NICHROPA DEVELOPERS LTD ν. ΤΣΙΕΛΕΠΗ, Αρ. Αγωγής: 506/2012, 13/1/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:A42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΔΩΡΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 506/2012 Μεταξύ: NICHROPA DEVELOPERS LTD Εναγόντων -και- XXXXX ΤΣΙΕΛΕΠΗ Εναγόμενου ----- Αίτηση για αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 7/10/2019 Ημερομηνία: 13 Ιανουαρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εναγόμενο-αιτητή: Ο κ. Γ. Κουκούνης. Για ενάγουσα-καθ΄ ης η αίτηση: Η κα Μ. Παπαλεοντίου, για Αδάμος Χατζηχριστοδούλου & Σία ΔΕΠΕ. Α Π Ο Φ Α Σ Η (δοθείσα αυθημερόν) Με την επίδικη αίτηση ημερομηνίας 7/10/2019, ο εναγόμενος επιδιώκει την έκδοση διατάγματος με το οποίο αναστέλλεται η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 27/8/2019 μέχρι εκδικάσεως έφεσης που καταχώρησε εναντίον της. Ο ενάγουσα αντέδρασε στο αίτημα, καταχωρώντας, στις 4/11/2019, ένσταση, στο κυρίως σώμα της οποίας, υπό αρίθμηση από α. έως και στ., καταγράφονται συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης. Τόσο την αίτηση, όσο και την ένσταση συνοδεύουν ένορκες δηλώσεις. Αναφορικά με την αίτηση, εκείνο που στην ουσία προβάλλεται μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει τούτη, είναι ότι ο εναγόμενος θεωρεί ότι η έφεση που άσκησε εναντίον της πρωτόδικης απόφασης έχει πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας. Προς υποστήριξη δε της θέσης του αυτής προβαίνει σε λεπτομερή επιχειρηματολογία, αναλώνοντας προς τούτο πέντε από τις έξι σελίδες της ενόρκου δηλώσεώς του, προβάλλοντας συνεχώς τη θέση περί του ότι η πρωτόδικη απόφαση είναι εσφαλμένη για τους λόγους που εκεί αναπτύσσει. Στη δε παράγραφο 35 της ένορκης του δήλωσης, ο εναγόμενος προβάλλει τη θέση ότι, αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα αναστολής εκτέλεσης θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά καθότι η ενάγουσας εταιρεία δεν είναι φερέγγυο πρόσωπο. Προς υποστήριξη δε της τελευταίας αυτής θέσης του, υπέδειξε την, κατά τον ίδιον, αδυναμία της ενάγουσας να εκδώσει νέα εγγυητική επιστολή ή τίτλο ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου. Τέλος, πάντα στη βάση του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, ο εναγόμενος προβάλλει και τη θέση ότι, αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα η ενάγουσα δεν θα επηρεαστεί δυσμενώς, ούτε και θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά, υποδεικνύοντας, μεταξύ άλλων, ότι, μέχρι σήμερα, δεν εκδόθηκε τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου. Από την άλλη, η ενάγουσα αρνείται τους ισχυρισμούς του εναγομένου και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένστασή της, επαναλαμβάνει, πλην όμως με περισσότερη λεπτομέρεια, αλλά και σχετική επιχειρηματολογία, τους λόγους ένστασης. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του εναγομένου περί αφερεγγυότητάς της, επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένστασή της , ως τεκμήριο 1, επιστολή των δικηγόρων της την οποία και απέστειλαν προς τον εναγόμενο, μέσω της οποίας τον ενημέρωναν ότι, νοουμένου ότι ο ίδιος θα απαιτούσε την περαιτέρω ανανέωση της εγγυητικής, η ενάγουσα συνηγορούσε σε μια τέτοια εξέλιξη, αφήνοντας, στην ουσία, το ζήτημα ανανέωσης ή μη της εγγυητικής να εξαρτηθεί από τις προθέσεις του εναγομένου. Στη βάση δε των δεδομένων αυτών, η ενάγουσα, μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένστασή της, αρνείται τον ισχυρισμό του ενάγοντα περί αφερεγγυότητάς της και προσθέτει ότι πρόκειται για «φερέγγυα εταιρεία χωρίς οικονομικές υποχρεώσεις προς οιονδήποτε και με τακτοποιημένες όλες τις φορολογικές» της υποχρεώσεις. Έχω διεξέλθει με προσοχή, τόσο την αίτηση, όσο και την ένσταση, αλλά και το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει αμφότερες, έχοντας συνέχεια κατά νου τα όσα αναφέρουν οι συνήγοροι στις γραπτές αγορεύσεις τους[1]. Κανένας εκ των ενόρκως δηλούντων δεν αντεξετάστηκε. Νομική πτυχή Όταν το Επαρχιακό Δικαστήριο βρίσκεται αντιμέτωπο με αίτηση ως η υπό εξέταση, εφαρμόζει τις αρχές που καθιερώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σχέση με την δική του εξουσία να αναστέλλει εκτέλεση απόφασης δυνάμει των προνοιών της Δ.35 θ.
- Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Λύρα κ.α. (Αρ.1)
(1997)1 ΑΑΔ 1384, 1386 και 1387 «Το αντικείμενο της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει της Δ.35, θ.18 είναι η αναστολή θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται. Το αντικείμενο της αναστολής είναι η υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση, και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται. Η θέση αυτή προκύπτει ευθέως από τις αποφάσεις (Fotiou and Anotherv. Petrolina Ltd.
(1984)1 C.L.R. 708, In re E.S. (an Infant)
(1986)1 C.L.R. 119" (βλ. επίσης Aftomata Eleourgia v. Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524). Η Δ.35, θ.18, δεν αποτελεί μέσο για την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ή την παρεμπόδιση της συνέχισης της μέχρι την ακρόαση της έφεσης. Η απαγόρευση (prohibition), της συνέχισης της διαδικασίας μπορεί να διαταχθεί μόνο με ένταλμα (prohibition), βάσει του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος». Επομένως, εκείνο που προκύπτει από την σχετική με το θέμα νομολογία, είναι ότι η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης, ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης, η οποία παραμένει τελεσίδικη και ισχυρή μέχρι την οποιαδήποτε τροποποίηση ή ανατροπή της από το εφετείο. Κατ' ακολουθία, προκύπτει ότι δεν θα πρέπει ο διάδικος υπέρ του οποίου εκδόθηκε μία απόφαση να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του απλά γιατί εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη, όμως, αποτελεί πάγια, βασική και κύρια προϋπόθεση για τους σκοπούς της απονομής της δικαιοσύνης, ότι θα πρέπει να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα του δικαιώματος ενός προσώπου να ασκήσει έφεση και θα πρέπει να εκδίδονται διατάγματα αναστολής εκτέλεσης μίας απόφασης όταν, εν απουσία ενός τέτοιου διατάγματος, δημιουργείται πιθανότητα εξανέμισης της αξίας της έφεσης. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Sapphire Seas
(2001)1 AAΔ 955, «Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια». Προκύπτει, ακόμα, από την σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι, για να ασκήσει το Δικαστήριο την διακριτική του εξουσία υπέρ της αναστολής της εκτέλεσης μιας απόφασης, θα πρέπει ο αιτητής, που φέρει και το σχετικό βάρος, να αποδείξει την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων που καθιστούν επιβεβλημένη μια τέτοια ενέργεια. Αναφορικά δε με το τι συνιστά εξαιρετικές περιστάσεις αναφέρθηκε ότι, οι περιστάσεις πρέπει να συσχετίζονται με τις συνέπειες της εφαρμογής της απόφασης που εκδόθηκε πρωτόδικα και να είναι δυνατό να υποδειχθούν οι ιδιαίτερα δυσμενείς συνέπειες που θα προκύψουν στον αιτητή, στην περίπτωση που δεν ανασταλεί η εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης και σε μεταγενέστερο χρόνο επιτύχει η έφεση. Εκεί δε που η πρωτόδικη απόφαση, την αναστολή της εκτέλεσης της οποίας επιδιώκει ο αποτυχόν διάδικος, αφορά σε απόφαση δια της οποίας διατάσσεται ο αιτητής να καταβάλει ορισμένο χρηματικό ποσό, ο αιτητής, για να αποδείξει την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων, θα πρέπει να υποδείξει, είτε ότι ο επιτυχών διάδικος είναι κάτοικος εξωτερικού ή ότι είναι αφερέγγυος ή τέλος ότι, αν τυχόν καταβάλει τα χρήματα που διατάχθηκε δια της απόφασης να καταβάλει και σε μεταγενέστερο στάδιο επιτύχει η έφεση του δεν θα μπορέσει ο επιτυχών διάδικος να του επιστρέψει το ποσό που κατέβαλε (Μιχάλης Δημητρούδης ν. Ανδρέα Νίκου Λουγκρίδη,
(2011)1 Α.Α.Δ. 687). Ως προς δε την προοπτική επιτυχίας της έφεσης, αν και αποτελεί σχετικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο, εντούτοις, τούτος, υπέχει οριακής σημασίας στις πλείστες των περιπτώσεων, μιας και η διάγνωση των δικαιωμάτων των διαδίκων στην εκκρεμούσα διαδικασία θα αποτιμηθεί στην ακρόαση της εν λόγω διαδικασίας. Είναι μόνο στις περιπτώσεις που μπορεί με βεβαιότητα να γίνει από αυτό το στάδιο πρόγνωση αναφορικά με την πιθανότητα επιτυχίας ή αποτυχίας της έφεσης, χωρίς αναγκαία επιπρόσθετη συζήτηση, που ο εν λόγω παράγοντας καθίσταται ουσιαστικός στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου. Για μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος βλ. Thorn Domestic Appliances v. Alpan (Takis Bros) Ltd
(1982)JSC 544, Charalambous v. Nicolaides & Neophytou
(1985)1 C.L.R. 737, I. Aristidou v. N. Aristidou
(1985)1 C.L.R. 649, Christofi and Others v. Iacovidou
(1985)1 C.L.R. 713, Νεοφύτου ν. Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ. 592, Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχή Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, 1150-1, Μέγας Χ΄Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd & Others
(1991)1 A.A.Δ. 172, Α.Β.Ρ. Holdings Ltd & Άλλου ν. Ανδρέα Κιταλίδη & Άλλων
(1994)1 Α.Α.Δ. 287, Βογαζιανού ν. Γενικού Εισαγγελέας
(1997)1Β Α.Α.Δ. 591, Θωμά ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1 Α.Α.Δ. 797, Loukos Trading Co. Ltd v. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάϊγκ Κο. Λτδ
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1014, 1018, THANOS Club Hotels Limited v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας κ.α.
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ. 312, 314-5, Marfin Popular Bank Public Co. Ltd v. Telec Logistic Company Ltd
(2008)1 (A) A.A.Δ. 764, 767-8 και Δημητρούδης ν. Λουγκρίδη (ανωτέρω)). Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την επίδικη αίτηση στο νομικό πλαίσιο που τα αφορά Εξαρχής σημειώνω ότι η επίδικη αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Οι πιθανότητες επιτυχίας μιας εκκρεμούσας έφεσης είναι, ναι μεν, παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας. Ως υποδείχθηκε στα πλαίσια της παράθεσης της νομικής πτυχής, ένας τέτοιος παράγοντας υπέχει σημασίας εκεί που μπορεί με βεβαιότητα να γίνει από αυτό το στάδιο πρόγνωση αναφορικά με την πιθανότητα επιτυχίας ή αποτυχίας της έφεσης, χωρίς αναγκαία επιπρόσθετη συζήτηση, κάτι που δεν συμβαίνει στη υπό εξέταση υπόθεση. Τα πλείστα, αν όχι όλα, ζητήματα τα οποία εγείρονται με την έφεση, φαίνεται να απασχόλησαν το πρωτόδικο Δικαστήριο και για την τύχη των οποίων, μόνον κατόπιν ενδελεχούς συζήτησης, μπορεί κάποιος να εκφράσει, σ΄ αυτό το στάδιο, γνώμη. Κάτι που καθιστά, στην υπό εξέταση περίπτωση, τον παράγοντα αυτό ελάχιστης σημασίας. Εν πάση περιπτώσει, σε ότι αφορά στην παρούσα περίπτωση, με δεδομένο ότι η απόφαση, την αναστολή εκτέλεσης της οποίας επιδιώκει ο εναγόμενος, αφορά σε διαταγή του Δικαστηρίου για καταβολή από αυτόν συγκεκριμένου χρηματικού ποσού, εφαρμογής τυγχάνουν τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Δημητρούδης (ανωτέρω), σύμφωνα με τα οποία, για να μπορεί ο αποτυχών διάδικος, ο οποίος διατάχθηκε να καταβάλει συγκεκριμένο ποσό, να επιτύχει σε αίτηση για αναστολή εκτέλεσης μια τέτοιας απόφασης, θα πρέπει να αποδείξει, είτε ότι ο επιτυχών διάδικος είναι κάτοικος εξωτερικού, είτε ότι πρόκειται για αφερέγγυο πρόσωπο, είτε, τέλος, ότι, οι περιστάσεις που περιβάλλουν την υπόθεση είναι τέτοιες, που στην περίπτωση που ήθελε η έφεσή του επιτύχει και ο ίδιος, στο μεταξύ, καταβάλει το ποσό της απόφασης, τότε ο επιτυχών διάδικος δεν θα μπορέσει να του επιστρέψει τα χρήματα. Η μόνη σχετική με το ζητούμενο αναφορά του εναγομένου στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση απαντάται στην παράγραφο 35, η οποία έχει ως ακολούθως: «.Θα υποστώ ανεπανόρθωτη ζημιά, καθόσον έχω να κάμω με μια εταιρεία η οποία δεν μπόρεσε να εκδώσει νέα εγγυητική επιστολή ή τίτλο ιδιοκτησίας και δεν πιστεύω ότι θα το πράξει, ως επίσης πιστεύω ότι δεν είναι φερέγγυο πρόσωπο». Πέρα του γεγονότος ότι η μόλις πιο πάνω αυτουσίως καταγραφείσα αναφορά χαρακτηρίζεται από πλήρη γενικότητα και αοριστία, η αντίθετη θέση που προέβαλε η ενάγουσα, στη βάση της οποίας , όχι απλά δεν έδειξε οποιαδήποτε αδυναμία να ανανεώσει την εγγυητική, αλλά, τουναντίον, έδειξε πλήρη ετοιμότητα να πράξει τούτο (αν πρόθεση του εναγόμενου ήταν να ανανεωθεί η εγγυητική), παρέμεινε αναντίλεκτη. Ο εναγόμενος, μη αντεξετάζοντας τον ομνύοντα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση και μη προσφέροντας οποιαδήποτε περαιτέρω μαρτυρία προς αντίκρουση των εκεί αναφερόμενων ισχυρισμών, αποδέχτηκε, στην ουσία, ότι απεστάλη η επιστολή τεκμήριο 1, και παραλήφθηκε από τον ίδιο ο οποίος έγινε γνώστης του περιεχομένου της. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί, γενικά και αόριστα, να ισχυρίζεται αδυναμία της ενάγουσας να ανανεώσει την εγγυητική. Κάθε άλλο επιχείρημα του εναγόμενου που προωθείται προς απόδειξη της θέσης περί ύπαρξης εξαιρετικών περιστάσεων εδράζεται στην επιχειρηματολογία που προβάλλεται προς υποστήριξη των λόγων έφεσης που ασκήθηκε εναντίον της πρωτόδικης απόφασης και κατά συνέπεια το βάσιμο ή μη κάθε τέτοιου επιχειρήματος εξαρτάται από την έκβαση της έφεσης. Στη βάση των ανωτέρω, ο εναγόμενος που είχε και το βάρος να αποδείξει την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων., ως τούτες ερμηνεύτηκαν στα πλαίσια της απόφασης Δημητρούδης (ανωτέρω), απέτυχε να το πράξει και κατά συνέπεια δεν νομιμοποιείται να απαιτεί να του αποδοθεί η αιτούμενη θεραπεία. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, η Αίτηση απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, δεν έχω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας και κατά συνέπεια τα έξοδα της επίδικης Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Δ Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΧΚ. [1] Ο κ. Κουκούνης ζήτησε και του δόθηκε χρόνος και τόνισε σημεία τα οποία καλύπτονται από το γραπτό κείμενο της αγόρευσής του. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο