← Κύπρος

ΛΑΜΠΡΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ κ.α. ν. Π. ΦΕΣΙΑΣ & Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ (ΚΑΘΑΡΙΣΤΗΡΙΑ) ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 317 / 2019, 17/3/2020

ΛΑΜΠΡΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ κ.α. ν. Π. ΦΕΣΙΑΣ & Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ (ΚΑΘΑΡΙΣΤΗΡΙΑ) ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 317 / 2019, 17/3/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:A13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 317 / 2019 Μεταξύ:

  1. XXXXX ΛΑΜΠΡΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ
  2. XXXXX ΛΑΜΠΡΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Εναγόντων - και -
  3. Π. ΦΕΣΙΑΣ & Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ (ΚΑΘΑΡΙΣΤΗΡΙΑ) ΛΙΜΙΤΕΔ
  4. XXXXX ΜΙΧΑΗΛ ΦΕΣΙΑ
  5. XXXXX ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 24.7.2019 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος. Ημερομηνία: 17 Μαρτίου,
  6. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: Ο κ. Μιλτιάδης Σάββα για ΔΕΙΛΙΝΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους-Καθ'ων η Αίτηση: Ο κ. Φλουρέντζου για ΝΙΚΟΛΑΣ Γ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο (καταχωρήθηκε με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα), οι ενάγοντες αξιώνουν τις ακόλουθες θεραπείες: (α) Δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται: (I) ότι το Ενοικιαστήριο Έγγραφο μεταξύ εναγόντων και εναγομένης 1 ημερομηνίας 6.12.2016, τερματίστηκε νόμιμα από τους ενάγοντες, εξ' υπαιτιότητος της εναγομένης
  7. (II) ότι οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 ή/και οι υπαλλήλοι ή/και οι αντιπρόσωποι τους και γενικά κάθε πρόσωπο το οποίο έλκει οποιοδήποτε δικαίωμα ή συμφέρον από αυτούς, επενέβαιναν ή/και επεμβαίνουν (είτε με την παρουσία τους είτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο) παράνομα και αυθαίρετα ή/και χωρίς την συγκατάθεση των εναγόντων, εντός του ακινήτων των τελευταίων (αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ. 2-284-377, τμήμα: 7, τεμ. XXXXX, μερίδιο το όλο), στην τοποθεσία Περνέρα στον Δήμο Σωτήρας της επαρχίας Αμμοχώστου. (β) Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο: (I) να διατάσσει τους εναγόμενους 1, 2 και 3 ή/και τους υπαλλήλους ή/και τους αντιπροσώπους των και γενικά κάθε πρόσωπο το οποίο έλκει οποιοδήποτε δικαίωμα ή συμφέρον από αυτούς, όπως εντός 15 ημερών από της επίδοσης του Διατάγματος, εκκενώσουν ή/και άρουν κάθε επέμβαση ή/και παραδώσουν κενή και ελεύθερη την κατοχή ή/και σταματήσουν να επεμβαίνουν παράνομα και αυθαίρετα εντός του ακινήτου των εναγόντων, είτε με την παρουσία τους είτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. (II) να παρεμποδίζει ή/και να απαγορεύει στους εναγόμενους 1, 2 και 3 ή/και στους υπαλλήλους ή/και στους αντιπροσώπους των και γενικά σε κάθε πρόσωπο το οποίο έλκει οποιοδήποτε δικαίωμα ή συμφέρον από αυτούς, από του να επεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο επί του ακινήτου των εναγόντων. (γ) την επιδίκαση σε βάρος των εναγομένων Γενικών και Ειδικών Αποζημιώσεων για παράνομη επέμβαση ή/και παράνομη εκμετάλλευση ή/και κατοχή ή/και κάρπωση ή/και χρήση του ακινήτου των εναγόντων. (δ) την επιδίκαση σε βάρος των εναγομένων Γενικών και Ειδικών Αποζημιώσεων για τις ζημιές που οι εναγόμενοι προξένησαν στο κτίριο που βρίσκεται στο ακίνητο των εναγόντων. (ε) Νόμιμο τόκο και έξοδα. Με την υπό κρίση Αίτηση (καταχωρήθηκε διά κλήσεως και όχι μονομερώς) οι ενάγοντες επιζητούν: «Α. Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τους Εναγόμενους ή/και τους αντιπροσώπους τους ή/και τους υπαλλήλους τους ή/και πρόσωπα που έλκουν δικαιώματα από αυτούς ή/και άλλως πως, να παύσουν άμεσα ή/και εντός προθεσμίας που θα καθορίσει το Δικαστήριο κάθε επέμβαση που διενεργείται εντός του πιο κάτω περιγραφόμενου ακινήτου των Εναγόντων, διά την είσοδο, κατοχή και χρήση αυτού: ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΑΚΙΝΗΤΟΥ: Αρ. Εγγραφής: 0/XXXXX, Φύλλο/Σχέδιο: 2-284-377, Τμήμα: 7, Τεμ.XXXXX, Έκταση: 4.579τ.μ., Μερίδιο: ΟΛΟ, Τοποθεσία: Περνέρα, Δήμος: Σωτήρα, Επαρχία: Αμμοχώστου. Β. Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τους Εναγόμενους ή/και τους αντιπροσώπους τους ή/και τους υπαλλήλους τους ή/και πρόσωπα που έλκουν δικαιώματα από αυτούς ή/και άλλως πως, να παραδώσουν άμεσα ή/και εντός προθεσμίας που θα καθορίσει το Δικαστήριο, την κατοχή του ως άνω αναφερόμενου ακινήτου στους Ενάγοντες. Γ. Οιανδήποτε άλλη διαταγή ή θεραπεία την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη ή/και εύλογη να εκδώσει. Δ. Τα έξοδα της παρούσης πλέον Φ.Π.Α.» Η Αίτηση στηρίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, άρθρα 4, 5, 7 και 9 και στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, άρθρο 32 και 57, στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, άρθρα 43 και 46, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48, θ.1-9, Δ.39, στον Περί Ελέγχου της Ρύπανσης των Νερών Νόμο του 2002 [Ν.106(Ι)/2002], στον Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμο του 1972 (Ν.90/1972), στον Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμο (Κεφ.96), στο άρθρο 23, παρ.1 του Συντάγματος, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθώς και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης, συνιστά η Ένορκη Δήλωση του ενάγοντα 1 XXXXX Λάμπρου Αναστασίου, το περιεχόμενο της οποίας συνοψίζεται ως ακολούθως. Ο ίδιος και η αδελφή του (ενάγουσα 2) είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες (εξ' αδιαιρέτου) κατά ½ μερίδιο έκαστος, του αναφερόμενου στην Αίτηση ακινήτου, εντός του οποίου υπάρχει κτίριο το οποίο μέχρι και το 2010 περίπου, λειτουργούσε ως αίθουσα δεξιώσεων με την επωνυμία «ΛΑΜΠΡΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ». Στην βάση Ενοικιαστηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 6.12.2016, μεταξύ των ιδίων και της εναγομένης 1 εταιρείας, οι πρώτοι ενοικίασαν στην δεύτερη, για περίοδο 12 χρόνων (από 1.1.2017 μέχρι 21.12.2028) μέρος του επίδικου ακινήτου, το οποίο καθορίζεται ρητά στο Ενοικιαστήριο Έγγραφο (το μέρος του ενοικιαζομένου ακινήτου θα καλείται στην συνέχεια «η ενοικιαζόμενη έκταση» και το κτίριο εντός αυτού, «το υποστατικό»). Η εναγομένη 1 θα λειτουργούσε εντός του υποστατικού και της ενοικιαζόμενης έκτασης, βιομηχανικό πλυντήριο και στεγνοκαθαριστήριο ρούχων, νοουμένου ότι θα προέβαινε, με δικά της έξοδα, σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για την εξασφάλιση όλων των απαραίτητων αδειών για την νόμιμη λειτουργία της επιχείρησης. Είναι θέση των εναγόντων πως η εναγομένη 1, κατά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων, λειτουργεί εντός του υποστατικού, παράνομα, από το 2017 μέχρι και σήμερα, επιχείρηση βιομηχανικού πλυντηρίου/στεγνοκαθαριστηρίου, αφού δεν έχει εξασφαλίσει τις απαιτούμενες άδειες (Πολεοδομική Άδεια, Άδεια Οικοδομής και Άδεια Χρήσης). Πέραν τούτου, οι εναγόμενοι ανήγειραν «εντελώς παράνομα» εντός της ενοικιαζόμενης έκτασης, ένα νέο κτίριο ή/και αίθουσα ή/και κλειστό χώρο από τούβλα και μπετόν, το οποίο έχουν προσαρτήσει στο υφιστάμενο υποστατικό. Στις 29.8.2017, ο Δήμος Σωτήρας με επιστολή του προς όλους τους εναγομένους (η επιστολή κοινοποιήθηκε και στον ίδιο και στην ενάγουσα 2) τους κάλεσε να προβούν σε όλες τις δέουσες ενέργειες ώστε να εξασφαλίσουν τις απαιτούμενες άδειες, διαφορετικά θα έπρεπε να τερματίσουν την λειτουργία της επιχείρησης. Στις 5.10.2017, το Τμήμα Περιβάλλοντος του Υπουργείου Γεωργίας, με επιστολή του (της ίδιας ημερομηνίας) προς την εναγομένη 1, την ενημέρωσε πως κατόπιν επιθεώρησης που διενεργήθηκε στις εγκαταστάσεις της μονάδας από επιθεωρητές του Τμήματος στις 25.9.2017, διαπιστώθηκε πως (α) τα υγρά απόβλητα (νερό από πλυντήρια με απορρυπαντικά) διοχετεύοντο σε απορροφητικό αντί σε στεγανό λάκκο και (β)πως τα πλαστικά σακούλια (νάϋλον) δεν παραδίδοντο σε αδειοδοτημένη εγκατάσταση ανακύκλωσης. Την καλούσε δε, επ' απειλή λήψης ποινικών μέτρων εναντίον της, όπως συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του Νόμου. (Οι περί Ελέγχου της Ρύπανσης των Νερών, Νόμοι του 2002 μέχρι 2013). Ο Δήμος Σωτήρας επανήλθε με νέες επιστολές ημερομηνίας 14.10.2017, 24.2.2018, 3.4.2018 και 22.4.2019 αντίστοιχα, με τις οποίες καλούσε τους εναγόμενους να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες της νομοθεσίας. Ο ίδιος και η ενάγουσα 2 με επιστολή τους προς τους εναγόμενους, ημερομηνίας 4.2.2019, τους καλούσαν να συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, αφού κατά παράβαση τούτων, οι τελευταίοι, (α) προέβησαν σε ανόρυξη νέας διάτρησης χωρίς άδεια από την αρμόδια Αρχή όπου διοχετεύονται παράνομα τα υγρά απόβλητα τους, εντός του υποστατικού, (β) παρατηρείται συνεχής και μεγάλη διαρροή υγρών με απορρυπαντικό με αποτέλεσμα να διαβρώνεται το κτίριο και να προξενείται σ' αυτό ζημιά, (γ) στο ανατολικό τμήμα του υποστατικού κατασκεύασαν κανάλι στο οποίο διοχετεύονται τα υγρά απόβλητα (από χημικό έλεγχο που διενεργήθηκε από συγκεκριμένο εργαστήριο σε δείγμα αποβλήτων, διαπιστώθηκε η παρουσία αυξημένου χημικού φορτίου στο δείγμα) με αποτέλεσμα να διαβρώνεται η πέτρα και το σκυρόδεμα του υποστατικού. Τους καλούσαν επίσης να αποκαταστήσουν τις ζημιές που προξένησαν στο υφιστάμενο καλώδιο παροχής ρεύματος από γεννήτρια και στην υφιστάμενη κεντρική γείωση σε σχέση με αυτήν καθώς και στο πάτωμα της γεννήτριας και όπως επαναφέρουν κοινόχρηστο χώρο στην προηγούμενη του κατάσταση. Οι εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν, παρέλειψαν και παραλείπουν να άρουν τις παρανομίες τους και να συμμορφωθούν με τους όρους του Ενοικιαστηρίου Εγγράφου. Με επιστολή μέσω των δικηγόρων τους, ημερομηνίας 19.4.2019, τερμάτισαν το Ενοικιαστήριο Έγγραφο και κάλεσαν του εναγομένους όπως εντός 21 ημερών από την λήψη της επιστολής (η επιστολή επεδόθη στον εναγόμενο 2 ως διευθυντή των εναγομένων 1, στις 8.5.2019) παραδώσουν την κατοχή του υποστατικού. Παρά τον τερματισμό του Ενοικιαστηρίου Εγγράφου, οι εναγόμενοι εξακολουθούν να κατέχουν το υποστατικό και να λειτουργούν εντός αυτού παράνομα την επιχείρηση τους. Κατά τον ομνύοντα, ικανοποιούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου Αρ. 14/60 και τα αιτούμενα διατάγματα θα πρέπει να εκδοθούν. Οι εναγόμενοι ενίστανται στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Προβάλλουν πως η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και πως στηρίζεται σε λανθασμένα και/ή ανεπαρκή και/ή ψευδή και/ή παραπλανητικά γεγονότα. Πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των διαταγμάτων. Πως οι ενάγοντες μέσω της υπό κρίση Αίτησης, επιδιώκουν την οριστική επίλυση των επιδίκων θεμάτων και των μεταξύ τους διαφορών. Πως τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα ισοδυναμεί με ολοκληρωτική οικονομική καταστροφή των εναγομένων. Πως η τυχόν απαγόρευση εισόδου, κατοχής και χρήσης του υποστατικού από τους εναγόμενους, ισοδυναμεί ουσιαστικά με έξωση τους από το υποστατικό, προτού το Δικαστήριο αποφασίσει για το βάσιμο ή μη της απαίτησης των εναγόντων. Η Ένσταση η οποία στηρίζεται στην ίδια με την Αίτηση νομική βάση, υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του εναγομένου 2, XXXXX Μιχαήλ Φέσια. Ο ομνύων, ο οποίος αρνείται ότι οι εναγόμενοι παραβίασαν τους όρους του Ενοικιαστηρίου Εγγράφου, διατείνεται πως είναι οι ενάγοντες που παρεξέκλιναν από τις πρόνοιες της μεταξύ των συμφωνίας, και τούτο, ώστε να παρεμποδιστούν οι εναγόμενοι από του να λειτουργούν ανεμπόδιστα το υποστατικό για «την χρήση που ενοικιάστηκε». Είναι η θέση του πως το Ενοικιαστήριο Έγγραφο τους επέτρεπε, με την ανάληψη της κατοχής του υποστατικού, να προβούν σε προσθήκες, μετατροπές και επιδιορθώσεις, προκειμένου το ενοικιαζόμενο ακίνητο να λειτουργήσει ως βιομηχανικό πλυντήριο και στεγνοκαθαριστήριο, εξ' ου και η πρόνοια της Συμφωνίας για «χαριστική περίοδο με χαμηλό ενοίκιο» εντός της οποίας θα προέβαιναν στις απαραίτητες προσθήκες και μετατροπές. Περαιτέρω, πως σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας, οι ενάγοντες, ως ιδιοκτήτες, είχαν υποχρέωση να συνεργάζονται με τους ίδιους ως ενοικιαστές, ώστε να εξασφαλιστούν όλες οι απαραίτητες άδειες, υποχρέωση την οποία οι ενάγοντες δεν ετήρησαν. Οι όποιες «αλλαγές, τροποποιήσεις, προσθήκες και μεταβολές», έγιναν καθ' υπόδειξη της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και άλλων Κρατικών Υπηρεσιών, ώστε να υπάρχει συμμόρφωση με ό,τι ο νόμος ορίζει. Όλες οι «επεμβάσεις» έγιναν βάσει σχεδίων που ετοιμάστηκαν από πολιτικό μηχανικό. Επανειλημμένα ζήτησαν από τους ενάγοντες τα απαραίτητα έγγραφα (τίτλο ιδιοκτησίας και άλλα) ώστε να υποβληθούν οι σχετικές αιτήσεις, πλην όμως οι ενάγοντες αρνούνται να συνεργαστούν, δεν συνυπογράψουν τις αιτήσεις για την έκδοση των απαραίτητων αδειών και προσπαθούν με κάθε τρόπο να δυσχεράνουν την θέση τους και να τους «εκτοπίσουν» από το ενοικιαζόμενο υποστατικό, το οποίο κατέχεται από τους ίδιους νόμιμα, και για την «στελέχωση του οποίου έχουν δαπανήσει πολλές χιλιάδες Ευρώ». Διατείνεται πως ο τερματισμός του Ενοικιαστηρίου Εγγράφου από πλευράς εναγόντων δεν είναι νόμιμος, αφού οι εναγόμενοι δεν παραβίασαν το Ενοικιαστήριο Έγγραφο. Αντίθετα είναι οι ενάγοντες που παραβίασαν τους όρους της Συμφωνίας. Σημειώνει επίσης πως οι «όποιες παρατυπίες» υπάρχουν στο υποστατικό είναι προγενέστερες της δικής τους ενοικίασης και πως η δική τους προσπάθεια επικεντρώνεται στην νομιμοποίηση των εν λόγω παρατυπιών. Τέλος αναφέρει πως μέρος του υποστατικού (βάσει της μεταξύ τους συμφωνίας) κατέχεται από τους ενάγοντες οι οποίοι το χρησιμοποιούν χωρίς τις απαιτούμενες άδειες, από τις αρμόδιες αρχές. Ο ομνύων επιχειρηματολογεί υπέρ της απόρριψης της αίτησης και καταληκτικά αναφέρει πως σε περίπτωση που εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, θα επέλθει πλήρης παύση των εργασιών της επιχείρησης τους με καταστροφικές γι' αυτούς συνέπειες και το κυριότερο, οι δεκάδες υπαλλήλοι της επιχείρησης τους θα μείνουν χωρίς εργασία και μισθό. Οποιαδήποτε δε μεταγενέστερη δικαίωση τους δεν θα μπορεί να αποκαταστήσει την ζημιά που θα υποστούν. Κατά την ακρόαση της Αίτησης η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε της θέσης της με αναφορά σε νομολογία. Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Demades v. Studio

(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704]. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρησή του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ' ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος [Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 255]. Το Δικαστήριο, στην εξέταση κατά πόσο θα εκδώσει, διατηρήσει ή ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα, δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου του ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, αυτό ανάγεται κατ' εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269, 270. Βέβαια, κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω) σελ. 569, αλλά τούτο γίνεται για να διαπιστωθεί απλώς η παρουσία ή η απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια. Τούτων λεχθέντων, επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Εξετάζοντας τα γεγονότα που συνθέτουν την αντιδικία στην παρούσα υπόθεση, με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου (Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, Αίτηση και την συνοδεύουσα αυτή Ένορκη Δήλωση), φαίνεται να ικανοποιούνται η πρώτη και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 (Ν.14/60)και να καταδεικνύεται η ύπαρξη μιας συζητήσιμης υπόθεσης. Βάση της αγωγής είναι πέραν της παράβασης σύμβασης και το αστικό αδίκημα της επέμβασης. Το άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, ορίζει πως «παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή σε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο.» Νομολογιακά έχει λεχθεί [Adamou v. Christofi
(1974)1 C.L.R.100] πως σκοπός του νόμου είναι η προστασία της κατοχής (ως προέκταση της προστασίας του προσώπου) και η ανάγκη παρεμπόδισης διατάραξης της ειρήνης. Συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι η είσοδος σε ακίνητη ιδιοκτησία άλλου χωρίς την συγκατάθεση του κατόχου της ή χωρίς εξουσιοδότηση από τον νόμο. Οι ενάγοντες είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του ακινήτου, μέρος του οποίου κατείχετο από την εναγόμενη 1, στην βάση του μεταξύ τους Ενοικιαστηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 6.12.2016. Tούτο δεν αμφισβητείται από πλευράς των εναγομένων. Είναι η θέση των εναγόντων, πως η εναγόμενη 1 κατείχε νόμιμα το υποστατικό και την ενοικιαζομένη έκταση, ως ενοικιαστής, μέχρι και την 19.4.2019, χρόνο κατά τον οποίο η ενοικίαση τερματίστηκε από τους ίδιους, αφού οι εναγόμενοι παραβίασαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και πως από την πιο πάνω ημερομηνία μέχρι και σήμερα, κατέχουν τούτο ως επεμβασίες. Με όσα στοιχεία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, θεωρώ πως οι ενάγοντες κατέδειξαν πως έχουν κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα να επιτύχουν την αξίωση τους. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση η οποία είναι συνυφασμένη με το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, θεωρώ πως εν προκειμένω αυτή δεν ικανοποιείται. Όπως νομολογιακά έχει λεχθεί, ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη και εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, λαμβάνονται υπόψη και άλλα μεταβλητά κριτήρια [Βλ. Κώστας Κυρίσαββα και άλλος ν. Χάρη Κύζη
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1245]. Στην υπόθεση Μ. & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. The Timberland Co of USA
(1977)1 Α.Α.Δ. 1791, λέχθηκε ότι το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία. Δηλαδή η έκδοση του παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι αυτοσκοπός αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ύπαρξη κάποιου δικαιώματος που φέρεται να έχει προσβληθεί ή που υπάρχει κίνδυνος να προσβληθεί ή που συνεχίζει να προσβάλλεται. Φυσικά και η ύπαρξη δικαιώματος και η ισχυριζόμενη ή επαπειλούμενη προσβολή του, δεν είναι αρκετές για να δικαιολογήσουν την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Πρέπει να φαίνεται πως χωρίς το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον. Οι ενάγοντες διατείνονται πως οι ενέργειες των εναγομένων προκάλεσαν και συνεχίζουν να τους προκαλούν ζημιά. Όπως αναφέρουν, η ζημιά είναι καθημερινή «αφού ημέρα με την ημέρα τόσο το υποστατικό όσο και η οροφή του υφίστανται φθορά από την εκροή υγρών ή/και μολυσμένων υγρών αποβλήτων με αποτέλεσμα να καταστρέφεται η περιουσία μας». Πέραν της λεκτικής αυτής τοποθέτησης, οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν στοιχεία που να υποστηρίζουν την θέση τους σε σχέση με την κατ' ισχυρισμόν ζημιά που υφίστανται. Ούτε και προέβαλαν πως η οικονομική κατάσταση των εναγομένων είναι τέτοια που σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση υπέρ τους, οι τελευταίοι δεν θα είναι σε θέση να τους αποζημιώσουν. Από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει καταδειχθεί πως χωρίς την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη στο μέλλον. Παρόλο που η τύχη της Αίτησης έχει διαφανεί και το θέμα τελειώνει εδώ αφού και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά, προχωρώντας ένα βήμα περαιτέρω θα έλεγα πως εν προκειμένω το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της μη έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων. Το «ισοζύγιο της ευχέρειας» (balance of convenience) αντανακλά στην επίδραση του μέτρου στα αντίστοιχα συμφέροντα των διαδίκων, μέχρις ότου κριθεί οριστικά η μεταξύ τους διαφορά. Το Δικαστήριο εξετάζει αν είναι δίκαιο και εύλογο, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Η απόφαση του Δικαστηρίου επί τούτου, αποτελεί προϊόν διακριτικής εξουσίας, η οποία ασκείται με αναφορά στα συγκεκριμένα γεγονότα που έχει ενώπιον του. Εκείνο που θα πρέπει να διασφαλιστεί είναι πως τίποτα δεν θα συμβεί κατά την διάρκεια της εκκρεμοδικίας που θα επηρεάσει αρνητικά τα δικαιώματα οιουδήποτε εκ των διαδίκων. Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω πως, για τους λόγους που θα εκθέσω στην συνέχεια, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της μη έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων. Παρόλο που οι ενάγοντες διατείνονται ότι εκείνο που αιτούνται είναι η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, εντούτοις αυτό που κατ' ακρίβειαν επιζητούν είναι την έκδοση διατάγματος το οποίο να διατάσσει τους εναγόμενους να παραδώσουν αμέσως ή/και εντός προθεσμίας που θα καθορίσει το Δικαστήριο, την κατοχή του ακινήτου σ' αυτούς. Ουσιαστικά, αυτό που επιδιώκεται είναι η παράδοση του υποστατικού και της ενοικιαζόμενης έκτασης στους ενάγοντες, αφού κατ' ισχυρισμόν, δεν υφίσταται πλέον η σύμβαση ενοικίασης, η οποία κατά τους ίδιους έχει τερματιστεί νόμιμα. Με δεδομένο το περιεχόμενο και την επίδραση του αιτουμένου διατάγματος αυτό, όσον αφορά την φύση του, είναι προστακτικό και όχι απαγορευτικό. Νομολογιακά έχει λεχθεί πως τα χαρακτηριστικά ενός προστακτικού διατάγματος, καθιστούν σε κάθε περίπτωση ιδιαίτερα απαιτητικές τις περιστάσεις και τους όρους έκδοσης του [βλ. Σοφοκλέους κ.α. ν. Παύλου
(2012)1 Α.Α.Δ. 2047]. Τούτο εξηγείται, κυρίως, στη βάση ότι συνήθως είναι πιο πιθανό να προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά από την έκδοση ενός προστακτικού παρά από την έκδοση ενός απαγορευτικού διατάγματος. Τούτο παραπέμπει επίσης στην αρχή του ισοζυγίου της ευχέρειας. Το Δικαστήριο, όπως έχει προαναφερθεί, εξετάζοντας την αρχή του ισοζυγίου της ευχέρειας και αποφασίζοντας επί τούτου, ασκώντας σε κάθε περίπτωση τη διακριτική του εξουσία, δεν ακολουθεί απαραίτητα την κατάληξη του όσον αφορά τις προϋποθέσεις του εδαφίου 1 του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Το Δικαστήριο, δηλαδή, είναι δυνατόν να μην εγκρίνει το αίτημα για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος παρά την διαπίστωση του ότι έχουν ικανοποιηθεί οι εν λόγω προϋποθέσεις [Αβερκίου ν. ΘΕΟ Κτηματική Λτδ κ.α.
(2013)1 Α.Α.Δ. 222, Κοινοτικό Συμβούλιο ΧΧΧ ν. ΧΧΧ Σούλη, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε.75/2015, ημερομηνίας 7.12.2018]. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788, η προσοχή του Δικαστηρίου, κατά την άσκηση που διενεργεί στο πλαίσιο εφαρμογής της εν λόγω αρχής εστιάζεται, όλως ιδιαιτέρως, στο «να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη». Στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ πως η θέση που έχουν προβάλει οι εναγόμενοι ότι είναι οι ενάγοντες που δεν ετήρησαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, αφού δεν συνεργάζονται με τους ίδιους και αρνούνται να συνυπογράψουν τα αναγκαία έγγραφα και αιτήσεις ώστε να εκδοθούν οι απαραίτητες άδειες για την λειτουργία του πλυντηρίου, έχει ίσες πιθανότητες επιτυχίας με την θέση των εναγόντων πως η εναγόμενη 1 κατέχει το υποστατικό και την ενοικιαζόμενη έκταση ως επεμβασίας. Δεδομένης δε της θέσης των εναγομένων πως εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα επέλθει πλήρης παύση των εργασιών της επιχείρησης τους με καταστροφικές για τους ίδιους συνέπειες, θέση η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη αφού ο εναγόμενος 2 δεν αντεξετάστηκε επί τούτου, θεωρώ πως η ζημιά που θα προκληθεί σ' αυτούς (εάν εκδοθούν στο παρόν στάδιο τα αιτούμενα διατάγματα) θα είναι μεγαλύτερη από τις συνέπειες που θα έχει η μη έκδοση των διαταγμάτων. Βάσει των προαναφερθέντων, κρίνω πως το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της μη έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων. Τέλος, επισημαίνεται πως με την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα δοθεί στους ενάγοντες, εν μέρει, η τελική θεραπεία την οποία επιζητούν με την αγωγή τους, θεραπεία η οποία είναι ανεπίτρεπτο να δοθεί στο παρόν στάδιο. Υπενθυμίζω πως βασική αρχή της έκδοσης ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος είναι η διατήρηση της ισχύουσας κατάστασης πραγμάτων, μέχρις ότου εκδικαστούν τα επίδικα θέματα στο κατάλληλο στάδιο. Είναι η κατάληξη μου πως η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Διά ταύτα η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο οπόταν και θα είναι πληρωτέα, επιδικάζονται προς όφελος των εναγομένων 1, 2 και 3-καθ' ων η αίτηση και σε βάρος των εναγόντων-αιτητών. (Υπ.) ............ Στ. Τσιβιτανίδιου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.