, βλασφημούσε, έλεγε ότι έβλεπε και κουβέντιαζε με τη μητέρα και την αδελφή της οι οποίες είχαν αποβιώσει και αδιαφορούσε πλήρως για την ατομική της υγιεινή. Επί πλέον ανέφερε ότι η αποβιώσασα επισκεπτόταν ιατρό για παθολογικά ζητήματα, ο οποίος μεταξύ άλλων της έγραφε χάπια μνήμης για μικρή χρονική περίοδο και ακολούθως την παρέπεμψε σε ψυχίατρο, αλλά η αποβιώσασα αρνείτο να επισκεφθεί ψυχίατρο. Ήταν κατά αυτό το χρονικό διάστημα που η εναγόμενη 1, ενώ προηγουμένως οι σχέσεις τους ήταν πολύ αραιές, ένεκα του επαγγέλματος της αποβιώσασας, πλησίασε την αποβιώσασα και αφού διαπίστωσε την ελλειπή πνευματική κατάσταση της, οι επισκέψεις της έγιναν συχνές και την έφερε κοντά σε αυτή και ακολούθως αφού κατάλαβε το μέγεθος της περιουσίας της, με δόλιο τρόπο και/ή ψυχική πίεση, αφού η εναγόμενη 1, μαζί με τις εναγόμενες 2 και 3, την αποξένωσε από αυτή και κυριάρχησε επί της θέλησης της, κατόρθωσε να της αποσπάσει όλα τα χρήματα της, £600.000, κατά τον Δεκέμβριο του 2003 και τα ακίνητα της κατά τον Ιούνιο του 2004, μεταξύ των οποίων και το επίδικο ακίνητο, τα οποία, στη συνέχεια, έξι
(6)μήνες αργότερα, τα μεταβίβασε στις εναγόμενες 2 και 3 εν γνώσει των τελευταίων ότι η αποβιώσασα δεν ήταν ικανή να διαχειριστεί την περιουσία της. Επίσης απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς των εναγομένων περί κακών σχέσεων με την αποβιώσασα ανέφερε ότι πράγματι η αποβιώσασα ζήτησε από τον αδελφό της να τη μεγαλώσει όταν γεννήθηκε, αλλά ποτέ δεν έπαψε να την επισκέπτεται όταν ήταν μικρή και να έχουν καλές σχέσεις, ενώ όταν ο αδελφός της αποβιώσασας της ζήτησε να την υιοθετήσει αρνήθηκε, ώστε να συνεχίσει να έχει σχέσεις μαζί της. Ακόμη όταν ο ΜΕ3 έπαθε έμφραγμα το 1998 η αποβιώσασα τους πήρε κοντά της και τους παραχώρησε σπίτι κοντά της για να τους βοηθά το οποίο στη συνέχεια της μεταβίβασε ενώ τους βοηθούσε και με το ψώνισμα. Περαιτέρω ανέφερε ότι όταν πληροφορήθηκε για την αποξένωση της περιουσίας της αποβιώσασας προς όφελος της εναγόμενης 1 και των εναγομένων 2 και 3, τηλεφώνησε στην εναγόμενη 1 η οποία έδωσε το τηλέφωνο στο σύζυγό της, ο οποίος όταν του είπε ότι έπιασαν την περιουσία της αποβιώσασας, της είπε «Δέσπω δεν τα καταφέρετε να τα φάτε εσείς, εφάμε τα εμείς». Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 διάταγμα ημερομηνίας 17.10.2011 Ε.Δ. Λευκωσίας στην Αίτηση 39/2011, με το οποίο κηρύχτηκε ως ανίκανο πρόσωπο να διαχειριστεί την περιουσία της, ως Τεκμήριο 2 την αίτηση με βάση την οποία εκδόθηκε το Τεκμήριο 1, ως Τεκμήριο 3 το διάταγμα διαχείρισης της αποβιώσασας ημερομηνίας 5.1.2015, ως Τεκμήριο 4 ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 28.4.2015, ότι παρακολουθείτο από ψυχίατρο στα εξωτερικά ιατρεία Αγλαντζιάς από τις 28.3.2011 μέχρι 30.1.2012, ως Τεκμήριο 5 βεβαίωση ημερομηνίας 13.4.2016 ότι νοσηλεύτηκε στο ψυχιατρικό νοσοκομείο Αθαλάσσας από τις 2.2.2012 έως 17.2.2012, ως Τεκμήριο 6 ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 30.1.2012 για το ίδιο θέμα με το Τεκμήριο 4, και ως Τεκμήριο 7 βεβαίωση ιδιοκτησίας τουρκοκρατούμενων ακινήτων ημερομηνίας 21.2.2012, στην οποία εμφαίνεται η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου από την αποβιώσασα στην εναγόμενη 1 στις 15.6.2004 και από την εναγόμενη 1 στις εναγόμενες 2 και 3 ανά ½ μερίδιο, στις 10.2.
- Κατά την αντεξέταση της, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι όταν κτύπησε η αποβιώσασα τηλεφώνησε στην εναγόμενη 1 και της το ανέφερε, οπότε την επισκέφθηκε στο σπίτι της που την είχε και την φρόντιζε και από τότε οι επαφές της αποβιώσασας και της εναγόμενης 1 ήταν συχνές. Θεώρησε ότι οι εναγόμενες 2 και 3 έπιαναν την αποβιώσασα για να μην την βρίσκει αυτή, αν και δεν ήξερε υπό ποιες περιστάσεις την έπιαναν και όπως είπε η ίδια καθημερινά την επισκεπτόταν. Συμφώνησε ότι έμεινε στο σπίτι της η αποβιώσασα μόνη της, ενώ διαφωνώντας ότι οδηγούσε για 1-2 χρόνια μετά που πήγε σπίτι της μετά την εγχείριση, είπε ότι οδηγούσε 1-2 μήνες. Επίσης είπε ότι πήγαινε στο μαγαζί που είχε με συνέταιρο αλλά δεν εργαζόταν. Ανέφερε και άλλα σχετικά με τις ενέργειες της αποβιώσασας και τις σχέσεις της ιδίας με την αποβιώσασα για τα οποία θα γίνει αναφορά σε άλλο μέρος της απόφασης στη συνέχεια. Ο ΜΕ2 είναι γείτονας της ΜΕ1 και η μαρτυρία του σκοπό είχε να επιβεβαιώσει, σε κάποιο μέρος, αυτά που είπε η ΜΕ1 και ο σύζυγός της ΜΕ
- Τελικά ανέφερε ότι είχε γνωρίσει την αποβιώσασα χρόνια πριν την εγχείριση που υπέστη στις 21.4.2003, την οποία χαρακτήρισε, για τότε, ευφυέστατο άτομο, ενώ όταν την έφερε σπίτι της η ΜΕ1, από κάποιες συνομιλίες που είχε με αυτή, του έδωσε την εντύπωση ότι ήταν λίγο χαμένη, αλλά δεν ήξερε εάν ήταν λόγω του κτυπήματος της, παραπονείτο για το ένα και το άλλο και πρόσεξε ότι κάποιες στιγμές έχανε τη συνοχή των λέξεων, των λεγόμενων της. Δεν θυμόταν να πει τις κουβέντες που έλεγε αλλά ήταν ασυνάρτητες μεταξύ τους. Μια περίπτωση που θυμήθηκε ήταν ότι σαν έλεγε για το μαγαζί της μίλαγε και για τα σπίτια στο χωριό. Ο ΜΕ3, σύζυγος της ΜΕ1 προσπάθησε να επιβεβαιώσει την τελευταία αναφέροντας περίπου την ίδια ιστορία, αλλά με κάποιες, σημαντικές θα έλεγα, διαφορές, η οποία δεν χρειάζεται να αναφερθεί τώρα, αφού θα σχολιαστεί σε άλλο μέρος της απόφασης στη συνέχεια, αλλά και για σκοπούς αποφυγής επανάληψης. Ο ΜΕ4, γιός της ΜΕ1, βασικά η μαρτυρία του είχε μόνο ως σκοπό να καταθέσει το Τεκμήριο 8, το οποίο είναι το δελτίο αναφοράς νοσηλείας, το οποίο αρχίζει από τις 14.4.2003, που εισήχθηκε στο Γ.Ν.Λ., μέχρι τις 2.5.2003 που έλαβε εξιτήριο. Από τώρα το Δικαστήριο, έχοντας υπόψη τη μαρτυρία του και ότι και ο δικηγόρος των εναγομένων έκανε θετικά σχόλια γι΄ αυτό, κρίνει ότι είναι αξιόπιστος. Ο ΜΕ5, νευροχειρούργος, έδωσε μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας, ο οποίος δεν είχε εξετάσει ποτέ την αποβιώσασα, ο οποίος, μεταξύ άλλων, ανέφερε τα πρώτα συμπτώματα της Alzheimer ή άνοιας και ότι ο χρόνος διάρκειας ζωής ενός ατόμου, από τη στιγμή που παρουσιάζονται συμπτώματα αυτής της φύσης, είναι περίπου οκτώ
(8)χρόνια. Ο ΜΕ6 είναι πρώτος ξάδελφος της ΜΕ1 και αδελφός της εναγόμενης
- Αυτός κατά τον ισχυρισμό του έμαθε για την αποξένωση της περιουσίας της αποβιώσασας και τη μεταβίβαση αυτής στις εναγόμενες το έτος 2008 και ανέλαβε να ξεκαθαρίσει το όνομα του γιατί άκουσε να τον εμπλέκουν και αυτόν. Η μαρτυρία του ουσιαστικά είχε σκοπό να επιβεβαιώσει, με γεγονότα αλλά από αυτά που ανέφεραν οι ΜΕ1 και 3, την κατάσταση υγείας της αποβιώσασας και επίσης ότι η αποβιώσασα του παραπονέθηκε ότι της έφαγαν όλη την περιουσία της, η εναγόμενη 1 με το σύζυγο της. Ο ΜΕ7 είναι διευθυντής του Μέλαθρου Ευγηρίας Λευκωσίας που ανήκει στην Αρχιεπισκοπή. Η μαρτυρία είχε τρία ουσιαστικά σημεία. Το πρώτο είναι η εισαγωγή της αποβιώσασας στο Μέλαθρο στις 15.2.2012 και η παραμονή της εκεί μέχρι την κατάληξη της στις 2.7.2014, το δεύτερο ότι η ΜΕ1 την επισκεπτόταν σχεδόν καθημερινά, ενώ οι εναγόμενες ουδέποτε την επισκέφθηκαν και το τρίτο η κατάσταση και συμπεριφορά της αποβιώσασας κατά τη διαμονή της εκεί. Το Δικαστήριο και γι΄ αυτό το μάρτυρα από τώρα, ενόψει του ότι δεν αμφισβητήθηκαν τα όσα ανέφερε για το χρονικό διάστημα 15.2.2012 έως 2.7.2014, κρίνει ότι είναι αξιόπιστος. Από την άλλη, οι εναγόμενες προσκόμισαν τη μαρτυρία της εναγόμενης 3, ΜΥ2, της ΜΥ1 η οποία ενοικίαζε από την αποβιώσασα διαμέρισμα και την ΜΥ3, ψυχίατρο η ποία εξέτασε την αποβιώσασα τη δεύτερη μετεγχειρητική ημέρα. Η ΜΥ2, η οποία είναι νοσοκόμα, αρνήθηκε κάθε τι απέδιδε η ενάγουσα στις εναγόμενες για τους λόγους που μεταβίβασε η αποβιώσασα την περιουσία της στην εναγόμενη 1 και αυτή στις εναγόμενες 2 και 3, ισχυριζόμενη ότι ουδέποτε ανέφεραν στην αποβιώσασα να προβεί σε τέτοια ενέργεια, παρά μόνο τούτη η ενέργεια της ήταν το αποτέλεσμα των κακών σχέσεων της ενάγουσας, ΜΕ1, με αυτή και από την άλλη η ανταπόδοση στην αγάπη που της έδειξαν οι εναγόμενες και τα άλλα μέλη της οικογένειας τους. Επί πλέον ανέφερε ότι η επιθυμία της αποβιώσασας, η οποία είναι νονά της, ήταν να μεταβιβάσει την περιουσία της σε αυτή και την αδελφή της, εναγόμενη
- Ο λόγος δε που μεταβιβάστηκαν τα ακίνητα πρώτα στην εναγόμενη 1 και από αυτή στις εναγόμενες 2 και 3 ήταν για αποφυγή καταβολής κάποιων μεταβιβαστικών, αφού η εναγόμενη 1 ήταν αδελφότεκνη της αποβιώσασας. Περιγράφοντας τις σχέσεις των εναγομένων με την αποβιώσασα είπε ότι πάντοτε ήταν άριστες, οδηγώντας πήγαινε σπίτι τους πάρα πολλές φορές, μέχρι πριν το πωλήσει, ή το χαρίσει, όπως ανέφερε μεταγενέστερα, ενώ μετά που το πώλησε ή το χάρισε πήγαιναν αυτές στο σπίτι της και την έπιαναν και την πήγαιναν σπίτι τους, έτρωγε μαζί τους, έπαιζε με τα μωρά τους και καμία τους δεν είχε κανένα λόγο να πιστέψει ότι δεν ήταν καλά. Ζούσε μια απόλυτα φυσιολογική ζωή, αυτοεξυπηρετείτο, εργαζόταν και πήγαινε στην τράπεζα. Όταν είχε το αυτοκίνητο της έπαιρνε περίπατο τα μωρά της τα οποία υπεραγαπούσε, όπως και αυτά αυτή. Συγκεκριμενοποιώντας μέχρι πότε είχε άδεια οδηγού η αποβιώσασα, ανέφερε μέχρι το 2006 που την ανανέωσε όταν ήταν 71 ετών, αφού είχε εξασφαλίσει πιστοποιητικό υγείας από το γιατρό της, ενώ την ασφάλεια της την ανανέωσε η εναγόμενη
- Η αποβιώσασα, όπως είπε η ΜΥ2, οδηγούσε μέχρι το 2007 που χάρισε το αυτοκίνητο της. Σε ότι αφορά τις σχέσεις της ενάγουσας με την αποβιώσασα, πέραν αυτού που είπε ότι ήταν κακές, ανέφερε ότι επειδή η ενάγουσα και ο ΜΕ3 της ζητούσαν συνεχώς λεφτά δεν της άρεσε γιατί δεν ήταν ποτέ ευχαριστημένοι, ενώ μετά που κτύπησε στο ισχίο η αποβιώσασα και προσπάθησε η ενάγουσα να την κηρύξει ανίκανη δεν ήθελε να έχει καμιά σχέση μαζί της. Μάλιστα μετά από αυτό το γεγονός μέχρι και το 2007-2008 που της ανέφερε η αποβιώσασα ότι άρχισε να την επισκέπτεται η ενάγουσα, δεν είχαν καμία επαφή. Όταν δε οι ίδιες έβλεπαν κάποιο αυτοκίνητο έξω από το σπίτι δεν κατέβαιναν, γιατί όταν έμαθε για τις μεταβιβάσεις η ενάγουσα και ο ΜΕ3 θύμωσαν πολύ. Στη συνέχεια, όπως της είπε η αποβιώσασα, οι επισκέψεις της ενάγουσας στην αποβιώσασα ήταν συχνές. Επειδή ακριβώς η επιθυμία της ήταν να μην αφήσει τίποτε στην ενάγουσα το οποίο ήταν γραμμένο και στη διαθήκη την οποία ακύρωσε, πήγαν, όλοι μαζί στην τράπεζα, χωρίς όμως να έχουν αυτές επαφή ή να ακούσουν τι λέχθηκε και η αποβιώσασα έλαβε το ποσό των €500.000 το οποίο έδωσε στις εναγόμενες 2 και 3, και στα παιδιά τους όπως ήταν η επιθυμία τους και όλοι μαζί πάλιν πήγαν στο κτηματολόγιο. Τα χρήματα δε μεταφέρθηκαν από κάποιο υπάλληλο της τράπεζας στην άλλη τράπεζα τα οποία κατάθεσαν στο όνομα τους στην παρουσία της αποβιώσασας. Σε ότι αφορά το χρόνο μέχρι τον οποίο είχαν επικοινωνία οι εναγόμενες με την αποβιώσασα, τον καθόρισε περίπου μέχρι το 2009-2010, ότε, όταν την επισκέφθηκαν δεν την βρήκαν στο διαμέρισμα της και κάποιοι γείτονες τους ανέφεραν ότι την πήρε η κόρη της. Αφού δεν την βρήκαν στο διαμέρισμα της προσπάθησαν να την βρουν σε κάποια γηροκομεία, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Στο συγκεκριμένο γηροκομείο που είχε μεταφερθεί δεν έψαξαν γιατί δεν το γνώριζαν. Σχολιάζοντας την αναφορά του ΜΕ6 ότι πληροφορήθηκε για τις μεταβιβάσεις το 2008, ανέφερε ότι η αποβιώσασα το είπε σε όλους τους συγγενείς της από το 2004, γι΄ αυτό ενώ είχαν άριστες σχέσεις με τον ΜΕ6 και την οικογένεια του, από τότε σταμάτησαν να τους μιλούν. Σε σχέση με την πνευματική υγεία της αποβιώσασας, κατάλαβαν ότι μπορεί να είχε κάποιο θέμα γύρω στο 2009-2010, όταν άρχισε να ξεχνά κάποια πράγματα. Στην ερώτηση αν είδαν, κατά τις επισκέψεις τους στην αποβιώσασα, παπούτσια στο ψυγείο κλπ, ανέφερε ότι δεν είδαν ποτέ και ήταν πάντα συγυρισμένη. Αφού τα Τεκμήρια Β, Γ, Δ και Ε προς αναγνώριση έγιναν Τεκμήρια 9, 10, 11 και 12, ανέφερε ότι στα Τεκμήρια 9 και 10, καταγράφεται η ημερομηνία που τραβήχτηκαν, ενώ τη φωτογραφία του Τεκμηρίου 11 την τοποθέτησε ότι τραβήχτηκε μετά το 2005 και ότι μπορεί να ήταν τα Χριστούγεννα του 2007, ενώ τη φωτογραφία του Τεκμηρίου 12 την τοποθέτησε να τραβήχτηκε μεταξύ του 2004 και
- Κατά την αντεξέταση επέμενε στους ισχυρισμούς της που πρόβαλε στην κυρίως εξέταση της, ενώ ανέφερε ότι σίγουρα η αποβιώσασα ένα
(1)χρόνο μετά τις μεταβιβάσεις δούλευε και μετά πώλησε το μερίδιο της στο συνέταιρο της, αλλά συνέχιζε να πηγαίνει κάποιες φορές στην μπυραρία. Στην υποβολή ότι η αποβιώσασα πήγαινε στην μπυραρία και πριν και μετά την εγχείριση από τις 11:00 το πρωί μέχρι τις δύο
(2)το βράδυ και δεν ήταν δυνατό να την έβρισκαν στο σπίτι της όταν πήγαιναν να την επισκεφθούν, δεν συμφώνησε. Να σημειωθεί ότι, όπως είχε αναφέρει προηγουμένως, η εργασία της ως νοσοκόμα είναι με βάρδιες. Στην ερώτηση «Και όταν σας είπε ότι θέλει να σας τα μεταβιβάσει όλα, εσείς δεν κρίνατε καλό να το διασταυρώσετε με την κόρη της;» απάντησε ότι αυτή δεν μίλησε ποτέ με την ενάγουσα. Ο πατέρας της ήταν ο μόνος που προσπάθησε πάρα πολλές φορές να την μεταπείσει λέγοντας της «αν δεν θέλεις την κόρη σου και τον γαμπρό σου, λυπήθου τα εγγόνια σου ..» αλλά η αποβιώσασα ήταν αμετακίνητη. Η ίδια και η εναγόμενη 2 δεν προσπάθησαν να την μεταπείσουν. Στη συνέχεια σε σχετικές ερωτήσεις απάντησε ότι είχε ήσυχη τη συνείδηση της γιατί πρόσφερε στην αποβιώσασα ό,τι της είχε ζητήσει, ήταν πάντα κοντά της και ανοικτό το σπίτι της γι' αυτή, ενώ ως προς το αν έχει ήσυχη τη συνείδηση της πού τα έπιασαν όλα οι εναγόμενες και η θυγατέρα της αποβιώσασας, που είναι η μοναδική κληρονόμος της, δεν έπιασε τίποτε, απάντησε, ότι όταν έμαθε η ενάγουσα για τη μεταβίβαση αν ερχόταν κοντά τους, τα πράγματα μπορεί να ήταν αλλιώς. Αλλά αντί αυτού, χωρίς να τις προσεγγίσει καμιά φορά, προχώρησε στην αγωγή εναντίον τους. Στην ερώτηση αν έχουν την διάθεση ακόμη και σήμερα να της δώσουν κληρονομικό μερίδιο, απάντησε ότι δεν μπορεί να απαντήσει σε αυτό τώρα. Αφού διευκρίνισε ότι με την αναφορά της «ίσως τα πράγματα να ήταν αλλιώς» εννοούσε ότι ίσως να της μεταβιβασθεί περιουσία, συμπλήρωσε ότι αν ερχόταν τότε που η αποβιώσασα είχε σώας τας φρένας της μπορούσαν όλοι μαζί να το συζητήσουν αυτό το θέμα. Στην ερώτηση πως μπορούσε να είχε ρόλο η αποβιώσασα αφού αυτές ήταν οι ιδιοκτήτριες, απάντησε ότι η αποβιώσασα όταν ρωτήθηκε από τον υπάλληλο του κτηματολογίου είχε βάλει όρο επικαρπίας, που σημαίνει ότι η περιουσία ήταν δική της και άρα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να έπιανε την περιουσία της. Ερχόμενος ο δικηγόρος της ενάγουσας στο θέμα πότε έφυγε από το σπίτι της η ενάγουσα, με υπόδειξη ότι ο ΜΕ7 ανέφερε ότι η αποβιώσασα μεταφέρθηκε στο γηροκομείο το 2012 και επομένως μέχρι τότε έμενε στο σπίτι της και δεν είναι ορθό αυτό που είπε ότι το 2009-2010 δεν την βρήκαν σπίτι της, απάντησε ότι ίσως να ήταν στο σπίτι της ενάγουσας. Όταν δε ρώτησαν την ΜΥ1 τους είπε ότι ο ΜΕ3 που είσπραττε τα ενοίκια, όταν τον ρωτούσε που βρισκόταν η αποβιώσασα δεν της έλεγε. Ως εκ τούτου δεν μπορούσαν να την εντοπίσουν από το 2010 μέχρι το 2014 που έμαθαν από κάποιο γνωστό τους ότι απεβίωσε στις 2.7.2014. Στην υπόδειξη ότι μπορούσαν να μεταβούν στο σπίτι της ενάγουσας και να την ρωτήσουν, απάντησε ότι δεν γνώριζε που ήταν το σπίτι της, αλλά και δεν θα πήγαινε γιατί ήταν θυμωμένη μαζί τους. Ο λόγος δε που την έψαχναν σε γηροκομεία ήταν γιατί κάποιος φίλος του πατέρα τα τους είπε ότι την είδε στο γηροκομείο Αγίου Δομετίου. Στην υποβολή ότι έπρεπε να μεταβούν στο σπίτι της ενάγουσας ώστε να μην πεθάνει και να μην πάνε στην κηδεία της, απάντησε ότι δεν πήγαν στην κηδεία της γιατί δεν το γνώριζαν, και μέχρι να το μάθουν ο ΜΕ3 εισέπραττε τα ενοίκια. Σημείωσε όμως ότι κάθε χρόνο της κάνει μνημόσυνο και κάθε Κυριακή της ανάβει κερί. Σε ότι αφορά το φάρμακο Haldol ανέφερε ότι οι νοσηλευτές το χορήγησαν κατόπιν οδηγιών του ιατρού. Ενώ στην ερώτηση αν μια σύγχυση από νάρκωση μπορεί να διαρκέσει 2-3 ημέρες, απάντησε βέβαια και όχι μόνο από την νάρκωση αλλά και από κάποια φάρμακα που μπορεί να χορηγηθούν στον ασθενή. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς του ΜΕ6 ότι είχε συνάντηση με τους γονείς της το 2008 για το επίδικο θέμα, απάντησε ότι ο ΜΕ6 γνώριζε από το 2004 για τις μεταβιβάσεις, ενώ για την συνάντηση δεν γνώριζε. Μάλιστα στην υποβολή τι ακριβώς είπε ο πατέρας της, το απέκλεισε γιατί ήταν ο μόνος που ζητούσε από την αποβιώσασα να βάλει την περιουσία στα εγγόνια της. Αναφορικά με τη διαθήκη που έκανε η αποβιώσασα και άφηνε την περιουσία της στις εναγόμενες 2 και 3, είπε ότι τότε που έγινε απλά ήξεραν γι' αυτή και ότι υπήρχαν κάποιοι όροι, αλλά δεν την είδαν μέχρι που ο δικηγόρος τους μετά την αγωγή την εξασφάλισε. Στην ερώτηση αφού με την διαθήκη, αρχές του 2004, η αποβιώσασα ως ήταν η βούληση της άφηνε την περιουσία της σε αυτήν και την εναγόμενη 2, γιατί να προβεί στη μεταβίβαση του ακινήτου στην εναγόμενη 1 τον Ιούνιο του 2004, απάντησε ότι η αποβιώσασα ρώτησε και της είπαν ότι από τη διαθήκη μετά τον θάνατο της θα δικαιούταν κάποιο ποσοστό η ενάγουσα. Έτσι, επειδή επιθυμούσε να μην λάβει τίποτε η ενάγουσα, την ακύρωσε και μετέβηκαν στο κτηματολόγιο και την ενέγραψε στην εναγόμενη 1 με τον σχετικό αναφερθέν όρο. Τέλος αρνήθηκε κάθε υποβολή για κυριαρχία στην βούληση της και ότι ενήργησαν δόλια. Η ΜΥ1, η οποία ενοικίαζε διαμέρισμα από την αποβιώσασα, ανέφερε ότι μετά που κτύπησε και έκανε εγχείριση στο Γ.Ν.Λ. και την μετέφερε σπίτι της η ενάγουσα, την επισκέφθηκε δυο φορές. Τη δεύτερη φορά της ζήτησε να την μεταφέρει σε γηροκομείο γιατί δεν περνούσε καλά και ο ΜΕ3 της είχε δείξει τα όργανα του, λέγοντας της «Εσύ εν πουτούτο που θέλεις». Πράγμα που διευθέτησε. Κατά την επίδικη περίοδο η κατάσταση της πνευματικής υγείας της αποβιώσασας ήταν μια χαρά, αφού για ένα χρονικό διάστημα ένα
(1)με δύο
(2)μήνες μετά που πήγε στο διαμέρισμα της η αποβιώσασα την φρόντιζε, ενώ ακολούθως για ένα
(1)δύο
(2)χρόνια πήγαινε στο μαγαζί της οδηγώντας το αυτοκίνητο της. Επίσης της εξέφρασε την επιθυμία της να μεταβιβάσει την περιουσία της στις εναγόμενες 2 και
- Ενώ όπως της είπε δεν ήθελε την ενάγουσα και τον ΜΕ3, ένεκα της προσπάθειας τους να την κηρύξουν ανίκανη και γιατί όποτε θα πήγαινε σπίτι της ενάγουσας έπρεπε να είναι φορτωμένη ψώνια και να τους δώσει χρήματα. Ακόμη, μετά το περιστατικό που προσπάθησε η ενάγουσα να την κηρύξει ανίκανη, όταν ήρθε από τη ψυχιατρική κλινική, έκλαιγε, βογκούσε και ήταν σε μια κατάσταση σοκ, λέγοντας της ότι προσπάθησε να την βγάλει τρελή η ενάγουσα και ήταν πάρα πολύ θυμωμένη. Μετά από κάποιο διάστημα της είπε ότι ήθελε να μεταβιβάσει την περιουσία στις εναγόμενες 2 και
- Προσπάθησε και την μετέπεισε και έκανε διαθήκη σε δικηγόρο που γνώριζε η ΜΥ
- Μετά όμως από λίγο καιρό της είπε ότι μεταβίβασε την περιουσία της στις εναγόμενες 2 και
- Όσο καιρό δεν μπορούσε η αποβιώσασα, περίπου 1-2 μήνες, είσπραττε αυτή τα ενοίκια τα οποία κατέθετε στην τράπεζα, τα οποία της είπε αν έρθει η ενάγουσα ή ο ΜΕ3 να μην τους τα δώσει. Όπως της είπε ήταν χαρά της που πήγαινε στο σπίτι των εναγομένων και έτρωγε μαζί τους και πήγαιναν περίπατο, ενώ την ενάγουσα δεν ήθελε να τη δει. Περαιτέρω ανέφερε ότι η εναγόμενη 2 έρχετο με το αυτοκίνητο της και της έφερνε ψώνια 1-2 φορές την εβδομάδα. Στο διαμέρισμα της η αποβιώσασα έμενε μέχρι το 2009-2010 και τα ενοίκια τα είσπραττε ο ΜΕ
- Κατά την αντεξέταση επέμενε στις θέσεις της. Η ΜΥ3, η οποία ήταν η ψυχίατρος που εξέτασε την αποβιώσασα τη δεύτερη μετεγχειρητική ημέρα, ένεκα του ότι η αποβιώσασα ήταν ανήσυχη και έδωσε οδηγίες για χορήγηση του φαρμάκου Haldol, το οποίο ήδη είχε χορηγήσει το προηγούμενο βράδυ άλλος γιατρός, το οποίο έλαβε η αποβιώσασα δύο μόνο βράδια, ήτοι το δεύτερο και τρίτο μετεγχειρητικό βράδυ, γι΄ αυτό και εξέφρασε την άποψη ότι δεν δόθηκε τούτο γιατί είχε συμπτώματα άνοιας ή Alzheimer, αλλά γιατί ήταν ανήσυχη, γεγονός που καταδεικνύεται επίσης από το γεγονός ότι δεν δόθηκε στη συνέχεια επειδή ήταν ήσυχη, λέγοντας μάλιστα ότι είναι σύνηθες φαινόμενο η σύγχυση και η ανησυχία μετά από μία εγχείριση και συνήθως το βράδυ, πιο συχνά μάλιστα στους ηλικιωμένους. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν επίσης ως Τεκμήρια 9-12 τέσσερεις φωτογραφίες, ως αναφέρθηκε ήδη και ως Τεκμήριο 13 νοσηλευτικές σημειώσεις. Οι δικηγόροι της ενάγουσας στη γραπτή αγόρευση τους, αφού καταρχάς αναφέρουν τι αξιώνεται με την αγωγή και αναλύουν τη νομική πτυχή της υπόθεσης με αναφορά στα άρθρα 10(ι) και 16 του περί Συμβάσεων Νόμου ΚΕΦ.149 και παραπομπή σε νομολογία, στη συνέχεια με αναφορές από τη μαρτυρία κάθε μάρτυρα κάλεσε το Δικαστήριο αφού κρίνει αξιόπιστους τους ΜΕ και αναξιόπιστους τους ΜΥ να εκδώσει απόφαση ως η αξίωση της ενάγουσας. Από την άλλη ο συνήγορος των εναγομένων στη γραπτή αγόρευση του, αφού έκανε αναφορά στα γεγονότα που παραδέχονται οι δύο πλευρές, ακολούθως αναφέρθηκε στη μαρτυρία του καθενός ΜΕ ξεχωριστά, που κατ΄ αυτόν καταδεικνύει την αναξιοπιστία τους, καθώς και το μέρος της μαρτυρίας των ΜΥ που κατά την άποψη του αποδεικνύουν τα όσα οι εναγόμενες ισχυρίζονται, που αναπόφευκτα οδηγούν στην απόρριψη της αγωγής. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση, στο σημείο αυτό να παρατηρήσω ότι, το Δικαστήριο εξετάζει ισχυρισμούς που προβάλλονται στα δικόγραφα και δεν επεκτείνεται πέραν αυτών (βλ. Νικηφόρος Παναγή ν. G & P. Ergatides Motors Ltd
(2007)1 ΑΑΔ 1380, Exalco S.A. v. Αλουμινεξ Λτδ. κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 991 και Γεώργιος Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 ΑΑΔ 24). Ως εκ τούτου, έστω και αν δεν γίνεται ειδική αναφορά σε κάθε μια από τις θέσεις που εισηγήθηκαν οι συνήγοροι των διαδίκων στην αγόρευσή τους, το Δικαστήριο εξέτασε τις θέσεις αυτές και εκφράζονται μέσα από τη διαλεκτική της απόφασης. Θα ήθελα από τώρα να επισημάνω ότι σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, παράγραφοι 8 και 11, η ενάγουσα αποδίδει δόλο και ψυχική πίεση στην αποβιώσασα μόνο από την εναγόμενη 1 και γι΄ αυτό αξιώνει την ακύρωση της μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου σε αυτή από την αποβιώσασα, ενώ εναντίο των εναγομένων 2 και 3 αξιώνει την ακύρωση της μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου που έγινε από την εναγόμενη 1 σε αυτές λόγω της ισχυριζόμενης ακυρότητας της μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου από την αποβιώσασα στην εναγόμενη 1. Όμως κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας καταλογίσθηκαν ενέργειες, κατά την ενάγουσα, δόλου και ψυχικής πίεσης και στις εναγόμενες 2 και 3. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Να σημειωθεί εξ αρχής, όπως είναι καλά γνωστό από τη νομολογία, (βλ. El Fath Co. For International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1255, Ν.Α. Theophanous (Matic) Laundries Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 793 και Hamisi Mwinyi Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 05.062015), η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας και δεν μπορεί να συμπληρώσει τα όποια κενά υπάρχουν στη μαρτυρία. Να αναφέρω ότι, όσον αφορά την εξ ακοής μαρτυρία, η οποία δόθηκε υπό τις πρόνοιες του άρθρου 26
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9, να λεχθεί ότι τέτοια μαρτυρία δεν απορρίπτεται εκ μόνου του λόγου ότι είναι εξ ακοής, ούτε και γίνεται αυτόματα αποδεκτή για το αληθές του περιεχομένου της. Η βαρύτητα που θα προσδοθεί, εξαρτάται από τους παράγοντες που προσδιορίζονται στο άρθρο 27
(1)και
(2)του Κεφ. 9. Ως εκ τούτου, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, έχοντας υπόψη την υπόθεση Φίλιππος Γιαπατός ν. Μαρίας Σάββα κ.ά.
(2010)1 ΑΑΔ 1324 και Κυριακή Κολάνη άλλως Κίκα Κολάνη ν. Δημήτρη Ταμπούρα
(2010)1 ΑΑΔ 1108, η όποια εξ ακοής μαρτυρία ως προς την αποδοχή της ή μη εξάγεται τούτο ως διαφαίνεται από τη συγγραφή της απόφασης έστω και αν δεν γίνεται ιδιαίτερη μνεία. Κατά κανόνα ο διάδικος θα πρέπει να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς το μέρος της υπόθεσής του που αφορά το συγκεκριμένο μάρτυρα. Αν κατά την αντεξέταση δεν υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις, γενικά θεωρείται ότι αποδέχεται την εκδοχή που θέτει ο μάρτυρας (Browne v. Dunn [1894] 6 R.67, (H.L.) και R. v. Hart [1932] 23 Cr. App. R. 202). Στην Αγγλία δεν επιτρέπεται στο διάδικο αυτό να επιτεθεί κατά την τελική του αγόρευση ή να προωθήσει εξηγήσεις, στα σημεία όπου παρέλειψε να αντεξετάσει σχετικούς μάρτυρες επί του σημείου (βλ. επίσης Phipson on Evidence, 13η Έκδοση, παραγρ. 33-69). Είχα την ευκαιρία κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και η μαρτυρία τους είναι αποτυπωμένη όχι μόνο στα πρακτικά του Δικαστηρίου αλλά και στο μυαλό μου τόσο από τη μελέτη της όσο και από την παρουσία τους στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, που παράθεσα ανωτέρω για τον κάθε ένα από αυτούς, όχι για όλους αναλυτικά, η οποία κρίνεται και αξιολογείται συνολικά και ειδικά για τον κάθε μάρτυρα αφού συγκρίνεται, αντιπαραβάλλεται και συσχετίζεται στην ολότητα της, έχοντας κατά νου κατά την αξιολόγηση της ως δείχτη, μεταξύ άλλων, το προσωπικό συμφέρον, την ειλικρίνεια, την ευθύτητα, τη σαφήνεια, την προσωπική γνώση, τη φιλαλήθεια, τη λογική του πράγματος, τη συνέπεια, τη συνοχή, την ποιότητα, την πειστικότητα και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, Παναγιώτου ν. Αστυνομία
(2000)2 ΑΑΔ 191, Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506, Mossa (Mussa) Mohammed Mustafa v. Ανδρέα Κακούρη κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 165), Παπακόκκινου κ.ά. ν. Κουρέα κ.ά.
(2002), Σφυρή ν. Πολυκάρπου
(2005)1 ΑΑΔ 941, Κουκόνη ν. A. N. Stasis Estates Co Ltd
(2006)1 ΑΑΔ 489, Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου
(2006)1 ΑΑΔ 1153, Σάντης ν. Χ»Βασιλείου
(2009)1 ΑΑΔ 288, Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1 ΑΑΔ 676, Αντωνίου ν. Αστυνομία
(2008)2 ΑΑΔ 766, Βουτουνου ν. Αστυνομία
(2008)2 ΑΑΔ 71, Γεώργιος Σπύρος Τσαπή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339). Όπως ήδη φανερώνεται από τον τίτλο του μέρους αυτού της απόφασης, αλλά σημειώνεται και από το Δικαστήριο, ταυτόχρονα με την αξιολόγηση θα καταγράφονται και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Αποτελεί κοινό τόπο ότι η αποβιώσασα μέχρι και την ημέρα, 21.4.2003, υποβολή της σε εγχείριση του ισχίου της στο Γ.Ν.Λ. ήταν πνευματικά υγιής και δεν παρατηρήθηκε οτιδήποτε περί του αντιθέτου. Ως εκ τούτου, τούτο αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου. Επίσης αποτελεί παραδεκτό γεγονός και ως εκ τούτου εύρημα του Δικαστηρίου ότι η αποβιώσασα, μεταξύ άλλης περιουσίας που μεταβίβασε στις 15.6.2004 στην αδελφότεκνη της εναγόμενη 1, για ότι στην παρούσα υπόθεση μας ενδιαφέρει, ως το επίδικο θέμα, ήταν και το στην αρχή της απόφασης περιγραφέν ακίνητο, το οποίο στη συνέχεια η εναγόμενη 1 μεταβίβασε στις θυγατέρες της εναγόμενες 2 και 3, η οποία εναγόμενη 3 δεν είναι μόνο συγγενής της αποβιώσασας αλλά και βαπτιστικιά της. Επίσης όλες οι συγγένειες μεταξύ της αποβιώσασας, των διαδίκων και των ΜΕ3 και 6 είναι παραδεκτές και ως εκ τούτου ευρήματα του Δικαστηρίου. Η διαφορά των δύο αντίθετων εκδοχών έγκειται (α) στην πνευματική κατάσταση στην οποία τελούσε η αποβιώσασα κατά το χρόνο που μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο στην εναγόμενη 1 και (β) πώς ενήργησαν οι εναγόμενες πριν και κατά, ή μέχρι τη μεταβίβαση στην εναγόμενη 1, αλλά και από αυτή στις εναγόμενες 2 και 3, του επίδικου ακινήτου. Η εκδοχή της ενάγουσας, της οποίας η μαρτυρία της αναφέρθηκε προηγουμένως, στηρίζεται, για την πνευματική υγεία της αποβιώσασας, κατά τον επίδικο χρόνο, στην προσωπική επαφή που είχε αυτή και ο σύζυγος της, ΜΕ3, στην προσωπική εντύπωση του γείτονα της ΜΕ2 που αποκόμισε όταν μίλησε μαζί με την αποβιώσασα μερικές φορές κατά την διάρκεια του ενός
(1)περίπου μηνός που διέμενε στο σπίτι της ενάγουσας η αποβιώσασα μετά την εγχείριση που υποβλήθηκε, την οποία όμως είχε γνωρίσει χρόνια πριν και στη μαρτυρία του νευροχειρουργού, ΜΕ5, ο οποίος εξέφρασε γνώμη ως εμπειρογνώμονας για τη χορήγηση του φαρμάκου Haldol στην αποβιώσασα στις 22 και 23 Απριλίου 2003 στο Γ.Ν.Λ., ενώ ως προς το δόλο και τη ψυχική πίεση, πέραν αυτών που αναφέρθηκαν αμέσως πριν, στις σχέσεις που είχαν οι εναγόμενες με την αποβιώσασα αμέσως μετά την επάνοδο της αποβιώσασας στο διαμέρισμα της και στη μαρτυρία του ΜΕ6. Ο ΜΕ5, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, έδωσε μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει και να κρίνει κατά πόσο ο ΜΕ5, εντάσσεται σε αυτή την κατηγορία μαρτύρων. Αφού εξέτασα τα προσόντα, τις γνώσεις, εκπαίδευση, πείρα και επάγγελμά του και έχοντας κατά νου τις αρχές που καθορίζουν πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας (βλ. υποθέσεις Ευαγγέλου κ.α. ν. Αμπίζας
(1982)1 C.L.R. 57, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984, R.K.B. LEADERGOODS LTD. ν. Αγγελίδη
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1071, Παπαχριστοφόρου ν. Καπνίση κ.α.
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 244 και Δημητρίου ν. Εγγλέζου κ.α.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1285), κρίνω ότι είναι εμπειρογνώμονας στην ειδικότητά του. Επομένως η μαρτυρία του θα τύχει προσέγγισης με βάση τις αρχές προσέγγισης μαρτυρίας εμπειρογνώμονα. Κατ΄ εξαίρεση προς το γενικό κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης μάρτυρα, μπορεί να εκφράσει τη γνώμη του σε θέματα της ειδικότητάς του (βλ. υποθέσεις Vassiliko Cements Works v. Stavrou
(1983)1 C.L.R. 663 και Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746). Σ΄ αυτή την περίπτωση ο εμπειρογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι που να δυνηθεί το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση επί των γεγονότων (βλ. Andreas Anastasiades v. R.
(1977)2 C.L.R. 97, Pouris and another v. R.
(1980)2 C.L.R. 170, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984, Yiannis N. Erimodis Estates Ltd. κ.α. ν. Χριστοδουλίδου
(1995)1 Α.Α.Δ. 926, Χριστοφίδης ν. Κοτζαναστάση
(1993)1 Α.Α.Δ. 718, Βασίλης Τσαγγαρίδης ν. Ανδρέα Αυγουστή
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 528, Νεόφυτος Χαραλάμπους ν. Χαράλαμπου Αβραάμ κ.α.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1441, Χλόη Κυριάκου ν. ΄Αννας Γρίβα
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 825, Conway v. Ηλία
(2003)1 Α.Α.Δ. 540, Νεοφύτου ν. Ανδρέου κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 692, Καούρης v. Δημοκρατίας
(2008)1 Α.Α.Δ.967, Muskita Aluminium Industries Ltd κ.ά. v. Alsako Aluminium Ltd κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 148, Πελεκάνος κ.ά. v. Πελεκάνου κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1746, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους v. Κονναρή
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298 και Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation, Πολ. ΄Εφεση 316/10, ημερομηνίας 21/2/13). Όσο κι αν είναι δυνατό ο εμπειρογνώμονας να αναφερθεί σε μια υποθετική περίπτωση ή σε γεγονότα που δεν έχει προσωπική γνώση για να στηρίξει την άποψή του, αυτή η αναφορά δεν μπορεί να εισαχθεί ως απόδειξη για την ύπαρξή τους (βλ. Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746). Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Ψάλτης ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113, «η αξιολόγηση της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα εδράζεται στις ίδιες αρχές με βάση τις οποίες αξιολογούνται οι μαρτυρίες και των κοινών μαρτύρων». Ως εκ τούτου το Δικαστήριο υποχρεούται να αξιολογήσει τέτοια μαρτυρία και να προβεί στην κατάληξη του αναφορικά με την αξιοπιστία του μάρτυρος, είτε αποδεχόμενο εξ ολοκλήρου ή μέρος αυτής είτε απορρίπτοντας την. Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2005)2 ΑΑΔ 692. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές, κρίνω ότι ο ΜΕ5 εφοδίασε το Δικαστήριο σχεδόν σε όλες τις πτυχές για το συγκεκριμένο θέμα της πνευματικής κατάστασης της αποβιώσασας μετά την εγχείριση της αποβιώσασας, με φόντο τη χορήγηση του φαρμάκου Haldol στην αποβιώσασα, με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, με βάση τα οποία έλεγξα την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, τα οποία κρίνω ότι είναι ορθά, πλην ενός θέματος που αναφέρεται κατωτέρω, αφού παρουσίασε ικανά και με επάρκεια τούτα, δίνοντας πλήρεις εξηγήσεις για τα στοιχεία που έλαβε υπόψη του για να καταλήξει σε αυτά που ανέφερε, ενώ όσον αφορά για το ζήτημα πότε μπορεί να εμφανισθεί η σύγχυση και η ανησυχία ένεκα της εγχείρισης, που ανέφερε μερικές, 3-4 ώρες μετά την εγχείριση, δεν εξήγησε τούτο ικανοποιητικά και με πληρότητα αφού η αναφορά του ήταν λιτή και χωρίς λεπτομέρειες και εξηγήσεις. Περί αυτού θα γίνει στη συνέχεια περαιτέρω σχολιασμός. Ως εκ τούτου αποδέχομαι τη μαρτυρία του, πλην της γνώμης του περί του χρόνου που εμφανίζεται η σύγχυση και η ανησυχία σε ένα άτομο μετά την εγχείριση. Η ενάγουσα, όπως και ο σύζυγος της, ΜΕ3, ανέφεραν ότι η αποβιώσασα παρουσίασε μετά την εγχείριση στις 21.4.2003 συμπεριφορά που τους οδήγησε στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για συμπτώματα άνοιας, ψυχολογικής διαταραχής και/ή συμπτώματα ως τα αρχικά στάδια της νόσου Alzheimer, η οποία επιδεινωνόταν εξελικτικά με το πέρασμα του χρόνου, που παρέπεμπαν σε πρόσωπο με περιορισμένη πνευματική ισορροπία με αποτέλεσμα να μην ήταν σε θέση να χειρίζεται τις υποθέσεις της. Ως τέτοια συμπεριφορά, μεταξύ άλλων, ανέφερε ο ΜΕ3 ότι έφευγε τα βράδια από το σπίτι της και τους ειδοποιούσαν οι γείτονες για να την βρουν, ενώ και οι δύο ανέφεραν ότι έβαζε τα παπούτσια της στο ψυγείο, έβαζε τρόφιμα κάτω από το κρεβάτι της, οι κουβέντες της δεν είχαν συνοχή και έλεγε ότι έβλεπε και κουβέντιαζε με τη μητέρα και την αδελφή της, οι οποίες όμως είχαν αποβιώσει, βλασφημούσε και αδιαφορούσε για την ατομική της υγιεινή. Αυτή όμως η μαρτυρία τους, όπως και του ΜΕ2, καταρρίπτεται από τη μαρτυρία του ΜΕ5, του οποίου η μαρτυρία αποτελεί μέρος της εκδοχής της ενάγουσας, ο οποίος ανέφερε κατά την αντεξέταση του ότι κατά τα αρχικά στάδια της άνοιας ή της Alzheimer υπάρχουν περίοδοι διαύγειας και σύγχυσης. Η διαταραχή μνήμης ή συμπεριφοράς είναι συνήθως τα πρώτα συμπτώματα, αλλά όχι η τοποθέτηση παπουτσιών μέσα στο ψυγείο το οποίο είναι ένα σύμπτωμα που μπορεί να εμφανιστεί κατά τη διάρκεια της εξέλιξης της άνοιας. Σε τέτοια δε περίπτωση, δηλαδή που έβαζε τα παπούτσια της στο ψυγείο, σίγουρα δεν θα μπορούσε να ζει εντελώς φυσιολογική ζωή, όπως να αυτοεξυπηρετείται, να οδηγεί, να εργάζεται και να διαχειρίζεται τις υποθέσεις της στην τράπεζα. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της ενάγουσας και του ΜΕ3 ότι η αποβιώσασα έφευγε τα βράδια και τους τηλεφωνούσαν οι γείτονες για να την βρουν, εκτός ότι δεν υπάρχει τέτοια μαρτυρία από γείτονες, η μοναδική γείτονας που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, ήτοι η ΜΥ1, η οποία κρίνεται από το Δικαστήριο αξιόπιστη και αποδέχομαι τη μαρτυρία της, γιατί ήταν συνεπής, ειλικρινής, αντικειμενική, χωρίς να έχει συμφέρον στην υπόθεση και μάρτυρας της αλήθειας, η οποία δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις και η μαρτυρία της δεν κλονίσθηκε, η οποία ενοικίαζε διαμέρισμα από την αποβιώσασα και είχε καλές σχέσεις μαζί της, ανέφερε ότι δεν αντιλήφθηκε να γίνεται τέτοιο πράγμα. Ενώ όσον αφορά τα υπόλοιπα ανέφερε ότι, μετά που έφυγε η αποβιώσασα από το γηροκομείο, εννοείται περί τους δύο μήνες μετά την εγχείριση, και διέμενε στο διαμέρισμα της και την έλουζε και την φρόντιζε, όχι μόνο τα διάφορα πράγματα τα έβρισκε στη θέση τους και δεν βρήκε αυτά που ανέφεραν η ενάγουσα και ο ΜΕ3 στους χώρους που ανέφεραν, αλλά η αποβιώσασα ήταν ένα κανονικό άτομο. Επίσης ο ΜΕ5 ανέφερε κάτι πολύ καίριο και σημαντικό, ότι η νόσος Alzheimer από την ώρα που εμφανίζονται τα πρώτα συμπτώματα σε κάποιο πρόσωπο αυτό θα καταλήξει περίπου οκτώ
(8)χρόνια αργότερα. Έτσι συμφώνησε ότι κάποιος που απεβίωσε τον Ιούλιο του 2014 δεν θα μπορούσε να έχει συμπτώματα Alzheimer το 2003 και το
- Επομένως και από αυτή τη μαρτυρία του ΜΕ5, που αποτέλεσε μέρος της εκδοχής της ενάγουσας, αποκλείεται η αποβιώσασα να είχε συμπτώματα Alzheimer και/ή άνοιας κατά τα έτη 2003-
- Όσον αφορά τη θέση της ενάγουσας, την ποία προώθησαν και οι δικηγόροι της κατά την ακροαματική διαδικασία, αλλά αποτέλεσε μέρος και της γραπτής αγόρευσης τους, ότι καταδεικνύεται ότι η αποβιώσασα είχε συμπτώματα Alzheimer από το γεγονός ότι στις 22.4.2003 και 23.4.2003 της δόθηκε το φάρμακο Haldol, ο ΜΕ5 ανέφερε ρητά ότι δίδεται σε διάφορες σοβαρές περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων μετά από εγχειρίσεις, και όχι μόνο στην περίπτωση που έχει κάποιος συμπτώματα Alzheimer ή άνοιας που δίνεται για να μειωθούν ή να εξαλειφθούν οι διαταραχές, αλλά δεν θεραπεύει. Έτσι είπε, αν και δεν απόκλεισε να δόθηκε για αυτά τα νοσήματα, αναφορά που έρχεται σε αντίθεση με αυτό που είπε ότι η διάρκεια ζωής κάποιου από τη στιγμή της εμφάνισης συμπτωμάτων Alzheimer είναι περίπου οκτώ
(8)χρόνια, σε σχετική ερώτηση, ότι το γεγονός ότι δόθηκε το Haldol στην αποβιώσασα δεν μπορεί να πει κάποιος ότι είχε αρχίσει άνοια και/ή Alzheimer. Ανέφερε δε ότι η πιο σημαντική εξέταση είναι η διενέργεια αξονικής τομογραφίας εγκεφάλου, όπως είχε συστήσει η ΜΥ3, η οποία δεν έγινε, που θα καταδείκνυε αν υπήρχε εγκεφαλική ατροφία ή όγκος ή οτιδήποτε άλλο στον εγκέφαλο της αποβιώσασας. Όμως ο ΜΕ5 στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι μερικές, 3-4 ώρες μετά την εγχείριση μπορεί, ένεκα του φαρμάκου της νάρκωσης, να παρουσιάσει σύγχυση και ανησυχία, αλλά απέκλεισε τούτο να συμβεί μετά δύο ημέρες από την εγχείριση. Πρώτα να διασαφηνιστεί ότι ο ΜΕ5 το συνδύασε τούτο μόνο με την επίδραση της νάρκωσης και όχι με την ίδια την εγχείριση που δίδονται και άλλα φάρμακα ως φαίνεται από το Τεκμήριο
- Μετά, την ανησυχία και τη σύγχυση η αποβιώσασα τα παρουσίασε το πρώτο μετεγχειρητικό βράδυ, ήτοι στις 21.4.2003 και ακολούθως το δεύτερο μετεγχειρητικό βράδυ στις 22.4.2003, όπως ρωτήθηκε και απάντησε ο ΜΕ5, αλλά και ως εξήγησε η ΜΥ3, και όχι από τις 22.4.2003 που ήταν το δεύτερο μετεγχειρητικό βράδυ και στις 23.4.2003 που ήταν το τρίτο μετεγχειρητικό βράδυ, ημερομηνίες που δόθηκε στην αποβιώσασα το Haldol. Μετά την πιο πάνω διασαφήνιση, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο ΜΕ5 δεν ανέφερε ότι αποκλείεται να παρουσιάσει σύγχυση και ανησυχία ο εγχειρισθείς για άλλο λόγο εκτός από την επίδραση του αναισθητικού φαρμάκου, αλλά ούτε και εξήγησε γιατί μόνο για μερικές, 3-4 ώρες μετά την εγχείριση μπορεί ο εγχειρισθείς να παρουσιάσει εκ της νάρκωσης σύγχυση και ανησυχία. Η μόνη αναφορά του ήταν μέχρι να αποβληθεί το φάρμακο. Σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στο Τεκμήριο 8 με μπλε μελάνι στη δεύτερη σελίδα με ημερομηνία 21.4.2003 εισήχθη στο χειρουργείο στις 9:30 και μεταφέρθηκε στο θάλαμο της η ώρα 12:00 της ίδιας ημέρας. Στην τρίτη σελίδα με κόκκινο μελάνι με ημερομηνία 22 Απριλίου αναφέρεται στην 1η μετεγχειρητική νύκτα, στην οποία γίνεται αναφορά, μεταξύ άλλων, «συγχυσμένη και ανήσυχη όλο το βράδυ ..». Όπως εξάγεται, η πρώτη μετεγχειρητική νύκτα ήταν η νύκτα της 21.4.2003, αφού η εγχείριση έγινε την ημέρα στις 21.4.
- Άλλωστε, τούτο ανέφερε αλλά και εξήγησε και η ΜΥ3 στη μαρτυρία της, η οποία ανέφερε «Η σύγχυση καταχωρείται το πρώτο βράδυ μετεγχειρητικά» και η οποία στη μαρτυρία της ανέφερε ότι με κόκκινο μελάνι είναι νυκτερινή καταχώριση, δηλαδή της βάρδιας που αρχίζει βράδυ 21.4.2003 με πρωί της 22.4.
- Το ίδιο συμβαίνει και με την καταχώριση, με κόκκινο μελάνι, στις 23.4.2003, οπότε αφού ενημερώθηκε συγκεκριμένος ιατρός, όχι η ΜΥ3, έδωσε οδηγίες και της δόθηκε το Haldol η ώρα 10 το βράδυ της 22ης.4.
- Στις 23.4.2003, ημέρα πλέον αφού η αναφορά γίνεται με μπλε μελάνι, την είδε η ΜΥ3 και έδωσε οδηγίες για χορήγηση πάλι του Haldol. Έτσι η αναφορά στην τέταρτη σελίδα του Τεκμηρίου 8, «3η μετεγχειρητική νύκτα. Ήσυχο βράδυ ..» με ημερομηνία 24.4.2003 αναφέρεται για το βράδυ της 23.4.2003, που όπως τεκμαίρεται εκ της μη αναφοράς στο Haldol στην επόμενη ημερομηνία, δεν χορηγήθηκε τούτο στις 24.4.
- Άρα χορηγήθηκε στις 22 και 23.4.
- Από τις επόμενες αναφορές που αρχίζουν από την ημέρα στις 24.4.2003 με μπλε μελάνι μέχρι και που έλαβε εξιτήριο η αποβιώσασα στις 2.5.2003, διαπιστώνεται ότι είχε ήσυχο βράδυ, χωρίς Haldol, και ημέρα βεβαίως, επικοινωνεί πλήρως με το περιβάλλον από την τρίτη μετεγχειρητική ημέρα και δεν χορηγήθηκε γι΄ αυτό το χρονικό διάστημα το φάρμακο Haldol. Ως εκ τούτων διαπιστώνεται και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η σύγχυση και η ανησυχία στην αποβιώσασα διαπιστώθηκε το βράδυ της 21ης.4.2003, μετά την εγχείριση που έγινε την ημέρα 21.4.2003, περί ώρα 09:30 και που ολοκληρώθηκε περί τις 12:00 το μεσημέρι, ότε και μεταφέρθηκε στο θάλαμο της και επομένως, αν και δεν είναι 3-4 ώρες μετά την εγχείριση που εκδηλώθηκαν σύγχυση και ανησυχία, ένεκα της επίδρασης του φαρμάκου της νάρκωσης, αν ληφθεί υπόψη αυτό που ανέφερε ο ΜΕ5, εντούτοις είναι μερικές ώρες αργότερα. Εν πάση περιπτώσει, όπως καταγράφεται στο δεύτερο φύλλο του Τεκμηρίου 13, με ημερομηνία 23.4.2003 «διαπιστώνεται ελαφριά σύγχυση πιθανόν λόγω της χειρουργικής επέμβασης. Συστήνεται Ε.Τ. εγκεφάλου για αποκλεισμό οργανικής βλάβης». Άλλωστε η ΜΥ3, η οποία με βάση τις αρχές που αναφέρθηκαν προηγουμένως για εμπειρογνώμονα, έχοντας υπόψη τα προσόντα και την πείρα της κρίνεται εμπειρογνώμονας, η οποία εφοδίασε το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων της και η οποία κρίνεται αξιόπιστη και αποδέχομαι τη μαρτυρία της η οποία διέπεται από αρτιότητα, πληρότητα, επάρκεια, σαφήνεια και άμεση γνώση της πνευματικής υγείας της αποβιώσασας αφού ήταν αυτή που την εξέτασε και ως εκ τούτου υπερτερεί προς τούτο έναντι του ΜΕ5, ανέφερε ότι η σύγχυση μετεγχειρητικά παρουσιάζεται συχνά και πιο συχνά σε ηλικιωμένους, που είναι το πιο σύνηθες παροδικό σύμπτωμα το οποίο παρουσιάζεται κυρίως τις βραδινές ώρες. Συνεχίζει δε ότι αυτό φαίνεται να συνέβη και στην αποβιώσασα που χρειάστηκε να δοθεί το Haldol για δύο βράδια. Αφού δε καταγράφεται στη συνέχεια του Τεκμηρίου 8, ότι επανήλθε, δεν χρειάστηκε να συνεχίσει η χορήγηση του, άρα δεν διατηρήθηκε ούτε η σύγχυση ούτε η δυσκολία συνεργασίας με το νοσηλευτικό προσωπικό. Εν πάση περιπτώσει πέραν του ότι δεν το συνέδεσε με τη χορήγηση του αναισθητικού φαρμάκου, αλλά γενικότερα με την ίδια την εγχείριση, ανέφερε ότι δεν μπορεί να συνδεθεί η χορήγηση για μόνο δύο βράδια του φαρμάκου Haldol, με εικόνα είτε αρχόμενης είτε μελλοντικής άνοιας. Επί πλέον, αφού ανέφερε ότι αν υπήρχε στοιχείο ατροφίας οργανικής βλάβης, το οποίο θα φαινόταν με αξονική τομογραφία, θα μπορούσε κάποιος να συνδέσει ότι η αποβιώσασα είχε μια αρχόμενη άνοια, η αρχόμενη άνοια δεν συνάδει με ανικανότητα διαχείρισης. Πρέπει να είναι σοβαρής μορφής για να πει κάποιος ότι είναι ανίκανο ένα πρόσωπο. Τα πιο πάνω που ανέφερε η ΜΥ3 αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Σημειώνεται εδώ ότι η έκδοση διατάγματος διαχείρισης ανίκανου προσώπου ημερομηνίας 17.10.2011 στην Αίτηση αρ. 39/2011, Ε.Δ. Λευκωσίας, Τεκμήριο 1, ουδόλως μπορεί να θεμελιώσει στοιχείο για άνοια ή Alzheimer το 2003 ή το 2004 για τους λόγους που έδωσε όχι μόνο η ΜΥ3 αλλά και ο ΜΕ5, που ως πιο πάνω αναφέρθηκε αποτελεί μέρος της εκδοχής της ενάγουσας η μαρτυρία του. Τονίζεται ότι δεν έδωσε μαρτυρία ο ιατρός που δήθεν επισκεπτόταν η αποβιώσασα για παθολογικά θέματα και μεταξύ άλλων της έγραφε χάπια μνήμης για μικρή χρονική περίοδο. Έτσι αυτός ο ισχυρισμός που παρέμεινε μετέωρος, μπορεί να εκλάβει και τη μορφή ψεύδους. Όλα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω αποτελούν την εξέταση της μαρτυρίας, αξιολόγηση αυτής και ευρήματα για τα δύο, ως άνω, ουσιώδη θέματα με βάση τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, ΜΕ1, του ΜΕ3, του ΜΕ2, και του ΜΕ6, της ιατρικής μαρτυρίας από τον ΜΕ5 και την ΜΥ3 και των ΜΥ1 και 2, που σχετίζονται με την πνευματική κατάσταση της υγείας της αποβιώσασας. Ως εκ των πιο πάνω αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά τον επίδικο χρόνο, ήτοι μετά την εγχείριση της αποβιώσασας στις 21.4.2003 μέχρι και τον Ιούνιο περίπου του 2006 η αποβιώσασα δεν έπασχε από άνοια ή Alzheimer και είχε πλήρη πνευματική διαύγεια και δικαιοπρακτική ικανότητα. Ως προς τη θέση της ενάγουσας, που προσπάθησε να επιβεβαιώσει και ο ΜΕ3, ότι οι εναγόμενες αποξένωσαν την αποβιώσασα από αυτή και τον ΜΕ3, πέραν της μαρτυρίας της ΜΥ1, ότι όταν η αποβιώσασα, μετά την εγχείριση, επέστρεψε στο διαμέρισμα της την επισκεπτόταν η ενάγουσα όχι μόνο κατά το έτος 2003 και 2004, αλλά και μετά μέχρι που δεν την έβλεπε να διαμένει στο διαμέρισμα της, τούτο ανέφερε ο ΜΕ3 και η ίδια η ενάγουσα, ότι η τελευταία επισκεπτόταν την αποβιώσασα στο διαμέρισμα της. Η αναφορά της ενάγουσας ότι έτυχε να δει τις εναγόμενες να την μεταφέρουν με το αυτοκίνητο τους, όταν αυτή πήγαινε να την επισκεφθεί, αποδεικνύει από τη μια ότι την επισκεπτόταν αυτή και από την άλλη ότι την επισκέπτονταν και οι εναγόμενες. Δεν ανέφερε είτε η ενάγουσα, είτε ο ΜΕ3, είτε ο ΜΕ6 οτιδήποτε που να καταδεικνύει αποκλεισμό της αποβιώσασας από οιονδήποτε άλλο συγγενικό πρόσωπο της και δη με την ενάγουσα. Ήταν ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ένα περίπου μήνα μετά που διέμενε μαζί της, της ζήτησε να την μεταφέρει στο γηροκομείο. Το ερώτημα που πλανάται, εάν έτσι είχαν τα πράγματα, είναι γιατί δεν την μετέφερε με το σύζυγο της ΜΕ3 και η αποβιώσασα ζήτησε τούτο από την ΜΥ1, η οποία διευθέτησε την μεταφορά της στο γηροκομείο, η οποία πραγματοποιήθηκε από τον συνέταιρο της αποβιώσασας και ακόμη ένα πρόσωπο. Η απάντηση που μπορεί να δοθεί είναι ότι, είτε δεν ζητήθηκε τούτο από την αποβιώσασα από αυτή, είτε, αφού δεν προσπάθησε να την μεταπείσει ή να την αποτρέψει να πάει στο γηροκομείο, δεν ήθελε να φανεί ότι η μεταφορά γινόταν από αυτή, ώστε να δοθεί η εντύπωση ότι δεν είχαν καλές σχέσεις ή δεν επιθυμούσε πλέον να την έχει σπίτι της και να την φροντίζει, αλλά από την άλλη αποτελεί στοιχείο ότι, τουλάχιστον, δεν διαβιούσε καλά μαζί τους ή έστω, ότι επιθυμούσε να μην ζει μαζί τους. Από το γεγονός ότι, όπως ανέφερε η ενάγουσα, η αποβιώσασα αισθάνθηκε να είναι βάρος σε αυτή όταν διέμενε σπίτι της και ζήτησε από αυτή, χωρίς να κάνει κάτι, αλλά και από την ΜΥ1 τη δεύτερη φορά που την επισκέφθηκε στο σπίτι της ενάγουσας, να τη βοηθήσει να πάει στο γηροκομείο, ανεξάρτητα του λόγου που η αποβιώσασα ανέφερε στη ΜΥ1 ότι ήθελε να φύγει, ήτοι ο ΜΕ3 προέβη σε μια άσεμνη πράξη προς την αποβιώσασα, αναδεικνύει άτομο καθόλα λογικά σκεπτόμενο με πλήρη συνείδηση των πράξεων του. Η επάνοδος της στο διαμέρισμα της με φροντίδα 1-2 μήνες από την ΜΥ1 και ακολούθως να αυτοεξυπηρετείται και η ανάληψη των υποθέσεων της από την ίδια, όπως η είσπραξη ενοικίων, η μετάβαση της στην τράπεζα, η οδήγηση του αυτοκινήτου της για 1-2 χρόνια και η μετάβαση της, έστω και να μην εργαζόταν, στο μαγαζί που είχε με το συνέταιρό της, αναδεικνύουν ένα άτομο με ανεξαρτησία και ελευθερία κινήσεων. Η επίσκεψη στις εναγόμενες σχεδόν κάθε Κυριακή για φαγητό και άλλες 2-3 φορές την εβδομάδα, όπως και οι επισκέψεις των εναγομένων σε αυτήν, αλλά ταυτόχρονα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, αλλά και για αρκετά χρόνια μετά, από την ενάγουσα στο διαμέρισμα της αποβιώσασας, καταδεικνύει ότι η ενάγουσα που την επισκεπτόταν καθημερινά, όπως η ίδια ανέφερε, είχε τουλάχιστον, αν όχι περισσότερο, τον ίδιο χρόνο μαζί με την αποβιώσασα με αυτό των εναγομένων. Επίσης η ΜΥ1 ανέφερε ότι, μετά που έκανε την εγχείριση το 2003 και η ενάγουσα προσπάθησε να την κηρύξει ανίκανο πρόσωπο και απέτυχε δεν την ήθελε και της ανέφερε ότι θα έδινε την περιουσία της στις εναγόμενες 2 και 3, κάτι για το οποίο προσωρινά την απέτρεψε προτρέποντας την να κάνει διαθήκη, πράγμα που έπραξε πηγαίνοντας μαζί σε δικηγόρο που γνώριζε η ΜΥ
- Η επιθυμία και θέληση της να μεταβιβάσει την περιουσία της στις εναγόμενες 2 και 3, αρχικά εκδηλώθηκε με την ανάληψη τον Δεκέμβρη του 2003 σε μετρητά από την τράπεζα του ποσού των £500.000 στην παρουσία των εναγομένων 2 και 3 και του πατέρα τους, τα οποία έδωσε και έλαβαν οι εναγόμενες 2 και 3 και τα τρία παιδιά τους ανά £100.000, έκαστος, ή περισσότερο ή άλλωσπως, αν ήταν £600.000, και μεταγενέστερα, τον Ιούνιο του 2004, των ακινήτων στην εναγόμενη 1, όπως ανέφερε στη μαρτυρία της η ΜΥ2 και αποδεικνύεται από το Τεκμήριο
- Οι αναφορές του ΜΕ6 ότι το 2008, με το που τον είδε η αποβιώσασα, όταν την επισκέφθηκε στο σπίτι της, (χρόνο που καταλογίζουν στην αποβιώσασα, η ενάγουσα και ο ΜΕ3, ότι ήδη προ πολλού δεν ήταν στα καλά της), του είπε ότι της έφαγαν τα λεφτά της η εναγόμενη 1 και ο σύζυγος της, όπως και ότι ο πατέρας των εναγομένων 2 και 3 του είπε ότι, αφού δεν κατάφεραν να της τα φάνε η ενάγουσα και ο ΜΕ3 της τα έφαγαν αυτοί, και να γινόταν πιστευτός, που δεν γίνεται, δεν καταδεικνύει τίποτε περισσότερο παρά ότι δεν είχε πλέον την περιουσία της. Αν την πίεσαν ή την ξεγέλασαν με οποιονδήποτε τρόπο, όπως κατέφερε, κατά τον ΜΕ6, να του πει ότι της τα έφαγαν, θα του έλεγε και τον τρόπο που την πίεσαν ή την ξεγέλασαν. Απεναντίας σε συγκεκριμένη επί του θέματος ερώτηση, αν και απάντησε ότι την πίεσαν και την ξεγέλασαν, δεν ανέφερε κανένα συγκεκριμένο στοιχείο. Ως προς την υπόλοιπη μαρτυρία της ενάγουσας, ΜΕ1, του ΜΕ3, του ΜΕ6, της ΜΥ1 και της ΜΥ2, που σχετίζονται με το δόλο και τη ψυχική πίεση, διαπιστώνεται, και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, ότι η ενάγουσα ήταν αυτή που κάλεσε την εναγόμενη 1 για να μεταβεί σπίτι της, μετά που εξήλθε από το νοσοκομείο η αποβιώσασα και την μετέφερε σπίτι της, για να την επισκεφθεί, γεγονός που καταδεικνύει ότι οι σχέσεις της αποβιώσασας και της εναγόμενης 1 ήταν τουλάχιστον καλές, έστω και αν ήταν αραιές οι επαφές τους, γιατί δεν θα υπήρχε λόγος να την καλέσει να επισκεφθεί την ενάγουσα αν δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Σημειώνεται ότι δεν κάλεσε η ενάγουσα και κάποιο άλλο συγγενή της, όπως π.χ. τον ΜΕ6 να επισκεφθεί την αποβιώσασα. Φαίνεται όμως ότι από την εγχείριση και μετά άρχισαν να γίνονται πιο στενές οι σχέσεις της αποβιώσασας με τις εναγόμενες, αφού ήταν πιο συχνές οι επισκέψεις μεταξύ τους όπως ανέφερε η ΜΥ2, την οποία το Δικαστήριο κρίνει αξιόπιστη και αποδέχεται τη μαρτυρία της γιατί ήταν συνεπής και δεν υπέστη ρήγμα η μαρτυρία της στα ουσιώδη σημεία. Ο ισχυρισμός της ότι δεν είχαν σχέση οι εναγόμενες με την αποβιώσασα ένεκα της δουλειάς που έκανε και ήταν μετά την εγχείριση που δημιουργήθηκαν με σκοπό να την εκμεταλλευτούν, εκ των πιο πάνω καταδεικνύεται ότι δεν ευσταθεί. Μάλιστα η ανταπάντηση σε αυτό από πλευράς της υπεράσπισης ήταν ότι ο ΜΕ3 ήταν αυτός που δεν ήθελε σχέσεις με την αποβιώσασα. Επί πλέον εάν ήταν έτσι τα πράγματα δεν θα έδινε η εναγόμενη 1 τη θυγατέρα της, ΜΥ2, να τη βαπτίσει η αποβιώσασα. Περαιτέρω ενώ αρχικά ανέφερε ότι η αποβιώσασα ποτέ δεν έφευγε το βράδυ από το διαμέρισμα της, στη συνέχεια είπε ότι την έφερνε και βράδια σπίτι της. Από την άλλη, η ενάγουσα και ο ΜΕ3, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, ανέφερε ότι τους τηλεφωνούσαν οι γείτονες ότι έφευγε το βράδυ από το διαμέρισμα της και πήγαιναν και την έβρισκαν, ισχυρισμός ο οποίος καταρρίπτεται από τη μαρτυρία της ΜΥ1, η οποία ανέφερε ότι ουδέποτε αντιλήφθηκε κάτι τέτοιο. Στα πλαίσια της προσπάθειας της να καταδείξει ότι αποξένωναν και επηρέαζαν την αποβιώσασα οι εναγόμενες ισχυρίστηκε ότι την έπιαναν από το σπίτι της για να μη την βρίσκει η ίδια. Στη συνέχεια διευκρίνισε ότι την έπιαναν με το αυτοκίνητο και την έπαιρναν περίπατο σπίτι τους, ενώ παραδέχθηκε ότι δεν μπορούσαν οι εναγόμενες να γνωρίζουν πότε θα πήγαινε αυτή στο σπίτι της αποβιώσασας για να την έπαιρναν και να έφευγε από το διαμέρισμα της για να μην τη βρίσκει η ίδια. Σημειώνεται ότι στην ερώτηση, πως ήταν δυνατό να ζει η αποβιώσασα μόνη της εάν έφτασε στο σημείο να βάζει τα παπούτσια στο ψυγείο της, είπε ότι ποτέ δεν άφησε τη μητέρα της μόνη της. Σε ότι αφορά το θέμα κατά πόσο εργαζόταν η ενάγουσα μετά την ανάρρωση από την εγχείριση, ενώ αρχικά είπε ότι πήγαινε για 1-2 μήνες στο μαγαζί, στη συνέχεια είπε ότι δεν ήξερε συγκεκριμένα για πόσο χρονικό διάστημα πήγαινε στο μαγαζί της. Παρόμοια ήταν και η θέση της στην ερώτηση αν γνώριζε αν μετέβαινε στην τράπεζα, δηλαδή ανέφερε, χωρίς να γνωρίζει, αλλά υπέθεσε ότι μόνη της δεν θα πήγαινε ποτέ, αλλά πήγαινε με κάποια από τις ενοικιάστριες της, χωρίς βέβαια να γνωρίζει τι γινόταν στην τράπεζα. Το ερώτημα πάλι που εγείρεται είναι, αν δεν την άφηνε μόνη, ήταν πάντοτε μαζί της, την φρόντιζε και είχαν καλές σχέσεις, γιατί να μη μετέβαινε μαζί της στην τράπεζα και να πήγαινε με μη συγγενικά της πρόσωπα. Η εξήγηση που μπορεί να δοθεί είναι ότι δεν είχαν καλές σχέσεις και ότι δεν την εμπιστευόταν. Ένα άλλο ζήτημα που προέκυψε, ένεκα του ισχυρισμού της ότι η αποβιώσασα δεν μπορούσε να διαχειριστεί τις υποθέσεις της, ήταν κατά πόσο μετά την εγχείριση της η αποβιώσασα οδηγούσε και για πόσο χρονικό διάστημα. Ενώ αρχικά ανέφερε για 1-2 μήνες γιατί το αυτοκίνητο της το χάρισε σε κάποιο, στη συνέχεια στην υποβολή ότι οδηγούσε για 2 χρόνια και ανανέωσε την άδεια της προσκομίζοντας σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό, απάντησε ότι δεν ήξερε. Επί πλέον συμφώνησε ότι μετά που επέστρεψε στο διαμέρισμα της από το γηροκομείο εισέπραττε τα ενοίκια από τους ενοικιαστές, στοιχείο που δεικνύει ότι είχε γνώση για τα δικαιώματα της που εκπήγαζαν από την ιδιοκτησία της επί των διαμερισμάτων. Σε ότι αφορά τις σχέσεις της με την αποβιώσασα μετά που έφυγε από το γηροκομείο και πήγε στο διαμέρισμα της, αν και είπε ότι ήταν πολύ καλές, διαφάνηκε ότι η ενάγουσα αποπειράθηκε να εξασφαλίσει διάταγμα από το Δικαστήριο ότι η αποβιώσασα ήταν ανίκανη έτσι ώστε να διοριστεί αυτή διαχειριστής της περιουσίας της ως ανίκανου προσώπου μεταξύ, ως εξάγεται, Σεπτεμβρίου 2003 και αρχές του 2004, αν και από τη δωρεά των χρημάτων το Δεκέμβριο του 2003 στις εναγόμενες 2 και 3, πρέπει να ήταν πριν τον Δεκέμβριο του 2003, η οποία προσπάθεια έπεσε στο κενό, το οποίο γεγονός όμως, όπως ανέφερε η ΜΥ1, οδήγησε την αποβιώσασα να αποφασίσει να δώσει την περιουσία της στις εναγόμενες 2 και
- Ακόμη σε ότι αφορά το δόλο, αν και η ίδια δεν είδε οτιδήποτε εκ μέρους των εναγομένων, υπέθεσε ότι ένεκα της στενής σχέσης που είχαν με την αποβιώσασα μετά που εξήλθε από το νοσοκομείο, την παρέσυραν και τους έδωσε την περιουσία της, για την οποία αποξένωση έμαθε περί τα τέλη του
- Τέλος, από ότι της είπε ο ΜΕ6, ο σύζυγος της εναγόμενης 1 απείλησε την αποβιώσασα με τη ζωή της να μην πει οτιδήποτε για το γεγονός ότι έδωσε την περιουσία της στις εναγόμενες. Αυτό όμως δεν το ανέφερε ο ΜΕ6 στη μαρτυρία του. Εκείνο το οποίο ανέφερε στην αντεξέταση του, όχι στην κυρίως εξέταση του, είναι ότι, όπως του είπε η αποβιώσασα, μετά το φαγητό το βράδυ πριν την μεταφέρουν στο σπίτι της την υποχρέωναν να πιει ένα καφέ ή τσάι, το οποίο μόλις το έπινε δεν καταλάβαινε τίποτε μέχρι το πρωί. Τούτο όμως αποτελεί ένα μεγάλο ψέμα γιατί είναι ένα σοβαρό και σημαντικό στοιχείο το οποίο δεν θα ξεχνούσε να το αναφέρει στην κυρίως εξέταση του. Όσον αφορά τον ΜΕ3 η μαρτυρία του βρίθει από ψεύδη, πρώτου αρχομένου από τον ισχυρισμό του ότι η αποβιώσασα είχε πάντα τα χρυσαφικά μαζί της και όταν πήγαν μαζί με την ενάγουσα στο νοσοκομείο πριν την εγχείριση για να την δουν του είπε να πάρει την τσάντα της με τα χρυσαφικά της και τα λεφτά της και να τα πάρει σπίτι και μετά το χειρουργείο δεν μπορούσε να τον αναγνωρίσει και του ζήτησε 10 σελίνια να τηλεφωνήσει στην αστυνομία γιατί οι νοσοκόμες της έκλεψαν τα χρυσαφικά της. Όπως ανέφερε η ίδια η ενάγουσα η αποβιώσασα κτύπησε στις 14.4.2003 και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο όπου μια εβδομάδα αργότερα υποβλήθηκε σε εγχείριση ισχίου, αφού διαπιστώθηκε κάταγμα όπως καταγράφεται στο Τεκμήριο
- Επομένως πως ήταν δυνατό, αφού δεν ήταν προγραμματισμένη η εισαγωγή της στο νοσοκομείο να μετέφερε τα χρυσαφικά μαζί της. Βέβαια ο ΜΕ3 είπε ότι πάντα είχε τα χρυσαφικά μαζί της. Όμως κανένας άνθρωπος δεν μεταφέρει τα χρυσαφικά μαζί του, όχι μόνο γιατί μπορεί να τα χάσει, αλλά τα χρυσαφικά του κάποιος τα έχει καλά κρυμμένα και δεν τα μεταφέρει μαζί του. Επίσης αφού είχε θυρίδα ασφαλέστερο γι΄ αυτή θα ήταν να τα τοποθετήσει σε αυτή παρά να τα έχει μαζί της. Πέραν αυτού στη συνέχεια ο ίδιος ανέφερε ότι το 2003 οι εναγόμενες 1, 2 και 3 μαζί με τον σύζυγο της εναγόμενης 1 πήραν την αποβιώσασα στην τράπεζα και ζήτησαν την ανάληψη £600.000 και μια θυρίδα που είχε χρυσάφι. Περί αυτού του θέματος η ενάγουσα αναφέρθηκε σε θυρίδα, όχι σε χρυσάφι, και δευτεράκι εκ £25.
- Για το ίδιο θέμα, ενώ η ενάγουσα είπε ότι όπως της ανέφερε η τραπεζικός υπάλληλος της είπε να έβγαζε τραπεζική επιταγή και της είπαν ότι τα ήθελαν σε μετρητά, αυτός ανέφερε ότι εκδόθηκε επιταγή και είπαν στην τραπεζική υπάλληλο ότι τα ήθελαν μετρητά και επίσης ότι η τραπεζικός υπάλληλος της είπε ότι θα της τα φάνε. Ενώ η ενάγουσα ανέφερε ότι φρόντιζε και τάιζε την αποβιώσασα και δεν αναφέρθηκε σε οποιοδήποτε πρόβλημα, αυτός ανέφερε ότι η ενάγουσα την τάιζε με το ζόρι γιατί φοβόταν ότι θα την δηλητηριάσουν. Περαιτέρω ενώ αυτός είπε ότι την έδιωξαν από το γηροκομείο γιατί τσακωνόταν με άλλες γυναίκες, η ενάγουσα δεν είπε κάτι τέτοιο. Σε ότι αφορά το θέμα ποιος μετέφερε την αποβιώσασα στο γηροκομείο αυτός είπε ότι την μετέφερε ο ίδιος με ένα φίλο του. Από την άλλη η ΜΥ1 είπε ότι τη δεύτερη φορά που την επισκέφθηκε στο σπίτι της ενάγουσας η αποβιώσασα της είπε ότι ήθελε να μεταφερθεί σε γηροκομείο, πράγμα που φρόντισε να γίνει και πραγματοποιήθηκε από το συνέταιρο της αποβιώσασας και ένα άλλο άτομο, ο οποίος ενοικίαζε και αυτός διαμέρισμα από την αποβιώσασα. Η ΜΥ1 κρίθηκε από το Δικαστήριο αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή η μαρτυρία της και δεν έχω κανένα δισταγμό ότι αυτή ανέφερε την αλήθεια στο Δικαστήριο για αυτό το θέμα, η οποία δεν είχε κανένα συμφέρον να πει ψέματα, ενώ από την άλλη ο ΜΕ3 με κάθε τρόπο προσπαθούσε να καταδείξει ότι οι σχέσεις τους με την αποβιώσασα ήταν καλές και νοιάζονταν γι΄ αυτή. Η ενάγουσα και ο ΜΕ3, δεν είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο, έπεσαν σε αντιφάσεις μεταξύ τους και η μαρτυρία τους κλονίσθηκε όχι μόνο από τα ψεύδη που ανέφερα πιο πάνω, αλλά κυρίως και ουσιαστικά για τα δύο κύρια θέματα από τη μαρτυρία του ΜΕ5, του οποίου η μαρτυρία αποτελεί μέρος της εκδοχής της ενάγουσας η οποία καταρρίπτει τη δική τους εκδοχή, όπως εξηγήθηκε ανωτέρω. Ως εκ τούτου η ενάγουσα, ΜΕ1, ο ΜΕ3 και ο ΜΕ6 κρίνονται αναξιόπιστοι και η μαρτυρία τους απορρίπτεται. Στο βαθμό βέβαια που η μαρτυρία του ΜΕ2 βρίσκεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία του ΜΕ5 και της ΜΥ3 απορρίπτεται. Επίσης, πέραν των άλλων ευρημάτων που αναφέρθηκαν ανωτέρω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι, αν και υπήρχαν σχέσεις μεταξύ της αποβιώσασας και της θυγατέρας της ενάγουσας, ΜΕ1, τόσο πριν την εγχείριση όσο και μετά την εγχείριση στις 21.4.2003, εν τούτοις ένεκα, κυρίως της ανεπιτυχούς προσπάθειας της ενάγουσας, μετά την εγχείριση της αποβιώσασας στις 21.4.2003, μεταξύ Σεπτεμβρίου 2003 και πριν τη δωρεά των χρημάτων τον Δεκέμβρη του 2003 ή έστω στις αρχές του 2004, να την κηρύξει ανίκανη να διαχειριστεί την περιουσία της με διάταγμα του Δικαστηρίου, η αποβιώσασα δεν επιθυμούσε να αφήσει την περιουσία της στην ενάγουσα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η εξέταση της υπόθεσης, θα κινηθεί στα πλαίσια των δικογραφημένων ισχυρισμών όπως προτάσσει η νομολογία (Παναγιώτης Παρλάτα v. Στέλλας Δημητρίου, Πολ. Έφεση Αρ. 387/09, ημερ. 21/5/14). Δύο είναι οι βάσεις αγωγής, όπως αναφέρθηκε στην αρχή της απόφασης και τελικά διαμορφώθηκαν από τη γραμμή των δικηγόρων της ενάγουσας από την μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και προώθησαν με την αγόρευση τους οι δικηγόροι της. Η πρώτη στηρίζεται στο δόλο και η δεύτερη στη ψυχική πίεση, οι οποίες αφορούν την εγκυρότητα της μεταβίβασης του επίδικου ακίνητου από την αποβιώσασα στην εναγόμενη 1 και κατ΄ επέκταση τη μεταβίβαση από αυτή στις εναγόμενες 2 και
- Το άρθρο 10 του περί Συμβάσεων Νόμου ΚΕΦ. 149 αναφέρεται στις συμφωνίες που συνιστούν συμβάσεις. Μια από τις προϋποθέσεις για έγκυρη σύμβαση είναι η ικανότητα προς το συμβάλλεσθαι η έννοια της οποίας δίδεται στο άρθρο 11 του ΚΕΦ. 149, στοιχείο της οποίας αποτελεί να έχει κάποιος σώας τα φρένας. Πρόνοια για το ποιος έχει σώας τα φρένας καταγράφεται στο άρθρο 12 του ίδιου νόμου. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου αποδεικνύεται ότι η αποβιώσασα ήταν ικανή προς το συμβάλλεσθαι και είχε δικαιοπρακτική ικανότητα, με σώας τας φρένας και διαύγεια πνεύματος. Άλλο στοιχείο μιας έγκυρης σύμβασης είναι η συναίνεση των συμβαλλομένων μερών η οποία πρέπει να είναι ελεύθερη. Θεωρείται ελεύθερη σύμφωνα με το άρθρο 14 του πιο πάνω νόμου όταν δεν προκαλείται με, (α) εξαναγκασμό, όπως ορίζεται στο άρθρο 15 ή (β) ψυχική πίεση, όπως ορίζεται στο άρθρο 16 ή (γ) απάτη, όπως ορίζεται στο άρθρο 17 ή (δ) ψευδή παράσταση όπως ορίζεται στο άρθρο 18 ή (ε) πλάνη, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 20, 21 και
- Συναίνεση θεωρείται ότι προκλήθηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, εφόσον αυτή δεν θα παρεχόταν ελλείψει του εν λόγω εξαναγκασμού, ψυχικής πίεσης, απάτης, ψευδούς παράστασης ή πλάνης. Ο ΔΟΛΟΣ Ο δόλος συνίσταται στην παράσταση αναληθούς γεγονότος ως αληθούς, με γνώση της αναλήθειας του, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πράξη επιτήδεια προς εξαπάτηση άλλου προσώπου, όπως και σε κάτι ανέντιμο και ηθικά ανάρμοστο. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μαρία Ιακώβου v. Λαϊκής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 922, 1003 επισημαίνεται ότι ο όρος δόλος, αναφέρεται σε κάτι ανέντιμο και ηθικώς ανάρμοστο, ειδικά σε σχέση με απόκτηση χρηματικού ή υλικού οφέλους με άδικα μέσα. Είναι δε αρκετό να αποδειχθούν μερικές από τις κατ' ισχυρισμό λεπτομέρειες. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ανδρέας Τσιάρτας κ.α. ν. ALOCAY HOLDINGS Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 1523, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την έννοια του δόλου: «Σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 3rd ed., vol. 18, p. 189, η έννοια του δόλου προσδιορίζεται ως κάτι ανέντιμο, ηθικώς ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους με άδικα μέσα. (Βλ. επίσης Ιακώβου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματ.) Λτδ
(2004)1(Β) ΑΑΔ 992). Ορθά επισημαίνεται στην πρωτόδικη απόφαση ότι οι ενάγοντες έχουν το βάρος να αποδείξουν αυστηρά τις λεπτομέρειες του δόλου ή της αμέλειας χωρίς ωστόσο να χρειάζεται να αποδειχθούν όλες οι λεπτομέρειες αλλά είναι αρκετή η απόδειξη μόνο μερικών από τις κατ΄ ισχυρισμό λεπτομέρειες του δόλου. Βλ. Kakoullou and Another v. Kakoullou
(1987)1 CLR 547. Στην προκείμενη περίπτωση η εφεσίβλητη απέτυχε να αποδείξει στο βαθμό αυστηρότητας που απαιτείται δόλο των εφεσειόντων με βάση τις λεπτομέρειες της αγωγής.» Ο όρος δόλος πρέπει να χρησιμοποιείται και να γίνεται αντιληπτός κατά την κοινή του έννοια, με τη συνήθη χρήση του στην αγγλική γλώσσα και υπονοείται κάποια κακή συμπεριφορά και ηθική αισχρότητα όπως λέχθηκε στις υποθέσεις Joliffe v. Baker [1883] 11 Q.B.D. 255 και Re Companies Acts, Ex. P. Watson [1888] 21Q.B.D. 301, 309 τα οποία υιοθετήθηκαν στην απόφαση Συμεών Μ. Συμεών v. Χριστάκης Γεωργίου ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Αντώνη Χριστοφή Λαπιέρη
(2011)1 Α.Α.Δ. Όταν ο Ενάγοντας έχει ως βάση αγωγής το δόλο πρέπει να αποδείξει ότι ο Εναγόμενος δεν πίστευε εντίμως στη δήλωση που έκανε ή στη παράσταση γεγονότος που προέβαλε. Είναι αρκετό να αποδείξει ότι ο Εναγόμενος υποψιαζόταν ότι η δήλωση του πιθανό να ήταν ανακριβής ή ότι αμελούσε να διερευνήσει τη ορθότητα της. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Bullen & Leak & Jacobs Precentents and Pleadings 12η έκδοση σελ. 809 και 810, ο ενάγων θα πρέπει να δείξει στο Δικαστήριο ότι αυτός έχει ένα πολύ καλύτερο ισχυρισμό από αυτό του Εναγομένου επί του θέματος. Σχετικά είναι και όσα αναφέρονται στην υπόθεση Bakers v. Bakers
(1950)2 All E.R. 438 και 439. Η μαρτυρία επί του προκειμένου, ένεκα του ότι ο δόλος είναι σοβαρή κατηγορία που εμπεριέχει και ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη. Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι αρκετοί (βλ. Jonesco v. Beard
(1930)A.C. 298 και 301). Κανονικά ούτε διαζευκτικά. ΨΥΧΙΚΗ ΠΙΕΣΗ Σε ότι αφορά τη ψυχική πίεση, ορισμός της δίνεται στο άρθρο 16 του Περί Συμβάσεων Νόμου, ΚΕΦ. 149 στο οποίο προνοούνται τα ακόλουθα: «Ορισμός "ψυχικής πίεσης" 16.-
(1)Η σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία "ψυχικής πίεσης" όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου.
(2)Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, κάθε πρόσωπο το οποίο- (α) έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου~ ή (β) καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης.
(3)Όταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, συμβάλλεται μαζί με αυτόν, και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου.» Ως προβλέπεται στο άρθρο 20 του ΚΕΦ. 149 αν η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης, τότε η σύμβαση είναι ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους του οποίου συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό ενώ σύμφωνα με το εδάφιο
(2)η σύμβαση αυτή δύναται να ακυρωθεί και εφόσον, όπως αναφέρεται στην υπόθεση Eurohouse Finance Ltd v. Μιχαηλίδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 721, αποδειχθεί ψυχική πίεση, οδηγεί σε απαλλαγή από αναληφθείσα συμβατική υποχρέωση. Σύμφωνα με την υπόθεση Σωκράτους v. Πανίκου Σιβιτανίδη, διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Αγάπιου Ζάκκα
(1998)1 Α.Α.Δ. 1602, εφόσον η εγκυρότητα μιας σύμβασης βασίζεται πάνω στη συγκατάθεση των συμβαλλομένων, προκύπτει ότι μια σύμβαση που είναι αποτέλεσμα βίας ή εξάσκησης ψυχικής πίεσης μπορεί να κηρυχθεί ως άκυρη. Είναι μέσα σε αυτά τα πλαίσια που το Κοινοδίκαιο με το περιορισμένο δόγμα της βίας (duress) και το Δίκαιο της Επιείκειας (με το δόγμα της ψυχικής πίεσης) ή ανεπίτρεπτης επιρροής (undue influence) έδωσαν το δικαίωμα σε ένα συμβαλλόμενο να ζητά την ακύρωση μιας συναλλαγής από την οποία ελλείπει το συστατικό στοιχείο της συγκατάθεσης. Πρέπει να τονιστεί ότι το Δίκαιο της Επιείκειας δεν μπορεί να επιστρατευθεί για να διασώσει ένα πρόσωπο από τα επακόλουθα της αφροσύνης του, αλλά για να αποτρέψει τη θυματοποίηση του από τρίτα πρόσωπα. Δωρεές ή άλλες παρόμοιες συναλλαγές μπορούν να ακυρωθούν μόνο αν είναι το αποτέλεσμα εξάσκησης ψυχικής πίεσης ή αν είναι παράλογες. (Ιδε Snell's "Principles of Equity" 25th Edition, p. 496). Οι λόγοι που οδήγησαν στη δημιουργία του δόγματος της ψυχικής πίεσης στο Δίκαιο της Επιείκειας έχουν συνοψιστεί περιεκτικά στην απόφαση του Lindley L.J. στην υπόθεση Allcard v. Skinner [1886-1890] All E.R. Rep 90, 98, ως ακολούθως: "It would obviously be to encourage folly, recklessness, extravagance and vice if persons could get back property which they foolishly made away with, whether by giving it to charitable institutions or by bestowing it on less worthy objects. On the other hand, to protect people from being forced, tricked or misled in any way by others into parting with their property is one of the most legitimate objects of all laws; and the equitable doctrine of undue influence has grown out of and been developed by the necessity of grappling with insidious forms of spiritual tyranny and with the infinite varieties of fraud." Συμβάσεις που μπορούν να κηρυχθούν άκυρες λόγω ψυχικής πίεσης διαιρούνται (
- i)Σε περιπτώσεις όπου ένα πρόσωπο εξασκεί πραγματική ή προφανή εξουσία πάνω στο άλλο ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης απέναντι του ή (
- ii)Σε περιπτώσεις όπου ένα πρόσωπο συμβάλλεται με ένα άλλο του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης. Όπως έχει θέσει το θέμα και ο Lord Denning στην υπόθεση Re Brocklehurst (deceased) Hall and Another v. Roberts [1978] 1 All E.R. 767, 775, "As a matter of public policy, the courts have always looked with care at gifts or improvident bargains which are made by a person whose motives or judgment are impaired by reason of age or ignorance, eccentricity or infirmity, or even by a failure to know or appreciate the consequences. Equity will, as a matter of course, interfere when the recipient of the gift or the exactor of the bargain has brought undue influence or undue pressure to bear so as to induce the transaction." Τα Δικαστήρια δεν έχουν μέχρι σήμερα καθορίσει επακριβώς τον ορισμό της ψυχικής πίεσης, άνκαι διάφοροι δικαστές έχουν δώσει σε ορισμένες υποθέσεις τις δικές τους ερμηνείες. Ο Lindley L.J. πιστεύει ότι η ψυχική πίεση είναι "unfair and improper conduct, some coercion from outside, some overreaching, some form of cheating and generally, though not always, some personal advantage obtained by the guilty party." (Allcard v. Skinner [1887] 36 Ch. D. 145) και ο Lord Selborne την περιγράφει σαν "the unconcientious use by one person of power possessed by him over another in order to induce the other to enter into a contract." (Ιδε Aulesford (Earl) v. Morris [1873] 8 Ch. App. 484, 490) ................................. Στην υπόθεση Ιωάννου v. Χαραλαμπίδου
(1998)1 Α.Α.Δ. 555 υιοθετήθηκε ο ορισμός της ψυχικής πίεσης που αναφέρεται στο σύγγραμμα Chitty on Contract, General Principles, 27th Edition, para 7-024 ως ακολούθως: "Η ψυχική πίεση αποτελεί δόγμα του δικαίου της επιείκειας. Είναι μια περιεκτική φράση η οποία καλύπτει περιπτώσεις ψυχικής πίεσης όπου υπάρχουν ειδικές σχέσεις και επίσης περιπτώσεις εξαναγκασμού, επιβολής ή πίεσης έξω από εκείνες τις ειδικές σχέσεις." Έτσι έχει αποφασιστεί νομολογιακά ότι έχει εξασκηθεί ψυχική πίεση όταν ένα πρόσωπο μειωμένης πνευματικής ικανότητας είχε πιεστεί από πρόσωπο που ισχυριζόταν ότι κατείχε υπερφυσικές δυνάμεις (Nottidge v. Prince [1860] 2 Giff. 246), όταν γυναίκα που είχε έντονες θρησκευτικές πεποιθήσεις υπήρξε θύμα εκμετάλλευσης (Νοrton v. Relly [1764] 2 Eden. 286), όταν μια γυναίκα πείστηκε ότι μηνύματα που προέρχονταν από ένα πνευματιστή ήταν μηνύματα που προέρχονταν από νεκρούς (Lyon v. Home [1868] L.R. 6 E.q. 655) και όταν ένα παιδί υπήρξε θύμα εκμετάλλευσης σχετικά με τους φόβους του για την υγεία του πατέρα του (Μutual Finance Ltd v. John Wetton and Sons Ltd [1937] 2 All E.R. 657). Στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων όπως π.χ. μεταξύ δικηγόρου και πελάτη, γιατρού και ασθενούς (Radcliffe v. Price [1902] 18 TLR 466, κηδεμόνα και ανηλίκου (Hylton v. Hylton [1754] 2 Ves. Sen. 547), γονέα και παιδιού (Lancashire Loans Ltd v. Black [1934] 1 K.B. 380), θρησκευτικού συμβούλου και μαθητευομένου (Allcard v. Skinner (πιο πάνω) τεκμαίρεται η ύπαρξη ψυχικής πίεσης, αφού η θέση εμπιστοσύνης που έχει το ένα πρόσωπο τον τοποθετεί σε θέση κάποιας ασυνήθιστης εξουσίας σε βαθμό που να δικαιολογείται η λήψη κάποιας ανεξάρτητης συμβουλής. Η πιθανότητα να θέσει το πιο πάνω πρόσωπο τα δικά του συμφέροντα πάνω από τα συμφέροντα του άλλου προσώπου που μπορεί να επηρεασθεί είναι τόσο ορατή, που ο Νόμος του επιβάλλει την υποχρέωση να αποδείξει ότι δεν έχει καταχραστεί τη θέση του. Πρέπει όμως να τονιστεί ότι η απλή ύπαρξη σχέσης εμπιστοσύνης δεν εξυπακούει αυτόματα την ύπαρξη ψυχικής πίεσης. Η φύση της εμπιστευτικής σχέσης πρέπει να είναι τέτοια που να δικαιολογεί την επέμβαση του Δικαστηρίου. (Ιδε Re Coomber, Coomber v. Coomber [1911] Ch. 723, 728, 729). Πέρα από τις πιο πάνω αναγνωρισμένες σχέσεις από τις οποίες τεκμαίρεται ψυχική πίεση η νομολογία έχει αναγνωρίσει και άλλες περιπτώσεις στις οποίες τεκμαίρεται τέτοια πίεση. Στον Chitty on Contract (πιο πάνω) παραγ. 7-029 αναφέρεται ότι, "The relationships which give rise to this presumption are described below. But even outside these recognised relationships, if the plaintiff proves that at the time of the disadvantageous transaction a confidential relationship in fact existed between the parties, the presumption of undue influence will arise. The classic statement is that of Lord Chelmsford in Tate v. Williamson [1866] L.R. 2 Ch. App. 56, 61." Στην υπόθεση Tate v. Williamson (πιο πάνω) ο Lord Chelmsford τονίζει ότι, "The principles applicable to the more familiar relations of this character have been long settled by many well-known decisions, but the Courts have always been careful not to fetter this useful jurisdiction by defining the exact limits of its exercise. Wherever two persons stand in such a relation that, while it continues, confidence is necessarily reposed by one, and the influence which naturally grows out of that confidence is possessed by the other, and this confidence is abused, or the influence is exerted to obtain an advantage at the expense of the confiding party, the person so availing himself of his position will not be permitted to retain the advantage, although the transaction could not have been impeached if no such confidential relation had existed." Στην υπόθεση Κεφάλας κ.ά. v. Νικόλα
(2000)1 Α.Α.Δ. 1226 λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Το άρθρο 2
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 προβλέπει ότι ο νόμος αυτός ερμηνεύεται σύμφωνα με τις αρχές νομικής ερμηνείας που ισχύουν στην Αγγλία και οι εκφράσεις που χρησιμοποιούνται στο νόμο θεωρούνται κατά τεκμήριο ότι χρησιμοποιούνται με την έννοια που τους απέδωσε το αγγλικό δίκαιο. Βλ. Patsalidou v. Kyriakides
(1979)1 CLR 71. Στο Chitty on Contracts, General Principles, 27η έκδ., παρ. 7-024 δίδεται ο εξής ορισμός της ψυχικής πίεσης: "Equitable doctrine of undue influence. The equitable doctrine of undue influence is a comprehensive phrase covering cases of undue influence in particular relations and also cases of coercion, domination or pressure outside those special relations. .................................................. .................................................. .................................................. .................................................. At common law, the presence of duress was traditionally justified on the ground that the duress prevented the party constrained from forming a full and independent resolution to contract. In equity however, the application of the doctrine of undue influence was intended rather to ensure that no person should be allowed to retain the benefit of his own fraud or wrongful act." Στην Allcard v. Skinner
(1887)36 Ch.D. 145, η θέση του δίκαιου της επιείκειας αναδύεται σύντομα και περιεκτικά μέσα από τις πιο κάτω γραμμές: "This is not a limitation placed on the action of the donor; it is a fetter placed upon the conscience of the recipient of the gift, and one which arises out of public policy and fair play." Eκ των ανωτέρω, καθίσταται πρόδηλο ότι η ψυχική πίεση, ως δόγμα του δικαίου της επιείκειας, δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εξαναγκασμού αλλά επεκτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες γίνεται κατάχρηση της εμπιστοσύνης που αποκτάται ή όπου έχει προδοθεί η εμπιστοσύνη που δόθηκε. Η έννοια της ψυχικής πίεσης δεν έχει προσδιοριστεί με ακρίβεια από τη νομολογία και συνεπώς δεν υπάρχουν στεγανά. Τα αγγλικά δικαστήρια έχουν περιγράψει την ψυχική πίεση ως some unfair and improper conduct, some coercion from outside, some overreaching, some form of cheating and generally, though not always, some personal advantage obtained by the guilty party". Βλ. Allcard v. Scinner (ανωτέρω). Στην Allcard v. Skinner (ανωτέρω) ο Cotton L.J. προσέγγισε το θέμα με τον εξής τρόπο: "First, where the court has been satisfied that the gift was the result of influence expressly used by the donee for the purpose; second, where the relations between the donor and donee have at or shortly before the execution of the gift been such as to raise a presumption that the donee had influence over the donor. In such a case the Court sets aside the voluntary gift, unless it is proved that in fact the gift was the spontaneous act of the donor acting under circumstances which enabled him to exercise an independent will and which justifies the Court in holding that the gift was the result of a free exercise of the donor's will. The first class of cases may be considered as depending on the principle that no one shall be allowed to retain any benefit arising from his own fraud or wrongful act. In the second class of cases the Court interferes, not on the ground that any wrongful act has in fact been committed by the donee, but on the ground of public policy and to prevent the relations which existed between the parties and the influence arising therefrom being abused." Οι συμβάσεις που μπορούν να καταργηθούν λόγω ψυχικής πίεσης ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται οι συμβάσεις στις οποίες δεν υπάρχει το στοιχείο της ειδικής σχέσης μεταξύ των μερών. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τις συμβάσεις στις οποίες υπάρχει μεταξύ των μερών ειδική σχέση. Στην πρώτη περίπτωση, η ψυχική πίεση πρέπει να αποδεικνύεται ως ένα πραγματικό γεγονός. Στη δεύτερη, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει. Σε μια αντιδικία, ο ενάγων μπορεί να ισχυρισθεί ότι υπάρχουν και οι δύο περιπτώσεις. ότι δηλαδή, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει και ότι όντως υπάρχει. Στο τέλος, δεν αποκλείεται να αποβεί επιτυχής η επίκληση και των δύο περιπτώσεων, εφόσον η μια δεν ουδετεροποιεί την άλλη. Βλ. Re Craig Meneces and Another v. Middleton and Others
(1970)2 All E.R. 390. Στην περίπτωση, όπου δεν υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των μερών, απαραιτήτως πρέπει να αποδειχθεί θετικά ότι η επιρροή που άσκησε το ένα μέρος επί του άλλου υπήρξε ο αποφασιστικός παράγων για τη συνομολόγηση της συμφωνίας, η οποία δεν θα γινόταν αν δεν μεσολαβούσε η άσκηση της επιρροής. Σ΄ αυτή την περίπτωση, ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει να αποφύγει τη συναλλαγή έχει το βάρος να αποδείξει τη ψυχική πίεση. Στην δεύτερη περίπτωση, όπου τεκμαίρεται η ύπαρξη της ψυχικής πίεσης, το μέρος στο οποίο έχει εναποτεθεί η εμπιστοσύνη, έχει το βάρος να καταδείξει ότι αυτός που τον εμπιστεύθηκε και τώρα επιδιώκει την κατάργηση της σύμβασης ή της συναλλαγής, ενήργησε οικειοθελώς υπό την έννοια ότι ήταν ελεύθερος και καλά πληροφορημένος να προβεί ο ίδιος σε ανεξάρτητη εκτίμηση της ωφελιμότητας της σύμβασης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, χωρίς αυτό να αποτελεί τον κανόνα, ο μόνος τρόπος ανατροπής του τεκμηρίου είναι η απόδειξη ότι το μέρος που επιδιώκει την κατάργηση της σύμβασης ή της συναλλαγής πήρε ανεξάρτητη συμβουλή πριν από τη σύναψη της συμφωνίας την οποία και ακολούθησε.» Ίδια ήταν η αντιμετώπιση και στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Φυλάξεως v. Ουρανίας Πούλλα κ.ά.
(2004)1 Α.Α.Δ. 961, στην οποία αναφέρθηκαν τα κατωτέρω: «Η ελεύθερη συναίνεση αποτελεί συστατικό κάθε νόμιμης σύμβασης (άρθρο 10 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149). Σύμφωνα με το άρθρο 14(β) η συναίνεση είναι ελεύθερη όταν δεν είναι αποτέλεσμα άσκησης ψυχικής πίεσης, η απόδειξη της οποίας οδηγεί σε απαλλαγή από αναληφθείσα συμβατική υποχρέωση (άρθρο 20
(1)του Κεφ. 149. Βλέπε ακόμα Eurohouse Finance Ltd v. Μιχαηλίδη, Π.Ε. 10433, ημερ. 28.5.2002). Η ψυχική πίεση μπορεί να προέλθει από μια εμπιστευτική ή εξαρτώμενη σχέση μεταξύ δύο προσώπων, όπου η εξάρτηση του ενός θέτει τον άλλο σε πλεονεκτική θέση να εξασκήσει επιρροή επ΄αυτού, επιρροή η οποία μπορεί μεν να θεωρηθεί ως απόλυτα φυσική, αλλά από την άλλη είναι ικανή να χρησιμοποιηθεί άδικα (βλέπε Χαραλάμπους ν. Αριστοτέλους, Π.Ε. 10597, ημερ. 1.6.2001). Το άρθρο 16
(1)του Κεφ. 149, προνοεί ότι σύμβαση θεωρείται ότι συνήφθη συνεπεία ψυχικής πίεσης, όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ούτως ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται της θέσης αυτής για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου συμβαλλόμενου. Χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, ειδικότερα θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης κάποιου, κάθε πρόσωπο το οποίο έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επ' αυτού ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του ή καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης (άρθρο 16
(2)του Κεφ.149. Βλέπε επίσης Δημητρίου κ.α. ν. Κωνσταντινίδη, Π.Ε. 10792, ημερ. 10.10.2002). Η ψυχική πίεση δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εξαναγκασμού, αλλά επεκτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες γίνεται κατάχρηση της εμπιστοσύνης που δόθηκε (Κεφάλας κ.α. ν. Νικόλα, Π.Ε. 10539, ημερ. 17.7.2000, Ιωάννου ν. Χαραλαμπίδου, Π.Ε. 9784, ημερ. 26.3.1998, Chitty on Contract, General Principles, 27η έκδοση, παραγρ. 7-024). Οι συμβάσεις που είναι ακυρώσιμες λόγω ψυχικής πίεσης ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται οι συμβάσεις στις οποίες δεν υπάρχει το στοιχείο της ειδικής σχέσης μεταξύ των μερών, ενώ η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τις συμβάσεις στις οποίες υπάρχει ακριβώς μια τέτοια ειδική σχέση. Στην πρώτη περίπτωση η ψυχική πίεση πρέπει να αποδεικνύεται ως ένα πραγματικό γεγονός. Στη δεύτερη, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει. Στην περίπτωση όπου δεν υπάρχει ειδική σχέση, θα πρέπει απαραίτητα να αποδειχθεί θετικά ότι η επιρροή που άσκησε το ένα μέρος επί του άλλου υπήρξε ο αποφασιστικός παράγων για τη σύναψη της συμφωνίας, η οποία δεν θα γινόταν αν δεν μεσολαβούσε η άσκηση της επιρροής. Στη δεύτερη περίπτωση όπου τεκμαίρεται η ύπαρξη ψυχικής πίεσης, το μέρος στο οποίο έχει εναποτεθεί η εμπιστοσύνη, έχει το βάρος να δείξει ότι αυτός που τον εμπιστεύθηκε και τώρα επιδιώκει την ακύρωση της σύμβασης, ενήργησε οικειοθελώς υπό την έννοια ότι ήταν ελεύθερος και καλά πληροφορημένος να προβεί ο ίδιος σε ανεξάρτητη εκτίμηση της ωφελιμότητας της σύμβασης (Κεφάλας κ.α. ν. Νικόλα, Π.Ε. 10539, ημερ. 17.7.2000). Όταν δεν υφίσταται ειδική σχέση ανάμεσα στα μέρη, το βάρος απόδειξης της ψυχικής πίεσης ανήκει στο διάδικο ο οποίος επιδιώκει να αποφύγει τη συναλλαγή. Η ψυχική πίεση θα πρέπει να αποδειχθεί με το να καταδειχθεί ότι ο παραλήπτης της δωρεάς άσκησε πραγματικό εξαναγκασμό ή ότι ο τελευταίος άσκησε επί του δωρητή τέτοιο βαθμό γενικής κυριαρχίας ή ελέγχου, ούτως ώστε να είχε υπονομευθεί ουσιωδώς η δυνατότητά του να καταλήξει σε ανεξάρτητη απόφαση. Στη δεύτερη περίπτωση όπου η πίεση τεκμαίρεται από κάποια σχέση ανάμεσα στα μέρη, ο διάδικος ο οποίος λαμβάνει το όφελος βαρύνεται να αποδείξει ότι η δωρεά δεν έχει εξασφαλιστεί λόγω ψυχικής πίεσης (βλέπε άρθρο 16
(3)του Κεφ.149 και Ιωάννου ν. Χαραλαμπίδου, ανωτέρω). Στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων τεκμαίρεται η ύπαρξη ψυχικής πίεσης, αφού η θέση εμπιστοσύνης που έχει ο ένας τον τοποθετεί σε θέση ασυνήθιστης εξουσίας, σε βαθμό που να δικαιολογείται η λήψη ανεξάρτητης συμβουλής. Η πιθανότητα να θέσει το πρόσωπο αυτό τα δικά του συμφέροντα πάνω από τα συμφέροντα του άλλου που μπορεί να επηρεαστεί είναι τόσο ορατή, που ο νόμος του επιβάλλει την υποχρέωση να αποδείξει ότι δεν έχει καταχραστεί τη θέση του (Σωκράτους ν. Σιβιτανίδη, Π.Ε. 9629, ημερ. 22.11.1998). Το τεκμήριο ότι ασκήθηκε ψυχική πίεση εγείρεται μόνο αν η συναλλαγή ήταν υπερβολικά επαχθής για το πρόσωπο που επηρεάστηκε (
(1985)Α.C. 686, 704, relying on a Privy Council decision on the Indian Contracts Act, Poosathurai v. Kannappa Chettiar
(1919)L.R. 47 Ind. App.1) ή όπως τέθηκε από τον Nourse L.J. στην υπόθεση Goldsworthy v. Brickell
(1987)Ch. 378, 401, το τεκμήριο παραμένει ανενεργό μέχρις ότου ο διάδικος ο οποίος επιδεικνύει την εμπιστοσύνη προβαίνει σε μία δωρεά τόσο μεγάλη ή συνάπτει σύμβαση τόσο ανισοσκελή, ούτως ώστε να μην δικαιολογείται από φιλία, συγγένεια, φιλανθρωπία ή άλλα συνήθη ελατήρια. Κατά το δίκαιο της επιείκειας η εφαρμογή της αρχής της ψυχικής πίεσης είχε πρόθεση να εξασφαλίσει ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί σε κανένα να διατηρήσει το όφελος, που προέκυψε από το δόλο του ή την παράνομή του πράξη. ΄Οπως τέθηκε στην υπόθεση Allcard v. Skinner 56 L.J. Ch. 1052 η αρχή αυτή αποτελεί εμπόδιο στη συνείδηση του δωρεοδόχου, που προκύπτει από την έντιμη συμπεριφορά. Ως αποτέλεσμα η αρχή αυτή επεκτείνεται όχι μόνο σε υποθέσεις άσκησης πίεσης, αλλά και σε όλες τις υποθέσεις στις οποίες η επιρροή αποκτάται και της γίνεται κατάχρηση, όπου η εμπιστοσύνη επιδεικνύεται και προδίδεται (Smith v. Kay
(1859)7 H.L.C. 750, 779). Αν δεν υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των μερών, όπως αυτή στην οποία θα αναφερθούμε πιο κάτω, ο συμβαλλόμενος που αξιώνει την ακύρωση της σύμβασης θα πρέπει να αποδείξει τη ψυχική πίεση (Allcard v. Skinner, ανωτέρω). Αυτό μπορεί να γίνει αποδεικνύοντας είτε ότι υπήρξε πραγματική πίεση από το δωρεοδόχο ή ότι αυτός άσκησε επί του μυαλού του δωρητή τέτοιου βαθμού γενική επιβολή ή έλεγχο, ούτως ώστε η ανεξαρτησία στη λήψη της απόφασης να είχε ουσιαστικά υπονομευθεί, (Smith v. Kay, aνωτέρω, Bank of Montreal v. Stuart
(1911)A.C. 120. Βλέπε επίσης Coldunell Ltd v. Gallon and another
(1986)1 All E.R. 429). Η επίδραση τεκμαίρεται αν οι συμβαλλόμενοι ήταν κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, σε ορισμένου τύπου σχέση εμπιστοσύνης (Allcard v. Skinner, ανωτέρω). ΄Οταν η σύμβαση αποδειχθεί ότι είναι επαχθής, το βάρος τίθεται επί των ώμων του διάδικου που έχει το όφελος, ο οποίος θα πρέπει να δικαιολογήσει ότι η σύμβαση ήταν ελεύθερη ψυχικής πίεσης. Τέτοιες εμπιστευτικές σχέσεις είναι οι σχέσεις γονιού και παιδιού, κηδεμόνα και κηδεμονευόμενου, δικηγόρου και πελάτη, καθώς και σε ορισμένες συμβάσεις μεταξύ μνηστευμένων, γιατρού και ασθενούς. Το τεκμήριο δεν περιορίζεται μόνο σε αυτές τις ειδικές σχέσεις. Αν ο ενάγων αποδείξει ότι κατά το χρόνο της ετεροβαρούς σύμβασης, υπήρχε πράγματι σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, προκύπτει το τεκμήριο της ψυχικής πίεσης (Tufton v. Sperni
(1952)2 T.L.R. 516, 522). Το τεκμήριο εφαρμόζεται σε όλη την ποικιλία των σχέσεων στις οποίες ασκείται, κυριαρχία από το ένα πρόσωπο επί του άλλου (Huguenin v. Baseley
(1807)14 Ves. 286). Για να καταρριφθεί το τεκμήριο της ψυχικής πίεσης, το δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι ο δωρητής ενεργούσε ανεξάρτητα οιασδήποτε επιρροής από το δωρεοδόχο και με πλήρη συνείδηση του τι έπραττε (Inche Noriah v. Shaik Allie Bin Omar
(1929)A.C. 127, 135). Ο συνηθέστερος τρόπος απόδειξης του πιο πάνω είναι ότι ο δωρητής είχε ικανοποιητική και ανεξάρτητη συμβουλή (Morley v. Loughnan
(1893)1 Ch. 736, 752). Σε υποθέσεις αυτού του είδους εκείνο που χρειάζεται να αποδειχθεί είναι ότι το καθήκον που προκύπτει από τη σχέση εμπιστοσύνης έχει εκπληρωθεί. Τι συνιστά εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος εξαρτάται από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, αλλά γενικά το καθήκον αυτό απαιτεί ότι το πρόσωπο που υπάρχει ισχυρισμός ότι έχει επηρεαστεί ήταν σε θέση να διαμορφώσει ανεξάρτητη και εμπεριστατωμένη κρίση (Lloyd΄s Bank Ltd v. Bundy
(1974)3 All E.R. 757). ΄Οπου διάδικος προσπαθεί να αποφύγει τις συνέπειες σύμβασης λόγω ψυχικής πίεσης, που ασκήθηκε από τρίτο πρόσωπο, θα πρέπει να αποδειχθεί είτε ότι το τρίτο πρόσωπο ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του συμβαλλόμενου ή ότι ο συμβαλλόμενος είχε πραγματική ή τεκμαρτή γνώση της ψυχικής πίεσης (Chitty on Contracts, ανωτέρω, παραγρ. 7-040).» Βλ. επίσης Χρισοφόρου v. Άννα Χαραλάμπους Ιακώβου, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Χαράλαμπου Ιακώβου Παπαχριστοφόρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 23, Μιχαήλ Χ''Αντώνη v. Μιχαλάκη Σάββα Μιχαήλ κ.ά., Πολ. ΄Εφεση 323/09, ημερ. 16/4/14, Χριστιάνας Πάλμα Μαυροσκούφη v. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφεση 352/09, ημερ. 16/4/14, Ζαχαριάδη ν. Universal Life Insurance Ltd, ECLI:CY:AD:2019:A145, Πολιτική Έφεση Αρ. 144/2013, ημερομηνίας 16.4.2019 και Bloom Day Developments Ltd κ.ά. ν. Επιφανείου, ECLI:CY:AD:2019:A500, Πολιτική Έφεση Αρ. 171/2012, ημερομηνίας 29.11.2019. Στην πρόσφατη, άμεσα σχετική, υπόθεση Χατζηπαύλου ν. Χατζηπαύλου, ECLI:CY:AD:2016:A240, Πολιτική Έφεση Αρ. 317/2010, ημερομηνίας 16.5.2016 λέχθηκαν τα εξής: «Εκείνο όμως που έχει σημασία, ως παράγοντας που πρέπει να συνεκτιμηθεί, είναι η διαπίστωση πως η αποβιώσασα δεν είχε, γενικά, νοητικό πρόβλημα αντίληψης λόγω της κατάστασής της, κάτι που συνάδει με την περιγραφή της συμπεριφοράς της κατά τους ουσιώδεις χρόνους. Από την άλλη, δεν παραβλέπουμε ότι το δόγμα της ψυχικής πίεσης εισήχθη από τα Δικαστήρια της Επιείκειας προς αντιμετώπιση εκείνων των περιπτώσεων όπου, ενώ εξωτερικεύεται η βούληση του επηρεαζομένου, υπάρχει τέτοια σχέση μεταξύ επηρεαζομένου-επωφελουμένου ή τέτοιες περιστάσεις, ώστε να είναι ορθό και δίκαιο, ως ζήτημα δημόσιας πολιτικής και έντιμης συμπεριφοράς, να κληθεί ο ωφεληθείς από τη σύμβαση να αποδείξει ότι ο επηρεαζόμενος ενήργησε όντως και όχι απλώς φαινομενικά, οικειοθελώς (βλ. Allcard v. Skinner, ανωτέρω). Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε από τον Lord Eldon L.C. στην υπόθεση Huguenin v. Baseley
(1807)14 Ves. 273, όταν εγείρεται ζήτημα ψυχικής πίεσης το βασικό ερώτημα: «.is, not, whether she knew what she was doing, had done, or proposed to do, but how the intention was produced.» Οπότε, όταν πρόκειται για περίπτωση που δημιουργείται τεκμήριο ψυχικής πίεσης, απαιτείται η προσαγωγή μαρτυρίας από το μέρος που ωφελήθηκε «that the donor was acting independently of any influence from the donee and with full appreciation of what he was doing (Inche Noriah v. Shaik Allie Bin Omar [1928] All ER, Rep 189). Ο συνηθέστερος δε, όχι όμως ο μόνος, τρόπος ανατροπής του τεκμηρίου είναι η απόδειξη πως ο επηρεαζόμενος έτυχε ανεξάρτητης νομικής συμβουλής (Inche Noriah, ανωτέρω, Joan Humphreys v. Dennis Humphreys [2004] EWHC 2001 Cj, Κεφάλας ν. Νικόλα, ανωτέρω). Το πρωταρχικό όμως ερώτημα είναι κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, δημιουργείται τεκμήριο κυριαρχίας επί της βούλησης και, συνεπακόλουθα, τεκμήριο ψυχικής πίεσης. Κατ΄αρχάς, η σχέση ενήλικα τέκνου - ηλικιωμένου γονέα, δεν εγείρει, από μόνη της, τεκμήριο ψυχικής πίεσης, το οποίο όμως μπορεί να εγερθεί μέσα από το σύνολο των γεγονότων της υπόθεσης (βλ. Chitty on Contracts, Vol. 1, 31st Ed., para 7-078, σελ. 718 και Indian Contract and Specific Relief Acts, Pollock & Mulla, 14η έκδοση, σελ. 344, με αναφορά αμφοτέρων στην υπόθεση Avon Finance Co Ltd v. Bridger [1985] 2 All ER 281). Ούτε η αδυναμία και η ασθενικότητα λόγω μεγάλης ηλικίας είναι παράγοντες από μόνοι τους επαρκείς προς ενεργοποίηση του τεκμηρίου. Είναι και πάλι ζήτημα συνεκτίμησης όλων των σχετικών περιστάσεων (βλ. Pollock & Mulla (ανωτέρω) σελ. 350-351 και Chitty on Contracts, ανωτέρω, ibid). Ως προς τους λοιπούς παράγοντες θα πρέπει να συνεκτιμήσουμε, περαιτέρω, τη διαπίστωση σε σχέση με τη γενική ικανότητα αντίληψης της αποβιωσάσης και ιδιαιτέρως τη σταθερή συμπεριφορά της κατά τους ουσιώδεις χρόνους. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν ότι με σταθερότητα, ήδη από τις 19.1.2007, εκδήλωσε τη βούλησή της να δωρίσει την οικία στην εφεσείουσα, βούληση που διατήρησε, χωρίς να δείξει δεύτερη σκέψη ή δισταγμό, ακόμα και μετά που η ΜΥ4 της εξήγησε ότι θα παρέμενε υπόλογη για το χρέος. Η μαρτυρία της ΜΥ4 ήταν χαρακτηριστική. Όχι μόνο σχημάτισε την εικόνα ότι η αποβιώσασα ήθελε να δωρίσει στην εφεσείουσα την οικία, όχι μόνο δεν διαπίστωσε δισταγμό, αλλά και της φάνηκε η αποβιώσασα «να είναι μια χαρά». Η συνάντηση με τον κ. Μακρίδη ήταν μακρά και περιεκτική. Ο κ. Μακρίδης δεν περιορίστηκε να εκτελέσει άνευ ετέρου τις οδηγίες της, αλλά ζήτησε εξηγήσεις ενόψει της προηγουμένης, διαφορετικού περιεχομένου, διαθήκης. Ούτε περιορίστηκε να λάβει την υπογραφή της, παρά της διάβασε τα έγγραφα λέξη προς λέξη πριν υπογράψει. Ήταν κι αυτού χαρακτηριστική η αναφορά του ότι η αποβιώσασα επέμενε να γίνει η δωρεά. Δεν παραβλέπουμε ότι στην υπόθεση Inche Noriah θεωρήθηκε ότι υπήρχαν περιστάσεις τέτοιες που κατέστησαν απαραίτητη τη νομική συμβουλή προς την αποβιώσασα, με δεδομένο ότι θα μεταβίβαζε την οικία της που αποτελούσε και την τελευταία περιουσία που της απέμεινε, για το ότι θα μπορούσε να ευεργετήσει το δωρεοδόχο, με το ίδιο τελικό αποτέλεσμα, διά διαθήκης. Όμως, εν προκειμένω, η αποβιώσασα είχε, ως άνω, συντάξει στο παρελθόν δύο διαθήκες με αντικείμενο την επίδικη οικία και συνεπώς είχε γνώση τέτοιας επιλογής. Είναι δε σε σχέση με την αλλαγή στάσης από τη δεύτερη διαθήκη, με την οποία κληροδοτούσε την οικία εξ ίσου στις θυγατέρες της, που ο κ. Μακρίδης της ζήτησε, ως άνω, εξηγήσεις. Δεν παραβλέπουμε επίσης ότι στην υπόθεση Κεφάλας ν. Νικόλα (ανωτέρω) λήφθηκε υπόψη η παράλειψη συμβουλής προς το δωρητή ότι θα μπορούσε να κατοχυρώσει δι΄εγγραφής στο Κτηματολόγιο το δικαίωμα κατοχής και χρήσης εφ΄όρου ζωής, κάτι που δεν έγινε ούτε εν προκειμένω όπως φαίνεται από τη Δήλωση Μεταβίβασης (Τεκμήριο 4). Προκύπτει όμως, φανερά, από το χρόνο, ότι η αποβιώσασα με την επίδικη πράξη ρύθμιζε την τύχη της περιουσίας που της απέμενε, ενόψει του επερχομένου τέλους της, που επήλθε 8 μήνες μετά. Σημειώνουμε σχετικά ότι, με δεδομένο ότι κάθε περίπτωση κρίνεται επί των δικών της γεγονότων και τηρουμένης της δυνατότητας έγερσης του τεκμηρίου στις κατάλληλες περιπτώσεις, η γενικότερη στάση του δικαίου έναντι οικογενειακής φύσεως διευθετήσεων σε σχέση με οικογενειακή περιουσία, που λαμβάνουν δικαιοπρακτική μορφή, είναι ευνοϊκή (Chitty on Contracts, ανωτέρω, para 7-078, σελ. 718). Δεν παραβλέπουμε, επίσης, το γεγονός ότι την επομένη η αποβιώσασα εκδηλώθηκε προς ακύρωση της δωρεάς και εντός ημερών κατεχώρισε σχετική αγωγή, κάτι που το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη στις συνθήκες που εγείρουν σοβαρά, κατά την κρίση του, ερωτηματικά και υποψίες, όπως το έθεσε. Όμως ο προβληματισμός αυτός έγινε χωρίς, ως άνω, να ληφθούν υπόψη οι άμεσες με τον επίδικο χρόνο περιστάσεις. Περιπλέον δε, εντελώς παραβλέφθηκε πρωτοδίκως, ότι πέραν του ότι οι δύο αδελφές, εφεσείουσα-εφεσίβλητη, χαρακτήρισαν τη μητέρα τους ως ευάλωτη στις πιέσεις, φροντίζοντας όμως η καθεμία να ισχυρίζεται ότι ήταν ευάλωτη μόνο σε πιέσεις από την άλλη, δεν προσφέρθηκε κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο που να υποδηλώνει ότι η αποβιώσασα τελούσε υπό την εξουσία της εφεσείουσας ή ότι βρισκόταν σε σχέση βιοτικής ή ψυχολογικής εξάρτησης ή ανάγκης, ως εκ της ηλικίας και/ή της υγείας της, προς την εφεσείουσα. Το συγκεκριμένο στοιχείο που σχετικά τέθηκε στη μαρτυρία είναι προς την αντίθετη κατεύθυνση της κυριαρχίας ή πίεσης που τείνει να καταδείξει. Αναφερόμαστε στην προαναφερθείσα επαναμεταβίβαση, μετά από δωρεά και πάλιν, της επίδικης κατοικίας από την εφεσείουσα στη μητέρα της, δύο χρόνια προηγουμένως. Όσο και αν ο λόγος που το έκανε αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά, που ισχυρίστηκε ότι η επαναμεταβίβαση έγινε λόγω εξόφλησης κάποιου δανείου της εφεσείουσας από τη μητέρα της, δεν είναι χωρίς σημασία το γεγονός πως η εφεσείουσα συνεργάστηκε με τη μητέρα της με αντικείμενο την ίδια περιουσία και την επέστρεψε. Συνεπώς, η μετέπειτα αντίδραση της αποβιωσάσης, που εκδηλώθηκε μετά που έλαβε γνώση η άλλη της θυγατέρα, είναι υπό το φως όλων των περιστάσεων που έπρεπε να συνεκτιμηθεί, περιλαμβανομένης της αμοιβαίας εχθρότητας εφεσίβλητης-εφεσείουσας, χωρίς να της δοθεί η καθοριστική σημασία που της δόθηκε. Για όλους τους παραπάνω λόγους δεν θεωρούμε ότι υπήρχε σχέση τέτοια ή περιστάσεις τέτοιες ώστε χωρίς μαρτυρία για άμεση ψυχική πίεση να μπορούσε να ακυρωθεί η δωρεά επί της συνδρομής των τεκμηρίων κυριαρχίας και ψυχικής πίεσης, τεκμήρια τα οποία δεν έχουν στοιχειοθετηθεί. Κατά συνέπεια, η έφεση θα επιτύχει. Ό,τι θα θέλαμε να προσθέσουμε είναι πως η επίκληση και η εφαρμογή του τεκμηρίου ψυχικής πίεσης από τα Δικαστήρια, ενόψει και της νομοθετικής ρύθμισης στην Κύπρο, αναμένεται να γίνεται με ρητή αναφορά και προσεκτική στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων που τίθενται από το άρθρο 16, τόσο σε σχέση με το ζήτημα της κυριαρχίας επί της θέλησης του άλλου με βάση τα προνοούμενα στο εδάφιο
(2)(α) και (β), όσο και σε σχέση με την εξίσου απαιτούμενη προϋπόθεση του εδαφίου
(3)που απαιτεί στοιχειοθέτηση ότι η συναλλαγή, είτε από μόνη της, είτε από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, φαίνεται ότι είναι υπέρμετρα επαχθής.» Άμεσα σχετική είναι και η υπόθεση Πατατσου ν. Χιλμι κ.ά. ECLI:CY:AD:2017:A201, Πολιτική Έφεση ΑΡ. 300/2011, ημερομηνίας 31.5.2017 στην οποία αναφέρθηκαν οι πιο πάνω αρχές και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που απέρριψε την αγωγή της εφεσείουσας που ζητούσε την ακύρωση της μεταβίβασης στην εγγονή της εφεσίβλητης 2 στην οποία αναφέρονται τα εξής: «Το γεγονός παραμένει ότι η εφεσείουσα ζήτησε τη βοήθειά του με στόχο να κάνει διαθήκη για να κληροδοτήσει το επίδικο ακίνητο, όχι στα παιδιά της, αλλά στα εγγόνια της. Συνεπώς, το γεγονός και μόνο ότι ο δικηγόρος γνώριζε ότι είχε παιδιά και παρά ταύτα επιθυμία της ήταν να αφήσει το εν λόγω περιουσιακό στοιχεία στα εγγόνια της, δεν απαιτούσε περαιτέρω διερεύνηση εκ μέρους του. Η συμβουλή που δόθηκε από το δικηγόρο ήταν ότι τα παιδιά της θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν την εγκυρότητα της διαδικασίας, κάτι για το οποίο δεν υπάρχει αμφισβήτηση. Περαιτέρω, η συμβουλή για μεταβίβαση του ακινήτου επ΄ ονόματι του προσώπου στο οποίο η ίδια επιθυμούσε να δώσει, συνοδευόταν και από παρότρυνση για εφ΄ όρου ζωής δικαίωμα της ίδιας να διαμένει στην οικία που βρισκόταν εντός του ακινήτου. Αυτό που ελλείπει ενδεχομένως από τη συμβουλή που της δόθηκε με αναφορά στην υπόθεση Κεφάλας (πιο πάνω), είναι ότι θα έπρεπε να διασφαλιστεί ότι θα υπήρχαν δεσμεύσεις για τη συντήρηση και τη φροντίδα της εφεσείουσας ως μίας ηλικιωμένης γυναίκας η οποία επισκέφθηκε το δικηγόρο με στόχο να προβεί σε διαθήκη και κατέληξε να αποξενώνεται το μοναδικό και τελευταίο περιουσιακό της στοιχείο. Είναι γεγονός ότι αυτό το στοιχείο δεν περιλαμβάνετο στα θέματα που εξέτασε ο δικηγόρος ή ανέφερε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο στην εφεσείουσα. Όμως, αυτό από μόνο του δεν κρίνουμε ότι καθιστά τη συμβουλή που δόθηκε μη ανεξάρτητη.» Στην περίπτωση μας η αποβιώσασα μετέβη σε δικηγόρο μαζί με την ΜΥ1 και έκανε διαθήκη που άφηνε την περιουσία της στις εναγόμενες 2 και 3. Αφού πληροφορήθηκε, όπως ανέφερε η ΜΥ1, ότι με αυτό τον τρόπο θα λάμβανε η θυγατέρα της κάποιο ποσοστό, τότε προχώρησε και μεταβίβασε το ακίνητο στην εναγόμενη 1, για το λόγο που αναφέρθηκε ανωτέρω, η οποία με τη σειρά της το μεταβίβασε στις θυγατέρες της εναγόμενες 2 και 3, όπως ήταν η επιθυμία της αποβιώσασας. Σε άλλο μέρος της απόφασης, πιο κάτω, αναφέρονται τα εξής: «Με το δεύτερο λόγο έφεσης η εφεσείουσα αμφισβητεί την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η δωρεά δεν ήταν προϊόν ψυχικής πίεσης. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι το συμπέρασμα ότι η εφεσείουσα είχε εκφράσει επανειλημμένα την επιθυμία να κληροδοτήσει το επίδικο ακίνητο στα παιδιά του εφεσίβλητου 1 και ότι είχε αναπτυχθεί μεταξύ της εφεσείουσας και της εφεσίβλητης 2 μια ιδιαίτερα στενή σχέση, στηρίζεται στη μαρτυρία των εφεσιβλήτων, χωρίς οι θέσεις αυτές να υποβληθούν στην εφεσείουσα κατά την αντεξέταση. Κατ΄ αρχήν, επισημαίνουμε ότι το κατά πόσο μία σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης, προνοείται στο άρθρο 16 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, το οποίο προβλέπει ως ακολούθως: ................ ............... Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε, ορθά κατά την κρίση μας, ότι η παρούσα περίπτωση κατατάσσεται στη δεύτερη κατηγορία, με αποτέλεσμα να ενεργοποιείται το τεκμήριο της ψυχικής πίεσης του άρθρου 16
(2). Για να καταρριφθεί το εν λόγω τεκμήριο, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι ο δωρητής ενήργησε ανεξάρτητα από οποιανδήποτε επιρροή του δωροδόχου και με πλήρη συνείδηση του τι έπραττε. Το βάρος απόδειξης στην προκείμενη περίπτωση ευρίσκετο στους ώμους των εφεσίβλητων. Η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η εφεσείουσα εξέφρασε επανειλημμένα την επιθυμία να κληροδοτήσει το επίδικο ακίνητο στα παιδιά του εφεσίβλητου 1, είναι αποτέλεσμα της αξιολόγησης της προσαχθείσας μαρτυρίας, την οποία θεωρούμε ορθή. Δεν μπορούμε παρά να σημειώσουμε ότι η μαρτυρία της ίδιας της εφεσείουσας κατά την κυρίως εξέταση ήταν ιδιαίτερα λιτή. Όσον αφορά το παράπονό της για το οποίο καταχώρησε την επίδικη αγωγή, ανέφερε τα εξής, στη σελίδα 53 των πρακτικών: «Α. Εκλέψαν μου το οικόπεδο μου. Επήαμε στο κτηματολόγιο και εκουβέντιαζα εγώ με τη γεναίκα του κτηματολογίου, ώσπου να πω τα ονόματα των μωρών, τέσσερα μωρά που τους έκαμα τη διαθήκη μου είπε «έλα δαχαμέ», επήαμε σε ένα τόπο τζιαι υπόγραψα». Αυτή εν ήταν διαθήκη.» Καμιά αναφορά δεν γίνεται στην κυρίως εξέτασή της σε πιέσεις που δέχτηκε για να κάμει διαθήκη, ούτε ανέφερε οτιδήποτε σε σχέση με το δικογραφημένο ισχυρισμό των εφεσιβλήτων ότι είναι η ίδια που εξέφραζε την επιθυμία να κληροδοτήσει το επίδικο ακίνητο στα παιδιά του εφεσίβλητου
- Πέραν τούτου, κατά την αντεξέταση, ερωτήθηκε για την επιθυμία της να κάμει διαθήκη, επανειλημμένα μάλιστα. Σημειώνουμε τη σαφή απάντηση που έδωσε μετά από διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου, όπου επανέλαβε ότι στόχος της ήταν να κάνει διαθήκη και να κληροδοτήσει το ακίνητο στα παιδιά του εφεσίβλητου
- Το γεγονός ότι η εφεσείουσα σε κάποια στάδια της αντεξέτασής της ισχυριζόταν ότι δεν είχε τέτοια επιθυμία, δεν αλλοιώνει και δεν μπορεί να επηρεάσει το εύρημα του Δικαστηρίου το οποίο στηρίζεται στην υπόλοιπη αποδεκτή μαρτυρία. Είναι σημαντικό πιστεύουμε να σημειωθεί ότι στις λεπτομέρειες απάτης, δόλου, ψευδών παραστάσεων, ψυχικής πίεσης και/ή εξαναγκασμού και/ή παραπλάνησης του αρχικού δικογράφου καθώς και στις περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες που διατυπώθηκαν αργότερα περιλαμβάνονται πολύ περισσότερες θέσεις οι οποίες τελικά δεν προωθήθηκαν.» Στην υπό κρίση υπόθεση διαπιστώνεται σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ότι η αποβιώσασα δεν υπέφερε από άνοια ή Alzheimer κατά τον επίδικο χρόνο που αναφέρεται ανωτέρω έτσι ώστε να θεωρείται ότι είχε κάποια πνευματική έλλειψη που δεν της επέτρεπε, είτε να έχει δικαιοπρακτική ικανότητα, είτε να μην δύναται να διαχειριστεί τις υποθέσεις της. Η αρχική απόφαση της να αφήσει την περιουσία της με διαθήκη στις εναγόμενες 2 και 3, όπως και οι συχνές επαφές, επικοινωνία, με ανταλλαγή επισκέψεων της αποβιώσασας και των εναγομένων στα σπίτια τους και της καθιέρωσης σχεδόν κάθε Κυριακή να γευματίζουν στο σπίτι των εναγομένων, όπως και οι περίπατοι με αυτοκίνητο των εναγόμενων, η συγγένεια μεταξύ τους, ότι έκαναν μαζί το Πάσχα, τα Χριστούγεννα και άλλες εορτές, καθώς και τα γενέθλια της αποβιώσασας, δεν αποτελούν στοιχεία τέτοια ώστε να τεκμηριώνουν αντικειμενικά κρινόμενα δόλο, όταν σύμφωνα με την εναγόμενη 3, ΜΥ2, της οποίας τη μαρτυρία το Δικαστήριο αποδέχτηκε, το μόνο που της πρόσφεραν ήταν αγάπη και στοργή χωρίς καμιά, αιχμή, προτροπή, πίεση ή επηρεασμό ή κάποιου είδους εξαπάτηση, ή με ανέντιμο ή μη ηθικό τρόπο, για τα οποία αυτά τα τελευταία δεν παρουσιάστηκε καμιά συγκεκριμένη και σαφής μαρτυρία από την πλευρά της ενάγουσας. Ως εκ τούτου δεν έχει αποδειχθεί δόλος. Ως προς τη ψυχική πίεση, έχοντας υπόψη τις υποθέσεις Χατζηπαύλου και Πατάτσου, ανωτέρω, αλλά και την άλλη νομολογία που το Δικαστήριο ανέφερε, λαμβάνοντας υπόψη τη στενή συγγενική σχέση μεταξύ της αποβιώσασας και της εναγόμενης 1 και των εναγομένων 2 και 3, καθώς και των στενών σχέσεων που δημιουργήθηκαν μεταξύ τους, μετά την εγχείριση της αποβιώσασας, όπως αυτές περιγράφηκαν πιο πάνω, κρίνω ότι υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ τους και ενεργοποιείται το τεκμήριο άσκησης ψυχικής πίεσης, το οποίο σημαίνει ότι το βάρος απόδειξης βρίσκεται επί των ώμων της εναγόμενης 1 και των εναγόμενων 2 και 3, το οποίο αυτές πλέον πρέπει να αποσείσουν. Για να καταρριφθεί το εν λόγω τεκμήριο το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι η αποβιώσασα ενήργησε ανεξάρτητα από οποιονδήποτε επιρροή μεταξύ δωρεοδόχου, εναγόμενης 1 αλλά εδώ και των εναγόμενων 2 και 3 στις οποίες η αποβιώσασα επιθυμούσε να περιέλθει η περιουσία της και το επίδικο ακίνητο που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας αγωγής, όπως τελικά και έγινε. Καταρχάς όταν εξέφρασε την επιθυμία της στην ΜΥ1 να δωρίσει την περιουσία της στις εναγόμενες 2 και 3, αποδέχθηκε τη συμβουλή και, παρότρυνση ή προτροπή της ΜΥ1 να μην το κάνει και να προχωρήσει σε κατάρτιση και υπογραφή διαθήκης, έτσι ώστε σε περίπτωση που άλλαζε γνώμη να μπορούσε να την ανακαλέσει ή να την ακυρώσει, όπως και έπραξε πηγαίνοντας μαζί με την ΜΥ1 σε δικηγόρο που γνώριζε η τελευταία. Η μεταγενέστερη απόφαση της να δωρίσει την περιουσία της και δη το επίδικο ακίνητο, που είναι και το αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης στην εναγόμενη1, ήταν το αρνητικό αποτέλεσμα της ενέργειας της ενάγουσας να προσπαθήσει δια της δικαστικής οδού να την κηρύξει ανίκανο πρόσωπο, κατά το χρόνο που αναφέρθηκε ανωτέρω, η οποία προκάλεσε το θυμό και την οργή της αποβιώσασας, που ακόμα και αν θεωρηθεί απερίσκεπτη, παρορμητική, ελαφριά τη καρδία, ή και εκδικητική, δε μπορεί να χρεωθεί ως ενέργεια των εναγομένων οι οποίες αποδέχθηκαν την δωρεά της. Η ενέργεια της να μεταβιβάσει δυνάμει δωρεάς το εν λόγω επίδικο ακίνητο στην εναγόμενη 1, η οποία έγινε για λόγους μη καταβολής φορολογίας αφού η επιθυμία της αποβιώσασας ήταν να το μεταβιβάσει στις εναγόμενες 2 και 3, καταδεικνύει ότι, εν γνώσει της πλέον, αφού είχε μεταβεί σε δικηγόρο και της έκανε διαθήκη, όπως τη συμβούλεψε η ΜΥ1 ότι τούτο θα ήταν προτιμότερο σε περίπτωση που άλλαζε γνώμη και αφού έμαθε ότι μετά το θάνατο της θα λάμβανε μερίδιο η ενάγουσα, ήθελε να δωρίσει άμεσα τούτο στην εναγόμενη 1 και ενήργησε ανεξάρτητα από οποιανδήποτε επιρροή των εναγομένων και με πλήρη συνείδηση των πράξεων της. Περαιτέρω, όσο επαχθές και σε βάρος κάποιου είναι η μεταβίβαση περιουσίας σε άλλο δια δωρεάς, όταν δεν λαμβάνει οιονδήποτε χρηματικό ή άλλο αντίτιμο και δη στη συγκεκριμένη περίπτωση τόσης μεγάλης αξίας, η αποβιώσασα δεν άφησε απροστάτευτο τον εαυτό της αφού όπως ανέφερε η εναγόμεμη3, ΜΥ2, την επικαρπία των διαμερισμάτων την άφησε προς όφελος της και λάμβανε τα ενοίκια από τα 5 διαμερίσματα μέχρι που απεβίωσε, ενώ και μετά το θάνατο της, ένεκα ότι δεν γνώριζαν τούτο οι εναγόμενες 2 και 3, ο ΜΕ3 εισέπραττε τα ενοίκια μέχρι που πληροφορήθηκαν το θάνατο της αποβιώσασας οι εναγόμενες 2 και
- Το γεγονός ότι από το έτος 2009-2010 ή έστω από το τέλος του 2005, αφού από τα Τεκμήρια 9 και 10, φαίνεται ότι είχαν επαφή μαζί της μέχρι τον Σεπτέμβρη και Οκτώβρη του 2005, ή ακόμη μέχρι το 2007, Τεκμήριο 11, αν το δεχόταν το Δικαστήριο, που δεν το δέχεται, δεν είχαν πλέον επαφή μαζί της δεν ανατρέπει το παραπάνω συμπέρασμα, δηλαδή ότι η αποβιώσασα ενήργησε ελευθέρα και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε επιρροή των εναγομένων και με πλήρη συνείδηση του τι έπραττε. Η μη ανεύρεση της από τις εναγόμενες μετά το 2009-2010 στο διαμέρισμα της, αν και ανέφερε η ΜΥ2 ότι την έψαξαν σε διάφορα γηροκομεία και δεν την εντόπισαν, έστω και αν μπορεί να δεικνύει κάποια μορφή αδιαφορίας γιατί θα μπορούσαν να προβούν σε περαιτέρω προσπάθειες για ανεύρεση της σε όλα τα γηροκομεία της Λευκωσίας, που δεν είναι εκατοντάδες, ακόμη και με τηλεφωνήματα, εντούτοις δεν μπορεί τούτη η αδιαφορία να ανατρέψει την παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου ότι η αποβιώσασα ενήργησε ελεύθερα και ανεξάρτητα από οποιανδήποτε επιρροή των εναγομένων και με πλήρη συνείδηση των πράξεων της. Τοιουτοτρόπως απορρίπτεται και αυτή η θέση της ενάγουσας και δεν αποδεικνύεται ψυχική πίεση. Πριν την τελική κατάληξη του Δικαστηρίου να αναφέρω ότι, αφού είπε η ΜΥ1 ότι το ορθό κατά την άποψη της είναι οι γονείς να αφήνουν την περιουσία στα παιδιά τους και η εναγόμενη 3 άφησε ανοικτό παράθυρο προς αυτή την κατεύθυνση για κάποιο μερίδιο, ίσως τώρα είναι η ώρα που δεν έχει εκδικαστεί η άλλη υπόθεση, της οποίας το αποτέλεσμα δεν μπορεί να το γνώριζε κανείς, να υλοποιήσουν οι εναγόμενες 2 και 3 ό,τι άφησε η εναγόμενη 3 να νοηθεί. Με όλα όσα πιο πάνω το Δικαστήριο προσπάθησε να αναλύσει και να εξηγήσει η αγωγή απορρίπτεται πλέον έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίο της ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ. (Υπ.): ......... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο