← Κύπρος

ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΟΡΟΥΝΤΑΣ ν. ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3606/2018, 18/1/2021

ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΟΡΟΥΝΤΑΣ ν. ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3606/2018, 18/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3606/2018 Μεταξύ: ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΟΡΟΥΝΤΑΣ Ενάγοντος και XXXXX ΜΙΧΑΛΑΚΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ Εναγόμενου Ημερομηνία꞉ 18 Ιανουαρίου, 2021 Εμφανίσεις꞉ Για τους Ενάγοντες꞉ κ. Πέτρος Χατζησάββας Για τον Εναγόμενο꞉ κ. Στυλιανός Κ. Αυγουστή ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αφορά σε απαίτηση του Κοινοτικού Συμβουλίου Ορούντας για ποσό €191, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα, το οποίο αντιστοιχεί σε επιβληθείσες φορολογίες κοινοτικών υπηρεσιών και πρόσθετη επιβάρυνση για τα έτη 2008, 2009, 2010, 2011, 2012, 2013 και 2017. Σύμφωνα με την παρα. 1 της Έκθεσης Απαίτησης, το Κοινοτικό Συμβούλιο Ορούντας δυνάμει των προνοιών του περί Κοινοτήτων Νόμου του 1999 (Ν.86(Ι)/99όπως έκτοτε τροποποιήθηκε) και των Κανονισμών του Κοινοτικού Συμβουλίου Κοκκινοτριμιθιάς, οι οποίοι υιοθετήθηκαν ως Κανονισμοί του Κοινοτικού Συμβουλίου Ορούντας έχει εξουσία να επιβάλλει ετήσια εισφορά για τις κοινοτικές υπηρεσίες που προσφέρει. Το άρθρο 83

(1)(ιζ) του περί Κοινοτήτων Νόμου χορηγεί εξουσία στο Κοινοτικό Συμβούλιο, «να επιβάλλει ετήσια εισφορά για την παροχή κοινοτικών υπηρεσιών, που δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες, σε κάθε κάτοχο περιουσίας που βρίσκεται στην κοινότητα, η οποία υπολογίζεται από το Συμβούλιο σύμφωνα με την περιουσία κάθε τέτοιου κατόχου, λαμβανομένων πάντοτε δεόντως υπόψη οποιωνδήποτε άλλων φόρων που επιβάλλονται στον κάτοχο αυτό από το Συμβούλιο.». Το άρθρο 116
(1)του ιδίου Νόμου δίδει εξουσία σε κάθε Κοινοτικό Συμβούλιο, με την έγκριση του Υπουργού, «να εκδίδει, να τροποιεί και να ανακαλεί εκάστοτε κανονισμούς που δεν αντίκεινται προς τις διατάξεις του Νόμου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου νόμου που ισχύει εκάστοτε για όλους ή για οποιουσδήποτε από τους ακόλουθους σκοπούς» και ιδίως με βάση την παρα. (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 116, δηλαδή: «(β) καθιστώντας ικανό ή βοηθώντας το Συμβούλιο να πραγματοποιεί οποιαδήποτε από τις διατάξεις του άρθρου 83 και προνοώντας για την πληρωμή φόρων, τελών, ή δικαιωμάτων σε σχέση με αυτά: [.]». Με τους περί Διοίκησης των Τοπικών Υποθέσεων (Γενικοί) Κανονισμούς του Κοινοτικού Συμβουλίου Ορούντας του 2012, Κ.Δ.Π. 354/2012), που δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 5.10.2012 (Ε.Ε. Παρ. ΙΙΙ(Ι), Αρ. 4596, 5.10.2012), το Κοινοτικό Συμβούλιο Ορούντας υιοθέτησε, ως αναφέρει ο κανονισμός 2 της εν λόγω ΚΔΠ 354/2012, τους «Πρότυπους Κανονισμούς Κοκκινοτριμιθιάς», ήτοι τους περί Διοίκησης των Τοπικών Υποθέσεων (Γενικοί) Κανονισμούς του Κοινοτικού Συμβουλίου Κοκκινοτριμιθιάς του 2002, Κ.Δ.Π. 294/2002), που δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 21.6.2002 (Ε.Ε. Παρ. ΙΙΙ(Ι), Αρ. 3612, 5.10.2012), ωσάν να ήταν Κανονισμοί που θεσπίστηκαν από το ίδιο το Κοινοτικό Συμβούλιο Ορούντας. Οι διατάξεις της ΚΔΠ 294 που σχετίζονται με την επιβολή εισφοράς για κοινοτικές υπηρεσίες εντοπίζονται στο Κεφάλαιο 3 αυτής και συγκεκριμένα στους κανονισμούς 230 έως 234꞉ «Κεφάλαιο 3 Ετήσια εισφορά για κοινοτικές υπηρεσίες.
  1. Κάθε κάτοχος περιουσίας, που βρίσκεται μέσα στην περιοχή της Κοινότητας, θα πληρώνει κάθε χρόνο εισφορά για τις κοινοτικές υπηρεσίες που του παρέχονται, η οποία δεν θα υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες.
  2. Το Συμβούλιο οφείλει μέχρι τις 30 Ιουνίου να ετοιμάζει κατάλογο (που στο εξής θα αναφέρεται ως "Κατάλογος Κατόχων") ο οποίος θα δεικνύει κατ' όνομα, το επάγγελμα και τον τόπο διαμονής κάθε κατόχου και το ποσό της ετήσιας εισφοράς που κατανέμεται σ' αυτόν. Ο κατάλογος κατόχων θα χρονολογείται και θα υπογράφεται από τον Πρόεδρο.
  3. Αντίγραφα του Καταλόγου Κατόχων, πιστοποιημένα με την υπογραφή του Προέδρου και χρονολογημένα, θα γνωστοποιούνται απ ' αυτόν ή θα λαμβάνεται φροντίδα όπως γνωστοποιηθούν με Δημόσια Γνωστοποίηση.
  4. Κάθε κάτοχος περιουσίας που βρίσκεται μέσα στην περιοχή της Κοινότητας, του οποίου το όνομα εμφανίζεται στον Κατάλογο Κατόχων, οφείλει να πληρώσει μέχρι την 31η ημέρα του Δεκεμβρίου στο Γραμματέα ή στον Ταμία του Συμβουλίου το ποσό της ετήσιας εισφοράς που του κατανεμήθηκε.
  5. Το Συμβούλιο μπορεί, είτε μετά από αίτηση είτε με δική του πρωτοβουλία, να εξαιρέσει για λόγους ανέχειας ή ένδειας οποιοδήποτε κάτοχο το όνομα του οποίου βρίσκεται στον Κατάλογο Κατόχων από την καταβολή της ετήσιας εισφοράς για κοινοτικές υπηρεσίες.» Επισημαίνω ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Κοινοτήτων Νόμου, ο όρος «κοινοτικές υπηρεσίες» σημαίνει όλες τις υπηρεσίες που παρέχει προς το κοινό το Συμβούλιο σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου νόμου και των σχετικών Κανονισμών. Είναι η δικογραφημένη θέση των Εναγόντων στην παρα. 2 της Έκθεσης Απαίτησης, ότι ο Εναγόμενος ήταν, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ήτοι κατά τα έτη 2008 έως 2013 και 2017, ιδιοκτήτης και/ή νόμιμος κάτοχος και/ή δικαιούχος ακίνητης ιδιοκτησίας εντός των ορίων της κοινότητας Ορούντας. Για τα πιο πάνω έτη, οι Ενάγοντες, ασκώντας τις εξουσίες που τους παρέχουν οι διατάξεις του περί Κοινοτήτων Νόμου και των Κανονισμών του Κοινοτικού Συμβουλίου Κοκκινοτριμιθιάς, οι οποίοι υιοθετήθηκαν ως Κανονισμοί του Κοινοτικού Συμβουλίου Ορούντας, συμπεριέλαβαν τον Εναγόμενο στον κατάλογο φορολογουμένων και επέβαλαν φορολογία «κοινοτικών υπηρεσιών» όπως αυτή περιγράφεται στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης. Συγκεκριμένα꞉ Για τα έτη 2008 - 2012, €25 για έκαστο έτος. Για τα έτη 2013 και 2017, €33 για έκαστο έτος. Το συνολικό ποσό ανερχόταν, ως εκ τούτου, σε €
  6. Είναι η δικογραφημένη θέση των Εναγόντων (βλ. την παρα. 5 της Έκθεσης Απαίτησης) ότι οι πιο πάνω φορολογίες κοινοποιήθηκαν δεόντως στον Εναγόμενο και (βλ. την παρα. 6 της Έκθεσης Απαίτησης) ότι αυτός παρέλειψε και/ή αμέλησε να τις αποπληρώσει, παρά το γεγονός ότι οχλήθηκε πλειστάκις από τους Ενάγοντες για να το πράξει, γι' αυτό και οι Ενάγοντες κατέληξαν να εγείρουν την υπό κρίση αγωγή εναντίον του, με βάση την εξουσία που τους χορηγεί το άρθρο 99 του περί Κοινοτήτων Νόμου. Το πιο πάνω αναφερόμενο άρθρο 99 προβλέπει τα εξής꞉ «99.-
(1)Αν οποιαδήποτε τέλη, δικαιώματα, μισθώματα, επιβαρύνσεις ή φόροι, πληρωτέα δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, παρά το γεγονός ότι έχουν καταστεί απαιτητά, παραμένουν απλήρωτα, το Συμβούλιο μπορεί να τα εισπράξει ως αστικό χρέος μαζί με οποιαδήποτε αύξηση, όπως προβλέπεται στο εδάφιο
(2)του παρόντος άρθρου.
(2)Αν οποιοιδήποτε φόροι, τέλη, μισθώματα, ή δικαιώματα, πληρωτέα δυνάμει του παρόντος Νόμου ή οποιουδήποτε κανονισμού ο οποίος εκδίδεται δυνάμει αυτού, δεν καταβληθούν, όταν καταστούν απαιτητά, τότε αυξάνονται κατά δέκα τοις εκατόν (10%).». Από την άλλη, στην Έκθεση Υπεράσπισης ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι꞉ Ο ίδιος είναι μόνιμος κάτοικος της Κοινότητας Κάτω Μονής και φορολογείται από εκείνο το Κοινοτικό Συμβούλιο για κοινοτικές υπηρεσίες και σκύβαλα. Εργάζεται ως υπεύθυνος σε χοιροστάσιο στην Κάτω Μονή. Ο Εναγόμενος είναι μόνο ιδιοκτήτης και κάτοχος ακίνητης ιδιοκτησίας στην Ορούντα, αφού δεν άσκησε ποτέ οποιοδήποτε επάγγελμα και/ή επιχείρηση και /ή επιτήδευμα εντός της Κοινότητας της Ορούντας. Εσφαλμένα οι Ενάγοντες τον συμπεριέλαβαν στον Κατάλογο των Φορολογουμένων και εσφαλμένα του επιβλήθηκε φορολογία για κοινοτικές υπηρεσίες από αυτούς, καθότι ουδέποτε του παρασχέθηκαν οποιεσδήποτε κοινοτικές υπηρεσίες από την Κοινότητα της Ορούντας. Σε περίπτωση που οι Ενάγοντες έπρεπε ή είχαν δικαίωμα να του επιβάλουν οποιαδήποτε φορολογία για την ακίνητη ιδιοκτησία του εντός των ορίων Ορούντας, τότε θα ήταν για «φόρο ακίνητης ιδιοκτησίας», όχι για κοινοτικές υπηρεσίες. Για τα έτη 2014, 2015 και 2016, ο λόγος που οι Ενάγοντες δεν αξιώνουν φορολογία κοινοτικών υπηρεσιών με την παρούσα αγωγή είναι διότι πέτυχε η ένσταση που υπέβαλε ο ίδιος ο Εναγόμενος στο Κοινοτικό Συμβούλιο, το οποίο και ακύρωσε την επιβληθείσα φορολογία, αποδεχόμενο ότι καμία κοινοτική υπηρεσία δεν του είχε προσφέρει. Αρνείται κατηγορηματικά ότι του κοινοποιήθηκαν οι επίδικες φορολογίες και καλεί τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Ζητεί απόρριψη της αγωγής, με έξοδα υπέρ τους. Με το δικόγραφο Απάντησης που καταχώρησαν οι Ενάγοντες, αυτοί συμφωνούν ότι δεν αξιώνουν οποιαδήποτε ποσά για τα φορολογικά έτη 2014 έως 2016 και επισημαίνουν ότι για τα έτη 2012 έως 2013 και 2017, στα οποία αφορά η παρούσα αγωγή, επιβλήθηκε φορολογία εναντίον της οποίας ο Εναγόμενος ουδεμία ένσταση άσκησε ή/και ουδέν ένδικο μέσο για ακύρωσή της χρησιμοποίησε. Επαναλαμβάνουν οι Ενάγοντες ότι ειδοποίησαν δεόντως τον Εναγόμενο για την επίδικη φορολογία και ζητούν από το Δικαστήριο να διατάξει ως η απαίτησή τους. Η ακροαματική διαδικασία. Δεδομένου ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε μετά την 1.1.2015 και είναι σε κλίμακα κάτω των €3.000, η εκδίκασή της διεξήχθη τηρουμένων των προνοιών της νέας Δ.30 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Καταχωρήθηκαν γραπτές ένορκες δηλώσεις των μαρτύρων εκατέρωθεν, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.30, θ.5
(1)
(2)
(5)και οι συνήγοροι των διαδίκων εφοδίασαν το Δικαστήριο με τις γραπτές τελικές αγορεύσεις τους, ολοκληρώνοντας έτσι την ακρόαση της αγωγής σε μια ταχεία διαδικασία. Η δοθείσα μαρτυρία. Για να αποδείξουν την υπόθεσή τους, οι Ενάγοντες καταχώρησαν την έγγραφη ένορκη μαρτυρία του Προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου Ορούντας, κ. XXXXX Ταουσιάνη (στο εξής «ο ΜΕ1»), ημερ. 7.5.
  1. Από την άλλη, για την Υπεράσπιση μαρτύρησε εγγράφως επί του όρκου του ο ίδιος ο Εναγόμενος (βλ. την Ε/Δ ημερ. 17.6.
  2. Ο ΜΕ1 επισύναψε στην ένορκη δήλωσή του (στο εξής «η Ε/Δ») ως Τεκμήριο 1 τον κατάλογο ακίνητης ιδιοκτησίας του Εναγομένου που βρίσκεται εντός των ορίων της Κοινότητας της Ορούντας. Ορκίστηκε ο ΜΕ1 ότι με βάση το Αρχείο, το οποίο φυλάσσεται στο γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου Ορούντας και περιέχει τις Αποφάσεις του εν λόγω Συμβουλίου, φαίνεται ότι ο Εναγόμενος οφείλει τις φορολογίες που του επέβαλε το Συμβούλιο για τα έτη 2008 έως 2013 και
  3. Διευκρίνισε ο ΜΕ1 ότι οι φορολογίες που αξιώνονται με την παρούσα αγωγή, συμπεριλαμβάνουν την επιβάρυνση επί της αρχικής φορολογίας, η οποία ήταν καθορισμένη στο 25% για έκαστο έτος από 2008 μέχρι και το 2012 και το 10% για τα έτη 2013 και
  4. Έτσι, ενώ η αρχική φορολογία για τα έτη 2008 έως 2012 ήταν €20 κατ' έτος, επιβλήθηκαν πρόσθετα €5 επιβάρυνση, και αντίστοιχα για τα έτη 2013 και 2017 επιβλήθηκαν πρόσθετα €
  5. Περαιτέρω, ο ΜΕ1 διευκρίνισε ότι το συνολικό ποσό των €191 που αξιώνεται με την αγωγή αυτή αφορά στην αρχική φορολογία πλέον τη νόμιμη πρόσθετη επιβάρυνση ως αυτή αναλύεται πιο πάνω, αλλά δεν περιλαμβάνει κανένα τόκο επί των καθυστερήσεων, γι' αυτό και ο τόκος αξιώνεται ξεχωριστά με την υπό κρίση αγωγή. Σε ό,τι αφορά τον τρόπο με τον οποίο γνωστοποιούνταν στον Εναγόμενο οι επιβληθείσες φορολογίες, ο ΜΕ1 εξήγησε ότι τούτο γινόταν ταχυδρομικώς, καθώς επίσης οι Κατάλογοι Κατόχων που υπόκειντο σε φορολογία αναρτούνταν στο γραφείο του Κοινοτικού Συμβουλίου και στο καφενείο της Κοινότητας για να είναι προσβάσιμοι στο κοινό. Ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι ο Εναγόμενος 1 έλαβε έγκαιρα γνώση της επιβληθείσας σε αυτόν φορολογίας, όπως τούτο αποδεικνύει η αλληλογραφία που είχε με το Κοινοτικό Συμβούλιο. Συγκεκριμένα, ο ΜΕ1 επισυνάπτει στην Ε/Δ του ως Τεκμήριο 2 μια ενυπόγραφη επιστολή του Εναγόμενου, ημερ. 28.12.2017, με την οποία αυτός επέστρεψε και το σχετικό λογαριασμό φορολογίας που του απεστάλη και τον οποίο δεν αποδεχόταν. Ακολουθεί ως Τεκμήριο 3 η απάντηση του Κοινοτικού Συμβουλίου προς τον Εναγόμενο, ημερ. 1.2.2018, με την οποία καλείτο να ασκήσει ένσταση στην Επαρχιακή Διοίκηση Λευκωσίας πριν τη λήξη της φορολογίας (ήτοι μέχρι 28.2.2018), εάν διαφωνούσε με τη φορολογία που του επιβλήθηκε. Τέλος, ο ΜΕ1 επισύναψε ως Τεκμήριο 4 τη νέα επιστολή του Εναγόμενου, ημερ. 30.4.2018 προς το Κοινοτικό Συμβούλιο, η οποία συνεχίζει να εκφράζει τη διαφωνία του με τη φορολογία, πλην όμως, όπως επισημαίνει ο ΜΕ1, ο Εναγόμενος δεν άσκησε ένσταση σε αρμόδιο όργανο ούτε προσέφυγε ενώπιον αρμοδίου Δικαστηρίου για ακύρωση της φορολογίας. Γι' αυτό και το Κοινοτικό Συμβούλιο αξιώνει ως η Έκθεση Απαίτησης στην παρούσα αγωγή. Στη δική του Ε/Δ, ο Εναγόμενος επισύναψε τους λογαριασμούς για τις επίδικες φορολογίες για τα έτη 2017 και 2018, ως Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα, καθιστώντας παραδεκτή κατ'αυτόν τον τρόπο την παραλαβή αυτών. Παρουσίασε επίσης ως Τεκμήριο 3 την κατάσταση περιουσίας που έχει, ως η εκτύπωση από σύστημα του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων του Υπουργείου Οικονομικών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τόνισε ότι παρά το ότι έχει ακίνητη περιουσία στην Ορούντα ως φαίνεται στο Τεκμήριο 3, εντούτοις μόνο η Κοινότητα Κάτω Μονής του παρέχει Κοινοτικές Υπηρεσίες αφού εκεί διαμένει μόνιμα ή/και ασκεί την επαγγελματική του δραστηριότητα ως υπεύθυνος σε χοιροστάσιο. Επέμεινε μέχρι τέλους ότι εσφαλμένα το Συμβούλιο της Ορούντας τον φορολόγησε για Κοινοτικές Υπηρεσίες. Παρέπεμψε σε αλληλογραφία (βλ. τα Τεκμήρια 6, 7 και 8) που είχε με το προηγούμενο Κοινοτικό Συμβούλιο Ορούντας, συνεπεία της οποίας εκείνο δέχθηκε και ακύρωσε τις φορολογίες για τα έτη 2014, 2015 και
  6. Καλεί το Δικαστήριο να απορρίψει την παρούσα αγωγή. Το βάρος της απόδειξης. Σε αστικής φύσεως υποθέσεις, η μαρτυρία αξιολογείται, για να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, έτσι ώστε να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται, ήτοι στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι δηλαδή η εκδοχή του είναι πιο πιθανόν να είναι ορθή και αληθής παρά να μην είναι. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Αξιολόγηση της μαρτυρίας και ευρήματα γεγονότων. Η αξιοπιστία καθενός μάρτυρα αξιολογείται ανεξαρτήτως βάρους απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Λόγω του μικρού μεγέθους της αξίωσης στην αγωγή, δεν δόθηκε δια ζώσης μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου από τους δύο μάρτυρες, γι' αυτό και το Δικαστήριο δεν έχει την ευχέρεια να αξιολογήσει τη μαρτυρία τους με βάση τα συνήθη κριτήρια της εξωτερικής εντύπωσης που του προκαλούν (ετοιμότητα απαντήσεων, σαφήνεια, εμβάθυνση, κ.λπ.). Κατά συνέπεια, η αλήθεια των ισχυρισμών των δύο μαρτύρων, στο βαθμό που συγκρούονται μεταξύ τους, θα κριθεί από το Δικαστήριο με αντιπαραβολή της έγγραφης ένορκης μαρτυρίας και των τεκμηρίων που τη συνοδεύουν. Θα λάβω, επίσης, υπόψη ότι, αν και δεν υπάρχει κανόνας ότι το Δικαστήριο δεσμεύεται να αποδεχθεί μαρτυρία για το λόγο και μόνο ότι δεν υπήρξε αντεξέταση ενός ενόρκως δηλούντα (βλ. Αντωνάκης Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(2005)1 Α Α.Α.Δ. 491), εντούτοις, εκεί όπου ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες τμήμα της μαρτυρίας του, παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε (βλ. Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαϊδη
(2006)1Β 1057, Marketrends Finance Ltd v. Χριστοδουλίδη
(2007)1Α 624). Ασφαλώς, το Δικαστήριο έχει πάντοτε κατά νου τον βασικό κανόνα ότι μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται μέσα στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων (Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014). Για τον ίδιο λόγο, η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται υπό το πρίσμα της συνοχής της εν σχέση προς τη δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676 και Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1153, 1158-59). Στην παρούσα υπόθεση, μέσα από την αντιαπαραβολή της μαρτυρίας των δύο ενόρκως δηλούντων προκύπτει ως παραδεκτό το γεγονός ότι ο Εναγόμενος δεν έχει πληρώσει μέχρι σήμερα τα ποσά φορολογίας για «Κοινοτικές Υπηρεσίες» που του επέβαλε το Κοινοτικό Συμβούλιο Ορούντας για τα έτη 2008 έως 2013 και 2017. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία περί τούτου. Αρνείται την πληρωμή τους θεωρώντας ότι ως μη μόνιμος κάτοικος Ορούντας δεν θα έπρεπε να φορολογηθεί για κοινοτικές υπηρεσίες που ουδέποτε του χορηγήθηκαν ή/και που ουδέποτε έλαβε. Προκύπτει, όμως, ως παραδεκτό μέσα από τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις του ΜΕ1 και του Εναγόμενου, ότι ο Εναγόμενος δεν έχει προσφύγει ενώπιον αρμοδίου Δικαστηρίου, ως θα ήταν για τα φορολογικά έτη πριν το 2015 το Ανώτατο Δικαστήριο Κύπρου ή για τα έτη μετά το 2015 το Διοικητικό Δικαστήριο Κύπρου, στα πλαίσια του Άρθρου 146 του Συντάγματος, που θα είχαν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο την «αποκλειστική» αρμοδιότητα για τον έλεγχο νομιμότητας της επιβολής της συγκεκριμένης φορολογίας στην περίπτωσή του. Οποιαδήποτε θέματα άπτονται της ορθής εφαρμογής από το Κοινοτικό Συμβούλιο ως «διοικητική αρχή» των προνοιών του άρθρου 83
(1)(ιζ) του περί Κοινοτήτων Νόμου σχετικά με την επιβολή τελών και/ή φόρων για την παροχή «Κοινοτικών Υπηρεσιών», εμπίπτουν στη σφαίρα του διοικητικού δικαίου και ως τέτοια υπόκεινται σε έλεγχο νομιμότητας βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος ή/και σε οποιονδήποτε ιεραρχικό έλεγχο ήθελε προβλέψει ο περί Κοινοτήτων Νόμος. Το παρόν Δικαστήριο ως αρμόδιο για την άσκηση αστικής / πολιτικής δικαιοδοσίας, επιλαμβάνεται θεμάτων που άπτονται της είσπραξης της νόμιμα επιβαλλόμενης φορολογίας στα πλαίσια του άρθρου 99 του περί Κοινοτήτων Νόμου. Όπως το έθεσε το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Εταιρεία Bulk Oil AG v. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου κ.ά.
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1277, «Συγχρωτισμός της αναθεωρητικής και της πολιτικής δικαιοδοσίας δεν χωρεί σε κανένα σημείο.» (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Ηλία ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Ξυλοφάγου
(1994)2 Α.Α.Δ. 137, Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού
(1994)2 Α.Α.Δ. 145, Συμβούλιο Εγγραφής Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1994)3 Α.Α.Δ. 453, Takis P. Markides Ltd. v. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 1424 και Philippa Estates Ltd κ.ά. ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας
(2001)1 Α.Α.Δ. 1026). Γίνεται αντιληπτό από το παρόν Δικαστήριο ότι ο Εναγόμενος στο παρελθόν διαμαρτυρήθηκε προς το απερχόμενο Κοινοτικό Συμβούλιο με μια απλή επιστολή ημερ. 17.9.2014 ως το Τεκμήριο 8 της Ένορκης Δήλωσής του, στην οποία επισύναπτε και προγενέστερη επιστολή του ημερ. 3.3.2011 ως το Τεκμήριο 6 της ίδιας Ένορκης Δήλωσης, όπου αυτός έκανε ξεκάθαρο ότι δεν αποδέχθηκε και δεν πλήρωσε τη φορολογία για το έτος 2007, ενώ για τα έτη 2008 έως 2010 δεν έλαβε ειδοποίηση φορολογίας, γι' αυτό και δεν προχώρησε σε ένσταση, αλλά ούτε και την πλήρωσε ποτέ. Απάντηση στις επιστολές αυτές δεν έλαβε ποτέ, παρά μόνο μια προειδοποιητική επιστολή ημερ. 18.8.2014 από το δικηγόρο του Κοινοτικού Συμβουλίου ως το Τεκμήριο 7 της Ένορκης Δήλωσης του Εναγομένου, η οποία τον καλούσε να πληρώσει το οφειλόμενο χρέος του, αλλιώς θα λαμβάνονταν δικαστικά μέτρα εναντίον του. Μέσα από το πιο πάνω πραγματικό υπόβαθρο, για το οποίο οφείλω να σημειώσω ότι δεν αντεξετάστηκε ο Εναγόμενος και άρα έμεινε αναντίλεκτο, προκύπτει ότι υπήρξε μεν έγγραφη διαμαρτυρία του Εναγόμενου, όχι όμως και προσφυγή ακύρωσης των σχετικών φορολογιών. Ούτε έθεσε ενώπιον μου ο Εναγόμενος οποιοδήποτε επίσημο έγγραφο του Κοινοτικού Συμβουλίου ή άλλης ιεραρχικής αρχής ή Δικαστηρίου που να γνωστοποιούσε σε αυτόν την επιτυχία οποιασδήποτε ένστασής του και την ακύρωση των εν λόγω φορολογιών. Οπόταν, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του μαρτυρία που να δικαιολογεί την κατάληξή του σε εύρημα ότι οι φορολογίες για τα έτη 2008 έως 2013 έχουν ακυρωθεί οποτεδήποτε πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αγωγής ως παράνομες. Απεναντίας, το τεκμήριο νομιμότητας που φέρουν οι πράξεις επιβολής της φορολογίας κατά την έκδοσή τους, θα πρέπει να θεωρηθεί από το παρόν Δικαστήριο ότι έχει οριστικοποιηθεί με την παρέλευση της προβλεπόμενης στο Σύνταγμα προθεσμίας των 75 ημερών για την άσκηση προσφυγής ακυρώσεώς τους, εφόσον αυτή παρήλθε άπρακτη. Ακόμη και αν ο Εναγόμενος ήθελε να θέσει το παράπονό του για ασυνεπή και/ή αντιφατική στάση της διοίκησης, υπό την έννοια ότι με την υπό κρίση αγωγή αξιώνει να εισπράξει τη φορολογία για το έτος 2017 ενώ δεν αξίωσε να εισπράξει τη φορολογία για τα αμέσως τρία προηγούμενα έτη 2014 έως 2016, οφείλω να σημειώσω ότι ακόμη και αυτού του είδους ο νομικός ισχυρισμός εμπίπτει στη σφαίρα του διοικητικού δικαίου, του οποίου ο δικαστικός έλεγχος υπάγεται αποκλειστικά στο Διοικητικό Δικαστήριο. Ειδικότερα, επισημαίνω ότι ο περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμος του 1999 (Ν.158(Ι)/99), όπως έκτοτε τροποποιήθηκε, αναγνωρίζει και θεσπίζει ως αρχή δικαίου την αρχή της καλής πίστης, η οποία δεσμεύει τη διοίκηση κατά τη λειτουργία της. Ειδικότερα, το άρθρο 51 του εν λόγω Νόμου προβλέπει ότι꞉ «51.-
(1)Η διοίκηση δεν επιτρέπεται να ενεργεί με τρόπο ασυνεπή, αντιφατικό ή κακόπιστο, ώστε να εξαπατά ή να ταλαιπωρεί χωρίς λόγο το διοικούμενο.
(2)Η διοίκηση δε δικαιούται, επικαλούμενη τις ίδιες της τις παραλείψεις για τις οποίες δεν είναι υπαίτιος ο διοικούμενος, να αγνοεί μια ευνοϊκή γι' αυτόν κατάσταση η οποία έχει διαρκέσει αρκετό χρόνο και να αρνείται την υπέρ του διοικουμένου συναγωγή των ωφελημάτων και των νόμιμων συνεπειών που προκύπτουν από την κατάσταση αυτή.
(3)[.]
(4)[.]» Πάντως, η επιστολή του Κοινοτικού Συμβουλίου Ορούντας, ημερ. 1.2.2018, ως το Τεκμήριο 3 της Ένορκης Δήλωσης του ΜΕ1, έθεσε ξεκάθαρα τη θέση του νέου Κοινοτικού Συμβουλίου επί του θέματος αυτού. Έγραφε συγκεκριμένα ότι꞉ «Όσον αφορά το γεγονός που αναφέρετε ότι το προηγούμενο Κοινοτικό Συμβούλιο τα τελευταία 3 χρόνια δεν σας έχει αποστείλει φορολογία (λάθος και παράτυπα κατ' εμάς) δεν σημαίνει ότι διαγράφονται οι πιο πάνω φορολογίες άλλων ετών.». Τέλος, σημειώνω ότι το παρών Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να ελέγξει πρωτογενώς τα εγειρόμενα από τον Εναγόμενο θέματα, ωσάν να υποκαθιστά το ίδιο τη διοίκηση και να ασκήσει έλεγχο σκοπιμότητας για να ακυρώσει και/ή να διαγράψει ως παράνομη ή/και ως παράτυπη ή/και ως αβάσιμη την επιβολή φορολογίας για κοινοτικές υπηρεσίες και να την αντικαταστήσει με επιβολή φορολογίας για ακίνητη ιδιοκτησία στη βάση του άρθρου 74 του περί Κοινοτήτων Νόμου. Ουδεμία τέτοια αρμοδιότητα έχει το παρόν Δικαστήριο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους πιο πάνω λόγους, εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου, για το ποσό των €191,00 πλέον νόμιμο τόκο από 27.12.22018 που καταχωρήθηκε η υπό κρίση αγωγή, πλέον τα δικηγορικά έξοδα και ΦΠΑ επί των εξόδων, πλέον έξοδα επίδοσης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.