Μαχάττου ν. Γεωργίου Κουμάση κ.α., Αρ. Αγωγής 1048/2012, 30/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:A22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1048/2012 Μεταξύ: XXXXX Μαχάττου Ενάγοντα και
- XXXXX Γεωργίου Κουμάση
- XXXXX Παναγιώτη Κουμάση Εναγόμενων Ημερομηνία: 30 Οκτωβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Μ. Χατζηκωνσταντή για Γ.Φ. Πιττάτζης Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγομένους: κ. Ν. Νικολάου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αγωγή, ο Ενάγοντας αξιώνει από τον Εναγόμενο 1 το ποσό των €9000 πλέον τόκους δυνάμει γραμματίων συνήθους τύπου και από τον Εναγόμενο 2, το ίδιο ποσό δυνάμει σύμβασης εγγύησης. Με βάση τις λεπτομέρειες επί της Έκθεσης Απαίτησης, στις 2.7.2009 ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε έναντι νόμιμου ανταλλάγματος 3 γραμμάτια συνήθους τύπου προς όφελος του Ενάγοντα για €3000 έκαστο, με τόκο 7% από 2.7.
- Τα γραμμάτια ήταν πληρωτέα στις 1.12.2009, 1.3.2011 και 1.6.2011 αντίστοιχα. Ο Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του Εναγομένου 1, ως αυτές προκύπτουν από τα πιο πάνω γραμμάτια. Οι προθεσμίες πληρωμής των γραμματίων παρήλθαν, πλην όμως οι Εναγόμενοι δεν πλήρωσαν τίποτε. Με την υπεράσπιση του, ο Εναγόμενος 1 υποστηρίζει ότι δεν υπέγραψε προς όφελος του Ενάγοντα οποιοδήποτε έγγραφο και/ή γραμμάτιο συνήθους τύπου έναντι νόμιμου ανταλλάγματος και αγνοεί την ύπαρξη τέτοιων εγγράφων. Εν πάση περιπτώσει, τυχόν έγγραφα που έχει στην κατοχή του ο Ενάγοντας δεν είναι γραμμάτια συνήθους τύπου και είναι άκυρα και/ή παράνομα. Ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι ουδέποτε εγγυήθηκε τον Εναγόμενο 1 σε γραμμάτια συνήθους τύπου. Είναι επίσης η θέση του ότι τυχόν εγγύηση του δεν αφορά γραμμάτιο συνήθους τύπου και ως εκ τούτου είναι άκυρη και χωρίς έννομο αποτέλεσμα. Τέλος, οι Εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι δεν οχλήθηκαν από τον Ενάγοντα για την απαίτηση. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Εκ μέρους του Ενάγοντα κατέθεσε ο Α. Πιττάτζης (ΜΕ), που εργάζεται ως δικηγόρος στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα. Προτού υπεισέλθω σε όσα είπε ο συγκεκριμένος μάρτυρας, θα αναφερθώ αρχικά στην εισήγηση του συνηγόρου των Εναγομένων ότι η μαρτυρία του εν λόγω προσώπου δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη καθότι πρόκειται για τον δικηγόρο του Ενάγοντα, ο οποίος μάλιστα προσυπογράφει και το κλητήριο ένταλμα. Ο συνήγορος υπεράσπισης παρέπεμψε, μεταξύ άλλων, στις In Re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329 και Τζεννάρο Περρέλλα (Αρ.1)
(1995)1 Α.Α.Δ. 356. Στην πρώτη εξ αυρών εξετάστηκε κατά πόσον ένας δικηγόρος αποκλείεται από το να ενεργεί ως δικηγόρος σε υπόθεση στην οποία κατέθεσε ως μάρτυρας. Κρίθηκε δε ότι ένας δικηγόρος που είναι μάρτυρας στην υπόθεση, δεν μπορεί την ίδια στιγμή να ενεργεί ως αξιωματούχος της δικαιοσύνης. Λέχθηκαν τα εξής: «In my judgment an advocate who is a witness in the case cannot at the same time be an officer of justice. He does not fulfill the necessary attributes of an officer of justice, an aid in the elicitation of the truth sufficiently distant from the facts to raise pertinent submissions relevant to the objective implications of the evidence. A witness is himself subject to the judgment of the Court. It would be an antinomy if he had the freedom to raise submissions about the judgment to be passed on him, as an officer of justice». Η πιο πάνω αρχή επιβεβαιώθηκε στην Τζεννάρο Περρέλλα (ανωτέρω), στην οποία όμως δεν εφαρμόστηκε, καθότι ο δικηγόρος που εκπροσωπούσε τον εφεσείοντα δεν ήταν μάρτυρας κατά το στάδιο της έφεσης, αλλά πρωτόδικα και δεν υπήρχε λόγος έφεσης σε σχέση με τη μαρτυρία που είχε δώσει πρωτόδικα. Σχετική είναι επίσης η Χριστοδούλου ν. Αγαθοκλέους
(1996)1 Α.Α.Δ. 1203, στην οποία λέχθηκε ότι «δεν υπάρχει τίποτε που να αποκλείει πρόσωπο που γνωρίζει γεγονότα σχετικά προς επίδικο ζήτημα να καταθέτει ως μάρτυρας επειδή είναι δικηγόρος. Το ασυμβίβαστο που υπάρχει, αφορά στην ταυτόχρονη ανάληψη της ιδιότητας του δικηγόρου στην ίδια υπόθεση». Τέλος, στη Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1A A.A.Δ. 82, λέχθηκε ότι δεν αποτελεί προϊόν αναγνωρισμένης αρχής η θέση ότι, εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος, θα πρέπει απαραίτητα στην ένορκη δήλωσή του να παρέχει εξηγήσεις ως προς το γιατί ο ίδιος ο διάδικος αδυνατούσε να ορκιστεί και εάν δεν το πράξει τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και πρέπει να απορριφθεί ή αγνοηθεί. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, κρίνω ότι η αρχή στην Efthymiou (ανωτέρω) δεν τυγχάνει εφαρμογής όταν ένας δικηγόρος που καταθέτει ως μάρτυρας δεν έχει τον ενεργό χειρισμό της υπόθεσης εκ μέρους του διαδίκου. Η αρχή τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση κατά την οποία ο δικηγόρος έχει ενεργό συμμετοχή στην παρουσίαση της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Εν προκειμένω, πέρα από την υπογραφή του Κλητηρίου Εντάλματος δεν διαπιστώνεται άλλη εμπλοκή του ΜΕ στον χειρισμό της υπόθεσης. Εξάλλου, το ασυμβίβαστο των δύο ιδιοτήτων, δικηγόρου και μάρτυρα δεν επιτάσσει όπως η μαρτυρία του δικηγόρου αγνοηθεί, ως ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης. Στην Efthymiou (ανωτέρω), το θέμα εξετάστηκε από την σκοπιά του αν θα πρέπει ο δικηγόρος να συνεχίσει να εκπροσωπεί τον πελάτη του και όχι αν η μαρτυρία του θα πρέπει να απορριφθεί. Στη Rybolovlev (ανωτέρω) δεν καθορίστηκε γενικός κανόνας ότι η μαρτυρία δικηγόρου πρέπει να αγνοηθεί. Η υπεραπλούστευση ενός τέτοιου ζητήματος, θα οδηγούσε στο παράλογο και άδικο, κατά την γνώμη μου, αποτέλεσμα να αποκλείεται η μαρτυρία προσώπων που μπορούν να βοηθήσουν στην ανεύρεση της αλήθειας, για μόνο τον λόγο ότι σε κάποιο στάδιο, διετέλεσαν δικηγόροι ενός διαδίκου. Στην παρούσα περίπτωση, δεν βλέπω λόγο για τον οποίο η μαρτυρία του ΜΕ να πρέπει να αγνοηθεί ή απορριφθεί εκ προοιμίου. Σύμφωνα λοιπόν με τον ΜΕ, κατόπιν οδηγιών του Ενάγοντα, την 1.7.2009 συνέταξε 3 έγγραφα ως γραμμάτια συνήθους τύπου (βλ. Τεκμήριο 2). Με βάση το περιεχόμενο κάθε ενός από τα εν λόγω έγγραφα, ο Εναγόμενος 1 υποσχέθηκε να πληρώσει στον Ενάγοντα €3000 για κάθε ένα, ήτοι συνολικά €9000 πλέον τόκο 7% από 2.7.
- Τα ούτω καλούμενα γραμμάτια συνήθους τύπου ήταν πληρωτέα σε διαφορετικά χρονικά σημεία το καθένα, ήτοι στις 1.12.2009, 1.3.2011 και 1.6.2011 αντίστοιχα. Σύμφωνα με τον ΜΕ, τα εν λόγω έγγραφα υπογράφτηκαν από τον Εναγόμενο 1 στις 2.7.2009, στην παρουσία τόσο του ΜΕ, όσο και του XXXXX Κυρμίτση, δικηγόρου που εκπροσωπούσε τον Εναγόμενο
- Ο πατέρας του Εναγόμενου 1, ήτοι ο Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του πρώτου και προς τούτο υπέγραψε επί των εγγράφων στην παρουσία τόσο του ΜΕ όσο και του XXXXX Κυρμίτση. Ακολούθως, οι τελευταίοι υπέγραψαν στα έγγραφα ως μάρτυρες των υπογραφών των Εναγόμενων. Ο ΜΕ συμπλήρωσε ότι το ποσό που όφειλε ο Εναγόμενος 1 στην Ενάγουσα ήταν περί τις €25.000, τα οποία μοιράστηκαν σε ξεχωριστά γραμμάτια με διαφορετική ημερομηνία πληρωμής του κάθε ενός. Έτσι, στον ίδιο τόπο και χρόνο που υπογράφηκαν τα επίδικα έγγραφα, είχαν υπογραφεί από τους Εναγομένους παρόμοια έγγραφα για πρόσθετο ποσό €15.000, πληρωτέα πριν την καταχώριση της παρούσας αγωγής. Για εκείνα έχουν εκδοθεί αποφάσεις σε δύο άλλες αγωγές του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου (βλ. Τεκμήριο 3). Τέλος, ο ΜΕ είπε ότι οι προθεσμίες πληρωμής, που καθορίζονταν στα έγγραφα παρήλθαν χωρίς οι Εναγόμενοι να πληρώσουν οιοδήποτε ποσό παρόλο που τους ζητήθηκε. Μετά την παρουσίαση της υπόθεσης για τον Ενάγοντα, κατέθεσε στο Δικαστήριο ο Εναγόμενος 1, ο οποίος και αναγνώρισε την υπογραφή του στα έγγραφα, στα οποία ο Ενάγοντας βασίζει την απαίτηση του. Είπε όμως ότι είδε τα εν λόγω έγγραφα με τη συγκεκριμένη μορφή, για πρώτη φορά στο Δικαστήριο. Ειδικότερα, υποστήριξε ότι τα συγκεκριμένα έντυπα δεν υπογράφθηκαν στις 2.7.2009 και ότι η εν λόγω ημερομηνία συμπληρώθηκε μεταγενέστερα. Είπε επίσης ότι τα έγγραφα δεν υπογράφτηκαν στο γραφείο του ΜΕ, αλλά στο χώρο του Δικαστηρίου Παραλιμνίου. Όταν υπογράφθηκαν ο πατέρας του δεν ήταν εκεί και ουδέποτε υπέγραψε σε αυτά ως εγγυητής. Ισχυρίστηκε ότι το μέρος του εγγράφου με τίτλο «ΕΓΓΥΗΤΗΣ» προστέθηκε μεταγενέστερα. Επίσης, οι μάρτυρες που φαίνονται στα έγγραφα είναι μάρτυρες της υπογραφής του ιδίου και όχι του εγγυητή. Η μαρτυρία που έχει προσφερθεί πρέπει να αξιολογηθεί ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να προβεί σε διαπιστώσεις σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα (βλ. Ιωάννου ν. Παλάζη
(2004)1 Α.Α.Δ. 576). Βέβαια, η αξιολόγηση της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα δεν πρέπει να συγχέεται με το βάρος απόδειξης που φέρει κάθε διάδικος (βλ. Wynne v. Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, KEO Plc v. Χριστοφή, Πολιτική Έφεση αρ. 138/2010 ημερ. 22/5/2015). Παρακολούθησα τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης την μαρτυρία τους και αξιολόγησα την εμφάνιση και την συμπεριφορά τους. Αποτίμησα την συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή γνώσης, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th ed., σελ. 251). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ένας μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, θεωρώ ότι ο ΜΕ κατέθεσε με ειλικρίνεια. Κρίνεται δε αξιόπιστος μάρτυρας. Απαντούσε με ευθύτητα και φυσικότητα στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Η δε αξιοπιστία του δεν πλήγηκε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης. Ήταν σταθερός στις θέσεις του και επέμεινε σε αυτές. Ειδικότερα, αντεξεταζόμενος, ο ΜΕ επέμεινε στη θέση ότι κατά την υπογραφή των επίδικων εγγράφων ήταν παρόντες ταυτόχρονα όλοι όσοι προσυπέγραψαν. Διευκρίνισε ότι το γεγονός ότι οι υπογραφές των δύο μαρτύρων βρίσκονται πάνω από την υπογραφή του Εναγομένου 2 δεν αναιρεί το πραγματικό γεγονός ότι οι επιβεβαιωτές μάρτυρες προσυπέγραψαν τόσο για την υπογραφή του πρωτοφειλέτη όσο και για την υπογραφή του εγγυητή. Ήταν επίσης η θέση του ότι η καταγραφή της φράσης «μάρτυρες της ανωτέρω υπογραφής» στο κείμενο των φερόμενων γραμματίων είναι λανθασμένη. Πρόσθεσε ότι το ζήτημα της εγγύησης συζητήθηκε εκτεταμένα με τον Εναγόμενο
- Μάλιστα δε, ενώ η αρχική πρόθεση ήταν να υπάρξουν 2 εγγυητές, εν τέλει υπέγραψε μόνο ο Εναγόμενος
- Από την άλλη, ο Εναγόμενος 1 δεν μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Ήταν εμφανής η προσπάθεια του να μην απαντήσει σε ερωτήσεις οι οποίες δεν ευνοούσαν την υπεράσπιση είτε του ιδίου είτε του πατέρα του. Έτσι, όταν ρωτήθηκε κατά πόσον αναγνωρίζει την υπογραφή του Εναγομένου 2 στα επίδικα έγγραφα, απέφυγε να απαντήσει. Όταν ρωτήθηκε αν θεωρεί τα έγγραφα πλαστά, δεν απάντησε ευθέως ούτε και έδωσε κάποια εξήγηση για το ότι δεν έγινε καταγγελία στην αστυνομία. Πέραν των πιο πάνω, ο Εναγόμενος προκάλεσε εν τέλει σύγχυση προβάλλοντας για πρώτη φορά τον ισχυρισμό ότι εξόφλησε τα ποσά που αφορά η παρούσα αγωγή, ισχυρισμός που ούτε καν δικογραφείται. Όπως είπε, κατά καιρούς πλήρωνε διάφορα ποσά έναντι των γραμματίων αλλά δεν ήταν σε θέση να αναφέρει πόσα κατέβαλε συνολικά. Πρόσθετα με τα πιο πάνω, κρίνω ως μη πειστική την εκδοχή του Εναγομένου 1 ότι η υπογραφή των επίδικων εγγράφων έγινε μόνο από τον ίδιο και όχι από τον Εναγόμενο
- Κατ' αρχάς. υπενθυμίζω ότι ο Εναγόμενος 1 δεν ήταν σε θέση να αμφισβητήσει ότι ο Εναγόμενος 2 συμφώνησε να εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του. Ούτε ήταν σε θέση να αμφισβητήσει τις υπογραφές του Εναγομένου
- Ως προς τούτο η μαρτυρία του ΜΕ παρέμεινε αναντίλεκτη. Ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο να την αμφισβητήσει. Συνεπώς, μπορεί με ασφάλεια να προκύψει εύρημα ότι όντως ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε επί των εγγράφων. Με τούτο ως δεδομένο, θεωρώ ότι οποιοσδήποτε διακανονισμός για απόσυρση της ποινικής υπόθεσης που αφορούσε τις ακάλυπτες επιταγές θα γινόταν μετά και από τη συμφωνία περί εγγυήσεων. Δεν είναι πειστική η θέση ότι η απόσυρση της ποινικής υπόθεσης θα γινόταν χωρίς την εξασφάλιση της εγγύησης του Εναγομένου
- Κάτι τέτοιο θα σήμαινε για τον Ενάγοντα απώλεια διαπραγματευτικής δύναμης καθότι ο Εναγόμενος 2 δεν θα είχε πλέον ισχυρό κίνητρο να βοηθήσει τον γιο του σε σχέση με τις ποινικές υποθέσεις που αντιμετώπιζε. Συνεπώς, κρίνω ως πιο πειστική την εκδοχή του ΜΕ ότι το ζήτημα των εγγυήσεων συζητήθηκε και εκτελέστηκε ταυτόχρονα με την υπογραφή των γραμματίων. Προτού προχωρήσω στην παράθεση των ευρημάτων μου επισημαίνω ότι θεωρώ πως έχει παρουσιαστεί ικανοποιητική μαρτυρία σε σχέση με την υπογραφή των επίδικων εγγράφων στην παρουσία 2 μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι. Σύμφωνα με το άρθρο 16 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 «σε οποιαδήποτε διαδικασία, πολιτική ή ποινική, έγγραφο για τηv εγκυρότητα τoυ oπoίoυ απαιτείται επιβεβαίωση δύναται, αvτί vα αποδειχτεί από μάρτυρα o οποίος vα τo επιβεβαιώνει, vα αποδειχτεί με τρόπο κατά τοv oπoίo θα μπορούσε vα αποδειχτεί αv καvέvας μάρτυρας πoυ επιβεβαιώνει δεv ζούσε». Επομένως δεν είναι απαραίτητο να κληθούν οι επιβεβαιωτές μάρτυρες, έστω κι αν είναι διαθέσιμοι (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές 2014 σελ. 373). Εν προκειμένω, δόθηκε μαρτυρία από τον ΜΕ, ότι τα επίδικα έγγραφα υπογράφτηκαν στην παρουσία δύο μαρτύρων. Εξάλλου, ο ένας εκ των δύο μαρτύρων ήταν ο ίδιος ο ΜΕ. Σύμφωνα δε με την μαρτυρία του τελευταίου, ως δεύτερος μάρτυρας υπέγραψε ο τότε δικηγόρος του Εναγομένου
- Δεν ήταν απαραίτητο να κλητευθεί στο Δικαστήριο το εν λόγω πρόσωπο, προκειμένου να επιβεβαιώσει ότι όντως υπέγραψε ως μάρτυρας. Η αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ είναι αρκετή ως προς τούτο. Εξάλλου, αν οι Εναγόμενοι αμφισβητούσαν την υπογραφή από το εν λόγω πρόσωπο, τίποτα δεν τους εμπόδιζε από το να επιδιώξουν οι ίδιοι την κλήση του στο Δικαστήριο. Έχοντας λοιπόν υπόψη τα δικόγραφα, το σύνολο της μαρτυρίας τόσο προφορικής όσο και γραπτής και δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης μαρτυρίας, καταλήγω ότι τα επίδικα έγγραφα (βλ. Τεκμήριο 2) συντάχθηκαν από τον ΜΕ ώστε να διευθετηθούν οφειλές του Εναγομένου 1 προς τον Ενάγοντα. Τα εν λόγω έγγραφα υπογράφτηκαν από τον Εναγόμενο 1 στις 2.7.2009, στην παρουσία τόσο του ΜΕ όσο και του XXXXX Κυρμίτση, δικηγόρου που εκπροσωπούσε τον Εναγόμενο
- Οι τελευταίοι έθεσαν τις υπογραφές τους επί των εν λόγω εγγράφων βεβαιώνοντας τόσο την υπογραφή του Εναγομένου 1 όσο και την υπογραφή του Εναγομένου 2, ο οποίος προσυπέγραψε την ίδια μέρα ως εγγυητής. Πριν την υπογραφή των εγγράφων από τον Εναγόμενο 2, είχε συζητηθεί με αυτόν το θέμα της εγγύησης και ο τελευταίος συμφώνησε όπως εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του Εναγομένου 1, ως αυτές εκπηγάζουν από τα επίδικα έγγραφα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με βάση τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα, η οφειλή του Εναγομένου 1 πηγάζει από γραμμάτια συνήθους τύπου. Στο δικόγραφο δεν παρατίθενται γεγονότα που να στοιχειοθετούν αγώγιμο δικαίωμα, άλλο από τα ίδια τα έγγραφα. Προέχει επομένως η εξέταση του κατά πόσον τα έγγραφα που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 2 πληρούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις, που να τα καθιστούν γραμμάτια συνήθους τύπου δυνάμει του άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
- Το εν λόγω άρθρο προνοεί τα ακόλουθα: «"Γραμμάτιο συνήθους τύπου" είναι γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο γραμμάτιο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ' έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ' αυτού, τα συναφή έξοδα, και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση». Σύμφωνα με την νομολογία, για να θεωρηθεί ένα γραμμάτιο ως γραμμάτιο συνήθους τύπου θα πρέπει να υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις πρόνοιες του άρθρου 78 του Κεφ.149 (βλ. Papastratis v. Economou
(1970)1 C.L.R. 11). Με βάση το άρθρο 80 του ιδίου νόμου, το γραμμάτιο συνήθους τύπου αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό. Μαρτυρία που έχει σκοπό να αντικρούσει το περιεχόμενο του δεν γίνεται δεκτή ή δεν λαμβάνεται υπόψη εκτός αν αφορά σε ισχυρισμούς που τείνουν να αποδείξουν μία από τις πιο κάτω υπερασπίσεις, ήτοι: (α) ότι η υπογραφή του οφειλέτη του χρέους ή άλλου που υπέγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, (β) ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης, (γ) ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη. (βλ. Raιf v. Dervish
(1971)1 C.L.R. 158). Εξετάζοντας λοιπόν το Τεκμήριο 2 διαπιστώνω ότι, στην όψη τους, τα έγγραφα φέρουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται ώστε να θεωρηθούν γραμμάτια συνήθους τύπου. Ειδικότερα, ο Εναγόμενος 1 ανέλαβε να πληρώσει σε συγκεκριμένο χρόνο το ποσό των €3000 πλέον τόκο προς 7% ετησίως από την ημέρα υπογραφής. Ως αντιπαροχή για την υπογραφή του εγγράφου καθορίζεται χρηματικό ποσό ίδιου ύψους. Περαιτέρω, τα έγγραφα περιέχουν ρητή πρόνοια ότι ο Εναγόμενος 1 θα πληρώσει στον Ενάγοντα τα έξοδα σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων. Με βάση τα ευρήματα μου, οι προθεσμίες πληρωμής των γραμματίων παρήλθαν, πλην όμως ο Εναγόμενος 1 δεν πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό έναντι των οφειλών που προκύπτουν από αυτά. Ούτε έχει αποδείξει οιαδήποτε από τις υπερασπίσεις που μπορούν να εγερθούν έναντι ενός γραμματίου συνήθους τύπου. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, καταλήγω ότι ο Ενάγοντας έχει αποδείξει την αξίωση του εναντίον του Εναγομένου
- Σε σχέση με τον Εναγόμενο 2, επισημαίνω ότι η βάση αγωγής εναντίον του είναι, όχι τα γραμμάτια συνήθους τύπου, αλλά σύμβαση εγγύησης. Η σύμβαση εγγύησης είναι αυτόνομη σύμβαση, αλλά είναι και το παρεπόμενο αποτέλεσμα της σύμβασης μεταξύ πιστωτή και πρωτοφειλέτη (βλ. άρθρο 86 του Κεφ.149). Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England (Fifth Edition 2008) Vol. 49 par. 1013 αναφέρεται ότι: "A guarantee is an accessory contract by which the promisor undertakes to be answerable to the promisee for the debt, default or miscarriage of another person, whose primary liability to the promisee must exist or be contemplated." Η σύμβαση εγγύησης λοιπόν ενεργοποιείται μόνο όταν υπάρχει παράβαση από τον πρωτοφειλέτη των δικών του υποχρεώσεων (βλ. Το Δίκαιο των Συμβάσεων 2014, Πολύβιος Γ. Πολυβίου, τόμος Β' σελ. 876). Εν προκειμένω, όπως ήδη αναφέρθηκε, έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό οι υποχρεώσεις του Εναγομένου 1 ως αυτές πηγάζουν από τα επίδικα γραμμάτια. Το κύριο επιχείρημα του συνηγόρου των Εναγομένων σε σχέση με την ευθύνη του Εναγομένου 2 έγκειται στο ότι η γραπτή εγγύηση επί των επιδίκων εγγράφων τέθηκε μεταγενέστερα και όχι κατά την υπογραφή τους από τον Εναγόμενο
- Περαιτέρω, κατά την θέση της υπεράσπισης, το γεγονός ότι οι υπογραφές μαρτύρων βρίσκονται πάνω από την υπογραφή του εγγυητή, σε συνδυασμό με την καταγραφή της φράσης «μάρτυρες της ανωτέρω υπογραφής» στο κείμενο των γραμματίων, είναι μοιραία για την εγκυρότητα της εγγύησης. Η θέσεις του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης δεν με βρίσκουν σύμφωνο. Κατ' αρχάς, για την εγκυρότητα μιας συμφωνίας εγγύησης δεν απαιτείται η υπογραφή στην παρουσία δύο μαρτύρων, ως απαιτείται για το γραμμάτιο συνήθους τύπου. Αρκεί το γεγονός ότι ο Ενάγοντας έχει αποδείξει την σύναψη της συμφωνίας εγγύησης. Εν προκειμένω, η αξιόπιστη ενώπιον μου μαρτυρία αποδεικνύει ότι το ζήτημα της εγγύησης συζητήθηκε εκτεταμένα με τον Εναγόμενο 2 και ότι ο Εναγόμενος 2 συμφώνησε να εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του Εναγομένου 1, θέτοντας προς τούτο την υπογραφή του στα επίδικα έγγραφα. Σε κάθε περίπτωση, η αξιόπιστη ενώπιον μου μαρτυρία καταδεικνύει επίσης ότι ο Εναγόμενος 2 έθεσε την υπογραφή του στα έγγραφα στην παρουσία των δύο μαρτύρων, που προσυπέγραψαν επί αυτών βεβαιώνοντας τόσο την υπογραφή του Εναγομένου 1 όσο και την υπογραφή του Εναγομένου
- Για τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι ο Ενάγοντας απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό, την αξίωση του και εναντίον του Εναγομένου
- Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό €9000 πλέον τόκο 7% ετησίως από 2.7.2009 μέχρι εξοφλήσεως πλέον τα έξοδα της αγωγής, τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........................................ Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο