← Κύπρος

Ποταμίτης κ.α. ν. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων (ΣΕΔΙΠΕΣ) κ.α., Αρ. Αγωγής: 603/20, 12/1/2021

Ποταμίτης κ.α. ν. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων (ΣΕΔΙΠΕΣ) κ.α., Αρ. Αγωγής: 603/20, 12/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 603/20 Μεταξύ:

  1. XXX Ποταμίτης
  2. XXX Ποταμίτης ως Διαχειριστής της περιουσίας του XXX Ποταμίτη
  3. XXX Ποταμίτης ως Διαχειριστής της περιουσίας του XXX Ποταμίτη
  4. XXX Ποταμίτης
  5. XXX Ποταμίτη Ενάγοντες και
  6. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων (ΣΕΔΙΠΕΣ)
  7. ALTAMIRA ASSET MANAGEMENT (CYPRUS) LIMITED
  8. XXX Αδάμου Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 17.3.2020 για Προσωρινό Διάταγμα Ημερομηνία: 12 Ιανουαρίου, 2021 Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Κωστακόπουλος Για τους Εναγόμενους - Καθ'ων η Αίτηση: κ. Μαστορούδης ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρίστηκε σε Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα την 17.3.2020 και με αυτήν οι Ενάγοντες αξιούν εναντίον των Εναγομένων διατάγματα και αναγνωριστικές αποφάσεις που αφορούν σε διαδικασία για εκποίηση ενυπόθηκων, δια της υποθήκης XXX, ακινήτων, και στην Ειδοποίηση Τύπου «Ι». Επιπλέον αξιώνονται αποζημιώσεις ύψους €1.210.497,48 για παράβαση καθήκοντος επί τη βάσει του αρ. 6 του περί Τόκου Νόμου Ν.2/
  9. Την ίδια μέρα καταχωρίστηκε η υπό εκδίκαση Αίτηση με την οποία οι Ενάγοντες - Αιτητές αξιούν τα πιο κάτω: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλονται τα κάτωθι: i. τα έννομα αποτελέσματα τα οποία παράγει η ειδοποίηση Τύπου «I», ημερομηνίας 28/01/2020, η οποία επιδόθηκε στους Αιτητές στις 28/02/
  10. ii. η διαδικασία όπως προβλέπεται στο Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεων Ακινήτων Νόμου αρ. 9/65 ως ετροποποιήθη, ένεκα αναστολής της ως άνω ειδοποίησης αναφορικά με τα ακίνητα τα οποία επιβαρύνθηκαν και/ή υποθηκεύτηκαν δυνάμει της Σύμβασης και Δηλώσεως Υποθηκεύσεως Ακινήτου Αρ. XXX. μέχρι την εκδίκαση και πλήρη αποπεράτωση της αγωγής αυτής (εφέσεως συμπεριλαμβανομένης) και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διαζευκτικά και/ή επικουρικά Απαγορευτικό και/ή Προληπτικό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου υπό την μορφή Quia Timet το οποίο να εμποδίζει τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή τους Καθ' ων η Αίτηση 2 και/ή οποιοδήποτε των αντιπροσώπων και/ή υπαλλήλων και/ή αξιωματούχων και/ή υπηρετών των και/ή συνδεόμενα μετ' αυτών νομικά και/ή φυσικά πρόσωπα όπως προχωρήσουν με οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης εμπράγματης επιβάρυνσης και/ή εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων και/ή πώλησης διά πλειστηριασμού βάσει της Ειδοποίησης Τύπου «I», ημερομηνίας 28/01/2020, επιδοθείσης στους Αιτητές στις 28/02/2020 και/ή οποιαδήποτε μεταγενέστερης ειδοποίησης δυνάμει των διατάξεων του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου αρ. 9/65 ως αυτός ετροποποιήθη αναφορικά με τα ακίνητα τα οποία επιβαρύνθηκαν και/ή υποθηκεύτηκαν δυνάμει της Σύμβασης και Δηλώσεως Υποθηκεύσεως Ακινήτου Αρ. ΧΧΧ (ως το Παράρτημα «Α») μέχρι την εκδίκαση και πλήρη αποπεράτωση της αγωγής αυτής (εφέσεως συμπεριλαμβανομένης) και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Ενδιάμεσο Συντηρητικό και/ή Απαγορευτικό και/ή Προληπτικό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου υπό την μορφή Quia Timet, το οποίο να απαγορεύει και/ή εμποδίζει τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή τους Καθ' ων η Αίτηση 2 και/ή οποιοδήποτε των αντιπροσώπων και/ή υπαλλήλων και/ή αξιωματούχων και/ή υπηρετών των και/ή συνδεόμενα μετ' αυτών νομικά και/ή φυσικά πρόσωπα από του να προχωρήσουν με οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης εμπράγματης επιβάρυνσης και/ή εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων τα οποία επιβαρύνθηκαν και/ή υποθηκεύτηκαν δυνάμει της Σύμβασης και Δηλώσεως Υποθηκεύσεως Ακινήτου Αρ. ΧΧΧ (ως το Παράρτημα «Α»), μέχρι την εκδίκαση και πλήρη αποπεράτωση της αγωγής αυτής (εφέσεως συμπεριλαμβανομένης) και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Καθ' ων η Αίτηση 2 και/ή τους αξιωματούχους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους και/ή υπηρέτες και/ή πληρεξούσιους αυτών και/ή την Καθ' ης η Αίτηση 3 προσωπικά και/ή υπό την ιδιότητά της ως προϊστάμενης του τμήματος Μεγάλων Ανοιγμάτων των Εναγομένων 2 (Head of Large Exposures Department) όπως έκαστος εξ αυτών εντός επτά

(7)ημερών από την επίδοση του διατάγματος σε αυτούς:
(1)Ετοιμάσει και/ή προβεί σε ένορκη αποκάλυψη και/ή παρουσιάσει και/ή καταγράψει και/ή περιγράψει και/ή καταθέσει στο Δικαστήριο και/ή επιδώσει στους Δικηγόρους των Εναγόντων Ένορκη Δήλωση η οποία: I. Θα δηλώνει και/ή περιγράφει όλα τα στοιχεία φακέλου και/ή πληροφορίες και/ή τις εσωτερικές αναφορές και/ή σημειώματα και/ή υπομνήματα και/ή εκθέσεις και/ή πλήρεις καταστάσεις λογαριασμού οφειλής και/ή χρέους και/ή υπολογισμούς χρέους που αφορά στους Αιτητές και τελούν υπό τον έλεγχό και/ή την κατοχή των σε οποιαδήποτε μορφή. II. Θα δηλώνει και θα αποκαλύπτει όλες τις αποφάσεις που έλαβαν οι Καθ' ων η Αίτηση 2 και/ή η Καθ' ης η Αίτηση 3 υπό τις αναφερόμενες ιδιότητές της, σε σχέση με την διαχείριση (management) και/ή διοίκηση (administration) του χρέους και/ή του λογαριασμού και/ή που αφορά στους Αιτητές και/ή των σχετικών προς την εκτέλεση και/ή κατά την άσκηση των καθηκόντων της Καθ' ης η Αίτηση
  1. III. Όλες τις οδηγίες και/ή εντολές και/ή εγκρίσεις είτε εσωτερικά είτε προς εξωτερικούς συνεργάτες και/ή συμβούλους οι οποίες έχουν διαβιβασθεί από τους Καθ' ων η Αίτηση 2 και/ή την Καθ' ης η Αίτηση 3 με οποιοδήποτε μέσο, ηλεκτρονικά και/ή άλλως πως αναφορικά με την διαχείριση (management) και/ή διοίκηση (administration) και/ή σχετικών προς την εκτέλεση των καθηκόντων της Καθ' ης η Αίτηση 3 αναφορικά με την οφειλή και/ή το χρέος και/ή που αφορά στους Αιτητές. IV. Θα δηλώνει τις σχέσεις και/ή επαφές και/ή επικοινωνίες (γραπτές ή προφορικές και/ή ηλεκτρονικές) τις οποίες οι Καθ' ων η Αίτηση 2 και/ή η Καθ' ης η Αίτηση 3 είχαν με οποιοδήποτε νομικό και/ή φυσικό πρόσωπο αναφορικά με την οφειλή και/ή το χρέος που αφορά και/ή σε σχέση με και/ή σχετικά με τους Ενάγοντες. V. Αντίγραφα όλων των οδηγιών και/ή επικοινωνιών και/ή οποιωνδήποτε άλλων σχετικών εγγράφων, τα οποία διατηρούνται στο μητρώο και/ή στο αρχείο και/ή τα βιβλία των Καθ' ων η Αίτηση 2 και/ή της Καθ' ης η Αίτηση 3 σε οποιαδήποτε μορφή (περιλαμβανομένων μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και/ή τηλεομοιοτύπων και/ή άλλου μέσου επικοινωνίας) σε σχέση με και/ή σχετικά με τους Ενάγοντες. VI. Αντίγραφα όλων των οδηγιών και/ή επικοινωνιών και/ή οποιωνδήποτε άλλων σχετικών εγγράφων, νομικών γνωματεύσεων συμπεριλαμβανομένων, τα οποία παραλήφθηκαν από την Καθ' ης η Αίτηση 3 και/ή από τους Καθ' ων η Αίτηση 2 και/ή τους Διευθυντές και/ή αξιωματούχους και/ή υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους τους, και/ή προσώπων συνδεδεμένων με αυτούς και/ή οιονδήποτε εξ' αυτών, από οποιοδήποτε πρόσωπο, με οιονδήποτε τρόπο (συμπεριλαμβανομένων ηλεκτρονικών μηνυμάτων και/ή τηλεομοιότυπων και/ή άλλου μέσου γραπτής και/ή προφορικής επικοινωνίας), σε σχέση με και/ή σχετικά με το χρέος και/ή την οφειλή των και/ή που αφορά στους Αιτητές. VII. Αντίγραφο της Συμφωνίας παροχής υπηρεσιών και/ή της συμφωνίας ανάληψης της διαχείρισης χορηγήσεων σε καθυστέρηση πέραν των 90 ημερών μεταξύ των Καθ' ων η Αίτηση 1 και των Καθ' ων η Αίτηση
  2. VIII. Αντίγραφο της συμφωνίας εργοδότησης και/ή των όρων αμοιβής της Καθ' ης η Αίτηση 3 υπό των Καθ' ων η Αίτηση 2 και/ή της συμφωνίας εργοδότησης της Καθ' ης η Αίτηση 3 υπό έτερο νομικό πρόσωπο επί τη βάσει της οποίας προσφέρει υπηρεσίες στους Καθ' ων η Αίτηση 2.
(2)Διάταγμα διαττάτον τους ως άνω Καθ' ων η Αίτηση να παρουσιάσουν και παραδώσουν αντίγραφα στους Δικηγόρους των Αιτητών όλων των εγγράφων που έχουν στην φύλαξη και/ή έλεγχο τους και που μαρτυρούν τα όσα αναφέρονται στις υπό παραγράφους Κ (I) ως (VII) ανωτέρω μέχρι την ημερομηνία συμμόρφωσης με τα εν λόγω διατάγματα. Ε. Συμπληρωματικό και/ή επικουρικό Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να επιτρέπει την χρήση οποιωνδήποτε εγγράφων και/ή πληροφοριών και/ή στοιχείων θα αποκαλυφθούν από τους Καθ' ων η Αίτηση 2 και/ή 3 στο πλαίσιο έτερης αστικής διαδικασίας την οποία προτίθενται να καταχωρήσουν και/ή προωθήσουν οι Αιτητές εντός δικαιοδοσίας και/ή στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Στ. Προστατικό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάζει τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή 2 και/ή 3 όπως αλληλεγγύως ή κεχωρισμένως καταβάλουν και/ή καταθέσουν προς φύλαξη και/ή ως μεσεγγύηση (in escrow) ποσό €1.210.0497,48 στον Αρχι-Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού υπό τη μορφή τραπεζικής εγγυητικής (bank guarantee) μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της ακρόασης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή την έκδοση τελικής απόφασης (εφέσεως συμπεριλαμβανομένης) και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου». Η Αίτηση στηρίζεται στα αρ. 11 και 17 του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις) Νόμου Ν. 33/64, στα αρ. 1-28, 29, 31, 32, 41, 42 και 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, στις Δ.1, Θ.2, Δ.5, Δ.5Α, Δ.6, Θ.Θ.1, 2, 4-9, Δ.9 Θ.Θ. 1, 4, 5, 6, 7, 10, 11, Δ.17 Θ.Θ. 10 Δ.25, Δ.26 Θ.Θ. 14, Δ.40, Θ.Θ.7 (β) - 11, Δ.48 Θ.Θ. 1, 2, 3, 8
(4), 9, 13 και 15, Δ.57 Θ.2, Δ.63 Θ.Θ.1 και 2 και στην Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα αρ. 4, 5, 7, 9, 14 , 53 ως 71 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στα αρ. 22
(4)και 5 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 (ως έχει τροποποιηθεί) αρ. 12Α, 36, 44Α μέχρι και 44ΙΑΑ, στον περί Τόκου Νόμο του 1977 (Ν. 2/77)αρ. 2, 3, 6, 6
(1)και 6
(2), στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (Ν.160
(1)/1999) αρ. 7 και 8, στα αρ. 1-10 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου Ν.31
(1)/92, στις αρχές επί των απαγορευτικών διαταγμάτων, στις αρχές επί διαταγμάτων τύπου Quia Timet και/ή στις αρχές που σχετίζονται με τα διατάγματα φύσης Norwich Pharmacal και/ή τις νομολογιακές αρχές της Bankers Trust Co ν Shapira, στα Αρ. 6, 8, 17, 23 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο Αρ. 6 της ΕΣΔΑ, στο αρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α τα οποία έχουν επικυρωθεί με τον κυρωτικό νόμο περί της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου (κυρωτικός) Νόμος Ν.39/(ιιι)/1962, επί των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, στο κοινό δίκαιο και τις αρχές του δικαίου της επιείκειας (equity law), στην οικεία ημεδαπή νομολογία, στις συμφυείς και εγγενείς εξουσίες, στη γενική πρακτική και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση στην οποία προβαίνει ο κ. XXXXX Ποταμίτης, Ενάγοντας αρ.
  1. Ο Ενάγοντας αρ. 1 αναφέρει ότι η Εναγόμενη αρ. 1 αποτελούσε το νομικό πρόσωπο στο οποίο έχουν μεταφερθεί όλα τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων περιλαμβανομένου και του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού, η δε Εναγόμενη αρ. 2 έχει αναλάβει την διαχείριση μέρους του χαρτοφυλακίου της Εναγομένης αρ.
  2. Η Εναγόμενη αρ. 3 είχε τον χειρισμό των δανείων των Εναγόντων απ' όταν ήταν στην υπηρεσία του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού και σήμερα κατέχει την θέση της Προϊστάμενης στο Τμήμα Μεγάλων Ανοιγμάτων στην Εναγόμενη αρ.
  3. Είναι η θέση του Ενάγοντα αρ. 1 ότι οι Εναγόμενοι δεν δικαιούνται να πουλήσουν το ενυπόθηκο ακίνητο αφού το ποσό που επιδιώκουν να εισπράξουν είναι το εξαπλάσιο του αρχικού χρέους, ενώ το επίδικο αφορά σε δάνειο σταθερού κεφαλαίου που έγινε το 1998 και τερματίστηκε το 2000 με αποτέλεσμα να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του περί Τόκου Νόμου Ν.2/
  4. Όπως λέει ο Ενάγοντας αρ. 1, την 16.6.1998 υπογράφτηκε από τους Ενάγοντες βραχυπρόθεσμο γραμμάτιο του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού για ποσό Λ.Κ.180.000 με εξασφάλιση την επίδικη υποθήκη. Την 14.9.2000 εξεδόθη εναντίον των Εναγόντων Διαιτητική Απόφαση. Επισημαίνει ότι κατά τον χρόνο αυτό ίσχυε ο περί Τόκου Νόμος Ν.2/77ενώ δεν υφίσταται καμία εκτελεστή απόφαση ή διάταγμα που να αφορά σε εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. Μετά από αλληλογραφία που ο Ενάγοντας αρ. 1 είχε με την Εναγόμενη αρ. 2, την 30.1.2018 έλαβε χώρα συνάντηση με σκοπό την συζήτηση του τρόπου διευθέτησης αποπληρωμής της Διαιτητικής Απόφασης. Η Εναγόμενη αρ. 3 δεν τους εφοδίασε όμως καν με τα έγγραφα που αφορούν στις περιστάσεις τις υπόθεσης. Οι δικηγόροι των Εναγόντων μετά από έρευνες διαπίστωσαν σειρά ενεργειών και παραλείψεων, κατάχρηση δικαστικών διαδικασιών και παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Ειδικότερα το 2007 καταχωρίστηκε από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού η Γενική Αίτηση με αρ. XXXXX/2007 για εγγραφή και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης και χωρίς επίδοση, παράνομα, εξασφαλίστηκε σχετικό διάταγμα. Κατά τον δεδομένο χρόνο ο Ενάγοντας αρ. 3 είχε ήδη αποβιώσει. Οι Εναγόμενοι ενέγραψαν memo επί της περιουσίας των Εναγόντων. Το 2009 οι Εναγόμενοι αρ. 1 καταχώρισαν την Γενική Αίτηση με αρ. XXXXX/2009 όπου εξεδόθη με την συγκατάθεση των Εναγόντων 1, 4 και 5 διάταγμα για εγγραφή και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης. Ισχυρίζεται ότι, εφόσον οι Ενάγοντες αρ. 1, 4 και 5 αγνοούσαν ότι ίσχυε ακόμα η απόφαση στην Γενική Αίτηση αρ. 30/2007, η απόφαση στην Γενική Αίτηση με αρ. XXXXX/2009 είναι άκυρη εξ υπαρχής και αποτελούσε κατάχρηση δικαιοδοσίας και υπέρβαση εξουσίας Δικαστηρίου λόγω δεδικασμένου. Οι δικηγόροι των Εναγόντων έλαβαν μέτρα στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης με αρ. XXXXX/2007 περιλαμβανομένης αίτησης για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος και αίτησης παραμερισμού, στο πλαίσιο της οποίας την 20.2.2019 εξεδόθη διάταγμα παραμερισμού όσον αφορά στους Ενάγοντες αρ. 1, 2, 3 και 5, ενώ την 4.6.2019 διάταγμα παραμερισμού όσον αφορά στον Ενάγοντα αρ.
  5. Η δε ισχύς της απόφασης στην Γενική Αίτηση με αρ. XXXXX/2009 έχει εκπνεύσει και δεν έχει ανανεωθεί. Ακολούθησε αλληλογραφία με την οποία τα μέρη διαφώνησαν ως προς την εφαρμογή του περί Τόκου Νόμου Ν.2/
  6. Την 14.11.2019 οι Ενάγοντες καταχώρισαν την αγωγή με αρ. 2663/19 αξιώνοντας αναγνωριστικά διατάγματα και κατ' ουσία απόφαση ότι το ποσό που οφείλουν ανέρχεται μέχρι του διπλάσιου του αρχικού κεφαλαίου. Καταχώρισαν ταυτόχρονα αίτηση με την οποία ζητούσαν μονομερώς διατάγματα, την επίδοση της οποίας διέταξε το Δικαστήριο. Σε αυτήν καταχωρίστηκε ένσταση την 28.1.2020 και μετά από ακρόαση η αίτηση απορρίφθηκε την 4.3.
  7. Κατά την 28.2.2020 η Εναγόμενη αρ. 1 επέδωσε προς τους πρωτοφειλέτες επιστολές ενεργοποιώντας την διαδικασία του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/65, περιλαμβανομένης Ειδοποίησης Τύπου «Ι». Επισημαίνει ο Ενάγοντας αρ. 1 ότι οι προαναφερόμενες επιστολές έφεραν την ίδια ημερομηνία με την ένσταση που καταχωρίστηκε στην αγωγή αρ. 2663/19 και στην οποία οι Εναγόμενοι ισχυρίζονταν ότι δεν είχαν προβεί σε ενέργειες εκποίησης. Οι δικηγόροι των Εναγόντων προέκριναν την έγερση νέας αγωγής και την 12.3.2020 καταχωρίστηκε Ειδοποίηση Διακοπής της αγωγής με αρ. 2663/
  8. Θέση του Ενάγοντα αρ. 1 είναι ότι η παρούσα αγωγή έχει μικτό χαρακτήρα, αφού αποτελεί τόσο προληπτική αγωγή (Quia Timet Action) όσο και αυτοτελή αγωγή αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal, και ταυτόχρονα επιδιώκεται δέσμη άλλων αυτοτελών θεραπειών. Αυτό εξηγεί και το αίτημα για προληπτικά διατάγματα που σκοπεί στην ανάσχεση των μέτρων εκποίησης ακίνητης ενυπόθηκης περιουσίας βάσει Ειδοποίησης Τύπου «Ι» η οποία έχει ως έρεισμα την άνευ ισχύος απόφαση εγγραφής της Διαιτητικής Απόφασης. Το διάταγμα αυτό είναι επιβεβλημένο, εισηγείται, ώστε να μη αποβούν ατελέσφορες τελικές θεραπείες. Πρόθεση των Εναγόντων δεν είναι η αποφυγή των οικονομικών τους υποχρεώσεων αλλά η εξόφληση του ποσού που πραγματικά οφείλεται με βάση τον Νόμο, το οποίο κατά την άποψη του δεν υπερβαίνει το ποσό των €615.000, ενώ με την Ειδοποίηση Τύπου «Ι» οι Εναγόμενοι αξιούν ποσό €1.7εκ. Όσον αφορά στην ενυπόθηκη περιουσία ο Ενάγοντας αρ. 1 ισχυρίζεται ότι αυτή έχει αξία πέραν των €1.750.
  9. Πλην ενός χωραφιού τα λοιπά ακίνητα χρησιμοποιούνται ως κατοικίες ή επαγγελματική στέγη των Εναγόντων ή τρίτων προσώπων. Θεωρεί ότι το Δικαστήριο στην προηγούμενη αγωγή έσφαλλε στην διαπίστωση ότι οι μελλοντικές αποζημιώσεις μπορούν να καλύψουν την όποια ζημιά. Αναφερόμενος στο αίτημα για αποκάλυψη τύπου Norwich Pharmacal ο Ενάγοντας αρ. 1 λέει ότι οι Εναγόμενοι εποφθαλμιούν την ενυπόθηκη περιουσία των Εναγόντων και σκοπό έχουν να προχωρήσουν με εκποίηση αυτής μέσω πλειστηριασμού αξιώνοντας να εισπράξουν ποσό το οποίο αυθαίρετα και ερήμην της εφαρμοστέας νομοθεσίας προσδιορίζουν στο εξαπλάσιο του αρχικού χρέους. Εισηγείται ότι η Εναγόμενη αρ. 2 έχει άμεσο και ίδιον όφελος να αποκομίσει επειδή έχει να λαμβάνει από την σκοπούμενη εκποίηση της ακίνητης περιουσίας. Η δε άρνηση της Εναγομένης αρ. 2 προσωποποιείται στην Εναγομένη αρ. 3 και ο Ενάγοντας αρ. 1 προβάλλει την πεποίθηση ότι οι Εναγόμενοι ενεργώντας από κοινού με στόχο τον προσπορισμό οφέλους έχουν οδηγήσει τα πράγματα στο κρίσιμο σημερινό σημείο. Όσον αφορά στην Εναγόμενη αρ. 3 θεωρεί ότι αυτή έχει ίδιον συμφέρον επειδή θα λάβει bonus αναλόγως του ποσού ανάκτησης. Πρόκειται, λέει, «για την επί σκοπώ οικονομική και ηθική εξόντωση της οικογένειας» και για «δόλιες ενέργειες μέρος σχεδιασμού αποψίλωσης της οικογένειας (του) από την περιουσία της προκειμένου να καρπωθούν έκαστος των Εναγομένων όφελος με νόμιμα και παράνομα μέσα ενεργούντων από κοινού» και γι' αυτό αξιώνεται η αποκάλυψη της συμφωνίας παροχής υπηρεσιών μεταξύ των Εναγομένων αρ. 1 και 2 καθώς και της συμφωνίας εργοδότησης της Εναγομένης αρ.
  10. Οι πληροφορίες η αποκάλυψη των οποίων αξιώνεται θα αποτελέσουν πρωταρχικό υλικό της υπόθεσης των Εναγόντων ώστε να συμπληρώσουν την εικόνα των περιστατικών για να μπορέσουν να εγείρουν δικαστικές διαδικασίες εναντίον όσων εμπλέκονται. Εισηγείται ότι το ενώπιον του Δικαστηρίου υλικό σε συνάρτηση με τα γεγονότα που εκθέτει δεικνύει την διάπραξη ή την πιθανότητα να έχει διαπραχθεί αδικοπραξία σε βάρος των Εναγόντων. Ο Ενάγοντας αρ. 1 επιπλέον εισηγείται ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα δεν θα είναι ευχερής η απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, καθώς και ότι έχουν καλή υπόθεση και ισχυρές πιθανότητες επιτυχίας. Μετά την επίδοση σε αυτούς της Αίτησης οι Εναγόμενοι αρ. 1, 2 και 3 - Καθ'ων η Αίτηση καταχώρησαν Ένσταση η οποία στηρίζεται στα αρ. 21, 29, 30, 31, 32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/1960, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.32, Δ.38, Δ.39, Δ.48, Δ.64, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965 αρ. 27, 44Α - 44ΙΑΑ, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς ΚΔΠ 185/2015, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στους γενικούς κανόνες επιείκειας, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην πρακτική και στις σύμφυτες εξουσίες του Σεβαστού Δικαστηρίου. Σε αυτήν προβάλλονται 5 λόγοι ένστασης τους οποίους κρίνω χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιους: «
  11. Η Αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και/ή οι Ενάγοντες κωλύονται λόγω δεδικασμένου να προωθούν την υπό κρίση Αίτηση ημερομηνίας 17/03/2020, καθώς στην βάση των ίδιων επίδικων γεγονότων, οι Ενάγοντες είχαν καταχωρήσει άλλην, παρόμοια με την υπό κρίση, Αίτηση ημερομηνίας 14/11/2019 στα πλαίσια της Αγωγή αρ. 2663/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, στην οποία οι Εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση ημερομηνίας 28/01/2020 η οποία υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κυρίας ΧΧΧ Αγά ημερομηνίας 28/01/2020 και το Δικαστήριο, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στις 04/03/2020 εξέδωσε την ενδιάμεση Απόφαση του με την οποία απέρριψε την εν λόγω Αίτηση των Εναγόντων.
  12. Δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/1960 αναφορικά με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και/ή δεν έχει τεκμηριωθεί με μαρτυρία η στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32, ήτοι: (α) Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. (β) Δεν υπάρχουν πιθανότητες οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία στα πλαίσια της παρούσας Αγωγή. (γ) Δεν έχει διαφανεί ότι εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ειδικότερα, οι αξιώσεις των Αιτητών είναι χρηματικής φύσεως και/ή αποτιμώνται σε χρήμα και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα των Καθ'ων η Αίτηση να καταβάλουν τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις στους Αιτητές σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής τους, ούτε και έχει προσκομιστεί θετική μαρτυρία και/ή οιαδήποτε μαρτυρία και/ή αποδεικτικό στοιχείο και/ή τεκμήριο αναφορικά με τη φερεγγυότητα των Καθ'ων η Αίτηση, παράγων ο οποίος οδηγεί σε απόρριψη της ενδιάμεσης Αίτησης καθότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
  13. Οι Αιτητές στην Ένορκη Δήλωση του ΧΧΧ Ποταμίτη ημερομηνίας 17/03/2020 που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση τους, ουσιαστικά παραδέχονται ότι υπάρχει οφειλή την οποία ουδέποτε κατέβαλαν στους Εναγόμενους αλλά ούτε και αμφισβητούν την εγκυρότητα της επίδικης Υποθήκης και συνεπώς δεν μπορούν να αιτούνται διάταγμα το οποίο να εμποδίζει και να στερεί ουσιαστικά από τους Εναγόμενους το εκ του νόμου δικαίωμα τους να προωθήσουν τη διαδικασία που προβλέπει ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος 9/1965 για την εκποίηση των επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων των Αιτητών προς ικανοποίηση της οφειλής των Αιτητών προς τους Εναγόμενους.
  14. Το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης, καθώς δεν είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθεί η αιτούμενη θεραπεία, διότι οι Καθ' ων η Αίτηση θα αποστερηθούν των εκ του Νόμου και του Συντάγματος προβλεπόμενων δικαιωμάτων τους να ανακτήσουν τα οφειλόμενα ποσά, στη βάση των δυνατοτήτων που τους παρέχει το νομοθετικό πλαίσιο και η Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκευσης Ακινήτου.
  15. Ειδικότερα και αναφορικά με τα αιτούμενα Διατάγματα στις παραγράφους Δ, Ε και Στ της Αίτησης των Εναγόντων ημερομηνίας 17/03/2020, οι Εναγόμενοι ενίστανται επιπλέον και για τους εξής λόγους: (α) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από τον νομοθεσία και την νομολογία για την έκδοση των Διαταγμάτων. (β) Το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης, καθώς δεν είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθεί η αιτούμενη θεραπεία, (γ) Η καταχώρηση και προώθηση της παρούσας αίτησης συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και/ή χρίζει απόρριψης ως νομικά αβάσιμης και/ή επιπόλαιας και/ή καταπιεστικής και/ή ως κακόπιστης και/ή προωθηθείται για αλλότριους του δικαίου σκοπούς και/ή λόγω ότι η συνέχιση της αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και/ή τείνει να προκαλέσει στους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση αχρείαστη ταλαιπωρία και/ή ενόχληση και/ή αγωνία. (δ) Τα αιτούμενα διατάγματα ουσιαστικά αποτελούν προσπάθεια "ψαρέματος μαρτυρίας" ("fishing expedition") από τους Ενάγοντες/Αιτητές παρά στη λήψη πληροφοριών σύμφωνα με την φιλοσοφία της νομολογίας που καθιέρωσε η αρχή της υπόθεσης Norwich Pharmacal. (ε) Το υπόβαθρο γεγονότων που παρουσιάζεται από τους Αιτητές και/ή το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση των Εναγόντων/Αιτητών είναι ελλιπές και/ή ανεπαρκές και/ή δεν δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος αποκάλυψης. (στ) Η αίτηση των Εναγόντων/Αιτητών είναι πρόωρη. Έχει καταχωρηθεί πριν από την καταχώρηση των δικογράφων και πριν την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων, δηλαδή πολύ πριν την αποκρυστάλλωση των επίδικων θεμάτων. (ζ) Η αίτηση ως είναι διαμορφωμένη, με την μορφή και το περιεχόμενο που έχει ζητηθεί δεν είναι αναγκαία στο παρόν στάδιο. Τουναντίον, η σχετική αίτηση από τους Ενάγοντες/Αιτητές έχει καταχωρηθεί με ουσιαστικό σκοπό την υποβοήθηση των στην προώθηση της υπόθεσης τους, και δεν καταδεικνύεται γιατί είναι αναγκαία στο παρόν στάδιο. (η) Δεν υπάρχουν και δεν συντρέχουν και/ή δεν απεκαλύφθησαν εξαιρετικοί λόγοι και/ή εξαιρετικές περιστάσεις (exceptional circumstances) σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας για να δικαιολογήσουν και/ή καταστήσουν αναγκαία την παρούσα αίτηση και/ή την έκδοση των εν λόγω Διαταγμάτων». Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση στην οποία προβαίνει η κα ΧΧΧ Αγά εκ των υπαλλήλων της Εναγομένης αρ. 2, εταιρείας που έχει αναλάβει την διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της Εναγομένης αρ.
  16. Είναι η θέση της ότι η υπό εκδίκαση Αίτηση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας οι δε Ενάγοντες κωλύονται λόγω δεδικασμένου από του να την προωθούν καθώς στην βάση των ίδιων επίδικων γεγονότων είχαν καταχωρίσει την αίτηση ημερ. 14.11.2019 στο πλαίσιο της αγωγής αρ. 2663/19 η οποία απορρίφθηκε μετά από ακροαματική διαδικασία την 4.3.
  17. Εν συνεχεία οι Ενάγοντες καταχώρισαν Ειδοποίηση Διακοπής της αγωγής αρ. 2663/
  18. Η κα Αγά εισηγείται ότι τα γεγονότα που επικαλούνται οι Ενάγοντες και στις δύο αιτήσεις είναι τα ίδια ή σχεδόν τα ίδια, παραθέτοντας μάλιστα συγκεκριμένη αντιστοιχία παραγράφων των δύο Ενόρκων Δηλώσεων του Ενάγοντα αρ.
  19. Όσον αφορά στα γεγονότα της υπόθεσης η Ομνύουσα αναφέρει ότι δυνάμει Βραχυπρόθεσμού Γραμματίου ημερ. 16.6.1998 το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού παραχώρησε στους Ενάγοντες δάνειο Λ.Κ.180.000 προς εξασφάλιση του οποίου ενεγράφη η υποθήκη με αρ. ΧΧΧ. Επειδή οι Ενάγοντες παρέβησαν τους όρους αποπληρωμής του δανείου τους την 14.9.2000 εξεδόθη Διαιτητική απόφαση υπέρ του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου και εναντίον των Εναγόντων για το ποσό των Λ.Κ.205.352,70 πλέον τόκους προς 8.5% ετησίως από 1.1.2000 μέχρι εξοφλήσεως. Την 25.9.2009 εξεδόθη εκ συμφώνου με τους Ενάγοντες αρ. 1, 4 και 5 διάταγμα για εγγραφή και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης ενώ η αίτηση αποσύρθηκε για τους Ενάγοντες αρ. 2 και 3 άνευ βλάβης. Η ισχύς του διατάγματος κατά τη άποψη της εκτείνεται μέχρι και την 25.9.
  20. Το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού ανέρχεται στο ποσό των €1.884.849,93 πλέον τόκους από 1.1.2020 μέχρι εξοφλήσεως. Σύμφωνα με εκτίμηση η αγοραία αξία των ενυπόθηκων ακινήτων στην Αγία Ζώνη ανέρχεται σε €1.425.000 (με αξία καταναγκαστικής πώλησης €1.000.000) και η αγοραία αξία του ενυπόθηκου ακινήτου στο Μοναγρούλλι σε €324.000 (με αξία καταναγκαστικής πώλησης €227.000). Θέση της κας Αγά είναι ότι η μαρτυρία που περιέχεται στην Αίτηση δεν είναι επαρκής ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις του αρ. 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/
  21. Οι Ενάγοντες παραδέχονται την σύναψη του επίδικου δανείου καθώς και την λήψη του ποσού του δανείου, αμφισβητούν απλώς το ύψος του οφειλόμενου ποσού. Οι Εναγόμενοι απορρίπτουν τους ισχυρισμούς των Εναγόντων περί εφαρμογής του περί Τόκου Νόμου Ν.2/77και υποστηρίζουν ότι δικαιούνται να αξιώνουν και απαιτούν είσπραξη του ποσού για το οποίο εξεδόθη η Διαιτητική Απόφαση. Από αυτά, λέει, προκύπτει ότι το ζήτημα είναι νομικό και ότι οι αναφορές του Ενάγοντα αρ. 1 σε προσπάθειες διευθέτησης είναι αχρείαστες, ενώ τα όσα αναφέρονται περί εμπορικής και οικονομικής ζημιάς των Εναγόντων αποτελούν ανεδαφικούς και ανυπόστατους ισχυρισμούς. Θεωρεί, συνεπώς, ότι δεν υπάρχουν πιθανότητες οι Ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία αλλά, ακόμα και αν δικαιούνται, αυτή δεν περιλαμβάνει την απαγόρευση της εκποίησης των Υποθηκών. Το ουσιώδες ζήτημα που θα καθοριστεί από το Δικαστήριο είναι το ακριβές ύψος του ποσού και όχι το αν κάποιο ποσό οφείλεται. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση η κα Αγά τονίζει ότι δεν αμφισβητείται η οφειλή κάποιου ποσού, και άρα, ισχυρίζεται, και να πετύχουν οι Ενάγοντες στην αγωγή τους, πάλι θα οφείλουν κάποιο ποσό στους Εναγόμενους το οποίο να εξασφαλίζεται από την υποθήκη. Η εκδίκαση της αγωγής μπορεί να προχωρήσει κανονικά στην βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών και δεν επηρεάζεται από την έναρξη διαδικασίας εκποίησης ακινήτων η οποία δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης απόφασης αλλά μία εναλλακτική διαδικασία. Ακόμη και αν οι Ενάγοντες υποστούν ζημιά αυτή θα συνιστά αποκλειστικά οικονομική ζημιά η οποία μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Οι Εναγόμενοι αποτελούν ένα εύρωστο και φερέγγυο οικονομικά οργανισμό που δύναται και είναι σε θέση να την καλύψει πλήρως. Συνεπώς, εισηγείται, δεν έχει καταδειχθεί ότι εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το δε ποσό της πώλησης θα κατατεθεί έναντι της οφειλής των Εναγόντων. Σε σχέση με τα αιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης επιπλέον θέση της Ενόρκως Δηλούσας είναι ότι αποτελούν προσπάθεια ψαρέματος μαρτυρίας παρά προσπάθεια λήψης πληροφοριών στην φιλοσοφία της νομολογίας που καθιέρωσε η υπόθεση Norwich Pharmacal. Η αίτηση είναι πρόωρη και δεν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι ή περιστάσεις σε αυτό το στάδιο που να δικαιολογούν την έκδοση των εν λόγω διαταγμάτων. Μετά την έκδοση σχετικού διατάγματος ο Ενάγοντας αρ. 1 καταχώρισε Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση με την οποία αναφέρει ότι μετά από έρευνα στον φάκελο της Γενικής Αίτησης με αρ. XXXXX/09 οι δικηγόροι του διαπίστωσαν ότι την 13.3.2020 οι Εναγόμενοι αρ. 1 είχαν καταχωρίσει αίτηση για άδεια να προχωρήσουν με μέτρα εκτέλεσης εναντίον των Καθ'ων η Αίτηση λόγω παρέλευσης 10 ετών, πράγμα αντιφατικό με την δήλωση της κας Αγά ότι η απόφαση βρίσκεται σε ισχύ μέχρι τα 12 χρόνια. Οι Ενάγοντες απορρίπτουν τους ισχυρισμούς της κας Αγά που αφορούν στην αναβίωση της απόφασης σε χρόνο μεταγενέστερο της εκπνοής αυτής χωρίς Δικαστική παρέμβαση. Η δε αίτηση είχε καταχωριστεί ως μονομερής και αποτελεί αντικείμενο δικαστικών και πειθαρχικών διαδικασιών. Συγκεκριμένα, ο Ενάγοντας αρ. 1 αναφέρει ότι η αίτηση ορίστηκε για πρώτη φορά την 20.3.2020 και οι δικηγόροι του είχαν καταχωρίσει επιστολή εμφάνισης για τους Ενάγοντες αρ. 4 και
  22. Στο πλαίσιο των μέτρων που λήφθηκαν για αντιμετώπιση της πανδημίας η πρακτική που ακολουθείτο τον Μάιο 2020 επέβαλλε την αποστολή ηλεκτρονικών μηνυμάτων προς το Δικαστήριο, πράγμα που οι δικηγόροι των Εναγόντων έπραξαν ζητώντας όπως τους δοθεί το δικαίωμα να ακουστούν. Το Δικαστήριο όντως επέτρεψε στους Ενάγοντες να ακουστούν. Την 18.6.2020 οι δικηγόροι των Εναγομένων απέστειλαν ηλεκτρονικό μήνυμα στους δικηγόρους των Εναγόντων πληροφορώντας τους ότι αποφάσισαν να αποσύρουν την αίτηση για άδεια εκτέλεσης άνευ βλάβης, πράγμα που δεν αποδέχτηκαν οι συνήγοροι των Εναγόντων, ουδέποτε όμως έλαβαν απάντηση από τους Εναγόμενους. Αίτηση για άδεια εκτέλεσης της απόφασης συνεχίζει να εκκρεμεί στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης με αρ. XXXXX/09 ενώ το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση Απόφαση την 10.7.2020 με κατάληξη ότι ο τρόπος που το αίτημα για απόσυρση της αίτησης είχε τεθεί δεν ήταν ο ενδεδειγμένος. Την 26.5.2020 καταχωρίστηκε πειθαρχική καταγγελία εναντίον των δικηγόρων των Εναγομένων. Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση καταχωρίστηκε και από πλευράς των Εναγομένων στην οποία η κα Αγά αναφέρει ότι αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα αρ. 1 που περιέχονται στην Συμπληρωματική του Ένορκη Δήλωση. Όπως λέει, μετά την έκδοση της Διαιτητικής Απόφασης την 14.9.2020 μέχρι και την μέρα της δήλωσης της οι Ενάγοντες δεν κατέβαλαν κανένα ποσό έναντι του χρέους τους ή των εξόδων. Επειδή είχαν παρέλθει 10 χρόνια από την έκδοση του Δικαστικού Διατάγματος για εγγραφή της Διαιτητικής Απόφασης την 13.3.2020 οι Εναγόμενοι καταχώρισαν στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης με αρ. XXXXX/09 αίτηση για άδεια να προβούν σε μέτρα εκτέλεσης. Οι δικηγόροι των Εναγόντων εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και τους δόθηκαν οδηγίες να καταχωρίσουν ένσταση. Μεταγενέστερα δεν συναίνεσαν στην επιθυμία των δικηγόρων των Εναγομένων όπως αποσύρουν την αίτηση άνευ βλάβης και οι δικηγόροι των Εναγομένων υπέβαλαν προφορικό αίτημα για διακοπή και/ή απόσυρση της άνευ βλάβης, λόγω του ότι η αίτηση είχε μετά την τροποποίηση της Δ.40 Θ.8 καταστεί άνευ αντικειμένου. Μετά την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου την 10.7.2020 οι Εναγόμενοι καταχώρισαν γραπτή αίτηση με την οποία ζητούν την διακοπή ή απόσυρση της αίτησης. Όσον αφορά στην πειθαρχική καταγγελία η Ομνύουσα αναφέρει ότι με επιστολή του ημερ. 21.7.2020 το Πειθαρχικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Σώματος τους ενημέρωσε ότι δεν προέκυπτε εκ πρώτης όψεως η διάπραξη οποιουδήποτε πειθαρχικού παραπτώματος και δεν δικαιολογείτο η διεξαγωγή πειθαρχικής διαδικασίας, γεγονός το οποίο ο Ενάγοντας αρ. 1 παρέλειψε να αναφέρει στην Συμπληρωματική του Ένορκη Δήλωση. Επιπλέον αμφότεροι οι συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Συγκεκριμένη αναφορά σε επιμέρους εισηγήσεις αυτών θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα όπου κριθεί αναγκαίο. Σημειώνω επίσης ότι στο στάδιο των αγορεύσεων ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Ενάγοντες δήλωσε ότι το αιτητικό Στ εγκαταλείπεται. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι Εναγόμενοι εισηγούνται ότι η υπό εκδίκαση Αίτηση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας και ότι οι Ενάγοντες κωλύονται από του να την προωθούν λόγω δεδικασμένου. Η θέση αυτή εδράζεται σε αίτηση που καταχωρίστηκε στο πλαίσιο της αγωγής με αρ. 2663/19 η οποία απορρίφθηκε μετά από ακροαματική διαδικασία την 4.3.
  23. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Ανδρέα Γιαννή Γαβριήλ κ.α. ν. Γεώργιου Αγαπίου,
(1998)1 Α.Α.Δ. 1868 «αγώγιμο δικαίωμα θεωρείται ως δεδικασμένο εφόσον τα επίδικα θέματα της πρώτης και δεύτερης αγωγής είναι ταυτόσημα. (Βλ. Buehler v. Chronos Richardson
(1998)2 All E.R. 960 (C.A.).)» Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χωματένος ν. Λουκά Παναγιώτου Στεφάνου, ECLI:CY:AD:2015:A838, Πολ. Εφ. 62/11 ημερ. 17.12.2015 η αρχή του δεδικασμένου αποτελεί δημιούργημα του δικαίου της επιείκειας και προέκυψε από την ανάγκη να δίδεται τέλος στην αντιδικία. Δεδικασμένο δημιουργείται, όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή, αλλά και σε όσες θα μπορούσαν να είχαν προβληθεί στα πλαίσια του αρχικού αντικειμένου της αντιδικίας. Αντίθετη προσέγγιση θα οδηγούσε σε πλήγμα της αρχής της τελεσιδικίας (βλ. Σοφία Κλεόπα ν. Χριστόφορου Αντωνίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 58, Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 670, Κ.S.R. Commercio S.A. κ.α. ν. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 309). Η εφαρμογή του κανόνα του δεδικασμένου προϋποθέτει ότι: (
  1. i)Η απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη (
  2. ii)Πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων (iii) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση ιδιότητας των διαδίκων, και (
  3. iv)Πρέπει να υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων. Παρά την απαίτηση όμως του τελεσίδικου απόφασης, σε περιπτώσεις προσωρινών διαταγμάτων μπορεί να γίνει επίκληση του κανόνα αυτού. Παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση Recnex Trading Limited κ.α. ν Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολ. Εφ. 71/11 ημερ. 16.4.2014 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Η κατάληξη του Δικαστηρίου μας βρίσκει καθόλα σύμφωνους. Οι ενδιάμεσες αποφάσεις, πλην ειδικών περιπτώσεων, δεν θεωρούνται τελεσίδικες ακόμη και αν αποφασίζεται τελικώς ένα ζήτημα το οποίο κρίνεται δεσμευτικό για την μετέπειτα διαδικασία. Η απόρριψη μιας ενδιάμεσης αίτησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τελική και ως εκ τούτου η καταχώριση νέας δεν μπορεί να προσκρούσει στην αρχή του δεδικασμένου. Εναπόκειται πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αν θα εγκρίνει τη δεύτερη αίτηση ή αν θα την απορρίψει, ελλείψει νέων στοιχείων. Στο τέλος της ημέρας το Δικαστήριο δεν μόρφωσε και ούτε εξέφρασε τελική γνώμη με τρόπο καθοριστικό επί νομικού ή πραγματικού αιτήματος. Δεν υπήρξε ενασχόληση με την ουσία του επιδίκου ζητήματος που αποτελεί τη βάση για την εφαρμογή του δόγματος res judicata (K.S.R. Commercio Industria de Papel S.A. κ.α. ν. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 309). Εξαρτάται πάντοτε από το κατά πόσο η απορριπτική απόφαση επεκτάθηκε σε ζητήματα επί της ουσίας. Σε αντίθετη περίπτωση, σε ενδιάμεσες αιτήσεις και εκεί όπου δεν αποφασίζεται οτιδήποτε, εκτός από το γεγονός ότι το Δικαστήριο για άλλους λόγους αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θεραπεία που ο διάδικος ζήτησε, τότε το δεδικασμένο δεν καλύπτει την περίπτωση. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Spencer Bower, Turner and Handley, The Doctrine of Res Judicata, 1996, σελ.82: «Although some interlocutory orders may finally determine some question and be binding in later stages of the proceedings, the dismissal of an interlocutory application is not final and will not bar a further application on the ground of res judicata, although the further application is not likely to succeed unless supported by additional evidence or a different argument. Orders granting interlocutory applications in matters of practice and procedure, such as an interlocutory injunction, remain under the control of the court, subject to review. Such orders do not decide any question finally, not even whether there should be an interlocutory injunction, or its terms. Buttes Gas and Oil Co v. Hammer (No.3)
(1982)A.C. 888.» Δεν έχει σημασία αν η απόφαση AK International UK Limited v. Του Πλοίου «ΝΑΙΜΕ S» Σημαίας Comoros Islands (Aρ.2), ανωτέρω, δεν είναι δεσμευτική. Με αναφορά σε Αγγλική νομολογία (Henderson v. Henderson
(1843)3 Hare 100, Lloyds Bowmaker Ltd v. Britannia Arrow
(1988)3 All E.R. 178 (CA), Brink´s MAT Ltd v. Elcombe
(1988)3 All E.R. 188 (CA), Bohbehani v. Salem
(1989)2 All E.R. 143 (CA), Woodhouse v. Consignia Plc
(2002)EWCA Civ 275), το Δικαστήριο ενισχύει την κατάληξη του, την οποία υιοθετούμε. Στο τέλος της ημέρας δεν δημιουργείται δεδικασμένο στην έννοια που ορίζει η νομολογία. (Γαβριήλ κ.α. ν. Αγαπίου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1868, Λοϊζος Λουκά & Υιοι ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ
(1999)1 Α.Α.Δ. 92, Αναστασία Forrest κ.α. ν. Κίμωνα Βαρδάκη κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 6, Μιχαήλ ν. Επίσημος Παραλήπτης
(2003)1 Α.Α.Δ. 975). Μελετώντας την Αίτηση ημερ. 14.11.2019 που καταχωρίστηκε στην αγωγή με αρ. 2663/19 προκύπτει ότι υπάρχει ταύτιση διαδίκων. Το μοναδικό αιτητικό που περιέχεται εκεί είναι το αιτητικό που παρουσιάζεται στην υπό εκδίκαση Αίτηση ως αιτητικό (Γ). Τα αιτητικά που αφορούν στην Ειδοποίηση Τύπου «Ι» αλλά και τα αιτητικά για αποκάλυψη δεν είχαν περιληφθεί στην προαναφερόμενη αίτηση στην αγωγή αρ. 2663/19. Επιπλέον, μετά την έναρξη της διαδικασίας εκποίησης στην βάση του Ν.9/65 και την αποστολή της Ειδοποίησης Τύπου «Ι» έχουν δημιουργηθεί νέα δεδομένα, σε σχέση με τα οποία θα ήταν άδικο να αποκλειστούν οι Ενάγοντες από του να τα προσβάλουν. Θεωρώ, συνεπώς, ότι οι Ενάγοντες δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι κωλύονται από του να προωθούν την υπό εκδίκαση Αίτηση λόγω δεδικασμένου. Παρά, όμως, την σωρεία θεμάτων που εγέρθηκαν στο πλαίσιο της υπό εκδίκαση Αίτησης θα πρέπει να τονιστεί ότι η εμβέλεια ζητημάτων που μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο αιτήσεων για προσωρινό διάταγμα είναι περιορισμένη. Στην διαδικασία αιτήσεων για προσωρινό διάταγμα το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται από το αρ. 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 για την επιτυχία της αίτησης. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό είναι κάτι που θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1983)1 CLR 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Σε περιπτώσεις όπου αυτό που επιζητείται είναι διάταγμα αποκάλυψης πληροφοριών και εγγράφων το οποίο εμπίπτει στις αρχές της Επιείκειας όπως καθιερώθηκαν από την απόφαση Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioner of Customs and Excise
(1973)2 All E.R. 943 πρέπει επιπλέον να πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από τη Νομολογία. Οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, και οι αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με βάση το εν λόγω άρθρο, είναι οι ακόλουθες: (α) Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά την δίκη (β) Να υπάρχει πιθανότητα ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία (γ) Το ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αν ικανοποιούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 CLR 557) Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, έχει λεχθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Η δε δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι η ύπαρξη πιθανότητας ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία, αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Ο Αιτητής απλά πρέπει να καταδείξει ότι έχει μια ορατή δυνατότητα επιτυχίας (Odysseos v. Pieris Estates and Others, πιο πάνω, στη σελ.569 και επόμενες). Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Ως προς τις αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου βλ. Κοτ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ Ε 255, Karydas Taxi Co. Ltd v. Κomodikis
(1975)1 CLR 321, Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, M & M Transport Co Ltd v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 CLR 695, Bacardy & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788 και Pariko Aluminium Designs v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ.
  1. Στην παρούσα αγωγή δεν έχει ακόμα καταχωριστεί Έκθεση Απαιτήσεως και συνεπώς η εξέταση των προϋποθέσεων θα πρέπει να γίνει από τα αιτητικά και την Ένορκη Δήλωση της υπό εκδίκαση Αίτησης σε συνάρτηση με τις θεραπείες που ζητούνται στο Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα. Παρατηρώ τα εξής: Τα αιτητικά Β και Γ της Αίτησης αντιστοιχούν στα αιτητικά Α και Β του Κλητηρίου Εντάλματος και αφορούν στην έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων. Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων δεν μπορεί να αποτελεί αυτοτελή τελική θεραπεία. Εκείνο, όμως που ζητείται με τα αιτητικά Α, Β και Γ της Αίτησης είναι η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων που να παρεμποδίσουν την προώθηση της διαδικασίας εκποίησης δυνάμει του Ν.9/65 της ΧΧΧ. Μελετώντας την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση και τις θέσεις που εκφράζονται για το ίδιο ζήτημα μπορεί να θεωρηθεί ότι τα προσωρινά διατάγματα ζητούνται ώστε να διαφυλαχτεί η ενυπόθηκη περιουσία των Εναγόντων μέχρις ότου αποφασιστεί το οφειλόμενο υπόλοιπο. Η βάση αγωγής αυτή προβάλλεται στα αιτητικά Γ, Η, Θ, Ι και Κ του Κλητηρίου Εντάλματος όπου αξιώνονται θεραπείες που έχουν ως έρεισμα τους ισχυρισμούς των Εναγόντων όσον αφορά στην ισχύ του περί Τόκου Νόμου Ν.2/
  2. Με την Ένορκη Δήλωση του ο Ενάγοντας αρ. 1 προβάλλει την θέση ότι, τόσο σε σχέση με τις συμφωνίες όσο και σε σχέση με την Απόφαση όπως ενεγράφη, τυγχάνει εφαρμογής ο περί Τόκου Νόμος Ν.2/77με αποτέλεσμα το οφειλόμενο ποσό να μην μπορεί να υπερβεί το ποσό των €615.
  3. Οι Εναγόμενοι εισηγούνται ότι δικαιούνται να αξιώνουν και απαιτούν το ποσό για το οποίο έχει εκδοθεί η Διαιτητική απόφαση ημερ. 14.9.
  4. Όντως ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Ν.160(Ι)/99κατάργησε τον περί Τόκου Νόμο Ν.2/77από 1.1.2001 και άρα οι συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων συνήφθησαν σε χρόνο που ίσχυε ο Ν.2/
  5. Την 14.9.2000 εξεδόθη διαιτητική απόφαση με την οποία επιδικάστηκε εναντίον των εδώ Εναγόντων ποσό Λ.Κ.205.352,70 πλέον τόκους επί του ποσού αυτού προς 8.5% από 1.1.2000 επί του εκάστοτε υπολοίπου μέχρι εξοφλήσεως. Αποφασίστηκε μάλιστα όπως το προαναφερόμενο ποσό και οι τόκοι πληρωθούν από τους Ενάγοντες και την υποθήκη με αρ. XXXXX/
  6. Συνεπώς υπάρχει ζήτημα προς εξέταση όσον αφορά στο ποιο είναι το ποσό το οποίο μπορούν να αξιούν οι Εναγόμενοι να πληρωθεί, μεταξύ άλλων δια της εκποίησης της προαναφερόμενης Υποθήκης. Στον βαθμό αυτό κατάληξη μου αποτελεί ότι η πρώτη προϋπόθεση που θέτει το αρ. 32 του Ν.14/60 ικανοποιείται. Με το αιτητικό Δ του Κλητηρίου, όμως, ζητείται απόφαση και δήλωση που να αφορά στην εγκυρότητα της Ειδοποίησης Τύπου Ι. Αφενός σημειώνω ότι η εγκυρότητα της Ειδοποίησης Τύπου Ι δεν μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο αγωγής, αλλά η διαδικασία που προβλέπεται στον Ν.9/65 εξετάζεται στο πλαίσιο Αίτησης - Έφεσης. Ακόμη και σε εκείνο το πλαίσιο, όμως, εκείνη που μπορεί να εφεσιβληθεί είναι η Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ. Ενδεχομένως σε τέτοια περίπτωση, ως μέρος της όλης διαδικασίας που οδηγεί στην Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ, να εξετάζεται και η εγκυρότητα της Ειδοποίησης Τύπου Ι. Για σκοπούς, όμως, της υπό εκδίκαση Αίτησης δεν θεωρώ πως υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση όσον αφορά στο αιτητικό Δ του Κλητηρίου. Επιπλέον, έστω ως πλεονασμό, σημειώνω ότι δεν είναι απαραίτητη η ύπαρξη Δικαστικής απόφασης για σκοπούς της διαδικασίας εκποίησης δυνάμει του Ν.9/65, και άρα τα όσα αναφέρονται από τους ευπαιδεύτους συνηγόρους για τους Ενάγοντες επί του θέματος δεν μπορούν να επηρεάσουν την δυνατότητα των Εναγομένων να προωθήσουν την διαδικασία εκείνη. Όσον αφορά στα αιτητικά Ε και Στ του Κλητηρίου Εντάλματος και στα όσα προβάλλονται στην Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα που συνοδεύει την υπό εκδίκαση Αίτηση, προκύπτει ότι ζητείται από το παρόν Δικαστήριο να ενεργήσει ως Εφετείο άλλων ομοβάθμιων Δικαστηρίων και να κρίνει την ορθότητα διαταγμάτων και αποφάσεων που εξεδόθησαν στο πλαίσιο μάλιστα άλλων Γενικών Αιτήσεων, πράγμα ανεπίτρεπτο. Το αιτητικό Ζ του Κλητηρίου αποτελεί ουσιαστικά επέκταση των προαναφερόμενων, εφόσον προϋποθέτει και πάλι παρέμβαση σε διάταγμα που εξεδόθη στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης αρ. XXXXX/
  7. Στρέφομαι τώρα στα αιτητικά Λ και Μ του Κλητηρίου Εντάλματος (και τα αντίστοιχα αιτητικά Δ και Ε της Αίτησης). Κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω απόσπασμα από την Avila Management Services Ltd v. Frantisek Stepanek κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1403 στην οποία και παρατίθενται οι νομικές αρχές που διέπουν την εξέταση αιτημάτων για έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal: «Το κοινοδίκαιο, εύπλαστο και εύκαμπτο, βοηθούμενο πάντοτε από τις αρχές της επιείκειας, δεν σταμάτησε ποτέ να εξελίσσεται, να αναδιπλώνεται και να προσαρμόζεται στις εκάστοτε απαιτήσεις του οικονομικού και κοινωνικού γίγνεσθαι της Αγγλικής κοινωνίας. Μέσα από αποφάσεις εξέχοντων νομικών, διαμορφωνόταν πάντοτε, αργά, προσεκτικά και σταθερά, το υπόβαθρο εκείνο που παρείχε ανάλογα το οπλοστάσιο ή την ασπίδα στην αντιμετώπιση των ραγδαία εξελισσόμενων καταστάσεων, τοπικών και παγκόσμιων. Τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal εμπίπτουν σ' αυτή τη διάπλαση του δικαίου, επηρεάζοντας όλες τις χώρες που εφαρμόζουν τη φιλοσοφία του Αγγλοσαξωνικού δικαίου. Από το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan [1871] L.R. 12 Eq. 140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε άτομο που αναμείχθηκε με αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη, να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στη Norwich Pharmacal - ανωτέρω -, η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd [1997] 1 WLR 1309. Σ' αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. Περαιτέρω, στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd [2002] UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα. Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela [1994] Q.B. 366). Στην Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc [2003] EWHC 616, η αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Η υπόθεση αφορούσε την αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο άτομο το οποίο κατασκεύαζε εμπορεύματα εκ μέρους του προτιθέμενου εναγόμενου στην αγωγή που θα εγειρόταν, ώστε ο προτιθέμενος ενάγων να μπορούσε να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του. Οι προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal συνοψίστηκαν στην Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd [2005] EWHC 625, όπου λέχθηκε ότι: «(
  1. i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
  2. ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
  3. a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
  4. b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Σε μετάφραση: «(
  5. i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ' ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
  6. ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας». Στην απόφαση Aldi Μarine Ltd v. Rual Trade Ltd κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A19, Πολ. Εφ. 182/12 και 184/12 ημερ. 18.1.2016 αναφέρθηκαν τα εξής: «Όπως είναι γνωστό, διατάγματα αποκάλυψης μπορούν να εκδοθούν ως επικουρικά στις περιπτώσεις που οι πραγματικοί αδικοπραγούντες δεν είναι γνωστοί στον ενάγοντα ή για σκοπούς αστυνόμευσης (policing) του διατάγματος παγοποίησης, ώστε να γνωρίζει ο ενάγων ποια ακριβώς περιουσιακά στοιχεία είχε στην κατοχή του ο εναγόμενος τη δεδομένη στιγμή, για να μπορέσει σε μεταγενέστερο στάδιο να γνωρίζει αν υπήρχε συμμόρφωση με το διάταγμα παγοποίησης. Στην Αγγλία υπάρχει το δικαίωμα αποκάλυψης πριν την έγερση της αγωγής. Στην Κύπρο όμως, λόγω των προνοιών του άρθρου 32 δεν έχουν εκδοθεί Κανονισμοί που να επιτρέπουν την έκδοση επικουρικών παρεμπιπτόντων διαταγμάτων για σκοπούς έγερσης αγωγής. Όμως, με βάση το δίκαιο της επιείκειας, δεν αποκλείεται η έγερση αγωγής εναντίον προσώπου που εμμέσως εμπλέκεται σε αδικοπραγία ή που κατέχει πληροφορίες οι οποίες θα μπορούσαν να βοηθήσουν τον ενάγοντα να εγείρει δεύτερη αγωγή εναντίον των προσώπων που παραβιάζουν τα δικαιώματά του (βλ. Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners and Custom Excise [1973] 2 All ER 943, Avila Management Services Ltd κ.α. ν. Stepanek κ.α.
(2012)1Β ΑΑΔ 1403, Penderhill Holdings Ltd κ.α. ν. Abramchyk κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 319/11, ημερ. 13.1.2014, Melouskia Commercial Ltd κ.α. ν. Alisa Chumachenko κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε71/13, ημερ. 30.9.2014 και το Δίκαιο της Απόδειξης, Έκδοση 2014, Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, σελ. 976-978). Όμως, υπάρχουν και διαζευκτικοί τρόποι. Το δίκαιο επίσης επιτρέπει είτε την κοινοποίηση ενός τέτοιου διατάγματος, είτε την έκδοση τέτοιου διατάγματος που εμπλέκει τρίτο πρόσωπο το οποίο δεν έχει καταστεί διάδικος, αλλά θεωρείται λόγω της έμμεσης εμπλοκής του ότι μπορεί να βοηθήσει επειδή κατέχει πληροφορίες, έγγραφα ή άλλη περιουσία που ανήκει στον εναγόμενο, όπως για παράδειγμα εναντίον τράπεζας, μη διαδίκου. Στη δεύτερη περίπτωση, ο τρόπος που διατυπώνεται το διάταγμα έχει μεγάλη σημασία». Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει μία ειδοποιός διαφορά: οι Ενάγοντες δεν ζητούν την αποκάλυψη πληροφοριών για σκοπούς έγερσης αγωγής εναντίον αδικοπραγούντα, αφού η αγωγή έχει ήδη εγερθεί εναντίον των Εναγομένων αρ. 2 και 3 στους οποίους και αποδίδει την αδικοπραξία. Συνεπώς οι λεπτομέρειες μπορούν να ζητηθούν στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής σε μεταγενέστερο στάδιο. Κατ' επέκταση οι λόγοι για τους οποίους ο Ενάγοντας αρ. 1 ζητά την αποκάλυψη, ήτοι για να μάθει τι έχει να λαμβάνει η Εναγόμενη αρ. 2 από την εκποίηση της επίμαχης περιουσίας ή αν δικαιούται η Εναγόμενη αρ. 3 να λάβει bonus, δεν εμπίπτουν στους λόγους που επιτρέπουν την άσκηση του Δικαστηρίου για έκδοση διαταγμάτων δυνάμει των αρχών της Norwich Pharmacal. Τα αιτητικά Δ και Ε, συναφώς, δεν έχουν πιθανότητα επιτυχίας. Τις λοιπές προϋποθέσεις προχωρώ να εξετάσω όσον αφορά στα ζητήματα για τα οποία έχει κριθεί ότι ικανοποιήθηκε η πρώτη προϋπόθεση. Η δεύτερη προϋπόθεση του αρ. 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60επιβάλλει στους Ενάγοντες να δείξουν ότι έχουν «πιθανότητα επιτυχίας». Το Δικαστήριο εξετάζει στο στάδιο αυτό την ισχυρότητα της μαρτυρίας (evidential strength) της υπόθεσης των Εναγόντων. Το επίπεδο με το οποίο θα κριθεί η μαρτυρία δεν είναι ψηλό, απαιτώντας μόνο πιθανότητα επιτυχίας. Όπως αναφέρεται και πιο πάνω το Γραμμάτιο συνήφθη σε ημερομηνία που βρισκόταν σε ισχύ ο περί Τόκου Νόμος Ν.2/77και η Διαιτητική απόφαση εξεδόθη επίσης σε χρόνο προτού τεθεί σε εφαρμογή ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Ν.160(Ι)/99. Σε περίπτωση όπου όντως γίνουν δεκτές οι θέσεις των Εναγόντων υπάρχει πιθανότητα να πετύχουν σε κάποια από τα αιτητικά της αγωγής τους, όπως τα αιτητικό Γ, Θ, Ι και Κ. Ικανοποιείται, συνεπώς, και η δεύτερη προϋπόθεση. Στρέφομαι τώρα στην τρίτη προϋπόθεση. Το άρθρο 32 του Ν.14/60 προβλέπει ότι το Δικαστήριο δεν εκδίδει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα εκτός εάν ικανοποιηθεί ότι με την μη έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι νομολογημένο ότι αν δεν είναι δυνατός ο δίκαιος υπολογισμός ζημιών, το Διάταγμα μπορεί να δοθεί (Karydas Taxi Services Ltd v. Komodikis
(1975)1 Α.Α.Δ. 330). Σε περίπτωση όμως που η επιδίκαση αποζημιώσεων στον Ενάγοντα στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της, τότε η έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη (βλ. ΚΟΤ ν. Θεωρή (πιο πάνω)). Όντως, όπως επισημαίνει και ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Εναγόμενους, δεν αποτελεί θέση του Ενάγοντα αρ. 1 ότι δεν οφείλεται κανένα ποσό. Το θέμα που αμφισβητείται είναι το ύψος του οφειλόμενου αυτού ποσού. Ούτε και αμφισβητείται η υπογραφή της υποθήκης ή ότι αυτή εξασφάλιζε το επίδικο χρέος. Προκύπτει ξεκάθαρα συνεπώς, ότι και αν υποστούν κάποια ζημιά οι Ενάγοντες από την μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αυτή θα είναι οικονομική και θα μπορεί εύκολα να υπολογιστεί και αποτιμηθεί σε χρήμα. Η θέση των Εναγομένων περί της δυνατότητας τους να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό επιδικαστεί δεν έχει αμφισβητηθεί από τους Ενάγοντες. Έπεται πως η τρίτη προϋπόθεση δεν ικανοποιείται και η Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Η κατάληξη μου αυτή καθιστά αχρείαστη την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας. Η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, γι΄αυτό και επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων αρ. 1, 2 και 3 - Καθ'ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων αρ. 1, 2, 3, 4 και 5 - Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............... Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.