← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΚΩΣΤΑΚΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 225 / 2020, 29/10/2020

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΚΩΣΤΑΚΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 225 / 2020, 29/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:A28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 225 / 2020 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόντων - και -

  1. XXXXX ΚΩΣΤΑΚΗ
  2. XXXXX ΙΒΑΝΟΒΑ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 3.6.2020 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος. Ημερομηνία: 29 Οκτωβρίου,
  3. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: Η κα Χαρίκλεια Θεοδούλου για ΧΑΡΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους-Καθ'ων η Αίτηση: Ο κ. Πέτρος Χατζηπέτρος για ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ & ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο (καταχωρήθηκε με Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα), οι ενάγοντες αξιούν την έκδοση αναγνωριστικής απόφασης με την οποία να αναγνωρίζεται πως οι εναγόμενοι δεν έχουν δικαίωμα να επεμβαίνουν και/ή να χρησιμοποιούν και/ή να κατέχουν με οποιοδήποτε τρόπο, την κατοικία που βρίσκεται στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ. 0/2-283-379, τεμάχιο XXXXX, τμήμα 13, στο χωριό Φρέναρος της επαρχίας Αμμοχώστου. Αξιούν επίσης την έκδοση διατάγματος, το οποίο (α) να διατάσσει τους εναγομένους όπως εκκενώσουν και παραδώσουν κενή και ελεύθερη την κατοχή της κατοικίας και (β) όπως παύσουν κάθε επέμβαση στην συγκεκριμένη κατοικία. Τέλος αξιούν την απόδοση αποζημιώσεων. Με την υπό κρίση Αίτηση (καταχωρήθηκε εξ' αρχής διά κλήσεως) οι ενάγοντες επιζητούν: «Α. Ενδιάμεσο ή/και προσωρινό διάταγμα απαγορεύον στους Καθ'ων η Αίτηση ή/και τους αξιωματούχους, υπαλλήλους, εντολείς, αντιπροσώπους ή/και υπηρέτες αυτών ή/και οποιονδήποτε προσώπων ενεργούντων κατόπιν εντολών τους, να επεμβαίνουν ή/και να παρεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο ή/και να χρησιμοποιούν ή/και κατέχουν με οποιοδήποτε τρόπο ή/και να εισέρχονται ή/και να εκμεταλλεύονται ή/και να καρπούνται με οποιοδήποτε τρόπο την Κατοικία που βρίσκεται ή/και έχει ανεγερθεί στο ακίνητο με αριθμούς εγγραφής 0/XXXXX, Φ./Σχ. 0/2-283-379, Τεμάχιο XXXXX, τμήμα 13 στο χωριό Φρέναρος εντός της επαρχίας Αμμόχωστου («το Ακίνητο») μέχρι την αποπεράτωση της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Ενδιάμεσο ή/και προσωρινό διάταγμα διατάττον τους Καθ'ων η Αίτηση ή/και τους αξιωματούχους, υπαλλήλους, εντολείς, αντιπροσώπους ή/και υπηρέτες αυτών ή/και οποιονδήποτε προσώπων ενεργούντων κατόπιν εντολών τους, να απομακρύνουν όλα τα κινητά περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται εντός της Κατοικίας που βρίσκεται ή/και έχει ανεγερθεί στο ακίνητο με αριθμούς εγγραφής 0/XXXXX, Φ./Σχ. 0/2-283-379, Τεμάχιο XXXXX, τμήμα 13 στο χωριό Φρέναρος εντός της επαρχίας Αμμοχώστου («το Ακίνητο»), Γ. Ενδιάμεσο ή/και προσωρινό διάταγμα απαγορεύον στους Καθ' ων η Αίτηση ή/και τους αξιωματούχους, υπαλλήλους, εντολείς, αντιπροσώπους ή/και υπηρέτες αυτών ή/και οποιονδήποτε προσώπων ενεργούντων κατόπιν εντολών τους από του να τοποθετούν εντός της Κατοικίας που βρίσκεται ή/και έχει ανεγερθεί στο ακίνητο με αριθμούς εγγραφής 0/XXXXX, Φ./Σχ. 0/2-283-379, Τεμάχιο XXXXX, τμήμα 13 στο χωριό Φρέναρος εντός της επαρχίας Αμμοχώστου («το Ακίνητο»), οποιοδήποτε αντικείμενο ή/και κατασκευή μέχρι την αποπεράτωση της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ή/και μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Δ. Ενδιάμεσο ή/και προσωρινό διάταγμα διατάττον τους Καθ'ων η Αίτηση ή/και τους αξιωματούχους, υπαλλήλους, εντολείς, αντιπροσώπους ή/και υπηρέτες αυτών ή/και οποιονδήποτε προσώπων ενεργούντων κατόπιν εντολών τους, να παραδώσουν ελεύθερη και κενή κατοχή της Κατοικίας που βρίσκεται ή/και έχει ανεγερθεί εντός του ακινήτου με αριθμούς εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ. 0/2-283-379, Τεμάχιο XXXXX, τμήμα 13 στο χωριό Φρέναρος εντός της επαρχίας Αμμοχώστου («το Ακίνητο»), εντός επτά

(7)ημερών από την επίδοση του αιτούμενου διατάγματος Ε. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ή/και διάταγμα ήθελε κρίνει δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο. ΣΤ. Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης πλέον Φ.Π.Α.» Η Αίτηση στηρίζεται στον Περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/60), άρθρα 21, 29-32 και 47, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, άρθρα 3-9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.Θ. 1-4, στην νομολογία του κοινοδικαίου και του Ανώτατου Δικαστηρίου, στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο (Κεφ.148) άρθρο 43, στις αρχές του κοινοδικαίου (common law) και της επιείκειας (equity), στα άρθρα 23, 25, 26, 30 και 35 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Ελευθεριών και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του XXXXX Βασιλείου, υπαλλήλου των εναγόντων (εργάζεται στο τμήμα «REMU», το οποίο είναι αρμόδιο για την διαχείριση των ακινήτων, ιδιοκτησίας των εναγόντων), δεόντως εξουσιοδοτημένου, ο οποίος αναφέρει τα εξής: Οι ενάγοντες έγιναν οι «απόλυτοι» ιδιοκτήτες της κατοικίας στις 11.10.2019, αφού το τεμάχιο γης στο οποίο έχει ανεγερθεί, ενεγράφη επ' ονόματι τους. Στις 22.10.2019 ο ίδιος επισκέφθηκε την περιοχή και διαπίστωσε ότι η κατοικία κατέχεται και χρησιμοποιείται από τους εναγόμενους. Στις 13.11.2019, οι ενάγοντες, μέσω των δικηγόρων τους, απέστειλαν επιστολή στους εναγόμενους (επεδόθη στην εναγόμενη 2, η οποία είναι σύζυγος του εναγομένου 1), με την οποία, αφενός μεν τούς πληροφορούσαν ότι είχαν καταστεί ιδιοκτήτες του τεμαχίου γης και της κατοικίας συνακόλουθα και αφετέρου τούς καλούσαν όπως εντός 30 ημερών από την λήψη της επιστολής, απομακρύνουν από την κατοικία τα προσωπικά τους αντικείμενα και όπως παραδώσουν σ' αυτούς την κατοχή της. Οι εναγόμενοι ούτε απάντησαν στην επιστολή, ούτε και ανταποκρίθηκαν στο αίτημα των εναγόντων. Περί τα τέλη Νοεμβρίου 2019, ο εναγόμενος 1 επικοινώνησε τηλεφωνικά με τους δικηγόρους των εναγόντων και ανέφερε πως ο ίδιος και η σύζυγος του διέμεναν στην κατοικία για αρκετά χρόνια, πως δεν κατέβαλλαν οποιοδήποτε ποσό ή αντάλλαγμα για την κατοχή και την χρήση της και πως ενδιαφέροντο για την αγορά της. Ανέφεραν επίσης πως γνώριζαν ότι οι ενάγοντες ήσαν οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του τεμαχίου γης και της κατοικίας συνακόλουθα. Παρά τα όσα ανέφεραν οι εναγόμενοι, μέχρι και σήμερα δεν προέβησαν σε καμιά ενέργεια για την αγορά της κατοικίας, ούτε και υπέβαλαν οποιαδήποτε σχετική πρόταση. Κατά τον ομνύοντα είναι αναγκαίο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, καθότι οι εναγόμενοι εξακολουθούν να επεμβαίνουν και να εκμεταλλεύονται την κατοικία (χωρίς να καταβάλλουν κανένα αντάλλαγμα), η νομή και η χρήση της οποίας ανήκει αποκλειστικά στους ενάγοντες. Πέραν τούτου, οι εναγόμενοι, οι οποίοι δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να καταβάλουν οποιοδήποτε χρηματικό ποσό ως αποζημίωση για την παράνομη επέμβαση τους στην κατοικία, στερούν με τις ενέργειες τους από τους ενάγοντες την δυνατότητα να προχωρήσουν σε πώληση της κατοικίας, σκοπός για τον οποίο την απέκτησαν. Οι εναγόμενοι ενίστανται στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Προβάλλουν πως η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, πως τα διατάγματα που ζητούνται, είναι ταυτόσημα με τα αξιούμενα με την Έκθεση Απαίτησης διατάγματα και πως η τυχόν έκδοση τους θα επιφέρει την τελεσιδικία της αγωγής και/ή την διαφοροποίηση της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων. Πως οι ενάγοντες έχουν καταστεί «εξ' υπαγωγής εμπιστευματοδόχοι» των δικαιωμάτων των εναγομένων και/ή πως δεσμεύονται να τηρήσουν τις υποχρεώσεις των προηγούμενων ιδιοκτητών της κατοικίας. Πως οι ενάγοντες δεν έχουν προβεί σε «πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη» όλων των γεγονότων της υπόθεσης. Τέλος, πως δεν συντρέχουν και/ή δεν πληρούνται σωρευτικώς οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Αρ. 14/
  1. Η Ένσταση η οποία στηρίζεται στην ίδια με την Αίτηση νομική βάση, υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του εναγομένου
  2. Ο τελευταίος, σύζυγος της εναγόμενης 2 και εξουσιοδοτημένος από αυτήν να προβεί στην Ένορκη Δήλωση, απορρίπτει τους ισχυρισμούς των εναγόντων, προβάλλοντας μια διαφορετική εκδοχή ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Ισχυρίζεται τα εξής: Η επίδικη κατοικία αποτελεί την «πρώτη κατοικία και στέγη» της τριμελούς οικογένειας του. Κατοικούν σ' αυτήν, ο ίδιος, η σύζυγος του και το ανήλικο παιδί τους από δεκαετίας (από το 2011 περίπου). Την κατοικία την αγόρασαν το 2010 από την XXXXX Κωνσταντίνου και τον XXXXX Πανέρκα έναντι του ποσού των €140.000=. Ουσιαστικά είχαν προβεί στην ενοικιαγορά της. Με την εξόφληση του συμφωνηθέντος ποσού (θα προέβαιναν σε περιοδικές πληρωμές) θα μεταβιβαζόταν ο τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου, επ' ονόματι του ιδίου και της συζύγου του κατά ½ μερίδιο. Ως προκαταβολή κατέβαλαν στους ιδιοκτήτες στις 9.1.2011, το ποσό των €15.000=. Μέχρι σήμερα κατέβαλαν σεβαστά χρηματικά ποσά (ανέρχονται στις €28.000). Οι πληρωμές γίνονταν είτε με έμβασμα στον τραπεζικό τους λογαριασμό, είτε με καταβολή του ποσού στους ιδίους. Προτού συμφωνήσουν, η Κωνσταντίνου και ο Πανέρκας τους παρουσίασαν «σχετικά έγγραφα» τα οποία επιβεβαίωναν ότι ήσαν ιδιοκτήτες της κατοικίας. Στα μέσα Νοεμβρίου του 2019, έλαβαν την επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων, χωρίς όμως οποιοδήποτε έγγραφο που να υποστηρίζει το γεγονός πως οι ενάγοντες ήσαν οι ιδιοκτήτες του ακινήτου. Μέχρι τότε δεν είχε αμφισβητηθεί πως κατείχαν την κατοικία νόμιμα, βάσει της συμφωνίας τους με τους ιδιοκτήτες της, Κωνσταντίνου και Πανέρκα. Περί τα τέλη του 2018, ενημερώθηκαν για την ύπαρξη των εναγόντων ως ενυπόθηκων δανειστών της Κωνσταντίνου και του Πανέρκα, όταν τρίτα πρόσωπα ήρθαν στην κατοικία τους και τους ανέφεραν πως ενδιαφέρονταν να αγοράσουν το σπίτι από την τράπεζα. Οι ίδιοι, έκπληκτοι, τους ανέφεραν πως το σπίτι ήταν δικό τους και πως δεν σκόπευαν να το παραχωρήσουν. Εξουσιοδότησαν τότε τους οικονομικούς τους συμβούλους να συλλέξουν πληροφορίες για το ζήτημα. Οι τελευταίοι πληροφορήθηκαν πως οι προηγούμενοι ιδιοκτήτες (Κωνσταντίνου και Πανέρκας) ενέγραψαν υποθήκη επί του ακινήτου, προς όφελος της τράπεζας και πως η τελευταία θα προέβαινε στον πλειστηριασμό του στα τέλη του
  3. Ως ένδειξη καλής θέλησης και με σκοπό την αναστολή του πλειστηριασμού που είχε οριστεί για τις 17.12.2018, κατέβαλαν το ποσό των €5.000= έναντι των δόσεων των τότε ιδιοκτητών του ακινήτου. Σχετική επιστολή είχε αποσταλεί προς την τράπεζα από τους οικονομικούς τους συμβούλους στις 10.12.
  4. Η εν λόγω επιστολή δεν απαντήθηκε από την τράπεζα, γι' αυτό και δεν υπήρξε συνέχεια επί του θέματος. Με δικά τους έξοδα και δαπάνες, ύψους μερικών δεκάδων χιλιάδων Ευρώ, προέβηκαν σε εκτεταμένες προσθήκες («κατασκευή υποστέγου, αλλαγή ηλιακού και μπογιατίσματα») για τις οποίες πλήρωσαν πέριξ των €14.500=. Υποστηρίζει πως οι ενάγοντες γνώριζαν, πολύ προτού καταστούν ιδιοκτήτες του ακινήτου τον Νοέμβριο του 2019, ότι οι ίδιοι (οι εναγόμενοι) ήσαν οι κάτοχοι της κατοικίας, αφού έλαβαν την κατοχή της, με καλόπιστο τρόπο, προ πολλών ετών, βάσει της συμφωνίας τους με τους προηγούμενους ιδιοκτήτες. Γι' αυτό, οι «νέοι ιδιοκτήτες» δεσμεύονται να τηρήσουν τις υποχρεώσεις των προκατόχων τους και «δεν μπορούν κατ' αυθαίρετο τρόπο να παραγνωρίζουν τα δικαιώματα τους επί του ακινήτου». Τέλος, αναφέρει πως έχουν «αρκετά καλή υπόθεση» και το Δικαστήριο θα πρέπει να διαφυλάξει τα συνταγματικά τους δικαιώματα και πως πρόθεση τους είναι να καταχωρήσουν Ανταπαίτηση στην αγωγή με την οποία να ζητούν την «αναγνώριση και την συνέχιση της συμφωνίας» που είχαν με τους προηγούμενους ιδιοκτήτες. Συνεπώς, καταλήγει, «το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει στο παρόν στάδιο καταφανώς υπέρ της διαφύλαξης των δικαιωμάτων μας και της απόρριψης της παρούσας αίτησης». Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Demades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704]. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρησή του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ' ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος [Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 255]. Το Δικαστήριο, στην εξέταση κατά πόσο θα εκδώσει, διατηρήσει ή ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα, δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου του ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, αυτό ανάγεται κατ' εξοχήν στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269, 270. Βέβαια, κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω) σελ. 569, αλλά τούτο γίνεται για να διαπιστωθεί απλώς η παρουσία ή η απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια. Τούτων λεχθέντων, επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Εξετάζοντας τα γεγονότα που συνθέτουν την αντιδικία στην παρούσα υπόθεση, με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου (Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, Αίτηση και την συνοδεύουσα αυτή Ένορκη Δήλωση), φαίνεται να ικανοποιούνται η πρώτη και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 (Ν.14/60)και να καταδεικνύεται η ύπαρξη μιας συζητήσιμης υπόθεσης. Βάση της αγωγής είναι το αστικό αδίκημα της επέμβασης. Το άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, ορίζει πως «παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή σε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο.» Νομολογιακά έχει λεχθεί [Adamou v. Christofi
(1974)1 C.L.R. 100] πως σκοπός του νόμου είναι η προστασία της κατοχής (ως προέκταση της προστασίας του προσώπου) και η ανάγκη παρεμπόδισης διατάραξης της ειρήνης. Συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι η είσοδος σε ακίνητη ιδιοκτησία άλλου χωρίς την συγκατάθεση του κατόχου της ή χωρίς εξουσιοδότηση από τον νόμο. Οι ενάγοντες είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του τεμαχίου γης εντός του οποίου βρίσκεται η επίδικη κατοικία. Τούτο δεν αμφισβητείται από πλευράς των εναγομένων. Είναι η θέση των εναγόντων, όπως προβάλλεται στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, πως οι εναγόμενοι κατέχουν την κατοικία (χωρίς να καταβάλλουν οποιοδήποτε αντάλλαγμα), ως επεμβασίες, αφού δεν έχουν οποιαδήποτε συμβατική σχέση μαζί τους. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση η οποία είναι συνυφασμένη με το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, θεωρώ πως εν προκειμένω και αυτή ικανοποιείται. Όπως νομολογιακά έχει λεχθεί, ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη και εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, λαμβάνονται υπόψη και άλλα μεταβλητά κριτήρια [Βλ. Κώστας Κυρίσαββα και άλλος ν. Χάρη Κύζη
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1245]. Στην υπόθεση Μ. & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. The Timberland Co of USA
(1977)1 Α.Α.Δ. 1791, λέχθηκε ότι το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία. Εν προκειμένω δεν τίθεται θέμα μόνο χρηματικής αποζημίωσης. Οι ενέργειες των εναγομένων επηρεάζουν τα δικαιώματα των εναγόντων ως οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του ακινήτου. Η ικανοποίηση των τριών προϋποθέσεων δεν οδηγεί αυτόματα σε έγκριση της αίτησης. Το Δικαστήριο, όπως έχω ήδη αναφέρει, προχωρεί και εξετάζει αν είναι «δίκαιον ή πρόσφορον», κάτω από τις περιστάσεις, να εκδώσει το Προσωρινό Διάταγμα. Η απόφαση του Δικαστηρίου επί τούτου, αποτελεί προϊόν διακριτικής εξουσίας, η οποία ασκείται με αναφορά στα συγκεκριμένα γεγονότα που έχει ενώπιον του. Το κατά πόσον είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» να εκδοθεί ένα παρεμπίπτον διάταγμα εξετάζεται, όπως συνηθίζεται να λέγεται, με αναφορά στο «ισοζύγιο της ευχέρειας» (balance of convenience), όρος ο οποίος αντανακλά στην επίδραση του μέτρου στα αντίστοιχα συμφέροντα των διαδίκων, μέχρις ότου κριθεί οριστικά η μεταξύ τους διαφορά. Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω πως, για τους λόγους που θα εκθέσω στη συνέχεια, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Οι ενάγοντες παρόλο που στα αιτητικά των παραγράφων Α και Γ της Αίτηση τους διατείνονται πως επιζητούν την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων (χρησιμοποιείται και στις δύο παραγράφους η λέξη «απαγορεύον»), εντούτοις αυτό που κατ' ακρίβειαν επιζητούν είναι την έκδοση διατάγματος το οποίο να διατάσσει τους εναγόμενους να παύσουν να «επεμβαίνουν ή/και να χρησιμοποιούν ή/και να κατέχουν» την κατοικία (παράγραφος Α) και επίσης να παύσουν να «τοποθετούν εντός της κατοικίας οποιοδήποτε αντικείμενο ή/και κατασκευή» (παράγραφος Γ). Στην παράγραφο Β επιζητούν την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσονται οι εναγόμενοι να «απομακρύνουν όλα τα κινητά περιουσιακά τους στοιχεία που βρίσκονται εντός της κατοικίας» και με την παράγραφο Δ επιζητούν την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσονται να παραδώσουν «ελεύθερη και κενή την κατοικία». Ουσιαστικά αυτό που επιδιώκεται είναι η εκκένωση και η παράδοση της κατοχής της κατοικίας στους ενάγοντες για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί. Με δεδομένο το περιεχόμενο και την επίδραση των αιτουμένων διαταγμάτων, αυτά, όσον αφορά την φύση τους, είναι όλα προστακτικά. Νομολογιακά έχει λεχθεί πως τα χαρακτηριστικά ενός προστακτικού διατάγματος, καθιστούν σε κάθε περίπτωση ιδιαίτερα απαιτητικές τις περιστάσεις και τους όρους έκδοσης του [βλ. Σοφοκλέους κ.α. ν. Παύλου
(2012)1 Α.Α.Δ. 2047]. Τούτο εξηγείται, κυρίως, στη βάση ότι συνήθως είναι πιο πιθανό να προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά από την έκδοση ενός προστακτικού παρά από την έκδοση ενός απαγορευτικού διατάγματος. Τούτο, επίσης παραπέμπει στην αρχή του ισοζυγίου της ευχέρειας. Το Δικαστήριο, όπως έχει προαναφερθεί, εξετάζοντας την αρχή του ισοζυγίου της ευχέρειας και αποφασίζοντας επί τούτου, ασκώντας σε κάθε περίπτωση την διακριτική του εξουσία, δεν ακολουθεί απαραίτητα την κατάληξη του όσον αφορά τις προϋποθέσεις του εδαφίου 1 του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Το Δικαστήριο, δηλαδή, είναι δυνατόν να μην εγκρίνει το αίτημα για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος παρά την διαπίστωση του ότι έχουν ικανοποιηθεί οι εν λόγω προϋποθέσεις [Αβερκίου ν. ΘΕΟ Κτηματική Λτδ κ.α.
(2013)1 Α.Α.Δ. 222, Κοινοτικό Συμβούλιο ΧΧΧ ν. ΧΧΧ Σούλη, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε.75/2015, ημερομηνίας 7.12.2018]. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788, η προσοχή του Δικαστηρίου, κατά την άσκηση που διενεργεί στο πλαίσιο εφαρμογής της εν λόγω αρχής εστιάζεται, όλως ιδιαιτέρως, στο «να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη». Στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ πως η θέση που έχουν προβάλει οι εναγόμενοι, πως κατέχουν νόμιμα την κατοικία στην βάση της συμφωνίας τους με τους προηγούμενους ιδιοκτήτες, έχει ίσες πιθανότητες επιτυχίας με την θέση των εναγόντων πως οι πρώτοι κατέχουν την κατοικία ως επεμβασίες, αφού καμιά συμβατική σχέση δεν τους συνδέει μεταξύ τους. Συνεπώς, εάν στο τέλος της ημέρας η αγωγή απορριφθεί, η ζημιά που θα προκληθεί στους εναγόμενους (εάν εκδοθούν στο παρόν στάδιο τα αιτούμενα διατάγματα) θα είναι μεγαλύτερη από τις συνέπειες που θα έχει η μη έκδοση των διαταγμάτων. Θεωρώ επίσης πως με την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα δοθεί στους ενάγοντες η τελική θεραπεία την οποίαν αξιώνουν με την αγωγή τους, θεραπεία η οποία είναι ανεπίτρεπτο να δοθεί στο παρόν στάδιο. Βασική αρχή της έκδοσης ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος είναι η διατήρηση της ισχύουσας κατάστασης πραγμάτων, μέχρις ότου εκδικαστούν τα επίδικα θέματα, στο κατάλληλο στάδιο. Με βάση τα όσα έχω προαναφέρει, κρίνω πως το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Είναι η κατάληξη μου πως η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Δια ταύτα η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο οπόταν και θα είναι πληρωτέα, επιδικάζονται προς όφελος των εναγομένων-καθ'ων η αίτηση και σε βάρος των εναγόντων-αιτητών. (Υπ.) ............. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.