← Κύπρος

ΙΩΑΝΝΟΥ ΣΥΡΙΜΗ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΥΓΕΙΑΣ, Αριθμός Αγωγής: 209/2018, 4/11/2020

ΙΩΑΝΝΟΥ ΣΥΡΙΜΗ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΥΓΕΙΑΣ, Αριθμός Αγωγής: 209/2018, 4/11/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:A25 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 209/2018 (1884/12) Μεταξύ: XXXXX ΙΩΑΝΝΟΥ ΣΥΡΙΜΗ Ενάγουσας -και- ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΥΓΕΙΑΣ Εναγομένου Ημερομηνία: 4/11/2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: Η κα. Ρ. Μαλλή Για Εναγόμενο: Η κα. Δ. Παπαστεφάνου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα αγωγή έχει ως αντικείμενο το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Στη βάση αυτής, η ενάγουσα, ηλικίας 19 ετών κατά τον ουσιώδη χρόνο, αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τις σωματικές βλάβες που υπέστη, καταλογίζοντας ιατρική αμέλεια στους ιατρούς του Τμήματος Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Αμμοχώστου (στο εξής καλούμενο «το νοσοκομείο»), οι οποίοι την περιέθαλψαν. Όπως προκύπτει μέσα από τις δικογραφημένες θέσεις αλλά και την αναντίλεκτη μαρτυρία αποτελεί κοινό έδαφος, μεταξύ των μερών, ότι η ενάγουσα, η οποία κατάγεται από την Πάφο, την 10.8.09, μαζί με την οικογένεια της, βρισκόταν στην περιοχή Πρωταρά για διακοπές. Την εν λόγω ημέρα παρουσίασε ξαφνικά κοιλιακό άλγος, αναγούλες, εμετό καθώς και διάρροια. Τις βραδινές ώρες επισκέφθηκε την ιδιωτική κλινική 'Valessia' στον Πρωταρά, όπου, αφού έτυχε εξέτασης από ειδικό παθολόγο, του τέθηκε η υποψία ότι η ενάγουσα παρουσίαζε οξεία σκωληκοειδίτιδα. Λόγω του προχωρημένου της ώρας, ο επί καθήκοντι ιατρός, παρέπεμψε την ενάγουσα στο νοσοκομείο για περαιτέρω εξετάσεις. Ακολούθως η ενάγουσα επισκέφθηκε το νοσοκομείο κατά τις 22.05 το βράδυ. Οι επί καθήκοντι ιατροί προέβησαν σε ακτινογραφία κοιλίας, κλινική εξέταση και αιματολογικές εξετάσεις. Αφού ολοκληρώθηκαν οι σχετικές εξετάσεις δόθηκε στην ενάγουσα εξιτήριο και η διάγνωση της επί καθήκοντι ιατρού ήταν ότι αυτή είχε άλγος στην κοιλιά. Αποκλείστηκε, μεταξύ άλλων, η περίπτωση της οξείας σκωληκοειδίτιδας. Κατά ή περί τις 24.8.2009, 14 ημέρες μετά, λόγω έντονου άλγους, κόπωσης οργανισμού, απώλεια βάρους, ανορεξία και διαρροϊκές κενώσεις η ενάγουσα επισκέφθηκε ιδιωτικό ιατρείο στην Πάφο όπου ο θεράπων ιατρός, μετά από κλινική εξέταση, διαπίστωσε έντονο κοιλιακό άλγος στο δεξιό υποχόνδριο, με ύπαρξη μάζας και συμπτώματα περιτοναισμού καθώς και υψηλό πυρετό (39.3). Διενεργήθηκαν στην ενάγουσα αιματολογικές εξετάσεις, υπέρηχος και ακτινογραφία κοιλίας όπου και διαγνώστηκε ότι η ενάγουσα παρουσίαζε περιτυφλικό απόστημα δεξιού υποχόνδριου, μετά από ρήξη της σκωληκοειδούς απόφυσης. Ο θεράπων ιατρός συνέστησε την έναρξη άμεσης θεραπευτικής αγωγής με ενδοφλέβια χρήση αντιβιοτικών καθώς και την επείγουσα εισαγωγή της ενάγουσας στο Ιδιωτικό Νοσοκομείο 'Ευαγγελισμός' και την εντατική παρακολούθηση της. Κλήθηκαν ιατροί από διάφορες ειδικότητες (χειρούργος, πνευμονολόγος και καρδιολόγος) ώστε να την εξετάσουν. Παρά την θεραπευτική αγωγή που χορηγήθηκε στην ενάγουσα, για περίοδο 4 ημερών, η κατάσταση της εξακολουθούσε να είναι σοβαρή, χωρίς τάση βελτίωσης. Λόγω της επιδείνωσης της υγείας της, εφόσον η ενάγουσα παρουσίασε βήχα και οίδημα στα κάτω άκρα, μεταφέρθηκε στις 28.9.09 με αεροπλάνο-ασθενοφόρο στο πανεπιστημιακό ιατρικό κέντρο 'Hadassah' του Ισραήλ για περαιτέρω νοσηλεία. Αφού οι επί καθήκοντι ιατροί επιβεβαίωσαν και αυτή με την σειρά τους την ύπαρξη στην ενάγουσα περιτυφλικού αποστήματος, προχώρησαν στην παροχέτευση υγρών της μόλυνσης στην κοιλιακή χώρα με καθετηριασμούς και ταυτόχρονα της χορήγησαν, για περίοδο 10 ημερών, ενδοφλέβια αντιβίωση ευρέου υφάσματος. Υπεβλήθη επίσης και σε αντιμυκητιασική θεραπεία με σκοπό τη σμίκρυνση του αποστήματος. Λόγω της μόλυνσης που υπήρχε, οι θεράποντες ιατροί στο Ισραήλ δεν μπορούσαν να υποβάλουν την ενάγουσα σε χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης της σκωληκοειδούς απόφυσης και της συνέστησαν όπως η ενάγουσα επανέλθει, μετά την πάροδο 3 μηνών, με σκοπό να υποβληθεί στην εν λόγω επέμβαση. Πράγματι η ενάγουσα στις 24.12.2009 υπεβλήθη στο εν λόγω νοσοκομείο σε σκωληκοειδεκτομή, με λαπαροσκοπική επέμβαση, όπου και παρέμεινε κλινήρης μέχρι και τις 30.12.

  1. Ακολούθως επέστρεψε στην Κύπρο. Στις 5.2.2019 η ενάγουσα παρουσίασε εξελκώμενο κυστικόμορφο ογκίδιο στη δεξιά οσφυϊκή περιοχή με αποτέλεσμα να υποβληθεί σε χειρουργική αφαίρεση του μορφώματος, στην Πολυκλινική 'Υγεία στη Λεμεσό, το οποίο διεπιστώθη ότι έφερε πόρο που διείσδυε στην εξωπεριτοναική κοιλότητα. Στις 23.4.19 η ενάγουσα υποτροπίασε και παρουσίασε στη δεξιά πλάγια κοιλιακή χώρα έξω στόμιο σηραγγώδους πόρου με λιπαρές εκκρίσεις και προς τον σκοπό αυτόν επισκέφθηκε γενικό χειρουργό στο ιατρικό κέντρο 'American Medical Centre'. Ο εν λόγω ιατρός προέβη σε αξονική τομογραφία κοιλίας η οποία κατέδειξε την παρουσία σηραγγώδους πόρου με έξω στόμιο στη δεξιά πλάγια κοιλία, ο οποίος διανύοντας μια πορεία περίπου 12 εκατοστών και αφού διαπερνούσε τον έξω και έσω λοξό κοιλιακό μυ, τον εγκάρσιο κοιλιακό μη και ερχόμενος σε στενή επαφή με το λαγόνιο οστό, κατέληγε σε κυστικόμορφο σχηματισμό διαμέτρου τεσσάρων εκατοστών. Η ενάγουσα, κατόπιν ιατρικής συμβουλής, χειρουργήθηκε, στις 3.5.19, όπου υπεβλήθη σε ερευνητική λαπαροτομή, με μέση υπέρ-υποομφάλια τομή, λύση συμφύσεων, εκτεταμένη κινητοποίηση του δεξιού κόλου, αφαίρεση του σηραγγώδους πόρου, αφαίρεση τμημάτων των πέριξ μυών, απελευθέρωση δια κοιλιακά του κυστικόμορφου σχηματισμού, συρραφή πλάγιων κοιλιακών μυών, τοποθέτηση δύο παροχετεύσεων και σύγκλιση της περιτοναϊκής κοιλότητας κατά στρώματα. Η ενάγουσα παρέμεινε κλινήρης για περίοδο μιας εβδομάδας όπου και έλαβε εξιτήριο στις 10.5.
  2. Δηλώθηκαν επίσης ως παραδεκτά γεγονότα ότι η ενάγουσα γεννήθηκε την 14.6.90 και ότι επισκέφθηκε στις 10.8.09 περί τις 22.05 στο νοσοκομείο. Κατά την επίσκεψη της παραπονέθηκε για κοιλιακό άλγος και εμετό. Η επί καθήκοντι ιατρός υπέβαλε την ενάγουσα σε ιατρικές εξετάσεις και ακτινογραφία κοιλίας. Δηλώθηκε τέλος ως παραδεκτό γεγονός ότι τα ιατρικά έξοδα της ενάγουσας σε σχέση με την εγχείρηση που υποβλήθηκε στο American Medical Centre ανερχόταν στο συνολικό ποσό των €5,
  3. Τα πιο πάνω καθίστανται αυτομάτως και ευρήματα του Δικαστηρίου. Αποτελεί δικογραφημένη θέση της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να διαγνώσει έγκαιρα ότι η ενάγουσα παρουσίαζε οξεία σκωληκοειδίτιδα, κατά την επίσκεψη της στο νοσοκομείο την 10.8.09, και ότι οι επί καθήκοντι ιατροί παρέλειψαν να αξιολογήσουν σωστά τις αιματολογικές εξετάσεις και τα κλινικά της συμπτώματα. Περαιτέρω είναι η θέση της ενάγουσας ότι οι επί καθήκοντι ιατροί παρέλειψαν και αμέλησαν να υποβάλουν την ενάγουσα σε όλες τις, υπό τις περιστάσεις, απαραίτητες εξετάσεις και παρέλειψαν να διαγνώσουν το ιατρικό της πρόβλημα. Περαιτέρω της χορήγησαν, λανθασμένα, παυσίπονα με αποτέλεσμα το έντονο άλγος να υποχωρήσει και για τον λόγον αυτόν δεν επισκέφθηκε οποιοδήποτε άλλο ιατρικό κέντρο πριν τις 24.8.2009, ημερομηνία όπου επανήλθαν τα συμπτώματα. Λόγω της πιο πάνω αμελούς συμπεριφοράς η κατάσταση της ενάγουσας οδηγήθηκε σε περαιτέρω επιπλοκή, με αποτέλεσμα να υποστεί ρήξη της σκωληκοειδούς απόφυσης και να δημιουργηθεί σε αυτήν περιτυφλικό απόστημα, το οποίο οδήγησε σε περαιτέρω σοβαρότητα της κατάστασης της και σε άμεσο κίνδυνο για την ίδια της τη ζωή. Όλες οι μετέπειτα εγχειρήσεις και οι θεραπείες τις οποίες η Ενάγουσα υπεβλήθη, ως έχουν αναφερθεί ανωτέρω, είναι αποτέλεσμα και έχουν αιτιώδη συνάφεια με τις αμελείς πράξεις του εναγομένου. Από την άλλη αποτελεί δικογραφημένη θέση του εναγόμενου ότι κατά την εξέταση της ενάγουσας στο νοσοκομείο διενεργήθηκαν όλες οι απαραίτητες και αναγκαίες εξετάσεις, χωρίς ενδείξεις για οξεία χειρουργική νόσο. Στην ενάγουσα δόθηκε φαρμακευτική αρωγή και της συνεστήθη, κατά την απόλυση της, να επανέλθει την επόμενη μέρα για επανεξέταση και επανάληψη των εργαστηριακών εξετάσεων. Η ενάγουσα, παρά τις οδηγίες της θεράποντος ιατρού δεν επανήλθε την επόμενη μέρα για εξετάσεις και ούτε επισκέφθηκε οποιοδήποτε άλλο νοσοκομείο. Είναι θέση του εναγόμενου ότι οι κατ' ισχυρισμό σωματικές βλάβες που υπέστη είναι απότοκο της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης που η ίδια έτυχε στο Ισραήλ και στον ιδιωτικό τομέα, πράξεις που διακόπτουν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των πράξεων του εναγόμενου με αποτέλεσμα να τυγχάνει εφαρμογής το δόγμα 'novus actus interveniens'. Είναι η περαιτέρω θέση του εναγόμενου ότι οι επί καθήκοντι ιατροί του νοσοκομείου επέδειξαν, υπό τις περιστάσεις την απαιτούμενη ιατρική φροντίδα και επιμέλεια, ακολούθησαν την ορθή ιατρική πρακτική και καμιά αμελής πράξη δεν μπορεί να τους αποδοθεί. Ισχυρίζεται δε ότι η ίδια η Ενάγουσα ευθύνεται για τις σωματικές της βλάβες εφόσον παρέλειψε να υπακούσει τις οδηγίες των γιατρών της για επανεξέταση της την αμέσως επόμενη μέρα. Σε σχέση με τις ειδικές ζημιές είναι η θέση του εναγομένου ότι η ενάγουσα δεν υπέστη οποιεσδήποτε ειδικές ζημιές και εν πάση περιπτώσει αυτές είναι υπερβολικές και παράλογες και επαναλαμβάνει ότι όλες έχουν καλυφθεί, χαριστικά, από το Υπουργείο Υγείας. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Ενάγουσα κάλεσε 5 μάρτυρες. Ειδικότερα κατάθεσε η ίδια η ενάγουσα (ΜΕ 1), ο Δρας Βασιλείου (Μ.Ε 2), ειδικός παθολόγος, ο Δρας. Παλλάς (Μ.Ε 3), γαστρεντερολόγος, ο Γ. Συρίμης (Μ.Ε 4), πατέρας της ενάγουσας, και ο Δρας. Νεοφύτου (Μ.Ε 5), γενικός χειρούργος. Εκ μέρους της υπεράσπισης κατάθεσε η Δρα Π. Ιωάννου (Μ.Υ 1), γενική ιατρός η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο εξέτασε την ενάγουσα στο Τ.Α.Ε.Π Αμμοχώστου, η Δρα Φ. Ζειτούνι (Μ.Υ 2), Βοηθός Διευθύντρια στο νοσοκομείο και ο Δρας. Μουζούρης (ΜΥ 7), γενικός χειρούργος, επίσης στο εν λόγω νοσοκομείο. Κατατέθηκαν επίσης συνολικά και 44 Τεκμήρια. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ενάγουσα υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της, γραπτή της δήλωση (Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με αυτήν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν φοιτήτρια στο Ην. Βασίλειο και έχαιρε άκρας υγείας. Ανάφερε ότι οι επί καθήκοντι ιατροί του νοσοκομείου, αφού της διενέργησαν κλινικές εξετάσεις, ακτινογραφία κοιλιάς και αιματολογικές εξετάσεις και αφού της χορήγησαν παυσίπονα (2 παυσίπονα, ανά 6 ώρες), της έδωσαν εξιτήριο και απέκλεισαν την περίπτωση οξείας σκωληκοειδίτιδας. Αρνείται κατηγορηματικά ότι οι επί καθήκοντι γιατροί της συνέστησαν να επανέλθει για επανεξέταση την επόμενη ημέρα. Λόγω της χορήγησης παυσίπονων, το έντονο άλγος υποχώρησε πλήρως και ως εκ τούτου, δεν επισκέφθηκε οποιοδήποτε περαιτέρω ιατρικό κέντρο. Ακολούθως στις 24.8.09, λόγω έντονου άλγους, κόπωσης, απώλειας βάρους, επισκέφθηκε το ιδιωτικό ιατρείο του Μ.Ε
  4. Ακολούθως εξήγησε την διάγνωση του Μ.Ε 3 και τις θεραπείες που η ίδια υπεβλήθη μέχρι και σήμερα. Εξήγησε περαιτέρω την άσχημη ψυχολογική κατάσταση την οποία περιήλθε συνειδητοποιώντας ότι έφτασε πολύ κοντά στο θάνατο. Λόγω της ασθενείας και της ταλαιπωρίας που είχε υποστεί, έχασε την παρακολούθηση των μαθημάτων της στο πανεπιστήμιο και χαριστικά παρακάθισε σε εξετάσεις τον Φεβρουάριο του
  5. Επίσης υπέφερε για μεγάλο χρονικό διάστημα με σφοδρούς πόνους. Υπέστη περαιτέρω, ειδικές αποζημιώσεις ύψους €35.087,
  6. Προς τεκμηρίωση των όσων αναφέρει, κατέθεσε ως Τεκμήριο 2, πιστοποιητικό παραπεμπτικό που της χορήγησε ο Μ.Ε 2, ακτινογραφίες του Γενικού Νοσοκομείου Αμμοχώστου ως Τεκμήριο 3, αναλύσεις αίματος που υπεβλήθη στο νοσοκομείο ως Τεκμήριο 4, ιατρική έκθεση του Μ.Ε 3 ως Τεκμήριο 5, ακτινογραφίες κοιλιάς ως Τεκμήριο 6, ultrasound, ημερομηνίας 24.8.09, ως Τεκμήριο 7, πολυτομική αξονική τομογραφία κοιλιάς από το ιδιωτικό νοσοκομείο 'Άγιος Γεώργιος' ως Τεκμήριο 8, αναλύσεις από το εργαστήριο ιατρικών αναλύσεων XXXXX Ηρακλέους ως Τεκμήριο 9, έγγραφα του ιατρικού κέντρου 'Hadassah' (Τεκμήριο 10-13) καθώς και διάφορα αντίγραφα αποδείξεων πληρωμών και τιμολογίων (Τεκμήρια 14 29). Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι τα πρώτα συμπτώματα εμφανίσθηκαν για πρώτη φορά στις 10.8.09 και ενημέρωσε για αυτά την επί καθήκοντι ιατρό στο νοσοκομείο. Επανέλαβε τη θέση ότι, κατά την διάρκεια της παραμονής της εκεί στο νοσκομείο, εξετάστηκε τόσο από παθολόγο όσο και χειρούργο, ενημερώνοντας τους επίσης ότι προηγουμένως επισκέφθηκε τον Μ.Ε 2, ο οποίος υποψιάστηκε ότι παρουσίαζε οξεία σκωληκοειδίτιδα. Αρνήθηκε κατηγορηματικά τη θέση ότι ανέφερε στους ιατρούς ότι ήταν στα πρόθυρα της έμμηνου ρήσεως. Επανέλαβε τη θέση ότι η επί καθήκοντι ιατρός της χορήγησε φαρμακευτική αγωγή και ότι η εν λόγω ιατρός απέκλεισε το γεγονός ότι η ενάγουσα υπέστη ρήξη σκωληκοειδίτιδας. Αντίθετα της ανάφερε ότι έχει πρόβλημα με τα έντερα της, το οποίο θα ξεπεραστεί. Επιβεβαίωσε επίσης το γεγονός ότι μόλις έλαβε τη φαρμακευτική αγωγή ο πόνος υποχώρησε πλήρως. Αρνήθηκε σχετικές υποβολές ότι ουδέποτε της χορηγήθηκαν οποιαδήποτε παυσίπονα, ότι της συνέστησαν να μεταβεί την επόμενη ημέρα στο νοσοκομείο σε περίπτωση που επανερχόταν ο πόνος και ότι οι οποιεσδήποτε περαιτέρω επιπλοκές της οφείλονται λόγω των επεμβάσεων που η ίδια έχει προβεί στο νοσοκομείο του Ισραήλ, προσθέτοντας ότι οι τρεις εγχειρήσεις που υποβλήθηκε, μέχρι στιγμής, καθώς και η ταλαιπωρία που βίωσε οφείλονταν αποκλειστικά λόγω της λανθασμένης διάγνωσης, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, των επί καθήκοντι ιατρών του νοσοκομείου. Τέλος επιβεβαίωσε το γεγονός ότι όλα τα ιατρικά της έξοδα, για τα οποία αξιώνει αποζημιώσεις, δεν τα κατέβαλε η ίδια, αλλά ο πατέρας της, διότι η ίδια δεν είχε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, τους απαιτούμενους οικονομικούς πόρους εφόσον δεν εργαζόταν. Ο Μ.Ε 2, ιδιοκτήτης της ιδιωτικής κλινικής 'Valessia' ανέφερε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, ότι εξέτασε την ενάγουσα το βράδυ τις 10.8.09, εκδίδοντας και σχετικό παραπεμπτικό (Τεκμήριο 2), υιοθετώντας το περιεχόμενό του. Εξήγησε ότι ο σκοπός που το εξέδωσε ήταν για να το παραδώσει η ενάγουσα στο νοσοκομείο. Ανέφερε ότι η ενάγουσα, όταν τον επισκέφθηκε, παραπονέθηκε για πυρετό, είχε πόνο στην κοιλιά της, είχε ήπιες διάρροιες και δεν ένιωθε καλά. Ο ίδιος, κατά την κλινική εξέταση, διαπίστωσε ότι η ενάγουσα ήταν αφυδατωμένη, ότι παρουσίαζε ευαισθησία στο δεξιό κατώτερο τεταρτημόριο καθώς είχε και έντονο πόνο στο κάτω μέρος της κοιλιάς. Ο ίδιος πιθανολόγησε ότι η ενάγουσα παρουσίαζε συμπτώματα οξείας σκωληκοειδίτιδας (τυφλό), ενημερώνοντας προς τούτο τόσο την ενάγουσα όσο και τη μητέρα της. Εξέφρασε την ιατρική γνώμη ότι η ενάγουσα θα έπρεπε να εξεταστεί, με βάση το παραπεμπτικό που ο ίδιος εξέδωσε, από χειρούργο ιατρό. Εξέφρασε επίσης την ιατρική γνώμη πως εάν είχε ενώπιον του ένα ασθενή, με τα ίδια συμπτώματα που παρουσίαζε η ενάγουσα και με την υποψία της οξείας σκωληκοειδίτιδας, οι εξετάσεις που θα την υπέβαλλε ήταν οι αιματολογικές εξετάσεις καθώς και ο υπέρηχος (ultrasound) κοιλιάς, λαμβανομένου πάντοτε υπόψη και της κλινικής εικόνας της. Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων (Τεκμήριο 4) εξέφρασε τη θέση ότι η ενάγουσα παρουσίαζε λοίμωξη, γεγονός το οποίο θα έπρεπε να προειδοποιούσε τους επί καθήκοντι ιατρούς της ώστε να προβούν σε περαιτέρω εξετάσεις, όπως ήταν η διενέργεια υπερήχου κοιλίας αλλά και ότι θα έπρεπε η ενάγουσα να ήταν υπό στενή συνεχή επίβλεψη. Γνώμη του ήταν ότι η ενάγουσα θα έπρεπε να παραμείνει στο νοσοκομείο για κάποιες ώρες με σκοπό την παρακολούθηση της. Ξεκαθάρισε επίσης ότι δεν θα χορηγούσε οποιανδήποτε φαρμακευτική αγωγή στην ενάγουσα έτσι ώστε να μην καλυφθεί η οποιαδήποτε συμπτωματολογία, γεγονός που θα βοηθούσε τους ιατρούς να γίνει ορθή διάγνωση. Σε σχέση με το γεγονός ότι η ενάγουσα παρουσίασε και πάλι συμπτώματα, 14 ημέρες μετά την απόλυση της από το νοσοκομείο όπου και διαπιστώθηκε με περιτυφλικό απόστημα, ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι ιατρικά αυτό μπορεί να επισυμβεί, το χαρακτήρισε όμως ως ένα σπάνιο γεγονός. Τέλος ήταν η θέση του ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο που η ενάγουσα επισκέφθηκε το νοσοκομείο, είχε σκωληκοειδίτιδα, η οποία θα έπρεπε να αντιμετωπισθεί χειρουργικά. Αντεξεταζόμενος, αποδέχθηκε το γεγονός ότι οι εξετάσεις που η ενάγουσα υπεβλήθη στο νοσοκομείο ήταν μέσα στα πλαίσια της ορθής ιατρικής πρακτικής ώστε ένας ιατρός να διαγνώσει κατά πόσο ένας ασθενής έχει οξεία σκωληκοειδίτιδα. Εξήγησε ότι ο λόγος που του του δημιουργήθηκε η υποψία ότι πιθανόν η ενάγουσα να παρουσίαζε οξεία σκωληκοειδίτιδα ήταν το γεγονός ότι, κατά την ψηλάφηση της κοιλίας της, η ενάγουσα είχε ευαισθησία δεξιά, στο δεξιό κατώτερο λαγόνιο βόθρο στην περιοχή της σκωληκοειδούς απόφυσης καθώς και ότι η κλινική κατάστασή της δεν ήταν καθόλου καλή, εφόσον ήταν κάτωχρη, κουρασμένη και ταλαιπωρημένη. Επιβεβαίωσε ότι το σύμπτωμα του κοιλιακού άλγος στον δεξιό λαγόνιο βόθρο, παραπέμπει, πέραν από περίπτωση οξείας σκωληκοειδίτιδας, και σε άλλες ασθένειες. Επανέλαβε τη θέση ότι με βάση τα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων ο ίδιος αφενός θα παρακολουθούσε την ενάγουσα ένα 24 ώρο και αφετέρου ότι θα την υπέβαλε σε υπερήχο κοιλίας. Ο Μ.Ε 3, γαστρεντερολόγος, ανάφερε ότι εξέτασε την ενάγουσα στις 24.8.09 και προς το σκοπό αυτό ετοίμασε σχετική ιατρική έκθεση (Τεκμήριο 5), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς της κυρίως εξέτασης του. Ανάφερε ότι ο σκοπός που η ενάγουσα υπεβλήθη σε αιματολογικές εξετάσεις στο νοσοκομείο ήταν για να διαγνωσθεί, από τους επί καθήκοντι ιατρούς, εάν η τελευταία παρουσίαζε οποιαδήποτε πιθανή μόλυνση. Εξέφρασε την ιατρική γνώμη πως, με βάση τα αποτελέσματα των εν λόγω εξετάσεων, αποτελεί διαπίστωσή του ότι η ενάγουσα παρουσίαζε ψηλά λευκά αιμοσφαίρια (βρισκόντουσαν στο οριακό τους επίπεδο), είχε αυξημένα ουδετερόφυλα, γεγονός το οποίο καταδείκνυε ότι υπήρχε αντίδραση του οργανισμού της. Περαιτέρω η αντιδρώσα πρωτείνη της ενάγουσας (CPR), η οποία καταδεικνύει την ύπαρξη φλεγμονής στον οργανισμό, ήταν τριπλάσια του φυσιολογικού ορίου. Εξέφρασε την γνώμη πως με βάση τα αποτελέσματα αυτά και λαμβάνοντας υπόψη και το παραπεμπτικό του Μ.Ε 2 ο ίδιος θα έδινε οδηγίες όπως η ενάγουσα παραμείνει στο νοσοκομείο για παρακολούθηση τουλάχιστον ένα 24ωρο, με σκοπό είτε να επιβεβαιωθεί ή να αποκλειστεί η οξεία σκωληκοειδίτιδα. Επιπρόσθετα ο ίδιος θα προέβαινε εξ αρχής σε εξέταση υπέρηχου κοιλίας η οποία, όπως εξήγησε, αποτελεί μία διαγνωστική εξέταση, το αποτέλεσμα της οποίας θα έδειχνε, χωρίς αμφιβολία, κατά πόσο η ενάγουσα έπασχε ή δεν έπασχε από οξεία σκωληκοειδίτιδα. Επιβεβαίωσε επίσης το γεγονός ότι εάν χορηγηθούν παυσίπονα σε έναν ασθενή, ο οποίος πάσχει από οξεία σκωληκοειδίτιδα, τα συμπτώματα του πόνου θα υποχωρήσουν. Εξέφρασε την ιατρική γνώμη πως δεν θα έπρεπε να χορηγηθεί στην ενάγουσα οποιαδήποτε φαρμακευτική αγωγή διότι πιθανόν θα «θόλωναν» την εικόνα της και τα κλινικά συμπτώματα της, με ορατό κίνδυνο η διάγνωση των ιατρών να μην ήταν η ορθή. Στη συνέχεια εξήγησε το τί ο ίδιος διαπίστωσε όταν τον επισκέφθηκε η ενάγουσα στο ιατρείο του, ποια ήταν τα συμπτώματα της, σε ποιες εξετάσεις την υπέβαλε καθώς και για το ποια ήταν η διάγνωση του. Ο λόγος που κατά τη γνώμη του η ενάγουσα παρουσίασε συμπτώματα 14 ημέρες μετά από την επίσκεψη της στο νοσοκομείο ήταν επειδή υπήρξε περαιτέρω εξέλιξη της παθολογικής νόσου της σκωληκοειδίτιδας, με τη δημιουργία αποστήματος. Εξήγησε ιατρικά ότι το απόστημα δημιουργήθηκε λόγω προσπάθειας του ιδίου του οργανισμού της ενάγουσας να μειώσει τη ζημιά, ώστε η ασθένεια να μην επεκταθεί προς άλλα μέρη της κοιλιακής χώρας. Η περιχαράκωση λοιπόν που προκλήθηκε, ήταν μια αντίδραση του οργανισμού της ενάγουσας ώστε να μειώσει τη ζημιά της επιπλοκής που είχε δημιουργηθεί από την επίθεση που δέχθηκε από την σκωληκοειδίτιδα, τη μόλυνση δηλαδή. Ο λόγος ανέφερε που η ενάγουσα δεν αντιλήφθηκε ότι υπέστη ρήξη ήταν επειδή δεν ένιωσε τον πόνο. Ο βαθμός του πόνου, σημείωσε, εξαρτάται από την έκταση της ρήξης και εάν ο οργανισμός δεν αντιδρούσε να τον περιχαρακώσει, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, ο πόνος θα ήταν πολύ πιο έντονος. Εικάζει ότι αυτό είναι μια πιθανή αιτία που ο πόνος στην ενάγουσα να ήταν μειωμένος ενώ άλλη πιθανή αιτία, ώστε η ενάγουσα να μην ένιωσε πόνο κατά την ρήξη, ήταν επειδή της χορηγήθηκαν παυσίπονα με αποτέλεσμα να μετριάσουν τον οποιοδήποτε πόνο. Εξήγησε, περαιτέρω, στο Δικαστήριο όλες τις ενέργειες που προέβη για βελτίωση της κλινικής εικόνας της ενάγουσας και ανέφερε ότι, παρά τη θεραπεία που της χορηγήθηκε, η ιατρική κατάσταση της επιδεινώθηκε, με άμεσο κίνδυνο την ίδια την ζωή της. Ήταν για τον λόγο αυτό που εισηγήθηκε όπως η ενάγουσα θα έπρεπε να μεταβεί άμεσα σε εξειδικευμένο κέντρο για να μπορέσει να αντιμετωπιστεί η κατάστασή της. Επανέλαβε, τέλος, την ιατρική θέση ότι, από τα στοιχεία που είχε ενώπιον του κατά τον ουσιώδη χρόνο, διέλαθε της ιατρικής προσοχής των επί καθήκοντι ιατρών ότι η ενάγουσα κατά την επίσκεψή της εκεί παρουσίασε συμπτώματα σκωληκοειδίτιδας, δηλαδή είχε σκωληκοειδίτιδα. Αντεξεταζόμενος, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι κατέληξε στο εν λόγω συμπέρασμα λαμβάνοντας αφενός υπόψη το ιστορικό που του ανέφερε η ίδια η ενάγουσα και αφετέρου όλες τις εξετάσεις που ο ίδιος την υπέβαλε. Δεν αρνήθηκε το γεγονός ότι τα συμπτώματα που παρουσίαζε η ενάγουσα, κατά τον ουσιώδη χρόνο επίσκεψης της στο νοσοκομείο, δεν παραπέμπουν αποκλειστικά και μόνο στην ασθένεια της οξείας σκωληκοειδίτιδας. Επανέλαβε τη θέση του ότι η χορήγηση παυσίπονου στην ενάγουσα ήταν λανθασμένη ιατρική πράξη, διότι αλλάζει την συμπτωματολογία ενός ασθενούς και μπορεί να οδηγήσει τους ιατρούς σε λανθασμένα συμπεράσματα. Εξηγώντας στο Δικαστήριο γιατί, αφού η ενάγουσα απολύθηκε από το νοσοκομείο, τον επισκέφτηκε 14 ημέρες μετά, χωρίς η ίδια να παρουσιάσει στο μεσοδιάστημα αυτό οποιαδήποτε συμπτώματα, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι ήταν η κορύφωση μιας παθολογικής κατάστασης, η οποία καθυστέρησε από το γεγονός ότι οργανισμός της ενάγουσας, λόγω και της νεαρής της ηλικίας, αντέδρασε και αμύνθηκε. Σε σχετική ερώτηση εάν στο μεσοδιάστημα αυτό των 14 ημερών η ενάγουσα υπέστη ρήξη σκωληκοειδίτιδας που θα είχε έντονο πόνο ώστε να κριθεί αναγκαίο να επισκεφθεί ιατρό, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι το γεγονός αυτό εξαρτάται από τον βαθμό της ρήξης αλλά και πόσο αυτή προχώρησε στον οργανισμό της ενάγουσας. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι οι εξετάσεις αίματος που υπεβλήθη η ενάγουσα σε καμιά περίπτωση δεν έδειχναν οποιανδήποτε πάθηση χειρουργικής αιτιολογίας, προσθέτοντας ότι τα αποτελέσματα των εξετάσεων δεν μπορούν να ιδωθούν απομονωμένα, αλλά θα πρέπει να ερμηνευθούν υπό το φώς του ιστορικού της ενάγουσας αλλά και των αποτελεσμάτων των κλινικών της εξετάσεων. Ήταν η θέση του όμως ότι, μέσω των αποτελεσμάτων της αιματολογικής εξέτασης, υπάρχει σημειολογία που μπορεί να φωτογραφήσει την οξεία σκωληκοειδίτιδα, όπως για παράδειγμα ήταν η υψηλή αντιδρώσα πρωτεΐνη και ο τύπος των λευκών αιμοσφαιρίων. Τέλος, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει πότε ακριβώς υπήρξε ρήξη της σκωληκοειδούς απόφυσης στην ενάγουσα. Ο Μ.Ε 4 υιοθέτησε και επανέλαβε τα όσα ανάφερε η ενάγουσα, κατά την κυρίως εξέτασή της, σε σχέση με τα συμπτώματα που είχε παρουσιάσει προτού επισκεφτεί τον Μ.Ε 2 και ότι ο εν λόγω ιατρός τους ανάφερε ότι η ενάγουσα είχε σκωληκοειδίτιδα. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι ο ίδιος παρέδωσε στην υποδοχή του νοσοκομείου το σχετικό παραπεμπτικό που τους χορήγησε ο Μ.Ε 2 και ότι προφορικά ενημέρωσε την επί καθήκοντι ιατρό για την υποψία του πιο πάνω ιατρού. Επιβεβαίωσε και ο ίδιος ότι η ενάγουσα εξετάσθηκε και από χειρούργο, κατά την διάρκεια της παραμονής της στο νοσοκομείο, και ότι ο εν λόγω ιατρός τους συνέστησε να αναμένουν τις εξετάσεις που θα πραγματοποιηθούν ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο η ενάγουσα όντως υπέστη ρήξη σκωληκοειδίτιδας. Ανάφερε ότι η επί καθήκοντι ιατρός τους ενημέρωσε, αφού εξέτασε την ενάγουσα, ότι η τελευταία είχε πρόβλημα με το έντερό της, αποκλείοντας την οξεία σκωληκοειδίτιδα. Επιβεβαίωσε επίσης το γεγονός ότι η επί καθήκοντι ιατρός χορήγησε στην ενάγουσα παυσίπονα. Εξήγησε, περαιτέρω, στο Δικαστήριο τα συμπτώματα που η ενάγουσα παρουσίαζε το προηγούμενο βράδυ της 24.08.09 καθώς και τις ενέργειες που ο Μ.Ε 3 προέβη. Ανάφερε ότι η κατάσταση της ενάγουσας επιδεινωνόταν και ενημερώθηκε, από τους ιατρούς οι οποίοι την παρακολουθούσαν, ότι η ασθένεια της ενάγουσας πιθανόν να εξελιχθεί σε σηψαιμία, με άμεσο κίνδυνο τον επηρεασμό των ζωτικών της οργάνων που θα έθεταν σε σοβαρό κίνδυνο την ίδια την ζωή της. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι ο Μ.Ε 3 τους εισηγήθηκε, λόγω του ότι η κατάσταση της ενάγουσας δεν βελτιωνόταν, όπως αυτή μεταφερθεί σε εξειδικευμένο ιατρικό κέντρο του Ισραήλ. Αφού ο ίδιος προέβη στις αναγκαίες διευθετήσεις καταβάλλοντας και σχετική προκαταβολή, η ενάγουσα μεταφέρθηκε μέσω αεροπλάνου-ασθενοφόρου στο νοσοκομείο 'Hadassah' του Ισραήλ. Ανάφερε ότι η ενάγουσα αντιλήφθηκε τη σοβαρότητα της κατάστασής της εκφράζοντας συνεχώς την απορία κατά πόσο πρόκειται να πεθάνει. Με την επιστροφή του στην Κύπρο προέβη σε διάφορες ενέργειες αποστέλλοντας σχετικές επιστολές προς το Υπουργείο Υγείας αναζητώντας να καταλογισθούν ευθύνες αλλά και ζητώντας οικονομική βοήθεια για τα ιατρικά έξοδα που έχει υποστεί. Σε συνομιλία που είχε με τον Υπουργό, ο ίδιος αποδέχθηκε την ευθύνη των ιατρών και το Υπουργείο αποδέχθηκε να καλύψει εξ ολοκλήρου τα ιατρικά έξοδα της 2ης χειρουργικής επέμβασης. Σήμερα επιβεβαίωσε το γεγονός ότι η ενάγουσα είναι καλά στην υγεία της. Τέλος αναγνώρισε τα Τεκμήρια 14 έως 29, τα οποία όπως εξήγησε αφορούν τις πληρωμές που πραγματοποίησε ο ίδιος σε σχέση με τα ιατρικά έξοδα που χρειάστηκε να καταβάλει η ενάγουσα για την θεραπεία και αποκατάστασή της. Αντεξεταζόμενος ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι διατηρεί, μεταξύ άλλων, λογιστικό γραφείο στο οποίο εργοδοτείται και η ενάγουσα, και η οποία λαμβάνει μηνιαίο ακάθαρτο μισθό το ποσό των €1.
  7. Εξέφρασε την γνώμη ότι η ενάγουσα έχει υποχρέωση όπως του επιστρέψει τα χρήματα που ο ίδιος κατέβαλε ξεκαθαρίζοντας ότι η ίδια, μέχρι στιγμής, δεν του επέστρεψε οποιοδήποτε ποσό. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι η αναφορά του περί πρόθεσης της ενάγουσας επιστροφής ποσού, είναι εκ των υστέρων σκέψεις, κατόπιν εισήγησης του δικηγόρου της ενάγουσας εφόσον παρέλειψαν να τον συμπεριλάβουν ως ενάγοντα στην παρούσα αγωγή. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι το εν λόγω παραπεμπτικό το οποίο παρέδωσε στην υποδοχή του επιστράφηκε πίσω. Ανάφερε ότι δεν γνωρίζει ποιά ήταν ακριβώς η φαρμακευτική αγωγή που η Μ.Υ 1 χορήγησε στην ενάγουσα και ήταν η κατηγορηματική του θέση ότι η Μ.Υ 1 τους ενημέρωσε ότι ο πόνος της ενάγουσας προέρχεται από τα έντερά της και ότι ουδέποτε τους συνέστησε να επανέλθουν στο νοσοκομείο την επόμενη μέρα, σε περίπτωση που επανέλθει ο πόνος. Υπεραμύνθηκε της απόφασης του να αποσταλεί η ενάγουσα στο Ισραήλ, προσθέτοντας ότι με την ενέργεια του αυτή διέσωσε τη ζωή της. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι η θεραπεία της οποίας έτυχε η ενάγουσα στο Ισραήλ μπορούσε να της χορηγηθεί και στην Κύπρο, προσθέτοντας ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, στα κρατικά νοσοκομεία δεν γίνονταν οποιεσδήποτε λαπαροσκοπήσεις. Επιβεβαίωσε, τέλος, το γεγονός ότι στο Ισραήλ συνόδευσε την ενάγουσα ολόκληρη η οικογένεια της, λόγω της σοβαρότητάς της κατάστασης της εφόσον δεν γνώριζαν ποια ακριβώς θα ήταν η εξέλιξή της. Ο Μ.Ε 5 ανάφερε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, ότι η ενάγουσα τον επισκέφτηκε, αρχές του 2019, διότι παρουσίαζε στη δεξιά πλάγια κοιλία εξωστόμοιο σηραγγώδους πόρου, με έκκριση ρυπαρού υγρού. Στην αρχή θεωρήθηκε, από τον προηγούμενο θεράπων ιατρό της, ότι ήταν επιφανειακή δερματική βλάβη και για το λόγο αυτό την υπέβαλε σε χειρουργική επέμβαση. Όμως η μετεγχειρητική της πορεία έδειξε ότι εντέλει δεν ήταν μόνο δερματική βλάβη. Παρέπεμψε την ενάγουσα για αξονικό τομογράφο όπου διαπιστώθηκε ότι η ενάγουσα είχε σηραγγώδη πόρο 12 εκατοστών. Λόγω της πιο πάνω κατάστασης, η ενάγουσα παρουσίασε φλεγμονή και εκκρίσεις στο εξωστόμοιο και αφετέρου ενόχληση στο δεξιό κάτω άκρο, λόγω ερεθισμού. Για τον λόγο αυτό υπέβαλε την ενάγουσα σε χειρουργική επέμβαση, στις 3.5.2019, για αφαίρεση του σηραγγώδους πόρου. Η εγχείρηση ανάφερε ότι ήταν επιτυχής και η ενάγουσα, αφότου παρέμεινε στη κλινική για περίοδο 7 ημερών, έλαβε εξιτήριο λαμβάνοντας και σχετικές οδηγίες για την αποθεραπεία της. Ήταν η θέση του ότι η δημιουργία του κυστικόμορφου σχήματος και του σηραγγώδους πόρου, ήταν το άμεσο αποτέλεσμα της προηγηθείσας ρήξης της σκωληκοειδούς απόφυσης. Ερωτηθείς ως εμπειρογνώμονας σε σχέση με το αποτέλεσμα των αιματολογικών εξετάσεων που υπεβλήθη η ενάγουσα στο νοσοκομείο, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι, βάσει αυτών, η ενάγουσα παρουσίαζε αύξηση των δειγμάτων φλεγμονής, πιθανότατα κάποιας μικροβιολογικής αιτιολογίας, δηλαδή παρουσίαζε λοίμωξη στην κοιλιά. Εξέφρασε την ιατρική γνώμη ότι, εάν είχε ενώπιον του ένα ασθενή, με τα ίδια συμπτώματα που παρουσίαζε η ενάγουσα και λαμβάνοντας υπόψιν και τα αποτελέσματα των αναλύσεων της, σαν χειρούργος ο ίδιος θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η ενάγουσα παρουσίαζε κάποια λοίμωξη σε εξέλιξη. Ο ίδιος για να διαγνώσει ποιό ακριβώς ήταν το πρόβλημα θα υπέβαλε την ενάγουσα σε υπερήχο κοιλίας, το οποίο αποτελεί ασφαλή διαγνωστικό όργανο, για να διαπιστωθεί κατά πόσο η ενάγουσα παρουσίαζε οξεία σκωληκοειδίτιδα και αν το αποτέλεσμα ήταν αρνητικό θα προχωρούσε και σε αξονική τομογραφία της κοιλίας. Ως προς τον λόγο που παρουσιάστηκαν συμπτώματα στην ενάγουσα, 14 μέρες μετά την απόλυση της από το νοσοκομείο, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι όταν σε ένα νεαρό άτομο, όπως ήταν η ενάγουσα, υπάρχει λοίμωξη στην κοιλιά, ο οργανισμός προσπαθεί να την περιορίσει, την περιχαρακώνει δηλαδή με τα παρακείμενα σπλάχνα του, το οποίο ονομάζεται πλαστρόν σκωληκοειδούς απόφυσης. Θεωρεί ότι κάτι τέτοιο επεσυνέβη στην ενάγουσα, και όταν 14 μέρες μετά επανεμφάνισε πόνο, αυτό έγινε μετά τη δημιουργία αποστήματος, αφού η λοίμωξη υπερνίκησε την προσπάθεια άμυνας του οργανισμού. Επιβεβαίωσε επίσης ότι αν πράγματι η ενάγουσα έλαβε παυσίπονα, αυτά πιθανότατα θα είχαν περιορίσει τον πόνο. Προέβαλε την ιατρική θέση ότι, με βάση τα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων της ενάγουσας, τα κλινικά της συμπτώματα, το παραπεμπτικό του Μ.Ε 2 και έχοντας γνώση ότι η ενάγουσα διεγνώση 14 ημέρες μετά με περιτυφλικό απόστημα, η μικροβιολογική λοίμωξη που η ενάγουσα παρουσίασε στο νοσοκομείο, ήταν οξεία σκωληκοειδίτιδα. Αντεξεταζόμενος ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι ο ίδιος γνωρίζει το ιστορικό της ενάγουσας από τα όσα του ανάφερε προσωπικώς η ίδια κατά την επίσκεψή της στο ιατρείο του. Ανάφερε περαιτέρω ότι ο σηραγγώδης πόρος, με τον οποίο διέγνωσε ο ίδιος ότι έπασχε η ενάγουσα, αποτελεί στοιχείο μόλυνσης και ότι η επέμβαση που υπεβλήθη, προηγουμένως, η ενάγουσα στη Λεμεσό, δεν δημιούργησε τον εν λόγω σηραγγώδη πόρο. Η μόλυνση αυτή επανέλαβε ότι προήλθε από το απόστημα που προκλήθηκε λόγω ρήξης της σκωληκοειδούς απόφυσης. Εξέφρασε την ιατρική γνώμη ότι τα συμπτώματα που ανέφερε η ενάγουσα, όπως αυτά καταγράφονται στο ιατρικό έντυπο του νοσοκομείου, παραπέμπουν σε οξεία σκωληκοειδίτιδα. Αποδέχτηκε το γεγονός ότι οι εξετάσεις που η ενάγουσα υπεβλήθη στο νοσοκομείο ήταν οι ενδεδειγμένες, πλην όμως ξεκαθάρισε ότι όταν ένας ιατρός δεν είναι σίγουρος, από την κλινική εξέταση, κατά πόσο ένας ασθενής έχει οξεία σκωληκοειδίτιδα, όπως ήταν η Μ.Υ 1 στη προκειμένη περίπτωση, θα έπρεπε, ως πράττει εξάλλου και ο ίδιος, να προβεί σε υπέρηχο κοιλίας. Αποδέχθηκε το γεγονός ότι τα συγκεκριμένα συμπτώματα που είχε η ενάγουσα δεν μπορούσαν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα τους επί καθήκοντι ιατρούς ότι η ενάγουσα θα έπρεπε να υποβληθεί άμεσα σε χειρουργική επέμβαση, διευκρινίζοντας ότι θα έπρεπε να γίνουν περαιτέρω εξετάσεις ώστε αυτοί να διαπιστώσουν από τί ακριβώς έπασχε. Επανέλαβε ότι το παραπεμπτικό του Μ.Ε 2, εάν το έβλεπε ο ίδιος, θα του κινούσε τις υποψίες ότι η ενάγουσα πιθανόν να είχε οξεία σκωληκοειδίτιδα, αλλά σαν χειρούργος, ο ίδιος θα υπέβαλε την ενάγουσα στις δικές τους εξετάσεις. Εξέφρασε τη βεβαιότητα πως η ενάγουσα, με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα τεκμήρια, κατά τον ουσιώδη χρόνο που επισκέφθηκε το νοσοκομείο, αλλά και με βάση τα μετέπειτα αποτελέσματά της, είχε υποστεί ρήξη σκωληκοειδίτιδας. Ανάφερε πως ο Μ.Ε 3 δεν υπέβαλε άμεσα την ενάγουσα σε διαδερμική παροχέτευση του αποστήματος, ως όφειλε να πράξει, ήταν γιατί τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή το 2009, δεν υπήρχε επεμβατικός ακτινολόγος στην Κύπρο. Στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, εξ όσων γνωρίζει, ο πρώτος επίσημα επεμβατικός ακτινολόγος ανάλαβε καθήκοντα το
  8. Εξέφρασε την ιατρική γνώμη πως λόγω μη επαρκών εξετάσεων, δεν διαγνώστηκε ποιο ακριβώς ήταν το πρόβλημα της ενάγουσας. Τέλος διαφώνησε ότι το κοιλιακό άλγος, το οποίο ήταν η διάγνωση της επί καθήκοντι ιατρού του νοσοκομείου, αποτελεί διάγνωση εκφράζοντας την ιατρική θέση ότι αποτελεί σύμπτωμα, εφόσον αν κάποιος ασθενής έχει κοιλιακό άλγος αυτό οφείλεται σε κάποια πάθηση. Η Μ.Υ 1 υιοθέτησε, για σκοπούς της κυρίως εξέτασης της, γραπτή της δήλωση (Τεκμήριο 35). Σύμφωνα με αυτήν, ήταν η επί καθήκοντι ιατρός η οποία εξέτασε την ενάγουσα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, στο νοσοκομείο. Ανάφερε ότι η ενάγουσα προσήλθε στο Τ.Α.Ε.Π, παραπονούμενη για κοιλιακό άλγος και εμετούς, τα οποία την ενοχλούσαν από την προηγούμενη μέρα. Κατά τη ψηλάφηση η κοιλιά της ήταν μαλακή, αλλά επώδυνη στο δεξιό λαγόνιο βόθρο, και βρισκόταν ως ανάφερε στα πρόθυρα της εμμήνου ρήσεως. Ήταν η θέση της ότι αυτή η κλινική εικόνα που η ενάγουσα παρουσίαζε, δεν χαρακτηρίζει αποκλειστικά την ασθένεια της σκωληκοειδίτιδας, αλλά παρατηρείται και σε άλλες ασθένειες. Λήφθηκαν ακολούθως δείγματα αίματος, όπου αποστάληκαν για εργαστηριακές εξετάσεις, καθώς επίσης η ενάγουσα υπεβλήθη σε ακτινογραφία κοιλιάς, χωρίς ενδείξεις για οξεία χειρουργική νόσο, όπου και αποκλείστηκε ο ειλεός. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων, η C - αντιδρώσα πρωτεΐνη, λεμφοκύτταρα και ουδετερόφιλα, δείκνυαν πράγματι λοίμωξη, όχι όμως χειρουργικής αιτιολογίας. Εξάλλου η ενάγουσα παρέμεινε στο ΤΑΕΠ για διάστημα 2 ωρών, χωρίς η κατάσταση της να επιδεινωθεί. Ακολούθως η ενάγουσα απελύθη, όπου της δόθηκαν οδηγίες όπως επανέλθει επί πόνου ή και επί επιμονής των συμπτωμάτων. Ήταν η κατηγορηματική της θέση, ότι δεν χορηγήθηκε στην ενάγουσα οποιαδήποτε φαρμακευτική αγωγή, αλλά και σε κάθε περίπτωση και αν αυτή χορηγείτο, σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να καλύψει τα συμπτώματα της σκωληκοειδίτιδας και μάλιστα χειρουργικής αιτιολογίας. Η Ενάγουσα ουδέποτε επανήλθε ξανά στο Τ.Α.Ε.Π. Κατάθετε ως Τεκμήριο 36 αντίγραφο του ιατρικού εντύπου, το οποίο συμπληρώθηκε από την ίδια κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αντεξεταζόμενη αρνήθηκε ότι της δόθηκε οποιοδήποτε παραπεμπτικό το οποίο είχε προσκομίσει η ενάγουσα από τον Μ.Ε 2 και δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί κατά πόσο η ενάγουσα της ανάφερε προφορικά, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ότι είχε επισκεφτεί προηγουμένως ιδιώτη ιατρό, ο οποίος διέγνωσε πιθανή οξεία σκωληκοειδίτιδα. Αποδέχθηκε το γεγονός ότι, τον ουσιώδη χρόνο, υπήρχε υποψία από την ίδια ότι η ενάγουσα πιθανόν να παρουσίαζε σκωληκοειδίτιδα και ήταν για τον λόγο αυτό που προέβηκε σε περαιτέρω διερεύνηση, υποβάλλοντας την ενάγουσα τόσο σε αιματολογικές εξετάσεις όσο και σε ακτινογραφία για να αποκλείσει οποιανδήποτε χειρουργική νόσο, συμπεριλαμβανομένης και της σκωληκοειδίτιδας. Η ίδια έκρινε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ότι η ενάγουσα δεν έχρηζε εξέτασης από χειρούργο και αρνήθηκε κατηγορηματικά σχετική υποβολή ότι η ενάγουσα εξετάστηκε από τον εν λόγω ιατρό. Αυτό, πρόσθεσε, επιβεβαιώνεται στο ότι η ίδια δεν κατέγραψε τέτοιο γεγονός στο σχετικό ιατρικό έντυπο. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τον λόγο για τον οποίο δεν καταγράφηκε στο εν λόγω έντυπο οι οδηγίες που δόθηκαν στην ενάγουσα να προσέλθει για επανεξέταση σε περίπτωση που αισθανόταν πόνο. Ανάφερε ότι η διάγνωση της, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν το κοιλιακό άλγος χωρίς αιτιολογία. Εξήγησε ότι, με βάση τα αποτελέσματα των αναλύσεων η ενάγουσα δεν παρουσίαζε οξεία λοίμωξη, ώστε να προχωρήσει σε περεταίρω εξετάσεις και ότι η ίδια για να αποκλείσει τη σκωληκοειδίτιδα προέβη τόσο σε εργαστηριακό όσο και σε κλινικό έλεγχο. Κυρίως όμως απέκλεισε τη σκωληκοειδίτιδα λόγω των αιματολογικών εξετάσεων και τούτο γιατί εάν κάποιος ασθενής παρουσιάζει οξεία σκωληκοειδίτιδα τα λευκά του αιμοσφαίρια δεν μπορούν να κυμαίνονται στα φυσιολογικά επίπεδα, όπως ήταν της ενάγουσας, και οι δείκτες λοίμωξης όπως η C - αντιδρώσα πρωτεΐνη θα ήταν υψηλά. Αποδέχθηκε το γεγονός ότι με την υποβολή ενός ασθενούς σε υπερήχο (ultrasound) κοιλίας μπορεί να διαπιστωθεί κατά πόσο αυτός παρουσίαζει οξεία σκωληκοειδίτιδα και επιβεβαίωσε ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπήρχε διαθέσιμο στο νοσοκομείο Αμμοχώστου τέτοιο διαγνωστικό όργανο καθώς και ότι ακτινολόγος βρισκόταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, σε καθήκον. Επανέλαβε τη θέση ότι δεν δόθηκε στην ενάγουσα με την απόλυση της οποιαδήποτε φαρμακευτική αγωγή γιατί αν της δινόταν, αυτή μπορούσε να της καλύψει κάποια συμπτώματα, τα οποία δεν θα έδειχναν την πραγματική ιατρική κατάστασή της. Ανάφερε περαιτέρω ότι το γεγονός ότι η ενάγουσα αντιμετώπισε προβλήματα 14 μέρες αργότερα δεν έχει καμία σχέση με την επίσκεψη της στο νοσοκομείο. Εάν πράγματι η ενάγουσα στο διάστημα αυτό είχε υποστεί ρήξη σκωληκοειδούς απόφυσης η ίδια θα εκδήλωνε τέτοια συμπτωματολογία για την οποία δεν θα περνούσε τέτοιο μεγάλο χρονικό διάστημα και σίγουρα θα αναζητούσε ιατρική βοήθεια. Αρνήθηκε το γεγονός ότι η ίδια ενήργησε αμελώς υπό τις περιστάσεις και ότι δεν διέγνωσε το γεγονός ότι η ενάγουσα έπασχε από οξεία σκωληκοειδίτιδα. Τέλος εξέφρασε την ιατρική γνώμη ότι η ενάγουσα υπέστη ρήξη σκωληκοειδίτιδας σε μεταγενέστερο χρόνο από την επίσκεψη της στο νοσοκομείο. Η Μ.Υ 2 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της, γραπτή της δήλωση (Τεκμήριο 38). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, η ίδια συμμετείχε σε ιατροσυμβούλιο, ως εμπειρογνώμονας, το οποίο εξέτασε το παράπονο της ενάγουσας εκδίδοντας και σχετικό πόρισμα (Τεκμήριο 39). Εξήγησε ότι το πόρισμα του ιατροσυμβουλίου, αφού έλαβε υπόψιν το ιατρικό φάκελο της ενάγουσας, ήταν πως στην ενάγουσα διενεργήθηκαν, από τους επί καθήκοντι ιατρούς κατά τον ουσιώδη χρόνο, όλες οι απαραίτητες εργαστηριακές εξετάσεις όπου και δεν διεγνώσθη με οποιοδήποτε οξύ χειρουργικό πρόβλημα και ειδικότερα δεν υπήρχαν οποιαδήποτε στοιχεία που να καταδεικνύουν τη διάγνωση οξείας σκωληκοειδίτιδας. Και τούτο αφενός γιατί οι αιματολογικές εξετάσεις θα πρέπει να έδειχναν αποτέλεσμα πάνω από 10.000 λευκά αιμοσφαίρια, ενώ η C - αντιδρώσα πρωτεΐνη (CRP) θα ήταν σε ψηλά επίπεδα, πράγμα το οποίο δεν επεσυνέβη στη προκειμένη περίπτωση. Επίσης με την ψηλάφηση της κοιλίας, στην κλινική εξέταση, θα έπρεπε να εντοπίζετο το λεγόμενο rebound tenderness, το οποίο και δεν εντοπίσθηκε. Όπως εξήγησε το rebound tenderness αποτελεί μέθοδο εξέτασης τον ιατρών για τον αποκλεισμό οξείας χειρουργικής νόσου. Επομένως ήταν η θέση της ότι κατά τη δεδομένη στιγμή δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία που να παραπέμπουν σε οξεία σκωληκοειδίτιδα και ορθώς, κατά τη γνώμη της απελύθη η ενάγουσα. Εξέφρασε επίσης την ιατρική γνώμη ότι το γεγονός ότι η ενάγουσα επισκέφθηκε τον Μ.Ε 3, μετά από 14 ημέρες από την απόλυση της, δεν έχει καμία σχέση με την επίσκεψη της στο νοσοκομείο εφόσον δεν επρόκειτο για την ίδια ασθένεια. Και τούτο γιατί δεν υπήρχε περίπτωση να υποχωρήσουν όλα τα συμπτώματα από την ενάγουσα και να επανέλθουν σε 2 εβδομάδες. Αρνήθηκε ότι δόθηκε οποιαδήποτε φαρμακευτική αγωγή στην ενάγουσα, προσθέτοντας ότι εάν η ενάγουσα πράγματι παρουσίαζε οξεία σκωληκοειδίτιδα τότε η χορήγηση παυσιπόνων σε καμιά περίπτωση δεν θα ανέκοπτε την εξέλιξη της, παρά μόνο η κατάσταση θα επιδεινωνόταν και θα την ανάγκαζε να επισκεφθεί εκ νέου το νοσοκομείο. Εξέφρασε την ιατρική γνώμη ότι πιθανόν η ενάγουσα να υπέστη ρήξη σκωληκοειδίτιδας αργότερα. Ανάφερε επίσης ότι η διάγνωση περιτυφλικού αποστήματος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, μπορούσε να τύχει θεραπείας στην Κυπριακή Δημοκρατία. Εξήγησε περαιτέρω ότι η σκωληκοειδίτιδα συνήθως εντοπίζεται με τη χρήση της μεθόδου Αlvarado (Τεκμήριο 30). Με τη μέθοδο αυτήν, ο ιατρός προβαίνει σε βαθμολόγηση διαφόρων παραγόντων όπως είναι το ιστορικό του ασθενή, η κλινική του εξέταση καθώς και τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων. Με βάση τα συμπτώματα και την κλινική εξέταση της ενάγουσας, η βαθμολογία της ήταν χαμηλή και επομένως η κατάστασή της δεν ήταν υψηλού κινδύνου ώστε να έπρεπε η ενάγουσα να υποβληθεί σε περαιτέρω εξετάσεις. Οπόταν σε αυτές τις περιπτώσεις εκείνο το οποίο ενδείκνυται είναι να παρακολουθείται ο ασθενής, με οδηγίες για επάνοδο εάν εμφανίσει πόνο και πως δεν χρήζει οποιασδήποτε άλλης εξέτασης. Ανάφερε περαιτέρω ότι ένας από τους λόγους που δεν κρατήθηκε για νοσηλεία η ενάγουσα ήταν γιατί το 2009 υπήρξε η έναρξη της γρίπης Η1 και επομένως, κατά τον ουσιώδη χρόνο, είχε αυξημένη κίνηση στο νοσοκομείο. Θα ήταν άδικο για την ενάγουσα, όπως ανάφερε, να κρατηθεί για νοσηλεία 6 ώρες στο νοσοκομείο χωρίς λόγο και με άμεσο κίνδυνο να μολυνθεί με τον εν λόγω ιό. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι η ίδια κατέχει την ειδικότητα του γενικού ιατρού, όμως ξεκαθάρισε ότι την διάγνωση της σκωληκοειδίτιδας την διαγιγνώσκει χειρουργός. Ανάφερε περαιτέρω ότι λόγω του ότι τα Τ.Α.Ε.Π στελεχώνονται από γενικούς ιατρούς, η εν λόγω ασθένεια διαγιγνώσκεται από αυτούς. Επιβεβαίωσε ότι χειρουργός στα Τ.Α.Ε.Π καλείται από τον γενικό ιατρό όταν και εφόσον υπάρχει τεκμηριωμένη υποψία ότι πρόκειται για χειρουργική νόσο. Αποδέχθηκε το γεγονός ότι το κοιλιακό άλγος δεν αποτελεί διάγνωση αλλά σύμπτωμα το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε δεκάδες άλλες ασθένειες. Ξεκαθάρισε όμως ότι μπορεί το κοιλιακό άλγος να τοποθετηθεί ως διάγνωση, όταν δεν εξακριβωθεί ακριβώς τί το προκαλεί. Αποδέχθηκε επίσης το γεγονός ότι τέθηκε η υποψία από τους επί καθήκοντι ιατρούς ότι η ενάγουσα είχε σκωληκοειδίτιδα. Διευκρίνισε ότι δεν υπάρχει εξειδικευμένη εξέταση που πρέπει να λαμβάνει χώρα ώστε να διαγιγνώσκεται η σκωληκοειδίτιδα, αλλά είναι ένα σύμπλεγμα των γνώσεων του ιατρού, των κλινικών και των εργαστηριακών εξετάσεων. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο η Μ.Υ 1 εφάρμοσε, τον ουσιώδη χρόνο, στην ενάγουσα τη μέθοδο Alvarado και επανέλαβε τη θέση της ότι η Μ.Υ 1 δεν είχε ενώπιον της το ο,τιδήποτε το οποίο θα την οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι η ενάγουσα έπασχε από οξεία σκωληκοειδίτιδα. Αποδέχθηκε το γεγονός ότι με βάση τις αιματολογικές αναλύσεις μπορούσε να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η ενάγουσα είχε μεν κάποια λοίμωξη αφετέρου όμως ξεκαθάρισε αυτή δεν μπορούσε να προσδιοριστεί. Σε σχετική ερώτηση γιατί οι επί καθήκοντι ιατροί δεν προέβηκαν σε περαιτέρω διερεύνηση από τη στιγμή που οι ίδιοι είχαν διαπιστώσει ότι υπήρχε κάποιου είδους λοίμωξη και ότι υπήρχε η υποψία σκωληκοειδίτιδας, η εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι υπάρχουν σημεία τα οποία υποδεικνύουν στους ιατρούς να συνεχίσουν την παρακολούθηση ενός ασθενούς, όπως επανεξέταση μετά από μερικές ώρες. Ως προς το κατά πόσο υπήρχε οποιοδήποτε άλλο διαγνωστικό μέσο το οποίο μπορούσε να υποβάλει την ενάγουσα η επί καθήκοντι ιατρός ώστε να αποκλείσει το γεγονός ότι η τελευταία παρουσίαζε οξεία σκωληκοειδίτιδα, η εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι η διενέργεια ενός ultrasound, οδηγεί έναν ιατρό ώστε να διαπιστώσει την εν λόγω πάθηση. Πρόσθεσε όμως ότι ο λόγος που δεν έγινε τέτοιος διαγνωστικός έλεγχος ήταν γιατί η αξιολόγηση της ενάγουσας βρισκόταν στο χαμηλότερο σημείο. Τόνισε δε πως εάν υπήρχαν περισσότερες ενδείξεις, κάτι το οποίο δεν επεσυνέβαινε στην ενάγουσα, τότε και μόνο θα προχωρούσαν στη διενέργεια υπέρηχου. Αρνήθηκε το γεγονός ότι από τη στιγμή που η ενάγουσα παρουσίαζε αυξητικά λευκά κύτταρα, χαμηλά λεμφοκύτταρα, ψηλά ουδετερόφυλα, η αντιδρώσα πρωτεΐνη είχε τριπλασιασθεί, παρουσίαζε πόνους στο δεξιό λαγόνιο βόθρο, που είναι κλασικό σύμπτωμα σκωληκοειδίτιδας, θα έπρεπε να γίνει περαιτέρω διερεύνηση. Γνώμη της ήταν ακόμη και αν η Μ.Υ 1 δεν εφάρμοσε την μέθοδο Alvarado, η ίδια με βάση τα συμπτώματα και τα αποτελέσματα των εξετάσεων της θα κατέτασσε την ενάγουσα στην κατηγορία χαμηλού κινδύνου. Εξέφρασε τη γνώμη ότι η ενάγουσα δεν θα έπρεπε να παραμείνει για περαιτέρω νοσηλεία στο Τ.Α.Ε.Π διότι ιατρικά δεν ενδεικνυόταν κάτι τέτοιο. Επίσης ανάφερε ότι ο λόγος που η επί καθήκοντι ιατρός δεν προχώρησε σε αξονικό ήταν για προστασία της ενάγουσας εφόσον ο εν λόγω διαγνωστικός έλεγχος εκπέμπει ακτινοβολία. Τέλος αποδέκτηκε το γεγονός ότι το 2009 η μέθοδος Alvarado δεν εφαρμοζόταν στο νοσοκομείο και ο κάθε ιατρός ενεργούσε με βάση τα πρωτόκολλα που είχε διδαχθεί. Ο Μ.Υ 3 ανέφερε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, ότι μελέτησε τα σχετικά έντυπα αναλύσεων και εξετάσεων που υπεβλήθη η ενάγουσα στο Τ.Α.Ε.Π κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ανέφερε ότι η κλινική εξέταση με ψηλάφηση είναι ορθός τρόπος εξέτασης, ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο ένας ασθενής έχει οξεία σκωληκοειδίτιδα, σε συσχετισμό βέβαια πάντοτε με τα αποτελέσματα των εργαστηριακών του εξετάσεων. Με βάση όλα τα στοιχεία που του τέθηκαν αποτελεί διαπίστωση του ότι η ενάγουσα δεν είχε οτιδήποτε παθολογικό, οι δείκτες φλεγμονής δεν ήταν σε ψηλά επίπεδα, τα λευκά αιμοσφαίρια ήταν σε φυσιολογικά επίπεδα και ως εκ τούτου, δεν ήταν απαραίτητο και άκρως επείγον η ενάγουσα να κρατηθεί για νοσηλεία. Επιβεβαίωσε ότι η κλινική εικόνα του κοιλιακού άλγους στον δεξιό λαγόνιο βόθρο είναι σύμπτωμα που μπορεί να παρατηρηθεί και σε άλλες ασθένειες. Ήταν επίσης η θέση του ότι όταν υπάρχει μια πάθηση και μάλιστα οξεία χειρουργική πάθηση, με τη χορήγηση απλώς παυσίπονων δεν υποχωρεί το άλγος. Μπορεί, όπως ανάφερε, να βελτιωθεί για κάποιο χρονικό διάστημα η συμπτωματολογία, αλλά όχι να υποχωρήσει πλήρως. Σε σχέση με το γεγονός ότι μετά από 14 ημέρες η ενάγουσα διεγνώσθη με περιτυφλικό απόστημα που σημαίνει ότι είχε προηγουμένως εκδηλωθεί οξεία σκωληκοειδίτιδα χωρίς πόνο, ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι το περιτυφλικό απόστημα που παρουσίασε δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι ήταν λόγω οξείας σκωληκοειδίτιδας. Ήταν της γνώμης ότι αυτό μπορεί να σημαίνει ότι είτε ήταν μια κατάσταση η οποία εκτυλίχθηκε και εμφανίστηκε ακολούθως μετά την επίσκεψη της ενάγουσας στο νοσοκομείο, είτε δηλαδή την ημέρα που προσήλθε η ενάγουσα στο Τ.Α.Ε.Π να ήταν μια αρχόμενη κατάσταση πάθησης οξείας σκωληκοειδίτιδας. Ήταν η γνώμη του ότι εάν η ενάγουσα είχε περιτυφλικό απόστημα σ' αυτό το διάστημα των 14 ημερών θα είχε πόνο στην κοιλιά, επιδεινούμενο πυρετό, αδυναμία, εμετούς και ανορεξία. Αντεξεταζόμενος αποδέχτηκε το γεγονός ότι έλαβε και ο ίδιος μέρος στο ιατροσυμβούλιο που είχε συσταθεί από το νοσοκομείο για να εξετάσει το παράπονο της ενάγουσας. Εξήγησε ότι το πόρισμα του ιατροσυμβουλίου ήταν ότι το περιστατικό της ενάγουσας αντιμετωπίστηκε εντός των πλαισίων της σωστής ιατρικής πρακτικής και ότι δεν υπήρξε κάποια παράλειψη ή αμέλεια εκ μέρους της επί καθήκοντι ιατρού. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι δεν είχαν ως ιατροσυμβούλιο οποιαδήποτε συνομιλία με την Μ.Υ
  9. Δεν αρνήθηκε επίσης το γεγονός ότι υπήρχε πιθανότητα η ενάγουσα όντως, κατά την επίσκεψη της στο νοσοκομείο, να είχε οξεία σκωληκοειδίτιδα. Ξεκαθάρισε όμως ότι το θεωρεί αδύνατο η ενάγουσα να παρουσίαζε οξεία σκωληκοειδίτιδα και να μην εμφάνιζε, την επόμενη ημέρα, οποιοδήποτε πόνο, έστω και εάν της χορηγήθηκαν παυσίπονα. Αποδέχθηκε το γεγονός ότι η οξεία σκωληκοειδίτιδα μπορεί να αποκλειστεί υποβάλλοντας τον ασθενή σε ultrasound, το οποίο ήταν διαθέσιμο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, στο νοσοκομείο. Ο ίδιος πάντως ξεκαθάρισε, ως γενικός χειρουργός, ότι με βάση τα ενώπιον του δεδομένα θα ζητούσε να υποβληθεί η ενάγουσα σε εξέταση υπερήχου ώστε να αποκλειστεί η οξεία σκωληκοειδίτιδα, όμως το γεγονός αυτό επαφίεται στην κρίση του επί καθήκοντι ιατρού. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι επιβεβλημένη για την εξαγωγή των απαραίτητων συμπερασμάτων (P. & Chr. Seafood Express Ltd κ.α. ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, ECLI:CY:AD:2014:A661, Πολιτική Έφεση Αρ. 277/2009, ημερομηνίας 10.9.
  10. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Η αξιολόγησή τους θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους

(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119, Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614, νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820, C&Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Για παράδειγμα, ως συνάγεται από τις πιο πάνω αποφάσεις, σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν, μεταξύ άλλων, τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο, η πηγή των γνώσεων του στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα όσα κατάθεσε. Τόσο η ενάγουσα όσο και Μ.Ε 4 άφησαν στο Δικαστήριο θετικές εντυπώσεις και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία τους, πλην του ισχυρισμού του Μ.Ε 4 ότι η ενάγουσα θα του αποπληρώσει τα χρήματα που ο ίδιος κατέβαλε, σε σχέση με τα ιατρικά της έξοδα, για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω. Και οι δύο μάρτυρες παρέθεσαν με απλοϊκό τρόπο, και κάτω από έντονη συναισθηματικά φόρτιση, τα όσα έχουν διαδραματιστεί τόσο κατά την αρχική επίσκεψη της ενάγουσας στον Μ.Ε 2, ακολούθως στο Τ.Α.Ε.Π αλλά και κατά την διάρκεια της νοσηλείας της αρχικά σε ιδιωτικό νοσοκομείο και στη συνέχεια κατά τη μεταφορά της στο Ισραήλ. Ανάφεραν στο Δικαστήριο όλα τα γεγονότα τα οποία περιήλθαν στη σφαίρα της προσωπικής τους γνώσης όπως οι ίδιοι τα βίωσαν. Όσο και αν προσπάθησε η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγομένου να αμφισβητήσει τα λεγόμενα τους, οι ίδιοι παρέμειναν σταθεροί, η μαρτυρία τους παρέμεινε ακλόνητη και δεν έχω εντοπίσει το ο,τιδήποτε το οποίο θα με οδηγούσε στο συμπέρασμα να μην την αποδεχθώ. Τα όσα ανάφεραν ενόρκως ταυτίζονται με τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα τεκμήρια. Ξεκαθαρίζω όμως ότι αποδέχομαι τη μαρτυρία τους μόνο ως προς τα γεγονότα που οι ίδιοι έθεσαν στο Δικαστήριο και όχι την οποιαδήποτε έκφραση γνώμης και άποψης τους περί ιατρικής αμέλειας των ιατρών. Αυτά είναι ζητήματα τα οποία θα αποφασισθούν αποκλειστικά από το Δικαστήριο αφού, προηγουμένως, αξιολογήσει στο σύνολο του την ενώπιον του μαρτυρία. Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας τους σημειώνω ότι δεν αμφισβητείται από την υπεράσπιση. Ως προς τον ισχυρισμό του Μ.Ε 4, σε σχέση με το ότι η ενάγουσα θα του καταβάλει τα ιατρικά έξοδα, που ο ίδιος προσωπικά κατέβαλε για την αποθεραπεία της ενάγουσας, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός από το Δικαστήριο. Και τούτο γιατί έχουν ήδη παρέλθει 11 χρόνια από το επίδικο συμβάν και κρίνω ότι αν υπήρχε τέτοια πρόθεση από μέρους της ενάγουσας ή του πατέρα της, η ενάγουσα ήδη θα κατέβαλλε μέρος αυτών. Η ενάγουσα, με βάση την αποδεκτή μαρτυρία, πλέον εργάζεται και έχει τα δικά της εισοδήματα. Η θέση του όμως αυτή είναι επουσιώδης και δεν κρίνω ότι επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την θετική εικόνα που αποκόμισε γι' αυτόν το Δικαστήριο. Σε κάθε όμως περίπτωση, όπως θα σχολιαστεί κατωτέρω, το γεγονός αυτό δεν είναι καθοριστικής σημασίας στο κατά πόσο η ενάγουσα δικαιούται να αξιώσει αποζημιώσεις σε σχέση με τα ιατρικά της έξοδα, σε περίπτωση, βεβαίως, που ήθελε κριθεί ότι δικαιούται θεραπείας. Θετική εντύπωση έχω αποκομίσει και για τον Μ.Ε 2 και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Ο εν λόγω μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει τα όσα ο ίδιος προσωπικά γνωρίζει, υπό την επαγγελματική του ιδιότητα. Κρίνω ότι ήταν ειλικρινής και μάρτυρας της αλήθειας και εξήγησε με απλό αλλά επιστημονικό τρόπο τα ευρήματα και συμπεράσματα του από την κλινική εξέταση την οποία υπέβαλε την ενάγουσα. Επί της ουσίας η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη εφόσον στα ουσιώδη της σημεία αυτή δεν αμφισβητείται. Εξήγησε στο Δικαστήριο ποιά ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, τα συμπτώματα της ενάγουσας αλλά και ποια ήταν η υποψία του ως προς το τί αυτή έπασχε. Πέραν όμως από την μαρτυρία γεγονότων, ο εν λόγω μάρτυρας κλήθηκε να καταθέσει και ως εμπειρογνώμονας. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο κλήθηκαν να καταθέσουν, εκ μέρους της ενάγουσας, και οι Μ.E 3 και Μ.Ε 5, οι οποίοι επίσης εξέτασαν με τη σειρά τους την ενάγουσα. Από την άλλη εκ μέρους της υπεράσπισης κλήθηκαν ως εμπειρογνώμονες οι Μ.Υ 2 και 3. Οι πιο πάνω εμπειρογνώμονες (Μ.Ε 3 και Μ.Ε 5) που κατέθεσαν εκ μέρους της ενάγουσας, πέραν του γεγονότος ότι την εξέτασαν και προσωπικά, παρέθεσαν στο Δικαστήριο και την ιατρική τους γνώμη, μέσα από την μελέτη των ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένων τεκμηρίων, κατά πόσο στοιχειοθετείτε οποιαδήποτε τυχόν ιατρική αμέλεια εκ μέρους της Μ.Υ 1, η οποία παρέλειψε να διαγνώσει, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, κατά πόσο αυτή παρουσίαζε όντως σκωληκοειδίτιδά, αλλά και του κατά πόσο οι επιπλοκές που παρουσίασε, μεταγενέστερα από την επίσκεψη της στο νοσοκομείο, έχουν οποιαδήποτε αιτιώδη σχέση με την τυχόν αμέλεια της Μ.Υ 1. Σε ό,τι αφορά τους Μ.Υ 2 και 3 οι οποίοι, ειρρήσθω εν παρόδω, ουδέποτε είχαν εξετάσει την ενάγουσα και δεν είχαν οποιοσδήποτε προσωπική άποψη για την κατάσταση της υγείας της, παρέθεσαν επίσης στο Δικαστήριο την ιατρική τους γνώμη, μελετώντας όλα τα ιατρικά έγγραφα και τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, προσπαθώντας να αντικρούσουν την επιστημονική μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων της ενάγουσας. Ήταν λοιπόν σε γενικές γραμμές η θέση τους ότι στη προκειμένη περίπτωση η Μ.Υ 1 ενήργησαν επιμελώς, ότι όλες οι ιατρικές της πράξεις ήταν καθόλα νόμιμες και ορθές και ότι στη προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί εναντίον της οποιαδήποτε τυχόν ιατρική αμέλεια. Είναι φανερό από την μαρτυρία τους ότι οι εμπειρογνώμονες της ενάγουσας και οι εμπειρογνώμονες της υπεράσπισης παρουσίασαν στο Δικαστήριο δύο εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Daria Novichkova ν. Θέμη Βλάβη
(2012)1 Α.Α.Δ. 1111: «Επί διϊστάμενης ιατρικής μαρτυρίας, το Δικαστήριο οφείλει, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση αξιολόγησης μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων, να κρίνει την μαρτυρία αυτή στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων μη δίνοντας προβάδισμα σε οποιαδήποτε ιατρικώς εκφρασθείσα γνώμη από εκάτερο των διαδίκων. Η κρίση του Δικαστηρίου πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα επιστημονικά δεδομένα που παρουσιάζονται ενώπιον του, σχηματίζοντας ιδίαν άποψη επί του θέματος, αιτιολογώντας επαρκώς την κατάληξη του, ως προς την προτίμηση του με αναφορά σ' αυτά τα δεδομένα.» Προτού αξιολογήσω επί της ουσίας την μαρτυρία τους αναφέρω καταρχάς ότι, έχοντας κατά νου τις αρχές που καθορίζουν το πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας (Evangelou v. Ambizas
(1982)1 C.L.R.41),αποτελεί κατάληξή του Δικαστηρίου ότι όλοι οι πιο πάνω μάρτυρες είναι εμπειρογνώμονες, και συνεπώς, κατ΄ εξαίρεση προς το γενικό κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, μπορούν να εκφράσουν γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητας τους (Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746). Εξάλλου πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά την διάρκεια που δίδοντο οι δια ζώσης μαρτυρίες των μαρτύρων, καμία πλευρά δεν αμφισβήτησε τα ακαδημαϊκά προσόντα τους αλλά και την πείρα τους στον τομέα τους. Η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων αξιολογείται στη βάση των ίδιων αρχών που αξιολογούνται οι υπόλοιποι μάρτυρες (Καουρής v Δημητρίου κ.α
(2008)1 Α.Α.Δ. 967). Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε ότι οι εμπειρογνώμονες εφοδιάζουν το δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, τα οποία θα του επιτρέψουν να ελέγξει την ορθότητα των συμπερασμάτων τους και να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. Ξεκινώντας από τον Μ.Ε 2 και μελετώντας με ιδιαίτερη προσοχή τα όσα ανάφερε σε σχέση με το κατά πόσο η Μ.Υ 1 ενήργησε τυχόν αμελώς, είμαι της γνώμης ότι ο εν λόγω μάρτυρας παράθεσε με πειστικό τρόπο για το ποιες ήταν, υπό τις περιστάσεις, οι ιατρικές ενέργειες που θα έπρεπε να γίνουν εκ μέρους των ιατρών του νοσοκομείου ώστε να διαπιστώσουν αν η ενάγουσα παρουσίαζε οξεία σκωληκοειδίτιδα. Σημειώνω εξ αρχής ότι αποτελεί κοινό τόπο όλων των εμπειρογνωμόνων ότι η Μ.Υ 1 ορθά υπέβαλε αφενός την ενάγουσα σε κλινική εξέταση και αφετέρου σε αιματολογικές εξετάσεις. Υπάρχει όμως διαφωνία μεταξύ τους ως προς την ιατρική ερμηνεία των αποτελεσμάτων τους. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό ο Μ.Ε 2 εξήγησε, με τεκμηριωμένο και πειστικό τρόπο, ότι, με βάση τα αποτελέσματα των αναλύσεων, ήταν πλέον ξεκάθαρο ότι ενάγουσα παρουσίαζε λοίμωξη. Παρεμβάλλω εδώ να αναφέρω ότι είναι αποδεκτό τόσο από τους εμπειρογνώμονες της υπεράσπισης όσο και από την Μ.Υ 1 ότι η ενάγουσα παρουσίαζε κάποιου είδους λοίμωξη. Το γεγονός ότι η ενάγουσα παρουσίαζε λοίμωξη, ως ανάφερε ο Μ.Ε 2, διαπιστώνεται από το γεγονός ότι τα λευκά της αιμοσφαίρια ήταν στο ανώτερο φυσιολογικό επίπεδο ενώ η αντιδρώσα πρωτείνη (CPR) ήταν η τριπλάσια του κανονικού. Εξήγησε με τεκμηριωμένο τρόπο ότι με βάση την κλινική εξέταση και τα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων, αλλά και με βάση το γεγονός ότι οι ιατροί ενημερώθηκαν ότι η ενάγουσα επισκέφθηκε, προηγουμένως, ιδιώτη ιατρό όπου τέθηκε η υποψία της οξείας σκωληκοειδήτιδας, θα έπρεπε η ενάγουσα να υποβληθεί σε εξέταση υπερήχου (ultrasound) κοιλίας καθώς και θα έπρεπε να παραμείνει στο νοσοκομείο για κάποιες ώρες ώστε αυτή να παρακολουθείτο. Παρεμβάλλω εδώ επίσης να αναφέρω ότι όλοι οι εμπειρογνώμονες συμφώνησαν ότι η διαγνωστική εξέταση του υπερήχου κοιλίας αποτελεί μία διαγνωστική μέθοδο η οποία οδηγεί σε ασφαλή συμπέρασμά, κατά πόσο ένας ασθενής παρουσιάζει οξεία σκωληκοειδίτιδα. Η θέση όμως των εμπειρογνωμόνων της υπεράσπισης ήταν ότι η ενάγουσα δεν ήταν αναγκαίο να υποβληθεί σε τέτοια διαγνωστική εξέταση εφόσον δεν είχε οποιοδήποτε σύμπτωμα το οποίο θα κινούσε την υποψία στους ιατρούς ότι αυτή πιθανόν να έπασχε από τέτοια ασθένεια, γεγονός το οποίο σχολιάζω κατωτέρω. Αποδέχομαι επίσης τη θέση του Μ.Ε 2 ότι δεν θα έπρεπε να χορηγήσουν, πριν καταλήξουν σε οποιαδήποτε διάγνωση, παυσίπονα στην ενάγουσα διότι με αυτή την ιατρική πράξη θα καλυπτόταν η οποιαδήποτε συμπτωματολογία της και ιατρικά θα «θόλωνε» την κλινική εικόνα της. Παρά την αντεξέταση του ο εν λόγω μάρτυρας παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του οι οποίες έχουν λογική συνοχή και ως εκ τούτου τις αποδέχομαι πλήρως. Στρεφόμενος στο Μ.Ε 3 οφείλω να αναφέρω ότι σε γενικές γραμμές μου άφησε θετικές εντυπώσεις. Η μαρτυρία του όμως, επίσης, θα πρέπει να διαχωριστεί σε δύο σκέλη. Το πρώτο σκέλος της μαρτυρίας του αναλώθηκε στα όσα ο ίδιος διαπίστωσε, προσωπικά, όταν τον επισκέφθηκε η ενάγουσα στο ιατρείο του στις 24.8.
  1. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τα όσα ο ίδιος διέγνωσε μέσα από τις κλινικές και διαγνωστικές του εξετάσεις, στις οποίες υπεβλήθη η ενάγουσα, ανταποκρίνονται στη πραγματικότητα. Ούτε χωρεί αμφιβολία ότι η θεραπεία που υπέβαλε την ενάγουσα καθώς και ότι αυτή δεν ανταποκρινόταν ήταν όπως την έχει περιγράψει με λεπτομέρεια τόσο ενόρκως όσο και μέσα από την έκδοση του ιατρικού του πιστοποιητικού. Τα όσα έχει αναφέρει ουδόλως έχουν αντικρουσθεί από κανένα μάρτυρα της υπεράσπισης, επομένως έχουν παραμείνει αναντίλεκτα ότι συνεπακόλουθα τα αποδέχομαι. Σε σχέση όμως με τον ισχυρισμό του ότι η επί καθήκοντι ιατρός ενήργησε τυχόν αμελώς υπό της περιστάσεις εφόσον παρέλειψε να διαπιστώσει ότι η ενάγουσα έπασχε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, από οξεία σκωληκοειδίτιδα και ότι οι επί καθήκοντι ιατροί ενήργησαν αμελώς δεν θα προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα και θα την αγνοήσω, παρά το γεγονός ότι αυτή συμβαδίζει σε μεγάλο βαθμό με την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Ε 2 και του Μ.Ε 5, την οποία επίσης αποδέχομαι ως αναφέρεται κατωτέρω. Και τούτο γιατί μελετώντας με ιδιαίτερη προσοχή το βιογραφικό και τα προσόντα του καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν μπορεί να θεωρηθεί, στην προκειμένη περίπτωση, ως εμπειρογνώμονας ώστε να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει αυτό να ελέγξει την ορθότητα των συμπερασμάτων του και να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση. Δεν παραγνωρίζω ότι, με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία, η ιατρική του συμβολή ήταν καθοριστική ως προς την παραπέρα πορεία της υγείας της ενάγουσας, εφόσον συνέστησε όπως αυτή μεταφερθεί σε εξειδικευμένο κέντρο από την στιγμή που η ίδια δεν ανταποκρινόταν στην δοθείσα θεραπεία. Όμως για σκοπούς μαρτυρίας η ιατρική του γνώμη δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν. Και τούτο γιατί με βάση το βιογραφικό του σημείωμα ο εν λόγω μάρτυρας είναι ιατρός ο οποίος κατέχει την ιδιότητα του γαστρεντερολόγου. Η ενάγουσα εξετάσθηκε αρχικά από παθολόγο και στη συνέχεια από την Μ.Υ 1, η οποία κατέχει την ειδικότητα του γενικού ιατρού και ακολούθως, με βάση την αποδεκτή μαρτυρία, από γενικό χειρούργο. Με βάση την αναντίλεκτη μαρτυρία προκύπτει ότι η διάγνωση της οξείας σκωληκοειδίτιδας εμπίπτει στην ειδικότητα του παθολόγου και του γενικού χειρούργου, ειδικότητα την οποία δεν κατέχει ο Μ.Ε
  2. Ως εκ τούτου ο εν λόγω μάρτυρας δεν έχει την ανάλογη εμπειρογνωμοσύνη ώστε να εφοδιάσει με τις αναγκαίες γνώσεις του ποιες ήταν οι ορθές διαγνωστικές μέθοδοι ώστε να διαγνωσθεί η πάθηση της οξείας σκωληκοειδίτιδας εφόσον δεν έδωσε το αναγκαίο εκείνο υπόβαθρο στο Δικαστήριο ώστε αυτό να ελέγξει την ορθότητα των συμπερασμάτων του. Συνεπακόλουθα ο Μ.Ε 3, με τις ειδικότητες που κατέχει αλλά και με βάση την εμπειρία του, δεν αποτελεί το μέσο συνετό ιατρό της ειδικότητας που περιέθαλψε ή θα έπρεπε να περιθάλψει την ενάγουσα ώστε να εφοδιάσει το Δικαστήριο για την ορθή πρακτική που ακολουθείται στον κλάδο των πιο πάνω ειδικοτήτων. Επομένως το Δικαστήριο δεν νιώθει ασφαλή να αποδεχθεί τη μαρτυρία του και να υιοθετήσει τα συμπεράσματα του εφόσον δεν κατέχει καμία από τις πιο πάνω ειδικότητες. Στην υπόθεση Πέτρου Πέτρος Σ. και Άλλος ν. Νίκου Θεμιστοκλέους
(2003)1 ΑΑΔ 1426, η οποία επίσης αφορούσε αγωγή για ιατρική αμέλεια στην οποία επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση από το Εφετείο, λέχθηκαν τα ακόλουθα, τα οποία εφαρμόζονται και στη προκειμένη περίπτωση: «Δεν δέχθηκε τη μαρτυρία του Μ. Ματσάκη (Μ.Ε.16) γιατί παραδέχθηκε ότι ούτε Ογκολόγος είναι, ούτε εργαστήριο για διενέργεια ιστολογικών εξετάσεων έχει, ούτε ιδιαίτερη εμπειρία έχει σχετικά με τα ποσοστά των σωμάτων που στέλλονται για ιστολογική εξέταση και την πρακτική που ακολουθείται. Ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε ουσιαστικά για το τι θα ήταν ιδανικό να γίνεται.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Στην υπόθεση Αθηνά ν. Δρ. Ανδρέα Π. Βορκά,
(2010)1 Α.Α.Δ. 1541 λέχθηκε ότι: «από τη στιγμή που το δικαστήριο έκρινε τους δύο ιατρούς ως μη ειδικούς, το θέμα θα έπρεπε να τελειώσει εκεί.» Στρεφόμενος στην μαρτυρία του Μ.Ε 5 οφείλω να αναφέρω ότι ο εν λόγω μάρτυρας μου άφησε εξαιρετικές εντυπώσεις και δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι αφενός προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει την αλήθεια και αυτό έπραξε και αφετέρου εφοδίασε το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια ώστε αυτό να μπορέσει να ελέγξει την ορθότητα των συμπερασμάτων του και να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση. Καταρχάς η μαρτυρία του επίσης θα πρέπει να διαχωριστεί σε δύο σκέλη. Το πρώτο σκέλος αφορά το τί ο ίδιος διαπίστωσε, όταν και εξέτασε την ενάγουσα στο ιατρείο του, 9 χρόνια μετά το επίδικο συμβάν αλλά και την θεραπεία την οποία υπέβαλε την ενάγουσα. Το εν λόγω σκέλος έχει παραμείνει αναντίλεκτο από την υπεράσπιση και ως εκ τούτου το αποδέχομαι πλήρως. Σε κάθε όμως περίπτωση ο εν λόγω μάρτυρας εξήγησε με απόλυτα τεκμηριωμένο τρόπο τον λόγο που η ενάγουσα τον επισκέφθηκε στο ιατρείο αλλά και την θεραπεία την οποία υπέβαλε. Εξήγησε ότι η εγχείρηση που υπεβλήθη η ενάγουσα έχει άμεση αιτιώδη σχέση και είναι απότοκο του γεγονότος ότι η ενάγουσα διαγνώσθηκε το 2009 με περιτυφλικό απόστημα, λόγω ρήξης σκωληκοειδούς απόφυσης. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν περιορίστηκε όμως στο να αναφέρει στα όσα ο ίδιος έπραξε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, αλλά μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του επικεντρώθηκε και στο γεγονός ότι η Μ.Υ 1 παρέλειψε να προβεί σε περαιτέρω ιατρικές ενέργειες ώστε να διαπιστώσει κατά πόσο η ενάγουσα παρουσίαζε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, σκωληκοειδίτιδα. Ήταν σε γενικές γραμμές η θέση του ότι όντως η ενάγουσα, κατά την επίσκεψη της στο νοσοκομείο, είχε σκωληκοειδίτιδα. Ο ίδιος είναι γενικός χειρούργος, ειδικότητα η οποία είναι η πλέον αρμόδια για να διαγνώσει πότε ένας ασθενής παρουσιάζει την εν λόγω πάθηση. Για τους λόγους που θα εξηγήσω αμέσως, η μαρτυρία του είναι πειστική και απόλυτα τεκμηριωμένη, σε αντίθεση με τα όσα ανάφεραν οι μάρτυρες υπεράσπισης, των οποίων την μαρτυρία τους απορρίπτω, ως εξηγώ κατωτέρω. Ο εν λόγω μάρτυρας απαντούσε με αμεσότητα, πειστικότητα και με πλήρη βεβαιότητα των όσων υποστήριξε ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα δε επιχειρήματα του ήταν πειστικά και πλήρως τεκμηριωμένα, έδωσε σαφής απαντήσεις, ήταν απόλυτα κατατοπιστικός και εφοδίασε το Δικαστήριο με τα απαραίτητα εχέγγυα και ή επιστημονικά κριτήρια ώστε αυτό να εξάγει οποιαδήποτε ανεξάρτητα, σχετικά με την παρούσα αγωγή, ευρήματα ή συμπεράσματα. Τροφοδότησε το Δικαστήριο με όλα τα απαραίτητα δεδομένα και στοιχεία, ως κάθε εμπειρογνώμονας οφείλει να πράξει, ώστε η μαρτυρία του να μπορεί να αποτελέσει την βάση για την εξαγωγή ανεξάρτητων ευρημάτων και συμπερασμάτων. Εξήγησε και διαφώτισε το Δικαστήριο ότι με βάση τα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων που υπεβλήθη η ενάγουσα, η τελευταία παρουσίαζε αύξηση των δειγμάτων φλεγμονής δηλαδή λοίμωξη στην κοιλιά, πιθανότατα κάποιας μικροβιολογικής αιτιολογίας. Εξέφρασε την ιατρική γνώμη ότι εάν είχε ενώπιον του ένα ασθενή, όπως ήταν η ενάγουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο, με τα καταγεγραμμένα συμπτώματα της καθώς και με τα αποτελέσματα των αναλύσεων της, ο ίδιος θα κατέληγε στο αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα ότι η ενάγουσα παρουσίαζε κάποια λοίμωξη σε εξέλιξη, γεγονός το οποίο εξάλλου αποδέχονται τόσο η Μ.Υ 1 όσο και οι εμπειρογνώμονες που κατέθεσαν εκ μέρους της υπεράσπισης. Επομένως ο ίδιος, για να διαγνώσει ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα της ενάγουσας αλλά και από πού προέρχεται η λοίμωξη, θα υπέβαλε την ενάγουσα σε υπερήχο κοιλίας ο οποίος αποτελεί σε μεγάλο βαθμό ασφαλή οδηγό, ώστε να αποκλείσει με βεβαιότητα την οξεία σκωληκοειδίτιδα και πως θα προέβαινε, αν κρινόταν σκόπιμο σε αξονικό τομογράφο. Εξήγησε, περαιτέρω, με επιστημονικό και τεκμηριωμένο τρόπο ότι ο λόγος που η ενάγουσα παρουσίασε συμπτώματα, 14 μέρες μετά, χωρίς η ίδια να νιώσει πόνο, ήταν επειδή σε ένα νεαρό άτομο το οποίο έχει δυνατό οργανισμό, όπως η ενάγουσα, όταν υπάρχει λοίμωξη στην κοιλιά, ο οργανισμός προσπαθεί να την περιορίσει περιχαρακώνοντας την με τα παρακείμενα σπλάχνα του. Αυτό θεωρεί ότι επεσυνέβη στην ενάγουσα και ο λόγος που επενεμφάνισε πόνο 14 μέρες μετά, ήταν μετά τη δημιουργία αποστήματος, αφού η λοίμωξη υπερνίκησε την προσπάθεια άμυνας του οργανισμού. Επιβεβαίωσε επίσης ότι αν πράγματι η ενάγουσα έλαβε παυσίπονα, αυτά πιθανότατα θα είχαν περιορίσει τον πόνο. Είναι για τους πιο πάνω λόγους που η ενάγουσα πιθανόν να μην παρουσίαζε πόνο όταν υπέστη ρήξη. Ο εν λόγω μάρτυρας, παρά την έντονη αντεξέταση του, δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε σοβαρή και ουσιαστική αντίφαση ώστε να οδηγήσει το Δικαστήριο να καταλήξει σε οποιονδήποτε αντίθετο συμπέρασμα περί τις αξιοπιστίας του. Συνεπώς για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι την επιστημονική μαρτυρία του Μ.Ε
  1. Στρεφόμενος στη μαρτυρία της Μ.Υ 2 και μελετώντας με ιδιαίτερη προσοχή τα όσα παράθεσε και υποστήριξε ενώπιον του Δικαστηρίου καταλήγω ότι η εν λόγω μάρτυρας δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να το εφοδιάσει με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια ώστε αυτό να μπορέσει να ελέγξει την ορθότητα των συμπερασμάτων της και να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση. Η εν λόγω μάρτυρας ηθελημένα και εν γνώσει της απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα στο Δικαστήριο έχοντας αφενός να παραπλανήσει το Δικαστήριο και αφετέρου να υποστηρίξει ότι όλες οι ενέργεις της Μ.Υ 1 ήταν υπό τις περιστάσεις ορθές και ενδεδειγμένες. Η μαρτυρία της επομένως είχε αλλότρια κίνητρα. Η εν λόγω μάρτυρας ήταν μέλος του Ιατροσυμβουλίου το οποίο εξέτασε το παράπονο της ενάγουσας για ιατρική αμέλεια των επί καθήκοντι ιατρών, κατά τον ουσιώδη χρόνο, υιοθετώντας το σχετικό πόρισμα του (Τεκμήριο 39). Το αποτέλεσμα του εν λόγω πορίσματος ήταν ότι η ενάγουσα, αφού τις διενεργήθηκαν όλες οι απαραίτητες εξετάσεις, δεν διαγνώστηκε με οποιοδήποτε οξύ χειρουργικό πρόβλημα. Καταρχάς οφείλω να ομολογήσω, με κάθε σεβασμό προς την εν λόγω μάρτυρα, ότι το σχετικό πόρισμα, η κατάληξη του οποίου εμμέσως αναφέρει ότι οι επί καθήκοντι ιατροί δεν ενήργησαν αμελώς, είναι ελλιπές, αόριστο, γενικό και ατεκμηρίωτο εφόσον καταγράφεται μόνο σε αυτό το γενικό συμπέρασμα του ιατροσυμβουλίου χωρίς την οποιαδήποτε τεκμηρίωση και αιτιολόγηση. Περαιτέρω αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, αποδεχόμενη τη μαρτυρία της ενάγουσας και του Μ.Ε 4, ότι ουδέποτε δόθηκαν οδηγίες στην ενάγουσα να επανέλθει την επόμενη ημερά, παρά το περί αντιθέτου πόρισμα του εν λόγω Ιατροσυμβουλίου. Επίσης αποτελεί άξιον απορίας πως ενώ η ίδια ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε το ιατροσυμβούλιο συνομίλησε με την Μ.Υ 1 για την ετοιμασία του πορίσματος, παρά μόνο αρκέστηκε στο να μελετήσει το ιατρικό έντυπο του Τ.Α.Ε.Π, από πού τότε άντλησε τέτοια πληροφορία το ιατροσυμβούλιο, ότι δηλαδή δόθηκαν οδηγίες στην ενάγουσα να επανέλθει την επόμενη ημέρα, από τη στιγμή που τέτοιο γεγονός δεν καταγράφεται στο εν λόγω έντυπο. Το ερώτημα αυτό έχει παραμείνει αναπάντητο και αποτελεί ένα στοιχείο αναλήθειας της εν λόγου μάρτυρα ότι δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να το βοηθήσει ώστε να καταλήξει σε αντικειμενικά ευρήματα. Ούτε το Δικαστήριο αποδέχεται τη θέση της ότι δεν υπήρχαν στην ενάγουσα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, οποιαδήποτε συμπτώματα και οποιοδήποτε στοιχείο που να οδηγούσαν την Μ.Υ 1 να διαγνώσει ότι η ενάγουσα είχε οξεία σκωληκοειδίτιδα. Για να αιτιολογήσει την ιατρική της θέση παράπεμψε το Δικαστήριο στα αποτελέσματα των αιματολογικών και κλινικών εξετάσεων της ενάγουσας. Καταρχάς, με βάση την αποδεκτή μαρτυρία της ενάγουσας, η Μ.Υ 1 ενημερώθηκε ότι η ενάγουσα επισκέφθηκε προηγουμένως τον Μ.Ε 2, του οποίου δημιουργήθηκε η υποψία για οξεία σκωληκοειδίτιδα. Περαιτέρω είναι αποδεκτό ότι στην Μ.Υ 1 της δημιουργήθηκε επίσης η εν λόγω υποψία ότι πιθανόν η ενάγουσα να έπασχε με την πιο πάνω ασθένεια, όπως εξάλλου παραδέχθηκε η ίδια. Επιπρόσθετα με βάση τα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων οι τιμές των λευκών αιμοσφαιρίων που παρουσίαζε η ενάγουσα ήταν 10.000 με το ανώτατο όριο να είναι στις 11.000 ως καταγράφει το έντυπο των αιματολογικών εξετάσεων. Περαιτέρω η C - αντιδρώσα πρωτεΐνη (CRP) ήταν τριπλάσια του κανονικού. Επομένως η θέση της, ότι τα αποτελέσματα της ενάγουσας ήταν φυσιολογικά και πως δεν υπήρχε λόγος για περαιτέρω εξετάσεις, διαψεύδεται από τα ίδια τα αποτέλεσμα των αιματολογικών εξετάσεων. Ηθελημένα και εν γνώσει της η εν λόγω μάρτυρας προσπάθησε να παραπλανήσει και πάλι το Δικαστήριο ότι τα αποτελέσματα των εξετάσεων της ενάγουσας ήταν φυσιολογικά. Αποτελεί άξιον απορίας πως μπορεί η ίδια να ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα ήταν 'χαμηλού κινδύνου' ασθενής, ως ανάφερε χαρακτηριστικά, από τη στιγμή που το CRP ήταν τριπλάσιο του κανονικού σε συνάρτηση με το γεγονός ότι η ίδια αποδέχθηκε ότι η ενάγουσα παρουσίαζε κάποια μόλυνση. Τα πιο πάνω είτε ιδώμενα μεμωνομένα είτε σωρευτικά οδηγούσαν, με βάση την αποδεκτή μαρτυρία, όλων των ιατρών σε ένα και μόνο συμπέρασμα. Ότι η ενάγουσα έπασχε από κάποια λοίμωξη, γεγονός το οποίο εξάλλου το αποδέχθηκε και η Μ.Υ
  2. Περαιτέρω με βάση την ιατρική βεβαίωση της Μ.Υ 1 (Τεκμήριο 37) κατά την κλινική εξέταση η κοιλία της ενάγουσας ήταν μαλακή αλλά επώδυνη στο δεξιό λαγόνιο βάθρο. Αυτό, ως εξήγησαν οι εμπειρογνώμονες της ενάγουσας, είναι ένα από τα χαρακτηριστικά συμπτώματα της οξείας σκωληκοειδίτιδας, που μπορεί όμως να παραπέμπει και σε άλλες ασθένειες. Για να αιτιολογήσει περαιτέρω τη θέση της ήταν ο ισχυρισμός της ότι δεν εντοπίστηκε, στην ενάγουσα, το λεγόμενο rebound tenderness το οποίο αποτελεί μέθοδο εξέτασης τον ιατρών για τον αποκλεισμό οξείας χειρουργικής νόσου. Κάτι τέτοιο όμως αφενός δεν καταγράφεται στο ιατρικό έντυπο του Τ.Α.Ε.Π, αλλά ούτε και η Μ.Υ 1 ανάφερε ότι υπέβαλε την ενάγουσα σε τέτοια εξέταση παρά μόνο την υπέβαλε γενικά σε ψηλάφιση. Ούτε και το γεγονός αυτό καταγράφεται στο πιστοποιητικό (Τεκμήριο 37) που εξέδωσε η Μ.Υ
  3. Το γεγονός αυτό είναι ένα ακόμη στοιχείο ότι η εν λόγω μάρτυρας ηθελημένα προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Ήταν περαιτέρω ο ισχυρισμός της, προφανώς για να αιτιολογήσει την θέση της, ότι δηλαδή η Μ.Υ 1 δεν ενήργησε αμελώς, ότι η σκωληκοειδίτιδα, εντοπίζεται με τη χρήση της μεθόδου Αlvarado. Όμως η Μ.Υ 1 ουδέποτε ανάφερε είτε ενόρκως είτε μέσω των ιατρικών πιστοποιητικών ότι προέβη σε τέτοια εξέταση αλλά και για το γεγονός ότι βαθμολόγησε την ενάγουσα, ώστε να διαπιστώσει εάν αυτή διέτρεχε σοβαρό κίνδυνο. Περαιτέρω η ίδια ουδέποτε εξέτασε την ενάγουσα ούτως ώστε να είναι σε θέση να την βαθμολογήσει. Επομένως απορρίπτω τη θέση της αυτή. Σε κάθε όμως περίπτωση, όπως η ίδια αποδέχθηκε, η εν λόγω μέθοδος δεν εφαρμοζόταν στο νοσοκομείο κατά τον ουσιώδη χρόνο και ο κάθε ιατρός ενεργούσε με βάση τα πρωτόκολλα που είχε μάθει. Το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή δεν εφαρμοζόταν η εν λόγω μέθοδος το απέκρυψε, κατά την κυρίως εξέταση της, και αν δεν αντεξεταζόταν πάνω στο σημείο αυτό, θα είχε ως συνέπεια το Δικαστήριο να είχε παραπλανηθεί και να είχε οδηγηθεί σε λανθασμένα συμπεράσματα. Επομένως αυτό αποτελεί ακόμη ένα επιπρόσθετο στοιχείο ότι η εν λόγω μάρτυρας δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Περαιτέρω, δεν παραγνωρίζω ότι ο εν λόγω ισχυρισμός, ότι δηλαδή έγινε χρήση της μεθόδου Alvarado για αποκλεισμό της οξείας χειρουργικής νόσου ή ότι με βάση την μέθοδο αυτή η βαθμολογία της ενάγουσας ήταν χαμηλού κινδύνου, ουδέποτε τέθηκε στους μάρτυρες της ενάγουσας και τους εμπειρογνώμονες της. Είναι καλά γνωστές οι αρχές περί παράλειψης αντεξέτασης (Frederickou Schools Co. Ltd και Άλλοι ν. Acuac Inc.
(2002)1 ΑΑΔ 1527). Κατά την αντεξέταση θα πρέπει να τεθεί στους μάρτυρες η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικό του. Η παράλειψη αντεξέτασης οδηγεί το Δικαστήριο, στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης, να μην μπορεί να την λάβει υπόψιν. Σημειώνω ότι δεν τέθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης οποιοσδήποτε λόγος για την παράλειψη αντεξέτασης επί του ζητήματος αυτού. Ήταν επίσης η θέση της ότι κατά τη δεδομένη στιγμή δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία που να παραπέμπουν σε οξεία σκωληκοειδίτιδα και ορθώς, κατά τη γνώμη της απελύθη η ενάγουσα, παρά το γεγονός ότι όπως αποδέχτηκε η ίδια τέθηκε υποψία στους επί καθήκοντι ιατρούς ότι η ενάγουσα είχε ρήξη σκωληκοειδίτιδας και παρά το γεγονός ότι μπορούσε να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η ενάγουσα είχε κάποια λοίμωξη, χωρίς όμως να εντοπισθεί η αιτιολογία της. Επομένως με βάση τα δεδομένα αυτά οι ιατροί όφειλαν, εφόσον δεν κατέληξαν σε διάγνωση, να προχωρήσουν σε άλλα διαγνωστικά μέσα ώστε να αποκλείσουν την οξεία σκωληκοειδίτιδα. Επομένως η θέση της ότι στην ενάγουσα έγιναν όλες οι απαραίτητες εξετάσεις δεν ευσταθεί και απορρίπτεται, παρά το γεγονός ότι η ίδια αποδέχθηκε ότι ο υπέρηχος κοιλίας μπορούσε να αποκλείσει την σκωληκοείδιτιδα. Η εξήγηση που έδωσε για το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν υπεβλήθη σε τέτοια εξέταση ήταν επειδή η αξιολόγηση της ενάγουσας βρισκόταν στο χαμηλότερο σημείο, ουδόλως πείθει εφόσον αφενός η επί καθήκοντι ιατρός δεν έφτασε σε οποιαδήποτε διάγνωση και αφετέρου ως έχω αναφέρει η ίδια δεν εξέτασε την ενάγουσα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ώστε να μπορεί να καταλήξει σε ποιο σημείο αυτή βρισκόταν. Ούτε πείθει η θέση της ότι ο λόγος που η ενάγουσα δεν υπεβλήθη σε αξονικό, ο οποίος είναι άλλη μία μέθοδος διάγνωσης της οξείας σκωληκοειδίτιδας ήταν γιατί έχει αυξημένη ακτινοβολία. Παρεμβάλλω εδώ να αναφέρω ότι ουδέποτε τέθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός από την Μ.Υ 1 και επομένως το οποιοδήποτε συμπέρασμα της εν λόγου μάρτυρα είναι αυθαίρετο και παραπληνητικό. Ούτε είναι τεκμηριωμένη επιστημονικά η ιατρική της θέση ότι το γεγονός ότι η ενάγουσα επισκέφθηκε τον Μ.Ε 3, 14 ημέρες μετά την απόλυση της από το Τ.Α.Ε.Π, με πόνους όπου και διαπιστώθηκε ότι η ενάγουσα υπέστη περιτυφλικό απόστημα μετά από ρήξη της σκωληκοειδούς απόφυσης, δεν έχει καμία σχέση με την επίσκεψη της ενάγουσας στο νοσοκομείο. Και τούτο γιατί αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η ενάγουσα για να διαγνωσθεί από τον Μ.Ε 3 ότι έπασχε από την πιο πάνω πάθηση, απαραίτητη προϋπόθεση, ως εξήγησαν όλοι εμπειρογνώμονες, είναι να επήλθε προηγουμένως ρήξη σκωληκοειδίτιδας. Με βάση την αποδεκτή μαρτυρία της ενάγουσας κατά το διάστημα των 14 ημερών η ίδια, δεν παρουσίασε οποιαδήποτε σύμπτωμα. Η θέση της ότι η ενάγουσα υπέστη ρήξη στο διάστημα αυτό δεν έχει έρεισμα εφόσον δεν είχε κανένα πόνο και σύμπτωμα. Επομένως η θέση της αυτή πέραν του γεγονότος ότι δεν έχει οποιοδήποτε έρεισμα, δεν είναι επιστημονικά τεκμηριωμένη, ως εξάλλου εξήγησαν και οι εμπειρογνώμονες που κατέθεσαν εκ μέρους της ενάγουσας, και συγκρούεται με τη κοινή λογική. Ούτε αποδέχομαι τη θέση της ότι ο λόγος που δεν κρατήθηκε για περαιτέρω νοσηλεία η ενάγουσα, ώστε να παρακολουθείτο η εξέλιξη της ήταν γιατί το 2009 υπήρξε η έναρξη της γρίπης Η1 και επομένως είχε αυξημένη κίνηση προσέλευσης στο νοσοκομείο. Θεωρώ ότι η θέση που προέβαλε ότι εάν κρατείτο για νοσηλεία η ενάγουσα υπήρχε ορατός κίνδυνος αυτή να μολυνθεί αποτελούν δικαιολογίες και ύστερες σκέψεις, έχοντας ως μοναδικό σκοπό αφενός να παραπλανήσει εν γνώσει της το Δικαστήριο και αφετέρου ώστε να δικαιολογήσει την παράλειψη της Μ.Υ 1 να κρατήσει την ενάγουσα στο νοσοκομείο για παρακολούθηση. Εξάλλου το συμπέρασμα της αυτό και πάλι είναι αυθαίρετο και παραπλανητικό εφόσον η Μ.Υ 1 ουδέποτε προέβαλε τέτοια θέση. Για τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία της Μ.Υ 2 απορρίπτεται εφόσον είναι μολυσμένη με αλλότρια κίνητρα και περιέχει αναληθής και παραπλανητικές αναφορές ως προς τα ουσιώδη επίδικα θέματα. Σε γενικές γραμμές αποδέχομαι τις πλείστες ιατρικές θέσεις του Μ.Υ 3 εφόσον αυτές βρίσκονται σε πλήρη συμφωνία και απόλυτη ταύτιση με τα όσα ανάφερε ιατρικώς ο Μ.Ε 5, με τον οποίο έχουν την ίδια ειδικότητα. Επί της ουσίας του η μαρτυρία του επιβεβαιώνει την ορθότητα των ισχυρισμών του τελευταίου. Ο Μ.Υ 3 εξέφρασε την ιατρική γνώμη ότι υπήρχε πιθανότητα η ενάγουσα, κατά την επίσκεψη της στο νοσοκομείο, να παρουσίαζε μια αρχόμενη κατάσταση πάθησης οξείας σκωληκοειδίτιδας. Περαιτέρω σε συνάρτηση με την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Ε 5 ανάφερε ξεκάθαρα ότι η οξεία σκωληκοειδίτιδα μπορούσε να αποκλειστεί υποβάλλοντας την ενάγουσα σε υπερήχο κοιλίας διαγνωστικό όργανο το οποίο, διευκρίνισε, ήταν διαθέσιμο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, στο νοσοκομείο. Περαιτέρω, και πάλι σε πλήρη συμφωνία με τα όσα ανάφερε ο Μ.Κ 5 εξέφρασε την ιατρική θέση ότι ο ίδιος, ως γενικός χειρουργός, με βάση τα ενώπιον του δεδομένα αν είχε την ενάγουσα ως ασθενή του, θα την υπέβαλε σε υπέρηχο ώστε να αποκλειστεί η οξεία σκωληκοειδίτιδα. Οι πιο πάνω θέσεις του βρίσκονται σε απόλυτη ταύτιση θα έλεγα με τις ιατρικές θέσεις των εμπειρογνωμώνων της ενάγουσας και ως εκ τούτου αυτές γίνονται αποδεκτές και τις αποδέχομαι πλήρως. Οποιαδήποτε άλλη αναφορά του, η οποία συμβαδίζει με τις θέσεις της Μ.Υ 2, απορρίπτεται για τους λόγους που τέθηκαν κατά το στάδιο της αξιολόγησης της τελευταίας, και περαιτέρω οι εν λόγω αναφορές δεν μπορεί να ιδωθούν έξω από τα πλαίσια των αποδεκτών του θέσεων. Εν κατακλείδι είναι η θέση μου, στη βάση των πιο πάνω, ότι με τη μαρτυρία τους οι εμπειρογνώμονες της υπεράσπισης, πλην των θέσεων του Μ.Υ 3 οι οποίες έγιναν αποδεκτές πιο πάνω, δεν βοήθησαν την εκδοχή της υπεράσπισης και η μαρτυρία τους δεν ήταν αληθής. Επομένως η μαρτυρία τους δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση επί της οποίας να μπορεί να εξαχθεί οποιονδήποτε ασφαλές ανεξάρτητο εύρημα ή έστω συμπέρασμα. Ο εμπειρογνώμονας μάρτυρας δεν πρέπει να αρκείται στην παρουσίαση της άποψης του με γυμνές δηλώσεις οι οποίες δεν παρέχουν στο Δικαστήριο δυνατότητα ελέγχου της επιστημονικής του άποψης (Δημοκρατία ν. Αγιώτου
(2000)1 ΑΑΔ 1020). Στρεφόμενος στη μαρτυρία της Μ.Υ 1 αναφέρω ότι δεν άφησε καθόλου θετικές εντυπώσεις με τα όσα ισχυρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Στη προσπάθεια της να προωθήσει τη δική της εκδοχή, ότι δηλαδή προέβη σε όλες τις απαραίτητες και ενδεδειγμένες ιατρικές πράξεις καθώς και ότι ακολούθησε την ορθή ιατρική πρακτική δεν απέφυγε τις αντιφάσεις, κάποιες θέσεις της είναι αλληλοσυγκρουόμενες ενώ κάποιες άλλες αντιστρατεύονται τη κοινή λογική. Κάποιες άλλες, όπως θα διαφανεί, εν γνώσει της είναι εντελώς ψευδής. Καταρχάς ήταν η κατηγορηματική της θέση ότι η ίδια δεν παρέλαβε το παραπεμπτικό που ο Μ.Ε 2 έδωσε στη ενάγουσα. Η θέση της αυτή συγκρούεται με την αποδεκτή μαρτυρία τόσο της ίδιας της ενάγουσας όσο και του πατέρα της, οι οποίοι ανάφεραν ότι το παραπεμπτικό παραδόθηκε στην υποδοχή του Τ.Α.Ε.Π. Επίσης η ίδια για να αντικρούσει το γεγονός αυτό, ότι η ίδια δεν έτυχε ενημέρωσης, έστω και προφορικά, κάτι που επιβεβαίωσε τόσο η ενάγουσα όσο και ο πατέρας της, επικαλέστηκε το γεγονός ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί. Η θέση της αυτή έρχεται επίσης σε αντιπαράθεση με την αποδεκτή μαρτυρία. Περαιτέρω η ίδια, παρά το ότι αποδέχθηκε το γεγονός ότι της κινήθηκε η υποψία ότι η ενάγουσα πιθανόν να παρουσίαζε οξεία σκωληκοειδίτιδα, εντούτοις δεν έδωσε οποιεσδήποτε πειστικές δικαιολογίες για τις περαιτέρω ενέργειες της. Καταρχάς είναι αποδεκτή η θέση ότι κατά την κλινική εξέταση της ενάγουσας, διαπίστωσε, κατά τη ψηλάφηση της κοιλιάς της ότι αυτή ήταν μαλακή, αλλά επώδυνη στο δεξιό λαγόνιο βόθρο. Το σύμπτωμα αυτό με βάση την αποδεκτή μαρτυρία όλων των εμπειρογνωμόνων, συμπεριλαμβανομένων και αυτών της υπεράσπισης, αποτελεί ένα από τα κύρια συμπτώματα, μεταξύ άλλων, και της σκωληκοειδίτιδας. Επίσης η ίδια αποδέχθηκε ότι με βάση τα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων η ενάγουσα παρουσίαζε λοίμωξη. Η ίδια όμως, παρά το πιο πάνω γεγονός, δεν προέβη σε οποιανδήποτε περαιτέρω ιατρική πράξη ώστε να διαπιστώσει από που προέρχεται η λοίμωξη που η ενάγουσα παρουσίαζε γιατί όπως ανάφερε η λοίμωξη δεν ήταν χειρουργικής αιτιολογίας. Δεν εξήγησε όμως επιστημονικά ποιο ήταν το συμπέρασμα της και τί είδους λοίμωξη παρουσίασε η ενάγουσα ώστε αυτή να μην χρήζει είτε περαιτέρω εξέτασης είτε χειρουργικής επέμβασης. Κυρίως όμως δεν έδωσε οποιαδήποτε πειστική εξήγηση γιατί δεν προέβη σε περαιτέρω έρευνα και σε οποιαδήποτε άλλη ιατρική πράξη, για να αποκλείσει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υποψία που της τέθηκε περί οξείας σκωληκοειδίτιδας, και προχώρησε και απέλυσε την ενάγουσα. Περαιτέρω δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση της ότι δόθηκαν οδηγίες στην ενάγουσα όταν αυτή απελύθη όπως επανέλθει επί πόνου ή και επί επιμονής των συμπτωμάτων. Η θέση της αυτή δεν είναι αληθής εφόσον κάτι τέτοιο δεν καταγράφεται στο ιατρικό της έντυπο. Αν πράγματι έδωσε τέτοιες οδηγίες δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να μην κατέγραφε αυτό το γεγονός στο εν λόγω έντυπο. Εξάλλου η θέση της αυτή συγκρούεται με την αποδεκτή μαρτυρία της ενάγουσας και του πατέρα της, οι οποίοι ανάφεραν ότι ουδέποτε δόθηκαν τέτοιες οδηγίες. Από την άλλη για να απορρίψει την θέση της ενάγουσας ότι αυτή εξετάσθη από γενικό χειρούργο ανάφερε ότι κάτι τέτοιο δεν το κατέγραψε στο εν λόγω έντυπο. Προκύπτει εδώ μία αντίφαση εφόσον επιλέγει να παραπέμπει στο ιατρικό έντυπο επιλεκτικά και όπου την βολεύει. Ούτε αποδέχομαι τη θέση της ότι η διάγνωση της ίδιας, αφού εξέτασε την ενάγουσα, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν το κοιλιακό άλγος. Επί τούτου έχω κάνει ήδη αποδεκτή τη θέση των εμπειρογνωμόνων Μ.Ε 2, Μ.Ε 5 ότι το κοιλιακό άλγος δεν αποτελεί διάγνωση αλλά σύμπτωμα. Αυτό επιτάσσει και η κοινή λογική εφόσον δεν χρειάζεται να έχει κάποιος εξειδικευμένες ιατρικές γνώσεις για να καταλήξει στο λόγου το αληθές ότι ένας ασθενής για να έχει κοιλιακό άλγος θα πρέπει να είναι κάποιας αιτιολογίας και ασφαλώς η Μ.Υ 1, ως ο θεράπων ιατρός, κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν προχώρησε σε περαιτέρω εξετάσεις ώστε να διαγνώσει από πού προέρχεται αυτή. Οι θέσεις της επίσης ότι η ενάγουσα δεν είχε υψηλή αντιδρώσα πρωτείνη (CPR) και ότι τα λευκά της αιμοσφαίρια ήταν φυσιολογικά αφενός καταρρίπτεται από τα ίδια τα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων και των σχετικών δεικτών αλλά και από τους ίδιους τους εμπειρογνώμονες. Ηθελημένα και σκόπιμα η εν λόγω μάρτυρας ψεύδεται. Ούτε και αποδέχομαι τη θέση της ότι δεν χορηγήθηκε οποιαδήποτε φαρμακευτική αγωγή στην ενάγουσα. Η θέση της αυτή συγκρούεται με τις δικογραφημένες θέσεις της υπεράσπισης. Και τούτο γιατί ενώ γίνεται παραδεκτό στην υπεράσπιση ότι δόθηκε φαρμακευτική αρωγή στην ενάγουσα εντούτοις η Μ.Υ 1 επέμενε στη θέση ότι δεν δόθηκαν παυσίπονα και κανένα φάρμακο. Ακόμη όμως και να δόθηκε τέτοια άλλη αρωγή και όχι η χρήση παυσιπόνου και πάλι η Μ.Υ 1 δεν ανάφερε στη μαρτυρία της ποια ήταν αυτή η αρωγή ώστε να διαφωτίσει το Δικαστήριο. Δεν χρειάζεται να παραθέσω ο,τιδήποτε άλλο ώστε να καταδείξω του λόγου του αληθές ότι η μαρτυρία της Μ.Υ 1 παρουσιάζει κενά και αντιφάσεις με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν σοβαρά ρήγματα ως προς την δική της εκδοχή που κανένα λογικό δικαστήριο δεν μπορεί να παραβλέψει. Ως εκ τούτου απορρίπτω την μαρτυρία της στο βαθμό που αυτή συγκρούεται με βάση τα αποδεκτά γεγονότα. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης και αφού έχω λάβει υπόψιν τα κατατεθειμένα Τεκμήρια, μπορώ να καταλήξω, πέραν των πιο πάνω ευρημάτων μου, στα επιπρόσθετα ακόλουθα ευρήματα: Η ενάγουσα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν φοιτήτρια στο Ηνωμένο Βασίλειο και έχαιρε άκρας υγείας. Λόγω συμπτωμάτων που είχε επισκέφθηκε το Μ.Κ 2 ο οποίος, κατά την κλινική εξέταση, διαπίστωσε ότι ήταν λίγο αφυδατωμένη καθώς και ότι η ενάγουσα είχε ευαισθησία στο δεξιό κατώτερο τεταρτημόριο καθώς είχε και έντονο πόνο στο κάτω μέρος, ήμισυ κοιλιάς. Ο ίδιος πιθανολόγησε ότι η ενάγουσα παρουσίασε συμπτώματα οξείας σκωληκοειδίτιδας (τυφλό), αναφέροντας το γεγονός αυτό τόσο στην ίδια την ενάγουσα όσο και στη μητέρα της, εκδίδοντας και σχετικό παραπεμπτικό στο οποίο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει υποψία η ενάγουσα να παρουσιάζει οξεία σκωληκοειδίτιδα (acute appendicitis). Ο πατέρας της ενάγουσας παρέδωσε το εν λόγω παραπεμπτικό, αφού προηγουμένως προέβη σε εγγραφή της, στην υποδοχή του νοσοκομείου. Η Μ.Υ 1 αφού την εξέτασε, κατέληξε στην διάγνωση ότι η ενάγουσα είχε κοιλιακό άλγος, αποκλείοντας παράλληλα το γεγονός ότι αυτή παρουσίαζε οξεία σκωληκοειδίτιδα. Αφού παρέμεινε για διάστημα 2 ωρών η Μ.Υ 1 έδωσε εξιτήριο στην ενάγουσα δίδοντας της και σχετικά παυσίπονα. Η ενάγουσα ανάφερε στην Μ.Υ 1 αφενός τα συμπτώματα που είχε και αφετέρου ότι προηγουμένως επισκέφθηκε τον Μ.Κ 2 αλλά και το ποια ήταν η υποψία του εν λόγω ιατρού. Η ενάγουσα εξετάσθηκε και από χειρούργο, κατά την διάρκεια της παραμονής της, στο νοσοκομείο. Τα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων της ενάγουσας ήταν ότι αυτή παρουσίαζε 10.000 λευκά αιμοσφαίρια με την ανώτατη τιμή να είναι στις 11.000 ενώ η αντιδρώσα πρωτεΐνη (CPR) ήταν τριπλάσια του κανονικού. Η ενάγουσα παρουσίαζε με βάση αυτά αύξηση των δειγμάτων φλεγμονής, λόγω κάποιας μικροβιολογικής αιτιολογίας λοίμωξης στην κοιλιά. Οι πόνοι της ενάγουσας την επόμενη ημέρα υποχώρησαν. Στις 24.8.09, λόγω έντονου άλγους, κόπωσης, απώλειας βάρους, επισκέφθηκε το ιδιωτικό ιατρείο του Μ.Ε 3. Αφού η ενάγουσα προέβη σε διάφορες διαγνωστικές και αιμοτολογικές εξετάσεις διαγνώστηκε με περιτυφλικό απόστημα, λόγω πιθανής ρήξης της σκωληκοειδούς απόφυσης. Λόγω της ασθενείας και της ταλαιπωρίας που η ενάγουσα είχε υποστεί, έχασε την παρακολούθηση των μαθημάτων της στο πανεπιστήμιο και χαριστικά παρακάθισε σε εξετάσεις τον Φεβρουάριο του 2010. Επίσης υπέφερε για μεγάλο χρονικό διάστημα με σφοδρούς πόνους. Ο υπερήχος κοιλίας, ο οποίος αποτελεί διαγνωστική μέθοδο, δεικνύει με ασφάλεια στο θεράπων ιατρό κατά πόσο ένας ασθενής παρουσιάζει ή όχι οξεία σκωληκοειδίτιδα. Σε περίπτωση χορήγησης παυσιπόνων υπήρχε πιθανότητα ο πόνος της ενάγουσας να υποχωρήσει. O λόγος που παρήλθε το χρονικό διάστημα των 14 ημερών από την επίσκεψη της ενάγουσας στο Νοσοκομείο ήταν επειδή υπήρξε εξέλιξη της παθολογικής νόσου της σκωληκοειδίτιδας με ρήξη της και δημιουργία αποστήματος. Το απόστημα δημιουργήθηκε λόγω προσπάθειας του ιδίου του οργανισμού να μειώσει τη ζημιά, ώστε η ασθένεια να μην επεκταθεί προς άλλα μέρη της κοιλιακής χώρας. Η περιχαράκωση λοιπόν, ήταν μια αντίδραση του οργανισμού να μειώσει τη ζημιά της επιπλοκής που είχε δημιουργηθεί από την επίθεση που δέχθηκε από την σκωληκοειδίτιδα, τη μόλυνση δηλαδή. Η ενάγουσα κατά την επίσκεψη της στο νοσοκομείο παρουσίαζε σκωληκοειδίτιδα. Κατά τον ουσιώδη χρόνο στα κρατικά νοσοκομεία δεν γίνονταν οποιεσδήποτε λαπαροσκοπήσεις επομένως δεν ήταν σε θέση να διενεργήσουν τις εγχειρήσεις που η ενάγουσα υπεβλήθη στο Ισραήλ. Όλες οι επιπλοκές που υπέστη η ενάγουσα καθώς και όλες οι επεμβάσεις που υποβλήθηκε, μεταγενέστερα, ήταν απότοκο της μη αντιμετώπισης της οξείας σκωληκοειδίτιδας από την Μ.Υ 1. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Η παρούσα υπόθεση είναι αστικής φύσης και το βάρος απόδειξης βρίσκεται στην ενάγουσα να αποδείξει τους ισχυρισμούς της, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια αυτή ως έχει καθοριστεί από τη νομολογία στο τέλος της ημέρας σημαίνει ότι ο ενάγων πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι. Αυτό ισχύει γενικώς, αλλά και επί όλων των πτυχών της υπόθεσης επί των οποίων ο ενάγων έχει το βάρος, όπως το να αποδείξει την αμέλεια του αντιδίκου του, καθώς επίσης και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας και των ζημιών που υπέστη, (Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614 και Χρυσάνθου κ.ά. ν. Φραντζή
(2010)1 Α.Α.Δ. 1295. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η απαίτηση της ενάγουσας βασίζεται στο αστικό αδίκημα της αμέλειας, όπως αυτό κωδικοποιήθηκε στο άρθρο 51
(1)[1] του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 και ειδικότερα στο εδάφιο (β) αλλά και του άρθρου 51
(2)(ε) το οποίο έτυχε ερμηνείας σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Αγγελή v. Βορκά
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 761 αναλύθηκαν, με παραπομπή σε Αγγλικές αυθεντίες, από το Ανώτατο Δικαστήριο οι νομικές αρχές που διέπουν ειδικώς την ιατρική αμέλεια. Παραπέμπω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Ο ασθενής ο οποίος επιζητά αποζημιώσεις λόγω ιατρικής αμέλειας, θα πρέπει να αποδείξει: (
  1. i)Την ύπαρξη υποχρέωσης επιμέλειας προς τον ασθενή. Προς τούτο ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη της σχέσης γιατρού - ασθενή. Ο γιατρός έχει τη νομική υποχρέωση να περιθάλψει ένα ασθενή στο νοσοκομείο ή στην κλινική όπου εργάζεται, αλλά δεν έχει καμιά νομική υποχρέωση να ενεργήσει ως σωτήρας για ένα ξένο που χάνει τις αισθήσεις του σε μια δεξίωση ή τραυματίζεται σε ένα τροχαίο ατύχημα. Εδώ σημειώνεται η νομική υποχρέωση σε αντίθεση με την ηθική. (
  2. ii)(
  3. ii)Αμελή πράξη ή παράλειψη εκ μέρους του γιατρού. Ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει ότι ο γιατρός έχει παραβιάσει το καθήκον του να είναι επιμελής, παρουσιάζοντας μαρτυρία ότι οι ενέργειες του γιατρού ήταν κατώτερες από ό,τι θεωρούνται ως ικανοποιητικές από τα δικαστήρια. (iii) (iii) Την πρόκληση ζημιάς. Ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει ότι λόγω των ενεργειών του γιατρού η υγεία του έχει χειροτερεύσει ή ότι έχει υποστεί κάποια άλλη συγκεκριμένη ζημιά.» Στην ίδια απόφαση, με παραπομπή στις Αγγλικές αποφάσεις (Lanphier v. Phipos [1835-42] All E.R. R 421, Rich v. Pierpont [1862] 3 F&F 35, R. v. Bateman [1925] All E.R. Rep. 45 και Cassidy v. Ministry of Health [1951] 1 All E.R. 574) επισημαίνεται ότι ένας ιατρός δεν αναμένεται ότι θα είναι πάντα επιτυχής στο ιατρικό έργο που αναλαμβάνει. Το καθήκον του είναι η άσκηση λογικής φροντίδας και προσοχής. Τις πιο πάνω αγγλικές αποφάσεις ακολούθησαν δύο σημαντικές αποφάσεις, που οριοθέτησαν καθοριστικά τις προεκτάσεις της ιατρικής αμέλειας, γνωστές σαν οι αποφάσεις Bolam και Bolitho, οι οποίες υιοθετήθηκαν από τα κυπριακά Δικαστήρια τόσο στη υπόθεση Αγγελή (ανωτέρω) όσο και σε μεταγενέστερες αποφάσεις (Γιάλλουρος Kυριάκος και Άλλοι ν. Σταύρου Ψύλλου, διά του πατέρα αυτού Kωνσταντίνου Ψύλλου ασκώντας αποκλειστικά τη γονική μέριμνα και Άλλου,
(2009)1 Α.Α.Δ. 1552.). Στην υπόθεση Bolam v. Friern Hospital Committee [1957] 2 All E.R. 118, η ιατρική αμέλεια ενός γιατρού καθορίστηκε ως η παράλειψη του να ενεργήσει σύμφωνα με μία πρακτική που είναι αποδεκτή ως ορθή από ένα υπεύθυνο σώμα γιατρών που είναι εξειδικευμένοι στο συγκεκριμένο τομέα. Στην υπόθεση Αγγελή (ανωτέρω) οι αρχές της Bolam συνοψίστηκαν ως ακολούθως: «(i) Ένας γιατρός δεν είναι ένοχος αμέλειας αν ενεργεί σύμφωνα με μια τακτική που είναι αποδεκτή ως ορθή από ένα υπεύθυνο σώμα εξειδικευμένων ιατρικών λειτουργών ανεξάρτητα αν ένα άλλο εξειδικευμένο σώμα διατηρεί διαφορετική άποψη.» Η αρχή που διατυπώθηκε στην υπόθεση Bolam διαφοροποιήθηκε λίγο αργότερα με την απόφαση στην υπόθεση Bolitho and Others v. City and Hackney Health Authority [1993] 4 Med. L. R. 381, όπου αποφασίστηκε ότι ένας γιατρός δεν μπορεί να αποφύγει ευθύνη για ιατρική αμέλεια αν αποδείξει ότι ακολούθησε μία καθιερωμένη πρακτική που είχε υιοθετηθεί από ένα υπεύθυνο σώμα εξειδικευμένων γιατρών. Το ερώτημα κατά πόσο ένα γιατρός είναι ένοχος αμέλειας πρέπει να απαντάται από το Δικαστήριο και όχι με βάση την πρακτική που υιοθετείται από ένα εξειδικευμένο ιατρικό σώμα, μέσα στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας που παρουσιάζεται. Λέχθηκε στην υπόθεση Bolitho ότι: «It is not enough for the defendant to call a number of doctors to say that what he had done was in accord with accepted clinical practice. It is necessary for the judge to consider that evidence and decide whether that medical practice puts the patient unnecessarily at risk.». Για τον καθορισμό των ορίων του αναμενόμενου επιπέδου, πρέπει να δοθεί μαρτυρία από επαγγελματία πραγματογνώμονα ως προς την ορθή πρακτική που ακολουθείται στον κλάδο. Στην υπόθεση ΡΕΝΑ ΜΙΧΑΗΛ ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΠΟΒΙΩΣΑΣΑΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΜΙΧΑΗΛ ν. ΑΛΚΗ ΛΑΠΙΘΗ κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 336/2011 λέχθηκε, με παραπομπή σε προγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι: «Αναγνωρίζεται ότι για τον καθορισμό του επιπέδου που απαιτείται από το συγκεκριμένο επαγγελματία εμπειρογνώμονα, πρέπει να δοθεί εμπειρογνώμονη μαρτυρία για την ορθή πρακτική που ακολουθείται στον κλάδο («proper practice»). Όταν η πρακτική αμφισβητείται τότε, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Street on Torts - πιο πάνω - σελ. 265 «... conformity with a responsible body of opinion within the profession will generally suffice». Ο Δικαστής βέβαια παραμένει ο τελικός κριτής του τι αποτελεί «reasonable and responsible professional practice». Και όπως εξηγείται στο πιο πάνω σύγγραμμα, παρά τη μέχρι πρόσφατα απροθυμία των Δικαστηρίων να αμφισβητήσουν την επιστημονική άποψη εμπειρογνωμόνων, στην Bolitho v. City and Hackney Health Authority
(1998)Α.C. 232, o Lord Browne-Wilkinson τόνισε ότι για να τεκμηριωθεί η μαρτυρία περί της ορθής μη αμελούς πρακτικής, η μαρτυρία που δίνεται ως προς αυτή, πρέπει να είναι εύλογη και υπεύθυνη. Όπως ανέφερε: «... The court has to be satisfied that the exponents of the body of opinion relied on can demonstrate that such opinion has a logical basis.». Περαιτέρω, στην υπόθεση Γιάλλουρου κ.α. ν. Ψύλλου (ανωτέρω) τονίστηκε η ανάγκη απόδειξης στον απαιτούμενο βαθμό ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ιατρικής αμέλειας και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Το βάρος απόδειξης ιατρικής αμέλειας είναι το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του ενάγοντος (Πέτρου Πέτρος Σ. και Άλλος ν. Νίκου Θεμιστοκλέους
(2003)1 ΑΑΔ 1426). Έχοντας σκιαγραφήσει τις αρχές που διέπουν το θέμα της ιατρικής αμέλειας, αυτό που θα πρέπει να εξετασθεί είναι το κατά πόσον, υπό το φως των εν λόγω αρχών υπαγομένων στα ευρήματα μου επί των γεγονότων, η ενάγουσα έχει αποδείξει, στον βαθμό που απαιτείται, ότι οι επί καθήκοντι ιατροί, οι οποίοι την εξέτασαν και περιέθαλψαν, υπήρξαν ένοχοι ιατρικής αμέλειας. Αρχίζοντας από το θέμα του κατά πόσο οι ιατρικοί λειτουργοί υπείχαν καθήκον επιμέλειας έναντι της ενάγουσας επισημαίνεται ότι όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του M.Jones, Medical Negligence, 5η έκδοση, 2018, στη σελ. 95 με αναφορά στην υπόθεση Jones v. Manchester Corporation [1952] Q.B. «Once a patient is accepted for treatment a duty of care will arise. » Επομένως από τη στιγμή που η ενάγουσα εισήχθη στο Τ.Α.Ε.Π του νοσοκομείου ως ασθενής οι ιατρικοί λειτουργοί του είχαν απέναντι της καθήκον επιμέλειας. Το επόμενο ερώτημα που χρήζει απάντησης είναι κατά πόσο οι ιατρικοί λειτουργοί του Νοσοκομείου έχουν παραβιάσει το καθήκον επιμέλειας και δεξιότητας που πρέπει να έχει ένας ιατρός προς τον ασθενή. Κατ΄επέκταση κατά πόσο οι ιατρικοί λειτουργοί ενέργησαν υπό τις περιστάσεις αμελώς ή παρέλειψαν να προβούν σε οποιαδήποτε ενδεδειγμένη ιατρική πράξη. Στα πλαίσια εξέτασης του κατά πόσον μια συγκεκριμένη ιατρική πράξη συνιστά αμέλεια, το Δικαστήριο θα διερευνήσει αν οι επί καθήκοντι ιατροί ακολούθησαν, στο υπό κρίση περιστατικό, την συνήθη ιατρική πρακτική. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι οι ιατρικοί λειτουργοί απέτυχαν, μεταξύ άλλων, να διαγνώσουν ορθά ότι αυτή, κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπέστη ρήξη σκωληκοειδίτιδας εφόσον δεν προέβησαν σε όλες τις απαραίτητες και ενδεδειγμένες ιατρικές πράξεις ούτως ώστε να προβούν σε ορθή διάγνωση. Από τα ενώπιον μου δεδομένα και με βάση την αξιολόγηση των μαρτύρων και των ευρημάτων του Δικαστηρίου η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι καταφατική. Και τούτο γιατί η ενάγουσα, κατά την εξέταση της προσκόμισε σχετικό παραπεμπτικό από τον Μ.Ε 2 αλλά και ενημέρωσε προφορικά την Μ.Υ 1 ότι προηγουμένως επισκέφθηκε ιδιώτη ιατρό ο οποίος διέγνωσε ότι πιθανόν η ενάγουσα να παρουσίαζε οξεία σκωληκοειδίτιδα. Επομένως η επί καθήκοντι ιατρός είχε αυτό το δεδομένο ενώπιον της, το οποίο έπρεπε και όφειλε να την έθετε σε εγρήγορση ώστε να εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή την ενάγουσα και να αποκλείσει την εν λόγω πάθηση. Ορθώς έπραξε η Μ.Υ 1 και υπέβαλε την ενάγουσα τόσο σε κλινική εξέταση όσο και σε αιματολογικές εξετάσεις το αποτέλεσμα των οποίων ήταν σημαντικό εφόσον θα καταδείκνυε, σε πρώτο βαθμό, κατά πόσο η ενάγουσα παρουσίαζε μόλυνση/λοίμωξη. Είμαι της γνώμης με βάση την ιατρική μαρτυρία ότι η Μ.Υ 1 δεν αξιολόγησε ορθώς τα αποτελέσματα των πιο πάνω εξετάσεων που υπεβλήθη η ενάγουσα. Και τούτο γιατί αφενός η κλινική εξέταση κατά την ψηλάφηση της κοιλίας ήταν επώδυνη στο δεξιό λαγόνιο βάθρο, το οποίο με βάση την ιατρική αποδεκτή μαρτυρία αποτελεί, μεταξύ άλλων, κλασικό σύμπτωμα της οξείας σκωληκοειδίτιδας και αφετέρου οι αιματολογικές εξετάσεις κατέδειξαν ότι η ενάγουσα βρισκόταν στο ανώτατο όριο της σε σχέση με τα λευκά της αιμοσφαίρια ενώ η αντιδρώσα πρωτεΐνη (CPR) ήταν τριπλάσια του κανονικού. Με βάση τα εν λόγω αποτελέσματα ήταν σαφές ότι η ενάγουσα παρουσίαζε παθολογική λοίμωξη αγνώστου, μέχρι στιγμής, προελεύσεως γεγονός το οποίο αποδέκτηκαν και όλοι οι μάρτυρες υπεράσπισης. Παρά τα πιο πάνω ιατρικά δεδομένα και ευρήματα η Μ.Υ 1, αντί να την θέσουν σε εγρήγορση ώστε να προβεί σε περαιτέρω έλεγχο ώστε να αποκλείσει την οξεία σκωληκοειδίτιδα, πάθηση την οποία υποψιάστηκε ότι πιθανόν να έπασχε η ενάγουσα, κατέγραψε το σύμπτωμα του κοιλιακού άλγους, άγνωστης αιτιολογίας, χωρίς στην ουσία να προβεί σε διάγνωση ενώ θα έπρεπε να την εξετάσει παραταύτα. Η μη διάγνωση της και η καταγραφή συμπτώματος περί κοιλιακού άλγους, αγνώστου προελεύσεως, σε συνδυασμό με την θέση της ότι έστρεψε την προσοχή της στο ενδεχόμενο ότι η ενάγουσα πιθανό να παρουσίαζε σκωληκοειδίτιδα, δεν άφηναν κατά τη γνώμη μου άλλη επιλογή στην Μ.Υ 1 από του να προβεί σε περαιτέρω εξετάσεις για επιβεβαίωση η αποκλεισμό τέτοιου ενδεχομένου. Αποτελεί άξιον απορίας πως ενώ η ίδια διαπίστωσε ότι η ενάγουσα ενώ παρουσίαζε λοίμωξη, αγνώστου προελεύσεως, δεν προέβη σε οποιαδήποτε περαιτέρω ιατρική ώστε να διαπιστώσει από που προέρχεται η εν λόγω λοίμωξη. Ούτε και παραγνωρίζω το γεγονός ότι η επί καθήκοντι ιατρός δεν κατέληξε σε οποιαδήποτε διάγνωση εφόσον η διάγνωση της περί «κοιλιακού άλγους» δεν αποτελεί, με βάση την αποδεκτή μαρτυρία, διάγνωση αλλά σύμπτωμα. Όφειλε η Μ.Υ 1 με βάση τα ενώπιον της δεδομένα εφόσον είχε ισχυρές ενδείξεις περί πιθανότητας οξείας σκωληκοειδίτιδάς να προχωρήσει σε περαιτέρω έρευνα υποβάλλοντας την ενάγουσα σε μία απλή εξέταση υπερήχου (ultrasound) κοιλίας, η οποία αποτελεί, με βάση επίσης την αποδεκτή μαρτυρία, ασφαλή διαγνωστική μέθοδο η οποία θα απέκλειε την οξεία σκωληκοειδίτιδα, παρά το γεγονός ότι τέτοιος υπερήχος βρισκόταν στη διάθεση της ως επίσης υπήρχε και διαθέσιμος ακτινολόγος ώστε να την διενεργήσει. Αν 'αυτού απέλυσε την ενάγουσα αμελώς χωρίς να διαγνώσει από τί ακριβώς έπασχε ενώ είχε αυτή την δυνατότητα. Στο νομικό σύγγραμμα M.Jones, Medical Negligence, 5η έκδοση, 2018, παράγραφος 4-040 αναφέρεται ότι: «Where diagnostic aids would assist a doctor in reaching an accurate diagnosis it may well be negligent to fail to use them, if available, although, again, this is not necessarily the case (Whiteford v Hunter [1950] W.N. 553, see para.4—
  1. Writing 60 years ago Lord Nathan, Medical Negligence, 1957, p.45 suggested that X-rays were so commonplace that there would be a grave danger of a finding of negligence if they are not used in a case where there was a real possibility of fractures or dislocations. This may be questioned, however, since the test is whether a reasonable doctor would have ordered an X-ray in the circumstances. They are unnecessary, for example, where the doctor is able to make a diagnosis on the basis of his clinical examination of the patient, or where the result of the X-ray would not normally affect the treatment given) . A general practitioner who has even a relatively minor suspicion that a child may be suffering from pneumonia should refer the child to hospital for tests, given that pneumonia can give rise to life-threatening consequences and that in children its development can be unpredictable and rapidly progressive.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου) Στην προκειμένη περίπτωση η Μ.Υ 1 θα πρέπει να κριθεί αμελής υπό τις περιστάσεις εφόσον είχε στη διάθεση της το διαγνωστικό όργανο του υπερήχου κοιλίας και δεν το χρησιμοποίησε ώστε να διαπιστώσει αν η ενάγουσα είχε όντως σκωληκοειδίτιδα εφόσον με βάση την κλινική και αιματολογική εξέταση δεν μπορούσε να καταλήξει και δεν κατάληξε σε οποιαδήποτε διάγνωση. Περαιτέρω η μη έγκαιρη διάγνωση της σκωληκοειδίτιδας μπορεί να οδηγήσει ένα ασθενή σε σοβαρές επιπλοκές που θέτουν σε σοβαρό κίνδυνο την ίδια του την ζωή, επιπλοκές που εν τέλει υπέστη η ενάγουσα εφόσον διέτρεξε σοβαρό κίνδυνο η ίδια της η ζωή. Αυτά ήταν στοιχεία και δεδομένα που σαφώς έπρεπε να λάβει υπόψιν της η Μ.Υ 1 ώστε να προχωρήσει στη διενέργεια υπερήχου. Στην υπόθεση Πολυκλινική Υγεία Λτδ ν. Τάσος Λάμπρου, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Παντελή Λάμπρου, Πολιτικές Εφέσεις Αρ.114/11 και 115/11, ημερ. 16.11.16, υπεδείχθησαν, επίσης, τα εξής: «Στο πιο πάνω σύγγραμμα Medicine Patients and The Law, σελ.191 αναφέρεται ότι: « A patient alleging that a wrong diagnosis was negligent must establish either that the doctor failed to carried out an examination or a test which the patient's symptoms called for, or that his eventual conclusion was one that no competent doctor would have arrived at (Bolam test), or was not 'capable of withstanding logical analysis' (the Bolitho test)». Σε περίπτωση που κάποιος γιατρός παραλείψει να διαγνώσει μια κατάσταση η οποία θα ήταν προφανής σε οποιονδήποτε λογικό, ικανό γιατρό τότε είναι αμελής. Στην υπόθεση Mc Cormack v. Redpath Brown & Co Ltd, Τhe Times, November 6, 1975 λειτουργός του Τμήματος Πρώτων Βοηθειών κρίθηκε αμελής καθότι παρέλειψε να εντοπίσει κάποια τρύπα στο κρανίο του ασθενή. Σε κάποιες περιπτώσεις η αμέλεια δημιουργείται όχι στη βάση ότι ο εναγόμενος θα έπρεπε να είχε κάνει σωστή διάγνωση αλλά στη βάση ότι θα έπρεπε να είναι προσεκτικός ότι υπήρχε κάτι σοβαρό. Ο γιατρός θα πρέπει επίσης να χρησιμοποιεί όλα τα διαγνωστικά βοηθήματα που έχει στη διάθεσή του, παράλειψη να το πράξει συνιστά αμέλεια. Σχετικό με το καθήκον ενός γιατρού να προβεί σε ορθή διάγνωση είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Rietze v. Bruser [1979] 1 W.W.
  2. 31, p.47]: «It is not sufficient in my view for a medical practitioner to say of the two or three probable diagnoses I have chosen diagnosis (A) or diagnosis (B) or (C). It must be expected that the practitioner would choose diagnosis (A) over (B) or (C) because all of the facts available to that practitioner and all of the methods available to check the accuracy of those facts and that diagnosis had been exercised with the result that diagnosis (A) remains as the most probable of all.» It may also be negligent to fail to repeat a diagnostic test. In Cooper v Royal United Hospital Bath NHS Tmst the defendants were held to be negligent in failing to advise the claimant, who had a history of breast disease, of the desirability of having a repeat biopsy, giving the claimant the impression (wrongly) that a repeat mammogram in a year's time was of equal diagnostic value. On the other hand, it has been held that, when monitoring the growth of a tumour, the practice of comparing the latest X-ray with the immediately preceding X-ray, instead of comparing it to the first X-ray, was not negligent.'' Περαιτέρω αν η Μ.Υ 1 δεν ήταν απόλυτα σίγουρη ως προς το ποια ήταν πάθηση της ενάγουσας και από προερχόταν η μόλυνση, όπως ήταν εξάλλου τα ενώπιον της δεδομένα, θα έπρεπε να κρατήσει για περαιτέρω νοσηλεία την ενάγουσα ώστε αυτή να παρακολουθείτο ή ακόμη και να της επαναλάβει τις εξετάσεις ώστε να διαπιστώσει κατά πόσο η ιατρική της κατάσταση έχει επιδεινωθεί. Επίσης στο ίδιο πιο πάνω σύγγραμμα στην παράγραφο 4-034 αναφέρονται, επί του προκειμένου, τα εξής σχετικά: «In some cases, although the practitioner cannot be faulted for failing to identify the specific illness or disease from which the patient is suffering, the patient's condition is so serious that he ought to have realised that either further tests were required for a more accurate diagnosis, or the patient should have been referred to a specialist who was capable of making the diagnosis. The difficulty of making a diagnosis may in itself suggest that the doctor take additional precautions such as admitting the patient to hospital for observation. In Dale v Munthali," for example, the defendant diagnosed the patient as suffering from influenza, when in fact he had meningitis. It was held that there was no negligence in failing to diagnose meningitis, but the patient was so extremely ill that the defendant should have realised that it was more than gastro-intestinal 'flu. The defendant's examination should have been more thorough, and the severity of the symptoms demanded that the patient should have been admitted to hospital for further tests.» (υπογράμμιση του παρόντος του Δικαστηρίου) Τίποτα όμως από τα πιο πάνω η Μ.Υ 1 δεν έπραξε με αποτέλεσμα η ενάγουσα να απολυθεί, χωρίς να υπάρχει αποκλεισμός της οξείας σκωληκοειδίτιδας. Ούτε η χορήγηση παυσιπόνων ήταν η ορθή και ενδεδειγμένη ιατρική πράξη, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εφόσον τα οποιαδήποτε συμπτώματα πιθανόν να υποχωρούσαν από την ενάγουσα και θα «θόλωναν», όπως χαρακτηριστικά ανάφεραν οι επί καθήκοντι ιατροί, τα κλινικά συμπτώματα της ενάγουσας. Με βάση τα πιο πάνω αλλά και με βάση την αποδεκτή ιατρική μαρτυρία είναι αβίαστα που καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η ενάγουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο παρουσίαζε οξεία σκωληκοειδίτιδα, γεγονός το οποίο παρέλειψε αμελώς η Μ.Υ 1 να διαγνώσει. Το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι μετά την απόλυση της ενάγουσας από το νοσοκομείο επισκέφθηκε, μετά από 14 ημέρες, τον Μ.Ε 3 όπου και διεγνώσθη με περιτυφλικό απόστημα δεξιού υποχόνδριου μετά από ρήξη της σκωληκοειδούς απόφυσης. Με βάση επίσης την ιατρική μαρτυρία για να δημιουργηθεί περιτυφλικό απόστημα, ιατρικά ερμηνεύεται ότι προηγήθηκε προηγουμένως ρήξη της σκωληκοειδίτιδας. Από τη στιγμή που η ενάγουσα δεν είχε οποιαδήποτε συμπτώματα, στο διάστημα αυτό των 14 ημερών, αυτό συνεπάγεται ότι η ενάγουσα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, επίσκεψη της στο νοσοκομείο, με βάση τα συμπτώματα της, υπήρχε εξέλιξη της παθολογικής νόσου της σκωληκοειδίτιδας με ρήξη της και μετέπειτα με την δημιουργία του εν λόγω αποστήματος. Όπως εξηγήθηκε από την αποδεκτή μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων το απόστημα δημιουργήθηκε λόγω προσπάθειας του ιδίου του οργανισμού της ενάγουσας να μειώσει τη ζημιά, ώστε η ασθένεια να μην επεκταθεί προς άλλα μέρη της κοιλιακής χώρας. Αυτός ήταν και ο λόγος που η ενάγουσα, εάν υπέστη ρήξη εντός του πιο πάνω χρονικού διαστήματος να μην το αντιληφθεί και να μην νιώσει οποιοδήποτε πόνο σε συσχετισμό βεβαίως με την χορήγηση παυσίπονων που δόθηκαν στην ενάγουσα. Δεν ενδιαφέρει στη προκειμένη περίπτωση πότε ακριβώς επήλθε η ρήξη της σκωληκοειδίτιδας στην ενάγουσα. Αυτό που έχει βαρύνουσα σημασία στη προκειμένη περίπτωση είναι το γεγονός ότι η ενάγουσα είχε είτε σκωληκοειδίτιδα ή έστω αρχόμενη σκωληκοειδίτιδα η οποία αν εντοπίζετο από την Μ.Υ 1 έγκαιρα, και η οποία έπρεπε να διαγνωσθεί, ασφαλώς και η ενάγουσα δεν θα διαγιγνώσκετο με περιτυφλικό απόστημα αργότερα και δεν θα παρουσίαζε σοβαρές επιπλοκές. Παρεμβάλλω εδώ να αναφέρω ότι, με βάση την παράγραφο 12 της υπεράσπισης, ο εναγόμενος προβάλλει τη θέση ότι οι κατ' ισχυρισμό επεμβάσεις στις οποίες υπεβλήθη η ενάγουσα, μετά την απόλυση της από το νοσοκομείο καθώς και οι σωματικές βλάβες που υπέστη είναι απότοκο της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης που έτυχε η ίδια στο Ισραήλ αλλά και στον ιδιωτικό τομέα, πράξεις που διακόπτουν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των πράξεων του εναγομένου. Ως εκ τούτου ισχύει στη προκειμένη περίπτωση η υπεράσπιση 'novus actus interviniens.' Σημειώνω εξ αρχής ότι η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγομένου ουδεμία αναφορά προβαίνει στη γραπτή της αγόρευση σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Επομένως το Δικαστήριο θεωρεί την εν λόγω υπεράσπιση ως εγκαταλείφθησα και ως εκ τούτου την απορρίπτει ως μη προωθηθείσα. Σε κάθε όμως περίπτωση θα εξετάσω την εν λόγω υπεράσπιση και ως προς την ουσία της. Το πιο πάνω λατινικό δόγμα έτυχε εξέτασης στην υπόθεση Νεάρχου Κώστας ν. Σάββα Στεφανίδη και Άλλης,(ως διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντα Φρίξου Στεφάνου) και Άλλων
(2003)1 ΑΑΔ 351 όπου επί του προκειμένου λέχθηκε ότι: «Η νομική αρχή του novus actus interveniens συζητήθηκε στην Νικηφόρου Σπύρου (ανηλίκου) διά των γονέων και φυσικών κηδεμόνων του Αγάπιου Σπύρου και Παναγιώτας Σπύρου κ.ά. ν. Παντελίτσας Ανδρέου - Λανίτου και άλλων
(2001)1 Α.Α.Δ. 1538 (απόφαση Κωνσταντινίδη, Δ.) όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Δεν θα σπεύσουμε να συνυπογράψουμε πως το άρθρο 56
(1)του κεφ. 148 ενσωματώνει στο σύνολό της την αρχή novus actus interveniens. Αναφέρεται σε αμέλεια τρίτου ως την ενδεχόμενη αποφασιστική αιτία ενώ, κατά την πιο πάνω αρχή, το ερώτημα δεν συνίσταται στο κατά πόσο παρενεβλήθη νέα αμέλεια αλλά νέα αιτία. (S.S. Singleton Abbey v. S.S. Paludina [1927] A.C. 16). To θέμα αφορά στην αιτιώδη συνάφεια της αμέλειας του εναγομένου και της ζημιάς και αυτό επιλύεται με αναφορά στο κατά πόσο αυτή η συνάφεια, στο πλαίσιο των γεγονότων, διακόπηκε, όπως εξηγήθηκε στην The Oropesa [1943] 1 All ER 211. (βλέπε επίσης Clerk and Lindsell (ανωτέρω) σελ. 83 § 1-120) από κάτι το αυτόβουλο, παράλογο ή εξωγενές που διαταράσσει τη σειρά των γεγονότων.Το άρθρο 56
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 στο οποίο γίνεται αναφορά στην Νικηφόρου Σπύρου (ανηλίκου) (ανωτέρω) προνοεί ότι: «Σε αγωγή που εγείρεται για αμέλεια συνιστά υπεράσπιση, ανεξάρτητα από το ότι ο εναγόμενος επέδειξε αμέλεια, το ότι κάποιος τρίτος επέδειξε αμέλεια και η αμέλεια που επιδείχθηκε από τον τρίτο ήταν η αποφασιστική αιτία της ζημιάς.» Τόσο από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης αλλά και από τα λεχθέντα στην Νικηφόρου Σπύρου (ανηλίκου) (ανωτέρω), συνάγεται ότι η επίκληση της πιο πάνω αρχής για σκοπούς υπεράσπισης προϋποθέτει προβολή του σχετικού ισχυρισμού στα δικόγραφα με την ίδια λεπτομέρεια που απαιτείται σε κάθε περίπτωση περιγραφής αμέλειας. Ανάλογη ήταν και η διαπίστωση στην Θεοφάνη Γ. Καζάκου ν. Δωρέττας Αβρααμίδου κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1626.» Καταρχάς διαπιστώνεται ότι τέτοιες λεπτομέρειες δεν περιέχονται στο δικόγραφο του εναγομένου. Απλώς γίνεται επίκληση της εν λόγω υπεράσπισης γενικά και αόριστα. Επομένως η υπεράσπιση αυτή υπόκειται σε απόρριψη αποκλειστικά και μόνο ως προς το λόγο αυτό. Ούτε όμως και επί της ουσίας μπορεί να επιτύχει η εν λόγω υπεράσπιση. Κατά το στάδιο της αξιολόγησης το Δικαστήριο έχει αποφανθεί επί των θέσεων που πρόβαλε η υπεράσπιση και τις απέρριψε. Σημειώνω, περαιτέρω, ότι κανένα μάρτυρα δεν προσκόμισε η υπεράσπιση ώστε να αποδείξει ότι για τις σωματικές βλάβες που υπέστη η ενάγουσα ευθύνη έχουν οποιαδήποτε τρίτα πρόσωπα, όπως για παράδειγμα ο Μ.Ε 3 αλλά και οι ιατροί στο Ισραήλ αλλά και ότι οι σωματικές βλάβες που υπέστη η ενάγουσα δεν έχουν οποιαδήποτε αιτιώδη σχέση με την ιατρική αμέλεια της Μ.Υ 1. Περαιτέρω, μέσα από την γραμμή αντεξέτασης, υποβλήθηκαν στους μάρτυρες της ενάγουσας κάποιες θέσεις, γενικές και αόριστες, οι οποίες δεν τεκμηριώθηκαν με μαρτυρία. Παρέμειναν απλά και μόνο ισχυρισμοί που βεβαίως είναι νομολογημένο ότι σε καμία περίπτωση δεν συνιστούν μαρτυρία. Σε κάθε όμως περίπτωση, με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, έχει καταδειχθεί ότι γενεσιουργός αιτία όλων των επεμβάσεων που υπεβλήθη η ενάγουσα αλλά και για όλες τις σωματικές βλάβες που υπέστη, αυτές προκλήθηκαν από την αμέλεια της Μ.Υ 1 στις 10.8.09 και ήταν απότοκο της μη διάγνωσης της σε σχέση με το πραγματικό πρόβλημα που η ενάγουσα αντιμετώπιζε. Επιπρόσθετα δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία ότι οι ιατροί οι οποίοι περιέθαλψαν την ενάγουσα ήταν με οποιοδήποτε τρόπο αμελείς. Ως εκ τούτου, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του άρθρου 56 του Κεφ. 148 και της αρχής του novus actus interveniens. Επομένως η εν λόγω υπεράσπιση απορρίπτεται και επί της ουσίας της. Συνεπακόλουθα, τα επί μέρους ευρήματα του δικαστηρίου αναποδράστως σηματοδοτούν την τελική κατάληξη. Στην βάση των ευρημάτων όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί και με κριτήριο το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, είναι η κρίση και κατάληξη του δικαστηρίου ότι η ενάγουσα πέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την υπόθεση της εναντίον του εναγομένου. ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Η απόδειξη ειδικών ζημιών κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια. Είναι καθιερωμένη αρχή ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Η νομολογία επιβάλλει σε διάδικο την υποχρέωση να αποδεικνύει την ζημία του με θετική μαρτυρία (Ελισάβετ Ηρακλέους ν. Ρένου Πίτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239, Ανδρέας Σπύρου ν. Άριστου Χ΄΄ Χαραλάμπους
(1989)1Ε ΑΑΔ 298, στην υπόθεση Κούνουνα κ.α. ν. Κώστας Κυριάκου & Υιός Λτδ κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ
  1. Η ενάγουσα αξιώνει, με βάση την τροποποιημένη της Έκθεση Απαίτησης, το συνολικό ποσό των €40,510.
  2. Ως έχει αναφερθεί δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το ποσό το οποίο αξιώνει η ενάγουσα, αναφορικά με τα ιατρικά έξοδα που υπέστη σε σχέση με την τελευταία επέμβαση που υπεβλήθη (βλέπε παράγραφο 16(σ) της Έκθεσης Απαιτήσεως) ανέρχονται στο ποσό των €5.423.
  3. Η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ευθέως, πέραν από κάποιων γενικών και μεμονωμένων ερωτήσεων, μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία αλλά και μέσα από την αντεξέταση, το κονδύλι των ιατρικών αποζημιώσεων. Αποτελεί όμως θέση της υπεράσπισης ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται να αξιώνει το πιο πάνω ποσό εφόσον, μέσα από την αναντίλεκτη μαρτυρία, δεν είναι η ίδια που κατέβαλε προσωπικά το πιο πάνω αξιούμενο κονδύλι αλλά ο πατέρας της. Από τη στιγμή, ήταν περαιτέρω η θέση της, που ο πατέρας της ενάγουσας δεν είναι ο ίδιος ενάγοντας στην παρούσα αγωγή δεν μπορεί η ενάγουσα να αξιώνει ειδικές αποζημιώσεις. Παρεμβάλω εδώ να αναφέρω ότι με την γραπτή αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγομένου δεν σχολιάζει το ζήτημα αυτό. Αντίθετη ήταν η θέση της ευπαίδευτου συνηγόρου της ενάγουσα η οποία, μέσω της γραπτής αγόρευσης της, κάλεσε το Δικαστήριο όπως επιδικάσει το αξιούμενο κονδύλι και αποδώσει σε αυτήν τις εν λόγω αποζημιώσεις, στη βάση του άρθρου 61 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου. Με κάθε σεβασμό η εισήγηση της υπεράσπισης δεν με βρίσκει καθόλου σύμφωνο. Στο νομικό σύγγραμμα McGregor on Damages, 20th Edition, 2018, Σελ.1384 αναφέρονται επί του προκειμένου τα εξής σχετικά: «PAYMENTS UNDER OBLIGATION BY PRIVATE THIRD PARTIES OTHER THAN INSURERS Where the claimant's medical expenses are paid by employer, husband or parent upon whom rests an obligation to pay them, whether by contract or under the general law, it once seemed that the claimant could not include these expenses within his or her claim for damages. Thus in relation to a wife, Diplock J in Gage v King refused recovery of the expenses incurred for the claimant wife's medical care, which had been paid by her husband, in the absence of a legal liability on the wife to pay for them. Instead, recovery was allowed in the actio per quod consortium et servitium amisit to the husband, parent or employer who had paid the medical expenses, although this solution was generally of little value to the employer once the action per quod had become restricted, in the employment field, to claims in respect of servants who were members of their master's domestic household. Now, however, the courts have inclined to the view that recovery for such medical expenses should go to the wife, child and servant themselves, a solution stemming primarily from the decision in Donnelly v Joyce, and fitting well with the final demise of the action per quod. This new approach therefore entails no deductions in respect of these payments. Whether now, with the overruling of Donnelly v Joyce, in Hunt v Severs in the context of the provision of care, the claimant will have to hold the payments in trust, does not appear yet to have been litigated. It is greatly to be hoped that the unfortunate result in Hunt v Severs, will not be pushed to this extreme.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου) Στην υπόθεση DONNELLY v. JOYCE [1971 D. No. 618], στην οποία γίνεται αναφορά στο πιο πάνω σύγγραμμά, ανήλικος τραυματίστηκε συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε στον ανήλικο αποζημιώσεις για την απώλεια απολαβών που υπέστη η μητέρα του λόγω του ότι αυτή αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει την εργασία της με σκοπό να παράσχει βοήθεια στον ανήλικο υιό της. Σημειώνω ότι η μητέρα του ενάγοντος δεν ήταν διάδικος στην υπό αναφορά αγωγή. Έναντι της πιο πάνω απόφασης ασκήθηκε έφεση από τον εναγόμενο, όπου το Αγγλικό Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με το εξής σκεπτικό, το οποίο υιοθετώ πλήρως και για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης: «. Mrs. Donnelly, the mother, had not been joined as a plaintiff. .The defendant has not even at this stage challenged the validity of, or the entitlement of the plaintiff to recover in this action, the first two items of the particulars of special damage: that is, the travelling expenses to and from hospital, and the cost of special socks and boots. The defendant, indeed, agreed the amount on both those heads, assuming, as is no longer disputed, that the defendant was liable at all. Yet these amounts both represent payments made by the father or mother, or both, out of their own pockets, for the benefit of the infant, rendered necessary by the defendant's fault. In what relevant respect do these items of special damage differ, so far as concerns the right of the plaintiff to recover them in this action in which he alone is the plaintiff, from the item of money lost by the mother in order to give nursing attention to her infant son necessitated by the defendant's wrong-doing? .The mother's loss of wages can properly be treated, for the purpose of the principle now in issue, as though it were of an identical nature with the payments covered by the other two items. .: "loss of wages incurred by the plaintiff's mother while caring for the plaintiff"? . The loss is the plaintiff's loss. The question from what source the plaintiff's needs have been met, the question who has paid the money or given the services, the question whether or not the plaintiff is or is not under a legal or moral liability to repay, are, so far as the defendant and his liability are concerned, all irrelevant. The plaintiff's loss, to take this present case, is not the expenditure of money to buy the special boots or to pay for the nursing attention. His loss is the existence of the need for those special boots or for those nursing services, the value of which for purposes of damages - for the purpose of the ascertainment of the amount of his loss - is the proper and reasonable cost of supplying those needs. That, in our judgment, is the key to the problem. So f

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.