← Κύπρος

ΒΑΡΙΒΑΛΔΙΝΟΥ ν. ΑΓΓΕΛΗ, Αρ. Γεν. Αιτ. 43/2020, 21/12/2020

ΒΑΡΙΒΑΛΔΙΝΟΥ ν. ΑΓΓΕΛΗ, Αρ. Γεν. Αιτ. 43/2020, 21/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:A31 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αρ. Γεν. Αιτ. 43/2020 Μεταξύ: XXXXX ΒΑΡΙΒΑΛΔΙΝΟΥ Αιτητής και XXXXX ΑΓΓΕΛΗ Καθ΄ ου η Αίτηση Ημερομηνία: 21 Δεκεμβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κα. Ι. Λεωνίδου Για Εναγόμενη: κα. Μάρκου για Γ. Πιττάτζης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Έναυσμα για έκδοση της παρούσας απόφασης αποτέλεσε η καταχώρηση γενικής αίτησης την 9.10.20 με την οποία το Δικαστήριο καλείται όπως εκδώσει Διάταγμα παράτασης του χρόνου παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του αιτητή σε σχέση με οδικό ατύχημα που επεσυνέβη μεταξύ των διαδίκων για περίοδο 14 ημερών από την σύνταξη του Διατάγματος ή για οποιοδήποτε άλλο χρόνο ήθελε κρίνει δίκαιο το Δικαστήριο. Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικovoμίας Δ.48. Θ.1-5, 8 και 9, στο άρθρο 30

(3)του Συντάγματος, στο άρθρο 22 του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012, Ν.66(I)/2012, στις Αρχές του Κοινοδικαίου και της Επιείκειας, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καθώς και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Στην πολυσέλιδη ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, η κα. Λεωνίδου, ομνύουσα, αναφέρει ότι την 2.10.2017 και περί την 23:10 μ.μ, ο Αιτητής οδηγούσε το όχημα του στην οδό Οδυσσέως στο Παραλίμνι. Εισερχόμενος στην αριστερή λωρίδα της Λεωφόρου Πρωταρά-Κάβο Γκρέκο, και αφού πρώτα ευθυγράμμισε το όχημα του εντός της λωρίδας που καθόριζε την πορεία του, η μοτοσυκλέτα με αρ. εγγραφής XXXXX91 που οδηγούσε ο Καθ' ου η Αίτηση συγκρούστηκε με το πίσω μέρος του οχήματος του αιτητή, προκαλώντας σε αυτό ζημιές. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 την προτιθέμενη προς καταχώρηση αγωγή, ενώ ως Τεκμήρια 2 και 3 επισυνάπτονται αντίγραφα της καταχωρηθείσας ποινικής υπόθεσης με αριθμό 514/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου και του αποτελέσματος αυτής. Η ίδια διατείνεται, ως η δικηγόρος που χειρίστηκε την πιο πάνω ποινική υπόθεση, ότι ο Αιτητής έχει καλή βάση αγωγής εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση, ενώ δεν τίθεται ζήτημα αλλοίωσης ή διάβρωσης της μαρτυρίας, ενόψει του ότι αυτή έχει ήδη παρουσιαστεί στην ποινική διαδικασία. Η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής οφείλεται, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι ο Καθ' ου η Αίτηση οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα με αριθμούς εγγραφής ΗΥΖ 691 χωρίς πινακίδες εγγραφής, χωρίς άδεια οδηγού, χωρίς ασφαλιστική κάλυψη, με την μοτοσυκλέτα να είναι διαγραμμένη από το 2009 (βλ. σελ. 2, 8η παράγραφος της Αστυνομικής Έκθεσης - Τεκμήριο 2). Ενόψει αυτού, ο αιτητής όφειλε όπως απευθυνθεί πρώτα στο Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκίνητων Οχημάτων, (εφεξής το «Ταμείο») γνωστοποιώντας την απαίτηση του και συμπληρώνοντας ειδικό έντυπο. Προς τούτο, ο αιτητής είχε αναθέσει σε δικηγόρο τον χειρισμό της υποβολής της απαίτησης του. Ένεκα της μη, κατά τον αιτητή, ικανοποιητικής πορείας της υπόθεσης του, λόγω της μη παρουσίασης οποιονδήποτε απτών από τον δικηγόρο του αποτελεσμάτων, ο αιτητής αποφάσισε όπως ο ίδιος επικοινωνήσει περί τα μέσα Ιουνίου 2020 με το Ταμείο, όπου και ενημερώθηκε ότι η υπόθεση του ήταν στάσιμη, αφού ο προηγούμενος δικηγόρος του δεν προέβηκε σε κανένα διάβημα. Ένεκα τούτου, ο αιτητής αποφάσισε όπως αναθέσει την υπόθεση του προσωπικά στην κα. Λεωνίδου η οποία ήταν γνώστης της υπόθεσης λόγω του χειρισμού της ποινικής διαδικασίας. Τονίζεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ότι ο αιτητής κανένα ποσό δεν κλήθηκε να καταβάλει στον προηγούμενο του δικηγόρο κατά το στάδιο παραλαβής του φακέλου του, με τον τελευταίο να παραδέχεται ουσιαστικά ότι καμία εργασία δεν διενήργησε επί της υπόθεσης του. Εκτενή αναφορά κάνει η ομνύουσα στις δικές της προσπάθειες επικοινωνίας με το Ταμείο, επισυνάπτοντας ως Τεκμήρια 5 και 7 αντίστοιχα όλη την ανταλλαγείσα ηλεκτρονική προς τούτο αλληλογραφία, οι οποίες εκτείνονται τόσο πριν την ημερομηνία εκπνοής του αγώγιμου δικαιώματος αλλά και αμέσως μετά. Κατά τους θερινούς μήνες του 2020 η ίδια αντιμετώπισε ένα πρόβλημα υγείας το οποίο οδήγησε σε χειρουργική επέμβαση στις 14.09.2020, με αποτέλεσμα να απουσιάσει από την εργασία της με άδεια ασθενείας μέχρι και την 27.09.2020. Επισυνάπτει δε αντίγραφο της σχετικής άδειας ως Τεκμήριο 6. Κατά την επιστροφή της στην εργασία της υπέπεσε σε ανθρώπινο λάθος αντιλαμβανόμενη μόλις την 5.10.20 ότι η περίοδος παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του αιτητή είχε παρέλθει κατά την 2.10.20. Ακολούθησε δε επτά
(7)ημέρες μετά η καταχώρηση της παρούσας αίτησης. H αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Καθ' ού η οποία καταχωρήθηκε την 25.11.20. Σε αυτήν αναφέρεται ότι η αίτηση είναι δέον όπως απορριφθεί αφού είναι αόριστη και παράτυπη, ενώ δεν γίνεται ορθή επίκληση των σχετικών άρθρων και κανονισμών. Περαιτέρω, η παρατηρηθείσα καθυστέρηση δεν έχει δικαιολογηθεί επαρκώς, ενώ το αγώγιμο δικαίωμα του αιτητή δεν έχει παραγραφεί. Υπάρχει περαιτέρω εισήγηση ότι η καταχώρηση της αίτησης συνιστά κατάχρηση των Δικαστικών διαδικασιών. Αυτό γιατί και ο Καθ' ού η αίτηση καταχώρησε την 9.10.20 αγωγή εναντίον του νυν αιτητή (Αγωγή με αριθμό 439/2020 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου) αναφορικά με το ίδιο ατύχημα. Σε εκείνην, το δικηγορικό γραφείο των κ.κ. Χάρη Κυριακίδη Δ.Ε.Π.Ε., στο οποίο εργάζεται η κα. Λεωνίδου καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης. Λανθασμένα συνεπώς ο αιτητής προωθεί την παρούσα αίτηση, αφού θα μπορούσε όπως καταχωρήσει ανταπαίτηση στα πλαίσια της ήδη καταχωρηθείσας αγωγής (Αγ. 439/20), δημιουργώντας με αυτόν τον τρόπο περιττά έξοδα. Επιπλέον, έγκρισης της αίτησης θα σημαίνει την προώθηση δύο αγωγών με το ίδιο αντικείμενο και βάση αγωγής. Η ακρόαση έλαβε χώρα με την παρουσίαση γραπτών αγορεύσεων εκ μέρους του αιτητή και υιοθέτηση των θέσεων του ως καταγράφονται επί της ενστάσεως του, εκ μέρους του Καθ' ού η αίτηση. Το περιεχόμενο της ένστασης αλλά και της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει αυτήν, καθώς των αγορεύσεων εκ μέρους του αιτητή έχει μελετηθεί δεόντως και έχει ληφθεί υπόψη κατά την έκδοση της παρούσας απόφασης. Αναφορά δε θα γίνει στο περιεχόμενο αυτών κατωτέρω, όπου κριθεί αναγκαίο και απαραίτητο. Αφετηρία προς εξέταση του βάσιμου του αιτήματος αποτελούν οι πρόνοιες του Άρθρου 22 του Νόμου 66(Ι)/12, το οποίο προβλέπει: «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου άρθρου του παρόντος Νόμου το Δικαστήριο δύναται να επεκτείνει τον προβλεπόμενο σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου χρόνο παραγραφής για περίοδο μέχρι δύο έτη εφόσον κρίνει αυτό δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις. Η αίτηση υποβάλλεται με εναρκτήρια κλήση πριν από την έγερση της αγωγής, ή με παρεμπίπτουσα αίτηση μετά την δικογράφηση παραγραφής ως άρθρο 21». Μία ανάγνωση του πιο πάνω άρθρου και των προνοιών αυτού προσφέρει την απάντηση στην εισήγηση του Καθ΄ού η αίτηση ότι η αίτηση βασίζεται επί λανθασμένων τύπων και κανονισμών. Προσεκτική ανάλυση του ζητήματος δεικνύει τα ακόλουθα. Η αίτηση σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο υποβάλλεται μέσω «εναρκτήριας κλήσης». Με τις λέξεις αυτές ο Νομοθέτης ήθελε να υποδείξει τον τρόπο εκείνο με τον οποίο αρχίζει διαδικασία για την οποία δεν εκκρεμεί άλλο θέμα, ως προβλέπεται από τη Δ.2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Πρόκειται για μια διαδικασία που σαφώς δεν παραπέμπει, ούτε και αναφέρεται στη Δ.55 ή τους Τύπους 50 και 51, η οποία περιγραφόμενη ως «Originating Summons», προνοεί για εξειδικευμένα ζητήματα και διαδικασίες που σχετίζονται με διαδικασίες και πρόσωπα που εισηγούνται ότι είναι ενδιαφερόμενα μέρη αναφορικά με διαθήκες, ερμηνεία σχετικών εγγράφων κτλ. Τέτοια ζητήματα δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με μια διαδικασία που στόχος της είναι η παροχή άδειας για επέκταση του χρόνου καταχώρησης αγωγής υπό το φως προηγούμενης παραγραφής. Συνάγεται ότι ο Νομοθέτης ήθελε να δώσει το στίγμα για έναρξη αυτής της διαδικασίας με μια πρωτογενούς τύπου αίτηση την οποία χαρακτήρισε «εναρκτήρια». Ο αιτητής λοιπόν έστω και αν λανθασμένα περιέγραψε την αίτηση του ως «Γενική», εισήγαγε στην ουσία αίτηση στη βάση του άρθρου 22 και ως εκ τούτου αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί θνησιγενής. Η ίδια η φύση και το περιεχόμενο της αποκαλύπτουν του λόγου το αληθές. Έχοντας δε υπόψη και την σχετική επί του ζητήματος νομολογία (βλ. Petrova v Γέρου Αρ. Γενικής Αιτ. 88/19 ημερομηνίας 19.10.19 και Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν Dynacon Limited
(1998)1 AAΔ 1978) με την οποία παρέχεται η δυνατότητα προσαρμογής μιας ενδιάμεσης αίτησης σε εναρκτήρια αίτηση θεωρώ ότι η υποβληθείσα αίτηση είναι ορθή ως προς τον τύπο και την μορφή που παρουσιάζει και συνεπώς οι σχετικοί λόγοι ένστασης επί του προκειμένου δεν ευσταθούν και απορρίπτονται. Τούτων λεχθέντων, στρέφομαι τώρα να εξετάσω κατά πόσον συντρέχουν λόγοι που να δικαιολογούν την εφαρμογή του άρθρου 22 του Νόμου. Ο χρόνος παραγραφής που ενδιαφέρει στην παρούσα περίπτωση εντοπίζεται στο 'Αρθρο 6 του Νόμου το οποίο διαβάζει ως ακολούθως: «6
(2)Αν η αξίωση στην αγωγή αφορά αποζημιώσεις για αμέλεια, οχληρία ή παράβαση θέσμιου καθήκοντος, καμία αγωγή δεν εγείρεται μετά την πάροδο τριών ετών από την ημέρα κατά την οποία συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής εκτός αν το πρόσωπο που υπέστη την σωματική βλάβη έλαβε γνώση της βλάβης μεταγενέστερα οπότε ο χρόνος παραγραφής αρχίζει από την ημέρα που έλαβε γνώση» Ανάγνωση της προτιθέμενης αγωγής που επιθυμεί ο αιτητής να καταχωρήσει φανερώνει ότι η βάση αγωγής εδράζεται στην κατ΄ισχυρισμό αμέλεια του Καθ' ού η αίτηση η οποία προέκυψε από το τροχαίο ατύχημα, συνεπώς στην παρούσα περίπτωση η βάση αγωγής συμπληρώθηκε και/ή ολοκληρώθηκε κατά την ημερομηνία του δυστυχήματος, ήτοι τις 2.10.17. Διαφαίνεται από το ίδιο το λεκτικό του άρθρου του Νόμου ότι το Δικαστήριο διατηρεί ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς την εξέταση τέτοιου αιτήματος εφόσον, δύναται να επεκτείνει τον χρόνο παραγραφής μέχρι και 2 έτη αν αυτό κρίνει δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις. Το άρθρο όμως δεν προχωρεί στην παράθεση λόγων ή κριτηρίων που ένα Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Καθοδήγηση επί του ζητήματος μπορεί να αντληθεί από τις αντίστοιχες διατάξεις του Limitation Act 1980 της Αγγλίας, αλλά και την πλούσια επί του θέματος Αγγλικής Νομολογίας στην οποία εύστοχα παρέπεμψε το Δικαστήριο η συνήγορος του αιτητή. Το Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας οφείλει να λάβει υπόψη του όλες τις σχετικές συνθήκες, γεγονότα και παραμέτρους της υπόθεσης που έχει ενώπιον του, κρίνοντας την επί των δικών της ιδιαίτερων, εάν υπάρχουν, περιστατικών, ενώ παράλληλα οφείλει όπως εξετάσει τους λόγους που προβάλλονται αναφορικά με την επιδειχθείσα καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής, το χρόνο λήψης διορθωτικών προς τούτο διαβημάτων, την τυχόν ζημιά που θα προκληθεί στον προτιθέμενο ενάγοντα από τυχόν απόρριψη του αιτήματος του σε αντιπαραβολή με την ζημιά που θα προκληθεί στον εναγόμενο από την τυχόν έγκριση της αιτήσεως, καθώς και κατά πόσο η εν λόγω καθυστέρηση θα οδηγήσει σε αδυναμία του εναγόμενου να προβάλλει την υπεράσπιση του. Στην υπόθεση Hartley v Birmingham City District Council [1992] ALL ER 213 o Λόρδος Parker ανέφερε στην απόφαση του ότι δεν μπορεί να δοθεί εξαντλητική καθοδήγηση στην καταγραφή των κριτηρίων που το Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει, καθότι κάθε υπόθεση οφείλει να κρίνεται δυνάμει των δικών της ιδιαίτερων περιστατικών. Συγκεκριμένα αναφέρθηκε: «The task of the judge is to consider whether in all the circumstances it is equitable or fair or just, that the action should be allowed to succeed..». Στην παρούσα περίπτωση, έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων, κρίνω ότι τα διορθωτικά μέτρα που λήφθηκαν επτά
(7)μόλις μέρες μετά την λήξη της περιόδου των τριών χρόνων, με την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, είναι ένας εύλογος χρόνος εντός του οποίου ο αιτητής κινήθηκε δικονομικά. Οι δε λόγοι για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής του εντός της περιόδου παραγραφής επεξηγούνται και εξαντλούνται στις παραγράφους 11-27 της Ένορκης Δήλωσης της κας. Λεωνίδου. Από το περιεχόμενο αυτών φαίνεται ξεκάθαρα η επιθυμία του ενάγοντα όπως προωθήσει και καταχωρήσει την παρούσα αγωγή, προβαίνοντας σε διάφορα διαβήματα με το Ταμείο, αναζητώντας απαντήσεις ως προς την πορεία της υπόθεσης του, ενώ μόλις συνειδητοποίησε, έστω και με καθυστέρηση ότι η υπόθεση του ήταν στάσιμη, δεν εγκατέλειψε την προώθηση αυτής, παρά την πάροδο του χρόνου, αλλά αντίθετα, επέλεξε να αλλάξει δικηγόρο και να εμμείνει στην καταχώρηση απαίτησης τόσο προς το Ταμείο αλλά και εναντίον του Καθ' ού η αίτηση. Δεν μπορεί επίσης να περάσει απαρατήρητη η απραξία του προηγούμενου δικηγόρου του αιτητή, στον λόγο του οποίου ο αιτητής βασίστηκε για την προώθηση της υπόθεσης του, ως κάθε πολίτης που επιστρατεύει τις υπηρεσίες δικηγόρου θα έπραττε. Η όλη δε προσπάθεια τόσο του ενάγοντα αλλά και της μετέπειτα δικηγόρου του για λήψη καθοδήγησης και/ή απάντησης από το Ταμείο καταφαίνεται από τα επισυναπτόμενα στην αίτηση Τεκμήρια 5 και 7. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι ο Νομοθέτης για τέτοιου είδους υποθέσεις καθόρισε τον χρόνο παραγραφής μετά την πάροδο και/ή την συμπλήρωση τριών
(3)ετών από το συμβάν και/ή από την ολοκλήρωση της βάσης της αγωγής. Συνεπώς, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι κάθε προτιθέμενος ενάγοντας πρέπει να περιμένει μέχρι την υστάτη για καταχώρηση της αγωγής του, το δικαίωμα του για καταχώρηση ακόμη και την τελευταία μέρα της χρονικής περιόδου που του παρέχεται μέσω Νομοθετήματος, παραμένει αναφαίρετο. Η τυχόν δε επιλογή του για καταχώρηση επί της λήξης της χρονικής περιόδου δεν πρέπει να επενεργεί αρνητικά εις βάρος του. Αντίστοιχα, το Δικαστήριο πρέπει να εξισορροπήσει ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος δεν θα επιφέρει δυσμενή επηρεασμό επί των δικαιωμάτων του εναγόμενου στην προώθηση της υπεράσπισης του. Έγκριση του αιτήματος δια παράταση της προθεσμίας καταχώρησης της αγωγής θα έχει ως αποτέλεσμα την αφαίρεση από το οπλοστάσιο των επιχειρημάτων του εναγόμενου την προβολή της νομικής υπεράσπισης της παραγραφής. Αυτό όμως δυνάμει της νομολογίας δεν μπορεί να αποτελέσει σχετικό κριτήριο για την έγκριση ή όχι του αιτήματος, εκτός αν ο χρόνος που διέρρευσε έχει ως αποτέλεσμα να μειωθεί σημαντικά η ικανότητα του εναγόμενου να υπερασπιστεί με αποτελεσματικό τρόπο την αγωγή εναντίον του. Στην Hartley (supra) λέχθηκε επίσης ότι : «In my view, however, as the prejudice resulting from the loss of the limitation defence will always or almost always be balanced by the prejudiced to the plaintiff from the operation of the limitation provision the loss of the defence as such will be of little importance. What is of paramount importance is the effect of the delay on the defendants' ability to defend». Στην Cain v Francis and Mckay v Hmalani and another [2008] EWCA Civ 1451 λέχθηκε ότι : «Ιn considering whether it is fair and just in all the circumstances to expect the defendant to meet the claim on the merits, notwithstanding the delay in commencing proceedings, the length of the delay will be important, not so much for itself, as for the effect it has had. It will also be important to consider the reasons for the delay. There may be some unfairness to the defendant due to the delay but nevertheless that delay may have arisen for so excusable reason that, considering the mater as a whole, on balance, it is far ad just that the action should proceed». Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές επί των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης παρατηρώ ότι αποκτά ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι και ο εναγόμενος επέλεξε όπως κινηθεί δικαστικά εναντίον του αιτητή την 9.10.20 με την καταχώρηση αντίστοιχης αγωγής. Παρά την πάροδο τριών χρόνων από το οδικό ατύχημα που επεσυνέβη το 2017, ο εναγόμενος αποφάσισε, προ 2 μηνών όπως προωθήσει σχετική απαίτηση εναντίον του αιτητή, καταδεικνύοντας με αυτήν του την απόφαση ότι διατηρεί και κατέχει όλα τα απαραίτητα εχέγγυα προς προβολή αντιστοίχως της υπερασπιστικής του γραμμής. Περαιτέρω, την δική του βαρύτητα φέρει το γεγονός ότι η ουσία της υπόθεσης του εναγόμενου δεν θα επηρεαστεί δυσμενώς, αφού η σχετική έγγραφη μαρτυρία έχει ήδη αποτυπωθεί στα πλαίσια εκδίκασης της προαναφερθείσας ποινικής υπόθεσης και μπορεί ευκόλως, μέσω των κατάλληλων διαβημάτων, να εντοπιστεί. Εξίσου σημαντικό είναι το γεγονός ότι το Ταμείο, ως το πρόσωπο το οποίο ενδεχομένως να έχει την υποχρέωση να καλύψει την απαίτηση του ενάγοντα σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής του, είχε την δυνατότητα να επιθεωρήσει το όχημα αυτού κατά την 27.10.17 (βλ. Τεκμήριο 1). Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι ο χρόνος των επτά ημερών στην υποβολή του παρόντος αιτήματος δεν αποτελεί χρόνο εντός του οποίου ο εναγόμενος και η υπεράσπιση του έχουν επηρεαστεί δυσμενώς και/ή σε τέτοιο βαθμό που να μην δικαιολογούν έγκριση της αίτησης. Εν κατακλείδι, θεωρώ ότι οφείλεται αναφορά σε δύο επιμέρους σημεία, για σκοπούς πληρότητας της παρούσας απόφασης. Το επιχείρημα του Καθ' ου ότι το αγώγιμο δικαίωμα του αιτητή δεν έχει παραγραφεί διότι ο χρόνος αναστέλλεται για το διάστημα εκείνο που εμποδίστηκε από δικαιοστάσιο ή λόγω ανωτέρας βίας από του να εγείρει αγωγή κατά το τελευταίο εξάμηνο του χρόνου παραγραφής, με προς τούτο αναφορά στην πανδημία και το ιδιότυπο του τρόπου λειτουργίας των Πρωτοκολλητείων και εν γένει των Δικαστηρίων, (με επίκληση των σχετικών Ανακοινώσεων και Εγκυκλίων του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 16.32020 και 30.4.2020 και με σχετική παραπομπή στο Άρθρο 13(α) του Ν. 66(Ι)/12), θα ήταν ενδεχομένως καταλυτικό προς όφελος του αιτητή, και θα εξουδετέρωνε και την ίδια την ένσταση, πλην όμως τέτοιο λόγο ουδόλως επικαλείται ο ίδιος ο αιτητής. Με δεδομένο λοιπόν ότι η ίδια η αίτηση δεν βασίζεται επί του εν λόγω επιχειρήματος, η οποιαδήποτε περαιτέρω ενασχόληση του Δικαστηρίου με το θέμα θα καθίστατο άνευ αντικειμένου, αφού το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να το εξετάσει. Συνδεδεμένο με αυτό, είναι και το επιχείρημα περί των «άνευ βλάβης» συζητήσεων μεταξύ των δικηγόρων ως προς το χειρισμό της παρούσας αίτησης συνδυαστικά με την ουσία της αγωγής υπ΄αριθμό 439/20, που ο Καθ΄ου ήγειρε εναντίον του αιτητή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου, και οι οποίες βεβαίως δεν θα ήταν δυνατό, κατά πάγια αρχή του δικαίου της απόδειξης, να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Το ζήτημα λοιπόν παραμένει απλό. Ο αιτητής επικαλέστηκε εκείνους τους λόγους που κατέγραψε στην αίτηση του και που μνημονεύθηκαν προηγουμένως. Οι λόγοι αυτοί έχουν ως ανωτέρω ήδη κριθεί βάσιμοι από το Δικαστήριο και αυτό είναι αρκετό για την επιτυχία της αίτησης. Ενόψει όλων των ανωτέρω, η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται Διάταγμα παράτασης του χρόνου παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του αιτητή για περίοδο 15 ημερών από σήμερα. Εντός της περιόδου αυτής να καταχωρηθεί το Κλητήριο Ένταλμα. Δεδομένης της ιδιαίτερης φύσης της αίτησης και της επίκλησης μεταξύ άλλων και του δικαίου της επιείκειας δια την ενάσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης του αιτήματος, αλλά και των ιδιαίτερων λόγων ένστασης που προβλήθηκαν, οι οποίοι στην ουσία τους αποτελούσαν συναίνεση στο αίτημα, κρίνω ορθό όπως κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της. (Υπ.)..................................... Μ.Ναθαναήλ, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.