← Κύπρος

Γ. Π. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ (ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑΙ) ΛΙΜΙΤΕΔ ν. G. C. STANDARD LAUNDRIES LTD, Αρ. Αγωγής: 185/2019, 16/10/2020

Γ. Π. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ (ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑΙ) ΛΙΜΙΤΕΔ ν. G. C. STANDARD LAUNDRIES LTD, Αρ. Αγωγής: 185/2019, 16/10/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:A34 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 185/2019 ΜΕΤΑΞΥ: Γ. Π. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ (ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑΙ) ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόντων -και- G. C. STANDARD LAUNDRIES LTD Εναγόμενων ---------------------------------------------------------------- Αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 28/01/20 για προσωρινά διατάγματα Ημερομηνία: 16 Οκτωβρίου 2020 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: (δεν υπήρξε φυσική παρουσία των ευπαίδευτων συνηγόρων κατά την ακρόαση της αίτησης - οι γραπτές αγορεύσεις αποστάληκαν με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο) Για τους Ενάγοντες - Αιτητές : Παπαντωνίου & Παπαντωνίου ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση : Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (δοθείσα αυθημερόν) Εισαγωγικά Οι ενάγοντες - αιτητές («οι ενάγοντες») με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχώρησαν στις 09/05/15 αξιώνουν εναντίον των εναγομένων - καθ'ων η αίτηση («οι εναγόμενοι») €91.420,98.- δυνάμει υπολοίπου λογαριασμού και ή υπολοίπου τιμολογίων και ή ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Επίσης αξιώνουν νόμιμο τόκο και έξοδα. Το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στους εναγόμενους στις 18/02/19 και αυτοί καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης δια δικηγόρου στις 26/09/

  1. Με την υπεράσπιση τους δε, η οποία καταχωρήθηκε στις 27/07/20, οι εναγόμενοι προβάλλουν τους δικούς τους ισχυρισμούς και αξιώνουν απόρριψη της αγωγής. Η Επίδικη Αίτηση Η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε στις 28/01/
  2. Το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση) έκρινε ότι δεν συντρέχει λόγος να εκδώσει μονομερώς τα διατάγματα και έδωσε οδηγίες όπως η αίτηση επιδοθεί. Με την αίτηση τους οι ενάγοντες ζητούν τα ακόλουθα ενδιάμεσα διατάγματα: « Α. Προσωρινό Διάταγμα και/ή Συντηρητικό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους εναγόμενους - καθ΄ ων η αίτηση να αποξενώσουν και/ή αποχωριστούν οιαδήποτε μηχανήματα ιδιοκτησίας των εναγόμενων - καθ΄ ων η αίτηση, μέχρι της τελείας αποπερατώσεως της αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Προσωρινό Διάταγμα και/ή Συντηρητικό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους εναγόμενους - καθ΄ ων η αίτηση, είτε προσωπικά, είτε μέσω των υπαλλήλων τους και/ή υπηρετών και/ή αντιπροσώπων και/ή εκπροσώπων και/ή αξιωματούχων τους και/ή μέσω οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου, όπως, κρατήσουν και/ή συνεχίσουν να κρατούν υπό την ασφαλή φύλαξη, έλεγχο και κατοχή τους όλα τα μηχανήματα ιδιοκτησίας των εναγόμενων - καθ΄ ων η αίτηση, μέχρι της τελείας αποπερατώσεως της αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 4 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στα άρθρα 32 και 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.Θ.1-4 και 7-9, στο Δίκαιο της επιείκειας, στη Νομολογία και στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση δε υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Κουφαλίδη, διευθυντή των εναγόντων. Η Ένσταση Στην ένσταση των εναγόμενων παρατίθενται 6 λόγοι ένστασης. Είναι πιο συγκεκριμένα οι ακόλουθοι: Το άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6 δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/
  3. Τα προσωρινά διατάγματα αποτελούν δραστικό μέτρο και δεν λειτουργούν ως μέτρο γενικής εξασφάλισης. Η αίτηση βασίζεται κυρίως σε εξ ακοής μαρτυρία και σε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν στηρίζονται με τεκμήρια ή/και αποδεικνύουν κίνδυνο αποξένωσης των μηχανημάτων της καθ΄ ης η αίτηση - εναγόμενης. Η αιτήτρια - ενάγουσα δεν έχει αποδείξει ότι η τυχόν αποξένωση των μηχανημάτων της καθ΄ ης η αίτηση - εναγόμενης θα έχει ως αποτέλεσμα τη μη ικανοποίηση τυχόν απόφασης υπέρ της αιτήτριας - ενάγουσας. Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν είναι δίκαιη και/ή λογική ή/και εύλογη υπό τις περιστάσεις και δεν δικαιολογείται κάτω από τη σχετική νομοθεσία και νομολογία ή τις αρχές της επιείκειας. Η Ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 Θ.1-13 και Δ.64 Θ.1-2, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρο 32, στη Νομολογία, στις συμφυείς εξουσίες και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου καθώς επίσης και στις αρχές του Κοινοδικαίου και της Επιείκειας. Η ένσταση δε υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της XXXXX Κεφαλωνίτη, δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τους εναγόμενους στην παρούσα. Οι Εισηγήσεις των Δικηγόρων Οι συνήγοροι των διαδίκων μέσω γραπτών αγορεύσεων παρουσίασαν στο δικαστήριο την επιχειρηματολογία τους και αναφέρθηκαν εκτενώς και στην νομολογία επί του θέματος. Το Δικαστήριο έχει σημειώνω μελετήσει πολύ προσεκτικά τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων, δεν κρίνεται όμως σκόπιμο να επαναληφθούν εδώ όσα αναφέρουν. Θα γίνει αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εάν τούτο κριθεί αναγκαίο. Νομικές Αρχές Έκδοσης Ενδιάμεσων Διαταγμάτων - Άρθρο 32, Ν.14/60 Οι αρχές έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος με βάση το άρθρο 32 * του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, είναι οι ακόλουθες: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και (γ) Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others

(1982)1 CLR 557 και Papapetrou Bros Ltd v. Αντρούλλας Παπαπέτρου,
(2003)1 ΑΑΔ 741). * 32.-
(1)Τηρoυμέvoυ oιoυδήπoτε διαδικαστικoύ καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας, δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vα διoρίζη παραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τo δικαστήριov κρίvει τoύτo δίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoι δεv αξιoύvται ή χoρηγoύvται oμoύ μετ' αυτoύ απoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάv τo δικαστήριov ικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυ διαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάv εκδoθή παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερov στάδιov. Η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει πόσο δίκαιο και εύλογο είναι να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. (βλ. Odysseos πιο πάνω και Χριστοφή Κουνούνα v. C. & A. Simonos Ltd,
(2002)1 ΑΑΔ 1361). Δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί (βλ. Κώστα Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 ΑΑΔ 1235). Η πρώτη προϋπόθεση, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (βλ. Odysseos πιο πάνω). Η δεύτερη προϋπόθεση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, έχει ερμηνευθεί ως κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά κάτι πολύ λιγότερο από «το ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos πιο πάνω). Εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 2015). Το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. Θα πρέπει απλά να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 1653). Το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd, Πολιτική Έφεση 145/2011, 13/6/2013). Η προοπτική επιτυχίας και η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας (βλ. Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 253, στη σελ. 257). Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 CLR 263 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστόφορου κ.ά.
(1995)1 AAΔ 248). Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει την πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα ή αν θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα των θεραπειών που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 396). Κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή (βλ. M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd v. Timberland Co.
(1997)1 AΑΔ 1799). Αξιολόγηση Όσον αφορά τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 διαπιστώνω τα ακόλουθα: (α) Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση Οι Ενάγοντες έχουν καταδείξει από την έκθεση απαίτησης και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση καλή αιτία αγωγής. Διεκδικούν από τους εναγόμενους οφειλόμενο υπόλοιπο για πώληση εμπορευμάτων και επισυνάπτουν σχετικά κατάσταση λογαριασμού. Στο στάδιο αυτό αρκεί μόνο να καταδειχθεί ότι υφίσταται καλή αιτία αγωγής. Κρίνω επομένως ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. (β) Ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Όσον αφορά την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και χωρίς σε καμία περίπτωση να αποφασίζω επί αντικρουόμενων ισχυρισμών ή να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση της μαρτυρίας (πλην μόνον στον βαθμό που απαιτείται για να αποφασιστεί η παρούσα) ή σε εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος, κρίνω ότι με το υπόβαθρο μαρτυρίας που έχουν παραθέσει οι ενάγοντες έχουν καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ας σημειωθεί, χωρίς να μου διαφεύγουν οι ισχυρισμοί στο δικόγραφο της υπεράσπισης, ότι οι εναγόμενοι στην ένσταση τους δεν αμφισβητούν την κατάσταση λογαριασμού ή το οφειλόμενο υπόλοιπο. Υπενθυμίζεται ότι στο παρόν στάδιο οι Ενάγοντες είχαν υποχρέωση να παραθέσουν στο Δικαστήριο υπόβαθρο μαρτυρίας που να δικαιολογεί την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος και ότι η αξιολόγηση του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα σταματά όπου διαπιστώνεται ύπαρξη ή ανυπαρξία κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Εδώ αποδεικνύεται, ως αναφέρθηκε ήδη, πως υπάρχει τέτοια προοπτική. (γ) Ανεπανόρθωτη ζημιά. Οι εναγόμενοι δεν έχουν αμφισβητήσει ότι έχουν προβεί ήδη σε πώληση μηχανημάτων ή και ότι «ξεφορτώνονται» τα μηχανήματα-περιουσιακά στοιχεία τους. Αντίθετα μέσα από τη μαρτυρία της Κεφαλωνίτη προκύπτει ξεκάθαρα ποιες είναι οι προθέσεις των εναγομένων αναφορικά με τα μηχανήματα τους. Επίσης οι εναγόμενοι δεν αμφισβητούν ότι το καθαριστήριο τους είναι κλειστό από τις αρχές του τρέχοντος μήνα, ενώ δεν τοποθετούνται καθόλου κατά πόσο θα επανανοίξουν ή όχι. Εύλογα συνεπώς συνάγεται το συμπέρασμα ότι πρόκειται για επιχείρηση που πιθανόν να έχει κλείσει οριστικά. Ούτε αμφισβητούν οι εναγόμενοι ότι δεν έχουν άλλη περιουσία, πέραν των μηχανημάτων τους, για να καλύψουν το χρέος τους σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής των εναγόντων. Λέγοντας αυτά προχωρώ και λέω ότι με δεδομένο ότι οι εναγόμενοι δεν με έχουν πείσει για το ότι θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν την απόφαση που ενδεχομένως εκδοθεί υπέρ των εναγόντων, η θέση των εναγόντων ότι υπάρχει ορατός και άμεσος κίνδυνος να μην εισπράξουν το λαβείν τους, αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, και συνεπώς θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, παρέμεινε αναντίλεκτη. Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι οι Ενάγοντες πέτυχαν να στοιχειοθετήσουν την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60. Με βάση τα πιο πάνω συνεπώς κρίνω ότι πληρούνται οι τρείς προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω το Δικαστήριο αφού ικανοποιηθεί για την συνύπαρξη των τριών προϋποθέσεων, εξετάζει ακολούθως κατά πόσο θα ήταν δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθεί το διάταγμα ή να διατηρηθεί σε ισχύ το ήδη εκδοθέν μονομερώς προσωρινό διάταγμα, με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, το ισοζύγιο της ευχέρειας υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) ουσιαστικά αφορά στο ισοζύγιο του κινδύνου να δημιουργηθεί αδικία. Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω και έχοντας προβληματιστεί καταλήγω ότι το ισοζύγιο κλίνει υπέρ των εναγόντων για λόγους που σχετίζονται περισσότερο με την τρίτη προϋπόθεση ανωτέρω. Πριν ολοκληρώσω αναφέρω εδώ έχοντας μελετήσει πολύ προσεκτικά όλους τους λόγους ένστασης των εναγομένων ότι στην ουσία το μεγαλύτερο μέρος αυτών έχει απαντηθεί μέσα από όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω. Αναφορικά με τον 1ο λόγο ένστασης αναφέρω μόνον πως η μη εφαρμογή του άρθρου 4 του Κεφ.6 ουδόλως επηρεάζει την έκβαση της παρούσας αίτησης. Κατάληξη Εκδίδονται διατάγματα ως οι αιτούμενες θεραπείες Α και Β της αίτησης. Τα έξοδα της αίτησης θα είναι προς όφελος των Εναγόντων-αιτητών και σε βάρος των Εναγομένων-καθ' ων η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) . ........... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.