← Κύπρος

SAVERO TRADING LTD ν. ΠΑΥΛΟΣ, Αρ. Αγωγής: 154/17, 13/10/2020

SAVERO TRADING LTD ν. ΠΑΥΛΟΣ, Αρ. Αγωγής: 154/17, 13/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:A33 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 154/17 Μεταξύ: SAVERO TRADING LTD Ενάγοντες και ΠΑΥΛΟΣ ..... (ΑΔΤ...04) εμπορευόμενος με την εμπορική επωνυμία «.....» Εναγόμενος ------------------------------------------- Ημερομηνία: 13 Οκτωβρίου 2020 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Νικολάου για Πελαγίας, Χριστοδούλου, Βράχας ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο: κ. Φλουρέντζου για κ. Νικόλα Νικολάου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, οι ενάγοντες αξιώνουν από τον εναγόμενο ποσό €2.389,11.- στη βάση κατ' ισχυρισμό πώλησης επί πιστώσει και παράδοσης προϊόντων / εμπορευμάτων / οινοπνευματωδών ποτών και λογαριασμού που ανοίχθηκε και χρεωνόταν με τα τιμολόγια που εξέδιδαν οι ενάγοντες για τις εν λόγω πωλήσεις. Με την Υπεράσπιση του, ο εναγόμενος εγείρει κατ' αρχήν προδικαστικές ενστάσεις και ισχυρίζεται αφενός ότι ουσιαστικά οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν την παρούσα αγωγή καθότι δεν διαθέτουν εναντίον του αγώγιμο δικαίωμα και ή αιτία αγωγής, ενώ περαιτέρω προβάλλει ένσταση ως προς την ιδιότητα με την οποία ενάγεται αφού αναφέρει ότι ουδέποτε εμπορεύθηκε με την αναφερόμενη εμπορική επωνυμία ή έχει εγγεγραμμένη επ' ονόματι του τέτοια επωνυμία. Περαιτέρω αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων στην έκθεση απαίτησης τους και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε παρέλαβε από τους ενάγοντες οποιαδήποτε εμπορεύματα, ουδέποτε υπήρξε πελάτης τους ή έκανε οποιαδήποτε συμφωνία μαζί τους και δεν οφείλει το αναφερόμενο ποσό. Διαζευκτικά αναφέρει ότι εάν αποφασιστεί ότι υπήρξε συμβατική σχέση, οποιαδήποτε τιμολόγια εκδόθηκαν έχουν εξοφληθεί, ενώ ο ισχυρισμός περί συμφωνίας επιβολής τόκου 9% είναι υπέρμετρα επαχθής και ή υπερβολικός και ή παράνομος. Στο απαντητικό τους δικόγραφο, οι ενάγοντες απορρίπτουν τις προδικαστικές ενστάσεις του εναγομένου και τους λοιπούς ισχυρισμούς του, επαναλαμβάνουν δε τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης τους. Εφόσον το επίδικο ποσό της υπόθεσης δεν υπερβαίνει τις €3.000, η υπόθεση εκδικάστηκε ως «ταχείας εκδίκασης» υπόθεση, δυνάμει της «νέας Δ.30». Γι' αυτό, αφού προηγουμένως έγινε αποκάλυψη εγγράφων από τα μέρη, ακολούθως δόθηκαν οδηγίες για εκατέρωθεν καταχώρηση της ένορκης μαρτυρίας τους. Για την πλευρά των εναγόντων δε καταχωρήθηκε στις 11/10/19 γραπτή μαρτυρία της Καίτης Μιχαήλ ημερ.04/10/19, υπαλλήλου των εναγόντων, ενώ για τον εναγόμενο κατατέθηκε γραπτή δήλωση του ίδιου ημερ.25/02/20. Σημειώνω εδώ ότι αν και οι διάδικοι είχαν το δικαίωμα να ζητήσουν όπως αντεξετάσουν τον ενόρκως δηλούντα της άλλης πλευράς επί των προβαλλόμενων ισχυρισμών του, εντούτοις καμία τέτοια αντεξέταση επιχειρήθηκε. Η προσκομισθείσα μαρτυρία επομένως, θα προσεγγιστεί με γνώμονα και τις αρχές που αφορούν στις συνέπειες που η παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιωδών ισχυρισμών συνεπάγεται, ήτοι ότι «στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου..., να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες» και η παράλειψη αντεξέτασης μαρτύρων σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας τους ισοδυναμεί με αποδοχή της (βλ. Κ. Λ. ν. Δημοκρατίας

(2011)2 Α.Α.Δ. 547, Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1(Γ) A.A.Δ.1527, Αdidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383) και ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΚΩΣΤΡΙΚΗ ν. 4 ΜΟΤΙΟN AUTOMOTIVES LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 226/2014, 10/7/2015). Ν' αναφέρω επίσης εδώ, πριν προχωρήσω στην αξιολόγηση των εκδοχών των δύο πλευρών, ότι η επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων εμπεριέχεται στις γραπτές αγορεύσεις που αυτοί παρέδωσαν στο Δικαστήριο και τις οποίες είχα την ευκαιρία να μελετήσω. Δεν θεωρώ σκόπιμο σημειώνω να παραθέσω ότι οι συνήγοροι αναφέρουν στις αγορεύσεις τους και θα αναφερθώ σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Αναφορικά με τις ονομαζόμενες προδικαστικές ενστάσεις ευθέως αναφέρω ότι, κατά την κρίση μου, αυτές δεν αποτελούν στην πραγματικότητα τέτοιες ενστάσεις. Όσα αναφέρονται σε αυτές αφορούν την ουσία της υπεράσπισης και θα ληφθούν υπόψη ως μέρος των ισχυρισμών του εναγόμενου. Εξάλλου, όχι μόνον δεν ζητήθηκε από την πλευρά του εναγόμενου να εξεταστεί θέμα εκδίκασης τους προδικαστικά, και ορθά θεωρώ, αλλά περαιτέρω με βάση όσα αναφέρονται στην γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του εναγόμενου επιβεβαιώνεται η ως άνω αναφορά του Δικαστηρίου περί μη ύπαρξης ουσιαστικά προδικαστικού ζητήματος για εκδίκαση και ένταξης τους στους βασικούς ισχυρισμούς της υπεράσπισης. Επίσης πριν προχωρήσω περαιτέρω, έχοντας υπόψη την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του εναγόμενου στην γραπτή του αγόρευση ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη των εναγόντων (βλ. σελ.8/9), εν συνεχεία της άρνησης με την υπεράσπιση της παραγράφου 1 της έκθεσης απαίτησης όπου αναφέρεται ότι οι ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη, αναφέρω ότι η εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Διότι υπάρχει η αναντίλεκτη μαρτυρία της Μιχαήλ ότι οι ενάγοντες, που είναι οι εργοδότες της, διεξήγαγαν εργασίες ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Λευκωσία, ασχολούμενοι ειδικότερα και μεταξύ άλλων με την πώληση και ή εμπορία οινοπνευματωδών ποτών, ενώ περαιτέρω υπάρχει η έκδοση τιμολογίων από την εταιρεία εις τα οποία υπάρχουν σημειωμένα τόσο αριθμός φορολογικού μητρώου όσο και αριθμός εγγραφής στο ΦΠΑ. Συναφώς θεωρώ ότι ηγέρθη μαχητό νομικό τεκμήριο κανονικότητας το οποίο δεν αντικρούστηκε και αποδεικνύεται η ύπαρξη της ενάγουσας εταιρείας (βλ. σχετικά (ΕΔΑΞΥΛ ΞΥΛΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΛΤΔ ΚΑΙ ΑΛΛΟΣ ν. Ανδρέας Αγαθοκλέους Πολιτική ΄Εφεση 9138, ημερομηνίας 18.12.96, LIOUFIS AND CO LTD v. Ανδρονίκου κ.α., Πολιτική ΄Εφεση 8767, ημερομηνίας 17.07.96, K.N.G. AUTOPARTS LTD v. Μιχάλη Ιωάννου, Πολιτική Έφεση 8872, ημερομηνίας 25.06.96 και UNION DES COOPERATIVES v. 1.APAK AGRO INDUSTRIES LTD κ.α., Πολιτική Έφεση 9476, ημερομηνίας 20.03.98). Εδώ θα ήθελα επιπλέον να σημειώσω ότι η θέση του εναγόμενου στην γραπτή του μαρτυρία ότι η απαίτηση των εναγόντων είχε παραγραφεί κατά την καταχώρηση της αγωγής δεν θα εξεταστεί ως μη δικογραφημένη (βλ. άρθρα 20 και 21 του Ν. 66(Ι)/2012). Προφανώς προσθέτω αυτός είναι και ο λόγος που ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου δεν κάνει καμία σχετική αναφορά στην γραπτή του αγόρευση. Στρέφομαι τώρα στις εκατέρωθεν προβληθείσες εκδοχές και προβαίνω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας των δύο πλευρών. Σύμφωνα με την Μιχαήλ ο εναγόμενος υπέγραψε ως ιδιοκτήτης του κέντρου «FUZZY DUCK» και/ή ως αντιπρόσωπος και/ή με βάση την εμπορική του επωνυμία «FUZZY DUCK» αίτηση για άνοιγμα χρεωστικού λογαριασμού ημερ. 06.05.2010 και/ή συμφώνησε να ανοιχθεί χρεωστικός λογαριασμός εις τον οποίο να χρεώνεται η αξία των εμπορευμάτων που θα πωλούν οι ενάγοντες στον εναγόμενο επί πίστωση σύμφωνα με τα εκδοθέντα τιμολόγια που θα εκδίδουν οι ενάγοντες από καιρό εις καιρό και θα πιστώνετο ο λογαριασμός με τις εκάστοτε πληρωμές του εναγομένου (η εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε ως τεκμ.1). Με βάση την αίτηση συμφώνησε ότι το εκάστοτε υπόλοιπο του λογαριασμού θα αποπληρώνετο εντός 30 ημερών από την έκδοση του σχετικού τιμολογίου και/ή εις πρώτη ζήτηση και μετά την εν λόγω περίοδο ο εναγόμενος θα είναι υπόχρεος να πληρώσει τόκο ίσον προς 9% ετησίως μέχρι την αποπληρωμή του. Επίσης δεσμεύτηκε και/ή συμφώνησε και/ή εγγυήθηκε να αποπληρώσει προσωπικά οιονδήποτε υπόλοιπο οφείλεται από τον εναγόμενο ως ιδιοκτήτης του εν λόγω κέντρου και/ή ως αντιπρόσωπος και/ή με βάση την εμπορική του επωνυμία προς τους ενάγοντες. Οι ενάγοντες προχώρησαν στο άνοιγμα του λογαριασμού με αρ. 3210754 και/ή διατηρούσαν κατάσταση λογαριασμού στην οποία χρεοπιστώνονταν οι συναλλαγές μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγομένου. Σε διάφορες ημερομηνίες δε κατά ή περί από τις 28.08.2010 μέχρι τις 22.10.2010 οι ενάγοντες πώλησαν και παρέδωσαν και/ή τον προμήθευσαν διάφορα εμπορεύματα και/ή προϊόντα και/ή οινοπνευματώδη ποτά και/ή άλλα συναφή είδη και/ή παρείχαν στον Εναγόμενο κατ'εντολή και/ή για λογαριασμό και/ή προς όφελος του διάφορα οινοπνευματώδη ποτά και/ή άλλα συναφή και/ή προϊόντα έναντι συμφωνηθείσας και/ή εύλογης αξίας και/ή αμοιβής. Ο εναγόμενος δε οφείλει και/ή υπάρχει υπόλοιπο και/ή ως εμφαίνεται στις σχετικές λογιστικές καταστάσεις και/ή τιμολόγια υπάρχει υπόλοιπο το ποσό των €2.389,11.- (δέσμη τιμολογίων και κατάσταση λογαριασμού κατατέθηκαν ως τεκμήριο 2). Ο Εναγόμενος παρά τις διάφορες πληρωμές και/ή καταβολές του στους Ενάγοντες ως εμφαίνεται στην σχετική κατάσταση λογαριασμού και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των Εναγόντων και/ή των αντιπροσώπων τους, αμελεί και/ή αρνείται να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό και παραμένει οφειλόμενο μέχρι και σήμερα το ποσό των €2.389,11 ως εμφαίνεται στην σχετική κατάσταση λογαριασμού. O εναγόμενος από την άλλη ισχυρίζεται ότι ουδέποτε εμπορεύθηκε υπό την εμπορική επωνυμία «FUZZY DUCK» και δεν διαθέτει επ' ονόματι του εγγεγραμμένη στα αρχεία του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη οποιαδήποτε εμπορική επωνυμία και δη την ανωτέρω αναφερόμενη εμπορική επωνυμία με την οποία ενάγεται. Είναι προφανές από μόνο αυτό το γεγονός ότι οι Ενάγοντες τελούν υπό σύγχυση σε σχέση με τον ιδιοκτήτη της εμπορικής επωνυμίας που αναφέρονται. Επιπλέον αναφέρει ότι ουδέποτε εμπορεύθηκε στην Αγία Νάπα και δη με εμπόριο οινοπνευματωδών ποτών και ουδέποτε εμπορεύθηκε υπό την εμπορική επωνυμία ανωτέρω και/ή ήταν ιδιοκτήτης κέντρου με την αναφερόμενη επωνυμία. Από εκεί και πέρα αναφέρει πως ουδέποτε συμφώνησε να συνεργαστεί και/ή συνεργάστηκε με τους Ενάγοντες και δη κατά την χρονική περίοδο που επικαλούνται ήτοι την 28-08-2010 μέχρι και 22-10-2010 και ουδέποτε προμηθεύτηκε και ή παρέλαβε προϊόντα και/ή εμπορεύματα της ειδικότητας των Εναγόντων και γενικότερα ουδέποτε υπήρξε πελάτης τους. Αναφορικά δε με το Τεκμήριο 1 είναι θέση του ότι ουδέποτε υπέβαλε και/ή υπέγραψε αίτηση στους Ενάγοντες υπό οποιαδήποτε ιδιότητα, η υπογραφή επί του συγκεκριμένου εγγράφου δεν είναι δική του και ουδέποτε είδε ή και συμπλήρωσε τέτοιο έγγραφο και ουδέποτε παρείχε στους Ενάγοντες οποιαδήποτε προσωπική του εγγύηση. Επίσης αναφορικά με τα τιμολόγια τεκμήριο 2, ισχυρίζεται ότι κανένα από τα τιμολόγια δεν φέρει την υπογραφή του, κάτι που επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του ότι ουδέποτε παρέλαβε ή του παραδόθηκαν τιμολόγια των Εναγόντων. Επιπλέον παρατηρεί ότι η υπογραφή στο τεκμήριο 1 και οι υπογραφές επί των τιμολογίων τεκμήριο 2 είναι διαφορετικές ή/και δεν έχουν καμία σχέση με την δική του υπογραφή. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς των εναγόντων ότι τον έχουν ενοχλήσει επανειλημμένα για το συγκεκριμένο υπόλοιπο αναφέρει πως δεν παρουσιάζουν καμία μαρτυρία και ειδικά ούτε μία επιστολή τους προς τον ίδιο. Σχολιάζει δε ότι τα τελευταία 20 χρόνια τουλάχιστον ο αριθμός του κινητού του τηλεφώνου είναι XXXXX69 και ο αριθμός που αναγράφουν οι Ενάγοντες στον τίτλο της αγωγής είναι εντελώς άσχετος αριθμός, όπως επίσης του είναι άγνωστος και ο αριθμός του σταθερού τηλεφώνου που αναγράφουν στον τίτλο της αγωγής τους. Με αυτά υπόψη ζητά την απόρριψη της αγωγής εναντίον του. Έχοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω ευθέως αναφέρω ότι κατά την κρίση μου ο εναγόμενος είναι ξεκάθαρο ότι επιχειρεί να αποκρύψει την αλήθεια. Εξηγώ. Κατ' αρχήν προκαλεί εντύπωση στο Δικαστήριο το γεγονός ότι δεν έχει σχολιάσει καθόλου τον αριθμό ταυτότητας και τη διεύθυνση καταστήματος στο τεκμ.1. Ο αριθμός ταυτότητας είναι δικός του; Προφανώς είναι αφού καθόλου δεν έχει αμφισβητήσει τον αριθμό ταυτότητας στον τίτλο της αγωγής που είναι ίδιος με τον αναφερόμενο στο τεκμ.1, όπως έκανε για παράδειγμα με τους αριθμούς τηλεφώνου στον τίτλο. Τι λέει για τούτο; Και αν δεν είναι η υπογραφή του στο τεκμ.1 όπως ισχυρίζεται διερωτάται κανείς γιατί δεν αποτάθηκε αμέσως στην Αστυνομία για να καταγγείλει ότι κάποιος άγνωστος χρησιμοποιεί το όνομα και τον αριθμό ταυτότητας του και τον δεσμεύει παράνομα με συμφωνίες. Ευθέως αναφέρω ότι δεν το έχει κάνει για προφανή λόγο ήτοι γιατί γνωρίζει πολύ καλά ότι το τεκμ.1 αποτελεί αίτηση που υπέγραψε ο ίδιος και τον αφορά. Ανεξάρτητα τούτου αναφέρω ότι για τη διεύθυνση τηρεί επίσης σιγήν ιχθύος. Υπάρχει εκεί κατάστημα ιδιοκτησίας του ή που ευρίσκεται στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο; Ας σημειωθεί δε ότι ο εναγόμενος αρκέστηκε να πει ότι δεν έχει καμία επωνυμία εγγεγραμμένη στο όνομα του ως αναφέρουν οι ενάγοντες και δεν εμπορεύεται με τέτοια επωνυμία. Με τι ασχολείται όμως; Ποιο είναι το επάγγελμα του; Διατηρεί κάποια επιχείρηση στην εν λόγω διεύθυνση και αν ναι, τι είδους επιχείρηση και υπό ποια επωνυμία λειτουργεί; Μήπως το αποκρύβει για να μην μπορέσει το Δικαστήριο να τον συνδέσει με όσα ασχολούνται οι ενάγοντες; Αναφέρω επίσης εδώ ότι ο εναγόμενος σχολιάζοντας την κατάσταση λογαριασμού αναφέρεται στην καταβολή ποσού €110.- έναντι του λογαριασμού στις 26/09/11, ως τελευταία κίνηση στο λογαριασμό, χωρίς ποτέ όμως να αρνηθεί ότι η πληρωμή στο λογαριασμό αυτό που φέρει και το όνομα του έγινε από τον ίδιο. Εφόσον όμως δεν αρνείται την πληρωμή, πως είναι δυνατόν να αρνείται τη συνεργασία με τους ενάγοντες;. Εν πάση περιπτώσει όλα τα πιο πάνω, συν η γενικότητα των θέσεων του στη γραπτή του μαρτυρία, θεωρώ επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές και το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια». Πρόθεση του ήταν να αποκρύψει την αλήθεια και να παραπλανήσει. Εκμεταλλευόμενος προφανώς το γεγονός ότι δεν υπάρχει εγγεγραμμένη επ' ονόματι του τέτοια επωνυμία, «έστησε» και την υπεράσπιση του και αυτό άσχετα αν ο ίδιος σημείωσε στο τεκμ.1 την εν λόγω επωνυμία. Συναφώς δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του, την οποία κρίνω αναξιόπιστη. Από την άλλη η Μιχαήλ στη μαρτυρία της αναφέρεται στη συνεργασία των εναγόντων με τον εναγόμενο, στην υπογραφή της αίτησης τεκμ.1 και στο άνοιγμα του λογαριασμού, καθώς και στην έκδοση τιμολογίων αναφορικά με την παράδοση των προϊόντων. Τα τιμολόγια σημειώνω είναι υπογραμμένα (σε αυτά που επισυνάπτονται στη γραπτή μαρτυρία δεν φαίνονται καθαρά οι υπογραφές, όμως τα ίδια είναι επισυνημμένα και στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης όπου φαίνονται καλύτερα οι υπογραφές, ενώ σημειώνω πως με βάση τη μαρτυρία του εναγόμενου είναι αποδεκτό ότι είναι υπογραμμένα και δική του θέση ήταν πως δεν φέρουν την υπογραφή του). Βεβαίως υπενθυμίζω εδώ ότι με βάση τη Νομολογία τα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική σημασία αλλά η προσκόμιση τους τείνει απλά να αποδείξει την απαίτηση. Είναι δε άρρηκτα συνδεδεμένα με την υπόλοιπη μαρτυρία στο σύνολο της οποίας και συνεκτιμούνται (βλ. Παναγιώτης Μαστρής Λτδ ν. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 728, Demil Imports Exports Ltd ν. Zήνων H Kωνσταντινίδης Λτδ,
(2011)1 Α.Α.Δ. 462 και Palatino Developments Limited v. Telectronics Communication Limited
(2002)1(B) A.A.Δ.962). Τα τιμολόγια αυτά δε συνάδουν με την κατάσταση λογαριασμού που έχει παρουσιαστεί. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της, μη εντοπίζοντας οτιδήποτε που θα μπορούσε να δημιουργήσει αμφιβολία ως προς όσα ανέφερε ή την αξιοπιστία της. Υπενθυμίζω εδώ την πάγια νομολογιακή αρχή ότι εφόσον πρόκειται για αστική υπόθεση, ο ενάγων έχει γενικό βάρος απόδειξης (burden of proof) της υπόθεσής του στη βάση του κριτηρίου του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αν το έχει καταφέρει αυτό ο ενάγοντας, τότε το ερώτημα είναι αν ο εναγόμενος, ο οποίος έχει ειδικό βάρος απόδειξης (evidential burden), παρουσίασε με τη σειρά του, τέτοια ικανοποιητική μαρτυρία προς υποστήριξη των θεμάτων που κατέστησε επίδικα με τη δική του εκδοχή, ώστε το βάρος να μετατοπιστεί πίσω στον ενάγοντα να απαντήσει ικανοποιητικά και να αποσείσει το εκ πρώτης όψεως, περί αντιθέτου συμπέρασμα που δημιουργήθηκε από τον εναγόμενο (βλ. μεταξύ άλλων Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου,
(2010)1 Α.Α.Δ. 665). Το κριτήριο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του (βλ Κυριάκου ανωτέρω). Το ερώτημα επομένως στην παρούσα υπόθεση, το οποίο συνιστά και τη βάση για την υπόθεση των εναγόντων, είναι αν προσκομίστηκε τέτοια αποδεκτή μαρτυρία, που στη βάση της απλής πιθανολόγησης, αρκεί για να αποσείσει το γενικό βάρος απόδειξης (burden of proof) ότι η άλλη πλευρά οφείλει το αξιούμενο ποσό. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας και για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω, βρίσκω ότι οι ενάγοντες πώλησαν και παρέδωσαν στον εναγόμενο τα εμπορεύματα που ισχυρίζονται στη μαρτυρία τους, στην αξία που αναφέρεται στα τιμολόγια και ότι ο εναγόμενος έναντι των τιμολογίων αυτών ή και του λογαριασμού που τηρούσαν οι ενάγοντες κατέβαλε μόνον το ποσό των €110.- στις 26/09/11. Βρίσκω συνεπώς ότι ο εναγόμενος οφείλει στους ενάγοντες το ποσό των €2.389,11.-. Οι ενάγοντες δε δικαιούνται τόκο 9% επί του ποσού αυτού, ως η μεταξύ των μερών συμφωνία (βλ. τεκμ.1). Ένεκα όμως της καθυστέρησης τους να καταχωρήσουν την αγωγή, χωρίς να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση αυτή, ο τόκος θεωρώ ότι θα πρέπει να ξεκινά από την καταχώρηση της παρούσας. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου κρίνω λοιπόν ότι οι ενάγοντες πέτυχαν να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό την αγωγή τους, η οποία επιτυγχάνει. Συναφώς εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον εναγόμενου για το ποσό των €2.389,11.- πλέον τόκο 9% από 23/03/17 μέχρι εξόφλησης, πλέον έξοδα στην κλίμακα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ). ........... M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.