VLASTARI FENCING COMPANY LTD κ.α. ν. Τμήμα Οδικών Μεταφορών (Τ.Ο.Μ.) κ.α., Αρ. Αγωγής: 521/19, 16/9/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:A20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 521/19 ΜΕΤΑΞΥ:
- VLASTARI FENCING COMPANY LTD
- VLASTARI LTD Εναγουσών Και
- Τμήμα Οδικών Μεταφορών (Τ.Ο.Μ.)
- ...... Δημητρίου
- ...... Σάντης
- Πάμπουκκας & Υιοί Εισαγωγές Λτδ
- ..... Ζαχαρία Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 12.11.2019 και προσωρινό διάταγμα 13.11.2019 Ημερομηνία: 16.9.2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσες-Αιτήτριες: κ. Λ.Iωακείμ μαζί με κ. Βασιλείου για Α. Τέκκης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για τον Εναγόμενο 3-Καθ' ού η αίτηση: κ. Α. Χ'Κωνσταντή για κ. Κιτρομιλίδη. Για τους Εναγόμενους 4-Καθ' ών η αίτηση: κ. Αβραάμ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγικά Οι ενάγουσες καταχώρησαν γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα εναντίον των εναγόμενων 1-5 στις 12.11.19, αξιώνοντας ουσιαστικά την επανεγγραφή επ'ονόματι τους συγκεκριμένων οχημάτων και αποζημιώσεις. Την ίδια μέρα πιο πάνω δε οι ενάγουσες καταχώρησαν και την επίδικη αίτηση ζητώντας απαγορευτικά διατάγματα εναντίον των εναγόμενων 1, 2, 3 και 4 ως προς την μεταβίβαση και ή αποξένωση και ή διάθεση και ή μεταβίβαση και ή επιβάρυνση των εν λόγω οχημάτων. Το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση) επιλήφθηκε της μονομερούς αίτησης στις 13.11.2019 και, αφού ικανοποιήθηκε ότι συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις, εξέδωσε μονομερώς τα αιτούμενα διατάγματα υπό Α-Γ και έδωσε οδηγίες για επίδοση της αίτησης αναφορικά με το διάταγμα Ε. Το αιτητικό Δ απορρίφθηκε κατόπιν απόσυρσης του από τους αιτητές. Παρά την επίδοση του διατάγματος και της αίτησης στους εναγόμενους 1 και 2 - καθ' ών η αίτηση αυτοί παρέλειψαν να εμφανιστούν και το προσωρινό διάταγμα κατέστη απόλυτο εν σχέση με αυτούς, ενώ περαιτέρω εξεδόθη και το διάταγμα Ε εναντίον του εναγόμενου
- Αναφορικά τώρα με τους εναγόμενους 3 και 4-καθ'ων η αίτηση να σημειωθεί ότι εμφανίστηκαν και ζήτησαν χρόνο να καταχωρήσουν ένσταση. Ας σημειωθεί ότι για πρώτη φορά υπήρξε εμφάνιση των εναγόμενων 4 στις 02/12/19 και του εναγόμενου 3 στις 27/02/
- Μέχρι τις 10/09/20 δε που επιλήφθηκε το Δικαστήριο (με την παρούσα σύνθεση) της υπόθεσης, οι εν λόγω εναγόμενοι 3 και 4 δεν καταχώρησαν ένσταση, ενώ σχετικά αιτήματα τους για παράταση του χρόνου καταχώρησης ένστασης απορρίφθηκαν. Η αίτηση ορίστηκε αυθημερόν για αγορεύσεις και πράγματι όλες οι πλευρές προέβησαν σε σύντομες προφορικές αγορεύσεις, με τους συνηγόρους των εναγόμενων 3 και 4 να ζητούν ουσιαστικά την απόρριψη της αίτησης και ακύρωση των διαταγμάτων που εκδόθηκαν εναντίον των πελατών τους (υπό Β και Γ αντίστοιχα). Η επίδικη αίτηση Με βάση το αιτητικό Β, η ενάγουσα 2 εξαιτείται προσωρινό και ή απαγορευτικό διάταγμα εναντίον των εναγόμενων 1 και
- Πιο συγκεκριμένα ζητά να απαγορευθεί σε αυτούς και ή στους αντιπροσώπους και ή υπηρέτες αυτών να μεταβιβάσουν και ή αποξενώσουν και ή διαθέσουν και ή επιβαρύνουν και ή δεσμεύουν δια ενεχυρίασης και ή ενοικιαγοράς και ή χρησιμοποιήσουν και ή κατέχουν και ή λάβουν στην κατοχή τους και ή οικειοποιηθούν και ή εκμεταλλεύονται την χρήση και ή άλλως πως τα οχήματα με αρ. εγγραφής XXXXX24, XXXXX73 και XXXXX22, μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και ή μέχρι την τελική εκδίκαση και ή αποπεράτωση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής. Με βάση δε το αιτητικό Γ, η ενάγουσα 2 εξαιτείται προσωρινό και ή απαγορευτικό διάταγμα εναντίον των εναγόμενων 1 και 4 ως ανωτέρω, αναφορικά όμως με το όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX
- Επαναλαμβάνω και εδώ ότι για τον εναγόμενο 1, εκ των διαταγμάτων που έχουν εκδοθεί και στη συνέχεια έγιναν απόλυτα είναι και τα δύο πιο πάνω. Η Αίτηση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, άρθρο 32, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 Θ.1-4, 8 και 9, στις Αρχές της Επιείκειας και στις Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται δε από ένορκες δηλώσεις του XXXXX Ζαχαρία, διευθυντή της ενάγουσας αρ.2 και της XXXXX Βαρβάτση, διευθύντριας της ενάγουσας αρ.
- Τα γεγονότα που παραθέτουν οι δύο είναι κοινά. Βεβαίως για σκοπούς της παρούσας ενδιαφέρει περισσότερο η Ε/Δ του Ζαχαρία. Σημειώνω ότι σύμφωνα με τα λεγόμενα τους η ενάγουσα αρ.2 ήταν εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια (βλ. τεκμ.3 στην Ε/Δ Ζαχαρία και τεκμ.3 στην Ε/Δ Βαρβάτση) και είναι κάτοχος των οχημάτων με αρ. εγγραφής XXXXX24, XXXXX73, XXXXX22 και XXXXX82, ενώ η ενάγουσα αρ. 1 του οχήματος XXXXX
- Παρεμβάλλω εδώ ότι παρά την αναφορά της Βαρβάτση στην παράγραφο 5 της ΕΔ της ότι επισυνάπτει τίτλο ιδιοκτησίας του τελευταίου οχήματος, εντούτοις τέτοιος τίτλος δεν επισυνάπτεται (επισυνάπτονται οι τίτλοι των 4 πρώτων οχημάτων). Επίσης αναφέρεται ότι με βάση όσα οι δύο πιο πάνω αναφέρουν, οι ενάγουσες εκτελούν από κοινού τις εργασίες τους και στελεχώνονται από τους ίδιους εργαζόμενους. Από εκεί και πέρα σημειώνω ότι ο Ζαχαρία αναφέρει ότι κατά ή περί τις 30/09/19 ενημερώθηκε προς έκπληξη του από τους εναγόμενους 3 και 4 ότι ο εναγόμενος 5, εκ των διευθυντών της ενάγουσας 2, ενεργώντας καθ'υπέρβαση των ορίων και των εξουσιών του ως διευθυντής, χωρίς οποιαδήποτε συγκατάθεση και ψήφισμα της ενάγουσας 2 προχώρησε στη μεταβίβαση των ως άνω αναφερόμενων οχημάτων παράνομα και χωρίς οποιαδήποτε γραπτή συγκατάθεση της ιδιοκτήτριας εταιρείας ή του ιδίου. Ενημερώθηκε δε στη συνέχεια από τον εναγόμενο 5 ότι όντως έγινε η παράνομη μεταβίβαση για να καταστούν τα οχήματα ενέχυρο για οφειλές που επωμίστηκε ο εναγόμενος 5 προσωπικά λόγω συμμετοχής του σε παράνομο τζόγο και εξυπηρέτησης προσωπικών του χρεών προς τους εναγόμενους 3 και 4 και για τα οποία ουδεμία ανάμειξη είχε η ενάγουσα
- Νομικές Αρχές Έκδοσης Ενδιάμεσων Διαταγμάτων - Άρθρο 32, Ν.14/60 Οι αρχές έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, είναι οι ακόλουθες: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και (γ) Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 CLR 557 και Papapetrou Bros Ltd v. Αντρούλλας Παπαπέτρου,
(2003)1 ΑΑΔ 741). Η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει πόσο δίκαιο και εύλογο είναι να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. (βλ. Odysseos πιο πάνω και Χριστοφή Κουνούνα v. C. & A. Simonos Ltd,
(2002)1 ΑΑΔ 1361). Δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί (βλ. Κώστα Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 ΑΑΔ 1235). Η πρώτη προϋπόθεση, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (βλ. Odysseos πιο πάνω). Η δεύτερη προϋπόθεση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, έχει ερμηνευθεί ως κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά κάτι πολύ λιγότερο από «το ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos πιο πάνω). Εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 2015). Το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. Θα πρέπει απλά να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 1653). Το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd, Πολιτική Έφεση 145/2011, 13/6/2013). Η προοπτική επιτυχίας και η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας (βλ. Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 253, στη σελ. 257). Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 CLR 263 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστόφορου κ.ά.
(1995)1 AAΔ 248). Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει την πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα ή αν θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα των θεραπειών που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 396). Κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή (βλ. M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd v. Timberland Co.
(1997)1 AΑΔ 1799). Αξιολόγηση Όσον αφορά τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 διαπιστώνω στην προκειμένη περίπτωση τα ακόλουθα: Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και Ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Έχω θεωρήσει ορθό να συνεξετάσω τις δύο αυτές προϋποθέσεις. Κατ' αρχήν έχει σημασία να λεχθεί ότι δεν αποδίδεται στους εναγόμενους 3 και 4 δόλος, ούτε και υπάρχει ισχυρισμός ότι αυτοί μαζί με τον εναγόμενο 5 συνωμότησαν για να καταδολιεύσουν και ή εξαπατήσουν τις ενάγουσες ή και την ενάγουσα 2. Με βάση δε την οπισθογράφηση της απαίτησης του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου προκύπτει ότι μόνον στον εναγόμενο 5 αποδίδεται δόλια ενέργεια ή και εξαπάτηση των εναγουσών ή και της ενάγουσας 2 (δηλ. εξ' όσων γίνεται αντιληπτό από την ΕΔ του Ζαχαρία η μεταβίβαση χωρίς συγκατάθεση και ψήφισμα της ενάγουσας 2). Ότι προκύπτει από την Ε/Δ του Ζαχαρία είναι πως ο εναγόμενος 5 προφανώς χρωστούσε στους εναγόμενους 3 και 4 και γι' αυτό προέβη στη μεταβίβαση. Προσθέτω πως οι εναγόμενοι 3 και 4 δεν διασυνδέονται καθ' οιονδήποτε τρόπο με την αναφορά περί συμμετοχής του εναγόμενου 5 σε παράνομο τζόγο. Η ενάγουσα 2 ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος 5 ενήργησε καθ' υπέρβαση των ορίων και των εξουσιών του ως διευθυντής, και χωρίς συγκατάθεση και ψήφισμα της ενάγουσας 2 προχώρησε στη μεταβίβαση των οχημάτων παράνομα. Στην παράγραφο 14 δε της ΕΔ του, υπό τον τίτλο «Η Βάση Αγωγής», ο Ζαχαρία αναφέρει ότι έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας στη βάση παράνομης μεταβίβασης. Το άρθρο 33Α
(1)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, εις το οποίο έκανε αναφορά ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόμενων 4, προνοεί ότι: «33Α.
(1)Η εταιρεία δεσμεύεται έναντι τρίτων από πράξεις ή συναλλαγές των αξιωματούχων της, έστω και εάν τέτοιες πράξεις ή συναλλαγές δεν εμπίπτουν στους σκοπούς της εταιρείας, εκτός εάν τέτοιες πράξεις ή συναλλαγές τελούνται καθ' υπέρβαση των εξουσιών, που ο νόμος παρέχει ή επιτρέπει να παρέχονται στους συγκεκριμένους αξιωματούχους: Νοείται ότι, η εταιρεία δε δεσμεύεται έναντι τρίτων σε περίπτωση που τέτοιες πράξεις ή συναλλαγές δεν εμπίπτουν στους σκοπούς της εταιρείας, εάν και εφόσον, η εταιρεία αποδείξει ότι το τρίτο πρόσωπο γνώριζε ότι οι πράξεις ή συναλλαγές δεν εμπίπτουν στους σκοπούς της εταιρείας ή δεν ήταν δυνατό λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, να το αγνοεί: Νοείται περαιτέρω, ότι η δημοσίευση του ιδρυτικού εγγράφου και καταστατικού της εταιρείας δεν αποτελεί, από μόνη της, επαρκή απόδειξη γνώσης από μέρους τρίτου προσώπου.
(2)Οι εκ του ιδρυτικού εγγράφου και καταστατικού ή οι εξ αποφάσεως των συμβούλων ή της γενικής συνελεύσεως της εταιρείας, περιορισμοί στις εξουσίες των αξιωματούχων της Εταιρείας, δε δύναται να αντιταχθούν έναντι τρίτων προσώπων, ακόμα και εάν έχουν δημοσιευτεί.» Στην δε Σ.Π.Ε. Παλλουριώτισσας ν. Nicosia Palace Hotel Co. Ltd κ.ά.
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 722, στην οποία παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου 3, αναφέρθηκε ότι: «. όταν ένας διευθυντής ή αξιωματούχος μιας εταιρείας που διορίζεται νόμιμα ενεργεί καθ' υπέρβαση των εξουσιών που του παρέχονται, η εταιρεία δεσμεύεται από τις πράξεις του, σύμφωνα με την απόφαση Royal British Bank v. Turquand [1856] E and B 327 [1843-1860] All E.R. Rep. 435). Στην πιο πάνω υπόθεση μια εταιρεία υπέγραψε μια εγγύηση που έφερε τη σφραγίδα της εταιρείας και την υπογραφή δύο διευθυντών. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του καταχωρημένου εγγράφου (registered deed of settlement) που αντιστοιχούσε προς το περιεχόμενο του καταστατικού (articles of association), οι διευθυντές θα μπορούσαν να δανεισθούν με εγγύηση τέτοια ποσά που θα εγκρίνονταν σε συνεδρία με σύνηθες ψήφισμα (ordinary resolution). Ουδεμία συνεδρία συγκλήθηκε και ουδεμία απόφαση λήφθηκε για τη σύναψη οποιουδήποτε δανείου. Αποφασίστηκε ότι η εγγύηση ήταν δεσμευτική για την εταιρεία, αφού οι δανειστές είχαν το δικαίωμα να συμπεράνουν ότι είχε ληφθεί σχετική απόφαση για τη σύναψη του δανείου. Η απόφαση Turquand υιοθετήθηκε αργότερα σε μεγάλο άλλο αριθμό υποθέσεων όπως στην Morris v. Kanssen [1946] 1 All E.R. 586 και στην Rolled Steel Products (Holdings) Ltd. ν. British Steel Corporation and others [1985] 3 All E.R. 52 στην οποία εξετάστηκε η διαφορά μιας συμφωνίας που συνάπτεται καθ' υπέρβαση των σκοπών της εταιρείας (ultra vires) και της υπέρβαση των εσωτερικών κανονισμών από αξιωματούχους της εταιρείας. Η υιοθέτηση του δόγματος βασίζεται στην κοινή λογική που στοχεύει στην προώθηση των εμπορικών συναλλαγών. Η ανάπτυξη των εμπορικών δοσοληψιών με εταιρείες θα ήταν τρομερά δύσκολη αν ένα πρόσωπο που είχε πρόθεση να συμβληθεί με μια εταιρεία θα έπρεπε να βεβαιώνεται ότι οι αξιωματούχοι της εταιρείας με τους οποίους συναλλαττόταν είχαν πραγματική εξουσία προς τούτο. Το δόγμα δεν είναι μόνο πρακτικό αλλά και δίκαιο. Ο μεγάλος αριθμός των πιστωτών μιας εταιρείας δεν πρέπει να χάνει το δικαίωμα να εισπράξει το λαβείν του, γιατί μια εταιρεία ισχυρίζεται ότι ένας συγκεκριμένος αξιωματούχος ενήργησε κατά παράβαση εξουσίας ενεργώντας σε αντίθεση με κάποιο εσωτερικό κανονισμό. Ο πιο πάνω κανόνας που αποτελεί μια βασική πτυχή του εταιρικού δικαίου, δεν εφαρμόζεται όταν
(1)Το πρόσωπο που συναλλάττεται με την εταιρεία γνωρίζει ότι οι εσωτερικοί κανονισμοί έχουν καταστρατηγηθεί (Howard v. Patent Ivory Co. [1888] 38 Ch. D. 156)» Παράνομη μεταβίβαση, υπό την έννοια αυτή να έγινε κατά παράβαση κάποιας νομοθεσίας, προφανώς δεν υπήρξε. Εν πάση περιπτώσει τέτοια θέση δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου. Από εκεί και πέρα θεωρώ, χωρίς σε καμία περίπτωση να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος, πως με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω η ενάγουσα 2 εκ πρώτης φαίνεται ότι δεσμεύεται έναντι των εναγόμενων 3 και
- Ούτε έχει καταδειχθεί μέσα από όσα αναφέρθηκαν, έστω εκ πρώτης, ότι ο εναγόμενος 5 ενήργησε καθ' υπέρβαση των εξουσιών του υπό την έννοια που έχει αναφερθεί. Σημειώνω δε πως οι σκοποί της ενάγουσας 2 δεν μαρτυρήθηκαν, ούτε και παρουσιάστηκε το ιδρυτικό έγγραφο ή το καταστατικό της ενάγουσας
- Ακόμη όμως και να υπερέβη τις εξουσίες του, θα πρόσθετα εδώ, δεν υπάρχει οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι οι εναγόμενοι 3 και 4 γνώριζαν περί τούτου. Εάν είναι παράγωγη αγωγή που θα έπρεπε να γίνει στην προκειμένη περίπτωση (Mammous κ.ά. ν. Willstrop κ.ά.
(2012)1 Α.Α.Δ. 90), δεν χρειάζεται να με απασχολήσει. Ότι χρειάζεται να λεχθεί για σκοπούς της παρούσας, με βάση όσα έχουν αναφερθεί, είναι πως η ενάγουσα 2 σίγουρα δεν έχει ικανοποιήσει στον απαιτούμενο βαθμό ότι έχει εναντίον των εναγόμενων 3 και 4 κάποιο αγώγιμο δικαίωμα αναγνωρισμένο από το νόμο και τις αρχές της επιείκειας (βλ. και το σύγγραμμα Διατάγματα, Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, πρώτη έκδοση, σελ. 55). Κρίνεται συνεπώς ότι δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση, ούτε και ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Λέγοντας αυτά σημειώνω πως η τύχη της αίτησης έχει σφραγιστεί. Αναφέρω δε ότι από τη στιγμή που η διαπίστωση του Δικαστηρίου είναι ότι δεν έχουν αποδειχθεί οι δύο πρώτες προϋποθέσεις, περιττεύει η εξέταση της 3ης προϋπόθεσης ή του κριτηρίου για το πού κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας ή άλλων θεμάτων (Μαίρη Νίκου Σεβαστού ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Κατάληξη Η αίτηση σε ότι αφορά τους εναγόμενους 3 και 4 απορρίπτεται και το προσωρινό διάταγμα εναντίον τους ακυρώνεται. Αναφορικά με τα έξοδα έχω προβληματιστεί. Επαναλαμβάνω πως οι εναγόμενοι 3 και 4 δεν καταχώρησαν ενστάσεις. Οι συνήγοροι τους προέβησαν σε σύντομες προφορικές αγορεύσεις, όμως είναι γεγονός ότι μέσα από αυτές επισήμαναν την ουσία του πράγματος όπως ανωτέρω, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αποφασίστηκε. Έχοντας αυτά υπόψη τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων 3 και 4 - καθ' ων η αίτηση και σε βάρος της Ενάγουσας 2 - αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, μειωμένα όμως κατά το ήμισυ. (Υπ.) ........... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο