Ιωάννου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 392/16, 7/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 392/16 Μεταξύ:
- ΧXX Ιωάννου
- Charis K. Ioannou & Son Constructions Limited
- CH. & A. Ioannou Developers Limited
- Silver Malo Estates Ltd Ενάγοντες και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 2.11.2020 για προσωρινό Διάταγμα Ημερομηνία: 7 Ιανουαρίου, 2021 Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Παναούτας Για τους Εναγόμενους - Καθ'ων η Αίτηση: κ. Μακρίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρίστηκε την 11.2.2016 και με αυτήν οι Ενάγοντες αξιούν εναντίον των Εναγομένων διατάγματα με τα οποία να αναγνωρίζεται ότι οι μεταξύ των διαδίκων συμφωνίες δανείου και οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις παραχωρήθηκαν είναι άκυρες. Διαζευκτικά αξιούν δηλώσεις και απόφαση ότι οι Εναγόμενοι προέβησαν σε παράνομες χρεώσεις και υπερχρεώσεις. Με την Έκθεση Απαιτήσεως τους οι Ενάγοντες αναφέρουν ότι, κατόπιν γραπτών συμφωνιών που σύνηψαν με τους Εναγόμενους, διατηρείται σε ισχύ αριθμός λογαριασμών στο όνομα όλων των Εναγόντων ως πρωτοφειλετών τους οποίους εγγυήθηκαν με προσωπικές εγγυήσεις και υποθήκες οι λοιποί Ενάγοντες. Προβάλλουν την θέση ότι παρά το ότι εξέφρασαν την επιθυμία να λάβουν νομική συμβουλή πριν την υπογραφή των συμφωνιών οι Εναγόμενοι τους καθησύχασαν και τους διαβεβαίωσαν για την άψογη και καλόπιστη συνεργασία τους. Κατά το έτος 2012 - 2013 όταν η κρίση πίεζε την οικονομία κυρίως λόγω της κατάρρευσης του τραπεζικού συστήματος και της συμπεριφοράς των Εναγομένων, ο τομέας της δραστηριότητας των Εναγόντων επηρεάστηκε σημαντικά με αποτέλεσμα να επέλθει αδυναμία πληρωμής των δόσεων τους και απευθύνθηκαν στους Εναγόμενους με σκοπό την αναδιάρθρωση των δανείων τους καλώντας τους να επιδείξουν κατανόηση και ευελιξία, οι Εναγόμενοι όμως απέφευγαν και καθυστερούσαν αδικαιολόγητα να συζητήσουν ή απαντήσουν στις οχλήσεις των Εναγόντων. Επιπλέον επιβάρυναν τους λογαριασμούς με παράνομες χρεώσεις και ανατοκισμούς και αντισυμβατικές αυξήσεις επιτοκίων επαχθών και καταστροφικών προς τα άμεσα οικονομικά συμφέροντα των Εναγόντων. Θέση των Εναγόντων είναι ότι τόσο οι συμφωνίες όσο και οι εγγυήσεις και εξασφαλίσεις που παραχωρήθηκαν προς όφελος των Εναγομένων είναι άκυρες εξαρχής ως παράνομες επειδή τελέστηκαν κατόπιν δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων από μέρους των Εναγομένων. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν την 26.10.2018 Υπεράσπιση στην αγωγή με την οποία αρνούνται την απαίτηση των Εναγόντων. Θέση τους είναι ότι υπογράφτηκαν κατά διαστήματα διάφορες συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων κατόπιν απαίτησης των ίδιων των Εναγόντων οι οποίοι υπέγραφαν με ελεύθερη βούληση και κατόπιν ανεξάρτητης συμβουλής που λάμβαναν από δικούς τους συμβούλους. Οι συμφωνίες κατά καιρούς αναδιαρθρώνονταν και τροποποιούνταν κατόπιν απαίτησης των ίδιων των Εναγόντων καθότι οι Ενάγοντες δεν εκπλήρωναν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντι των Εναγομένων και παρέλειπαν να καταβάλουν εμπρόθεσμα τις δόσεις τους. Παραδέχονται ότι προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων είχαν υπογραφτεί συμφωνίες εξασφαλίσεων. Ουδέποτε, όμως, αποδέχτηκαν ή συμφώνησαν οι Εναγόμενοι να ενεργούν ως χρηματοοικονομικοί συμβούλοι των Εναγόντων και οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων ήσαν σχέσεις τραπεζίτη - πελάτη. Ουδέποτε τους ανέφεραν ότι δεν ήταν απαραίτητο να λάβουν ανεξάρτητη νομική ή άλλη συμβουλή πριν την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών και ό,τι συμφωνήθηκε μεταξύ τους καταγράφεται στις συμφωνίες. Ισχυρίζονται ότι ενήργησαν καθ' όλη την διάρκεια της συνεργασίας τους καλόπιστα, με επαγγελματισμό και επιμέλεια ενώ αποδέχονταν τις αιτήσεις των Εναγόντων για αναδιάρθρωση και τροποποίηση των υποχρεώσεων τους. Οι όποιες μεταβολές έγιναν στους όρους των διευκολύνσεων ή στο ύψος των χρεώσεων επιτοκίων έγιναν με την σύμφωνη γνώμη των Εναγόντων, νομότυπα και σε εφαρμογή των όρων των συμφωνιών, οι δε Ενάγοντες ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν γι' αυτές. Την 30.10.2018 οι Ενάγοντες καταχώρισαν Απάντηση στην Υπεράσπιση με την οποία αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγομένων που περιέχονται στην Υπεράσπιση τους και εμμένουν στους δικούς τους ισχυρισμούς όπως αυτοί περιέχονται στην Έκθεση Απαιτήσεως. Ακολούθησε ο ορισμός της αγωγής για οδηγίες, η καταχώριση ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης και ονομαστικών καταλόγων με σύνοψη μαρτυρίας εκατέρωθεν. Την 19.11.2019 καταχωρίστηκε από μέρους των Εναγόντων αίτηση με την οποία ζητείτο η ακύρωση ή διακοπή ή αναστολή της προώθησης εκ μέρους των Εναγομένων της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης της ενυπόθηκης, δια της XXX υποθήκης, περιουσίας του Ενάγοντα αρ.
- Παρά τον ορισμό της εν λόγω αίτησης για ακρόαση, αυτή τελικώς αποσύρθηκε άνευ βλάβης την 12.5.
- Η αγωγή παραμένει ορισμένη για ακρόαση την 25.2.
- Με την υπό εκδίκαση Αίτηση οι Ενάγοντες ζητούν τα πιο κάτω: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή διακόπτεται και/ή αναστέλλεται και/ή εμποδίζεται η προώθηση εκ μέρους των Εναγομένων της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης μέσω πλειστηριασμού της ενυπόθηκης ακίνητης περιουσίας του Ενάγοντα 1 -Αιτητή με αριθμό εγγραφής XXX, Φυλ/Σχ Τμήμα 0/2-206-342/8, XXX στον Άγιο Αθανάσιο , στη Λεμεσό, ο οποίος έχει οριστεί για τις 11.1.2021 όπως αναφέρεται στην ειδοποίηση «Τύπου ΙΑ» ημερομηνίας 1.9.2020, που κοινοποιήθηκε και/ή στάληκε στον Ενάγοντα 1-Αιτητή από τους Εναγομένους, μέχρι την εκδίκαση και έκδοση απόφασης στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να εμποδίζει και/ή να απαγορεύει και/ή να αναστέλλει την πώληση με πλειστηριασμό και/ή την εκποίηση και/ή την προώθηση τέτοιας διαδικασίας για την υποθήκη που αφορά η αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, δηλαδή της υποθήκης του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού με αριθμό XXX, μέχρι αποπεράτωσης της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου». Η Αίτηση στηρίζεται στο αρ. 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στο αρ. 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο αρ. 44Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/65, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.1, Δ.39, Δ.48 Θ.Θ. 1 - 3, 8 και 9 και Δ.64, στην διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου και στη σχετική Νομολογία. Συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση στην οποία προβαίνει ο κ. XXXXX Ιωάννου, Ενάγοντας αρ.
- Ο Ενάγοντας αρ. 1 αναφέρει ότι σύνηψε με τους Εναγόμενους συμφωνίες δανείου, παροχής πιστωτικών και τραπεζικών διευκολύνσεων αναφορικά με 4 λογαριασμούς και προς εξασφάλιση της πιστής τήρησης των υποχρεώσεων του προς τους Εναγόμενους παραχώρησε την υποθήκη με αρ. XXX του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού. Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας των λογαριασμών, παρά το γεγονός ότι μέχρι το 2015 ήταν τυπικός στην καταβολή των δόσεων του, διαπίστωσε ότι το εκάστοτε υπόλοιπο δεν μειωνόταν με τον τρόπο που θα έπρεπε. Μετά τα γεγονότα που αφορούσαν στην κατάρρευση της οικονομίας επήλθε μερική αδυναμία συμμόρφωσης του με την καταβολή των δόσεων από το 2015 και μετά. Όπως λέει ο Ενάγοντας αρ. 1, πριν την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών ήταν επιθυμία του να τύχει νομικής συμβουλής αλλά οι Εναγόμενοι τον καθησύχασαν λέγοντας του ότι δεν ήταν αναγκαίο και τον διαβεβαίωσαν ότι η συνεργασία μεταξύ των θα ήταν άψογη και ότι σε περίπτωση τυχών μελλοντικών δυσκολιών θα τύγχανε της πλήρους και αμέριστης συμπαράστασης τους. Στηριζόμενος στις υποσχέσεις αυτές υπέγραψε τις συμφωνίες. Κατά τα τέλη του 2015 η εισοδηματική του ικανότητα επηρεάστηκε σημαντικά λόγω και σχεδόν της κατακόρυφης μείωσης των επαγγελματικών του εισοδημάτων επήλθε σε κάποιο βαθμό αδυναμία πληρωμής των δόσεων του και απευθύνθηκε στο οικείο τμήμα των Εναγομένων με σκοπό την αναδιάρθρωση ή ανανέωση των δανείων του, ζητώντας ουσιαστικά στήριξη από τους Εναγόμενους καλώντας τους να δείξουν κατανόηση στο θέμα αποπληρωμής των δανείων του. Θέση του είναι ότι στην βάση όλων των πιο πάνω υποσχέσεων, δηλώσεων και διαβεβαιώσεων τους οι Εναγόμενοι όφειλαν να επιδείξουν προς αυτόν τέτοια αντιμετώπιση ώστε να διασφαλιστούν οι ανάγκες και τα συμφέροντα του ως πελάτη τους. Παρόλο τούτο, οι Εναγόμενοι απέφευγαν και καθυστερούσαν να συζητήσουν ή ανταποκριθούν στις συνεχείς οχλήσεις του. Κατά παράβαση δε των προαναφερόμενων δηλώσεων και υποσχέσεων τους επιβάρυναν τους λογαριασμούς του με παράνομες χρεώσεις και επιτόκια επαχθή και καταστροφικά προς τα οικονομικά του συμφέροντα. Εισηγείται ότι όλες οι συμφωνίες και οι επιβαρύνσεις είναι άκυρες επειδή τελέστηκαν κατόπιν δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων ότι οι Εναγόμενοι δήθεν θα επιδείκνυαν συνέπεια στην πιστή τήρηση των όρων αυτών, ότι οι χρεώσεις θα γίνονταν μέσα στο πλαίσιο των γραπτών συμφωνιών και ότι θα ενεργούσαν καλόπιστα και ειλικρινά κατά τη διάρκεια λειτουργίας των λογαριασμών ενώ δεν του επεξήγησαν την σχέση των εξασφαλίσεων και υποθηκών. Εν μέσω δε των προσπαθειών του Ενάγοντα αρ. 1 για επίτευξη λύσης αναδιάρθρωσης, οι Εναγόμενοι απέστειλαν σε αυτόν Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ ενημερώνοντας τον ότι τα υπόλοιπα που εξασφαλίζονται από την XXXXX/12 κατέστησαν απαιτητά. Παρά τις αγωνιώδεις προσπάθειες του οι Εναγόμενοι κωλυσιεργούσαν και δεν αντιμετώπισαν με δέουσα σοβαρότητα τις προσπάθειες του για εξεύρεση λύσης προς αποφυγή της πώλησης. Ενόψει της μη εξεύρεσης λύσης η μόνη διέξοδος είναι η προσφυγή στο Δικαστήριο για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ισχυρίζεται ότι στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων του με τους Εναγόμενους, προσέφερε σε αυτούς δύο ακίνητα αξίας πέραν των €1.400.000 τα οποία αυτοί δεν αποδέχθηκαν και η μοναδική τους απάντηση και σκοπός ήταν να δώσει το ακίνητο που αφορά η Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ, που είναι και η κατοικία στην οποία διαμένει. Θέση περαιτέρω του Ενάγοντα αρ. 1 είναι ότι οι τελευταίες τροποποιήσεις του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν.9/65παραβιάζουν τα Αρ. 23, 26, 28 και 30 του Συντάγματος και ότι διαφαίνεται η κακοπιστία των Εναγομένων. Εισηγείται ότι συντρέχουν εξαιρετικές και ειδικές περιστάσεις ώστε να νομιμοποιείται στην Αίτηση γιατί τα περιστατικά αποδεικνύουν την ύπαρξη κινδύνου να προκληθεί σε αυτόν μεγαλύτερη ζημιά αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, υπάρχει δε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και οι Ενάγοντες πετύχουν στην αγωγή τους δεν θα μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη αφού δεν θα μπορεί να επανέλθει στην ιδιοκτησία του το επίδικο ακίνητο και η αγωγή θα παραμείνει άνευ αντικειμένου. Το ζήτημα δεν αφορά μόνο την οικονομική διάσταση αλλά το ότι κάποιος καλόπιστος τρίτος θα αποκτήσει καλύτερο ιδιοκτησιακό δικαίωμα από τον ίδιο στην ιδιοκτησία του. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν Ένσταση στην Αίτηση η οποία στηρίζεται στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο Ν.9/65αρ. 5, 27, 36, 44 A - 44ΙΑΑ, 44ΚΣΤ και παραρτήματα αυτού, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς, ΚΔΠ 185/2015, στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο Κεφ. 224, στους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς, στα αρ. 21, 29, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/1960, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 αρ. 4, 5 και 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.32, Δ.38, Δ.39, Δ.48, Δ.64, στους γενικούς κανόνες επιείκειας και στην πρακτική και τις σύμφυτες εξουσίες του Σεβαστού Δικαστηρίου. Σε αυτή προβάλλονται 7 λόγοι ένστασης τους οποίους κρίνω χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιους: «
- Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και αστήρικτη και/ή καταχρηστική και/ή ο Αιτητής καθυστέρησε υπέρμετρα στην καταχώρηση και/ή προώθηση της παρούσας ενδιάμεσης αίτησης.
- Δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960 αναφορικά με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και/ή δεν έχει τεκμηριωθεί με μαρτυρία η στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32, ήτοι: (α) Δεν υπάρχουν πιθανότητες ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή, (β) Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (γ) Δεν έχει διαφανεί ότι εκτός και εάν δεν εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
- Ο Αιτητής κωλύεται από το να αμφισβητεί την νομιμότητα και/ή εγκυρότητα των Συμφωνιών Πιστωτικών Διευκολύνσεων και/ή των επίδικων Συμφωνιών και Εγγράφων Υποθήκης καθ' ότι με τις πράξεις και/ή παραλείψεις του και/ή με την υπογραφή και/ή αποδοχή των τροποποιητικών Συμφωνιών έδωσε στην Τράπεζα την εύλογη υπό τις περιστάσεις εντύπωση ότι αποδέχεται και/ή δεν αμφισβητεί τις Συμφωνίες Πιστωτικών Διευκολύνσεων και/ή τις Συμβάσεις Υποθηκών και η Τράπεζα στηριζόμενη στις πιο πάνω συμπεριφορά του Αιτητή προέβηκε σε πράξεις και/ή παραλείψεις οι οποίες ήσαν δυσμενείς και/ή επιζήμιες προς τα έννομα συμφέροντα της.
- Ο Αιτητής κωλύεται από το να εξαιτείται την αναστολή της διαδικασίας του πλειστηριασμού και/ή την αναστολή του δικαιώματος της Τράπεζας να προχωρήσει στην πώληση των επίδικων ακινήτων καθ' ότι σύμφωνα με τα έγγραφα υποθήκης η Τράπεζα σε περίπτωση υπερημερίας και/ή μη εξόφλησης και/ή καταβολής των προβλεπόμενων από τις Συμφωνίες Πιστωτικών Διευκολύνσεων δόσεων έχει κάθε δικαίωμα να προχωρήσει στην πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων με όποιο τρόπο ήθελε επιλέξει χωρίς να ειδοποιήσει και/ή ενημερώσει τον Αιτητή.
- Ο Αιτητής στην συνοδευτική της αίτησης ένορκη δήλωση προβαίνει σε ουσιαστικές παραδοχές και/ή παραδέχεται ότι οι Συμφωνίες Πιστωτικών Διευκολύνσεων και/ή οι τροποποιήσεις αυτών είναι έγκυρες και/ή νόμιμες και/ή νομότυπες και/ή παραδέχεται ότι οφείλει στην Τράπεζα κάποιο ποσό το οποίο ουδέποτε προσέφερε και/ή κατέβαλε στην Τράπεζα και ως εκ τούτου ουσιαστικά έχει αποσύρει την Αγωγή του και/ή το μόνο επίδικο ζήτημα που έχει παραμείνει είναι το ύψος του οφειλόμενου προς την Τράπεζα ποσού και/ή ορθά η Τράπεζα έχει ξεκινήσει την διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού και/ή έχει κινηθεί δικαστικά εναντίον του και/ή κωλύεται από το να αμφισβητεί την διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού.
- Οι αξιώσεις του Αιτητή είναι χρηματικής φύσεως και/ή αποτιμώνται σε χρήμα και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της Τράπεζας να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις στον Αιτητή σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, ούτε και έχει προσκομιστεί θετική μαρτυρία και/ή οιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τη φερεγγυότητα της Τράπεζας, παράγων ο οποίος οδηγεί σε απόρριψη της ενδιάμεσης Αίτησης.
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Τράπεζας και της απόρριψης της παρούσας ενδιάμεσης αίτησης». Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση στην οποία προβαίνει ο κ. XXX Χριστοφίδης υπάλληλος των Εναγομένων ο οποίος αναφέρει ότι οι Εναγόμενες αρ. 2 και 4 αποτελούν συνδεδεμένες εταιρείες περιορισμένης ευθύνης στις οποίες μέτοχος, διευθυντής και κατ' ουσία ιθύνοντας νους είναι ο Ενάγοντας αρ. 1 και δραστηριοποιούνται στον τομέα ανάπτυξης, πώλησης, ενοικίασης και γενικά εκμετάλλευσης ακίνητης περιουσίας. Για την χρηματοδότηση των επαγγελματικών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του Ομίλου των Εναγουσών εταιρειών απαιτούσαν και λάμβαναν χρηματοδότηση από πιστωτικά ιδρύματα μεταξύ αυτών από τους Εναγόμενους και την πρώην Marfin Popular Bank Public Co Ltd με συνεργασία που χρονολογείται πέραν των 20 ετών. Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας αυτής οι Εναγόμενοι παρείχαν στους Ενάγοντες διάφορες πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες, κατόπιν αιτημάτων των Εναγόντων, κατά καιρούς τροποποιούνταν και αναδιαρθρώνονταν μέσω αλλαγών στο πρόγραμμα αποπληρωμής των δανείων ώστε οι Ενάγοντες να είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους έναντι της Τράπεζας. Μεταξύ των εξασφαλίσεων που δόθηκαν ήταν και η επίδικη υποθήκη με αρ. Υ3430/12 για ποσό €1.100.000 πλέον τόκους προς 12.5% στα έγγραφα της οποία καταγράφεται ρητά το δικαίωμα των Εναγομένων να πουλήσουν τα ενυπόθηκα κτήματα με οποιοδήποτε τρόπο. Αντίθετα με όσα ισχυρίζεται ο Ενάγοντας αρ. 1, εισηγείται ο κ. Χριστοφίδης, οι Εναγόμενοι ουδέποτε υποσχέθηκαν στους Ενάγοντες ή ανέλαβαν οποιοδήποτε καθήκον επιμέλειας και ούτε τους απέτρεψαν από το λάβουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή ή ανέλαβαν οποιοδήποτε άλλο καθήκον να ενεργούν ως σύμβουλος αυτών, αφού η σχέση των ήταν σχέση τραπεζίτη - πελάτη. Οι δε Ενάγοντες επιβεβαίωσαν γραπτώς το γεγονός ότι είχαν κάθε δικαίωμα και ευκαιρία να μελετήσουν όλες τις συμφωνίες και να λάβουν ανεξάρτητη συμβουλή. Δυστυχώς οι Ενάγοντες αρ. 1, 2 και 4 δεν κατέβαλαν τις προβλεπόμενες δόσεις και ξεπερνούσαν το όριο που τους είχε παρασχεθεί, οι δε συμφωνίες κατόπιν δικής τους απαίτησης τροποποιήθηκαν επανειλημμένα και οι υποχρεώσεις αυτών αναδιαρθρώνονταν ώστε οι Ενάγοντες να είναι σε θέση να ομαλοποιήσουν τα δάνεια και τις υποχρεώσεις τους. Οι όποιες αυξήσεις περιθωρίου κέρδους και χρεώσεις έγιναν, γίνονταν στην βάση των ρητών όρων των συμφωνιών. Παρά τις ευκαιρίες που δόθηκαν σε αυτούς από τους Εναγόμενους, οι Ενάγοντες και πάλι δεν συμμορφώνονταν και τα δάνεια τους παρουσίαζαν σοβαρές καθυστερήσεις ενώ άρχισαν να προβάλλουν καινοφανείς και ανυπόστατους ισχυρισμούς σε μία προσπάθεια αποποίησης ευθυνών. Ως αποτέλεσμα καταχωρίστηκαν τόσο η παρούσα αγωγή όσο και οι αγωγές με αρ. XXXXX/17, XXXXX/17 και XXXXX/18 εναντίον των Εναγόντων και των εγγυητών τους από τους Εναγόμενους. Εκκρεμούντων των αγωγών, όπως είχαν άλλωστε δικαίωμα, οι Εναγόμενοι ενεργοποίησαν την διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού και απέστειλαν τις Ειδοποιήσεις Τύπου Ι και Θ και προγραμμάτισαν αρχικά τον πλειστηριασμό για την 30.3.
- Αυτός αναβλήθηκε λόγω της εθελοντικής αναστολής των διαδικασιών εκποίησης λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού. Οι Εναγόμενοι ακολούθως απέστειλαν σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ η οποία επιδόθηκε στον Ενάγοντα την 24.9.
- Είναι η θέση του ότι οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα αρ. 1 περί άρνησης και κωλυσιεργίας των Εναγομένων ανατρέπονται από την ύπαρξη των τροποποιητικών συμφωνιών, ενώ έλαβαν χώρα πάμπολλες συζητήσεις και συναντήσεις μεταξύ των διαδίκων σε μία προσπάθεια εξεύρεσης συμβιβαστικής διευθέτησης οι οποίες όμως δεν είχαν αποτέλεσμα λόγω του ότι οι προτάσεις που υποβάλλονταν από τον Ενάγοντα αρ. 1 δεν μπορούσαν να γίνουν δεκτές. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι περί το 2019 ο Ενάγοντας αρ. 1 πρότεινε να δοθούν στους Εναγόμενους δύο ακίνητα προς εξόφληση των χρεών του αλλά, μετά από εκτίμηση στην οποία προέβησαν οι Εναγόμενοι, διεφάνη ότι η αξία των ακινήτων ανέρχετο στην καλύτερη των περιπτώσεων σε €527.
- Μάλιστα, όσον αφορά στο επίδικο ακίνητο, ο ίδιος ο Ενάγοντας αρ. 1 ζήτησε τον Μάιο 2020 από τους Εναγόμενους την εξάλειψη της υποθήκης έναντι ποσού €750.000 αφού είχε εξεύρει αγοραστή, πράγμα που οι Εναγόμενοι αποδέχθηκαν αλλά ο Εναγόμενος αρ. 1 τελικά δεν προχώρησε στην πώληση του ακινήτου. Ο κ. Χριστοφίδης εισηγείται ότι λόγω της αντιφατικότητας των θέσεων και ισχυρισμών του Ενάγοντα αρ. 1 αυτός δεν δικαιούται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί αντισυνταγματικότητας της Νομοθεσίας αλλά εν πάση περιπτώσει εισηγείται ότι αυτοί είναι εντελώς αόριστοι και δεν παρουσιάζουν οποιοδήποτε βάσιμο λόγο για να ελεγχθεί η συνταγματικότητα αφού αυτό δεν είναι αναγκαίο για να αποφασιστεί αν θα εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Θέση του Ομνύοντα είναι ότι ο Ενάγοντας απέτυχε να παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίξει την θέση του ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας αφού κάνει απλές αναφορές χωρίς να δίνει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες. Λόγω δε των ισχυρισμών του περί προθυμίας αναδιάρθρωσης και εξεύρεσης συμβιβαστικής λύσης και του ότι αποδέχεται το δικαίωμα των Εναγομένων να πουλήσουν το ακίνητο αφού το υποθήκευσε, η αγωγή και η Αίτηση δεν έχουν καμία πιθανότητα επιτυχίας. Ουσιαστικά δε με την ρητή παραδοχή του Ενάγοντα αρ. 1 ότι οι Ενάγοντες επιθυμούν την αναδιάρθρωση των πιστωτικών τους διευκολύνσεων έχουν αποσυρθεί οι ισχυρισμοί περί νομιμότητας των συμφωνιών. Επιπλέον, αφού το επίδικο ζήτημα δεν είναι εάν ο Ενάγοντας αρ. 1 οφείλει κάποιο ποσό στους Εναγόμενους αλλά το ύψος αυτού, και να πετύχει η αγωγή, το ποσό που εξασφαλίζει η επίδικη υποθήκη και πάλι θα οφείλεται. Ακόμη και αν υποστεί οποιαδήποτε ζημιά ο Ενάγοντας αρ. 1 αυτή θα είναι μόνο χρηματική και θα μπορεί εύκολα να καθοριστεί. Οι Εναγόμενοι είναι ένα εύρωστο πιστωτικό ίδρυμα και δύνανται και είναι σε θέση να καλύψουν πλήρως οποιαδήποτε τέτοια ζημιά. Η ακρόαση της Αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις στο πλαίσιο των οποίων αμφότεροι οι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Συγκεκριμένη αναφορά σε επιμέρους εισηγήσεις αυτών θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα όπου κριθεί αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στη διαδικασία αιτήσεων για προσωρινό διάταγμα το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την επιτυχία της αίτησης. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό είναι κάτι που θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1983)1 CLR 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, και οι αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με βάση το εν λόγω άρθρο, είναι οι ακόλουθες: (α) Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά την δίκη (β) Να υπάρχει πιθανότητα ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία (γ) Το ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αν ικανοποιούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 CLR 557) Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, έχει λεχθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Η δε δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι η ύπαρξη πιθανότητας ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία, αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Ο Αιτητής απλά πρέπει να καταδείξει ότι έχει μια ορατή δυνατότητα επιτυχίας (Odysseos v. Pieris Estates and Others, πιο πάνω, στη σελ.569 και επόμενες). Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Ως προς τις αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου βλ. Κοτ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ Ε 255, Karydas Taxi Co. Ltd v. Κomodikis
(1975)1 CLR 321, Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, M & M Transport Co Ltd v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 CLR 695, Bacardy & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788 και Pariko Aluminium Designs v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015. Οι Ενάγοντες με την Έκθεση Απαιτήσεως τους προβάλλουν ισχυρισμούς ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι άκυρες ένεκα δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων των Εναγομένων κατά την σύναψη τους, ενώ δικογραφούνται περαιτέρω και θέσεις περί χρεώσεων των λογαριασμών με παράνομες χρεώσεις. Οι Εναγόμενοι απορρίπτουν αυτές τις θέσεις στο δικό τους δικόγραφο. Μέσα στο περιορισμένο πλαίσιο στο οποίο εξετάζεται η πρώτη προϋπόθεση, τα πιο πάνω οδηγούν στην ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, όμως, δεν παρατίθεται καμία συγκεκριμένη μαρτυρία ή αποδεικτικό στοιχείο προς υποστήριξη της απαίτησης, παρά μόνο αόριστοι ισχυρισμοί περί διαβεβαιώσεων και υπερχρεώσεων. Εκφράζω επιπλέον επιφύλαξη ως προς το κατά πόσο τα όσα αναφέρονται σε σχέση με αντισυνταγματικότητα των προνοιών του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/65θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης στο πλαίσιο διαδικασίας αγωγής. Συνεπώς, ακόμη και αν από τα δικόγραφα καταδεικνύεται η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου τα απαραίτητα στοιχεία ώστε να μπορεί να υπάρξει κρίση του Δικαστηρίου επί του κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Έπεται πως η Αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου θα απέρριπτα την Αίτηση και για το ότι δεν έχει ικανοποιηθεί ούτε η τρίτη προϋπόθεση. Το αρ. 32 του Ν. 14/60 προβλέπει ότι το Δικαστήριο δεν εκδίδει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα εκτός εάν ικανοποιηθεί ότι με την μη έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι νομολογημένο ότι αν δεν είναι δυνατός ο δίκαιος υπολογισμός ζημιών, το Διάταγμα μπορεί να δοθεί (Karydas Taxi Services Ltd v. Komodikis
(1975)1 ΑΑΔ 330). Σε περίπτωση όμως που η επιδίκαση αποζημιώσεων στον Αιτητή στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη (βλ. ΚΟΤ ν. Θεωρή (πιο πάνω)). Ο Ενάγοντας αρ. 1 ισχυρίζεται ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά από την πώληση της ιδιοκτησίας η οποία αποτελεί και την κατοικία όπου διαμένει. Στην Ένσταση, όμως, αναφέρεται ότι ο ίδιος ο Ενάγοντας αρ. 1 είχε εξεύρει τον Μάιο 2020 αγοραστή για το ακίνητο και προσπαθούσε να την πουλήσει, αλλά τελικά δεν τελεσφόρησε. Επιπλέον οι Εναγόμενοι αναφέρουν ότι είναι εύρωστο οικονομικά πιστωτικό ίδρυμα και είναι σε θέση να καλύψουν πλήρως την όποια οικονομική ζημιά ήθελε υποστεί ο Ενάγοντας αρ. 1, το ύψος της οποίας είναι και εύκολο να καθοριστεί. Οι θέσεις αυτές δεν αντικρούστηκαν από τον Ενάγοντα αρ. 1 με οποιοδήποτε τρόπο. Κατ΄ επέκταση ούτε και αυτή η προϋπόθεση ικανοποιείται. Ακολουθεί ότι η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, γι΄αυτό και επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ'ων η Αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα αρ. 1 - Αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............... Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο