Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Φλωρίδη, Αρ. Αίτησης: 477/16, 7/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 477/16 Αναφορικά με την Διαιτητική Απόφαση του Διαιτητού και XXXXX Ανδρέου - Επιμετρητή Ποσοτήτων, ημερομηνίας 31/08/2015, στη Διαιτησία μεταξύ των XXXXX Φλωρίδη Αρχιτέκτονα - Απαιτητή και της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενεργούσης διά του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, σε σχέση με τη Συμφωνία Ανάθεσης Υπηρεσιών Αρχιτέκτονα και Πολιτικού Μηχανικού για την ανέγερση του Λυκείου Λατσιών, ημερομηνίας 21/05/
- και Αναφορικά με τον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4 ----------------------------------------- Μεταξύ: Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Αιτητή και XXXXX Φλωρίδη Καθ' ου η Αίτηση ----------------------------------------- Ημερομηνία: 07 Ιανουαρίου 2021 Εμφανίσεις: Για Γενικό Εισαγγελέα: κα Θ. Κουμή Για Ν. Φλωρίδη και Διαιτητή Ε. Ανδρέου: κ. Ησαΐας ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 21/05/2003 υπεγράφη μεταξύ των αρχιτεκτόνων - πολιτικών μηχανικών Ν. Φλωρίδη, Δ. Πελά (κα), Σ. Βασιλειάδου Κοζάκη (κα), Ξ. Σαράντη και Ι. Αχιλλέως, συμφωνία Ανάθεσης Υπηρεσιών Αρχιτέκτονα και Πολιτικού Μηχανικού για την Ανέγερση του Λυκείου Λατσιών με το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού. Ως υπεύθυνος της ομάδας των αρχιτεκτόνων - πολιτικών μηχανικών ορίστηκε ο Φλωρίδης. Κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της συμφωνίας προέκυψαν διαφορές μεταξύ των αρχιτεκτόνων και της Δημοκρατίας. Η μεν Δημοκρατία παραπονέθηκε ότι οι αρχιτέκτονες δεν εκπλήρωναν ορθά τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και ότι καθυστερούσαν αδικαιολόγητα να τηρήσουν το συμφωνηθέν πρόγραμμα υλοποίησης του έργου αφού τα προσχέδια τους είχαν υποβληθεί με καθυστέρηση 7 μηνών, οι δε αρχιτέκτονες, μέσω του Φλωρίδη, ισχυρίστηκαν ότι είναι η Δημοκρατία που ευθύνεται για την προκληθείσα καθυστέρηση. Συνεπεία των εν λόγω διαφορών, η Δημοκρατία, επικαλούμενη την κατ' εκείνη αντισυμβατική συμπεριφορά των αρχιτεκτόνων, προχώρησε και τερμάτισε γραπτώς τη συμφωνία των μερών στις 14/04/04 και διέκοψε την ανάθεση της Σύμβασης στους αρχιτέκτονες. Στην ενέργεια αυτή της Δημοκρατίας ο Φλωρίδης αντέδρασε επίσης γραπτώς και μέσω του δικηγόρου του έστειλε προς τη Δημοκρατία επιστολές στις 11/02/02/2014, 18/05/2004 και 04/06/2004 με τις οποίες υποστήριξε ότι ο μονομερής τερματισμός της συμφωνίας από τη Δημοκρατία ήταν παράνομος και ότι συνεπεία τούτου επεφύλασσε πλήρως όλα τα δικαιώματα του. Μετά την πάροδο δέκα ετών και συγκεκριμένα στις 11/02/14, ο Φλωρίδης έστειλε επιστολή προς τη Δημοκρατία και εγείροντας διάφορα θέματα αναφορικά με την αμοιβή στην οποία ισχυριζόταν ότι δικαιούτο με βάση τη συμφωνία του 2003, απαίτησε όπως το όλο θέμα παραπεμφθεί σε Διαιτησία. Λόγω διαφόρων εσωτερικών διαδικασιών, ο οποίες περιλάμβαναν και ερώτημα προς το Γενικό Εισαγγελέα ως προς το κατά πόσο μπορούσε το θέμα να παραπεμφθεί σε διαιτησία μετά από δέκα χρόνια, η Δημοκρατία, μέχρι και τις 10/03/14 δεν κατέστη δυνατό να ανταποκριθεί θετικά στο αίτημα του Φλωρίδη. Συνεπεία τούτου, ο τελευταίος, επικαλούμενος τους όρους της συμφωνίας κάλεσε γραπτώς τη Δημοκρατία όπως διορίσει το δικό της διαιτητή εντός της ταχθείσας προθεσμίας και όταν η τελευταία παρέλειψε να το πράξει, την ενημέρωσε και πάλι γραπτώς στις 21/03/14 ότι είχε προχωρήσει και με βάση το άρθρο 11 (β) του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, διόρισε τον κ. Ε. Ανδρέου από τη Λάρνακα, Επιμετρητή Ποσοτήτων και μέλος του ΕΤΕΚ όπως ενεργήσει ως Μοναδικός Διαιτητής για να αποφασίσει επί των διαφορών των μερών. Στην ενέργεια αυτή του Φλωρίδη η Δημοκρατία αντέδρασε και με επιστολές τις προς τον πρώτο τον ενημέρωσε αφ' ενός ότι το αρμόδιο κρατικό όργανο (ΚΕΑΑ) δεν συμφωνούσε με το διορισμό του Ανδρέου και αφ' ετέρου ότι είχε διορίσει και η ίδια το διαιτητή της επιλογής της, ήτοι τον κ. Δ. Δημητρίου. Απορρίπτοντας τον διορισμό του Δημητρίου ως άκυρο και εκπρόθεσμο, ο Φλωρίδης επέμεινε στο διορισμό του Ανδρέου ως του Μόνου Διαιτητή ο οποίος Ανδρέου εν τω μεταξύ είχε ενημερώσει τα μέρη στις 16/05/2014 ότι αποδεχόταν τον διορισμό του και ότι θα συγκαλούσε συνάντηση στις 10/06/
- Ακολούθως, στις 19/05/14 η Γενική Λογίστρια έστειλε, ως Πρόεδρος της ΚΕΑΑ, επιστολή προς τους Φλωρίδη, τον Ανδρέου, το Γενικό Εισαγγελέα και το Γενικό Ελεγκτή ενημερώνοντας ότι, όπως είχε ήδη υποδειχτεί προφορικά στο Φλωρίδη στα πλαίσια συνεδρίας της ΚΕΑΑ στις 14/05/14 στην οποία συνεδρία είχε και αυτός συμμετάσχει, αμφισβητούσε έντονα την αμεροληψία του Ανδρέου και είχε σφοδρή ένσταση στο διορισμό του «.καθώς υπήρχε ιδιάζουσα σχέση της συζύγου του (Φλωρίδη) με τον κ. Ε. Ανδρέου, η οποία για σειρά ετών υπήρξε στην ουσία προϊσταμένη του στο Τμήμα Δημοσίων Έργων, αφού κατά την εκτέλεση των έργων της Ανέγερσης του κτιρίου του Ανωτάτου Δικαστηρίου ήταν υφιστάμενος της, με μίσθωση Υπηρεσιών». Κατά τη Δημοκρατία, ο κ. Ανδρέου είχε προσληφθεί από το Τμήμα Δημοσίων Έργων με μίσθωση υπηρεσιών Επιμετρητή Ποσοτήτων για την Ανέγερση του νέου Ανωτάτου Δικαστηρίου και η σύζυγος του Φλωρίδη ήταν η Υπεύθυνη του Έργου η οποία και είχε καθήκον να εγκρίνει την εργασία του Ανδρέου και κατ' επέκταση την καταβολή οποιασδήποτε πληρωμής του. Στις πιο πάνω ενστάσεις και θέσεις της Δημοκρατίας απάντησε μόνο ο Φλωρίδης, ο οποίος με επιστολή του απέρριψε και την απόκτηση οποιασδήποτε δημοσιοϋπαλληλικής ιδιότητας από τον Ανδρέου κατά τη διάρκεια της μίσθωσης των προαναφερόμενων υπηρεσιών του αλλά και την ύπαρξη οποιασδήποτε επαγγελματικής σχέσης του τελευταίου με τη σύζυγο του η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι επηρέαζε την αμεροληψία του Ανδρέου. Εφόσον λοιπόν ο Φλωρίδης επέμεινε στις θέσεις του και από Ανδρέου δεν υπήρξε καμία τοποθέτηση στην επιστολή της Γενικής Λογίστριας αλλά ούτε και οποιαδήποτε αλλαγή στην ήδη προγραμματισθείσα συνεδρία της 10/06/14, δικηγόρος της Δημοκρατίας έστειλε στις 09/06/14 επιστολή στον Φλωρίδη και στον Ανδρέου με την οποία υπέβαλε ένσταση στο διορισμό του Ανδρέου ως διαιτητή για σκοπούς επίλυσης της διαφοράς. Συγκεκριμένα, στην επιστολή της η δικηγόρος της Δημοκρατίας ανέφερε ότι «.η ουσία της ένστασης των καθ' ων η απαίτηση συνίσταται στο ότι ο κ. Ανδρέου δεν πληροί τα εχέγγυα αμεροληψίας που απαιτούνται από ένα μέσο διαιτητή στην ίδια θέση με αυτόν λόγω προγενέστερης σχέσης του με τον Απαιτητή. Προς τούτο θα υποβληθεί το συντομότερο δυνατό δυνατόν από τη Νομική Υπηρεσία, εκ μέρους των καθ' ων η απαίτηση, σχετική αίτηση στο αρμόδιο επαρχιακό δικαστήριο προς απομάκρυνση του μονομερώς διορισθέντα Διαιτητή.» . Στις 10/06/14 που ήταν προγραμματισθείσα η συνεδρία ενώπιον του Ανδρέου, εμφανίστηκαν ο Φλωρίδης ως Απαιτητής και η κα Λ. Σταύρου για τη Δημοκρατία ως οι Καθ' ων η Απαίτηση. Σύμφωνα δε με τα τηρηθέντα πρακτικά της 10/06/14, η Σταύρου «.δήλωσε ότι προσέρχεται στην συνάντηση υπό διαμαρτυρία και άνευ βλάβης των δικαιωμάτων ότι η θέση του Καθ' ου η Απαίτηση έχει καταγραφεί στην επιστολή του ημερομηνίας 9 Ιουνίου 2014 και ότι δεν έχει να δηλώσει τίποτε περισσότερο από το περιεχόμενο της επιστολής του Καθ' ου η απαίτηση .(και ότι).η παρουσία του καθ' ου η απαίτηση στην συνάντηση είναι για να διασφαλιστεί το γεγονός ότι δεν θα ληφθεί καμία απόφαση ερήμην του καθ' ου η απαίτηση». Ο Ανδρέου, αφού έκαμε αναφορά στην επιστολή της δικηγόρου της Δημοκρατίας ημερ. 09/06/14, «.τόνισε το γεγονός ότι είναι υπόχρεος με βάση τον περί διαιτησίας νόμο της Κυπριακής Δημοκρατίας Κεφάλαιο 4 να προχωρήσει ως μοναδικός Διαιτητής την διαδικασία Διαιτησίας μέχρις ότου του δοθούν άλλες οδηγίες από το Αρμόδιο Δικαστήριο» και προχώρησε και έδωσε οδηγίες για την καταχώρηση δικογράφων και τον τρόπο διεξαγωγής της διαιτησίας. Οι πιο πάνω δηλώσεις και ενστάσεις επαναλήφθηκαν και σε μεταγενέστερη συνεδρία που έλαβε χώρα στις 24/02/15 κατόπιν επιστολής που έστειλε ο Φλωρίδης στον Ανδρέου ζητώντας του να προχωρήσει με την έκδοση διαιτητικής απόφασης ερήμην των θέσεων της Δημοκρατίας εφόσον αυτός είχε καταθέσει εμπεριστατωμένη απαίτηση στις 30/07/14 και η Δημοκρατία παρέλειπε να συμμορφωθεί με τις οδηγίες που είχαν δοθεί. Πέραν όμως της ένστασης της ως προς το θέμα της αμεροληψίας του Ανδρέου, την οποία ένσταση επανέλαβε και κατά τη συνεδρία της 24/02/15, η Δημοκρατία μέσω της δικηγόρου της είχε ήδη ενημερώσει τον Ανδρέου και τον Φλωρίδη ότι θα ήταν υπό τις περιστάσεις ανεπίτρεπτο ο πρώτος να προχωρήσει με τη διαδικασία και την έκδοση απόφασης αφού συν τοις άλλοις είχε ετοιμαστεί και θα καταχωρείτο εντός των ημερών και αίτηση στο Δικαστήριο για απομάκρυνση του από Διαιτητή για λόγους που αφορούσαν την αμεροληψία του. Μέχρι την 31/08/15 δεν υπήρξε άλλη επικοινωνία μεταξύ των μερών ούτε και λήφθηκαν οποιαδήποτε διαβήματα από πλευράς Δημοκρατίας για απομάκρυνση του Ανδρέου. Την 31/08/2015 η Δημοκρατία καταχώρησε τη Γενική Αίτηση 297/2015 στο Ε.Δ Λευκωσίας ζητώντας όπως παραμεριστεί ο Ανδρέου από μονομερώς διορισθέντας διαιτητής και όπως η ενώπιον του διαδικασία ανασταλεί. Την ίδια μέρα όμως, ήτοι στις 31/08/15 και προτού η αίτηση επιδοθεί στον Ανδρέου ή τον Φλωρίδη, ο Ανδρέου εξέδωσε απόφαση στη διαιτησία επιδικάζοντας προς όφελός του Φλωρίδη και εναντίον της Δημοκρατίας το ποσόν των €34.196,80 πλέον Φ.Π.Α. το οποίον ίσχυε το Δεκέμβριο του 2005, ήτοι 15%, πλέον 5.5% χρηματοδοτικά έξοδα κάθε έτος, χωρίς ανατοκισμό, από τις 11.01.2006 και μέχρις εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α., για την ετοιμασία των προσχεδίων, πλέον €24.663,15 διαφυγόν κέρδος για επαγγελματικές υπηρεσίες που δεν προσφέρθησαν λόγω λύσης του συμβολαίου από τη Δημοκρατία, πλέον 5.5% χρηματοδοτικά έξοδα κάθε έτος, χωρίς ανατοκισμό, από τις 30.11.2006 και μέχρις εξοφλήσεως, πλέον €4.712,40 πλέον Φ.Π.Α., έξοδα Διαιτητή. Παραθέτω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από το πλήρες κείμενο της απόφασης του Ανδρέου το οποίο παραδόθηκε στα μέρη στις 17/11/2015 δια χειρός, και αφού αμφότερα τα μέρη κατέβαλαν στον Ανδρέου τα έξοδα του.
(1)Γενικά (1.1) Με την απόφαση αυτή επισυνάπτεται όλη η σχετική αλληλογραφία μεταξύ του Διαιτητή και των δύο μερών καθώς επίσης και η απαίτηση του Απαιτητή. Για σκοπούς αναφοράς όλες οι σελίδες έχουν αριθμηθεί στην πάνω δεξιά γωνιά της σελίδας με αριθμό 1 μέχρι 220.
(2)Διορισμός Διαιτητή (2.1) Διορίστηκα ως ένας εκ των δύο Διαιτητών με επιστολή του Απαιτητή ημερομηνίας 10 Μαρτίου 2014 (Τεκμήριο 1- Σελίδα 2). Ο Απαιτητής με επιστολή του ημερομηνίας 21 Μαρτίου 2014 (Τεκμήριο 2- Σελίδα 3) υπενθύμισε στον Καθ'ου η Απαίτηση ότι είχε παραλείψει να διορίσει τον δικό του Διαιτητή και του ζητούσε να προβεί στον πιο πάνω διορισμό. Ο Απαιτητής απέστειλε επιστολή στις 8 Απριλίου 2014 (Τεκμήριο 3 - Σελίδα 4) με την οποία με διόριζε ως μοναδικό Διαιτητή με βάση την πρόνοια του άρθρου 11 (β) του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.
- (2.2) Με επιστολή μου ημερομηνίας 16 Μαΐου 2014 (Τεκμήριο 7- Σελίδα 9) αποδέχτηκα τον διορισμό μου ως μοναδικός Διαιτητής και κάλεσα τα δύο μέρη στην πρώτη συνάντηση στο γραφείο μου στις 10 Ιουνίου
- Στις 9 Ιουνίου 2014 έλαβα επιστολή από την Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας (Τεκμήριο 10 - Σελίδα 12) με την οποία με πληροφορούσε ο Καθ'ου η Απαίτηση ότι θα υποβληθεί το συντομότερο δυνατό από την Νομική Υπηρεσία εκ μέρους του Καθ'ου η Απαίτηση σχετική αίτηση στο αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο προς απομάκρυνση του μονομερώς διορισθέντα διαιτητή με βάση την θέση ότι δεν πληρώ τα εχέγγυα αμεροληψίας που απαιτούνται από ένα μέσο Διαιτητή στην ίδια θέση με αυτόν, λόγω προγενέστερης σχέσης μου με τον Απαιτητή. Σημειώνεται ότι μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Διαιτητή δηλαδή την 31ην Αυγούστου 2015 δεν έλαβα καμία απόφαση η διάταγμα του αρμόδιου Επαρχιακού Δικαστηρίου με εντολή παύσης μου ή αναστολής της διαδικασίας διαιτησίας. Σημειώνεται επίσης ότι από την ημερομηνία αποστολής της πιο πάνω επιστολής (Τεκμήριο 10- Σελίδα 12) μέχρι και την έκδοση της απόφασης του Διαιτητή παρήλθε χρονικό διάστημα τουλάχιστον 15 μηνών. (2.3) Σημειώνεται επίσης ότι όλη η σχετική αλληλογραφία κατά την διάρκεια της διαδικασίας της Διαιτησίας έχει αποσταλεί και στα δύο μέρη όπως φαίνεται και στα τεκμήρια 11 μέχρι 34 (Σελίδες 14 μέχρι 49) στα οποία επισυνάπτονται επίσης και οι αποδείξεις παραλαβής των εγγράφων. (2.4) Έγιναν δύο συναντήσεις στο γραφείο του Διαιτητή στις οποίες παρευρέθηκαν εκπρόσωποι και των δύο πλευρών όπως φαίνεται και στα πρακτικά των συναντήσεων (Τεκμήριο 12 - Σελίδες 15 -20) (Τεκμήριο 13 - Σελίδα 21) (Τεκμήριο 14 - Σελίδες 22 -24) (Τεκμήριο 15 - Σελίδες 25 -29) (Τεκμήριο 31 - Σελίδες 45 -49). (2.5) Σημειώνονται οι αναφορές του Διαιτητή στην επιστολή του ημερομηνίας 16 Μαΐου 2014 (Τεκμήριο 7 - Σελίδα 9) < Υπενθυμίζεται επίσης προς τα δύο μέρη οι εξουσίες του Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 11 του περί Διαιτησίας Νόμου>, στα πρακτικά της πρώτης συνάντησης διαιτησίας στο γραφείο του Διαιτητή (Τεκμήριο 14 - Σελίδα 23) στην δήλωση του Διαιτητή < Ο Διαιτητής κ. Ευθύμιος Ανδρέου αναφέρθηκε στην επιστολή του Καθ'ου η Απαίτηση ημερομηνίας 9 Ιουνίου 2014 (επισυνάπτεται για εύκολη αναφορά) και τόνισε το γεγονός ότι είναι υπόχρεος με βάση τον περί διαιτησίας νόμο της Κυπριακής Δημοκρατίας Κεφάλαιο 4 να προχωρήσει ως μοναδικός Διαιτητής την διαδικασία Διαιτησίας μέχρις ότου του δοθούν άλλες οδηγίες από το Αρμόδιο Δικαστήριο>, και στα πρακτικά της δεύτερης συνάντησης διαιτησίας στο γραφείο του Διαιτητή (Τεκμήριο 31 - Σελίδα 46) στην δήλωση του Διαιτητή < Ο Διαιτητής κ. Ευθύμιος Ανδρέου τόνισε το γεγονός ότι είναι υπόχρεος με βάση τον περί διαιτησίας νόμο της Κυπριακής Δημοκρατίας Κεφάλαιο 4 να προχωρήσει ως μοναδικός Διαιτητής την διαδικασία Διαιτησίας μέχρις ότου του δοθούν άλλες οδηγίες από το Αρμόδιο Δικαστήριο>. (2.6) Σημειώνεται επίσης το γεγονός ότι ο Καθ' ου η Απαίτηση ουδέποτε αμφισβήτησε την διαδικασία του διορισμού του Διαιτητή ως Μοναδικού Διαιτητή αλλά έθεσε θέμα αμεροληψίας του Διαιτητή. Ως εκ τούτου και εφόσον ο διορισμός ήταν σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 11(β) του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, και εφόσον δεν έλαβα καμία εντολή απομάκρυνσης μου ή αναστολής της διαδικασίας διαιτησίας έχω προχωρήσει με την έκδοση της απόφασης Διαιτησίας λαμβάνοντας υπόψη και το άρθρο 13
(1)του σχετικού νόμου σε σχέση με την ταχύτητα διεξαγωγής της διαιτησίας και τη έκδοση της σχετικής απόφασης. Με βάση τα πιο πάνω έχω προχωρήσει στην διαδικασία και έκδοση της απόφασης διαιτησίας με βάση τα έγγραφα τα οποία μου έχουν δοθεί σχετικά με την πιο πάνω διαφορά..
(5)Απόφαση Διαιτητή (5.1) Εκδίδω την ακόλουθη απόφαση μου στις απαιτήσεις του Απαιτητή. (5.2) Σχετικά με την πρώτη απαίτηση της ετοιμασίας των προσχεδίων η απαίτηση είναι επιτυχής και ο Απαιτητής θα πρέπει να πληρωθεί ποσό των €34.196,80 πλέον o Φόρος Προστιθέμενης Αξία με βάση το ποσοστό που ίσχυε την ημερομηνία έκδοσης του σχετικού τιμολογίου τον Δεκέμβριο του
- (5.3) Σχετικά με την δεύτερη απαίτηση των χρηματοδοτικών εξόδων για το κόστος ετοιμασίας των προσχεδίων η απαίτηση είναι επιτυχής και το ποσό των χρηματοδοτικών εξόδων θα υπολογίζεται με μέτρο υπολογισμού το ποσοστό 5.5 % κάθε έτος χωρίς ανατοκισμό με ημερομηνία έναρξης υπολογισμού Των χρηματοδοτικών εξόδων την I ιη Ιανουαρίου 2006 μέχρι την ημερομηνία της εξόφλησης τοι) ποσού που δικαιούται ο Απαιτητής με βάση αυτή την διαιτητική απόφαση . Το ποσό αυτό δεν θα επιβαρύνεται με Φόρο Προστιθέμενης Αξίας σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας. (5.4) Σχετικά με την τρίτη απαίτηση της πληρωμής διαφυγών κέρδους για το υπόλοιπο ποσό για τις επαγγελματικές υπηρεσίες που δεν έχει προσφέρει λόγω λύσης του συμβολαίου από τον Καθ' ου η Απαίτηση η απαίτηση είναι επιτυχής και o Απαιτητής θα πρέπει να πληρωθεί ποσό των €24.663,
- Το ποσό αυτό δεν θα επιβαρύνεται με Φόρο Προστιθέμενης Αξίας σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας. (5.5) Σχετικά με την τέταρτη απαίτηση των χρηματοδοτικών εξόδων για την πληρωμή διαφυγών κέρδους για το υπόλοιπο ποσό για τις επαγγελματικές υπηρεσίες που δεν έχει προσφέρει λόγω λύσης του συμβολαίου από τον Καθ' ου η Απαίτηση η απαίτηση είναι επιτυχής και το ποσό των χρηματοδοτικών εξόδων θα υπολογίζεται με μέτρο υπολογισμού το ποσοστό 5.5 % κάθε έτος χωρίς ανατοκισμό με ημερομηνία έναρξης υπολογισμού των χρηματοδοτικών εξόδων την 30η Νοεμβρίου 2006 μέχρι την ημερομηνία της εξόφλησης του ποσού που δικαιούται ο Απαιτητής με βάση αυτή την διαιτητική απόφαση . Το ποσό αυτό δεν θα επιβαρύνεται με Φόρο Προστιθέμενης Αξίας σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας. (5.6) Το κόστος εξόδων του Διαιτητή είναι €7.720,00 πλέον ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας δηλαδή €9.424,80 όπως φαίνεται και στην σχετική ανάλυση που επισυνάπτεται και θα καταβληθεί εξ ημισείας και από τα δύο μέρη δηλαδή €4.712,40 σύμφωνα με την παράγραφο 1 1 των κατευθυντηρίων οδηγιών διεξαγωγής της Διαιτησίας (Τεκμήριο 15 — Σελίδα 27).» Αν και δεν έχει δοθεί στο παρόν Δικαστήριο οποιαδήποτε ενημέρωση από τη Δημοκρατία ως προς το τι απέγινε η αίτηση 297/2015 η οποία να σημειωθεί δεν επιδόθηκε ποτέ στο Φλωρίδη ή στον Ανδρέου, εντούτοις φαίνεται ότι αυτή προφανώς κατέστη άνευ αντικειμένου μετά την έκδοση της απόφασης του Ανδρέου στις 31/08/
- Έχοντας λοιπόν σκιαγραφήσει το κοινώς αποδεκτό και μη αμφισβητούμενο πραγματικό πλαίσιο που περιβάλλει τις διαφορές των δύο μερών στρέφομαι τώρα στα όσα θέματα τέθηκαν ενώπιον μου προς ακρόαση. Από τη μια είναι η Γενική Αίτηση 35/16 που καταχώρησε στις 21/01/16 στο Ε.Δ Λευκωσίας ο Φλωρίδης, με την οποία ο τελευταίος επιδιώκει να λάβει την άδεια του Δικαστηρίου για να εγγράψει και να εκτελέσει την απόφαση του Ανδρέου. Από την άλλη είναι η Γενική Αίτηση 477/16 που καταχώρησε η Δημοκρατία στις 11/11/16, ήτοι εκκρεμούσης της αίτησης του Φλωρίδη, με την οποία αίτηση επιδιώκεται ο παραμερισμός και/ή η ακύρωση της απόφασης του Ανδρέου λόγω κατ' ισχυρισμό «.κακής συμπεριφοράς, κακής διαδικασίας και κακού χειρισμού της υπόθεσης (MISCONDUCT) εκ μέρους του μονομερούς διορισθέντος διαιτητή κ. Ευθύμιου Ανδρέου και υπέρβασης και κατάχρησης εξουσίας και των αρχών φυσικής δικαιοσύνης, επειδή ο Διαιτητής διεξήγαγε κακώς, αντικανονικά και μεροληπτικά τη Διαιτησία και εξέδωσε παράτυπα την εν λόγω Απόφαση (arbitration and award was improperly procured) και παράνομα, αντικανονικά και χωρίς δικαιοδοσία, και καθ' υπέρβαση των εξουσιών και δικαιοδοσίας του κατέληξε στην εν λόγω απόφαση.». Θέση της Δημοκρατίας είναι ότι υπό το φως των συγκεκριμένων γεγονότων της υπόθεσης ο Ανδρέου δεν έπρεπε να προχωρήσει και να αποφανθεί ως διαιτητής επί της διαφοράς των μερών αφού τίθετο και τίθεται θέμα και φαινόμενης αλλά και πραγματικής μεροληψίας του (actual and apparent bias) και δη προς όφελος του Φλωρίδη. Τα όσα είχαν προβληθεί σχετικά με το θέμα της αμεροληψίας του Ανδρέου, υποστηρίζει η Δημοκρατία, εύλογα δημιουργούσαν και δημιουργούν στο μέσο συνετό άνθρωπο την εντύπωση ότι ο Ανδρέου δεν θα ήταν αμερόληπτος, και όπως εν τέλει αποδείχτηκε, δεν ήταν. Αν μη τι άλλο όφειλε ο Ανδρέου, ισχυρίζεται περαιτέρω η Δημοκρατία, να αποκαλύψει ο ίδιος την ιδιάζουσα σχέση που είχε με τον Φλωρίδη και την οικογένεια του και όχι να αποκρύψει το στοιχείο αυτό και να προχωρήσει με την έκδοση απόφασης υπέρ του Φλωρίδη και ερήμην της Δημοκρατίας, ιδιαίτερα σε μια υπόθεση όπου η τελευταία είχε καλή υπεράσπιση διότι σε κανένα ποσό δεν δικαιούτο ο Φλωρίδης ο οποίος ήταν και ο μόνος που είχε ενεργήσει αντισυμβατικά. Σημειώνω εδώ ότι στην ένσταση της στην αίτηση του Φλωρίδη για εγγραφή της απόφασης του Ανδρέου η Δημοκρατία επαναλαμβάνει ως λόγους ένστασης στην εγγραφή όλα όσα εγείρει με τη δική της αίτηση ως λόγους για παραμερισμό της απόφασης του Ανδρέου λόγω κατ' ισχυρισμό misconduct του τελευταίου. Προβάλλονται βέβαια στο κυρίως σώμα της ένστασης και διάφοροι άλλοι λόγοι για τους οποίους η Δημοκρατία θεωρεί ότι η απόφαση του Ανδρέου δεν θα πρέπει να εγγραφεί, όπως είναι π.χ. ο ισχυρισμός ότι στην απόφαση του ο Ανδρέου περιέπεσε σε διαδικαστικά και ουσιαστικά λάθη όμως οι λόγοι αυτοί δεν φαίνεται στην πραγματικότητα να προωθούνται αφού όχι μόνο δεν εξειδικεύονται καθόλου στην ένσταση της Δημοκρατίας ή στην Ε/Δ που την υποστηρίζει αλλά ούτε και στην τελική αγόρευση της δικηγόρου της Δημοκρατίας έγινε οποιαδήποτε σχετική αναφορά στους άλλους αυτούς λόγους ένστασης. Με άλλα λόγια δηλαδή, ο λόγος που η Δημοκρατία ουσιαστικά ενίσταται στην εγγραφή της απόφασης του Ανδρέου είναι ο ίδιος λόγος για τον οποίο με τη δική της αίτηση ζητά την ακύρωση και παραμερισμό της εν λόγω απόφασης, ήτοι διότι θεωρεί ότι η εν λόγω απόφαση είναι προϊόν misconduct του Ανδρέου. Ο Φλωρίδης τώρα, ο οποίος υποστηρίζει ότι στα πλαίσια της δικής του αίτησης για εγγραφή της απόφασης δεν μπορεί να εγείρεται ως λόγος ένστασης η αμφισβήτηση της ορθότητας της διαιτητική απόφασης του Ανδρέου, ισχυρίζεται τα εξής αναφορικά με τα όσα προβάλλει η Δημοκρατία για να υποστηρίξει την αίτηση της για ακύρωση: «.Μετά την καταχώρηση από εμένα της Αίτησης με Αρ. 35/16 για καταχώρηση και εγγραφή της Διαιτητικής απόφασης στις 20.01.2016, ο Καθ' ου η Αίτηση στην Αρ. 35/16, Αιτητής εις την παρούσα, ζητούσε επανειλημμένως από το Δικαστήριο παράταση χρόνου για καταχώρηση ενστάσεως και όταν η εν λόγω υπόθεση ορίστηκε στις 22.11.2016 προς απόδειξη, κατεχώρησε Ένσταση, στις 11.11.2016, στην εν λόγω Αίτησή μου με Αρ. 35/
- Την ίδια ημέρα, 11.11.2016, κατεχώρησε και την παρούσα Αίτηση..Σημειώνω ότι τα επίδικα θέματα προς εκδίκαση στην Αίτηση με Αρ. 35/2016 είναι όμοια με τα επίδικα θέματα προς εκδίκαση στην παρούσα Αίτηση. Περαιτέρω σημειώνεται ότι οι Ένορκες Δηλώσεις, που συνοδεύουν την Ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση στην Αίτηση με Αρ. 35/16 όσον και αυτή που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση, εγένοντο υπό του ιδίου προσώπου, της κας XXXXX Σταύρου, και όσον αφορά τα γεγονότα, είναι πανομοιότυπες..Έχω νομική συμβουλή και πιστεύω ότι ο Αιτητής παρέβη κάθε νομικήν αρχή διαδικασίας και σε καμίαν περίπτωση δεν συνεμορφώθη με τις διαδικασίες ενώπιον του Διαιτητού, ως επίσης και μετά την έκδοση της Διαιτητικής αποφάσεως. Πάντοτε ενεργούσε ετεροχρονισμένα και με καθυστέρηση και με πλήρη περιφρόνηση των διαδικασιών και των καθορισμένων υπό του νόμου προθεσμιών. Ο Αιτητής είχε δικαίωμα να εμφανισθεί ενώπιον του Διαιτητού, να ζητήσει από το αρμόδιο δικαστήριο την απομάκρυνση του μεροληπτούντος κατά τον ισχυρισμό του διαιτητού και ουδέν εκ τούτων έπραξε. Έλαβε γνώση της Διαιτητικής αποφάσεως, κατέβαλε το ήμισυ των εξόδων του Διαιτητού και κατεχώρησε την παρούσα Αίτηση για παραμερισμό της αποφάσεως αυτής στις 11.11.2016, ήτοι μετά την παρέλευση χρονικού διαστήματος δεκαπέντε μηνών περίπου και αφού προηγήθη εκ μέρους μου η καταχώρηση της Αιτήσεως με Αρ. 35/16 για καταχώρηση και εγγραφή της Διαιτητικής απόφασης, στις 20.01.2016..τα επίδικα θέματα της Αιτήσεως καταχώρησης και εγγραφής της Διαιτητικής απόφασης και της Αιτήσεως για παραμερισμό και ακύρωση της Διαιτητικής απόφασης, ως και τα γεγονότα και στις δύο Αιτήσεις είναι παρόμοια. Εάν δεν εκδικασθεί η Αίτηση καταχώρησης και εγγραφής της Διαιτητικής απόφασης η οποία κατεχωρήθη υπ' εμού εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος και αφού εγώ συμμορφώθηκα με όλους τους Κανόνες της διαδικασίας από την έναρξη της Διαιτησίας μέχρι σήμερον, θα υπάρξει αδικαιολόγητος καθυστέρηση και θα επιβραβευθεί ο Αιτητής, ο οποίος, ως ανωτέρω ελέχθη, περιφρόνησε πάσαν διαδικασία ως επίσης και κάθε προθεσμία από της ενάρξεως της Διαιτητικής διαδικασίας μέχρι σήμερον. Συγκεκριμένα, αυτά που ισχυρίζεται ο Αιτητής στην παρούσα Αίτηση, για παραμερισμό της Διαιτητικής απόφασης, είναι πανομοιότυπα με αυτά που ισχυρίζεται στην Ένστασή του, στην Αίτησή μου Αρ. 35/16, για καταχώρηση και εγγραφή της Διαιτητικής απόφασης, (π.χ. μεροληψία Διαιτητού κλπ), μπορούν να εκδικασθούν υπό του Δικαστηρίου που χειρίζεται την Αίτησή μου, με Αρ. 35/16, για καταχώρηση και εγγραφή της Διαιτητικής απόφασης.Η παρατηρηθείσα κωλυσιεργία εκ μέρους του Αιτητή και η σκοπουμένη καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων του αποτελεί δυσμενή χειρισμό και αντιμετώπιση εις βάρος εμού, ο οποίος ακολούθησα πιστά τις διαδικασίες έναντι του μέρους το οποίον περιφρόνησε πάσαν τοιαύτη διαδικασία.στην επιστολή της Νομικής Υπηρεσίας ημερομηνίας 09.06.2014 προς εμένα και τον Διαιτητή, αναφέρεται ότι " θα υποβληθεί το συντομότερο δυνατό από τη Νομική Υπηρεσία, εκ μέρους των Καθ' ων η Απαίτηση, σχετική αίτηση στο αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο προς απομάκρυνση του μονομερώς διορισθέντα Διαιτητή και/ή με οποιοδήποτε άλλο σχετικό αιτητικό." Ο Αιτητής δεν τήρησε την πιο πάνω δήλωσή του και δεν άσκησε δικαίωμά του, εάν πράγματι είχε οποιαδήποτε καχυποψία εναντίον του Διαιτητού. Άφησε να παρέλθει ο χρόνος και ο Διαιτητής να προχωρήσει στη διαδικασία και να εκδώσει την εμπεριστατωμένη απόφασή του. Στη συνέχεια ο Αιτητής κατέβαλε το ήμισυ των εξόδων του Διαιτητού και παρέλαβε την σχετική Απόφαση. Εις ουδέν μέτρον και διάβημα προέβη για την αμφισβήτηση και/ή ακύρωση της εν λόγω αποφάσεως του Διαιτητού ημερ. 31.08.2015, παρά μόνο μετά την παρέλευση χρονικού διαστήματος πέραν των δεκαπέντε μηνών και αφού ήδη εγώ, από τον Ιανουάριο του 2016, υπέβαλα στο Δικαστήριο την Αίτηση με Αρ. 35/16 για καταχώρηση και εγγραφή της Διαιτητικής απόφασης..». Ειδικότερα όμως αι σε σχέση με το θέμα της κατ' ισχυρισμό μεροληψίας του Ανδρέου, ο Φλωρίδης ισχυρίστηκε τα εξής: «.Απορρίπτω τους ισχυρισμούς του Αιτητού περί μεροληψίας και/ή ακαταλληλότητας του Διαιτητού. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του Αιτητού ότι "όπως πολύ καλά γνώριζε και ο Απαιτητής ο κ. XXXXX Ανδρέου είχε μια ιδιάζουσα σχέση με τη σύζυγο του Απαιτητή, η οποία για σειρά ετών υπήρξε στην ουσία προϊσταμένη του στο Τμήμα Δημοσίων έργων κατά την εκτέλεση των έργων ανέγερσης του νέου κτιρίου του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπου ο κ. Ανδρέου ήταν υφιστάμενος της συζύγου του Απαιτητή με μίσθωση Υπηρεσιών", λέγω ότι εξ όσων γνωρίζω ο Διαιτητής ουδέποτε είχε οποιαδήποτε δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα εις τρόπον ώστε να είναι υφιστάμενος της συζύγου μου. Η σύζυγός μου εργαζόταν στη Δημόσια Υπηρεσία μέχρι το έτος 2011 και ουδέποτε υπήρξε προϊσταμένη του Διαιτητού, ο οποίος ως ανωτέρω ελέχθη ουδέποτε ήταν δημόσιος υπάλληλος. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς σε σχέση με την ανέγερση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, πράγματι η σύζυγός μου ήτο συντονίστρια του όλου έργου και ο Διαιτητής πρόσφερε υπηρεσίες Επιμετρητή Ποσοτήτων κατόπιν προσφοράς αγοράς υπηρεσιών από το Τ.Δ.Ε., ως ιδιώτης. Οι αποφάσεις τόσον της συζύγου μου όσο και του Επιμετρητή Ποσοτήτων, αποτελούσαν μέρος διαδικασίας στην οποία ελάμβαναν μέρος πολλά άτομα και διάφορες Επιτροπές και ως εκ τούτου ουδεμία περίπτωση υπήρχε να παραβιασθούν οποιοιδήποτε κανόνες ή κανονισμοί. Κατά τη δικάσιμο θα αναφερθώ εν εκτάσει. Όλα τα πιο πάνω έλαβαν χώρα κατά ή περί το έτος 2004 κατά την ανέγερση του κτιρίου του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σημειωτέον περαιτέρω ότι ο Διαιτητής, σύμφωνα με πληροφορίες μου, ενήγαγε την Κυπριακή Δημοκρατία γιατί δεν κατεβλήθησαν σ' αυτόν ποσά τα οποία αφορούν την πληρωμή του για προσφορά υπηρεσιών. Η αγωγή αυτή εκκρεμεί μέχρι σήμερον και είναι εις γνώση και/ή ο Αιτητής δύναται να λάβει γνώση αυτής. Επιφυλάσσω το δικαίωμά μου να αιτηθώ όπως ο σχετικός φάκελος της διαδικασίας τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για να σχηματίσει πλήρη εικόνα των γεγονότων της υπόθεσης. Ως ανωτέρω ανάφερα το θέμα μεροληψίας και ακαταλληλότητος του Διαιτητού έπρεπε να εγερθεί κατά τον δέοντα χρόνο και προς τα αρμόδια δικαστήρια, σε τρόπο ώστε να δοθεί το δικαίωμα σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένου και του Αιτητού, να εκθέσουν τις απόψεις τους. Σημειωτέον ότι τα όσα αναφέρονται εις την παρούσα Αίτηση σε σχέση με τη μεροληψία του Διαιτητού αποτελούν γενικότητες και αοριστίες και ουδεμία αναφορά γίνεται σε συγκεκριμένα γεγονότα εις τρόπον ώστε, έστω και ακροθιγώς, να στηρίζονται οι ισχυρισμοί αυτοί του Αιτητή. Θα ζητήσω από τον Αιτητή να εκθέσει τοιαύτα γεγονότα εις τρόπον ώστε να στηρίξει τη θέση αυτού. Επιφυλάσσω το δικαίωμα μου αφού ακούσω συγκεκριμένα γεγονότα για τους ισχυρισμούς περί της μεροληψίας του Διαιτητού να αντικρούσω αυτά και να δώσω την ανάλογη μαρτυρία.» Αφού η «δικογραφία» ολοκληρώθηκε σε αμφότερες τις αιτήσεις, ηγέρθη θέμα ως προς το ποια αίτηση θα έπρεπε να εκδικαστεί πρώτα. Ο μεν Φλωρίδης υποστήριζε ότι η δική του αίτηση για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης θα έπρεπε να εκδικαστεί πρώτα διότι προηγείτο χρονολογικά, η δε Δημοκρατία υποστήριζε ότι η δική της αίτηση για παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης θα έπρεπε να εκδικαστεί πρώτα και αυτό όχι μόνο διότι η έκβαση της δικής της αίτησης θα επηρέαζε καθοριστικά όλα τα θέματα των μερών αλλά και διότι τυχόν επιτυχία της αίτησης του Φλωρίδη πριν την εκδίκαση της δικής της αίτησης ενδέχετο να δημιουργήσει δικονομικό αδιέξοδο και να της αποστερήσει εκείνης το δικαίωμα της να προσφύγει στο Δικαστήριο. Σημειώνω εδώ ότι μέχρις εκείνου του σημείου η κάθε αίτηση ήταν ορισμένη ενώπιον διαφορετικού Δικαστή (άλλων από την παρούσα σύνθεση) και το γεγονός αυτό το επικαλείτο ο Φλωρίδης για να υποστηρίξει ότι η αίτηση της Δημοκρατίας συνιστούσε ουσιαστικά παρέμβαση στη δική του αίτηση και στη διαδικασία που εκκρεμούσε ενώπιον του φυσικού δικαστή εκείνης της αίτησης. Αν και η πιο πάνω διαδικαστική διαφωνία των μερών θα μπορούσε ίσως να επιλυθεί με αναφορά στις υποθέσεις A N Stasis Estates Co. Ltd. ν. GMP Katsambas Ltd.
(1998)1 ΑΑΔ 2195 και Tουμαζή Aρτέμιδα και Άλλος ν. Kυριάκος και Nικόλας Tρικωμίτες Λτδ διά του εκκαθαριστού τους Λεωνίδα Kίμωνος
(2008)1 ΑΑΔ 921), εντούτοις η Δημοκρατία αποφάσισε όπως καταχωρήσει στα πλαίσια της αίτησης του Φλωρίδη ενδιάμεση αίτηση με την οποία ζητούσε όπως εκείνη η διαδικασία ανασταλεί μέχρι να εκδικαστεί η δική της αίτηση για παραμερισμό και/ή ακύρωση της απόφασης του Ανδρέου. Συνεπεία όμως της ενδιάμεσης αυτής αίτησης, στην οποία ο Φλωρίδης καταχώρησε ένσταση υποστηρίζοντας ότι δεν θα πρέπει να εκδικαστεί πρώτα η αίτηση παραμερισμού της απόφασης διότι έπετο χρονικά της δικής του αίτησης για εγγραφή, αμφότερες οι διαδικασίες εγγραφής και παραμερισμού αναβάλλονταν εκ συμφώνου μέχρι να εκδικαστεί η ενδιάμεση αίτηση της Δημοκρατίας. Τελικά, η αδελφή Δικαστής που επιλαμβάνετο τότε της κυρίως αίτησης του Φλωρίδη και της ενδιάμεσης αίτησης της Δημοκρατίας για αναστολή, αποφάσισε στις 09/09/19 ότι το αίτημα της Δημοκρατίας για αναστολή στερείτο νομικού ερείσματος και απέρριψε την αίτηση με αποτέλεσμα αμφότερες οι διαδικασίες να παραμείνουν να εκκρεμούν και να προωθούνται ταυτόχρονα. Μέσα στο πιο πάνω πλαίσιο λοιπόν και κατόπιν αλλαγής στο πρόγραμμα του Δικαστηρίου, τόσο η αίτηση του Φλωρίδη για εγγραφή της απόφασης του Ανδρέου (35/16) όσο και η αίτηση της Δημοκρατίας (477/16) τέθηκαν ενώπιον μου για πρώτη φορά στις 18/10/19 και 16/09/19 αντίστοιχα, με τον κάθε αιτητή να θέλει να δικάσει τη δική του αίτηση πρώτα. Σημειώνω εδώ ότι σύμφωνα με τη νομολογία, μία διαιτητική απόφαση μπορεί, με την άδεια του Δικαστηρίου να εγγραφεί και να εκτελεστεί οποτεδήποτε έστω και αν η προθεσμία για παραμερισμό της δεν έχει εκπνεύσει και ο γενικός κανόνας είναι ότι κάθε απόφαση είναι εκτελεστή, έστω κι' αν έχει καταχωρηθεί έφεση εναντίον της, εκτός αν υπάρχει διάταγμα αναστολής της εκτέλεσής της (βλ. Τρικωμίτες ανωτέρω). Στην προκειμένη όμως περίπτωση, όπως και στην Τρικωμίτες, το αίτημα για αναστολή της εγγραφής μέχρι την εκδίκαση της αίτησης παραμερισμού είχε απορριφθεί και η απόφαση αυτή, εφόσον δεν είχε με κάποιο τρόπο ακυρωθεί, ήταν δεσμευτική για σκοπούς της μετέπειτα διαδικασίας. Λαμβάνοντας επομένως υπόψη πρώτο την κατάσταση που διαμορφώθηκε μετά την ενδιάμεση απόφαση της 09/09/19, δεύτερο το ότι το ότι τα θέματα που εγείρει η Δημοκρατία πρέπει μεν να εξεταστούν ώστε να ικανοποιηθεί και το δικό της δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο αλλά η ουσία τους μόνο στα πλαίσια της δικής της αίτησης μπορεί να εξεταστεί και αυτό βέβαια χωρίς να παραγνωρίζεται η διαφορετικότητα ως προς την ουσία αλλά και τη διαδικασία των διαιτητικών αποφάσεων που εδράζονται επί της νομοθεσίας που αφορά στα συνεργατικά ιδρύματα (Ν.22/85)(βλ. Νικολάου Ανδρέας Χατζηγεωργίου ν. Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγλαντζιάς
(2012)1 ΑΑΔ 707) και αυτών που όπως η παρούσα, εδράζονται αποκλειστικά επί του Κεφ.4 (βλ. Πιττάκα Χριστόδουλος ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ.
(2004)1 ΑΑΔ 1895), τρίτο τα δικονομικά αδιέξοδα και πιθανές αδικίες που θα μπορούσαν να προκληθούν σε περίπτωση που η μία αίτηση εκδικάζετο πριν από την άλλη (βλ. Stasis και Τρικωμίτες ανωτέρω και Πολιτική Αγωγή Ειρήνη Γεωργίου ν Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ, 15855/98, ημερ. 24/1/02 υπό Κληρίδη Π.Ε.Δ ως ήταν τότε) και τέλος το ότι ο μόνος ουσιαστικά λόγος που προβάλλεται από τη Δημοκρατία εναντίον της αίτησης του Φλωρίδη και της εγγραφής της απόφασης του Ανδρέου είναι ουσιαστικά τα όσα προβάλλονται από τη Δημοκρατία στην χωριστή της αίτηση για παραμερισμό, εισηγήθηκα στους συνηγόρους κατά πόσο θα μπορούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο οι δύο αιτήσεις να εκδικαστούν ταυτόχρονα. Ειδικότερα, αυτό που εισηγήθηκε το Δικαστήριο ήταν όπως οι συνήγοροι αγορεύσουν ταυτόχρονα και για τις δύο αιτήσεις με γνώμονα ότι η αίτηση του Φλωρίδη θα εξεταστεί υπό το φως των αρχών που φέρουν την βασική προϋπόθεση για επιτυχία εκείνης της αίτησης να είναι ουσιαστικά μόνο η διαπίστωση του κατά πόσο η απόφαση του Ανδρέου συνιστά έγκυρη διαιτητική απόφαση (βλ. Πιττάκα) και η αίτηση της Δημοκρατίας θα εξεταστεί υπό το φως των αρχών που διέπουν τη δική της αίτηση αναφορικά με τη συμπεριφορά του Ανδρέου. Επισημαίνω όμως ότι στην Τρικωμίτες, η οποία αφορούσε σε αίτηση για εγγραφή διαιτητικής απόφασης αποκλειστικά δυνάμει του αρ.21 Κεφ.4, όπως είναι και η αίτηση του Φλωρίδη, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία σε μέρος από συγκεκριμένο απόσπασμα από το σύγγραμμα Russel το πλήρες κείμενο του οποίου έχει ως εξής: «Time - With the leave of the court or judge an award may be enforced at any time, though the time for moving to set it aside had not elapsed (Order 42, r.31A). The application, if made before the expiry of the time for moving to set the award aside, may no doubt be resisted upon the ground that such motion is to be made. It is however submitted that the party resisting the application would be required to show, upon affidavit a substantial case or contesting the validity of the award, as well as to swear to his intention of doing so.». Σε πλήρη λοιπόν συμφωνία με την Πιττάκα, αυτό που προκύπτει από την Τρικωμίτες και το πιο πάνω απόσπασμα από τον Russell είναι ότι το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί την εγγραφή μιας διαιτητικής απόφασης δυνάμει του αρ. 21 Κεφ.4 αν ο ενιστάμενος στη διαδικασία εγγραφής καταδείξει στα πλαίσια εκείνης της διαδικασίας μέσω ένορκης δήλωσης ότι όντως υπάρχει πραγματικός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητας της διαιτητικής απόφασης και ότι όντως έχει πρόθεση να προχωρήσει με τις ανάλογες διαδικασίες για να αμφισβητήσει την εγκυρότητα αυτή «.the party resisting the application would be required to show, upon affidavit a substantial case or contesting the validity of the award, as well as to swear to his intention of doing so.». Συνεπώς, αν κατ' εφαρμογή των αντίστοιχων αρχών ήθελε φανεί ότι τα όσα προβάλλει η Δημοκρατία με τη δική της αίτηση ευσταθούν, τότε εκείνη η αίτηση (477/16) θα επιτύχει και η αίτηση του Φλωρίδη (35/2016) θα απορριφθεί ως μη αφορώσα σε έγκυρη διαιτητική απόφαση (βλ. Πιττάκα). Αν από την άλλη τα όσα εγείρει με την αίτηση της η Δημοκρατία δεν ευσταθούν, τότε στην απουσία οποιουδήποτε άλλου λόγου που να άπτεται της εγκυρότητας της απόφασης του Ανδρέου, η αίτηση του Φλωρίδη θα επιτύχει. Ο λόγος δε που προέβηκα στην πιο πάνω εισήγηση ήταν διότι πέραν του ότι έτσι θα εξοικονομείτο πολύτιμος χρόνος και θα αποφεύγετο η πρόκληση οποιασδήποτε αδικίας, τα θέματα που εγείρονται στις δύο αιτήσεις είναι, αντίθετα με την περίπτωση στην Stasis ανωτέρω, κοινά και πανομοιότυπα έστω και αν πρόκειται για δύο διαφορετικές δικονομικά διαδικασίες. Άλλωστε, όπως και η ίδια η πλευρά του Φλωρίδη επεσήμανε στην ένσταση της στην αίτηση ακύρωσης της Δημοκρατίας, τα όσα προβάλλει η Δημοκρατία « για παραμερισμό της Διαιτητικής απόφασης, είναι πανομοιότυπα με αυτά που ισχυρίζεται στην Ένστασή τ(ης), στην Αίτησή μου Αρ. 35/16, για καταχώρηση και εγγραφή της Διαιτητικής απόφασης». Αφού λοιπόν οι συνήγοροι εξέτασαν την εισήγηση του Δικαστηρίου δήλωσαν ότι συμφωνούσαν με αυτή και ακολούθως προχώρησαν και αγόρευσαν ταυτόχρονα και για τις δύο αιτήσεις παραδίδοντας στο Δικαστήριο σχετικές εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις για την κάθε αίτηση αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Σημειώνω τα εξής. Ο τρόπος που το Δικαστήριο προσεγγίζει μια αίτηση για εγγραφή διαιτητικής απόφασης δυνάμει του αρ.21 Κεφ.4 όπως είναι η αίτηση του Φλωρίδη, συνοψίσθηκε από τον Καλλη Δ. ως ήταν τότε στην υπόθεση Πιττάκα. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Σύμφωνα με το αρ. 21 του περί Διαιτησίας Νόμου «διαιτητική απόφαση που εκδίδεται με βάση συνυποσχετικό δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου, να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως δικαστική απόφαση ή διάταγμα με την ίδια ισχύ και σε τέτοια περίπτωση δύναται να καταχωρηθεί δικαστική απόφαση με περιεχόμενο εκείνο της διαιτητικής απόφασης». Το λεκτικό του αρ. 21 είναι ακριβώς το ίδιο με εκείνο του αρ. 26
(1)της Αγγλικής Arbitration Act, 1950. Σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 2, παραγ. 713 «το Δικαστήριο θα χορηγήσει άδεια για την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης εκτός αν υπάρχει πραγματικός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητας της διαιτητικής απόφασης ή εκτός αν η διαιτητική απόφαση δεν είναι σε τύπο που μπορεί να εκτελεσθεί ως απόφαση». Αίτημα των εφεσιβλήτων στην παρούσα υπόθεση ήταν η παροχή άδειας για την εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού εξέτασε προσεκτικά και σε βάθος όλα τα επίδικα θέματα της αίτησης, διαπίστωσε ότι υπήρχε τελική και δεσμευτική διαιτητική απόφαση. Ανάγνωση της πρωτόδικης απόφασης στο σύνολο της αποκαλύπτει πως το Πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι οι εφεσίβλητοι ικανοποίησαν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από το Νόμο για τη χορήγηση άδειας για την εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. Τούτου δοθέντος δεν υπήρχε περιθώριο για άσκηση διακριτικής εξουσίας κατά της έγκρισης της αίτησης.Αναφορικά με το λόγο έφεσης 6, ο οποίος αναφέρεται στην έλλειψη αιτιολογίας, τα γνωρίσματα της δεόντως αιτιολογημένης απόφασης είναι: (α) Ανάλυση της μαρτυρίας υπό το φως των επίδικων θεμάτων. (β) Διατύπωση συγκεκριμένων ευρημάτων. (γ) Σαφής δικαστική απόφανση (Pioneer Candy Ltd v. Tryfon and Sons
(1981)1 C.L.R. 540 και Vasiliko Cement Works Ltd v. World Tide Shipping Corporation
(1996)1 C.L.R. 389, 396).» Με γνώμονα τα πιο πάνω λοιπόν και αφήνοντας προς το παρόν κατά μέρος όσα περιβάλλουν το κατ' ισχυρισμό misconduct του Ανδρέου, επισημαίνω ότι συνιστά κοινό έδαφος ότι την επίδικη απόφαση του ο Ανδρέου την έλαβε στις 31/08/15 επικαλούμενος την ιδιότητα του διαιτητή, ότι μετά που εκδόθηκε η απόφαση γνωστοποιήθηκε σε αμφότερα τα μέρη τα οποία την παρέλαβαν δια χειρός και αφού κατέβαλαν στον Ανδρέου τα σχετικά του έξοδα, ότι η αίτηση του Φλωρίδη για εγγραφή της απόφασης του Ανδρέου επιδόθηκε δεόντως στη Δημοκρατία και ότι κατά το χρόνο καταχώρησης της εν λόγω αίτησης δεν είχε καταχωρηθεί ακόμη η αίτηση της Δημοκρατία για παραμερισμό και/ή ακύρωση της απόφασης του Ανδρέου. Πρόσθετα των πιο πάνω δε, εξέταση της εκκαλούμενης απόφασης η οποία έχει τεθεί ενώπιον μου, καταδεικνύει ότι πρόκειται για απόφαση 14 σελίδων, η οποία χωρίζεται σε διάφορες ενότητες αναφορικά με το κάθε θέμα στο οποίο αναφέρεται ο Ανδρέου, περιλαμβάνει παράθεση του ιστορικού της διαφοράς των μερών και των όσων οδήγησαν στο διορισμό του Ανδρέου ως διαιτητή, παράθεση των γεγονότων που συνθέτουν την απαίτηση του Φλωρίδη καθώς και τη φύση των απαιτήσεων του, παράθεση της προσκομισθείσας μαρτυρίας τόσο υπό μορφή καταγραφής της όσο και υπό μορφή παραρτημάτων έστω και αν η εν λόγω μαρτυρία προήλθε μόνο από τον Φλωρίδη, διατύπωση ευρημάτων κατόπιν ανάλυσης της μαρτυρίας, εξαγωγή συμπερασμάτων κατόπιν εφαρμογής νομικών αρχών και τέλος περιέχει σαφή καταληκτική απόφαση το περιεχόμενο της οποίας έχω ήδη παραθέσει ανωτέρω. Με άλλα λόγια, εκτός των όσων αφορούν το θέμα του κατ' ισχυρισμό misconduct του Ανδρέου το οποίο θα προχωρήσω να εξετάσω στη συνέχεια, κατά τ' άλλα η απόφαση του Ανδρέου φαίνεται εκ πρώτης να περιέχει εκείνα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν μια τελική και δεσμευτική διαιτητική απόφαση η οποία είναι και σε τύπο που μπορεί να εκτελεσθεί ως απόφαση Δικαστηρίου. Το ερώτημα συνεπώς που παραμένει να απαντηθεί, είναι το κατά πόσο τα όσα προβάλλει η Δημοκρατία αναφορικά με το θέμα του κατ' ισχυρισμό misconduct του Ανδρέου συνιστούν πραγματικό λόγο αμφισβήτησης της εγκυρότητας της απόφασης του τελευταίου και κατ' επέκταση βάσιμο λόγο για ακύρωση της εν λόγω απόφασης. Επί αυτού του θέματος παρατηρώ τα εξής. Το θέμα του «Misconduct - ανάρμοστης συμπεριφοράς» ενός διαιτητή, ως ο όρος προκύπτει από τα άρθρα 20
(1)και 20
(2)του Κεφ. 4 επί των οποίων εδράζεται η αίτηση της Δημοκρατίας (477/16), εξετάστηκε διεξοδικά σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια τα σχετικά αποσπάσματα από κάποιες από αυτές τις αποφάσεις Dynacon Limited και Άλλος, Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1999)1 ΑΑΔ 717 Το άρθρο 20
(1)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, παρέχει εξουσία στο Επαρχιακό Δικαστήριο να απομακρύνει διαιτητή ο οποίος επιδεικνύει κακή (ανάρμοστη) συμπεριφορά ή χειρίζεται κακώς την υπόθεση. Προβλέπει: "Οταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επιδεικνύει κακή συμπεριφορά ή χειρίζεται κακώς την υπόθεση, το Δικαστήριο δύναται να τον απομακρύνει." Το άρθρο 20
(1)αποτελεί μετάφραση του αρχικού κειμένου του άρθρου 20
(1)διατυπωμένου στα αγγλικά, το οποίο έχει ως εξής: "Where an arbitrator or umpire has misconducted himself or the proceedings, the Court may remove him." Η αντιπαραβολή των δύο κειμένων γίνεται ώστε να επισημανθεί ότι ο αγγλικός όρος "misconduct", στο πλαίσιο που απαντάται καλύτερα αποδίδεται με τον ελληνικό όρο "ανάρμοστη" αντί "κακή" συμπεριφορά. (Βλ. Ν. 67/88όπως τροποποιήθηκε από τον Ν. 79
(1)/97 και απόφαση της Ολομέλειας στην αίτηση Roula Mohamed
(1998)1 A.A.Δ. 1304. Το άρθρο 20
(1)αποτελεί αναπαραγωγή του άρθρου 23
(1)του αγγλικού περί Διαιτησίας Νόμου του 1950.. Στον όρο "misconduct", ανάρμοστη συμπεριφορά, αποδίδεται ευρεία ερμηνεία, όπως προκύπτει από τις αγγλικές αποφάσεις ερμηνευτικές του άρθρου 23
(1)του περί Διαιτησίας Νόμου του
- Αυτό διαφαίνεται από την ανάλυση του όρου "misconduct" στην οποία προέβη ο Λόρδος Denning στην Modern Engineering v. Miskin [1981] 1 Lloyd's Rep. 135 στην οποία μας παρέπεμψε ο κ. Πολυβίου εκ μέρους της εφεσείουσας. Περιλαμβάνει κάθε μορφή συμπεριφοράς, η οποία τείνει να διασαλεύσει και να καταστρέψει την εμπιστοσύνη την οποία οι διάδικοι ή εκάτερος από αυτούς πρέπει να έχει στους διαιτητές, ότι θα προέλθουν σε δίκαιη απόφαση. Άλλη απόφαση στην οποία μας παρέπεμψε η εφεσείουσα διαφωτιστική της σημασίας του όρου misconduct είναι η "Catalina" Owners v. "Norma" Owners 61 Ll.L. Rep. 360 στην οποία κρίθηκε ότι παρατήρηση κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης μειωτική για τη ροπή προς την αλήθεια μαρτύρων της εθνικής προέλευσης εκείνων που κατέθεσαν, θεωρήθηκε ανάρμοστη συμπεριφορά και αποκαλυπτική προκατάληψης ασυμβίβαστης με την αμεροληψία από την οποία πρέπει να διαπνέεται ο διαιτητής.. Ο κ. Χαραλαμπίδης παρέπεμψε στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th Ed., Vol. 2, (παρα. 694 και επέκεινα), όπου αναλύεται η έννοια της ανάρμοστης διαγωγής στο πλαίσιο της περί διαιτησίας νομοθεσίας. Η ενστάσιμη συμπεριφορά του διαιτητή, πρέπει να τείνει να υποσκάψει ουσιωδώς την απονομή της δικαιοσύνης (substantial miscarriage of justice), ώστε να δικαιολογείται η απομάκρυνσή του. Συμπεριφορά η οποία αντίκειται προς τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης εμφανώς συνιστά ανάρμοστη συμπεριφορά. Ο κ. Ζωμενής, εκ μέρους του διαιτητή μας παρέπεμψε εκτός από τον Halsbury's Laws of England στον Russell on the Law of Arbitration, 18th Ed., και στο Handbook on Arbitration Practice των Ronald Bernstein, Derek Wood, τα οποία επίσης πραγματεύονται τη σημασία του όρου "misconduct" στο σχετικό πλαίσιο, υπό το πρίσμα της αγγλικής νομολογίας. Στο τελευταίο σύγγραμμα εξειδικεύονται τρεις περιπτώσεις ανάρμοστης συμπεριφοράς - (α) απόδειξη προκατάληψης, (β) ύπαρξη σχέσης μεταξύ του διαιτητή και ενός των μερών ή του επίδικου θέματος της διαφοράς, η οποία δημιουργεί εμφανείς κινδύνους ως προς την εξ αντικειμένου δυνατότητά του να ενεργήσει αμερόληπτα και (γ) όπου η διαγωγή του διαιτητή αφίσταται από το επίπεδο συμπεριφοράς, που οι διάδικοι δικαιούνται να αναμένουν από τους κριτές τους. Το έργο των διαιτητών είναι οιονεί δικαστικό. Δικαστική είναι και η αποστολή τους. Χαρακτηριστική του κλονισμού που μπορεί να επιφέρει ανεπίτρεπτη επαφή διαδίκου με το δικαστήριο είναι η απόφαση στην Regina v. Stratford on Avon Justice, Ex parte Edmonds, Edmonds v. Badham [1973] 1 R.T.R.
- . Η παρουσία του κατηγόρου στο ιδιαίτερο γραφείο των δικαστών μπορούσε να δημιουργήσει εύλογα ερωτηματικά για το σκοπό της επίσκεψης και να κλονίσει την πίστη στην αμεροληψία των δικαστών.. Το πρέπον της συμπεριφοράς των διαιτητών δεν συσχετίζεται μόνο με τα εχέγγυα αμεροληψίας, αλλά και με τη συμπεριφορά εκείνη η οποία αναμένεται από άτομο το οποίο λειτουργεί δικαστικά. Οι διάδικοι αλλά και το κοινό δικαιολογημένα αναμένουν ότι πρόσωπα που αναλαμβάνουν δικαστικά καθήκοντα συμπεριφέρονται κατά τρόπο σύμφωνο με την αποστολή του απρόσωπου και απερίσπαστου κριτή. Απόκλιση από τα θέσμια αυτά, τείνει να κλονίσει την εμπιστοσύνη στους δικαστές και να διασαλεύσει την πίστη στους φορείς της δικαιοσύνης. ECLI:CY:AD:2016:A204, ΜΕΛΑΝΗΣ ΓΕΝΑΓΡΙΤΗ ν. ΕΡΓΟΛΑΒΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΝΑΓΗ (ΛΥΣΙΩΤΗΣ) ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2016:A204, Πολιτική Έφεση Αρ. 416/2012, 15/4/2016 «Ο Διαιτητής ασκεί οιωνεί δικαστικό καθήκον (βλ. Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 717). «Ο Διαιτητής θα πρέπει να είναι προσηλωμένος και να συμμορφώνεται αυστηρά με τους όρους του διορισμού (βλ. Winter v. White
(1819)1 B & B 350, 357). Ως λειτουργός του Δικαστηρίου είναι υποχρεωμένος να τηρεί τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στις δικαστικές διαδικασίες. Διαφορετικά θα προέκυπτε κίνδυνος δημιουργίας ενός συστήματος διαιτητικού δικαίου, ανεξάρτητου και ίσως διαφορετικού από το νόμο και τις διαδικασίες που εφαρμόζονται στα δικαστήρια της χώρας, με απρόβλεπτες συνέπειες, μια και ο κάθε διαιτητής θα μπορούσε να εφαρμόζει κανόνες, τόσο του ουσιαστικού, όσο και του δικονομικού δικαίου, που κατά τη δική του κρίση τυγχάνουν εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση, με αποτέλεσμα να παραβιάζεται η ισονομία, βασική αρχή του δικαίου.» (βλ. A.N. Stasis Estates Co Ltd v. G.M.P Katsambas Ltd
(2001)1 A.Α.Δ. 2006, 2010). Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε ότι «Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού πορίσματος. Σε περίπτωση πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων του διαιτητή, η κατάλληλη θεραπεία εξαρτάται από τη φύση της πλημμέλειας και τις περιστάσεις της υπόθεσης.» Ακόμα και αν η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του Διαιτητή γίνεται καλή τη πίστει, όλοι οι ισχυρισμοί για την πλημμέλεια του συνιστούν αθέτηση του καθήκοντος του (Thomas Borthwick (Glasgow) Ltd v. Faure Fairclough
(1968)1 Lloyd's Rep. 16).» Σταύρος Α. Σταύρου Λτδ (Οικοδομικές Επιχειρήσεις) ν. Άντρου Τυλλή και Άλλης
(2007)1 ΑΑΔ 1172 «Στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd κ.ά.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 717 ερμηνεύθηκε ότι ο όρος «misconduct» - «ανάρμοστη συμπεριφορά» του διαιτητή, περιλαμβάνει κάθε μορφή συμπεριφοράς η οποία τείνει να διασαλεύσει και να καταστρέψει την εμπιστοσύνη την οποία οι διάδικοι ή εκάτερος από αυτούς πρέπει να έχει στους διαιτητές ότι θα καταλήξουν σε δίκαιη απόφαση. Αποφασίστηκε επίσης ότι το έργο των διαιτητών είναι οιωνεί δικαστικό και η αποστολή τους είναι δικαστική. Σχετική αναφορά έγινε στην υπόθεση Modern Engineering v. Miskin [1981] 1 Lloyd's Rep. 135. Σχετικό με την υπό κρίση υπόθεση είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Law and Practice of International Commercial Arbitration, 2η έκδοση, σελ. 269 το οποίο μεταφέρουμε από την εφεσιβαλλόμενη απόφαση: «The English court of appeal has held that a breach of natural justice and misconduct for the purposes of the Arbitration Act 1950 for an arbitrator to make an award against a party without having heard representations on its behalf. The court ruled that not only must the award be set aside, but that the arbitrator ought to be removed from further conduct of the proceedings. Lord Denning said: «The courts, I feel, must show an example and see that arbitrations are properly conducted so as to earn and deserve the confidence of those who appear before them. I am afraid that the conduct of this arbitrator was such as to lose the confidence of at least one of the parties.»» ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΙΠΕΡΗ ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ Σ.Π.Ε. ΚΥΠΕΡΟΥΝΤΑΣ, ECLI:CY:AD:2019:A383, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 456/2012, 20/9/2019 «Το θέμα, όμως, που εδώ, ειδικά, απασχολεί είναι το περιεχόμενο της απόφασης του διαιτητή, η οποία ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Το μόνο που αναφέρεται σε αυτήν είναι ο αριθμός του γραμματίου και το οφειλόμενο ποσό, μετά τόκου από την ημερομηνία έκδοσής της, 28.5.2010, πλέον έξοδα. Εμφανώς, παραλείπεται αναφορά στους ισχυρισμούς του εφεσείοντος και, οπωσδήποτε, στον τρόπο χειρισμού τους από το διαιτητή, που τον οδήγησε στην απόφασή του για το πιο πάνω ποσό. Εν ολίγοις, η απόφασή του είναι αναιτιολόγητη. Υπό το φως, λοιπόν, των δεδομένων αυτών, το ζητούμενο είναι κατά πόσο, στην προκειμένη περίπτωση, ο διαιτητής τέλεσε τα καθήκοντά του, ως προς το χειρισμό της διαιτητικής διαδικασίας, πλημμελώς, κατά το αγγλικό αυθεντικό κείμενο: "has misconducted ... the proceedings", (άρθρο 20
(2)του Νόμου). Στην υπόθεση A. N. Stasis Estates Co. Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2006, κρίθηκε ότι η χρήση από το διαιτητή μαρτυρίας προερχομένης από προηγηθείσα δικαστική διαδικασία συνιστούσε πλημμελή τέλεση των καθηκόντων του, εφόσον κάτι τέτοιο δεν προβλεπόταν στους όρους εντολής του. Ως εκ τούτου, η απόφασή του ακυρώθηκε, με βάση το άρθρο 20
(2)του Νόμου. ΄Οπως επισημαίνεται στη σελίδα 2011: «Η χρήση της μαρτυρίας αυτής καθιστά την απόφαση μη ασφαλή. ... Η επίδραση που είχε η συγκεκριμένη μαρτυρία στην απόφασή του, (εννοεί του διαιτητή) δεν μπορεί να διαχωριστεί. Η παράβαση αυτή επηρεάζει στο θεμέλιό της την απόφαση και δεν αφήνει περιθώρια για διάσωση, έστω και μέρους της.» Το πιο πάνω απόσπασμα εκλαμβάνει ως δεδομένη την ανάγκη για ύπαρξη αιτιολογημένης απόφασης σε διαιτητική διαδικασία.. έχει λεχθεί στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 717, στη σελίδα 723, πως: «Το έργο των διαιτητών είναι οιονεί δικαστικό» και πως: «Δικαστική είναι και η αποστολή τους.» Συνακόλουθα, και η απόφαση του διαιτητή πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένη, για να μπορεί να διαπιστώνεται ο λόγος για την κατάληξή της, αλλά και για να μπορεί να υποβάλλεται σε δικαστικό έλεγχο, εφόσον εγείρεται τέτοιο θέμα, όπως συνέβη εν προκειμένω. Από το απόσπασμα της υπό κρίση απόφασης, που παρατίθεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, διαπιστώνεται πως το εκδικάσαν Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι η αρχή για δίκαιη δίκη εφαρμόζεται, ανάλογα, και σε σχέση με διαιτητική διαδικασία, καθώς, επίσης, σε σχέση με την απόφαση που εκδίδεται ως αποτέλεσμα αυτής. Εν ολίγοις, η παρατήρηση του Δικαστή ότι «ο διαιτητής ενεργεί μέσα στα πλαίσια των εξουσιών του και των αρχών δικαιοσύνης συμπεριφερόμενος δίκαια και προς τα δύο μέρη» είναι, οπωσδήποτε, ορθή. Οι πιο πάνω παρατηρήσεις ουδόλως αφαιρούν από τον εξεταστικό και συνοπτικό χαρακτήρα, που, αναμφίβολα, πρέπει να διέπει μια διαιτητική διαδικασία. Επομένως, ο διαιτητής, όταν εξέδιδε, στην παρούσα περίπτωση, την απόφασή του, έπρεπε να είχε αναφέρει σε αυτήν, έστω συνοπτικώς, τις θέσεις των μερών, τις οποίες και να αξιολογούσε, δεόντως, ώστε να οδηγείτο σε ευρήματα επί των γεγονότων και, ακολούθως, στην απόφασή του. Πρόκειται για τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα μιας αιτιολογημένης απόφασης, όπως πρέπει να είναι και κάθε διαιτητική απόφαση, υπό την αίρεση διαφορετικής πρόβλεψης στη συμφωνία των μερών. Μόνο έτσι η απόφασή του θα υπόκειτο σε δικαστικό έλεγχο, σύμφωνα με το Νόμο και τη σχετική νομολογία.» Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι όταν οι υποθέσεις τέθηκαν ενώπιον μου για πρώτη φορά, διερεύνησα, ως άλλωστε είχα καθήκον να πράξω, κατά πόσο η αίτηση της Δημοκρατίας είχε επιδοθεί στον Ανδρέου ως άμεσα επηρεαζόμενο πρόσωπο και αναγκαίο, ως απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης, διάδικο σε εκείνη τη διαδικασία (βλ. Tράπεζα Kύπρου Λτδ. ν. Dynacon Limited
(1998)1 ΑΑΔ 1978). Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Φλωρίδη τότε δήλωσε ότι μέσω του ο Ανδρέου εκπροσωπείται πλήρως στη διαδικασία και ότι για τα θέματα που τον αφορούν και της μομφής που του προσάπτεται, υιοθετεί πλήρως τις θέσεις που προβάλλει ο Φλωρίδης στην Ε/Δ του η οποία υποστηρίζει την ένσταση στην αίτηση της Δημοκρατίας και τις οποίες θέσεις έχω παραθέσει αυτούσιες ανωτέρω. Των πιο πάνω λεχθέντων, εφόσον το θέμα που εγείρει η Δημοκρατία αφορά στην αμεροληψία του Ανδρέου ως διαιτητή ο οποίος θεωρείται ότι ασκεί οιωνεί δικαστικό καθήκον, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια και την εύστοχη ανάλυση ως προς την αμεροληψία που πρέπει να περιβάλλει ένα Δικαστή στην οποία προέβη ο Οικονόμου Δ στην υπόθεση ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ κ.α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πoινικές Εφέσεις αρ.125/2017, 127/17, 129/17, 130/17, 131/17, 26/4/2018: Η έλλειψη αμεροληψίας μπορεί κατ΄αρχάς να λάβει τη μορφή ύπαρξης αμέσου ή προσωπικού συμφέροντος (direct or personal interest) του δικαστή από το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Σε τέτοια περίπτωση δημιουργείται τεκμήριο πραγματικής έλλειψης αμεροληψίας (actual bias) (Locabail (UK) Ltd v. Bayfield Properties Ltd [2000] QB 451) και η εξαίρεση του δικαστή επέρχεται αυτόματα (automatic disqualification), ανεξάρτητα από το κατά πόσον το συγκεκριμένο συμφέρον προκαλεί εύλογη υπόνοια για την ύπαρξη προκατάληψης εκ μέρους του (Dimes v. Proprietor of Grand Junction Canal
(1852)3 HL Cas 759) ή ανεξάρτητα από το κατά πόσον το συμφέρον που έχει είναι οικονομικής φύσεως (R. v. Bow Street Metropolitan Stipendiary Magistrate, Ex p Pinochet Ugarte (No 2) [1999] 1 All ER 577, HL). Τούτο, εφόσον η ύπαρξη συμφέροντος του δικαστή από το αποτέλεσμα της υπόθεσης αντίκειται ευθέως στη θεμελιακή αρχή της φυσικής δικαιοσύνης, nemo judex in cansa sua. Ανεξάρτητα όμως από τη, σπάνια αναφερόμενη, περίπτωση πραγματικής έλλειψης αμεροληψίας, αναγνωρίζεται και η περίπτωση της «φαινόμενης έλλειψης αμεροληψίας» (apparent bias). Όπως διακηρύχθηκε στην υπόθεση R. v. Sussex Justices, Ex p McCarthy [1923] All ER Rep 233, από τον Lord Hewart CJ: «Justice should not only be done, but should manifestly and undoubtedly be seen to be done.» H αρχή αυτή ενσωματώθηκε από ενωρίς στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΔΔΑ) (Delcourt v. Belgium
(1970)1 EHRR 355, 369, para 31). Η κυπριακή επίσης νομολογία με σταθερότητα έχει επιβεβαιώσει ότι ο δικαστής δεν πρέπει μόνο να είναι, αλλά και να φαίνεται ότι είναι αμερόληπτος. Όπως τέθηκε από τον Γ.Μ. Πική, Δ. (ως ήτο τότε) στην Μόδεστος Πίτσιλλος ν. Δημητράκης Ευγενίου
(1989)1 ΑΑΔ, 691, 695: «Όχι μόνο ο δικαστής δεν πρέπει να διακατέχεται από προκατάληψη εναντίον του διαδίκου αλλά επίσης η σχέση του με την υπόθεση ή οποιοδήποτε από τους διαδίκους δεν πρέπει να είναι τέτοια ώστε να εγείρει αμφιβολίες ως προς την αμεροληψία του στον μέσο λογικά σκεπτόμενο άνθρωπο. Συνεπώς, η αμεροληψία δεν συναρτάται μόνο με υποκειμενικά αλλά και με αντικειμενικά κριτήρια.» Ως κριτήριο διάκρισης περιπτώσεων φαινόμενης προκατάληψης, η αγγλική νομολογία υιοθέτησε αρχικά την έννοια του πραγματικού κινδύνου να υφίσταται έλλειψη αμεροληψίας υπό τις περιστάσεις (real danger test ή Gough test) (R v. Gough [1993] A.C. 646). Η προσέγγιση όμως αυτή δεν ακολουθήθηκε σε άλλες δικαιοδοσίες του κοινοδικαίου, όπως της Σκωτίας, της Αυστραλίας και της Νότιας Αμερικής όπου υιοθετήθηκε ως κριτήριο το κατά πόσον ένας αντικειμενικός παρατηρητής, έχοντας γνώση των ουσιωδών γεγονότων, θα σχημάτιζε εύλογη υπόνοια ότι ο δικαστής δυνατόν να μην είναι αμερόληπτος (reasonable suspicion or reasonable apprehension test). Πρόκειται για αντικειμενικό κριτήριο που εναρμονίζεται με τη νομολογία του ΕΔΔΑ (βλ. Nicholas v. Cyprus, no. 63246/10, απόφαση ημερ. 9.2.2018). Αλλά και στην Αγγλία, μετά από διακυμάνσεις (βλ. Locabail, para 17 και In Re Medicaments and Rolates Classes of Goods (No. 2) [2001] 1 W.L.R. 700, para 85), η νομολογία φαίνεται να κατέληξε, επίσης, στο αντικειμενικό κριτήριο της εύλογης πιθανότητας. Ειδικότερα στην Porter v. Magill [2002] 2 A.C. 359, ο Lord Hope, αφού ανασκόπησε την αγγλική νομολογία υπό το φως της σχετικής νομολογίας του ΕΔΔΑ, εξοβέλισε την έννοια του «πραγματικού κινδύνου» λέγοντας τα εξής: «Those words no longer serve a useful purpose here and they are not used in the jurisprudence of the Strasbourg Court. The question is whether a fair-minded and informed observer having considered the facts would conclude that there was a real possibility that the tribunal was biased.» Η παραπάνω προσέγγιση έχει υιοθετηθεί και στην Κύπρο όπου έγινε δεκτό ότι: «το κριτήριο για εξαίρεση Δικαστή είναι η δημιουργία δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης από το Δικαστή στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα.» (Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, σελ. 274) Σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΔΑ, η προσωπική αμεροληψία του δικαστή τεκμαίρεται μέχρι αποδείξεως του εναντίου (De Cubber v. Belgium
(1984)7 EHRR 236). Εάν δεν στοιχειοθετείται επί υποκειμενικής βάσης πραγματική έλλειψη αμεροληψίας, μπορεί, παρά ταύτα, να εξεταστεί πλέον, με το προαναφερθέν αντικειμενικό κριτήριο, κατά πόσον: «. quite apart from the judge's personal conduct, there are ascertainable facts which may raise doubts as to his impartiality. In this respect even appearances may be of a certain importance. What is at stake is the confidence which the courts in a democratic society must inspire in the public and above all, as far as criminal proceedings are concerned, in the accused. Accordingly, any judge in respect of whom there is a legitimate reason to fear a lack of impartiality must withdraw (see, mutatis mutandis, the De Cubber judgment previously cited, Series A no. 86, p. 14, para. 26). This implies that in deciding whether in a given case there is a legitimate reason to fear that a particular judge lacks impartiality, the standpoint of the accused is important but not decisive (see the Piersack judgment of 1 October 1982, Series A no. 53, p. 16, para. 31). What is decisive is whether this fear can be held objectively justified.»(Hauschildt v. Denmark
(1990)12 E.H.R.R. 226) Από την άλλη, η εγρήγορση για διασφάλιση των δικαιωμάτων ενός διαδίκου και ιδιαίτερα ενός κατηγορουμένου και η αδιαμφισβήτητη ανάγκη για διαφάνεια στην απονομή της δικαιοσύνης δεν είναι επιτρεπτό να οδηγήσουν το δικαστή σε αβασάνιστη ή, εν πάση περιπτώσει, αδικαιολόγητη παραίτηση από το καθήκον του να εκδικάσει την υπόθεση που του αναλόγισε και σε αναγνώριση δικαιώματος ενός διαδίκου να επιλέγει το δικαστή που θα τον δικάσει, κάτι που χαρακτηρίστηκε ως συνέπεια ολέθρια για το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης (Barry Evangeli
(1992)1 CLR 1443, Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας δια Ανάρμοστη Συμπεριφορά, Αίτηση Αρ. 1/2015, ημερ. 23.6.2015). Κριτήριο δεν είναι η προσωπική ευαισθησία του δικαστή, αλλά η ορθή εκτίμηση του δικαστικού καθήκοντος. Σ΄αυτά τα πλαίσια οι εικασίες και η απλή καχυποψία δεν είναι αρκετές (Πίτσιλλου ν. Δημοκρατίας, ανωτ., 273-274, Κωνσταντίνου ν. Κωνσταντίνου
(2009)1 ΑΑΔ, 761, 766, Markides v. Republic
(1984)3 CLR 304). Έχοντας ανωτέρω θέσει τις γενικές αρχές, θα αναφερθούμε ακολούθως σε περιπτώσεις από τη νομολογία που θα μπορούσαν να είναι κατά πιό συγκεκριμένο τρόπο υποβοηθητικές. Θα αναπτύσσουμε παράλληλα, για πρακτικούς σκοπούς συγγραφής της απόφασης, τον προβληματισμό μας για τις επιμέρους περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, χωρίς όμως τούτο να σημαίνει ότι αποφασίζουμε την υπόθεση αποσπασματικά και παραβλέποντας τη συνολική εικόνα. Η προσωπική φιλία και η στενή σχέση γνωριμίας δικαστή-μάρτυρα, είναι παράγοντες που μπορεί να εγείρουν πραγματική πιθανότητα ή δικαιολογημένο φόβο για έλλειψη αμεροληψίας. Όπως ελέχθη στη Locabail, para 25:. Υπό το πρίσμα αυτό, στην υπόθεση AWG Group Ltd and another v. Morrison and another [2006] EWCA Civ 6, η 30χρονη γνωριμία του δικαστή με πιθανό μάρτυρα, πρόσωπο ούτως ή άλλως αναμεμιγμένο στην υπόθεση εν τη εννοία της Locabail, ανωτ. («involved in the case»), κρίθηκε ότι δημιουργούσε άνευ ετέρου την υποχρέωση στο δικαστή να εξαιρεθεί. Τούτο όμως αφού ελήφθη, μεταξύ άλλων, υπόψη πως ο ίδιος ο δικαστής είχε αποδεχθεί ότι το γεγονός τέτοιας γνωριμίας συνιστούσε δυνητικά έγκυρο λόγο για εξαίρεση του, εφόσον αναγνώρισε ότι θα βρισκόταν σε εξαιρετικά δύσκολη θέση («the greatest difficulty») εάν θα εκαλείτο να αποφασίσει επί της αξιοπιστίας του εν λόγω προσώπου.. Ως προς την επαγγελματική δραστηριότητα της συζύγου του δικαστή, η θέση του ότι όχι μόνο δεν είχε γνώση, αλλ΄ούτε και λόγο να ενδιαφέρεται ώστε να έχει γνώση, αν και θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή ως έκφραση της αποστασιοποίησης του δικαστή, θα μπορούσε όμως να παρεξηγηθεί ως έλλειψη ενδιαφέροντος για την ενημέρωση που απαιτείται να έχει ένας δικαστής, όχι μόνο για τα προσωπικά του, αλλά και για τα οικονομικά συμφέροντα των μελών της οικογένειάς του, ώστε να καθορίζει αναλόγως τις δικές του ενέργειες επί της έδρας. Η σχετική υποχρέωση έχει αναγνωριστεί και κωδικοποιηθεί στις Αρχές Bangalore, απ΄όπου, επίσης μεταφέρθηκε στον αντίστοιχο κώδικα της Αγγλίας και Ουαλίας (Guide to Judicial Conduct) ως ακολούθως: «5.1.
(7)A judge shall inform himself or herself about the judge's personal and fiduciary financial interests and shall make reasonable efforts to be informed about the financial interests of members of the judge's family» Όμως το ζητούμενο δεν είναι η ορθότητα της αντίδρασης του δικαστή, αλλά το κατά πόσον, εν τέλει, έχει τεθεί υλικό εκ του οποίου να προκύπτει προσωπικό συμφέρον του δικαστή ή φαινόμενη έλλειψη αμεροληψίας. Στην υπόθεση Jones v. DAS Legal Expenses Insurance Co Ltd & Ors [2003] EWCA Civ 1071, ο σύζυγος της Προέδρου του Δικαστηρίου (Employment Tribunal) ήταν δικηγόρος (barrister) σε δικηγορικό οίκο που χειριζόταν υποθέσεις των εναγομένων. Αφού εξετάστηκε λεπτομερώς η επαγγελματική σχέση του συζύγου της δικαστού με τους εναγόμενους, περιλαμβανομένης της συχνότητας ανάθεσης υποθέσεων και των εισοδημάτων του από αυτές, το Εφετείο έκρινε κατ΄αρχάς ότι δεν επρόκειτο για περίπτωση που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η δικαστής είχε προσωπικό συμφέρον στην υπόθεση.Εξετάστηκε στη συνέχεια το ζήτημα φαινόμενης έλλειψης αμεροληψίας. Υπό το φως των ανωτέρω το Εφετείο κατέληξε ως εξής: «In our judgment the fair-minded and informed observer would not conclude that the chairman herself, still less the tribunal as the decision-making body, was biased.» Εν προκειμένω, εάν με τον υπό αναφορά λόγο ένστασης τίθεται ζήτημα άμεσου, προσωπικού συμφέροντος του δικαστή, υποδεικνύουμε ιδιαίτερα την αναφορά που έγινε στη Locabail, ανωτ., para 10, ως προς το τυχόν συμφέρον του δικαστή που να εκπηγάζει από συμφέρον συζύγου: «. where the judge's interest is said to derive from the interest of a spouse, partner or other family member the link must be so close and direct as to render the interest of that other person, for all practical purposes, indistinguishable from an interest of the judge himself.» Υιοθετώντας τα ανωτέρω από τη Locabail και σε συμφωνία με την προσέγγιση στη Jones, δεν θα θεωρούσαμε βάσιμο το συγκεκριμένο λόγο ένστασης εάν θα είχε την έννοια της ύπαρξης αμέσου συμφέροντος του δικαστή από το αποτέλεσμα της δίκης. Από πλευράς φαινόμενης έλλειψης αμεροληψίας δεν μπορούμε παρά να υποδείξουμε τη σημασία που έχουν κάθε φορά τα συγκεκριμένα γεγονότα. Έτσι στην Jones παρά το ότι ο σύζυγος της δικαστού ήταν ένας εκ των δικηγόρων της εναγομένης εταιρείας, τα συγκεκριμένα γεγονότα οδήγησαν στη διαπίστωση, για τους λόγους που παραθέσαμε, ότι δεν στοιχειοθετήθηκε φαινόμενη έλλειψη αμεροληψίας.» Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, το ΕΔΔΑ τόνισε στις σχετικά πρόσφατες αποφάσεις Koulias v Cyprus App. no. 48781/12 (19/08/20) και Nicholas v Cyprus App. no. 63246/10 (09/01/18), ότι: «.δεδομένης της σημασίας του «φαίνεσθαι», όταν προκύπτει μια τέτοια κατάσταση (η οποία μπορεί να προκαλέσει υποψία ή ένδειξη προκατάληψης), η κατάσταση αυτή πρέπει να αποκαλυφθεί κατά την έναρξη της διαδικασίας και να αξιολογηθεί λαμβανομένων υπόψη των διάφορων παραγόντων που εμπλέκονται ώστε να προσδιοριστεί εάν απαιτείται εξαίρεση από την υπόθεση. Πρόκειται για μια σημαντική διαδικαστική ασφαλιστική δικλείδα η οποία είναι απαραίτητη ώστε να παρέχονται επαρκείς εγγυήσεις τόσο αναφορικά με την αντικειμενική όσο και την υποκειμενική αμεροληψία.» (βλ. Koulias παρ. 63 και Nicholas παρ.64). Συνοψίζοντας λοιπόν όλα τα πιο πάνω, το ερώτημα που καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο αναφορικά με αυτή την πτυχή της υπόθεσης είναι το κατά πόσο έχουν τηρηθεί πλήρως και ορθά από τον Ανδρέου όλες οι πιο πάνω αρχές που αφορούν τόσο στα καθήκοντα ενός διαιτητή όσο και στην αμεροληψία που πρέπει να περιβάλλει αλλά και να φαίνεται ότι περιβάλλει την εκτέλεση των εν λόγω καθηκόντων του. Για τους λόγους που θα προχωρήσω να εξηγήσω, κρίνω ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι αρνητική. Η Δημοκρατία έθεσε από την αρχή ενώπιον όλων των εμπλεκομένων προσώπων και μάλιστα γραπτώς και πριν την πρώτη συνεδρία με το Ανδρέου, την διαφωνία της στο να διοριστεί ο τελευταίος ως διαιτητής, αναφέροντας ρητά και το λόγο για τούτο, ήτοι την κατ' εκείνη έλλειψη φαινομενικής αλλά και πραγματικής αμεροληψίας από πλευράς του λόγω της κατ' ισχυρισμό επαγγελματικής σχέσης του με τη σύζυγο του Φλωρίδη και κατ' επέκταση με τον τελευταίο τον ίδιο. Μάλιστα δε, η διαφωνία αυτή της Δημοκρατίας τέθηκε, ορθά, και ως ρητή ένσταση προς το Διαιτητή Ανδρέου και δεν συνίστατο σε γενικόλογες και αόριστες αναφορές αλλά εξειδικεύτηκε και υποστηρίχθηκε με αναφορές σε συγκεκριμένα γεγονότα - «.υπήρχε ιδιάζουσα σχέση της συζύγου του (Φλωρίδη) με τον κ. Ε. Ανδρέου, η οποία για σειρά ετών υπήρξε στην ουσία προϊσταμένη του στο Τμήμα Δημοσίων Έργων, αφού κατά την εκτέλεση των έργων της Ανέγερσης του κτιρίου του Ανωτάτου Δικαστηρίου ήταν υφιστάμενος της, με μίσθωση Υπηρεσιών.(και).η ουσία της ένστασης των καθ' ων η απαίτηση συνίσταται στο ότι ο κ. Ανδρέου δεν πληροί τα εχέγγυα αμεροληψίας που απαιτούνται από ένα μέσο διαιτητή στην ίδια θέση με αυτόν λόγω προγενέστερης σχέσης του με τον Απαιτητή..». Πρόσθετα τούτου όμως, η Δημοκρατία φρόντισε να καταστήσει ξεκάθαρο το ότι η ένσταση της συνιστούσε επίδικο θέμα στη διαιτησία εφόσον δήλωσε ρητά και επανειλημμένα στον Ανδρέου ότι όχι μόνο είναι υπό διαμαρτυρία που εμφανιζόταν ενώπιον του λόγω των συγκεκριμένων θέσεων της αλλά και ότι η διαμαρτυρία της ουσιαστικά συνοδευόταν και από αίτημα για εξαίρεση του Ανδρέου και δη αίτημα το οποίο υποστηριζόταν με αναφορές σε συγκεκριμένα γεγονότα. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την ίδια την απόφαση του Ανδρέου στην οποία ο τελευταίος καταγράφει ρητά ότι, «.Ο Διαιτητής κ. XXXXX Ανδρέου αναφέρθηκε στην επιστολή του Καθ'ου η Απαίτηση ημερομηνίας 9 Ιουνίου 2014 (επισυνάπτεται για εύκολη αναφορά).ο Καθ' ου η Απαίτηση . έθεσε θέμα αμεροληψίας του Διαιτητή». Αφ' ης στιγμής λοιπόν το θέμα είχε τεθεί ρητά στον Ανδρέου ως επίδικο και μάλιστα υποστηριζόμενο από συγκεκριμένα γεγονότα τα οποία τον αφορούσαν άμεσα, ο τελευταίος όφειλε, ως διαιτητής που ήταν και ο οποίος ασκεί οιονεί δικαστικό καθήκον, όχι μόνο να τοποθετηθεί ως προς τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του και τα οποία τον ενέπλεκαν στην κατ' ισχυρισμό ιδιάζουσα σχέση με το Φλωρίδη, όχι μόνο «.να αξιολογήσει (το θέμα), λαμβάνοντας υπόψη τους διάφορους παράγοντες που εμπλέκονται ώστε να προσδιοριστεί εάν απαιτείται εξαίρεση από την υπόθεση.» (βλ. Koulias και Nicholas ανωτέρω) αλλά και να καταγράψει στη συνέχεια πλήρως αιτιολογημένο το σκεπτικό με βάση το οποίο κατέληξε στην απόφαση να μην εξαιρεθεί ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί «.ο λόγος για την κατάληξή της, αλλά και για να μπορεί να υποβάλλεται σε δικαστικό έλεγχο, εφόσον εγείρεται τέτοιο θέμα, όπως συνέβη εν προκειμένω.» (βλ. Πιπερή ανωτέρω) . Τίποτα όμως από τα πιο πάνω δεν έπραξε ο Ανδρέου, ο οποίος μάλιστα ούτε και τους ισχυρισμούς γεγονότων που πρόβαλλε ο Φλωρίδης δεν υιοθέτησε ως ορθούς στην απόφαση του ώστε αν μη τι άλλο να υπάρχει καταγραμμένη και η δική του θέση ως προς το ποια είναι τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν το θέμα. Δεν παραγνωρίζω ότι στα πλαίσια της ενώπιον μου διαδικασίας ο Ανδρέου έχει, μέσω του δικηγόρου του, υιοθετήσει ως ορθά τα γεγονότα που προβάλλει στην Ε/Δ του ο Φλωρίδης σε σχέση με την περίοδο όπου αυτός παρείχε τις υπηρεσίες του στη Δημοκρατία υπό το συντονισμό της συζύγου του Φλωρίδη, όμως κανένα τέτοιο γεγονός δεν καταγράφηκε στην απόφαση του ως μέρος του σκεπτικού του. Γιατί όμως ο Ανδρέου να μην καταγράψει και στην απόφαση του όλα αυτά τα γεγονότα αν όντως τα υιοθετούσε ως ορθά; Αυτό ήταν άλλωστε όχι μόνο κάτι που εύλογα θα αναμένετο να πράξει ένας διαιτητής - δικαστής αλλά και κάτι που επιβάλλετο να πράξει ώστε να μπορεί σήμερα να ελεγχθεί δικαστικά η ορθότητα της απόφασης του. Κοντολογίς, αντί ο Ανδρέου να αποφασίσει με δικαστικό τρόπο το σοβαρό θέμα εξαίρεσης του, το οποίο του τέθηκε ρητά και εξειδικευμένα, αυτός ουσιαστικά «προσπέρασε» την ένσταση αναφέροντας μόνο ότι θα συνέχιζε κανονικά ως διαιτητής διότι αυτό ήταν το καθήκον που του ανέθεσε ο Φλωρίδης και διότι δεν του προσκομίστηκε οποιοδήποτε δικαστικό διάταγμα που να τον εμπόδιζε από του να συνεχίσει. Με κάθε σεβασμό προς τον Ανδρέου όμως, δεν είναι αυτός ο ορθός και επιμελής τρόπος με τον οποίο αναμένεται κάποιος να εκτελέσει τα οιωνοί δικαστικά καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί, ιδιαίτερα δε όταν επιβάλλεται όπως κάποιος στη θέση που ήταν ο Ανδρέου αποφύγει να συμπεριφερθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο που τείνει να διασαλεύσει και να καταστρέψει την εμπιστοσύνη την οποία οι διάδικοι ή εκάτερος από αυτούς πρέπει να έχει σε αυτόν ότι θα καταλήξει σε δίκαιη απόφαση. Υπενθυμίζω εδώ ότι καμία σημασία δεν έχει αν είναι καλόπιστα που ο Ανδρέου παρέλειψε να εκτελέσει το συγκεκριμένο καθήκον του εφόσον «.Ακόμα και αν η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του Διαιτητή γίνεται καλή τη πίστει, όλοι οι ισχυρισμοί για την πλημμέλεια του συνιστούν αθέτηση του καθήκοντος του.». Στο σημείο αυτό όμως δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί ούτε και το εξής σημαντικό. Μεταξύ των θέσεων που πρόβαλε στην παρούσα διαδικασία ο Φλωρίδης και τις οποίες θέσεις ο Ανδρέου σήμερα υιοθέτησε πλήρως ως δικές του θέσεις, ήταν και ο ισχυρισμός ότι «.ο Διαιτητής, σύμφωνα με πληροφορίες μου, ενήγαγε την Κυπριακή Δημοκρατία γιατί δεν κατεβλήθησαν σ' αυτόν ποσά τα οποία αφορούν την πληρωμή του για προσφορά υπηρεσιών. Η αγωγή αυτή εκκρεμεί μέχρι σήμερον και είναι εις γνώση και/ή ο Αιτητής δύναται να λάβει γνώση αυτής.». Αν και δεν έχουν δοθεί περαιτέρω λεπτομέρειες για το συγκεκριμένο θέμα, λαμβανομένου υπόψη ότι σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Φλωρίδη, η αγωγή που καταχώρησε ο Ανδρέου εναντίον της Δημοκρατίας εξακολουθούσε να εκκρεμεί στις 11/04/17 που καταχωρήθηκε η ένσταση του Φλωρίδη και ότι οι υπηρεσίες για τις οποίες ο Ανδρέου ενήγαγε τη Δημοκρατία είχαν προσφερθεί το 2004, τότε σίγουρα δεν ήταν ανύπαρκτες οι οικονομικές διαφορές που ο Ανδρέου είχε με τη Δημοκρατία όταν αυτός εξέδιδε την επίδικη απόφαση στις 31/08/15. Μάλιστα δε, από τις θέσεις Φλωρίδη και Ανδρέου προκύπτει και το ότι η αγωγή του Ανδρέου αφορά στην αμοιβή του τελευταίου σε σχέση με τις υπηρεσίες που παρείχε στη Δημοκρατία υπό το συντονισμό και την έγκριση μεταξύ άλλων και της συζύγου του Φλωρίδη, ήτοι τις υπηρεσίες σε σχέση με τις οποίες η Δημοκρατία υπέβαλε ένσταση για την αμεροληψία του Ανδρέου αλλά και το ότι η σύζυγος του Φλωρίδη συνιστά πρόσωπο που δύναται να επηρεάσει καθοριστικά την τύχη των αξιώσεων αυτών του Ανδρέου. Με άλλα λόγια, ο Ανδρέου ουσιαστικά παραδέχεται σήμερα ότι όχι μόνο προχώρησε και αποφάσισε ως διαιτητής μια διαφορά που είχε προκύψει μεταξύ δύο προσώπων τη στιγμή που είχε προσωπικές οικονομικές διαφορές με τον ένα εκ των ενώπιον του διαδίκων, εναντίον του οποίου μάλιστα καταχώρησε και αγωγή στο Δικαστήριο, αλλά και ότι η σύζυγος του άλλου διάδικου, ήτοι του Φλωρίδη, ήταν εμπλεκόμενο πρόσωπο στις εν λόγω οικονομικές διαφορές αλλά και πρόσωπο του οποίου η μαρτυρία στο Δικαστήριο ενδέχεται να είναι καθοριστική στο αν ο Ανδρέου θα κερδίσει τις διαφορές αυτές. Τα πιο πάνω όμως λαμβάνουν ιδιαίτερη σημασία υπό το φως του ότι ουδέποτε αυτά αποκαλύφθηκαν από τον Ανδρέου είτε πριν την έκδοση της απόφασης του είτε στα πλαίσια αυτής και η παράλειψη του αυτή δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις παρά να θέσει σοβαρά εν αμφιβόλω το κατά πόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση είχαν όντως παρασχεθεί από τον Ανδρέου οι επαρκείς εγγυήσεις που το ΕΔΔΑ τόνισε ότι πρέπει να παρέχονται αναφορικά με την αντικειμενική και την υποκειμενική αμεροληψία ενός προσώπου που ενεργεί ως Δικαστής (βλ. Koulias και Nicholas ανωτέρω). Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι το γεγονός ότι η Δημοκρατία κατέβαλε το μερίδιο της στα έξοδα του Ανδρέου δεν συνιστά λόγο για τον οποίο αυτή εμποδίζεται να αμφισβητήσει την ορθότητα της απόφασης για τους λόγους που προβάλλει ούτε και δύναται να θεραπεύσει τον πλημμελή τρόπο με τον οποίο ο Ανδρέου εκτέλεσε τα καθήκοντα του. Αυτό αφ' ενός γιατί κάθε απόφαση είναι εκτελεστή εκτός αν υπάρχει διάταγμα αναστολής της εκτέλεσής της (βλ. Τρικωμίτες ανωτέρω) και συνεπώς η Δημοκρατία ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει τα έξοδα του Ανδρέου (βλ. Δ.49 Θ.16
(3)), αν μη τι άλλο ώστε να λάβει αντίγραφο της απόφασης και να μπορεί στη συνέχεια να αμφισβητήσει την ορθότητα της και αφ' ετέρου διότι όπως και στην Koulias και Nicholas ανωτέρω, οι οικονομικές διαφορές του Ανδρέου με τη Δημοκρατία και η εμπλοκή της συζύγου του Φλωρίδη στις εν λόγω διαφορές, συνιστούν στοιχεία που αποκαλύφθηκαν μετά την έκδοση της απόφασης της 31/08/15. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, κρίνω ότι η επίδικη απόφαση του Ανδρέου ημερομηνίας 31/08/15 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έγκυρη διαιτητική απόφαση ώστε να δύναται να εγγραφεί και να εκτελεστεί (βλ. Πιττάκα ανωτέρω) και ότι αυτή εκδόθηκε κατόπιν επίδειξης ανάρμοστης συμπεριφοράς από το διαιτητή που την εξέδωσε, ήτοι τον Ε. Ανδρέου, εν τη εννοία των αρ. 20
(1)και 20
(2)Κεφ.4 και της σχετικής με τα εν λόγω άρθρα νομολογίας. Η Γενική Αίτηση 477/16 λοιπόν, την οποία καταχώρησε στις 11/11/16 η Δημοκρατία, επιτυγχάνει και η απόφαση που εξέδωσε στις 31/08/15 ο Ε. Ανδρέου στα πλαίσια της διαιτησίας που αναφέρεται στον τίτλο της αίτησης ακυρώνεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Δημοκρατίας και εναντίον του Φλωρίδη ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο