← Κύπρος

ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ κ.α. ν. ΓΡΑΦΕΙΟ ΜΑΚΗΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ, Αρ. Αίτησης: 396/19, 7/1/2021

ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ κ.α. ν. ΓΡΑΦΕΙΟ ΜΑΚΗΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ, Αρ. Αίτησης: 396/19, 7/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 396/19 Αναφορικά με τον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4 Μεταξύ:

  1. XXXXX ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ
  2. XXXXX ΛΟΪΖΙΔΟΥ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ Αιτητές και ΓΡΑΦΕΙΟ ΜΑΚΗΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Καθ' ων η Αίτηση ------------------------------------------------------- Αίτηση ημερ. 14/10/19 για ακύρωση διαιτητικής απόφασης Ημερομηνία: 07 Ιανουαρίου 2021 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κ. Χ. Σταυρινός για Κούσιο Κορφιώτη Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ Για Καθ' ων η αίτηση: κ. Α. Πέτσας Για Διαιτητή: κ. Τσεκούρας για Στέλιο Αμερικάνο & Σια ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Μεταξύ αιτητών, οι οποίοι είναι ανδρόγυνο, και καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι είναι ετερόρρυθμος συνεταιρισμός αρχιτεκτόνων, είχε συναφθεί σύμβαση στα πλαίσια της οποίας οι δεύτεροι θα παρείχαν στους πρώτους υπηρεσίες υπό τη μορφή ετοιμασίας αρχιτεκτονικών μελετών/σχεδίων σε σχέση με την ανέγερση διώροφης κατοικίας στην Έγκωμη. Περί το 2012 προέκυψαν οικονομικές διαφορές μεταξύ των συμβαλλομένων τις οποίες τα μέρη συμφώνησαν γραπτώς στις 9/01/13 όπως τις παραπέμψουν και τις επιλύσουν σε διαιτησία. Για το σκοπό αυτό υπογράφτηκε «Συμφωνητικό Έγγραφο Διαιτησίας (Ενός Διαιτητή) (Τύπος 8)», σύμφωνα με το οποίο διορίζετο ένας διαιτητής για να επιλύσει τη διαφορά, ήτοι ο . Α. Γεωργίου, προς τον οποίο τα μέρη στη συνέχεια υπέγραψαν και τη σχετική με βάση το Κεφ.4, «Εξουσιοδότηση Εντολέα». Αφού τα μέρη αντάλλαξαν τη σχετική δικογραφία και προσκόμισαν το καθένα τους τη μαρτυρία του ενώπιον του Διαιτητή, ο τελευταίος εξέδωσε την απόφαση του στις 11/12/2017 επιδικάζοντας υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών, (α) €23.567,53 αμοιβή για τελικό κόστος έργου πλέον ΦΠΑ (β) €7.312,50 πλέον ΦΠΑ για Πολιτικό Μηχανικό, (γ) €6.948 τόκο από 6/2010 μέχρι 12/2017 με επιτόκιο 3% πλέον (δ) €8.035 έξοδα Διαιτητή. Στο σύνολο της, η απόφαση είναι 28 σελίδες και σε αυτή ο Διαιτητής επεσύναψε τα διάφορα έγγραφα που τέθηκαν ενώπιον του. Την πιο πάνω απόφαση οι καθ' ων η αίτηση προχώρησαν στη συνέχεια να την εγγράψουν στο Δικαστήριο για σκοπούς εκτέλεσης, καταχωρώντας για το σκοπό αυτό τη Γενική Αίτηση XXXXX/18 στο Ε.Δ. Λευκωσίας. Αφού εκείνη η αίτηση επιδόθηκε στους εδώ αιτητές, οι τελευταίοι καταχώρησαν ένσταση στην εγγραφή, προβάλλοντας ως μόνο ουσιαστικά λόγο ένστασης τη θέση ότι «η αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης εφόσον δεν προκύπτει από αυτή ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε στους καθ'ων η αίτηση (εδώ αιτητές)». Η αίτηση για εγγραφή της απόφαση του Γεωργίου οδηγήθηκε σε ακρόαση και ο αδελφός Δικαστής που της επιλήφθηκε τότε, αποφάσισε με απόφαση του ημερ. 30/09/19 ότι το κριτήριο «γνωστοποίησης» που επιβάλλει ο Ν.22/85που αφορά σε διαιτησίες Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων και το οποίο συνιστά μείζον ζήτημα για την εγγραφή εκείνων των διαιτητικών αποφάσεων σύμφωνα με τη σχετική με εκείνο το Νόμο νομολογία, (βλ. Νικολάου Ανδρέας Χατζηγεωργίου ν. Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγλαντζιάς

(2012)1 ΑΑΔ 707 την οποία επικαλέστηκαν τότε οι εδώ αιτητές), δεν έχει την ίδια καθοριστική σημασία όταν η διαιτητική απόφαση δεν εκδόθηκε με βάση το Ν.22/85αλλά αποκλειστικά με βάση το Κεφ.4. Παρέθεσε δε ο αδερφός Δικαστής διάφορα σχετικά αποσπάσματα από αγγλικά συγγράμματα όπως το Russel on the Law of Arbitration,19th ed, και έκαμε ιδιαίτερη αναφορά στην υπόθεση Πιττάκα Χριστόδουλος ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ.
(2004)1 ΑΑΔ 1895 που αφορούσε ακριβώς σε αίτημα για εγγραφή διαιτητικής απόφασης στη βάση του αρ.21 Κεφ.4 ως ήταν και η ενώπιον του περίπτωση και στην οποία λέχθηκε ότι «.το λεκτικό του αρ. 21 είναι ακριβώς το ίδιο με εκείνο του αρ. 26
(1)της Αγγλικής Arbitration Act,
  1. Σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 2, παραγ. 713 «το Δικαστήριο θα χορηγήσει άδεια για την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης εκτός αν υπάρχει πραγματικός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητας της διαιτητικής απόφασης ή εκτός αν η διαιτητική απόφαση δεν είναι σε τύπο που μπορεί να εκτελεσθεί ως απόφαση», έκρινε ότι «.η γνωστοποίηση δεν συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση κάτω από το διαιτητικό δίκαιο του Κεφ.4.». Παράλληλα όμως, ο αδερφός Δικαστής έκρινε και ότι η συγκεκριμένη διαιτητική απόφαση είχε δεόντως και από τις 21/12/17 γνωστοποιηθεί στους εκεί καθ' ων η αίτηση, εδώ αιτητές, εφόσον ο Γεωργίου είχε αποστείλει στα μέρη στις 21/12/2017 επιστολή με την οποία τους πληροφορούσε ότι η απόφαση του είχε εκδοθεί και κατατεθεί στο ΕΤΕΚ και ότι τα μέρη μπορούσαν να την παραλάβουν νοουμένου ότι πρώτα κατέθεταν στο ταμείο του ΕΤΕΚ την αμοιβή του, ήτοι το ποσό των €8.
  2. Στη βάση των πιο πάνω λοιπόν, ο αδελφός Δικαστής έκρινε με την απόφαση του ημερ. 30/09/19 ότι το αίτημα των εκεί αιτητών, εδώ καθ' ων η αίτηση, για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης του Γεωργίου ημερ. 11/12/17 ήταν δικαιολογημένο με βάση το αρ. 21 Κεφ.4 και συνακόλουθα έδωσε την άδεια του όπως η εν λόγω διαιτητική απόφαση εγγραφεί στο Πρωτοκολλητείο του Ε.Δ. Λευκωσίας για σκοπούς εκτέλεσης (βλ. απόφαση ημερ. 30/09/19 που επισυνάφθηκε ως Τεκ. Β στην Ε/Δ που υποστηρίζει την ένσταση του Διαιτητή στην παρούσα διαδικασία). Μέχρι σήμερα δεν φαίνεται να καταχωρήθηκε οποιαδήποτε έφεση εναντίον της απόφασης στην XXXXX/18 για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης του Γεωργίου ούτε και φαίνεται η ισχύς της εν λόγω απόφασης ή η δικαστικώς πλέον διαταχθείσα, εκτελεστότητα της διαιτητικής απόφασης, να έχει με οποιοδήποτε τρόπο ανασταλεί ή άλλως πώς ακυρωθεί. Δεκαπέντε περίπου μέρες μετά την έκδοση της απόφασης στην XXXXX/18 με την οποία δόθηκε άδεια για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης εναντίον των εδώ αιτητών, οι τελευταίαοι καταχώρησαν την παρούσα Γενική Αίτηση με την οποία ζητούν, στη βάση μεταξύ άλλων των αρ. 19, 20, 26 και 27 του Κεφ.4, όπως η διαιτητική απόφαση του Γεωργίου ημερ. 11/12/17 ακυρωθεί και/ή παραμεριστεί. Υποστηρίζουν οι αιτητές ότι έχουν λάβει από το ΕΤΕΚ ολόκληρο το φάκελο της διαιτησίας στον οποίο περιλαμβάνεται και η επίδικη απόφαση του Γεωργίου και ότι κατ' εκείνους η εν λόγω απόφαση θα πρέπει να ακυρωθεί διότι, (α) επιδικάζοντας ποσά αναφορικά με την αμοιβή Πολιτικού Μηχανικού, ο Γεωργίου υπερέβηκε τη δικαιοδοσία και αρμοδιότητα του όπως αυτή καθορίστηκε στο συμφωνητικό έγγραφο και στην εξουσιοδότηση εντολέα, (β) προέβη σε πλημμελή και/ή δεν προέβη καθόλου σε αξιολόγηση σημαντικής μαρτυρίας όπως και παρέλειψε να εξετάσει ουσιώδη επίδικα θέματα τόσο πραγματικά όσο και νομικά, (γ και δ) αποφάσισε θέματα που δεν ήταν επίδικα και/ή για τα οποία δεν είχε μαρτυρία, (ε) επιδίκασε ως αμοιβή του κονδύλια τα οποία δεν δικαιούτο και (στ) κατέληξε στην εκκαλούμενη απόφαση έχοντας ενώπιον του μόνο τις αγορεύσεις των καθ' ων η αίτηση. Κοντολογίς, οι αιτητές θεωρούν ότι η όλη ενώπιον του Γεωργίου διαδικασία διεξήχθη παράτυπα και ότι η εκκαλούμενη απόφαση έχει επίσης εκδοθεί παράτυπα και είναι προϊόν misconduct του Γεωργίου εν τη εννοία του αρ. 20 Κεφ.
  3. Η αίτηση επιδόθηκε στους καθ' ων η αίτηση και όπως επιβάλλει η νομολογία όταν προσάπτονται μομφές περί misconduct εναντίον ενός διαιτητή, επιδόθηκε και στο Γεωργίου ως άμεσα επηρεαζόμενο πρόσωπο και αναγκαίο, ως απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης, διάδικο στη διαδικασία (βλ. Tράπεζα Kύπρου Λτδ. ν. Dynacon Limited
(1998)1 ΑΑΔ 1978). Τόσο ο Γεωργίου όσο και οι καθ' ων καταχώρησαν χωριστές ενστάσεις μέσω χωριστών δικηγόρων, οι οποίες όμως ενστάσεις κυλούν ουσιαστικά πάνω στις ίδιες γραμμές, αφού αμφότεροι υποστηρίζουν πλήρως την ορθότητα και ακρίβεια της διαδικασίας που ακολουθήθηκε ενώπιον του Γεωργίου αλλά και της εκκαλούμενης απόφασης. Προς επίρρωση δε της θέσης τους αυτής, Γεωργίου και καθ' ων η αίτηση επικαλούνται και το γεγονός ότι η εγκυρότητα της απόφασης έχει ήδη εξεταστεί από αρμόδιο Δικαστήριο το οποίο με την απόφαση της 30/09/19 έχει ήδη δώσει άδεια για εγγραφή και εκτέλεση της εν λόγω απόφασης. Μάλιστα δε, υποστηρίζουν αμφότεροι υπό τύπο προδικαστικής ένστασης, το γεγονός ότι η διαιτητική απόφαση του Γεωργίου έχει πλέον εγγραφεί ως δικαστική απόφαση, δυνάμει της δικαστικής απόφασης της 30/09/19 στην XXXXX/18, συνιστά από μόνο του λόγο για να απορριφθεί η παρούσα αίτηση ως καταχρηστική και/ή ως μη εξυπηρετούσα οποιοδήποτε και/ή οποιοδήποτε ουσιαστικό σκοπό. Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων αναφορά στις οποίες κάμνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Κρίνω παρά ταύτα σκόπιμο να αναφέρω εδώ ότι αν και αρχικά έγινε προσπάθεια όπως εκδικαστεί πρώτα η προδικαστική ένσταση που τέθηκε αναφορικά με το ότι η παρούσα αίτηση αποσκοπεί στο να ακυρώσει μια διαιτητική απόφαση η οποία έχει ήδη λάβει δικαστική άδεια να εγγραφεί ώστε «.vα εκτελεστεί κατά τov ίδιo τρόπo όπως δικαστική απόφαση.» (αρ.21 Κεφ.4), εφόσον τα γεγονότα που περιβάλλουν την εν λόγω ένσταση είναι παραδεκτά και εφόσον τυχόν επιτυχία της ένστασης θα είναι καθοριστική για την έκβαση της αίτησης, εντούτοις όλοι οι συνήγοροι τελικά προχώρησαν και επιχειρηματολόγησαν τόσο σε σχέση με τη προδικαστική ένσταση όσο και σε σχέση με την ουσία της αίτησης. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Ευνόητο είναι ότι προέχει η εξέταση της προδικαστικής ένστασης και αυτό γιατί αν ήθελε φανεί ότι η εν λόγω ένσταση ευσταθεί και ότι δεν νομιμοποιείται να καταχωρείται ούτε και δύναται να διασκεδαστεί (entertained) αίτηση για ακύρωση διαιτητικής απόφασης μετά που η εν λόγω απόφαση έχει διαταχθεί δικαστικά να εγγραφεί ως δικαστική απόφαση, τότε αυτό θα είναι από μόνο του αρκετό για να σφραγίσει την τύχη της παρούσας αίτησης και χωρίς να παρέχεται η δυνατότητα ή η εξουσία εξέτασης της ουσίας της. Θεωρώ περιττό να υπενθυμίσω ότι ανάλογο είναι και το αποτέλεσμα όταν μία απόφαση δεν εφεσιβάλλεται ή όταν μια έφεση απορρίπτεται ως θνησιγενής διότι καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα (βλ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ν. ΑΝΤΩΝΙΟΥ, ECLI:CY:AD:2017:A307, Πολιτική Εφεση Αρ. 6/2014, 20/9/2017 και ECLI:CY:AD:2017:A435, ΜΑΡΟΥΛΛΑΣ ΑΝΔΡΕΟΥ κ.α. ν. ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΚΟΥΚΟΥΝΙΔΗ κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 324/2011, 5/12/2017)), ή διότι δεν τηρήθηκαν κάποιες ουσιαστικές δικονομικές διατάξεις (βλ. ΒΑΒΛΙΤΗΣ v. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ, Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 124/18, 2/12/2020 και ΚΑΤΣΗ κ.α. ν. Α.Μ.C HOTELS LTD κ.α., ECLI:CY:AD:2020:A29, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 315/2012, 23/1/2020), ήτοι ότι ανεξαρτήτως του ορθού ή εσφαλμένου της πρωτόδικης απόφασης, η ουσία της έφεσης δεν μπορεί να εξεταστεί και η απόφαση που εφεσιβάλλεται παραμένει να είναι, ως το σχετικό τεκμήριο, έγκυρη, νόμιμη και δεσμευτική. Σημειώνω λοιπόν ότι στην παρούσα περίπτωση είναι κοινώς αποδεκτό ότι η εκκαλούμενη απόφαση του Γεωργίου εκδόθηκε στις 11/12/17 και ότι μέχρι την καταχώρηση της αίτησης XXXXX/18 για εγγραφή της, η εν λόγω απόφαση δεν είχε ανασταλεί ούτε και καταχωρήθηκε οποιαδήποτε έφεση εναντίον της ή αίτηση ακύρωσης της. Είναι επίσης κοινώς αποδεκτό ότι στις 30/09/19, κατόπιν ακρόασης στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης XXXXX/18 όπου και οι εδώ αιτητές είχαν συμμετάσχει, κρίθηκε δικαστικά ότι το αίτημα για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης του Γεωργίου δυνάμει του αρ.21 Κεφ.4 ήταν δικαιολογημένο οπόταν και διατάχθηκε η εγγραφή της εν λόγω απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης της ως δικαστική απόφαση και ότι η παρούσα αίτηση για ακύρωση της διαιτητικής απόφασης καταχωρήθηκε μετά την απόφαση της 30/09/19 και την εγγραφή της εκκαλούμενης απόφασης δυνάμει του αρ.21 Κεφ.4. Τέλος, τίποτα δεν έχει τεθεί ενώπιον μου που να υποδηλοί είτε ότι η απόφαση στην XXXXX/18 έχει εφεσιβληθεί, ανασταλεί ή ακυρωθεί, είτε ότι αυτή καθ' αυτή η διαιτητική απόφαση έχει με οποιοδήποτε τρόπο ανασταλεί. Με γνώμονα το πιο πάνω κοινώς αποδεκτό πραγματικό πλαίσιο συνεπώς, παρατηρώ τα εξής αναφορικά με τη συγκεκριμένη πτυχή της αίτησης. Συμφωνούν οι διάδικοι ότι αντίθετα με τη νομοθεσία που αφορά στις διαιτησίες σε σχέση με τα συνεργατικά πιστωτικά ιδρύματα, το Κεφ.4 δεν καθορίζει κάποια προθεσμία για την καταχώρηση έφεσης εναντίον διαιτητικής απόφασης ή αίτησης ακύρωσης και/ή παραμερισμού. Παρά ταύτα, σύμφωνα με τη νομολογία, μία διαιτητική απόφαση μπορεί, με την άδεια του Δικαστηρίου να εγγραφεί και να εκτελεστεί στη βάση του αρ. 21 Κεφ.4 οποτεδήποτε, έστω και αν η προθεσμία για παραμερισμό της δεν έχει εκπνεύσει και ο γενικός κανόνας είναι ότι κάθε απόφαση είναι εκτελεστή, έστω κι' αν έχει καταχωρηθεί έφεση εναντίον της, εκτός αν υπάρχει διάταγμα αναστολής της εκτέλεσής της (βλ. Tουμαζή Aρτέμιδα και Άλλος ν. Kυριάκος και Nικόλας Tρικωμίτες Λτδ διά του εκκαθαριστού τους Λεωνίδα Kίμωνος
(2008)1 ΑΑΔ 921)). Από την Τρικωμίτες μάλιστα προκύπτει και ότι η νομολογία έχει αναγνωρίσει ως νομικά αποδεχτό όχι μόνο το ενδεχόμενο να συνυπάρχουν ταυτόχρονα αίτηση για εγγραφή μιας διαιτητικής απόφασης και αίτηση για ακύρωση της αλλά και ότι στη βάση του γενικού κανόνα ότι κάθε απόφαση είναι εκτελεστή, η χορήγηση άδειας για εγγραφή μιας διαιτητικής απόφασης έστω κι' αν έχει καταχωρηθεί έφεση εναντίον της είναι αποδεκτή τόσο από δικονομικής όσο και από ουσιαστικής πλευράς. Την ίδια στιγμή όμως η νομολογία έχει χαρακτηρίσει ως ανεπίτρεπτη δημιουργία δικονομικού αδιεξόδου το να δοθεί η άδεια για εγγραφή μιας διαιτητικής απόφασης και ακολούθως, ενόσω η απόφαση αυτή είναι εκτελεστή και δεσμευτική, να επιχειρηθεί να εξεταστεί η ακύρωση της διαιτητικής απόφασης στα πλαίσια χωριστής ειδικής αίτησης που υποβάλλεται για τον σκοπό αυτό. (βλ. A N Stasis Estates Co. Ltd. ν. GMP Katsambas Ltd.
(1998)1 ΑΑΔ 2195 και Τρικωμίτες ανωτέρω). Ο λόγος για τούτο είναι θεωρώ ευνόητος. Εξηγώ Σύμφωνα με το αρ. 21 Κεφ.4, το αποτέλεσμα της χορήγησης δικαστικής άδειας για εγγραφή μιας διαιτητικής απόφασης είναι ουσιαστικά ότι καταχωρείται πλέον δικαστική απόφαση με το ίδιο περιεχόμεvo με τη διαιτητική απόφαση, η οποία διαιτητική απόφαση μπορεί να εκτελεστεί κατά τον ίδιo τρόπo όπως μια δικαστική απόφαση. Όπως λέχθηκε και στην Πιττάκα ανωτέρω, το λεκτικό του αρ. 21 είναι ακριβώς το ίδιο με εκείνο του αρ. 26
(1)της Αγγλικής Arbitration Act, 1950 και σύμφωνα με την παραπομπή που εκεί γίνεται στους Halsbury's, το Δικαστήριο θα χορηγήσει άδεια για την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης εκτός αν υπάρχει πραγματικός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητας της διαιτητικής απόφασης ή εκτός αν η διαιτητική απόφαση δεν είναι σε τύπο που μπορεί να εκτελεσθεί ως απόφαση. Εφόσον λοιπόν η χορήγηση άδειας από το Δικαστήριο για εγγραφή μιας διαιτητικής απόφασης εξυπακούει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του αρ. 21 Κεφ.4, συνεπάγεται, όπως άλλωστε ήταν και το συμπέρασμα στην Πιττάκα, ότι το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της αίτησης για εγγραφή έχει ικανοποιηθεί ότι υπάρχει τελική και δεσμευτική διαιτητική απόφαση για την οποία δεν υπάρχει κανένας πραγματικός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητας της και ότι είναι και σε τύπο που μπορεί να εκτελεσθεί ως απόφαση. Ό,τι δηλαδή είναι που σύμφωνα με τη νομολογία απαιτείται να αποδειχθεί με βάση το αρ.21 Κεφ.4. Πώς επομένως θα μπορούσε το Δικαστήριο στη συνέχεια να κρίνει, στη βάση της χωριστής διαδικασίας ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, ότι τελικά υπάρχει πραγματικός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητας της και να την ακυρώσει; Μια τέτοια απόφαση θα σήμαινε είτε ότι το Δικαστήριο θα αναιρέσει ανεπίτρεπτα την προηγούμενη απόφαση του για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, η οποία απόφαση, ως δικαστική απόφαση που είναι, τεκμαίρεται μέχρι ανατροπής της κατ' έφεση ή αναστολής της ισχύος της ότι και αυτή είναι μια καθ' όλα έγκυρη, νόμιμη και δεσμευτική δικαστική απόφαση, είτε θα καταλήξει να εκδώσει δύο ουσιαστικά αντιφατικές αποφάσεις, κάτι το οποίο «.αποτελεί κάποιας μορφής υπέρβαση εξουσίας, που εξουδετερώνει την αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης» (βλ. μεταξύ άλλων Ritchie Russell και Άλλοι,
(2008)1 Α.Α.Δ. 639 καθώς και τη νομολογία στην οποία η εν λόγω απόφαση παραπέμπει όπως η Γεώργιος Χατζηαλεξάνδρου (Αρ. 2)
(2000)1 Α.Α.Δ. 1366 καθώς επίσης και την ΚΟΝΝΑΡΗ ν. ΛΟΥΚΑΙΔΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ, ECLI:CY:AD:2018:A405, ECLI:CY:AD:2018:A405, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 35/2014, 18/9/2018). Στην Stasis μάλιστα λέχθηκαν τα εξής χαρακτηριστικά: «.Πράγματι η διαδικασία που ακολούθησε το πρωτόδικο δικαστήριο και ασυνήθιστη είναι και πολλούς κινδύνους εγκυμονεί. Ενώ εκκρεμούσαν ενώπιόν του δύο εκ διαμέτρου αντίθετες αιτήσεις, η μια από τις οποίες ήταν για ακύρωση της απόφασης του διαιτητή λόγω πλημμέλειας, απέφυγε να επιληφθεί των αιτήσεων αυτών χωριστά και επέλεξε να αναφερθεί σ' αυτές στην τελική του απόφαση..Θεωρούμε τη διαδικασία που ακολουθήθηκε ως μη επιτρεπτή. Το Δικαστήριο είχε ενώπιόν του δύο διαφορετικές δικονομικά διαδικασίες. Έπρεπε να επιληφθεί χωριστά της αίτησης των εναγομένων για ακύρωση της απόφασης του διαιτητή και αφού αποφάσιζε επ' αυτής, μάλιστα με αναφορά στα θέματα που εγείρονται, τότε και μόνο τότε θα έπρεπε να προχωρήσει.Διερωτάται κανένας πως το Δικαστήριο έκλεισε την υπόθεση και επεφύλαξε την έκδοση απόφασης πριν αποφασίσει την τύχη της απόφασης του διαιτητή. Αν για παράδειγμα, εξετάζοντας την αίτηση για ακύρωση της απόφασης του διαιτητή, κατέληγε ότι η απόφαση έπασχε θα αντιμετώπιζε δικονομικό αδιέξοδο, αφού η εκδίκαση της υπόθεσης είχε ήδη περατωθεί και η απόφαση επιφυλαχθεί. Σχετικά χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην πρόσφατη απόφαση Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd
(1998)1 A.A.Δ. 1978)..» Πώς είναι λοιπόν που μπορούν να διασφαλιστούν όλα τα δικαιώματα των εμπλεκόμενων μερών, ήτοι από τη μια το δικαίωμα των επιτυχόντων στη διαδικασία να εγγράψουν και να εκτελέσουν την προς όφελος τους διαιτητική απόφαση και από την άλλη το δικαίωμα αυτών που έχουν παράπονο από την εν λόγω απόφαση, να την ακυρώσουν; Η κυπριακή νομολογία έχει ήδη δώσει απαντήσεις στο ερώτημα αυτό, οι οποίες μάλιστα είναι σε πλήρη συμφωνία με την αγγλική πρακτική και νομολογία. Στην Stasis λοιπόν λέχθηκε ότι εκεί όπου συνυπάρχουν οι δύο διαδικασίες και η περίπτωση το επιβάλλει, το Δικαστήριο «.Έπρεπε να επιληφθεί χωριστά της αίτησης των εναγομένων για ακύρωση της απόφασης του διαιτητή και αφού αποφάσιζε επ' αυτής, μάλιστα με αναφορά στα θέματα που εγείρονται, τότε και μόνο τότε θα έπρεπε να προχωρήσει.». Στην Τρικωμίτες δε, όπου οι δύο αιτήσεις συνυπήρχαν αλλά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι «.η αίτηση για παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης, παρότι έπετο χρονικά, θα επηρέαζε και την πορεία της αίτησης για εγγραφή της, και για αποφυγή τυχόν δικονομικού αδιεξόδου που θα προέκυπτε σε περίπτωση που εγγραφόταν πρώτα η διαιτητική απόφαση και, ακολούθως, ακυρωνόταν, προχώρησε πρώτα, με τη σύμφωνη γνώμη αμφότερων των πλευρών, στην ακρόαση της αίτησης για παραμερισμό..», λέχθηκε ότι «.Ο γενικός κανόνας είναι ότι κάθε απόφαση είναι εκτελεστή, έστω κι' αν έχει καταχωρηθεί έφεση εναντίον της, εκτός αν υπάρχει διάταγμα αναστολής της εκτέλεσής της..» και εφόσον «.Στην παρούσα περίπτωση τέτοιο διάταγμα δεν υπάρχει.(εφόσον αυτό είχε ήδη απορριφθεί κατά την εξέταση της αίτησης παραμερισμού).δεν υπάρχει οτιδήποτε που να εμποδίζει την καταχώρηση της παρούσας αίτησης (για εγγραφή)». Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, στην Τρικωμίτες το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία σε μέρος από συγκεκριμένο απόσπασμα από το σύγγραμμα Russel το πλήρες κείμενο του οποίου έχει ως εξής: «Time - With the leave of the court or judge an award may be enforced at any time, though the time for moving to set it aside had not elapsed (Order 42, r.31A). The application, if made before the expiry of the time for moving to set the award aside, may no doubt be resisted upon the ground that such motion is to be made. It is however submitted that the party resisting the application would be required to show, upon affidavit a substantial case or contesting the validity of the award, as well as to swear to his intention of doing so.». Σε πλήρη λοιπόν συμφωνία με την Πιττάκα, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί την εγγραφή μιας διαιτητικής απόφασης δυνάμει του αρ. 21 Κεφ.4 έστω και αν δεν έχει καταχωρηθεί ακόμη αίτηση για ακύρωση, μόνο όμως αν ο ενιστάμενος στη διαδικασία εγγραφής καταδείξει στα πλαίσια εκείνης της διαδικασίας μέσω ένορκης δήλωσης ότι όντως υπάρχει πραγματικός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητας της διαιτητικής απόφασης και ότι όντως έχει πρόθεση να προχωρήσει με τις ανάλογες διαδικασίες για να αμφισβητήσει την εγκυρότητα αυτή «.the party resisting the application would be required to show, upon affidavit a substantial case or contesting the validity of the award, as well as to swear to his intention of doing so.». Υπενθυμίζω εδώ τη διαφορετικότητα ως προς την ουσία αλλά και τη διαδικασία των διαιτητικών αποφάσεων που εδράζονται επί της νομοθεσίας που αφορά στα συνεργατικά ιδρύματα (Ν.22/85)(βλ. Νικολάου Ανδρέας Χατζηγεωργίου ν. Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγλαντζιάς
(2012)1 ΑΑΔ 707) και αυτών που εδράζονται αποκλειστικά επί του Κεφ.4 (βλ. Πιττάκα) Με άλλα λόγια, όπου επιχειρείται η εγγραφή μιας διαιτητικής απόφασης δυνάμει του αρ.21 Κεφ.4 και συνάμα αμφισβητείται η εγκυρότητα της, τότε αν έχει καταχωρηθεί αίτηση ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης το Δικαστήριο είτε θα εξετάσει πρώτα την αίτηση ακύρωσης είτε θα πρέπει η εκτελεστότητα της διαιτητικής απόφασης να ανασταλεί ώστε να μπορεί να ανακοπεί η διαδικασία εγγραφής της. Αν τώρα δεν έχει ακόμη καταχωρηθεί αίτηση ακύρωσης ή αν έχει καταχωρηθεί αλλά η αίτηση εγγραφής προωθείται ενώπιον διαφορετικού Δικαστηρίου από αυτό που επιλαμβάνεται της αίτησης εγγραφής, τότε ο μόνος άλλος τρόπος για να ανακοπεί η διαδικασία εγγραφής είναι αν ο ενιστάμενος σ' εκείνη τη διαδικασία καταδείξει ότι όντως υπάρχει πραγματικός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητας της διαιτητικής απόφασης και ότι όντως υπάρχει πρόθεση να αμφισβητηθεί η εν λόγω εγκυρότητα με το κατάλληλο δικονομικό μέσο. Από τα πιο πάνω λοιπόν προκύπτει ότι το σημαντικό είναι όπως όταν θα επιχειρηθεί ο παραμερισμός μιας διαιτητικής απόφασης να μην υπάρχει ήδη τελεσίδικη και δεσμευτική δικαστική απόφαση με την οποία η απόφαση του διαιτητή να έχει πλέον δικαστικά αναγνωρισθεί ως έγκυρη διαιτητική απόφαση που δύναται να εκτελεσθεί πλήρως ως δικαστική απόφαση εφόσον αν υπάρχει τέτοια δικαστική απόφαση τότε, όπως εύστοχα επισημαίνουν οι συνήγοροι του Γεωργίου και των καθ' ων η αίτηση, θα είναι πλέον δικονομικά αργά για να διαταχθεί ο επιδιωκόμενος παραμερισμός. Των πιο πάνω λεχθέντων σημειώνω ότι προς υποστήριξη της θέσης του ότι ο παραμερισμός μιας διαιτητικής απόφασης μπορεί να επιχειρηθεί ακόμη και μετά που δίδεται άδεια από το Δικαστήριο για εγγραφή της εν λόγω απόφασης, ο κ. Σταυρινός επικαλέστηκε συγκεκριμένο απόσπασμα από το σύγγραμμα Russell on Arbitration 21η έκδοση , παρ.8-005 σελ.
  1. Παραθέτω το εν λόγω απόσπασμα αυτούσιο ως καταγράφηκε στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου: «If leave is given to enforce an award under section 66 of the Act, the party (or parties) against whom the award is to be enforced may still challenge the award [..] There will usually be a hearing before the court at which the challenge of the opposing party will be determined. The court can confirm the award, or set it aside, or direct that the issue challenged should proceed to a full hearing before the court.». Όντως, από μια πρώτη ανάγνωση του πιο πάνω αποσπάσματος, ως αυτό έχει παρατεθεί από το συνήγορο, κάποιο έρεισμα φαίνεται να έχει η θέση του τελευταίου, ιδιαίτερα λόγω των όσων έχουν τονιστεί σε μαύρο φόντο. Επειδή όμως το συγκεκριμένο απόσπασμα που επικαλούνται οι αιτητές δεν είναι πλήρες, όπως αυτό άλλωστε φαίνεται από το σημείο στίξης που έχει χρησιμοποιηθεί στην αγόρευση μετά τη φράση «award» ([.]), και επειδή ο συνήγορος με έχει εφοδιάσει με ολόκληρο το σχετικό μέρος του συγκεκριμένου συγγράμματος, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω ολόκληρο τόσο το σχετικό απόσπασμα όσο και τις προηγούμενες παραγράφους διότι ιδώμενα στο σύνολο τους, τα όσα επί του προκειμένου αναφέρει ο Russell, καταδεικνύουν ότι δεν ευσταθεί η θέση του κ. Σταυρινού αλλά αντίθετα επιβεβαιώνονται τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω. Παραθέτω λοιπόν τις σχετικές περικοπές: «8-002 Introduction. "Unless otherwise agreed by the parties, an award by the tribunal made pursuant to an arbitration agreement9 is final and binding both on the parties and on any persons claiming through or under them". This means that, subject to any contrary agreement by the parties and to the right of challenge, once made the award is immediately enforceable. Many awards are implemented without the need for further steps to be against the losing party, but if a party refuses to comply with the award, enforcement proceedings will be necessary. There are two principal methods of enforcement of an award available England. The first method is to obtain leave of the court to enforce award "in the same manner as a judgment or order of the Court to the same effect" under the summary procedure provided for by section 66 of Arbitration Act
  2. Judgment may be entered in terms of the award if required. The second method of enforcement is to bring an action on the award and then to seek a judgment from the court for the same relief as is granted by the award. The procedure for enforcement and the grounds available for opposing enforcement depend to some extent on whether the award is made in England or abroad, and in the latter case whether any Convention regulates its recognition and enforcement. 8-003 Power of court to enforce awards summarily. The summary procedure available under section 66 of the Arbitration Act 1996 19 is normally used to enforce an arbitral award, including an agreed award whether it is made in England or abroad. The section applies whether the seat of the arbitration is in England or abroad and even if no seat has been designated or determined. Leave of the court is needed but the procedure for obtaining leave is straightforward. The application for leave is made "ex parte supported by an affidavit to which the arbitration agreement and the award or a copy of them (with an English translation if necessary) is exhibited. Leave to enforce the award is usually given, although the Arbitration Act 1996 directs the court not to grant leave "where, or to the extent that, the person against whom it is sought to be enforced shows that the tribunal lacked substantive jurisdiction to make the award. A party who wishes to oppose an application for leave to enforce an award, rather than oppose an order made under section 66 of the Act must act promptly, because leave will be granted 'ex-parte' in the absence of his notifying the Court of his objection. The onus of showing that the arbitral tribunal "lacked substantive jurisdiction" and that he has not lost the right to object on this ground rests on the person opposing leave to enforce the award. Even if the jurisdiction of the tribunal is not in issue, the court has a discretion not to grant leave to enforce an award summarily. For example, the court may not give leave where the award is so defective in form or substance that it is incapable of enforcement or its enforcement would be contrary to public policy. The court may also decline to enforce an award which purports to decide matters that are not capable of resolution by arbitration or grants relief which (if enforced as a judgment or order of court) would improperly affect the rights of persons other than the parties to the arbitration agreement. These are exceptional cases. Wherever possible the court will give effect to the award by granting leave to enforce it - "The award will be sustained even though the arbitrator has omitted to notice some claims put forward by a party, if, according to the fair interpretation award, it is to be presumed that the claim has been taken into consideration" 8-004 Effect of leave given under section
  3. Where leave is given is usually given on terms that the award may be enforced in the same manner as a judgment or order of the court to the same effect. This means that all the methods of enforcing a judgment of the court are then available including an injunction. Normally a party who has obtained leave will proceed to enforce the award without delay, but he is not obliged to do so. Where leave is given, judgment may be entered 'in terms of the award. That may be necessary in order to comply with a contractual requirement or to take advantage of some Convention for the enforcement of judgments abroad, but care should be taken because if the award merges with the judgment, it may not be possible to take advantage of the enforcement provisions of a particular arbitration Convention. 8-005 Objections to summary enforcement of an award. If leave is given to enforce an award under section 66 of the Act, the party (or parties) against whom the award is to be enforced may still challenge the award. There is a time after service of the order during which an application may be made to set aside the order for leave to enforce the award. The grounds for challenging an award are not limited to the matter of jurisdiction mentioned in section 66
(3)of the Act,47 although the grounds for challenging some awards made abroad may be limited by a Convention. There will usually be a hearing before the court at which the challenge of the opposing party will be determined. The court can confirm the award, or set it aside, or direct that the issue challenged should proceed to a full hearing before the court. Enforcement under section 66 is only available in respect of "an award pursuant to an arbitration agreement". It cannot therefore be used to enforce preliminary or interim decisions which are themselves subject to review by an arbitral tribunal. Nor can it be used to enforce an order of the tribunal granting relief on a provisional basis. Further, the court will not grant leave to enforce an award for the payment of money which does not specify the sum due.» Όπως λοιπόν προκύπτει από τα πιο πάνω, στην Αγγλία, η αντίστοιχη με τη δική μας διαδικασία εγγραφής διαιτητικής απόφασης δυνάμει του αρ.21 Κεφ.4 γίνεται κατόπιν μονομερούς αίτησης. Ακολούθως το διάταγμα εγγραφής επιδίδεται στην αντίδικη πλευρά, η οποία μπορεί, εντός καθορισμένης προθεσμίας από την επίδοση, να καταχωρήσει αίτηση ζητώντας τον παραμερισμό της μονομερώς δοθείσας άδειας για εγγραφή, προβάλλοντας εκεί τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η απόφαση είναι εσφαλμένη και δεν πρέπει να εγγραφεί. Όπως δε αναφέρεται στις υποσημειώσεις των πιο πάνω παραγράφων του Russell, η προθεσμία που καθορίζουν οι σχετικοί κανονισμοί για να υποβληθεί αίτηση για παραμερισμό του διατάγματος και η οποία προθεσμία αναφέρεται ρητά στο μονομερώς εκδοθέν διάταγμα εγγραφής, είναι οι 14 μέρες. Είναι υπό αυτές της συνθήκες συνεπώς που δύναται να προσβληθεί η εγκυρότητα της απόφασης μετά την εγγραφή της, ήτοι όταν το διάταγμα εγγραφής εκδόθηκε κατόπιν μονομερούς αίτησης και δεν έχει ακόμη καταστεί τελεσίδικο εφόσον υπόκειται σε παραμερισμό κατόπιν αίτησης από το επηρεαζόμενο πρόσωπο. Στην 23η έκδοση του Russel μάλιστα, στην παρ. 8-009, αναφέρεται περαιτέρω ότι το Δικαστήριο δύναται να διατάξει όπως το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα εγγραφής της διαιτητικής απόφασης τελεί υπό αναστολή μέχρι να υποβληθεί αίτηση ακύρωσης της απόφασης εντός της καροθισθείσας προθεσμίας και ότι ο διάδικος που επιθυμεί να αναστείλει την εγγραφή θα πρέπει να αποταθεί έγκαιρα στο Δικαστήριο και να συνδυάσει την αίτηση του για ακύρωση της διαιτητικής απόφασης και την ένσταση του στην εγγραφή, με αίτηση για αναστολής της διαδικασίας ή του διατάγματος εγγραφής. Άλλωστε, η αναφορά που γίνεται στο απόσπασμα που επικαλέστηκε ο συνήγορος, σε προσβολή της εγκυρότητας της απόφασης από το ενιστάμενο μέρος - «the challenge of the opposing party», υποδηλοί ακριβώς ότι η αμφισβήτηση της εγκυρότητας γίνεται προτού η διαδικασία εγγραφής τελεσιδικήσει, ήτοι ενόσω εκκρεμεί ακόμα να ακουστεί η «ένσταση» του «παραπονούμενου» στη διαδικασία εγγραφής. Σημειώνω παρενθετικά εδώ ότι και στην Κύπρο αναγνωρίζεται ως αποδεχτή και μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις πρόσφορη, η εγγραφή μιας διαιτητικής απόφασης με μονομερή αίτηση, νοουμένου ότι στο διάταγμα που θα εκδοθεί θα καθορίζεται ότι το επηρεαζόμενο πρόσωπο έχει τη δυνατότητα όπως αντιταχθεί στο διάταγμα και όπως καταχωρήσει αίτηση παραμερισμού εντός συγκεκριμένης προθεσμίας ώστε να ακουστεί στα ζητήματα που θέλει να εγείρει. Μάλιστα δε, ως θέμα δικαιοδοσίας, το διάταγμα που εκδίδεται μονομερώς υπό αυτές τις συνθήκες δεν θεωρείται ως διάταγμα που διαγιγνώσκει την ουσία της διαφοράς των μερών (βλ. Udruzena Beogradska Banka ν. Westacre Investment, Inc.
(1999)1 ΑΑΔ 124 και Pilavachi & Co. Ltd v. International Chemical Co. Ltd
(1965)C.L.R. 97). Κοντολογίς, όπως προκύπτει και από τον Russell ανωτέρω, άπαξ και δοθεί τελεσίδικη άδεια από το Δικαστήριο για εγγραφή μιας διαιτητικής απόφασης και η εν λόγω άδεια δεν έχει με οποιονδήποτε τρόπο ανασταλεί, δεν παρέχεται πλέον ούτε περιθώριο αλλά ούτε και δυνατότητα προσβολής της εγκυρότητας της διαιτητικής απόφασης εφόσον με την εγγραφή της, η διαιτητική απόφαση θεωρείται πλέον έγκυρη, δεσμευτική και άμεσα εκτελεστή ως δικαστική απόφαση. Όταν τώρα η άδεια για εγγραφή έχει δοθεί κατόπιν πλήρους ακρόασης, στα πλαίσια της οποίας το Δικαστήριο, αφού άκουσε και τις δύο πλευρές, έκρινε ότι ικανοποιούνταν οι προϋποθέσεις του αρ. 21, ήτοι ότι υπάρχει τελική και δεσμευτική διαιτητική απόφαση για την οποία δεν υπάρχει κανένας πραγματικός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητας της και ότι είναι και σε τύπο που μπορεί να εκτελεσθεί ως απόφαση, το θέμα θεωρείται πλέον λήξαν και πλην της καταχώρησης έφεσης εναντίον της απόφασης εκείνης, καμία περαιτέρω αμφισβήτηση της εγκυρότητας της διαιτητικής απόφασης δεν μπορεί να προβληθεί ή να εξεταστεί. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς και για τους λόγους που έχω εξηγήσει, η παρούσα αίτηση δεν μπορεί παρά να απορριφθεί από αυτό το στάδιο ως θνησιγενής και χωρίς να παρέχεται η δυνατότητα ή η εξουσία εξέτασης είτε της ουσίας της είτε του έγκυρου της εκκαλούμενης διαιτητικής απόφασης, εγκυρότητα η οποία άλλωστε έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής κρίσης με την απόφαση της 30/09/19 στην Γ.Α. XXXXX/18. Η παρούσα αίτηση λοιπόν απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των αιτητών και υπέρ Γεωργίου και καθ' ων η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.