← Κύπρος

ΚΙΝGSTON UNIVERSITY LONDON ν. MELA, Αρ. Αγωγής: 500/18, 5/2/2020

ΚΙΝGSTON UNIVERSITY LONDON ν. MELA, Αρ. Αγωγής: 500/18, 5/2/2020 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2020:A43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ. Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 500/18 Μεταξύ: ΚΙΝGSTON UNIVERSITY LONDON Εναγόντων, και XXXXX XXXXX XXXXX MELA Εναγομένης. Ημερομηνία: 5 Φεβρουαρίου, 2020 Αίτηση ημερ. 5/9/

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για αιτήτρια-εναγόμενη: Η κα Ελ Μάρκου. Για καθ΄ ων η αίτηση-ενάγοντες: Η κα Βασιλείου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex tempore) Η Απαίτηση Στις 3/8/18 οι ενάγοντες καταχώρισαν την υπό ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Ως αβίαστα προκύπτει από το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος, βασικότερα βάση αγωγής αποτελεί ο παραδεδεγμένος κάθετος ξεκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated). Ως μέρος των δικογραφήσεων τους οι ενάγοντες, στις παραγράφους 6, 8 και 9 της Εκθεσης Απαίτησης, προωθούν και τις κάτωθι θέσεις:
  2. «παρά το γεγονός ότι αναγνώρισε την οφειλή της προς την ενάγουσα» (παράγραφος 6),
  3. «και ότι ουδέποτε δεν προέβαλε την οποιαδήποτε αμφισβήτηση της ορθότητας του περιεχομένου τους, και/ή του εκάστοτε υπολοίπου οφειλόμενου του εν λόγω λογαριασμού» (παράγραφος 8) και
  4. «παρά το γεγονός ότι αναγνώρισε την οφειλή του προς την ενάγουσα και αποδέχθηκε το οφειλόμενο ποσό του λογαριασμού» (παράγραφος 9). Τα όσα ανωτέρω, αυτουσίως, αναφέρονται από τους ενάγοντες στην έκθεση απάιτησης, αποδίδονται στην εναγόμενη. Η επίδικη αίτηση Με την υπό εξέταση αίτηση της, η εναγόμενη επιδιώκει την διαγραφή των πιο πάνω διαγράφησεων στην βάση του ισχυρισμού ότι πρόκειται για μαρτυρία η οποία δεν επιτρέπεται να δικογραφείται και τούτο γιατί με τη συμπερίληψη τους στο δικόγραφο των εναγόντων δημιουργείται ανεπίτρεπτη προκατάληψη εναντίον της εναγόμενης. Με αναφορά σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Κασπαρής ν. Αχιλλέως

(1995)1 Α.Α.Δ. 492 και Ιωάννου ν. Χαραλαμπίδου
(1998)1 Α.Α.Δ. 555, αλλά και με παραπομπή σε αγγλική νομολογία (βλ. Bruce v. Odhams Press Ltd
(1936)1 K.B. 697, η εναγόμενη υποστηρίζει ότι οι συγκεκριμένες διαγραφίσεις θα πρέπει να διαγραφούν στη βάση των προνοιών της Δ.19 θ.26, οι οποίες, πρόνοιες, επιτρέπουν την απόδοση μιας τέτοιας θεραπείας. Η ένσταση Στην αντιπέρα όχθη, οι ενάγοντες, με την ένσταση τους, μεταξύ άλλων (βλ. λόγος ένστασης 3), προβάλουν τη θέση ότι οι συγκεκριμένες διαγραφίσεις, όχι απλά δεν πρέπει να διαγραφούν, αλλά αποτελούν αναγκαίες διαγραφίσεις για σκοπούς προώθησης της αγωγής τους, υποδεικνύοντας, μέσω της αγόρευσης τους, ότι η παρούσα αγωγή στην ουσία εδράζεται στη νομική βάση του παραδεδεγμένου λογαριασμού. Επί της ενστάσεως καταγράφονται επτά λόγοι ένστασης, τους οποίους δεν κρίνω απαραίτητο να παραθέσω με λεπτομέρεια στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Την ένσταση συνοδεύει ένορκος δήλωση συνηγόρου που εργάζεται στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τους ενάγοντες, στην οποία, ούτε λίγο ούτε πολύ, επαναλαμβάνονται, πλην όμως με περισσότερη λεπτομέρεια, αλλά και σχετική επιχειρηματολογία, οι επτά λόγοι ένστασης. Ακροαματική διαδικασία. Οι συνήγοροι κατά την ημέρα ακρόασης της αίτησης παρέδωσαν στο Δικαστήριο τις γραπτές αγορεύσεις που ετοίμασαν και υιοθέτησαν έκαστος το περιεχόμενο της δικής τους αγόρευσης, χωρίς να προστεθεί οτιδήποτε περαιτέρω. Κανένας εκ των ομνυόντων δεν αντεξετάστηκε. Νομική πτυχή. Σχετικές με την υπό εξέταση αίτηση, είναι οι πρόνοιες της Δ.19 Θ.26 οι οποίες είναι οι ακόλουθες: "The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action." Στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρείας Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1 ΑΑΔ 685, αναφέρθηκε ότι, τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης. Η δε σύνταξη τους, διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες που ενσωματώνονται στη Δ.19 και οι οποίοι σκοπό έχουν, να διασφαλίσουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Ειδικότερα από τον Θεσμό 4, σύμφωνα με τον οποίο, μόνο τα ουσιώδη γεγονότα πρέπει να δικογραφούνται. Επίσης, στη σελίδα 690, της εν λόγω απόφασης, σχετικα με το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηριστεί «embarrassing» εν τη έννοια της Δ.19 Θ. 26, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως embarrassing, σύμφωνα με του παραπάνω κανονισμό, αναφέρει με καθαρότητα στη σελ. 147 ο εκδότης των Bullen & Leake, ανωτέρω: "Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations." Η πεμπτουσία είναι oτι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς. Το λόγο γι' αυτό μας δίνει η British Airways Pension Trustees Ltd v. Sir Robert McAlpine
(1994)72 B.L.R. 26: «The basic purpose of pleadings is to enable the opposing party to know what case is being made in sufficient detail to enable that party properly to prepare to answer it, .............................. Pleadings are not a game to be played at the expense of the litigants, they are not an end in themselves, but a means to the end, and that end is to give eachparty a fair hearing. » Όπως επεξηγείται στην Cyber Group Ltd ν. Κ. Χαραλαμπίδης
(2004)ΙΓ Α.Α.Δ. 1852, η Δ.19 Θ. 26 επιτρέπει τη διαγραφή δικογράφου το οποίο είναι μη αναγκαίο ή σκανδαλώδες ή τείνει να προκαταλάβει ή επηρεάσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής και έχει ως κύριο σκοπό τη συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Όμως, ένα δικόγραφο δεν είναι ενοχλητικό απλώς γιατί οι ισχυρισμοί που περιέχει δυνατό να αποδειχθούν τελικά αναληθείς (βλ. Turquand v. Fearon 48 J.J. Q.B. 703) ή γιατί τα νομικά σημεία που εγείρονται μπορεί να αποδειχθούν ανεφάρμοστα ή να απορριφθούν στο τέλος της υπόθεσης ή διότι παρατίθενται διαζευκτικές βάσεις αγωγής. Η τάση του Δικαστηρίου είναι να διατάσσει τη διαγραφή ενός δικογράφου μόνον όταν εγείρεται θέμα άσχετο ή μη αναγκαίο και το γεγονός τούτο είναι ξεκάθαρο. (Βλ. London Corporation v. Homer
(1914)111 L.T. 512 C.A.). Στην υπόθεση Kemsley v. Foot
(1951)2 K.B. 34 C.A., αποφασίστηκε ότι είναι ορθότερο να αφήνεται ένα δικόγραφο όπως έχει, εκτός αν είναι ξεκάθαρα ενοχλητικό για τον άλλο διάδικο. Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα αίτηση στο νομικό πλαίσιο που τα αφορά. Εχω εξετάσει με προσοχή την αίτησης της εναγομένης και σε πλήρη συμφωνία με τις θέσεις των εναγόντων κρίνω ότι τούτη είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Οι δύο αποφάσεις στις οποίες παρέπεμψε το Δικαστήριο (έγινε ειδική αναφορά ανωτέρω) δεν έχουν δημιουργήσει κανόνα καθολικής εφαρμογής για απαγόρευση κάθε δικογράφησης παραδοχής ή μη αμφισβητούμενου υπόλοιπου. Πρέπει τα όσα αναφέρθηκαν στις αποφάσεις αυτές να διαβαστούν υπό το φως των ειδικών γεγονότων που περιβάλουν τούτες. Υποδεικνύω, συναφώς, ότι, στην υπόθεση Ιωάννου ν. Χαραλαμπίδου (ανωτέρω) το ζήτημα προς εξέταση ήταν εντελώς διαφορετικό από ότι στην υπό εξέταση περίπτωση, όπως και η νομική βάση της, η οποία δεν έχει ως συστατικό στοιχείο της την παραδοχή ή τη μη αμφισβήτηση του υπολοίπου ενός λογαριασμού, με αποτέλεσμα ορθώς εκεί να αναφερθεί ότι οποιαδήποτε ενδεχόμενη παραδοχή ενός εναγόμενου αποτελούσε μέσο απόδειξης των λοιπών δικογραφημένων ισχυρισμών του ενάγοντα και όχι θέση που επιτρέπεται να δικογραφηθεί. Όσον αφορά την υπόθεση Κασπαρή (ανωτέρω), η εκεί αναφορά του Δικαστηρίου περί του ότι δεν πρέπει να περιέχονται στα δικόγραφα κατ' ισχυρισμό παραδοχές αντιδίκου και ή καταρτήσεις λογαριασμών, αναφέρθηκαν στα πλαίσια εξέτασης αναφορικά με το κατά πόσο ο εκεί εναγόμενος μπορούσε να προσκομίσει ως μαρτυρία τέτοια παραδοχή για υποστήριξη του κατά τα άλλα δικογραφημένου ισχυρισμού του περί υπερπληρωμές του προς την άλλη πλευρά. Είναι ξεκάθαρο από τα ανωτέρω ότι, αμφότερες οι αποφάσεις αυτές διαφοροποιούνται άρδην από την εξέταση υπόθεση όπου η βάση αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος λογαριασμός. Ως αναφέρθηκε στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Ρεϊνμποου Πλητσιηγκ και Νταϊγκ Κο. Λτδ.
(2005)1 Α.Α.Δ. 610 «Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τι συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση.» Προκύπτει αβίαστα από τον πιο πάνω ορισμό της νομικής βάσης παραδεδεγμένου λογαριασμού ότι, η όποια παραδοχή του περιεχομένου ενός λογαριασμού και ή μη αμφισβήτηση του αποτελούν συστατικά στοιχεία της ίδιας της νομικής βάσης και κατά συνέπεια η λογική και μόνο θέλει τέτοιους ισχυρισμούς να δικογραφούνται για να είναι δυνατή η απόδοση θεραπείας στη βάση της. Είναι με γνώμονα τα ανωτέρω που κρίνω ότι, στην προκειμένη περίπτωση, οι υπό διαγραφή δικογραφημένοι ισχυρισμοί, όχι απλά δεν είναι τέτοιοι που να δικαιολογείται η διαγραφή τους, αλλά, τουναντίον, πρόκειται για ισχυρισμούς οι οποίοι έπρεπε να δικογραφηθούν με δεδομένη τη ουσιαστική νομική βάση της αγωγής, και δη αυτή του παραδεδεγμένου λογαριασμού. Έχοντας καταλήξει ως ανωτέρω, παρέλκει η ανάγκη για εξέταση οποιουδήποτε άλλου προβαλλόμενου λόγου ένστασης και κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται. Ως προς το ζήτημα των εξόδων, δεν έχω κανένα λόγο γιατί τούτα να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αίτησης, και κατά συνέπεια, αυτά επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι, ωστόσο, καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............................. Θ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.