Επί τοις αφορώσι τον ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΠΙΡΙΛΛΗ, Αρ. Αίτησης: 96/2014, 29/7/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:A19 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΝ Ενώπιον: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 96/2014 Επί τοις αφορώσι τον XXXXX ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΠΙΡΙΛΛΗ Α.Δ.Τ. XXXXX7479, τέως εκ Παραλιμνίου, αποβιώσας ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 6.2.2020 ΓΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 20.1.2020 ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 8.8.2019 ΓΙΑ ΚΑΘΟΡIΣΜΟ ΤΗΣ ΑΜΟΙΒΗΣ ΤΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29 Ιουλίου, 2020 Εμφανίσεις: Αιτητής παρών αυτοπροσώπως Για τον καθ΄ ου η αίτηση: κα Μιχαήλ για δρ. Ανδρέα Π. Ποιητή & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο αιτητής με την παρούσα αίτηση επιδιώκει την έκδοση διατάγματος τροποποίησης της ένστασης του ημερομηνίας 20.1.2020 με την προσθήκη νομικής βάσης, ως αυτή καταγράφεται στην αίτηση του, καθότι, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του που συνοδεύει αυτή, εκ λάθους δεν περιέλαβε στην ένσταση. Η αίτηση του βασίζεται στην Δ.25 θ.1, Δ.48 θ. 1, 2 και 8(ι) και
(2). Ο καθ΄ ου η αίτηση έφερε ένσταση προβάλλοντας ως λόγους ένστασης ότι (α) η αίτηση και/ή η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και/ή παράτυπη και/ή αντικανονική και (β) η αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει γιατί οι κανονισμοί στους οποίους βασίζεται δεν επιτρέπουν την τροποποίηση ένστασης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του καθ΄ ου η αίτηση (διαχειριστή) ο οποίος επαναλαμβάνει τους πιο πάνω λόγους ένστασης. Η ένσταση βασίζεται στην Δ.48 θ.1-4, 8 και 9, Δ.25 θ. 1 και Δ.
- Ο αιτητής προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου παρέδωσε γραπτή αγόρευση, ενώ συμπλήρωσε αυτή με προφορική αγόρευση. Στη γραπτή του αγόρευση ασχολείται με το θέμα καθορισμού της αμοιβής του καθ΄ ου η αίτηση ως διαχειριστή και δεν αναφέρεται καθόλου στο αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης του. Στην προφορική αγόρευση του εισηγήθηκε ότι η ένσταση του καθ΄ ου η αίτηση είναι «ληξιπρόθεσμη», εννοώντας εκπρόθεσμη και δεν θα πρέπει το Δικαστήριο να τη λάβει υπόψη. Από την άλλη, η συνήγορος που παρουσιάστηκε για τους δικηγόρους του καθ΄ ου η αίτηση, στη γραπτή αγόρευση, αφού αναφέρεται τι ζητείται με την αίτηση και στη συνέχεια παραθέτει την Δ.25 θ.1, εισηγείται, με επίκληση σχετικής νομολογίας, ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί επειδή η Δ.25 θ.1 δεν αναφέρεται σε τροποποίηση ένστασης. Ακόμη και αν αναφέρετο στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης η Δ.25 θ.5 και 6 και πάλι πρέπει να απορριφθεί αφού, κατ΄ αυτή, η ορθή νομική βάση είναι η Δ.
- Σε ότι αφορά τη θέση του αιτητή ότι η ένσταση του καθ΄ ου η αίτηση είναι εκπρόθεσμη ανέφερε ότι αυτή δεν είναι εκπρόθεσμη. Αρχίζοντας από το θέμα κατά πόσο η ένσταση είναι εκπρόθεσμη παρατηρώ ότι σύμφωνα με το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 13.3.2020 το Δικαστήριο όρισε την αίτηση στις 10.4.2020 για ακρόαση, ενώ έδωσε οδηγίες όπως η ένσταση καταχωρηθεί εντός δέκα ημερών από τις 13.3.
- Όμως λόγω της πανδημίας του κοροναϊου εκδόθηκαν διάφορες Κ.Δ.Π. από τον Υπουργό Υγείας σχετικές με τη διακίνηση των πολιτών, όπως και οδηγίες από το Ανώτατο Δικαστήριο σύμφωνα με τις οποίες δεν επιτρεπόταν η προσέλευση δικηγόρων, διαδίκων και πολιτών στο Δικαστήριο πλην στις απόλυτα αναγκαίες περιπτώσεις. Μάλιστα προς το σκοπό αντιμετώπισης της κατάστασης που δημιουργήθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε Διαδικαστικό Κανονισμό σύμφωνα με τον οποίο αναστέλλονταν και/ή παρατείνονταν οι προθεσμίες που προβλέπονται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και το Νομοθετικό Σώμα ψήφισε τροποιητικό νόμο του άρθρου 31 του περί Ερμηνείας Νόμου ΚΕΦ.1 με το οποίο παρατείνετο η όποια προθεσμία ή χρόνος προβλεπόταν σε νόμο ή κανονισμό παραγραφής για καταχώριση αγωγής ή λήψη μέτρων εκτέλεσης δικαστικής απόφασης για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Ένεκα της έκτακτης κατάστασης που περιήλθαν και τα Δικαστήρια δεν κατέστη δυνατή η ακρόαση της αίτησης στις 10.4.2020 αφού δεν ήταν δυνατή η παρουσία του αιτητή, του καθ΄ ου η αίτηση και δικηγόρου του. Στις 9.6.2020, όταν πλέον ήρθη η Κ.Δ.Π. που, ουσιαστικά, δεν επέτρεπε την παρουσίαση των διαδίκων στο Δικαστήριο, το Δικαστήριο αφού προηγουμένως έδωσε οδηγίες να ειδοποιηθεί ο αιτητής και ο δικηγόρος του καθ΄ ου η αίτηση να παρουσιαστούν κατ΄ εκείνη την ημέρα, δηλαδή στις 9.6.2020, αφού βεβαιώθηκε ότι ενημερώθηκαν, γεγονός που φαίνεται από σημείωμα με κόκκινο μελάνι που είναι καρφιτσωμένο στο εξωτερικό μέρος της πρόσοψης του φακέλου, επιλήφθηκε της αίτησης αυτής, όπως και της αίτησης 8.8.2019 και της αίτησης της διαχείρισης στις 9.6.2020 η ώρα 9:32, ότε και διαπίστωσε ότι ο αιτητής ήταν απών, ενώ ο καθ΄ ου η αίτηση και η δικηγόρος κα Μιχαήλ ήταν παρόντες. Κατ΄ αυτή την ημερομηνία το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως η ένσταση του καθ' ου η αίτηση καταχωρηθεί μέχρι τις 22.6.2020 και η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση την 1.7.2020 η ώρα 9:
- Συνάμα, παρόλο που έπρεπε ο αιτητής να εμφανιστεί και δεν εμφανίσθηκε, το Δικαστήριο έδωσε νέες οδηγίες να ειδοποιηθεί ο αιτητής ξανά, πράγμα που έγινε στις 10.6.2020, που προφανώς παρουσιάστηκε ο αιτητής στον Πρωτοκολλητή, όπου παρέλαβε την γραπτή ειδοποίηση και υπέγραψε σε αυτή ότι την παρέλαβε στις 10.6.
- Σημειώνεται ότι στην γραπτή ειδοποίηση ημερομηνίας 10.6.2020 που υπέγραψε ο αιτητής ότι την παρέλαβε αναφέρεται ξεκάθαρα στην τέταρτη γραμμή «η ένσταση να καταχωρηθεί μέχρι 22.6.2020». Δεν θα σχολιάσω την παράβλεψη αυτή του αιτητή, παρά μόνο ότι αν ήταν πιο προσεκτικός δεν θα ασχολείτο, αχρείαστα, το Δικαστήριο με αυτό το θέμα, αφού ο καθ΄ ου η αίτηση καταχώρισε την ένσταση του στις 9.6.2020, ήτοι την ίδια ημέρα που εμφανίστηκε ενώπιο του Δικαστηρίου που δόθηκαν και οι σχετικές οδηγίες καταχώρισης της ένστασης και σίγουρα πολλές ημέρες πριν τις 22.6.2020 που ήταν η τελευταία μέρα καταχώρισης της ένστασης. Ως εκ των πιο πάνω η σχετική θέση του αιτητή απορρίπτεται. Το επόμενο θέμα που χρήζει εξέτασης είναι η θέση του καθ΄ ου η αίτηση στην ένσταση και η εισήγηση των δικηγόρων του στην γραπτή αγόρευση τους ότι η αίτηση δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση αφού αυτή εδράζεται στην Δ.25 θ.1 η ποία αφορά τροποποίηση κλητηρίου εντάλματος και όχι αίτησης ή ένστασης. Η Δ.25 θ.1-9 προνοεί: «1.
(1)Μετά την καταχώρηση αλλά πριν την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, ο ενάγων δύναται οποτεδήποτε χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα του. Προς τούτο καταχωρείται τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με ανάλογη ένδειξη: Νοείται ότι σε περίπτωση περισσότερων εναγομένων, επίδοση κλητηρίου εντάλματος εννοείται σε οποιοδήποτε εξ αυτών.
(2)Μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30, επιτρέπεται άπαξ η τροποποίηση του χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρούνται τα τροποποιημένα δικόγραφα με ανάλογη ένδειξη: Νοείται ότι, όπου ο ενάγων καταχωρεί τροποποιημένο κλητήριο ή έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος καταχωρεί εντός 15 ημερών από την επίδοση, ανάλογα με την περίπτωση, τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης. Όπου ο εναγόμενος τροποποιεί το δικόγραφο του, ο ενάγων καταχωρεί εντός 15 ημερών από την επίδοση του, τροποποιημένη απάντηση, όπου χρειάζεται. Νοείται ότι, όπου η έκδοση της κλήσης οδηγιών καταχωρείται από διάδικο ταυτόχρονα με τη συμπλήρωση της δικογραφίας, τότε η άπαξ τροποποίηση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου δύναται να γίνει εντός περαιτέρω περιόδου 15 ημερών.
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.
- Όταν οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή οποιοδήποτε δικόγραφο τροποποιηθεί, μετά από άδεια του Δικαστηρίου, πρέπει να σημειωθεί σ' αυτό η ημερομηνία του διατάγματος σύμφωνα με το οποίο τροποποιήθηκε και της ημέρας κατά την οποία έγινε η τροποποίηση αυτή, με τον ακόλουθο τρόπο, δηλαδή: «Τροποποιήθηκε την ....................... ημέρα του ....................... σύμφωνα με διάταγμα ημερομηνίας .......................του .......................»
- Εάν διάδικος, ο οποίος έλαβε διάταγμα για άδεια να τροποποιήσει, δεν τροποποιήσει σύμφωνα με αυτό εντός της προθεσμίας που καθορίζεται στο διάταγμα ή αν δεν καθορίζεται σ' αυτό προθεσμία, τότε εντός δεκαπέντε ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος, τέτοιο διάταγμα για τροποποίηση, αφού εκπνεύσει η προθεσμία που καθορίζεται όπως ελέχθη πιο πάνω, ή οι δεκαπέντε μέρες, ανάλογα με την περίπτωση, θα καθίσταται ipso facto άκυρο, εκτός εάν η προθεσμία παραταθεί από το Δικαστήριο.
- Όταν οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή οποιοδήποτε δικόγραφο τροποποιηθεί, το τροποποιημένο έγγραφο πρέπει να παραδοθεί στον αντίδικο μαζί με επίσημο αντίγραφο του διατάγματος που παρέχει άδεια για τροποποίηση, εντός του χρόνου που επιτρέπεται για τροποποίηση.
- Το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία.
- Γραφικά λάθη σε δικόγραφα, αποφάσεις ή διατάγματα, ή λάθη που προκύπτουν σ' αυτά από οποιοδήποτε τυχαίο σφάλμα ή παράλειψη, μπορούν σε οποιοδήποτε χρόνο να διορθωθούν ανάλογα με τη φύση και έκταση του λάθους από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης, γραπτής ή προφορικής, χωρίς δικαίωμα έφεσης.
- Οι διατάξεις της Δ.25 εφαρμόζονται κατ' αναλογία και στις διαδικασίες που λαμβάνονται στα Δικαστήρια Ειδικής Δικαιοδοσίας ανεξαρτήτως του τρόπου έναρξης της διαδικασίας σ' αυτά και οι έννοιες του κλητηρίου και της αγωγής στις Δ.25, θα διαβάζονται ανάλογα.
- Οι διατάξεις της Δ.25 εφαρμόζονται σε αγωγές που καταχωρήθηκαν από 1.1.2015, αναστέλλεται όμως η εφαρμογή τους αναφορικά και μόνο σε αγωγές κλίμακας πέραν των €10.000 μέχρι τις 31.12.2015: Νοείται ότι για αγωγές που καταχωρήθηκαν μέχρι και 31.12.2014 και αγωγές κλίμακας πέραν των €10.000 που καταχωρήθηκαν μέχρι 31.12.2015, θα εξακολουθήσουν να εφαρμόζονται μέχρι την αποπεράτωσή τους, οι πρόνοιες των διατάξεων της Διαταγής 25 που ίσχυαν πριν την 1.1.
- Από 1.1.2016, οι Διατάξεις της υφιστάμενης Δ.25 θα τυγχάνουν, ασχέτως κλίμακας, καθολικής εφαρμογής.» Διαπιστώνεται ότι η Δ.25 θ.1, επί της οποίας εδράζεται η αίτηση, αφορά την τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος, πριν την επίδοση του, χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου και ουδόλως αναφέρεται σε τροποποίηση αίτησης ή ένστασης. Επομένως δεν τυγχάνει εφαρμογής η Δ.25 θ.1 επί της οποίας βασίζεται η αίτηση για τροποποίηση της ένστασης με την προσθήκη νομικής βάσης σε αυτή. Σε τέτοια περίπτωση που μια αίτηση ή ένσταση δεν εδράζεται στην ορθή νομική βάση οι συνέπειες είναι καταλυτικές. Στην υπόθεση Μάριος Μαχλουζαρίδης v. Χρίστου Ιωαννίδη κ.ά.
(1990)1 ΑΑΔ 965, 969-971, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Kouppa and Another v. Vassiliades* αποφασίστηκε ότι σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 θ. 1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην υπόθεση Kouppa συνοψίζεται στο πιο κάτω απόσπασμα: "The specification of the rules relied upon in interlocutory proceedings is not, to my comprehension, a matter of mere formality but a substantive procedural provision that should be strictly adhered to. For interlocutory proceedings are proceedings of an extraordinary nature in that deliberations are made without a complete trial, the normal process through which a cause is ventilated before the Court. Hence procedural safeguards designed to elicit the questions in issue and put the matter in a proper perspective should be meticulously observed especially mandatory provisions like those set out in Ord. 20 48 r.l. It is no accident that the legal substratum of an application must, unlike the statement of claim, be specified for there are compelling reasons that side issues should be succinctly defined both legally and factually so that the Court may, without undue delay, deal with them and thus pave the way for the trial of the main issues in dispute." Σε μετάφραση: "Ό καθορισμός των θεσμών στους οποίους στηρίζεται το ενδιάμεσο δικονομικό μέτρο (αίτηση με κλήση) δεν είναι όπως κατανοώ μόνο θέμα τύπου αλλά ουσιαστική δικονομική διάταξη, η οποία πρέπει να ακολουθείται αυστηρά εν όψει του ότι η ενδιάμεση διαδικασία συνιστά διαδικασία ασυνήθη χαρακτήρα, για το λόγο ότι τα επίδικα θέματα εκδικάζονται έξω από το πλαίσιο της ολοκληρωμένης δίκης που αποτελεί τη συνήθη οδό για την εκδίκαση των επίδικων θεμάτων. Συνεπώς τα δικονομικά εχέγγυα τα οποία αποβλέπουν στον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και του πλαισίου εκδίκασης τους πρέπει να τηρούνται με σχολαστικότητα ιδιαίτερα στην περίπτωση των επιτακτικών προνοιών της Δ.48 θ.1. Δεν είναι τυχαίο ότι το νομικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει, αντίθετα με την έκθεση απαιτήσεως, να καθορίζεται· συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι που επιβάλλουν όπως παρεμφερή θέματα προσδιορίζονται τόσο νομικά όσο και πραγματικά με ακρίβεια ώστε το Δικαστήριο, χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση, να είναι σε θέση να τα εξετάσει και με αυτό τον τρόπο να επιστρώσει το έδαφος διά την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς." Συμφωνούμε με τις αρχές που διατυπώνονται στην Kouppa ως προς το δικονομικό πλαίσιο το οποίο διέπει την έγκυρη έγερση ενδιάμεσων αιτήσεων.» Στην υπόθεση Ευδόκιος Σάββα v. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (Αρ. 2)
(1992)1 ΑΑΔ 1146, αναφέρθηκαν τα εξής: «Το δεύτερο θέμα που έχει τεθεί, αλλά που πρέπει να επιλυθεί ως πρώτο κατά λογική προτεραιότητα, είναι το παραδεκτό των δύο αιτήσεων οι οποίες, όπως επεσήμανε και το πρωτόδικο δικαστήριο, δεν συνάδουν με τις διατάξεις της Δ.48 Θ.2 που επιβάλλουν τον προσδιορισμό σε ενδιάμεσες αιτήσεις των άρθρων του νόμου και των θεσμών πολιτικής δικονομίας στις οποίες εδράζονται. Ενδιάμεσες αιτήσεις που εδράζονται στις πρόνοιες της Δ.48 πρέπει απαρέγκλιτα να προσδιορίζουν τις νομικές διατάξεις στις οποίες βασίζονται. (Βλ. Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη και 'Αλλων (Πολιτική Έφεση αρ. 7684, αποφασίστηκε στις 21/11/90)). Η υποχρέωση αυτή, όπως ρητά αναφέρεται στην Δ.48 Θ.2, ισχύει, εκτός όπου γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, στους δικονομικούς θεσμούς.» Στην υπόθεση Evand Promotions Ltd κ.ά.
(1998)1 ΑΑΔ 736, 745, ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Ενδιάμεσες αιτήσεις καταχωρούνται μέσα στα πλαίσια κυρίων αγωγών βάσει της Δ.48 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Η απλή επίκληση της Δ.48 δεν παρέχει αφ' εαυτής δικαίωμα καταχώρισης οποιασδήποτε αίτησης. Η Δ.48 διαγράφει μόνο το δικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να υποβληθεί μία ενδιάμεση αίτηση εφ' όσον αυτή έχει ως νομικό υπόβαθρο ειδικό άρθρο του Νόμου ή ειδικό Θεσμό (specific section of the Law or specific Rule of Court). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965, με αναφορά στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Kouppa and another v. Vassiliades
(1981)1 J.S.C. 120, σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο ειδικό άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και ή τον ειδικό θεσμό ή τους θεσμούς που το στοιχειοθετούν, παρέχοντας την απαραίτητη δικαιοδοσία στο δικαστή, αποτελεί σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48, Θ.1, όρο απαράβατο για την έγκυρη χρήση του δικονομικού αυτού μέτρου (βλ., επίσης, Ματθαίου κ.ά. v. Άνιφτου
(1992)1 Α.Α.Δ. 529). Εξ άλλου, σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η λεγόμενη εγγενής ή, άλλως, σύμφυτη εξουσία (inherent power) του δικαστηρίου, η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το Δικαστήριο και τις ανάγκες της ύπαρξής της για τη λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου, δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου που προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα της ίδιας της ύπαρξής της ούτε, κατά κανόνα, αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς. Με άλλα λόγια, η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, εκεί όπου δεν υπάρχει ειδική πρόνοια, είτε στο νόμο είτε στους θεσμούς, δεν μπορεί, κατά κανόνα, να αποτελέσει από μόνη της, με την απλή επίκλησή της, αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση για ένα συγκεκριμένο διάβημα. Κατ' εξαίρεση, απλή επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που η τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου. (Βλ., Markides Europa v. Vassos Eliades Ltd
(1984)1 C.L.R. 189, όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Τουβλ. Γίγας Λτδ. ν. Ουστά (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 109.)» Ίδια ήταν η προσέγγιση στην υπόθεση Άριστος Αλεξάνδρου Ματθαίου κ.ά. v. Ανδρέα Α. Νικολή άλλως Άνιφτου
(1992)1 ΑΑΔ 529, 532, Μάριου Κουλέρμου v. Ξένιας Κουμπαρίδου
(2000)1 ΑΑΔ 493 και Σταύρος Χριστοφόρου v. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοΐζος Ιορδάνους Λίμιτεδ
(2001)1 ΑΑΔ 743, 747, Γιαννάκης Φλουρέντζου κ.ά. ν. Cashgrove Betting Ltd κ.ά.
(2007)1 ΑΑΔ 393, όπως και στην υπόθεση Παναγιώτη Ιωάννου ν. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά. Πολιτική Έφεση Αρ. 181/10 ημερομηνίας 29/07/2014, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «.υποβάλλουν ότι η μη συμπερίληψη στη νομική βάση της αίτησης τόσο του άρθρου 25
(3)του Ν.14/1960 όσο και της Δ.35 θ.8 αποτελεί επαρκή λόγο για απόρριψη της αίτησης. Παρέπεμψαν σχετικά στις υποθέσεις Dora Holdings Ltd v. Eθνική Τράπεζα της Ελλάδος
(2010)1 Α.Α.Δ. 649 και Ashot Egiazaryan κ.α. ν. Denovo investments Ltd κ.α., Πολ. Εφ. 75/11 ημερ. 19.2.13. Ο υπό κρίση λόγος ένστασης κρίνουμε ότι ευσταθεί. Η αίτηση δεν βασίζεται ούτε στο άρθρο 25
(3)του Ν.14/1960 το οποίο παρέχει στο Εφετείο την εξουσία να δέχεται, μεταξύ άλλων, περαιτέρω αποδεικτικά μέσα ή και να επανακροάται μαρτύρων, ούτε στη Δ.35 θ.8 που αποτελεί τη σχετική δικονομική διάταξη που διέπει το θέμα. Όπως δε τονίστηκε στην υπόθεση Ashot Egiazaryan (ανωτέρω) η οποία μνημονεύει την σχετική επί του θέματος νομολογία, επειδή το άρθρο 25
(3)είναι δικαιοδοτικό «.οι εφεσείοντες όφειλαν να εστιάσουν ιδιαιτέρως την προσοχή τους σ΄ αυτό, ιδιαιτέρως διότι η νομολογία είναι αποκαλυπτική στο ότι οποιαδήποτε αίτηση θα πρέπει να αναφέρει το νόμο και τους κανονισμούς στους οποίους βασίζεται ως απαραίτητο στοιχείο εγκυρότητας του δικονομικού μέτρου». Ο εφεσείοντας, όμως, δεν εστίασε την προσοχή του στη πτυχή αυτή και παραγνώρισε την ανάγκη συμπερίληψης στη νομική βάση της αίτησης τόσο του δικαιοδοτικού άρθρου 25
(3)του Ν.14/1960 όσο και της δικονομικής διάταξης που είναι η Δ.35 θ.8 και λαμβανομένου υπόψη ότι είχε την ευκαιρία να θεραπεύσει τις παραλείψεις αυτές και δεν το έπραξε, η αίτηση εξ αυτού και μόνο του λόγου υπόκειται σε απόρριψη ως απογυμνωμένης νομικής θεμελίωσης.» Στην υπόθεση Kozinskaya River Limited κ.ά. ν. KLCC Holdings Limited, Πολιτική Έφεση Ε43/2013, ημερομηνίας 23.3.2017, λέχθηκαν τα κατωτέρω: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο, εν προκειμένω, διαπίστωσε ότι το αίτημα των εφεσειόντων με βάση την ανυπαρξία αγώγιμου δικαιώματος, δεν είχε δικονομικό έρεισμα λόγω της απουσίας οποιασδήποτε αναφοράς στο νομικό βάθρο της αίτησης στη Δ.27,θ.3. Διαπίστωση που επισήμανε την αποτυχία της αίτησης των εφεσειόντων χωρίς την ανάγκη περαιτέρω εξέτασης, εφόσον για να είναι έγκυρο ένα δικονομικό μέτρο, θα πρέπει να καθορίζονται στο νομικό βάθρο της ενδιάμεσης αίτησης οι δικονομικές διατάξεις επί των οποίων βασίζεται, (Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη και Άλλων
(1990)1A.A.Δ. 965, Φλουρέντζου κ.ά ν. Cashgrove Betting Ltd κ.ά
(2007)1 A.A.Δ.393 και Egiazaryan κ.ά. ν. Denoro Investments Limited
(2013)1 ΑΑΔ 409)». Στην υπόθεση Χαραλάμπους κ.ά. ν. Δημητρίου, ECLI:CY:AD:2014:A702, Πολιτική Έφεση 440/2011, ημερομηνίας 23.9.2014, αναφέρθηκαν τα εξής: «Ένα από τα βασικότερα θέματα, τα οποία ήγειρε η πλευρά των εφεσιβλήτων, είναι ότι, ελλείπει το σωστό δικονομικό μέτρο, η βάση δηλαδή επί της οποίας θα μπορούσε η αίτηση αυτή να επιτύχει. Ήταν η εισήγηση της κας Κορακίδου ότι ελλείπει η Δ.35 θ.8 η οποία ουσιαστικώς επιτρέπει και προσφέρει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να τροποποιήσει το λόγο έφεσης. Η ευπαίδευτη συνήγορος των εφεσιβλήτων παραδέχεται ότι δεν συμπεριελήφθη η εν λόγω νομοθετική διάταξη πλην, όμως, ισχυρίστηκε η κα Εύζωνα, ότι κάτι τέτοιο δεν χρειαζόταν. Εν πάση περιπτώσει συνέχισε δεν προβάλλεται καινούργιος λόγος έφεσης. Με όλο το σεβασμό προς την εισήγηση αυτή, θεωρούμε ότι η έλλειψη σωστής δικονομικής βάσης οδηγεί την αίτηση εκ προοιμίου σε απόρριψη.» Τέλος όσον αφορά την υπόθεση Πέτριχου ν. Χ»Ιωσήφ
(1998)1 ΑΑΔ 1(Α) 81 την οποία επικαλέσθηκαν οι δικηγόροι του καθ΄ ου η αίτηση με αναφορά σε απόσπασμα από αυτή, το οποίο όμως απόσπασμα δεν εντόπισα, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η νέα Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς. Δεν έχει σκοπό δηλαδή να τους καταργήσει. Οι κανονισμοί πρέπει να τηρούνται. Η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο αιτών για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία εφόσον είναι θεραπεύσιμες. Στην προκείμενη περίπτωση δεν είναι, όπως ορθά αναφέρει ο πρωτόδικος δικαστής. (Δες: Παναγιώτης Γεωργίου (Catering) Λτδ v. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.ά.
(1996)3 Α.Α.Δ. 323.)» Ως εκ των πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αίτηση δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και θα πρέπει να απορριφθεί. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται, πλέον έξοδα υπέρ του καθ΄ ου η αίτηση και εναντίο του αιτητή όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.): ....... Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο