← Κύπρος

ΠΑΠΑΙΑΚΩΒΟΥ ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, ΑΡ. ΑΙΤ-ΕΦΕΣΗ 22/2020, 11/12/2020

ΠΑΠΑΙΑΚΩΒΟΥ ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, ΑΡ. ΑΙΤ-ΕΦΕΣΗ 22/2020, 11/12/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:A37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ AΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Τ.Καρακάννα, Π.Ε.Δ. ΑΡ. ΑΙΤ-ΕΦΕΣΗ 22/2020 Μεταξύ.- XXXXX ΠΑΠΑΙΑΚΩΒΟΥ Αιτητής - Εφεσείοντας -και- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Καθ' ων η Αίτηση - Εφεσίβλητοι Ημερ.: 11 Δεκεμβρίου,

  1. Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: Νίκος Δαμιανού & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Καθ΄ ων η Αίτηση: Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση η Εφεσείουσα - Αιτήτρια, που θα αναφέρεται μετά απλώς ως η 'Aιτήτρια', αιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει τον καθορισμένο με την Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου, XXXXX/2007, ο οποίος είναι ορισμένος την 14/12/
  2. Οι βασικοί λόγοι επί των οποίων εδράζεται η Αίτηση είναι δύο, ήτοι ότι δεν είχε επιδοθεί Ειδοποίηση 'Ι' πριν την επίδοση της Ειδοποίησης 'ΙΑ' και το ενυπόθηκο ακίνητο δεν μπορεί να τεθεί σε δημόσιο πλειστηριασμό με βάση τις διατάξεις του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί, πριν την ολοκλήρωση της αγωγής XXXXX/
  3. Η Καθ΄ ης η Αίτηση καταχώρισε Ένσταση με την οποία απορρίπτει τις πιο πάνω θέσεις. Αναφορά στις θέσεις της θα γίνει σε κατοπινό στάδιο, στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο. Από την Αίτηση και την Ένσταση προκύπτει ότι τα πιο κάτω γεγονότα είναι αποδεκτά και από τα δύο μέρη. Την 15.03.2016 η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ., ήτοι η Καθ΄ης η Αίτηση στην παρούσα διαδικασία καταχώρισε την αγωγή XXXXX/2016, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας εναντίον της XXXXX Παπαϊακώβου, ήτοι της Αιτήτριας και του συζύγου της, Αυγουστίνου Θωμά. Αντικείμενο της αγωγής είναι μια συμφωνία δανείου, στα πλαίσια της οποίας υποθηκεύθηκε ως εξασφάλιση το επίδικο ακίνητο. Οι εναγόμενοι καταχώρισαν Υπεράσπιση με την οποία αμφισβήτησαν την αξίωση και την εγκυρότητα της επίδικης υποθήκης. Η ακρόαση της πιο πάνω αγωγής δεν έχει ολοκληρωθεί. Την 30.6.2017 επιδόθηκε στην Αιτήτρια Ειδοποίηση Τύπου 'Ι' με βάση τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί, που αφορούσε την πώληση δια δημοσίου πλειστηριασμού του επιδίκου ακίνητου και την 6.12.2017 ακολούθησε η επίδοση της Ειδοποίησης Τύπου 'ΙΑ'. Το 2018, η Αιτήτρια καταχώρισε την Αίτηση / Έφεση XXXXX/2018 με την οποία ζητούσε την αναστολή του πλειστηριασμού και την ακύρωση των Ειδοποιήσεων Τύπου 'ΙΑ' και 'ΙΒ'. Η Αίτηση / 'Εφεση εκδικάσθηκε και την 27.03.2018 εκδόθηκε απόφαση από αδελφή δικαστή. To Δικαστήριο αφού έλαβε υπόψη ότι εκκρεμούσε προς εκδίκαση η αγωγή XXXXX/2016, έκρινε ότι ικανοποιείτο η προϋπόθεση που έθετε το άρθρο 44 Γ

(3)(δ) του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί και παραμέρισε την Ειδοποίηση 'ΙΑ'. Η απόφαση επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην Αίτηση. Κατά ή περί το Σεπτέμβριο του 2009 επιδόθηκε στην Αιτήτρια η Ειδοποίηση 'ΙΑ', που είναι αντικείμενο της υπό κρίση Αίτησης. Είναι παραδεκτό και από τους δύο διαδίκους ότι δεν προηγήθηκε η επίδοση Ειδοποίησης Τύπου 'Ι'. Η μόνη Ειδοποίηση Τύπου 'Ι', που αποστάλθηκε στην Αιτήτρια ήταν εκείνη που της επιδόθηκε την 30.06.2017. Ο Νόμος που διέπει την εκποίηση ενυπόθηκων κτημάτων είναι ο Νόμος 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί. Ο Νόμος 87(Ι)/2018, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας την 13/07/2018 και ο οποίος τροποποίησε τον Νόμο 9/1965, προνοεί ρητά ότι η μόνη Ειδοποίηση που μπορεί να εφεσιβληθεί δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965, άρθρο 44 (Γ)
(3)ως έχει τροποποιηθεί από το Νόμο 87(Ι)/2018, είναι η Ειδοποίηση «Τύπου ΙΑ» για τους πιο κάτω συγκεκριμένους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις, (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί, (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν την λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή, (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, (ε) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου, (στ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο «ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων» ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο. Πριν τη δημοσίευση του πιο πάνω Νόμου και συγκεκριμένα από την ημέρα που δημοσιεύθηκε ο Νόμος 142(Ι)/2014 μέχρι και την τροποποίηση που επήλθε την 13/07/2018, η Ειδοποίηση 'ΙΑ' μπορούσε να εφεσιβληθεί για τέσσερις λόγους, ένας εκ των οποίων ήταν και η ύπαρξη αγωγής. Παραθέτω τη σχετική πρόνοια αυτούσια, πρόκειται για το άρθρο 44 Γ
(3)δ του Νόμου: «(δ) εκκρεμεί αγωγή ενώπιον δικαστηρίου για την Ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1).» Επισημαίνω ότι η πιο πάνω πρόνοια διαγράφηκε και αντικαταστάθηκε με την πρόνοια που έθετε ως προϋπόθεση την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, την οποία παραθέτω ανωτέρω. Η Αιτήτρια προβάλλει τη θέση ότι ενόψει της απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αίτησης/ Έφεσης XXXXX/2018 η Καθ΄ης η αίτηση εμποδίζεται από το να προχωρήσει με πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου, μέχρι την ολοκλήρωση της αγωγής XXXXX/
  1. Η μεταγενέστερη τροποποίηση του Νόμου από το Νόμο 87(Ι)/2018 δεν μπορεί να καταργήσει και ή να επέμβει με το δικαίωμα της Αιτήτριας που αποκρυσταλλώθηκε στα πλαίσια της Έφεσης XXXXX/
  2. Η Καθ΄ης η αίτηση απορρίπτει την πιο πάνω θέση και εισηγείται ότι η Αιτήτρια δεν δύναται να εγείρει θέμα δεδικασμένου, καθότι η πιο πάνω αρχή εφαρμόζεται όταν συντρέχουν τέσσερις προϋποθέσεις και οι προϋποθέσεις αυτές δεν συντρέχουν σωρευτικά στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εν πρώτοις θα ήθελα να παρατηρήσω ότι η Αιτήτρια δεν εγείρει θέμα δεδικασμένου, εκείνο που προβάλλει είναι κεκτημένο δικαίωμα. Παραθέτω αυτούσια τη σχετική παράγραφο: «
  3. Η προσβαλλόμενη με την παρούσα Έφεση ειδοποίηση είναι άκυρη ή και δέον όπως ακυρωθεί ή και παραμεριστεί από το δικαστήριο καθότι έχει εκδοθεί απόφαση και ή τελεσίδικη απόφαση παραμερισμού της διαδικασίας του Πλειστηριασμού στα πλαίσια της Αίτησης Έφεσης αριθμός XXXXX/2018 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, στην οποία αποφασίστηκε πως λόγω εκκρεμοδικίας της αγωγής αριθμός XXXXX/2016 ( η οποία εξακολουθεί να εκκρεμεί ), οι Καθ΄ων η αίτηση - εφεσίβλητοι δεν νομιμοποιούνται να προωθήσουν διαδικασία εκποίησης ή και Πλειστηριασμού. Η αιτήτρια/εφεσείουσα έχει αποκτήσει κεκτημένο δικαίωμα εκδίκασης της αγωγής κατά της ειδοποίησης ή/και μη προώθησης της διαδικασίας πώλησης μέσω πλειστηριασμού βάσει του Μέρους VIAτου Νόμου ενόσω εκκρεμεί η εν λόγω αγωγή (XXXXX/2016) και μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας σε αυτή.» Το ερώτημα που εγείρεται και καλείται το Δικαστήριο να απαντήσει είναι κατά πόσο το δικαίωμα που απέκτησε η Αιτήτρια, ήτοι η αναγνώριση ότι το επίδικο ενυπόθηκο ακίνητο δεν μπορεί να εκποιηθεί δια δημοσίου πλειστηριασμού ενόσω εκκρεμεί η εκδίκαση της αγωγής XXXXX/16 έχει εξαλειφθεί και ή διαγραφεί μετά την τροποποίηση του Νόμου 9/65 και της διαγραφής της πρόνοιας επί της οποίας εδράζεται η δικαστική απόφαση. Αποτελεί βασική αρχή ότι ένας νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ εκτός αν γίνεται ρητή πρόνοια περί τούτου. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Maxwell on the Interpretation of Statutes, 12th ed., pp. 215, 216, 220, 221, 225: "Upon the presumption that the legislature does not intend what is unjust rests the leaning against giving certain statutes a retrospective operation. They are construed as operating only in cases or on facts which come into existence after the statutes were passed unless a retrospective effect is clearly intended. It is a fundamental rule of English law that no statute shall be construed to have a retrospective operation unless such a construction appears very clearly in the terms of the Act, or arises by necessary and distinct implication. The statement of the law contained in the preceding paragraph has been 'so frequently quoted with approval that it now itself enjoys 'almost judicial authority.' .................................... In general, when the substantive law is altered during the pendency of an action, the rights of the parties are decided according to the law as it existed when the action 'was begun, unless the new statute shows a clear intention to vary such rights. .................................... The rule against retrospective operation is a presumption only, and as such it may be overcome, not only by express words in the Act but also by circumstances sufficiently strong to displace it ." Καθοδηγητική είναι και η πιο κάτω αναφορά που γίνεται στο Halsbury's Laws of England, 5η έκδοση, τόμος 96, παράγραφος 1187: «Presumptions regarding retrospectivity. The presumptions that prevail on the question whether by implication an enactment is or is not intended to be retrospective are based initially on the nature of legislation, which gives rise to the general presumption against retrospectivity. Thereafter those presumptions depend on the concept of fairness. It is because of the general presumption against retrospectivity that an enactment will not normally be treated as retrospective even where to do so would not be unfair to any person. The presumption works in two ways: first, it is a tool of statutory interpretation that the courts apply when construing legislation, for which purpose it amounts to a presumption rebuttable by express words or necessary implication; secondly, it exerts a practical influence on the passage of legislation, being relied on by legislators in arguing against the imposition of retrospective legislation.» Σχετικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του R. S. Wright, J., στην Re Athlumney
(1898)2 Q.B. 547, όπου τονίσθηκε μεταξύ άλλων ότι τυχόν ασάφεια στο νομοθέτημα θα πρέπει να ερμηνεύεται με τρόπο έτσι ώστε αυτό να μην έχει αναδρομική ισχύ και να μη επεμβαίνει με κεκτημένα δικαιώματα: ΄Perhaps no rule of construction is more firmly established than this - that a retrospective operation is not to be given to a statute so as to impair an existing right or obligation , otherwise than as regards matter of procedure , unless the effect cannot be avoided without doing violence to the language of the enactment. If the enactment is expressed in language which is fairly capable of either interpretation, it ought to be construed as prospective only». Και στην απόφαση L΄ Office Cherifien v. Yamashita Ltd (Lord Mustill)
(1994)1 All ER 20 έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα σε σχέση με την αναδρομικότητα των νόμων : «Μy Lords, it would be impossible now to doubt that the court is required to approach questions of statutory interpretation with a disposition, and in some cases a very strong disposition, to assume that a statute is not intended to have retrospective effect. Nor indeed would I wish to cast any doubt on the validity of this approach for it ensures that the courts are constantly on the alert for the kind of unfairness which is found in, for example, the characterisation as criminal of past conduct which was lawful when it took place, or in alterations to the antecedent natural, civil or familial status of individuals. Nevertheless, I must own to reservations about the reliability of generalised presumptions and maxims when engaged in the task of finding out what Parliament intended by a particular form of words, for they too readily confine the court to a perspective which threats all statutes, and all situations to which they apply, as if they were the same. This is misleading, for the basis of the rule is no more than simple fairness, which ought to be the basis of every legal rule. True it is that to change the legal character of a person's acts or omissions after an event will very often be unfair; and since it is rightly taken for granted that Parliament will rarely wish to act in a way which seems unfair it is sensible to look very hard at a statute which appears to have this effect, to make sure that this is what Parliament really intended. This is, however, no more than common sense, the application of which may be impeded rather than helped by recourse to formulate which do not adapt themselves to individual circumstances, and which tend themselves to become the subject of minute analysis, whereas what ought to be analysed is the statute itself.» Όπως διαφαίνεται από τα αποσπάσματα που παρέθεσα πιο πάνω ο λόγος που οι Νόμοι δεν εφαρμόζονται αναδρομικότητα είναι γιατί αυτό θα προκαλούσε αδικία στα πρόσωπα που επηρεάζονται από τη θέσπιση του νόμου. Θα άλλαζε το νομικό χαρακτήρα των πράξεων και ή παραλείψεων των επηρεαζόμενων προσώπων και κατ ΄επέκταση των δικαιωμάτων τους. Η αρχή που απαγορεύει την αναδρομική εφαρμογή των νόμων έχει ως βάση τη δικαιοσύνη που πρέπει να είναι η βάση κάθε νόμου. Σχετικές επί του θέματος είναι και οι Κυπριακές αποφάσεις Republic v. Menelaou
(1982)3 CLR 419 και Χριστοδούλου και Δημοκρατίας
(1990)3(Γ) Α.Α.Δ. 2178, στις οποίες υιοθετήθηκαν οι αρχές που παραθέτω ανωτέρω. Στην υπόθεση Χριστοδούλου (ανωτέρω), ειπώθηκαν τα πιο κάτω από το Δικαστή Νικήτα σε σχέση με την ανάγκη διασφάλισης των αποκρυσταλλωμέων δικαιωμάτων ενός προσώπου και πότε αποκτάται ένα δικαίωμα: «Στέκομαι στο πρώτο επιχείρημα ότι παραβιάστηκε κεκτημένο δικαίωμα της αιτήτριας. Ο όρος vested right προσδιορίζεται εννοιολογικά στην απόφαση Republic v. Menelaou
(1982)3 C.L.R.
  1. Η επίκλησή του υποδηλώνει δικαιώματα που πρωταρχικά πηγάζουν από ουσιαστικό κανόνα δικαίου. Δικαίωμα αποκτάται στην περίπτωση που ολοκληρώθηκαν όλες οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την κτήση του. Όταν αποκρυσταλλωθεί οριστικά, το δικαίωμα ανήκει σε υποκείμενο δικαίου δηλαδή, νομικό ή φυσικό πρόσωπο που γίνεται φορέας του συγκεκριμένου δικαιώματος. Εκτός από τα ιδιωτικά δικαιώματα υπάρχουν και εκείνα που προκύπτουν από κανόνες δημοσίου δικαίου. Γίνεται γενικά δεκτό ότι δεν είναι ανεκτή η εκ των υστέρων επέμβαση σε δικαιώματα που απέρρευσαν από το νόμο. Αυτονόητο είναι ότι η αφαίρεση τέτοιων δικαιωμάτων θίγει από τη μια τη βεβαιότητα του δικαίου και από την άλλη υπονομεύει το κύρος του.» Καταλήγω ότι η μεταγενέστερη τροποποίηση του Νόμου 9/1965 δεν δύναται να εξαλείψει, καταργήσει και ή με οποιοδήποτε τρόπο διαφοροποιήσει το δικαίωμα που απέκτησε η Αιτήτρια στα πλαίσια της Αίτησης/Έφεσης XXXXX/2018, όπου αποφασίστηκε ότι δεν μπορούσε να προχωρήσει η διαδικασία δημόσιου πλειστηριασμού του ενυπόθηκου κτήματος, δυνάμει των διατάξεων του Νόμου 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί, ενόσω εκκρεμούσε προς εκδίκαση η αγωγή XXXXX/
  2. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προσομοιάζουν σε μεγάλη έκταση με τα γεγονότα στην πρωτόδικη απόφαση Αίτηση/Εφεση 51/2019, Π. Δαυίδ Είδη Υγιεινής ν. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ. του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερομηνίας 28.03.
  3. Και σε εκείνη την υπόθεση αποφασίστηκε από τη αδελφή δικαστή Ε. Εφραίμ ότι η μεταγενέστερη τροποποίηση του Νόμου δεν μπορούσε να παρέμβει στο κεκτημένο δικαίωμα των Αιτητών, που αυτοί απέκτησαν δυνάμει δικαστικής απόφασης, ήτοι ότι δεν μπορούσε να προωθηθεί η διαδικασία πλειστηριασμού προτού ολοκληρωθεί η εκδίκαση της αστικής αγωγής. Η Αίτηση- Έφεση επιτυγχάνει. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου κρίνω ότι δεν θα ήταν σκόπιμο να εξετάσω τους υπόλοιπους λόγους που εγείρονται στην Αίτηση. Εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της Αίτησης, ήτοι Διάταγμα με το οποίο ακυρώνεται και παραμερίζεται η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» η οποία αφορά την Υποθήκη XXXXX/2007 . Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ΄ης η αίτηση, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................. Τ.Καρακάννα Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.