← Κύπρος

APS LOAN MANAGEMENT LTD ν. ΤΤΕΡΛΑ κ.α., Αγωγή Αρ. 1873/2012, 29/1/2021

APS LOAN MANAGEMENT LTD ν. ΤΤΕΡΛΑ κ.α., Αγωγή Αρ. 1873/2012, 29/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 1873/2012 Μεταξύ: APS LOAN MANAGEMENT LTD (HE 393733) Ενάγουσας και 1.XXXXX ΘΩΜΑ ΤΤΕΡΛΑ 2.XXXXX ΘΩΜΑ ΤΤΕΡΛΑ 3.XXXXX ΑΡΙΣΤΟΔΗΜΟΥ Εναγομένων Ημερομηνία꞉ 29 Ιανουαρίου, 2021 Εμφανίσεις꞉ Για την Ενάγουσα꞉ κα Στέλλα Ηλιάδου, για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 3꞉ κα Λώρα Κούτρα, για Δημήτρης Κούτρας & Σια ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ. Καθ' ον χρόνο καταχωρήθηκε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, Ενάγουσα ήταν η εταιρεία Marfin Popular Bank Public Co. Ltd. Στις 19.7.2012 η Ενάγουσα καταχώρησε στο Πρωτοκολλητείο Ειδοποίηση ότι αυτή κατά ή περί την 5.4.2012 προέβη σε αλλαγή του ονόματός της σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Στις 07/11/2012 εκδόθηκε απόφαση από το παρόν Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου 1 μονομερώς, λόγω παράλειψής του να καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης. Η απόφαση εκδόθηκε για το ποσό των €6.111,04 σ., πλέον τόκο προς 14% ετησίως από 03/08/2012 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές ετησίως, ήτοι κάθε 1η Ιανουαρίου και κάθε 1η Ιουλίου κάθε έτους, πλέον έξοδα €548,00σ., πλέον τόκο προς 5,5% ετησίως από 16/03/2012 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €40 έξοδα επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α. Ακολούθως, στις 11.9.2013 καταχωρήθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου Ειδοποίηση από τους συνηγόρους της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd ότι η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ έχει αναλάβει ως αποκτών πρόσωπο τις εργασίες της προαναφερθείσας εταιρείας σύμφωνα με τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμο 17(Ι)/2013 ως τροποποιήθηκε με το Ν.38(Ι)/2013και το περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα που εκδόθηκε από την Κεντρική Τράπεζα. Δυνάμει του άρθρου 28

(1)του Ν.17(Ι)/13 και σύμφωνα με την εν λόγω Ειδοποίηση, η Ενάγουσα θα αναφερόταν στο εξής ως «Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (πρώην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd). Η νομική εκπροσώπηση στο Δικαστήριο συνέχισε από τους ίδιους δικηγόρους, ήτοι το δικηγορικό γραφείο Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ). Διαρκούσης της ακρόασης της αγωγής εναντίον των Εναγομένων 2 και 3, δόθηκε νέα Ειδοποίηση από την Ενάγουσα στις 2.7.2020, η οποία εν συνεχεία διορθώθηκε με την έκδοση νέας Ειδοποίησης ημερ. 27.7.2020, σύμφωνα με την οποία ενημέρωνε το Δικαστήριο και τους συνηγόρους των Εναγομένων 2 και 3 ότι η πιστωτική διευκόλυνση και/ή εξασφάλιση και/ή συμφωνία δανείου και/ή το εξ αποφάσεως χρέος μεταβιβάστηκαν από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Bank of Cyprus Public Company Limited, HE 165) στην APS LOAN MANAGEMENT LTD (HE 393733), κατ' εφαρμογήν των προνοιών του άρθρου 18 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν.169(Ι)/2015), ως έχει τροποποιηθεί. Στην ίδια Ειδοποίηση αναφερόταν ότι, ένεκα τούτου, η εταιρεία APS LOAN MANAGEMENT LTD (HE 393733) έχει αυτόματα, βάσει της εν λόγω Ειδοποίησης η οποία δίδεται δυνάμει του άρθρου 18
(4)του Ν.169(Ι)/2015, αντικαταστήσει και/ή υποκαταστήσει την Bank of Cyprus Public Company Limited και ως εκ τούτου αυτή θα αναφέρεται πλέον ως Ενάγουσα. Πράγματι το άρθρο 18
(4)του Ν.169(Ι)/2015 προβλέπει τα εξής꞉ «18.-
(4)Οποιαδήποτε νομική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, οποιασδήποτε αγωγής, διαιτησίας, διαδικασίας εκποίησης ακινήτων ή άλλης διαδικασίας, και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα ή διάταγμα ή απόφαση που κατά το χρόνο μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων εκκρεμεί ή υφίσταται από ή εναντίον ή εις όφελος του εκχωρητή σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που μεταβιβάζονται δεν τερματίζεται ούτε διακόπτεται ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς λόγω της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων, αλλά δύναται να καταχωρίζεται ή να συνεχίζεται ή να αναγνωρίζεται ή να εκτελείται από ή εναντίον του αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων, ο οποίος υποκαθιστά αυτόματα τον εκχωρητή στη νομική αυτή διαδικασία κατά το χρόνο της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων: Νοείται ότι, ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, σε περίπτωση κατά την οποία εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου ή επαρχιακού κτηματολογίου, η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή, για τους σκοπούς της εκκρεμούσης διαδικασίας, πραγματοποιείται με την καταχώριση από τον εκχωρητή σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή επαρχιακό κτηματολόγιο, ανάλογα με την περίπτωση, η οποία δεν φέρει οποιοδήποτε τέλος: Νοείται περαιτέρω ότι, ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου, οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε οποιαδήποτε ποινικής ή διοικητικής φύσεως νομική διαδικασία [.]» Λίγο πριν ολοκληρωθεί η ακρόαση της υπόθεσης, οι διάδικοι κατέληξαν σε συμβιβασμό σε ό,τι αφορά τον Εναγόμενο 2, δηλώνοντας εκ συμφώνου απόφαση εναντίον του στις 21/09/2020, ως αυτή αποτυπώνεται στο πρακτικό του Δικαστηρίου εκείνης της δικασίμου, για το ποσό των €6.247,12σ. πλέον τόκο 12.5%, από 19/05/11 μέχρι εξόφλησης, πλέον τα δικηγορικά έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, με αναστολή εκτέλεσης της απόφασης για περίοδο 9 μηνών από 21.9.20, εξαιρουμένων από την αναστολή των εξόδων και του δικαιώματος της Ενάγουσας για καταχώριση ΜΕΜΟ κατά της ακίνητης ιδιοκτησίας του Εναγομένου αρ. 2. Συνεπώς, η ακρόαση της αγωγής συνέχισε εναντίον της Εναγόμενης 3 μόνο και επιφυλάχθηκε απόφαση, η οποία εκδίδεται σήμερα και διαβιβάζεται αυθημερόν στους συνηγόρους των μερών ηλεκτρονικά λόγω των μέτρων που εφαρμόζονται στα Δικαστήρια για περιορισμό της εξάπλωσης της πανδημίας του κορωνοϊού. Η ΕΚΘΕΣΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΞΙΩΣΗΣ ΒΑΣΕΙ ΑΝΑΔΟΜΗΜΕΝΩΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ. Στην Έκθεση Απαίτησης, η οποία είναι οπισθογραφημένη επί του κλητηρίου εντάλματος όπως αυτό καταχωρήθηκε στις 16.3.2012, η αξίωση της Ενάγουσας στρεφόταν εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για τα ακόλουθα ποσά꞉ «Α. €6.568,64σ. δυνάμει έγγραφων συμφωνιών και/ή ως οφειλόμενο υπόλοιπο δανείου και/ή τρεχούμενου λογαριασμού και/ή ως οφειλόμενο υπόλοιπο και/ή ποσό δυνάμει παροχής τραπεζικών και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή συμφωνίας παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων και/ή πιστώσεων και/ή δυνάμει παροχής εγγύησης και/ή άλλως πως. Β. Τόκο προς 14% ετήσια επί του ποσού των €6.568,64 από 19/05/11 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση των χρεωμένων τόκων και ποσών και/ή ανατοκισμό αυτών δύο
(2)φορές ετησίως ήτοι κάθε 1η Ιανουαρίου και ή 1η Ιουλίου κάθε έτους. Γ. Έξοδα πλέον νόμιμο τόκο, πλέον Φ.Π.Α., πλέον έξοδα επίδοσης. Δ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει δίκαιη και εύλογη.» Ωστόσο, στην τελική της αγόρευση, η συνήγορος της Ενάγουσας διατυπώνει την αξίωση κατά τρόπο που να συνάδει με τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού που ετοιμάστηκαν μετά την καταχώρηση της υπό κρίση αγωγής και οι οποίες κατατέθηκαν στο Δικαστήριο από μάρτυρα της Ενάγουσας όπως θα αναφέρω πιο κάτω, περιορίζοντας την αξίωση εναντίον της Εναγόμενης 3 στο ποσό των €6.247,12σ. πλέον τόκο 12.5%, από 19/05/11 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο
(2)φορές ετησίως, ήτοι κάθε 1η Ιανουαρίου και ή 1η Ιουλίου κάθε έτους «δυνάμει συμφωνίας εγγύησης, η οποία αποτελεί τη βάση του αγώγιμου δικαιώματος της Ενάγουσας εναντίον της Εναγόμενης 3». Η εκδοχή γεγονότων, όπως ήταν δικογραφημένη στην Έκθεση Απαίτησης (στο εξής «η Ε/Α»), ήταν η εξής꞉ «
  1. Η Ενάγουσα (στο εξής καλούμενη «η Τράπεζα») καθ' όλον τον ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο είναι δημόσια εταιρεία νόμιμα εγγεγραμμένη στην Κύπρο η οποία ασχολείται μεταξύ άλλων με την παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων και/ή υπηρεσιών και άλλων συναφών εργασιών σε ολόκληρη την Κύπρο με κεντρικά γραφεία στην Λευκωσία. Η Ενάγουσα κατά ή περί την 28/03/05 προέβη σε αλλαγή του ονόματος της από Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ σε Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ και στις 04/11/06 προέβη σε περαιτέρω αλλαγή του ονόματος της σε Marfin Popular Bank Public Co. Ltd.
  2. Κατά ή περί την 28/01/10 ο Εναγόμενος αρ. 1 προσήλθε σε έγγραφη Συμφωνία με την Ενάγουσα Τράπεζα στη Λευκωσία (πιο κάτω αναφερόμενη ως η «Συμφωνία») με την οποία η Ενάγουσα ανάλαβε όπως παρέχει δάνειο και/ή άλλως πως παρέχει πιστώσεις και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις στον Εναγόμενο αρ.
  3. Η πιο πάνω «Συμφωνία» ρυθμιζόταν από τους ακόλουθους μεταξύ άλλων ουσιώδεις όρους: (α) Το ποσό και το ύψος του χορηγημένου δανείου ανέρχετο στις €7.000,
  4. (β) Η περίοδος της πιο πάνω Συμφωνίας ήταν για 4 χρόνια. (γ) Το δάνειο θα είναι πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση της Ενάγουσας. Εφόσον δεν γίνει απαίτηση το δάνειο θα είναι πληρωτέο με 48 μηνιαίες δόσεις από €178,47 σεντ η κάθε μια. Η πρώτη δόση θα καταβάλλετο την 26/02/10 και οι υπόλοιπες κάθε επόμενο μήνα μέχρι τελικής εξόφλησης του δανείου. (δ) Το χορηγούμενο δάνειο θα χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα συνίσταται από το κάθε φορά καθορισμένο από την Τράπεζα βασικό επιτόκιο προσαυξημένο κατά 5.50% περιθώριο. Το σύνολο του επιτοκίου είχε υπολογιστεί κατά την ημέρα χορήγησης του Δανείου σε 10.50%. (στ) Το Συνολικό Ετήσιο Ποσοστό Επιβάρυνσης (Σ.Ε.Π.Ε.) καθορίστηκε σε ποσοστό προς 11,65%. (ζ) Για τη διενέργεια των περιοδικών πληρωμών για εξόφληση του δανείου η Τράπεζα εξουσιοδοτείται να χρεώνει τον λογαριασμό με αρ. XXXXX0071 ή οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό του πελάτη χωρίς άλλη ειδοποίηση.
  5. Με βάση την πιο πάνω «Συμφωνία» που αναφέρεται στην παράγραφο 3 πιο πάνω, η Ενάγουσα άνοιξε τον υπ' αριθμόν XXXXX8111 λογαριασμό δανείου προς όφελος του Εναγομένου αρ. 1, ο οποίος κατά ή περί την 19/05/11 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο οφειλόμενο στην Ενάγουσα ποσό €6.568,64 σεντ πλέον τόκους προς 14% από 19/05/11 μέχρι εξόφλησης και δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων 2 φορές ετησίως.
  6. Κατά ή περί την 12/04/11 σύμφωνα με ρητό όρο της «Συμφωνίας» η Ενάγουσα με επιστολή της προς τον Εναγόμενο αρ. 1 ζήτησε την ομαλοποίηση της λειτουργίας του πιο πάνω λογαριασμού και/ή πληρωμή όλων των οφειλόμενων ποσών και καθυστερημένων δόσεων εντός 21 ημερών από 12/04/11 και ενημέρωσε αυτόν ότι μετά την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας το ποσοστό επιτοκίου επί του οφειλόμενου ποσού του λογαριασμού με υπ' αριθμόν XXXXX8111 θα μεταβαλλόταν σε 14% ετησίως με κεφαλαιοποίηση δυο φορές ετησίως ήτοι κάθε 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου εκάστου έτους μέχρι πλήρους εξόφλησης.
  7. Η Ενάγουσα με βάση ρητό όρο της «Συμφωνίας» και/ή μετά από παράβαση από μέρους του Εναγομένου αρ. 1, ρητού και ουσιώδους όρου της πιο πάνω «Συμφωνίας» και κατά ή περί την 19/05/11 έκλεισε τον πιο πάνω λογαριασμό, τερμάτισε την λειτουργία του και πληροφόρησε σχετικά τον Εναγόμενο αρ. 1 και τον κάλεσε με έγγραφη επιστολή της ημερ. 19/05/11 όπως εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό πλέον τόκο προς 14% ετήσια από 19/05/11 μέχρι εξόφλησης. Ο Εναγόμενος αρ. 1 παρά το γεγονός ότι αναγνώρισε την οφειλή της προς την Ενάγουσα και υποσχέθηκε εξόφληση της παρέλειψε και/ή αμέλησε να ανταποκριθεί μέχρι σήμερα. Ως αποτέλεσμα, το οφειλόμενο υπόλοιπο του λογαριασμού του Εναγομένου αρ. 1 ως αναφέρεται στην παράγραφο 4 ανωτέρω, πλέον τόκους προς 14% ετησίως με κεφαλαιοποίηση των χρεωμένων τόκων, δύο φορές ετησίως μέχρι πλήρους εξόφλησης, να είναι ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.
  8. Οι Εναγόμενοι αρ. 2 και 3 με βάσει έγγραφη «Συμφωνία Εγγύησης» ημερ. 28/01/10 που καταρτίστηκε στη Λευκωσία, εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου αρ. 1 προς την Ενάγουσα, οι οποίες απορρέουν από την «Συμφωνία» μαζί με τους αναλογούντες τόκους, προμήθειες και τραπεζικά δικαιώματα μέχρι πλήρους εξόφλησης.
  9. Οι Εναγόμενοι αρ. 2 και 3 ειδοποιήθηκαν από την Ενάγουσα με επιστολές ημερ. 12/04/11 και 19/05/11 αναφορικά με την παράλειψη του Εναγομένου αρ. 1 να εξοφλήσει τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών του, για την μεταβολή του επιτοκίου ως πιο πάνω αναφέρεται, καθώς και για τον τερματισμό των λογαριασμών του Εναγομένου αρ.
  10. Οι Εναγόμενοι αρ. 1, 2 και 3 παρά το γεγονός ότι ειδοποιήθηκαν επανειλημμένως από την Ενάγουσα ως ανωτέρω αλλά και από τους δικηγόρους της Ενάγουσας και αναγνωρίζουν το χρέος τους και υπόσχονται εξόφληση, μέχρι σήμερα δεν έχουν καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι του χρεωστικού οφειλόμενου υπολοίπου τους προς την Ενάγουσα και παραλείπουν και/ή αρνούνται να εξοφλήσουν το χρέος τους προς την Ενάγουσα.». Η ΕΚΘΕΣΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ. Με την Έκθεση Υπεράσπισής της, η Εναγόμενη 3 παραδέχεται τις παραγράφους 1, 2, 3(α)(β)(γ) και 8 της Ε/Α. Κατά τα λοιπά, ήταν η δικογραφημένη θέση της Εναγόμενης ότι꞉ · Αυτή αγνοούσε το περιεχόμενο των όρων της δανειακής σύμβασης για το επιτόκιο, το ΣΕΠΕ και το δικαίωμα της Ενάγουσας να προβαίνει σε μονομερείς χρεώσεις ως οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί στις παραγράφους 3(δ)(στ)(ζ) της Ε/Α. · Αυτή αγνοούσε το χρωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του Εναγομένου 1 κατά ή περί την 19/05/11 και το δικαίωμα κεφαλαιοποιήσεως των τόκων 2 φορές ετησίως, ως επίσης αρνείται ότι ο τόκος ανήλθε στο 14% και καλεί τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. · Αυτή αγνοούσε τις ενέργειες που έκανε η Ενάγουσα εν σχέση προς τον Εναγόμενο 1 και/ή αγνοούσε το περιεχόμενο των ενημερωτικών επιστολών που έστελνε η Ενάγουσα προς τον Εναγόμενο 1 ως περιγράφεται στις παραγράφους 5 και 6 της Ε/Α και ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα όφειλε να ενημερώσει τους εγγυητές για τη δυσλειτουργία του εν λόγο λογαριασμού, όπως και για το τερματισμό της συμφωνίας της με τον Εναγόμενο 1, κάτι που δεν έπραξε η Ενάγουσα. · Ο τόκος 14% είναι παράνομος και/ή παράτυπος και δεν είχε δικαίωμα η Ενάγουσα να αυξάνει τον τόκο κατά την διάρρηξη της σύμβασης, καθ' ότι αυτό αποτελεί «ποινική ρήτρα, η οποία δεν εμπίπτει στον περί Συντάγματος Νόμο της Κυπριακής Δημοκρατίας». · Παραδέχεται ότι αυτή έχει εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου αρ.1, ως αναφέρει η παρα. 7 της Ε/Α, αλλά διευκρινίζει ότι είναι μόνο μέχρι του ποσού των €7.
  11. · Παραλάμβανε προειδοποιήσεις για καθυστερημένες δόσεις του Εναγόμενου αρ.1, ως αναφέρεται στις παρα. 8 και 9 της Ε/Α, αλλά διευκρινίζει ότι ουδέποτε αναφερόταν σε αυτές το ποσό των καθυστερήσεων, η αύξηση του επιτοκίου ή ο τερματισμός του λογαριασμού. Πέραν των πιο πάνω, η Εναγόμενη 3 περιγράφει σε λεπτομέρεια στην παρα. 8 της Ε/Υ της την οικονομική της κατάσταση, όπως ήταν κατά ή περί την ημερομηνία καταχώρησης της Έκθεσης Υπεράσπισης (24.10.2012), ως εξής꞉ · Εργάζεται ως γραμματέας με μηνιαίες απολαβές €1.820 και συμπληρωματικά δουλεύει κάποιες Κυριακές το μήνα ως ταμίας σε εστιατόριο, για να μπορέσει να αντεπεξέλθει στις oφειλές με εισόδημα €25 κάθε φορά και έχει τα ακόλουθα έξοδα μηνιαίως: α) Δάνειο αυτοκινήτου ύψους €17.000 στην Ελληνική Τράπεζα με αρ. λογ. XXXXX70-01 και μηνιαία δόση €
  12. β) Προσωπικό δάνειο ύψους €17.000 στην Ελληνική Τράπεζα με αρ. λογ.XXXXX71-02 και δόση €260 για το οποίο πληρώνει ο πρώην σύζυγος €130 καθότι έγινε όταν ήταν ακόμα παντρεμένοι και η Εναγόμενη αρ. 3 πληρώνει το ποσό των €
  13. γ) Στεγαστικό Δάνειο ύψους €189.000 στην Λαϊκή Τράπεζα με αρ. λογ. 001-12-714307 και δόση €
  14. δ) Δάνειο στην Λαϊκή Τράπεζα ύψους €75.000 για διαμέρισμα με τον πρώην σύζυγο της, η δόση του οποίου ανέρχεται σε €455 μηνιαίως. Στο παρελθόν και μέχρι την 31/9/12 το διαμέρισμα ενοικιαζόταν και το μεγαλύτερο μέρος της δόσης πληρωνόταν από τον ενοικιαστή. Η δόση της Εναγόμενης αρ.3 υπό αυτές τις συνθήκες ανερχόταν σε €70 μηνιαίως, καθότι όμως το διαμέρισμα δεν ενοικιάζεται στο παρόν στάδιο, Εναγόμενη αρ.3 αναγκάζεται να πληρώνει επιπλέον από 1/10/12 το ποσό των €160 μηνιαίως ήτοι το συνολικό ποσό των €
  15. ε) Δάνειο στην Τράπεζα Κύπρου ύψους €9.000 με αρ. λογ.XXXXX95-00 και μηνιαία δόση €
  16. στ) Ασφάλεια ζωής προς εγγύηση των εν λόγο δανείων, ως όρος των συμφωνιών δανείων που αποκόπτονται από τον απευθείας από λογαριασμό της Εναγόμενης αρ.3 €
  17. η) Ασφάλεια Multicare €
  18. θ) Κοινόχρηστα €
  19. ι) Βενζίνη €
  20. κ) Ρεύμα μηνιαίως μετά από διακανονισμό με την ΑΗΚ €
  21. Ήταν η θέση της Εναγόμενης ότι αποτέλεσμα όλων των ανωτέρω δαπανών είναι να μην της απομένει κανένα ποσό για τα προσωπικά της έξοδα, ήτοι διατροφή, νερό, ένδυση και ως εκ τούτου να χρειάζεται κάθε οικονομική στήριξη από στενά συγγενικά της πρόσωπα, τα οποία επίσης στερούνται εισοδημάτων. Η Εναγόμενη 3 δικογράφησε την οικονομική της δυσπραγία ως ανωτέρω, σε συσχετισμό με τον ισχυρισμό (βλ. την παρα. 9 της Ε/Υ) ότι, εφόσον η Ενάγουσα δεν έχει εξαντλήσει όλα τα περιθώρια είσπραξης του πόσου της αγωγής εναντίον του πρωτοφειλέτη, ήτοι εναντίον του Εναγόμενου αρ.1, ως προνοεί ο περί Εγγυητών Νόμος (βλ. τον περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο του 2003 (Ν.197(Ι)/2003), και εφόσον (βλ. την παρα. 10 της Ε/Υ) ο ίδιος ο πρωτοφειλέτης δεν στερείται εισοδημάτων ούτε κινητής περιουσίας, αλλά αντίθετα είναι η θέση της Εναγομένης 3 ότι εκείνος διαθέτει κινητή και ακίνητη περιουσία, έπεται ότι (βλ. την παρα. 11) η αγωγή εναντίον της ίδιας θα πρέπει να απορριφθεί. Ειδικότερα, στην παρα. 10 της Ε/Υ η Εναγόμενη 3 δικογραφεί τα εξής꞉ «Ο πρωτοφειλέτης, ήτοι ο Εναγόμενος αρ.1 δεν στερείται εισοδημάτων ούτε κινητής περιουσίας. Συγκεκριμένα, έχει επ' ονόματι του μοτοσυκλέτα και αυτοκίνητο, ως επίσης και ακίνητη ιδιοκτησία. Επιπρόσθετα εργάζεται ως μεταφορέας με μισθό περίπου €900 μηνιαίως και τα Σάββατα εργάζεται επίσης ως μπάρμαν σε club παίρνοντας περίπου €40 - €50 το βράδυ. Συνεπώς, οι ενάγοντες μπορούν να προβούν σε όλα τα αναγκαία διαβήματα όπως η δόση του δανείου να αποκόπτεται απευθείας από το μισθό του ή ακόμα και να προβούν σε όλες τις δέουσες ενέργειες αναφορικά με την κινητή και ακίνητη του περιουσία.». Δεν καταχωρήθηκε δικόγραφο Απάντησης από την Ενάγουσα. Η ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Ενάγουσα κάλεσε στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες, ήτοι τον κ. XXXXX Αδαμίδη (στο εξής «ο ΜΕ1») και τον κ. XXXXX Γερομόσχο (στο εξής «ο ΜΕ2»). Από την άλλη, για την υπόθεση της Υπεράσπισης κατέθεσε ενόρκως η ίδια η Εναγόμενη
  22. Δεν το θεωρώ αναγκαίο ή σκόπιμο να παραθέσω αυτολεξεί τη μαρτυρία που δόθηκε. Είναι καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Θα προχωρήσω σε ανάλυσή της με βάση τα καλώς καθιερωμένα κριτήρια αξιολόγησης, με αναφορά στα επίδικα θέματα. ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ. Υπενθυμίζω πρώτα ότι, όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001), 1(B) Α.Α.Δ 1858 -«Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». ΤΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ. Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας απολύτως σχετική είναι η εκτεταμένη ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, Hippasus, 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυρας που καταθέτει, αποτελεί σε γενικές γραμμές στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν Ηροδότου, Π.Ε. 332/09, ημερ. 10.6.13, Re N-BCM
(2002)EWCA Civ. 1052, C & A Pelekanos Associates Limited ν Πελεκάνου
(1999)1(B) ΑΑΔ 1273). Η συμπεριφορά μάρτυρα κατά την αντεξέταση δεν φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία από ό,τι έχει κατά την κυρίως εξέταση και επανεξέταση (Attorney-General for the Sovereign Base Areas of Akrotiri and Dhekelia ν Steinhoff
(2005)UKPC 31). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489), αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτώνται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, ημ. 4.5.12). Αυτή η προσέγγιση επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία (Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1(B) ΑΑΔ 1056). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕ1. Ο κ. XXXXX Αδαμίδης (ΜΕ1) υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο και σημειώθηκε με ένδειξη «Έγγραφο Α». Όπως εκεί αναφέρει, ο ίδιος βρίσκεται στην υπηρεσία της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ από το Μάρτιο του 2013. Ισχυρίζεται ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα τα οποία σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση από δική του προσωπική εμπλοκή και ενδελεχή μελέτη των εγγράφων που βρίσκονται φυλαγμένα στο αρχείο της Τράπεζας και στα οποία έχει απρόσκοπτή πρόσβαση. Δηλώνει ενόρκως ότι «είμαι δε πλήρως και δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα να την εκπροσωπήσω στην παρούσα δικαστική διαδικασία». Όσον αφορά τα έγγραφα και τις καταστάσεις λογαριασμών τα οποία προσκόμισε στο Δικαστήριο για να κατατεθούν ως τεκμήρια στο πλαίσιο της προφορικής ένορκης μαρτυρίας του, ο ΜΕ1 δήλωσε ότι βρίσκονται καταχωρημένα στο αρχείο της Τράπεζας και αποτελούν μέρος του ηλεκτρονικού της αρχείου και των τραπεζικών τους βιβλίων. Όλες οι καταχωρήσεις στις καταστάσεις λογαριασμού έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας και μετά από σύγκριση των αντιγράφων με τις αρχικές καταχωρήσεις, γι' αυτό και ο ΜΕ1 βεβαιώνει προς το Δικαστήριο ότι το περιεχόμενο τους είναι ορθό και αληθές. Συγκεκριμένα, ο ΜΕ1 προσκόμισε και κατέθεσε στο Δικαστήριο τα εξής έγγραφα, ως τεκμήρια 1 έως 6 υπό Έγγραφο Α διευκρινίζοντας ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις εγγράφων, ο λόγος που κατατέθηκαν αντίγραφα παρά πρωτότυπα, είναι διότι τα πρωτότυπά τους έχουν επισυναφθεί ως τεκμήρια στην Ένορκη Δήλωση του κυρίου XXXXX Χειμαρίδη ημερ. 30/10/2012, η οποία βρίσκεται εντός του φακέλου του Δικαστηρίου της παρούσας αγωγής και η οποία καταχωρήθηκε από την Τράπεζα προς απόδειξη της απαίτησης τους εναντίον του Εναγόμενου αρ. 1꞉ o Ως Τεκμήριο 1, αντίγραφο του Πιστοποιητικού Αλλαγής Ονόματος των Εναγόντων, από Marfin Popular Bank Public Co Ltd σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, πιστοποιημένου από τον Γραμματέα των Εναγόντων. o Ως Τεκμήριο 2, αντίγραφο του Δικαστικού Διατάγματος αναφορικά με το Σχέδιο αναδιάρθρωσης και συγχώνευσης της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λίμιτεδ με την Marfin Polular Bank Public Co. Ltd. o Ως Τεκμήριο 3, αντίγραφο του περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd Διατάγματος του 2013 (ΚΔΠ 104/2013) ημερομηνίας 29/03/2013. o Ως Τεκμήριο 4, αντίγραφο της επίδικης Συμφωνίας Δανείου ύψους €7.000,00σ. μεταξύ της Τράπεζας και του Εναγόμενου αρ. 1, ημερομηνίας 28/01/2010, στην οποία επισυνάπτεται και αντίγραφο της επίδικης Συμφωνίας Εγγύησης, ημερομηνίας 28/01/2010, με την οποία οι Εναγόμενοι αρ. 2 και 3 εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου αρ. 1 προς την Τράπεζα, οι οποίες απορρέουν από την Συμφωνία Δανείου μαζί με τους αναλογούντες τόκους, προμήθειες και τραπεζικά δικαιώματα μέχρι πλήρους εξόφλησης. o Ως Τεκμήριο 5, αντίστοιχα, αντίγραφο του Καταλόγου Επιτοκίων και Χρεώσεων και ως Τεκμήριο 6 αντίγραφο των Γενικών Όρων και Κανονισμών της Τράπεζας. Ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι αποτελούσαν ρητούς και ουσιώδεις όρους της επίδικης Συμφωνίας Δανείου μεταξύ της Τράπεζας και του Εναγόμενου αρ. 1, τα εξής, τα οποία παρατηρώ ότι επιβεβαιώνονται ως αληθή από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 υπό Έγγραφο Α, όπως επισημαίνω πιο κάτω: (α) Το ποσό του χορηγημένου δανείου θα ήταν €7.000,00 (Εφτά Χιλιάδες Ευρώ) - βλ. σημείο 1 στις Σημαντικές Πληροφορίες. (β) Η περίοδος της Συμφωνίας Δανείου θα ήταν για 4 χρόνια με αναμενόμενη ημερομηνία εξόφλησης του δανείου στις 26/01/2014 - βλ. σημείο 2 στις Σημαντικές Πληροφορίες και ειδικό όρο 6 (α). (γ) Το δάνειο θα ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση από την Τράπεζα. Εφόσον δεν γινόταν απαίτηση, το δάνειο θα ήταν πληρωτέο με 48 μηνιαίες δόσεις για το ποσό των €178,47σ. έκαστη. Η πρώτη δόση θα ήταν καταβλητέα στις 26/02/2010 και οι υπόλοιπες δόσεις θα ήταν πληρωτέες κάθε επόμενο μήνα μέχρι τελικής εξόφλησης του δανείου, περιλαμβανομένου του κεφαλαίου και των τόκων - βλ. σημεία 3 και 4 στις Σημαντικές Πληροφορίες και τον σχετικό Πίνακα. (δ) Το χορηγούμενο δάνειο θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα συνίστατο από το κάθε φορά καθορισμένο από την Τράπεζα βασικό επιτόκιο προσαυξημένο κατά 5.50% περιθώριο. Το σύνολο του επιτοκίου κατά την ημέρα χορήγησης του δανείου είχε υπολογιστεί σε 10.50% (5% βασικό επιτόκιο και 5,5% περιθώριο) - βλ. σημείο 4 στις Σημαντικές Πληροφορίες και τον σχετικό Πίνακα. (ε) Το Συνολικό Ετήσιο Ποσοστό Επιβάρυνσης (Σ.Ε.Π.Ε.) καθορίστηκε σε ποσοστό προς 11,65% - βλ. σημείο 7 στις Σημαντικές Πληροφορίες. (ζ) Με την υπογραφή της επίδικης Συμφωνίας Δανείου, ο Εναγόμενος αρ. 1 εξουσιοδοτούσε την Τράπεζα όπως για τη διενέργεια των περιοδικών πληρωμών για εξόφληση του δανείου, να χρεώνει τον λογαριασμό με αρ. 113-08-030071 ή οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό του Εναγόμενου αρ. 1 χωρίς άλλη ειδοποίηση - βλ. τον ειδικό όρο 1. (ν) Πέραν από το επιτόκιο, όπως αναφέρεται πιο πάνω, το χορηγούμενο δάνειο θα χρεωνόταν με έξοδα μελέτης και αξιολόγησης της Συμφωνίας Δανείου για ποσό €104,00σ., οποιεσδήποτε χρεώσεις, έξοδα, επιβαρύνσεις και δικαιώματα που η Τράπεζα κατά την απόλυτη κρίση της τυχόν αποφασίσει κατά καιρούς και για τα οποία θα ειδοποιούσε γραπτώς τον Εναγόμενο αρ. 1 - βλ. τον ειδικό όρο 6(β). Ο ΜΕ1 αναφέρθηκε και σε άλλους όρους, τους οποίους επίσης χαρακτήρισε ως ουσιώδεις όρους της Συμφωνίας Δανείου, οι οποίοι αφορούν στον τρόπο υπολογισμού του τόκου, τους οποίους, ως παρατηρώ, δεν μπορεί να δει κανείς στην όψη του Τεκμηρίου 4 υπό Έγγραφο Α. Πρόκειται για τους εξής όρους (χρησιμοποιώ τη σειρά αρίθμησης, όπως τη θέτει ο ΜΕ1 στην παρα. 15 της γραπτής του δήλωσης - Έγγραφο Α)꞉ «(η) Ο τόκος επί των Τραπεζικών Διευκολύνσεων θα υπολογιζόταν από την Τράπεζα στη βάση του ημερήσιου υπόλοιπου του λογαριασμού του Εναγόμενου αρ. 1 και βάσει του εκάστοτε επιτοκίου του λογαριασμού. (θ) Για τον υπολογισμό του τόκου, οι μήνες θα λογαριάζονταν προς όσες ημέρες έχει ο κάθε μήνας, αλλά για υπολογισμό του ετήσιου τόκου θα λαμβανόταν ως διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 ημέρες. (ι) Ο τόκος θα ήταν πληρωτέος μηνιαίως, κάθε τριμηνία, δύο φορές το χρόνο, ετησίως, ανάλογα με την περίπτωση, κατά τις συνήθεις ημέρες χρέωσης της Τράπεζας και κατά την τελική αποπληρωμή της οφειλής, με εξαίρεση τους λογαριασμούς Πιστωτικών Καρτών όπου ο τόκος είναι πληρωτέος κάθε μήνα ή κατά την τελική αποπληρωμή. Σε περίπτωση μη πληρωμής, αυτός θα χρεωνόταν στο υπόλοιπο του λογαριασμού και θα υπολογίζονταν επί αυτού τόκοι και προμήθεια. (κ) Η Τράπεζα θα είχε το δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων 2 φορές ετησίως, δηλαδή κάθε 1η ημέρα έκαστου Ιανουαρίου και κάθε 1η ημέρα έκαστου Ιουλίου. (λ) Η Τράπεζα θα δικαιούτο κατά την κρίση της, να μεταβάλει, οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια των νομισματικών και πιστωτικών κανονισμών που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, το Βασικό Επιτόκιο της Τράπεζας, το Euribor, τα περιθώρια, τον τρόπο υπολογισμού του τόκου, τον χρόνο καταβολής του, την προμήθεια, οποιεσδήποτε άλλες χρεώσεις και έξοδα και γενικά να προβαίνει σε οποιαδήποτε άλλη μεταβολή και η μεταβολή αυτή θα ήταν δεσμευτική για τον Εναγόμενο αρ. 1, στον οποίο θα γνωστοποιείτο με ανακοίνωση στον ημερήσιο Τύπο ή με γραπτή ειδοποίηση προς αυτόν, κατά την κρίση της Τράπεζας, και οποιαδήποτε τέτοια μεταβολή θα ίσχυε από την ημερομηνία που θα καθορίζετο στην ανακοίνωση ή στη γραπτή ειδοποίηση. (μ) Σε περίπτωση που οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο ήταν πέραν του συμφωνημένου ανωτάτου ορίου και σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής οποιασδήποτε οφειλόμενης δόσης από τον Εναγόμενο αρ. 1, η Τράπεζα θα χρέωνε τόκο υπερημερίας επί του καθυστερημένου ποσού από την ημέρα της καθυστέρησης μέχρι την εξόφληση του. Η Τράπεζα δύνατο επίσης κατά την κρίση της, να μεταβάλλει τον τόκο υπερημερίας οποτεδήποτε και η μεταβολή αυτή θα ήταν δεσμευτική για τον Εναγόμενο αρ. 1, στον οποίο θα γνωστοποιείτο με ανακοίνωση στον ημερήσιο Τύπο ή με γραπτή ειδοποίηση προς αυτόν ή μέσω του διαδικτύου, και οποιαδήποτε τέτοια μεταβολή θα ίσχυε από την ημερομηνία που θα καθοριζόταν στην ανακοίνωση ή στην γραπτή ειδοποίηση.» Οι πιο πάνω όροι, αν και δεν εμφαίνονται στην ίδια την Δανειακή Σύμβαση (Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α), εντούτοις διαπιστώνω ότι αποτελούν μέρος των «Γενικών Όρων και Κανονισμών» της Τράπεζας (βλ. το Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α), υπό την «παρα. 18 (
  1. i)(α) μέχρι (ζ)» του εν λόγω Τεκμηρίου 6. Κατά παρόμοιο τρόπο, ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε στη γραπτή του δήλωση (βλ. την παρα. 15 (ξ) του Εγγράφου Α), ότι꞉ «(ξ) Ο Εναγόμενος αρ. 1 συμφώνησε επίσης ότι θα είχε υποχρέωση να πληρώνει, εκτός από τα πιο πάνω, οποιαδήποτε έξοδα τα οποία η Τράπεζα θα υποστεί λόγω δοσοληψιών με τον Εναγόμενο αρ. 1, συμπεριλαμβανομένων, αλλά χωρίς περιορισμό, στα τραπεζικά δικαιώματα (ledger fees), τόκους, προμήθειες, ταχυδρομικά και τηλεφωνικά τέλη, φόρους, δασμούς, έξοδα για έκδοση βιβλιαρίων επιταγών, και άλλα έξοδα τα οποία δημιουργήθηκαν κατά τη συμμόρφωση με τις οδηγίες του Εναγόμενου αρ. 1, συμπεριλαμβανομένων αρχικών και ετήσιων συνδρομών Κάρτας, δικαιώματα ανάληψης από ΑΤΜ, τα έξοδα επανέκδοσης / αντικατάστασης Κάρτας, τα έξοδα επανέκδοσης PIN, χρεώσεις καθυστερήσεων, προμήθειες και έξοδα για συναλλαγές σε ξένο νόμισμα και άλλα τα οποία αναφέρονται στον Κατάλογο Επιτοκίων και Χρεώσεων της Τράπεζας, αντίγραφο του οποίου δόθηκε στον Εναγόμενο αρ. 1 και είναι διαθέσιμο στα καταστήματα της Τράπεζας και στο διαδίκτυο.». Έναντι του Πελάτη - πρωτοφειλέτη Εναγόμενου αρ. 1, ο πιο πάνω όρος προκύπτει πράγματι να αποτελεί όρο της Σύμβασης Δανείου μέσω της ενσωμάτωσης σε αυτήν των «Γενικών Όρών και Κανονισμών» της Τράπεζας (Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α) και δη των όρων της παρα. 18(
  2. ii)«Γενικά Έξοδα», 18(iii) «Λειτουργικά και Άλλα Έξοδα». Έναντι, όμως, της Εναγόμενης αρ. 3 επαναλαμβάνω ότι δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία που να αποδεικνύει την παραλαβή από την ίδια του εν λόγω Τεκμηρίου 6 υπό Έγγραφο Α. Θυμίζω ότι, ως ο ισχυρισμός του ΜΕ1 στην παρα. 13 της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Α), οι Εναγόμενοι αρ. 1, 2 και 3 παρέλαβαν τους Γενικούς Όρους και Κανονισμούς της Τράπεζας (Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α), καθώς επίσης και τον Κατάλογο Επιτοκίων και Χρεώσεων (Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α) από την Τράπεζα κατά την ημερομηνία υπογραφής της επίδικης Συμφωνίας Δανείου και της επίδικης Συμφωνίας Εγγύησης και αποδέχθηκαν και συμφώνησαν ότι τους δεσμεύει το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων. Εντοπίζω ότι η ίδια η Δανειακή Σύμβαση (Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α) αναφέρει με έντονα γράμματα (bold) ότι꞉ «Το παρόν έχει ετοιμαστεί εις διπλούν και υπογράφεται από την Τράπεζα και τον πελάτη και ο καθένας από τους συμβαλλόμενους λαμβάνει ένα πρωτότυπο ή αντίγραφο για ίδια φύλαξη ή χρήση. Ο Πελάτης δηλώνει ότι έχει παραλάβει τον «Κατάλογο Επιτοκίων και Χρεώσεων» καθώς και τους «Γενικούς Όρους και Κανονισμούς» της Τράπεζας, οι οποίοι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παρούσας και τους οποίους έχει αποδεχθεί και συμφωνήσει ότι αυτοί θα εξακολουθούν να ισχύουν και να τον δεσμεύουν». Ωστόσο, η ειδική αναφορά στον όρο «Πελάτης», που στο Προοίμιο της Δανειακής Σύμβασης ερμηνεύεται ως ο δανειζόμενος, δείχνει ότι το ως άνω γεγονός της παραλαβής των εγγράφων ως τα Τεκμήρια 5 και 6 υπό Έγγραφο Α, δηλώνεται, στον πιο πάνω όρο της Δανειακής Σύμβασης (Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α), μόνο σε σχέση με τον πρωτοφειλέτη δανειζόμενο (εδώ Εναγόμενο αρ. 1). Παρατηρώ, εξάλλου, ότι δεν ενσωματώθηκε αντίστοιχη δήλωση στο σώμα της Συμφωνίας Εγγύησης, για να μπορεί αποδειχθεί ότι κατά την υπογραφή της Συμφωνίας Εγγύησης έλαβαν και οι εγγυητές είτε πρωτότυπο είτε αντίγραφο του «Καταλόγου Επιτοκίων και Χρεώσεων» καθώς και των «Γενικών Όρών και Κανονισμών» της Τράπεζας. Επομένως, δεν ευσταθεί στην όψη των πιο πάνω τεκμηρίων η θέση του ΜΕ1 ότι τα Τεκμήρια 5 και 6 υπό Έγγραφο Α παραλήφθηκαν και από τους Εναγόμενους 2 και 3. Κατ' επέκταση, δεν θα μπορούσε να απορριφθεί, με βάση το περιεχόμενο και μόνον της Σύμβασης Εγγύησης που υπέγραψε η Εναγόμενη αρ. 3, το παράπονο που δικογράφησε στην Έκθεση Υπεράσπισής της ότι αυτή αγνοούσε ουσιώδεις όρους της Δανειακής Σύμβασης που αφορούσαν στον υπολογισμό του τόκου και οι οποίοι προέκυπταν από την εφαρμογή των Γενικών Όρων και Κανονισμών της Τράπεζας, εφόσον δεν έχει δοθεί μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι είχαν δοθεί στην ίδια παρά μόνο στον πρωτοφειλέτη - Εναγόμενο 1. Πάντως, η Εναγόμενη αρ. 3 κρίνω ότι δεν θα μπορούσε βάσιμα να επικαλείται την προστασία του άρθρου 5 του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου Ν. 197(Ι)/2003αναφορικά με την «Προηγούμενη ενημέρωση προτιθέμενου εγγυητή», διότι όπως παρατηρώ το άρθρο εκείνο εφαρμόζεται μόνο αναφορικά με σύμβαση εγγύησης σε σχέση με την παραχώρηση δανείου για ποσό πέραν των πέντε χιλιάδων λιρών (ήτοι για ποσό πέραν των €8543.01σ.). Επομένως, το κατά πόσον η Εναγόμενη 3 δεσμεύεται ή όχι να καλύψει δια της Συμφωνίας Εγγύησης, που η ίδια υπέγραψε, τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 σε ό,τι αφορά τους τόκους και τις χρεώσεις για άλλα έξοδα, όπως αυτές προκύπτουν από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6 υπό Έγγραφο Α, καταλήγει να είναι και ζήτημα του αν η Εναγόμενη αρ. 3 ενημερώθηκε κατά την κανονική πορεία εφαρμογής της Δανειακής Σύμβασης για τυχόν τόκο, ανατοκισμό και άλλα έξοδα, λειτουργικά ή μη, τα οποία ενσωματώθηκαν στον λογαριασμό δανείου και δεν αντέδρασε ή/και δεν αρνήθηκε την ανάληψη της ευθύνης πληρωμής αυτών. Σημειώνω ότι ήταν ο ισχυρισμός του ΜΕ1 στην παρα. 16(α) της γραπτής του δήλωσης ως το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α, ότι με την υπογραφή της Συμφωνίας Εγγύησης ημερομηνίας 28/01/2010 μεταξύ της Τράπεζας και των Εναγόμενων αρ. 2 και 3, συμφωνήθηκαν τα εξής: «(α) Ότι οι Εναγόμενοι αρ. 2 και 3 εγγυούνται αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με τον Εναγόμενο αρ. 1 όλες τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου αρ. 1 που πηγάζουν από την πιο πάνω Συμφωνία Δανείου και ότι ευθύνονται για την πληρωμή προς την Τράπεζα οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού δυνάμει της διευκόλυνσης αυτής μαζί με τους αναλογούντες τόκους, προμήθειες και τραπεζικά δικαιώματα, μέχρι τελείας εξόφλησης.». Παρατηρώ ότι ο πιο πάνω όρος καταγράφεται πράγματι αυτολεξεί στη δεύτερη παράγραφο της Συμφωνίας Εγγύησης. Περαιτέρω, ο ΜΕ1 επεσήμανε ότι στην παρα. 16 της γραπτής του δήλωσης ότι αποτελούσαν περαιτέρω όρους της Συμφωνίας Εγγύησης τα εξής꞉ «(β) Ότι η Τράπεζα θα δικαιούτο, κατά την απόλυτη κρίση της, να δέχεται πληρωμές έναντι του επίδικου δανείου και να δίνει παρατάσεις στον Εναγόμενο αρ. 1 χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση προς αυτούς και ότι οι Εναγόμενοι αρ. 2 και 3 θα εξακολουθούσαν να είναι υπεύθυνοι για την εξόφληση του δανείου μέχρι τελείας εξόφλησης. (γ) Χωρίς επηρεασμό της ισχύος της Συμφωνίας Εγγύησης, η Τράπεζα θα μπορούσε να συναλλάσσεται, ανταλλάσσει, ακυρώνει, τροποποιεί ή απέχει από του να τελειοποιεί ή να θέτει σε εφαρμογή οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις ή άλλες εγγυήσεις ή δικαιώματα τα οποία η Τράπεζα έχει τώρα ή δυνατό να έχει στο μέλλον από τον Εναγόμενο αρ. 1 ή εναντίον του Εναγόμενου αρ. 1 ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου. (δ) Χωρίς επηρεασμό της ισχύος της Συμφωνίας Εγγύησης, η Τράπεζα θα μπορούσε επίσης να αυξομειώνει το ποσοστό επιτοκίου με το οποίο χρεώνεται το δάνειο του Εναγόμενου αρ. 1. (ε) Η παρούσα εγγύηση θα ήταν επιπρόσθετη εξασφάλιση προς οποιαδήποτε άλλη εξασφάλιση ή εγγύηση την οποία η Τράπεζα έχει ή δυνατόν να έχει στο μέλλον από τον Εναγόμενο αρ. 1 ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο/α. (ζ) Σε σχέση με την ευθύνη των Εναγόμενων αρ. 2 και 3 με βάση την παρούσα Συμφωνία Εγγύησης, η Τράπεζα προς εξασφάλιση ή εγγύηση του πιο πάνω δανείου του Εναγόμενου αρ. 1, θα είχε κατά προτεραιότητα κάθε άλλου, Γενικό Δικαίωμα Επίσχεσης (General Preferential Lien) επί παντός και οποιουδήποτε ποσού χρημάτων, διαπραγματεύσιμων εγγράφων, καθώς και ενεργητικού πάσης φύσεως που ανήκει στους Εναγόμενους αρ. 2 και 3 και το οποίο σε οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να περιέλθει στη κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο της Τράπεζας. (η) Οι Εναγόμενοι αρ. 2 και 3 θα είχαν πλήρη ευθύνη έναντι της Τράπεζας για το αναφερόμενο ποσό του δανείου ως να ήταν οι πρωτοφειλέτες σε περίπτωση που ο δανεισμός προς τον Εναγόμενο αρ. 1 ήταn άκυρος και/ή η είσπραξη οποιουδήποτε ποσού από τον Εναγόμενο αρ. 1 ήταν αδύνατη λόγω οποιουδήποτε νομικού ή ουσιαστικού κωλύματος ή λόγω οποιασδήποτε άλλης αιτίας. (θ) Ότι οι ευθύνες των Εναγόμενων αρ. 2 και 3 δυνάμει της παρούσας Συμφωνίας Εγγύησης θα ήταν αλληλέγγυες και κεχωρισμένες και ότι αν υπήρχε οποιοδήποτε νομικό κώλυμα, ακυρότητα ή αδυναμία για οποιοδήποτε λόγο σε σχέση με την ευθύνη ενός εκ των δύο, η ευθύνη του άλλου εγγυητή δεν θα επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο.». Πράγματι, και οι πιο πάνω όροι ήταν ρητά ενσωματωμένοι στη Συμφωνία Εγγύησης, παρά το ότι δεν ήταν διατυπωμένοι με την πιο πάνω σειρά αρίθμησης, όπως την έθεσε ο ΜΕ1. Προχωρώ να ελέγξω πιο κάτω τη μαρτυρία του ΜΕ1 σε σχέση με την ενημέρωση που λάμβανε ο πρωτοφειλέτης και αντίστοιχα οι εγγυητές, με ειδικό ενδιαφέρον ό,τι αφορά στην Εναγόμενη 3 για την οποία εκκρεμεί η αντιδικία. Κατ' αρχάς, όπως ανάφερε ο ΜΕ1 στην παρα. 17 της γραπτής του δήλωσης, με βάση την πιο πάνω Συμφωνία Δανείου, η Τράπεζα άνοιξε επ' ονόματι του πρωτοφειλέτη Εναγόμενου αρ. 1 τον λογαριασμό δανείου με αριθμό XXXXX8111. Παρατηρώ ότι, όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α, η Δανειακή Σύμβαση υπεγράφη στις 28.1.2010 και ο λογαριασμός άνοιξε με ποσό €7000 στις 29.1.2010 (βλ. την Κατάσταση Λογαριασμού ως το Τεκμήριο 14 υπό Έγγραφο Α). Σύμφωνα με τα λεγόμενα του ΜΕ1 η πρώτη καθυστέρηση στην αποπληρωμή του δανείου, διαπιστώθηκε από την Τράπεζα κατά ή περί τις 12/04/2011, οπόταν και απέστειλε στον πρωτοφειλέτη Εναγόμενο αρ. 1 την επιστολή ημερ. 12.4.2011 ως το Τεκμήριο 7 υπό Έγγραφο Α, με την οποία τον ενημέρωνε ότι ο λογαριασμός δανείου κατ'εκείνην την ημερομηνία παρουσίαζε καθυστέρηση στην πληρωμή των οφειλόμενων δόσεων και τον καλούσε να πληρώσει εντός 21 ημερών τις καθυστερημένες δόσεις αλλιώς θα τερμάτιζε τη λειτουργία του λογαριασμού και θα μετέβαλλε το επιτόκιο σε 14% με κεφαλαιοποίηση κάθε 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου έκαστου έτους. Συγχρόνως, η Τράπεζα ενημέρωνε με την ίδια επιστολή τον Εναγόμενο αρ. 1 ότι, κατ' εκείνην την ημερομηνία, το χρεωστικό υπόλοιπο που ήταν οφειλόμενο προς την Τράπεζα ανερχόταν σε εκ €6.379,71 σεντ, πλέον τόκο 10,50% και ότι οι καθυστερημένες δόσεις ανέρχονταν σε €852,11σ.. Την ίδια ενημέρωση που ως πιο πάνω αναφέρεται έκανε η Τράπεζα προς τον πρωτοφειλέτη με την επιστολή ημερ. 12.4.2011, ο ΜΕ1 δήλωσε ενόρκως προς το Δικαστήριο (βλ. τις παρα. 25 και 26 του Εγγράφου Α) ότι την έκανε και προς τους δύο εγγυητές (Εναγομένους 2 και 3) με ξεχωριστές επιστολές προς έκαστο εξ αυτών, ημερ. 12.4.2011, ως αποτυπώνονται στα Τεκμήρια 10 και 12 υπό Έγγραφο Α, αντίστοιχα. Επομένως, στην όψη των Τεκμηρίων 10 και 12 υπό Έγγραφο Α, αποδεικνύεται ότι η τράπεζα έδωσε ταυτόχρονη ενημέρωση στους εγγυητές για την καθυστέρηση αποπληρωμής, με την ενημέρωση που έδωσε στον πρωτοφειλέτη και ότι ειδικότερα γνωστοποίησε στους εγγυητές, περιλαμβανομένης της Εναγομένης αρ. 3, την προθεσμία των 21 ημερών μετά τη λήξη της οποίας η τράπεζα θα τερμάτιζε τη συμφωνία δανείου και θα εφάρμοζε επιτόκιο 14% με κεφαλαιοποίηση του τόκου 2 φορές, καταρρίπτοντας στην όψη αυτής της μαρτυρίας αυτό που η Εναγόμενη αμφισβητούσε ότι γνώριζε ή/και ισχυριζόταν ότι αγνοούσε βάσει των όσων δικογράφησε στην Έκθεση Υπεράσπισής της. Η πορεία των πραγμάτων, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1 (βλ. την παρα. 20 του Εγγράφου Α) ήταν ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 δεν ανταποκρίθηκε στην προειδοποιητική επιστολή της τράπεζας ανωτέρω, ουδέν ποσό κατέβαλε έναντι του οφειλόμενου χρέους του και των καθυστερημένων δόσεων, γι' αυτό και η τράπεζα προχώρησε σε τερματισμό της Συμφωνίας δανείου στις 19.5.2011, ενέργεια για την οποία ενημέρωσε τον Εναγόμενο αρ. 1 με επιστολή ημερ. 19.5.2011 (βλ. το Τεκμήριο 8 υπό Έγγραφο Α, το οποίο αποτεεί αντίγραφο εφόσον, ως η εξήγηση που έδωσε ο ΜΕ1, το πρωτότυπο στάληκε στον Εναγόμενο αρ. 1) και συγχρόνως (βλ. την παρα. 27 υπό Έγγραφο Α) ενημέρωσε περί τούτου τους Εναγομένους αρ. 2 και 3 ως εγγυητές του, με ξεχωριστές επιστολές προς έκαστον εξ αυτών, ίδιας ημερομηνίας, ήτοι 19.5.2011 (βλ. τα Τεκμήρια 11 και 13 υπό Έγγραφο Α). Συγκεκριμένα, στην όψη του περιεχομένου του Τεκμηρίου 13 υπό Έγγραφο Α, αποδεικνύεται ότι, αντίθετα προς τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Εναγομένης στην Έκθεση Υπεράσπισής της, αυτή ενημερώθηκε από την Τράπεζα με την επιστολή ημερ. 19.5.2011 ότι, σε συνέχεια της προηγούμενης επιστολής ημερ. 12.4.2011 και εφόσον ο λογαριασμός δανείου τον οποίον η ίδια εγγυήθηκε συνέχισε να παρουσιάζει καθυστερήσεις, η Τράπεζα σταμάτησε «από σήμερα», ήτοι από 19.5.2011, τη λειτουργία του λογαριασμού δανείου, ότι έδιδε στον πρωτοφειλέτη και στην ίδια ως εγγυήτρια νέα προθεσμία 10 ημερών για πλήρη εξόφληση των οφειλών του πρωτοφειλέτη που κατ'εκείνην την ημερομηνία ανέρχονταν σε €6568,64σ, περιλαμβανομένων €1030,58σ. καθυστερημένων δόσεων και ότι από 19.5.2011 θα εφαρμοζόταν επί του οφειλόμενου ποσού τόκος 14%. Με την ίδια επιστολή η Τράπεζα πληροφορούσε την Εναγόμενη αρ. 3 ότι επιφύλασσε το δικαίωμά της να λάμβανε δικαστικά μέτρα εναντίον της χωρίς άλλη ειδοποίηση. Επισημαίνω ότι οι ενημερωτικές επιστολές που έστειλε η Τράπεζα προς τους εγγυητές ως τα Τεκμήρια 10, 11, 12 και 13 υπό Έγγραφο Α, κατατέθηκαν στο Δικαστήριο από τον ΜΕ1 υπό τη μορφή αντίγραφου, καθ' ότι όπως εξήγησε ο ΜΕ1 τα πρωτότυπα αυτών στάληκαν στους ίδιους και άρα πρέπει να βρίσκονται στην κατοχή τους. Ήταν η θέση του ΜΕ1, όπως καταγράφεται στην παρα. 28 του Εγγράφου Α, ότι οι Εναγόμενοι αρ. 1, 2 και 3, παρά το γεγονός ότι ειδοποιήθηκαν επανειλημμένα από την Τράπεζα ως ανωτέρω, αλλά και ακολούθως από τους δικηγόρους της, έχουν καταβάλει μετά τον τερματισμό της Συμφωνίας Δανείου, μόνο τα ακόλουθα ποσά έναντι του οφειλόμενου χρέους του Εναγόμενου αρ. 1: (α) €250 στις 14/06/2011 (β) €400 στις 14/07/2011 (γ) €370 στις 14/09/2011 (δ) €300 στις 04/07/2012 (ε) €300 στις 03/08/2012. Προς απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού του, ο ΜΕ1 παρέπεμψε στην Κατάσταση Λογαριασμού που ο ίδιος κατέθεσε ως Τεκμήριο 14 υπό Έγγραφο Α. Πράγματι, παρατηρώ ότι η εν λόγω Κατάσταση Λογαριασμού δεικνύει την κατάθεση των πιο πάνω αναφερόμενων ποσών στο λογαριασμό κατά τις ημερομηνίες που πιο πάνω αναφέρονται. Για την αποδεκτότητα της Κατάστασης Λογαριασμού ως μαρτυρίας στο Δικαστήριο, λαμβάνω υπόψη μου τους κανόνες του δικαίου της απόδειξης οι οποίες εφαρμόζονται βάσει του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε꞉ «22.-
(1)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίvεται δεκτό σε όλες τις voμικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτoιας καταχώρισης και τωv θεμάτωv, δoσoληψιώv και λoγαριασμώv πoυ είvαι καταχωρισμέvα σ' αυτό.
(2)Αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί ότι κατά τo χρόvo της καταχώρισης τo βιβλίo ήταv έvα από τα συvήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγιvε κατά τη συvήθη και καvovική διεξαγωγή τωv εργασιώv και ότι τo βιβλίo βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τov έλεγχo της τράπεζας. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί από διευθυvτή ή υπάλληλo της τράπεζας είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση.
(3)Αvτίγραφo της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί περαιτέρω ότι τo αvτίγραφo έχει συγκριθεί με τηv αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είvαι oρθό. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση, από πρόσωπo τo oπoίo έλεγξε τo αvτίγραφo με τηv αρχική καταχώριση.
(4)Τραπεζίτης ή τραπεζικός υπάλληλoς δεv είvαι υπόχρεoς vα παρoυσιάσει oπoιoδήπoτε τραπεζικό βιβλίo, τo περιεχόμεvo τoυ oπoίoυ δύvαται vα απoδειχθεί δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, ή vα εμφαvισθεί ως μάρτυρας, για vα απoδείξει τα θέματα, τις συvαλλαγές και τoυς λoγαριασμoύς πoυ είvαι καταχωρισμέvoι σ' αυτό, παρά μόvo με δικαστικό διάταγμα, τo oπoίo εκδίδεται ειδικά για τo σκoπό αυτό.
(5)[.]
(6)Στo παρόv άρθρo- [.] "τραπεζικά βιβλία", oπoυδήπoτε απαvτάται, εκτός αv από τo κείμεvo πρoκύπτει διαφoρετική έvvoια, περιλαμβάvει καθoλικά, ημερoλόγια, ταμεία, λoγιστικά βιβλία και άλλα αρχεία χρησιμoπoιoύμεvα κατά τη συvήθη εργασία τράπεζας, είτε αυτά είvαι σε γραπτή μoρφή είτε φυλάσσovται σε μικρoταιvίες, μαγvητoταιvίες ή σε oπoιαδήπoτε άλλη μoρφή μηχαvικoύ ή ηλεκτρovικoύ μηχαvισμoύ αvάκτησης πληρoφoριώv.». Ο ΜΕ1 έδωσε ενώπιόν μου τις εξής διευκρινίσεις στο Δικαστήριο κατά την κυρίως εξέτασή του μέσω των δηλώσεών του που καταγράφονται στις παρα. 30 έως 33 του Εγγράφου Α, οι οποίες κατά την κρίση μου ικανοποιούν τις πρόνοιες του προμνησθέντος άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου꞉ «
  1. [.] Πιστοποιώ ότι η πιο πάνω κατάσταση λογαριασμού καθώς και όλες οι καταστάσεις λογαριασμού στις οποίες γίνεται αναφορά στην παρούσα γραπτή μου κατάθεση, αποτελούν μέρος των τραπεζικών βιβλίων της Ενάγουσας και έχει ληφθεί από το ηλεκτρονικό σύστημα της Τράπεζας και όλες οι συναλλαγές που περιλαμβάνονται σε αυτή είναι πιστή αντιγραφή του ηλεκτρονικού αρχείου της Τράπεζας.
  2. Οι πιο πάνω Καταστάσεις Λογαριασμού, αποτελούν πιστά αντίγραφα των καταχωρήσεων στο ηλεκτρονικό Τραπεζικό Βιβλίο της Τράπεζας, το οποίο τηρεί ηλεκτρονικά σε έναν Κεντρικό Ηλεκτρονικό Υπολογιστή, ο οποίος είναι ανά πάσα στιγμή και οπωσδήποτε αλληλένδετα συνδεδεμένος με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές όλων των καταστημάτων της. Οι καταχωρήσεις στον Κεντρικό αυτό Υπολογιστή, είναι εδώ και χρόνια ο μόνος τρόπος και χώρος στον οποίο γίνονται οι καταχωρήσεις οι σχετικές με τους λογαριασμούς πιστωτικών διευκολύνσεων των πελατών της Τράπεζας. Έτσι, κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας, οι πρωτογενείς καταχωρήσεις οι σχετικές με τους λογαριασμούς των πελατών της, διενεργούνται και καταγράφονται στο εν λόγω ηλεκτρονικό Τραπεζικό Βιβλίο της Τράπεζας, το οποίο αποτελεί το σύνηθες τραπεζικό βιβλίο της Τράπεζας, και το οποίο βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της.
  3. Έχω συγκρίνει το περιεχόμενο των πιο πάνω Καταστάσεων με το περιεχόμενο της Κατάστασης που απεικονίζεται αυθεντικά στο ηλεκτρονικό Τραπεζικό Βιβλίο της Τράπεζας που τηρείται στον Κεντρικό Υπολογιστή στην Τράπεζα και η οποία αναπαράγεται και απεικονίζεται στους διάφορους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της Τράπεζας, τα έχω αντιπαραβάλει μεταξύ τους, και διαπίστωσα την ταύτιση και την συμφωνία των καταχωρήσεων τους. Οι Καταστάσεις αυτές αποτελούν προϊόν απευθείας εκτύπωσης από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές - συστήματα της Τράπεζας.
  4. Επίσης, λόγω της υπεύθυνης θέσης την οποία κατέχω, καθώς και των καθηκόντων που ασκώ, λαμβάνοντας υπόψη τις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού Δανείου που έχω καταθέσει ως τεκμήριο ανωτέρω και έχουν παραχθεί από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή μου, ο οποίος είναι συνδεδεμένος με το ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας, έχω δώσει εγώ ο ίδιος οδηγίες στον ηλεκτρονικό υπολογιστή για την ετοιμασία αναδομημένων καταστάσεων του επίδικου λογαριασμού Δάνειου από την ημερομηνία 29/01/2010 μέχρι και τις 28/06/
  5. [.]». Επισημαίνω ότι, ο ΜΕ1 χαρακτήρισε ρητά τις κατατεθείσες Καταστάσεις Λογαριασμού ως «αναδομημένες» και εξήγησε, στην παρα. 33 του Εγγράφου Α, υπό ποία έννοια χρησιμοποίησε τον όρο αυτό꞉ «
  6. [.] Σε αυτές τις αναδομημένες καταστάσεις, σημειώνω και τονίζω ότι, από το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού μέχρι και την ημερομηνία τερματισμού, έχουν αφαιρεθεί όλοι οι τόκοι υπερημερίας, δηλαδή δεν χρεώνεται κανένα ποσό, ή ποσοστό τόκου υπερημερίας, παρά το ότι η τράπεζα είναι το δικαίωμα να χρεώσει τόκο υπερημερίας λόγω της καθυστέρησης των πληρωμών των δόσεων του δανείου. Αναφέρω ότι οι εν λόγω αναδομημένες καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού Δανείου υπ' αριθμό 113-12-008111 έχουν ετοιμαστεί από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και έχουν αφαιρεθεί. Στις εν λόγω αναδομημένες καταστάσεις, τόκος υπερημερίας χρεώνεται μόνο από την ημερομηνία τερματισμού και μετά, και μόνο με βάση το μειωμένο ποσοστό που ανέρχεται στο 2%.». Δηλαδή, εξήγησε ο ΜΕ1 ότι από το συμβατικό συνολικό επιτόκιο των 10,50% που πρόσφερε η Τράπεζα κατά την σύναψη της Δανειακής Σύμβασης ως το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α και αντί του επιτοκίου 14% που καθόρισε με την επιστολή ημερ. 19.5.2011 ότι θα ίσχυε από την ημερομηνία τερματισμού της εν λόγω Δανειακής Σύμβασης, η Τράπεζα περιόρισε στο πλαίσιο των αναδομημένων λογαριασμών της την απαίτηση για τόκο υπερημερίας σε 2% επί του οφειλόμενου υπολοίπου από την ημερομηνία τερματισμού, καταλήγοντας να απαιτεί συνολικό τόκο 12,50% επί του εν λόγω υπολοίπου, πλέον των κεφαλαιοποιήσεων του τόκου βάσει αυτού του ποσοστού. Έτσι εξηγείται και ο περιορισμός της απαίτησης ως προωθήθηκε από τη συνήγορο της Ενάγουσας στην τελική της αγόρευση. Πέραν της πιο πάνω επεξήγησης, ο ΜΕ1 έδωσε λεπτομέρειες για τον τρόπο παρουσίασης των αναδομημένων καταστάσεων ανά στήλη (βλ. την παρα. 36 του Εγγράφου Α ως πιο κάτω παρατίθεται)꞉ «
  7. Στην στήλη με την ένδειξη «ΗΜΕΡΟΜ.» αναγράφεται η ημερομηνία της κάθε συναλλαγής. Στην στήλη με την ένδειξη «ΑΞΙΑ» αναγράφεται η ημερομηνία με την οποία υπολογίστηκαν οι αναλογούντες τόκοι για κάθε συναλλαγή. Στην προκειμένη περίπτωση οι ημερομηνίες που αναγράφονται στην στήλη με την ένδειξη «ΗΜΕΡΟΜ.» είναι οι ίδιες με αυτές που περιλαμβάνονται στη στήλη με την ένδειξη «ΑΞΙΑ». Στη στήλη με τον τίτλο «ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ» περιγράφεται η κάθε συναλλαγή που έγινε στην αντίστοιχη της ημερομηνία που αναγράφεται δίπλα. Στη στήλη με την ένδειξη «ΧΡ%» αναγράφεται ο τόκος με τον οποίο χρεώθηκε ο λογαριασμός. Στην στήλη με την ένδειξη «ΧΡΕΩΣΗ» περιλαμβάνονται όλες οι συναλλαγές με τις οποίες χρεώθηκε ο λογαριασμός τις οποίες έλαβα υπόψη μου για τους σκοπούς ετοιμασίας της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού. Στην στήλη με την ένδειξη «ΠΙΣΤΩΣΗ» περιλαμβάνονται όλες οι συναλλαγές με τις οποίες ο λογαριασμός πιστώθηκε. Στη στήλη με την ένδειξη «ΤΟΚΟΦΟΡΟ ΥΠΟΛΟΙΠΟ» αναγράφεται το εκάστοτε ποσό επί του οποίου υπολογίζεται ο τόκος και στη στήλη με την ένδειξη «ΥΠΟΛΟΙΠΟ + ΤΟΚΟΙ», αναγράφεται το ποσό το οποίο προκύπτει μετά τον υπολογισμό του τόκου. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να διευκρινίσω ότι στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού ο τόκος αν και προστίθεται κάθε φορά στη στήλη με την ένδειξη «ΥΠΟΛΟΙΠΟ + ΤΟΚΟΙ», υπολογίζεται εν τούτοις επί του κεφαλαίου που φαίνεται στη στήλη «ΤΟΚΟΦΟΡΟ ΥΠΟΛΟΙΠΟ» το οποίο κεφαλαιοποιείται κάθε έξι μήνες.». Τέλος, αμέσως μετά την ανάγνωση της γραπτής του δήλωσης και των πιο πάνω επεξηγήσεων για το περιεχόμενο των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού του δανείου, ως το Τεκμήριο 14 υπό Έγγραφο Α, ο ΜΕ1 απάντησε σε διευκρινιστική ερώτηση της συνηγόρου της Ενάγουσας για το σημείο όπου στη σελίδα 3 του Τεκμηρίου 14 αναγράφεται η ένδειξη «APS sale of loan», έναντι της ημερομηνίας «28/06/2019», και εξήγησε ο ΜΕ1 ότι κατ' εκείνην την ημερομηνία το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου ανερχόταν στις 12.754,72 ευρώ και πωλήθηκε κατ' εκείνην την ημερομηνία από την Τράπεζα Κύπρου στην APS Holding Cyprus Ltd. Η μαρτυρία που έδωσε ο ΜΕ1 κατά την κυρίως εξέτασή του ως ανωτέρω αναλύεται, κρίνω ότι άντεξε στη βάσανο της αντεξέτασής του από τη συνήγορο Υπεράσπισης. Κατ' αρχάς, αμφισβητήθηκε από τη συνήγορο Υπεράσπισης το κατά πόσον ήταν εξουσιοδοτημένος ο ΜΕ1, για να δώσει μαρτυρία στο Δικαστήριο, όχι μόνον από τον δανειστή, δηλαδή την Τράπεζα, αλλά και από την εταιρεία APS LOAN MANAGEMENT LTD (HE 393733), η οποία, εξαγοράζοντας το δάνειο από την Τράπεζα, υποκατέστησε η ίδια αυτόματα εκ του Νόμου την Ενάγουσα κατά το χρόνο της ακρόασης της αγωγής. Ο ΜΕ1 δήλωσε ότι η συμφωνία που έγινε μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου και της APS Holdings Ltd ήταν ότι οι υπάλληλοι της Τράπεζας Κύπρου θα συνέχιζαν να προσφέρουν υπηρεσίες αντιπροσώπευσης της APS Holdings Ltd στα Δικαστήρια. Ο ίδιος δεν είχε κάτι γραπτώς στην κατοχή του για να παρουσιάσει, αλλά ήταν βέβαιος ότι ενεργούσε κατόπιν γενικών οδηγιών που του δόθηκαν από την Τράπεζα. Δεν βρίσκω κάτι το μεμπτό στη βάση εξουσιοδότησης που επικαλέστηκε ο ΜΕ
  8. Επί του ιδίου θέματος, κρίνω χρήσιμο να παραθέσω μία περικοπή από τα πρακτικά της δικασίμου κατά τη διεξαγωγή της κυρίως εξέτασης του ΜΕ1, από την οποία προκύπτει ότι οι δικηγόροι της Ενάγουσας εταιρείας εξαγοράς που υποκατέστησε την τράπεζα συνέχισαν να είναι οι ίδιοι και ότι επιβεβαιώθηκε από τη συνήγορο που χειρίζεται την ακρόαση η συγκατάθεση της APS στο να δίδει μαρτυρία για λογαριασμό της ο ΜΕ
  9. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι από την κυρίως εξέταση του ΜΕ1 κατά τη δικάσιμο ημερ. 2.7.2020, καθ'ον χρόνο αυτός διάβαζε τη γραπτή του δήλωση ως το Έγγραφο Α։ «Μάρτυρας: Πρέπει να αλλάξει, Εντιμοτάτη, εκεί και αντί ''Ενάγουσα'' πρέπει να γίνει ''Τράπεζα Κύπρου''. Δικαστήριο: Σε ποιο σημείο; Μάρτυρας: Στη δεύτερη παράγραφο, στην προτελευταία γραμμή. Ενάγουσα είναι η APS. Δικαστήριο: Ναι, αλλά αυτό είναι σωστό; Εν τοιαύτη περίπτωση έπρεπε να τον εξουσιοδοτεί σίγουρα η Τράπεζά του, στην υπηρεσία της οποίας βρίσκεται, αλλά και η Ενάγουσα θα πρέπει να είναι ενήμερη. Κα Ηλιάδου: Εντιμοτάτη, είναι κατόπιν επικοινωνίας με την Ενάγουσα. Μάρτυρας: Εντιμοτάτη, είναι λάθος δικό μου. Δικαστήριο: Ένα λεπτό. Η δικηγόρος έχει αναλάβει την ενημέρωση της APS για αυτήν την εξουσιοδότηση; Συνήγορος: Μάλιστα, Εντιμοτάτη. Δικαστήριο: Και έχετε εσείς εξουσιοδότηση να χειρίζεστε την υπόθεση σε σχέση με την APS; Κα Ηλιάδου: Μάλιστα, Εντιμοτάτη. Δικαστήριο: Άρα οι μάρτυρες είναι ως μάρτυρες της Ενάγουσας που έρχονται. Κα Ηλιάδου: Μάλιστα. Δικαστήριο: Είναι και θέμα αντεξέτασης μετά από την κυρία Κούτρα. Μάρτυρας: Έχει γίνει συνεννόηση με την APS και την Τράπεζα Κύπρου να μαρτυρούμε για τις υποθέσεις της APS, απλώς επειδή είπα εδώ τη λέξη ''Ενάγουσα'' και Ενάγουσα είναι η APS ‑‑ Δικαστήριο: Άρα υιοθετείτε το κείμενο της παραγράφου 2 ως έχει. Μάρτυρας: Ναι, ναι. Συγγνώμη. Δικαστήριο: Εντάξει. Συνεχίστε.» Στη συνέχεια η συνήγορος Υπεράσπισης επιχείρησε να αντεξετάσει τον ΜΕ1 αναφορικά με την επιμέλεια με την οποία η Τράπεζα αξιολόγησε τα οικονομικά δεδομένα του αιτούντος το δάνειο ή/και των εγγυητών του, προκειμένου να καταλήξει στο αν ήταν κατάλληλο να χορηγηθεί το δάνειο ή/και να δοθεί εξασφάλιση από τους συγκεκριμένους εγγυητές. Ο ΜΕ1 διευκρίνισε προς την συνήγορο Υπεράσπισης ότι ο ίδιος δεν είχε εμπλοκή κατά το χρόνο που εγκρίθηκε από την Τράπεζα η χορήγηση του δανείου στον πρωτοφειλέτη Εναγόμενο 1 υπό τις συγκεκριμένες εξασφαλίσεις. Ο ίδιος γνωρίζει την παρούσα υπόθεση από τη στιγμή που ο λογαριασμός του δανείου μεταφέρθηκε ως προβληματικός στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών της Τράπεζας, στο οποίο υπηρετεί. Οι αξιολογήσεις των πελατών που αιτούνται δάνειο, γίνεται στα καταστήματα που διεξάγουν τις τραπεζικές εργασίες. Επομένως, δεν γνώριζε ο ίδιος ο ΜΕ1 να πει ποια κριτήρια λήφθηκαν υπόψη κατά την αξιολόγηση του πρωτοφειλέτη και των εγγυητών του. Υποβλήθηκε στον ΜΕ1 η θέση ότι της Υπεράσπισης ότι εάν η Τράπεζα μελετούσε τα οικονομικά δεδομένα της Εναγομένης αρ. 3 όπως φαίνονται στην παρα. 8 της Έκθεσης Υπεράσπισης και έκανε τη μαθηματική πρόσθεση, δεν θα δεχόταν την Εναγόμενη 3 ως ικανή εγγυήτρια. Εύστοχα, όμως, η συνήγορος της Ενάγουσας εισηγήθηκε πως ήταν άτοπο να διεξαχθεί αυτή η συζήτηση κατά την ακρόαση, εφόσον ήταν παραδεκτό στην Έκθεση Υπεράσπισης ότι συνήφθη η σύμβαση δανείου και η σύμβαση εγγύησης κατά τρόπο έγκυρο και δεσμευτικό και ό,τι απέμενε ήταν να αποδειχθεί το αξιούμενο ποσό ως οφειλόμενο υπόλοιπο. Επιχείρησε η συνήγορος Υπεράσπισης να θίξει κατά την ακρόαση ζήτημα μη δεσμευτικότητας των όρων της δανειακής σύμβασης έναντι της Εναγομένης αρ. 3 ως εγγυήτριας, επί τω ότι αυτή είχε υπογράψει μόνο τη σύμβαση εγγύησης, ενώ δεν είχε μονογράψει και τη σύμβαση δανείου. Πράγματι, ο ΜΕ1, από οπτική σύγκριση των υπογραφών και μονογραφών επί του Τεκμηρίου 4 υπό Έγγραφο Α, διαπίστωσε κατά την ακρόαση ότι στην πρώτη σελίδα της συμφωνίας δανείου υπήρχαν μόνο τα αρχικά του πρωτοφειλέτη και του εναγόμενου αρ. 2, στη δεύτερη σελίδα της συμφωνίας δανείου υπήρχε η υπογραφή του πρωτοφειλέτη και τα αρχικά του εναγομένου αρ. 2, ενώ στην τρίτη σελίδα που ήταν η συμφωνία εγγύησης υπήρχαν τα αρχικά της Εναγομένης
  10. Διατύπωσε την πεποίθηση ο ΜΕ1 ότι επειδή το έγγραφο της δανειακής σύμβασης και της σύμβασης εγγύησης ήταν ένα ενιαίο, τούτο δείχνει ότι η Εναγόμενη 3 το είχε ήδη στην ολότητα του κατά το χρόνο που υπέγραψε στην τρίτη σελίδα. Διατύπωσε τη γνώμη ότι δεν επιβάλλεται η μονογραφή των εγγυητών στην συμφωνία δανείου. Μου φαίνεται παράξενο, να ανέμενε η πλευρά της Υπεράσπισης τόσα χρόνια χωρίς να δικογραφήσει ζήτημα μη εγκυρότητας ή μη δεσμευτικότητας της σύμβασης εγγύησης, επί τω ότι δεν μονόγραψε η εγγυήτρια τη δανειακή σύμβαση. Δεν μπορεί να εξεταστεί δικαστικά μη δικογραφηθέν ζήτημα όταν είναι τόσο ουσιώδες για την πορεία της δίκης. Διαφορετικά θα εκτρέπετο όλη η δικαστική διαδικασία από τις ράγες του τρένου. Όσον αφορά το ζήτημα αν δόθηκαν στην Εναγόμενη αρ. 3 οι Γενικοί ¨Οροι και Κανονισμοί της Τράπεζας ή/και ο Κατάλογος Χρεώσεων, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι «είναι συνήθης πρακτική κατά την υπογραφή των συμβάσεων δανείου και των εγγυητών να δίδονται πάντα αυτοί οι κατάλογοι σε όλα τα εμπλεκόμενα μέλη». Διαφώνησε με την υποβληθείσα σε αυτόν θέση της Υπεράσπισης ότι ουδέποτε δόθηκαν στην Εναγόμενη αρ. 3 τα εν λόγω έγγραφα. Δεν μπορούσε να γνωρίζει ο ΜΕ1 ποιος από τους τρεις Εναγομένους έκανε την κατάθεση των ποσών στον λογαριασμό δανείου μετά τον τερματισμό της σύμβασης, αλλά τόνισε ότι οι συγκεκριμένες καταθέσεις δεν σήμαιναν ότι ανταποκρίθηκε ο εναγόμενος αρ. 1 στις δανειακές του υποχρεώσεις. Δεν θεωρώ ότι αυτό το θέμα έχει οποιαδήποτε επίδραση στο βάσιμο του αγώγιμου δικαιώματος της Ενάγουσας. Ο ΜΕ1 δέχθηκε κατά την αντεξέτασή του ότι το επιτόκιο ύψους 14%, που επιβλήθηκε αρχικά με τον τερματισμό της σύμβασης, ήταν παράνομο και πρόσθεσε ο ΜΕ1 ότι «γι' αυτό το λόγο η κατάσταση λογαριασμού που κατάθεσα στο Δικαστήριο δεν αναφέρει τόκο 14%, αλλά το περιόρισα στο συμβατικό και από τον τερματισμό και μετά στο +2%, το οποίο είναι νόμιμο». Αξίζει να σημειωθεί ότι ο όρος "επιτόκιο υπερημερίας" σημαίνει το επιτόκιο που λογίζεται στο ποσό των δόσεων δανείου που είναι καθυστερημένες ή στο ποσό της υπέρβασης λογαριασμού υπεραναλήψεως ή στο ποσό υπέρβασης του ορίου της πιστωτικής κάρτας ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης ή στο καθυστερημένο οφειλόμενο ποσό πληρωμής της πιστωτικής κάρτας·». Παρατηρώ ότι όταν ο ΜΕ1 αναφέρθηκε σε «παρανομία» όσον αφορά τον τόκο υπερημερίας πέραν του 2% πρέπει να είχε κατά νου τις διατάξεις του εδαφίου (1α) και (1β) του άρθρου 3 του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 (Ν.160(Ι)/1999), όπως έκτοτε τροποποιήθηκε, το οποίο προβλέπει ότι꞉ «(1α) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή.». Είναι σημαντικό να σημειωθεί πότε άρχισε η ισχύς των περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικών) Νόμων του 2014 και του
  11. Επισημαίνω ότι꞉ Ο Τροποποιητικός του 2014 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 9.9.2014 (βλ. Ν. 141(I)/2014), με στοιχεία δημοσίευσης «Ε.Ε., Παρ.Ι(I), Αρ.4460, 9/9/2014»). Ο Τροποποιητικός του 2015 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 7/5/2015 (βλ. Ν. 66(I)/2015) με στοιχεία δημοσίευσης «Ε.Ε., Παρ.Ι(I), Αρ.4509». Στην απόφαση ημερ. 15.11.2019 του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου στην Πολιτική Έφεση Αρ. Ε119/2014, ARREDOS STYLE FURNISHINGS LTD κ.α. V. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ (ECLI:CY:AD:2019:A470), υποδείχθηκε από τον Έντιμο Δικαστή κ. Μαλακτό, ότι꞉ «Το άρθρο 3 των περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμων του 1999 έως 2015 που αναφέρει ότι η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται εισάχθηκε με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, μετά την προσβαλλόμενη απόφαση και δεν εφαρμόζεται στα περιστατικά της υπόθεσης. Το επιτόκιο υπερημερίας που επιβλήθηκε δεν ήταν παράνομο και οι Εφεσείοντες απέτυχαν να καταδείξουν ότι σε σχέση με τον επιπλέον τόκο που χρεώθηκαν λόγω του επιτοκίου υπερημερίας μπορούσαν να εγείρουν την υπεράσπιση της παρανομίας.». Εν προκειμένω, παρατηρώ ότι στην ενώπιόν μου αγωγή, η επίδικη συμφωνία δανείου υπεγράφη στις 28.1.2010, τέθηκε αμέσως σε εφαρμογή από εκείνην την ημερομηνία (βλ. το Τεκμήριο 4 υπό το Έγγραφο Α) και τερματίστηκε στις 19.5.2011 (βλ. τα Τεκμήρια 8, 11 και 13 υπό Έγγραφο Α). Άρα, υπό το φως των ανωτέρω νομοθετικών διατάξεων αλλά και της νομολογίας που τις έχει ερμηνεύσει, κρίνω ότι από 19.5.2011 μέχρι τις 9.9.2014 που τέθηκε σε ισχύ ο τροποποιητικός Ν.141(Ι)/2014, δεν ήταν παράνομο το να επιβάλει η τράπεζα τόκο υπερημερίας πέραν του 2%, ενώ μετά τις 7.5.2015 που τέθηκε σε ισχύ ο τροποποιητικός Ν.66(Ι)/2015και εφόσον ο τερματισμός της σύμβασης δανείου ήταν προγενέστερος της εν λόγω ημερομηνίας έναρξης της ισχύος του Ν.66(Ι)/2015, δεν ήταν παράνομο να επιβάλει η Τράπεζα τόκο υπερημερίας πέραν του 2% νοουμένου ότι αυτή θα μπορούσε να αποσείσει το βάρος της απόδειξης ότι οποιοδήποτε ποσοστό πέραν του 2% αντιστοιχούσε στην πραγματική της ζημιά. Δεν αποδέχομαι λοιπόν την δικογραφημένη θέση της Υπεράσπισης περί παράνομου τόκου υπερημερίας. Εν πάση περιπτώσει, το ότι ο ΜΕ1, όπως δήλωσε στη μαρτυρία του, έδωσε οδηγίες για σύνταξη αναδομημένων λογαριασμών που να περιορίζουν τον τόκο υπερημερίας στο 2% από την ημερομηνία τερματισμού της σύμβασης δανείου (ήτοι από 19.5.2011), αν και δεν ήταν εκ του νόμου επιβεβλημένο μέχρι τις 7.5.2015, είναι ευεργετικό για την Εναγόμενη αρ.
  12. Μη υπάρχουσας μαρτυρίας που να αποδείκνυε ότι η πραγματική ζημιά της Τράπεζας από τη διαχείριση του καθυστερημένου δανείου ήταν μεγαλύτερη του 2% μετά τις 7.5.2015, είναι συνετό εκ μέρους του ΜΕ1 το ότι περιόρισε την αξίωση τόκου υπερημερίας στο 2%. Από την πιο πάνω αναλυθείσα μαρτυρία του ΜΕ1 την οποία αποδέχομαι ως αξιόπιστη, η Ενάγουσα επιτυγχάνει κατά την κρίση μου να αποδείξει το απαιτητό του ποσού που αξιώνει. Όσον αφορά το ξεχωριστό ζήτημα που εγείρεται στην Υπεράσπιση και το οποίο αφορά στο ερώτημα αν η Τράπεζα εκτέλεσε την απόφαση που εξασφάλισε από καιρό εναντίον του πρωτοφειλέτη, ο ΜΕ1 απάντησε ευθαρσώς «Όχι». Εξήγησε ο ΜΕ1 ότι από μελέτη του φακέλου διαπίστωσε ότι μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του Εναγομένου 1, έγιναν πάρα πολλές προσπάθειες για τον εντοπισμό του αλλά δυστυχώς καμία από αυτές δεν έφερε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ήταν η θέση του ότι ο Εναγόμενος 1 διαμένει σε άγνωστη διεύθυνση για την τράπεζα. Ήταν έντονη η αντίδραση της συνηγόρου Υπεράσπισης σε αυτό το σημείο, καταλογίζοντας στον ΜΕ1 ότι ψεύδεται στο Δικαστήριο, επικαλούμενη ότι η Εναγόμενη 3 μίλησε με την τράπεζα τηλεφωνικώς και έχει στείλει και στους δικηγόρους της τράπεζας όλες τις λεπτομέρειες που αφορούν τον Εναγόμενο 1, το χώρο εργασίας του και το χώρο διαμονής του. Επέδειξε μάλιστα η κα Κούτρα στον ΜΕ1 την επιστολή που απέστειλε στους δικηγόρους της τράπεζας στις 23/9/
  13. Ο ΜΕ1 είδε και αναγνώρισε ενώπιον του Δικαστηρίου την επιστολή αυτή, η οποία και κατατέθηκε ως τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Β». Διερωτήθηκε η κα Κούτρα πώς είναι δυνατόν να δηλώνει ο ΜΕ1 ότι οι διάφορες επιστολές που η Τράπεζα απέστειλε στον Εναγόμενο αρ. 1 σε πρωτότυπη μορφή βρίσκονται στην κατοχή του, από τη στιγμή που ισχυρίζεται ότι διαμένει σε άγνωστη για την τράπεζα διεύθυνση. Η απάντηση που έδωσε ο ΜΕ1 ήταν ότι η Τράπεζα έχει διαδικασία χειρισμού της επιστροφής της αλληλογραφίας από τους πελάτες και οποιαδήποτε επιστρεφόμενη αλληλογραφία φυλάγεται στον φάκελο του πελάτη. Τον φάκελο που αφορά στην παρούσα υπόθεση ο ΜΕ1 τον έχει μελετήσει και δεν επιστράφηκαν οποιεσδήποτε επιστολές, γι'αυτό και ο ίδιος μαρτυρεί στο Δικαστήριο ότι η επιστολή είναι στο χέρι του Εναγομένου
  14. Διαφάνηκε από την περαιτέρω αντεξέταση του ΜΕ1 ότι οι επιστολές της Τράπεζας αποστέλλονταν στη διεύθυνση «XXXXX 40, XXXXX Αγλαντζιά», χωρίς ο ίδιος ο ΜΕ1 να γνωρίζει αν σ' εκείνη τη διεύθυνση υπήρχε πολυκατοικία ή οικία. Ήταν η θέση της συνηγόρου Υπεράσπισης ότι πράγματι διαμένει σ'εκείνη τη διεύθυνση ο Εναγόμενος αρ.1 αλλά σε διαμέρισμα και ανέφερε τον αριθμό διαμερίσματος. Κατά την κρίση μου, εφόσον δεν αμφισβητείται ότι η Τράπεζα απευθυνόταν στη διεύθυνση του Εναγομένου αρ. 1 που αναγραφόταν επί της σύμβασης ως το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α, που η Εναγόμενη αρ. 3 δεσμεύτηκε διά της υπογραφής της να εγγυηθεί, ουδέν ζήτημα αντισυμβατικής συμπεριφοράς δύναται να εγερθεί. Δεν μου διαφεύγει ότι η συνήγορος Υπεράσπισης επέμεινε σε υποβολή σειράς ερωτήσεων γύρω από το θέμα της λήψης ή μη ληψης μέτρων εκτέλεσης κατά του Εναγομένου αρ.
  15. Εφόσον οι απαντήσεις που έδωσε ο ΜΕ1 δεν αμφισβητούνται για την αλήθεια του περιεχομένου τους και για το αξιόπιστο αυτού, έπεται ότι η όποια σημασία των απαντήσεων αυτών θα εξεταστεί από το Δικαστήριο κατά την ανάλυση της νομικής πτυχής αυτού του θέματος στο τέλος της παρούσας απόφασης. Παραθέτω για χάριν πληρότητας τη ροή των υποβληθέντων ερωτημάτων πιο κάτω։ «Ε. Πέστε μου ενόψει της παραγράφου 30, την απόφαση την έχετε επιδώσει στον εναγόμενο 1; Α. Όχι. Ε. Έχετε κάνει αίτηση μηνιαίων δόσεων εναντίον του; Α. Ναι, νομίζω ότι έγινε. Ε. Σας υποβάλω ότι δεν κάνατε. Α. Δεν είμαι σίγουρος. Ε. Γνωρίζετε αν κάνετε έρευνα στο Κτηματολόγιο αν κατέχει οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία; Α. Δεν γνωρίζω. Ε. Προτάθηκε σε αίτηση πτώχευσης; Α. Όχι. Ε. Επίσης γνωρίζετε το καθεστώς του εναγομένου 2 σήμερα; Α. Όχι. Ε. Σου υποβάλω ότι είναι πτωχεύσας. Α. Δεν γνωρίζω. Ε. Σου υποβάλω ότι η τράπεζα έλαβε μηδέν μέτρα για να αξιώσει το ποσό και έρχεται 8 χρόνια μετά να καταδικάσει αυτή την διαδικασία σε καταχρηστική. Α. Διαφωνώ. Ε. Καμία άλλη ερώτηση.». Δεν υπήρξε επανεξέταση του ΜΕ
  16. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕ
  17. Ο κ. XXXXX Γερομόσχος (ΜΕ2) υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο και σημειώθηκε με την ένδειξη «Έγγραφο Γ». Όπως ο ΜΕ2 δήλωσε ενόρκως, ο ίδιος είναι υπάλληλος της εταιρείας APS Debt Servicing Cyprus Ltd. Η εταιρεία APS Debt Servicing Cyprus Ltd, στην οποία εργοδοτείται, είναι εταιρεία διαχείρισης μη εξυπηρετούμενων πιστωτικών διευκολύνσεων, στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση του χαρτοφυλακίου στης Ενάγουσας. Στα πλαίσια της εργασίας του, ο ΜΕ2 ασχολείται καθημερινά με τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου μη εξυπηρετούμενων λογαριασμών και δανείων της Ενάγουσας. Ο ΜΕ2 ισχυρίστηκε ότι αυτός γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα τα οποία σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση από τη δική του προσωπική εμπλοκή και ενασχόληση με τους λογαριασμούς της Ενάγουσας, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου λογαριασμού δανείου. Περαιτέρω, έχει απρόσκοπτη πρόσβαση στο ηλεκτρονικό σύστημα της Ενάγουσας, όπου τηρείται αρχείο παρακολούθησης των λογαριασμών της Ενάγουσας. Είναι δε πλήρως και δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα να την εκπροσωπήσει στην παρούσα δικαστική διαδικασία. Ο ΜΕ2 έδωσε κατά την κυρίως εξέτασή του περαιτέρω λεπτομέρειες για το ποια ακριβώς είναι η Ενάγουσα. Όπως εξήγησε στις παρα. 5 έως 7 της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Γ), η Ενάγουσα είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο με αριθμό εγγραφής ΗΕ393733, έχει εγγεγραμμένο γραφείο στη Λευκωσία και λειτουργεί ως εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων, βάσει σχετικής άδειας λειτουργίας που έλαβε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε από τον ΜΕ2 στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Γ. Παρατηρώ ότι η εν λόγω άδεια (αρ. 115.1.34.10) υπογράφεται από το Διοικητική της Κεντρικής Τράπεζας και φέρει ημερομηνία έκδοσης 21.6.
  18. Χορηγείται ονομαστικά προς την APS LOAN MANAGEMENT LTD, είναι δηλαδή πρωσοπαγής, βάσει των διατάξεων του άρθρου 5
(2)του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν.169(Ι)/2015), όπως τροποποιήθηκε μέχρι το
  1. Είναι επομένως σημαντικό το γεγονός ότι αποδεικνύεται από το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Γ ότι η Ενάγουσα κατείχε την άδεια της Κεντρικής Τράπεζας να ενεργεί ως εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων όταν αυτή εξαγόρασε στις 28.6.2019, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ΜΕ2 στην παρα. 6 του Εγγράφου Γ, κατόπιν συμφωνίας με βάση το άρθρο 18 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν.169(Ι)/2015), χαρτοφυλάκιο μη εξυπηρετούμενων λογαριασμών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, μεταξύ των οποίων ήταν και ο επίδικος λογαριασμός δανείου με αριθμό 113-12-
  2. Θυμίζω ότι έδωσε και ο ΜΕ1 μαρτυρία για το γεγονός ότι το επίδικο δάνειο εξαγοράστηκε στις 28.6.2019 και τούτο αποτυπώνεται στην Κατάσταση Λογαριασμού ως το Τεκμήριο 14 υπό Έγγραφο Α. Προχώρησε ο ΜΕ2 και δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. την παρα. 7 του Εγγράφου Γ) ότι, υπό το φως του ανωτέρω νομικού πλαισίου, και ως συμβουλεύεται από τους δικηγόρους της Ενάγουσας, η Ενάγουσα έχει κάθε δικαίωμα να συνεχίζει να προωθεί την εν λόγω αγωγή και να αξιώνει την καταβολή του απαιτούμενου ποσού από τους Εναγόμενους 1, 2 και
  3. Ως προς τη νομική πτυχή αυτής της δήλωσης του ΜΕ2, παρατηρώ ότι πράγματι το άρθρο 18
(2)(α) του Ν.169(Ι)/2015 προβλέπει τα εξής꞉ «
(2)(α) Οποιαδήποτε πιστωτική διευκόλυνση μεταβιβάζεται από πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων (εφεξής «ο εκχωρητής») προς οποιοδήποτε από τους προβλεπόμενους στο εδάφιο
(1)του άρθρου 4 αγοραστές, θεωρείται ότι μεταβιβάζεται στον αγοραστή κατά το χρόνο της μεταβίβασης και όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης του λογαριασμού που τοιουτοτρόπως μεταβιβάζεται, μεταβιβάζονται αυτόματα στη μεταξύ δανειολήπτη και αγοραστή σχέση και εξακολουθούν να είναι έγκυρα μεταξύ των δύο αυτών μερών.». Κατά την ημερομηνία πώλησης του δανείου, ήτοι στις 28.06.2019, στο ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας Κύπρου ο λογαριασμός με αριθμό XXXXX8111 παρουσίαζε υπόλοιπο €12.754,72. Τούτο επιβεβαιώνεται από την κατάσταση λογαριασμού που κατέθεσε ο ΜΕ1 ως το Τεκμήριο 14 υπό Έγγραφο Α. Επεσήμανε, περαιτέρω, ο ΜΕ2 ότι καμία κατάθεση δεν έχει γίνει στον επίδικο λογαριασμό από την πιο πάνω ημερομηνία μέχρι σήμερα. Τέλος, ισχυρίστηκε ο ΜΕ2 ότι το αξιούμενο ποσό είναι ληξιπρόθεσμο και άμεσα απαιτητό και πληρωτέο στην Ενάγουσα. Απαντώντας σε διευκρινιστική ερώτηση της συνηγόρου της Ενάγουσας, ο ΜΕ2 δήλωσε ότι έγινε προσπάθεια και επικοινωνία με όλους τους Εναγόμενους. Όπως το έθεσε ο ΜΕ2, «Αρχικά προσπάθεια επικοινωνίας με τον Εναγόμενο 1 και αργότερα επικοινωνία με τους Εναγόμενους 2 και 3.». Αντεξεταζόμενος, ο ΜΕ2 δήλωσε επί του όρκου του ότι꞉ «Στα πλαίσια εξώδικης διευθέτησης της συγκεκριμένης υπόθεσης, ως APS έχουμε προτείνει στους Εναγόμενους 2 και 3 συγκεκριμένες προτάσεις και με καταβολή εφάπαξ ποσού, αλλά και μέσω μηνιαίων δόσεων και φυσικά εφόσον υπάρχει συμφωνία αναμένεται ακόμα και τερματισμένος που είναι ο λογαριασμός να προβαίνουν σε καταθέσεις οι Εναγόμενοι. [.] Τις απαντήσεις τις οποίες λάβαμε δεν μπορώ να τις προσκομίσω διότι ήταν διά του προφορικού λόγου. Επίσης δεν μπορώ να προσκομίσω την εσωτερική μου αλληλογραφία, όμως μπορώ αν μου ζητηθεί από το Δικαστήριο να προσκομίσω πρόταση η οποία έχει αποσταλεί από τους δικηγόρους μας προς τους αντίδικους.». Υποβλήθηκε στον ΜΕ2 πως ουδέποτε είχε οποιανδήποτε αλληλογραφία με τους 2 και 3 και τον προκάλεσε να την παρουσιάσει, με τον ΜΕ2 να απαντά ότι «Μπορώ να σας φέρω την αλληλογραφία, συγκεκριμένη πρόταση η οποία προτάθηκε στους Εναγόμενους 2 και 3, την οποία αποδέχθηκαν αρχικά οι Εναγόμενοι 2 και 3 και εντέλει για δικούς τους λόγους αρνήθηκαν», για να διευκρινίσει στη συνέχεια ότι η αποδοχή είχε εκφραστεί όχι προς τον ίδιο αλλά προς τους δικηγόρους της Ενάγουσας. Ζήτησε η συνήγορος Υπεράσπισης από τον ΜΕ2 να δηλώσει αν η Ενάγουσα ενημέρωσε τους Εναγόμενους ότι έχει η ίδια αναλάβει το δάνειο. Ήταν η θέση του ΜΕ2 ότι έχουν ενημερωθεί οι Εναγόμενοι 1 και 2, και 3 μέσω επιστολών της Τράπεζας Κύπρου, αλλά και μέσω γενικής επιστολής που έχει αποσταλεί από την APS σε όλους τους οφειλέτες των οποίων τα δάνεια περιήλθαν στην κατοχή και διαχείρισή της. Διευκρίνισε επίσης ο ΜΕ2 ότι αυτός προσωπικά δεν επικοινώνησε με την Εναγόμενη 3 από δική μου πρωτοβουλία, αλλά δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να του τηλεφώνησε η ίδια κάποια στιγμή. Αυτός επικοινωνούσε με τους δικηγόρους της Ενάγουσας, οι οποίοι επικοινωνούσαν με τους αντίδικους. Συνεπής προς όσα δήλωσε κατά την κυρίως εξέτασή του, ο ΜΕ2 προσήλθε σε νέα δικάσιμο ημερ. 3.8.20 και παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο τα εξής έγγραφα που ζητήθηκαν από τη συνήγορο Υπεράσπισης꞉ Ως τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Δ», μήνυμα που απέστειλε ο ΜΕ2 με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο προς τους συνηγόρους της Ενάγουσας στις 10.1.20 με οδηγίες να μεταφέρουν εκ μέρους της Ενάγουσας προς τους αντιδίκους της (Εναγομένους 2 και 3 στην παρούσα αγωγή) συγκεκριμένη πρόταση διευθέτησης της παρούσας αγωγής. Ως τεκμήρια με ένδειξη «Έγγραφα Ε1», Στ1 και Ζ1, επιστολές ημερ. 3.7.2019 που απέστειλε η Τράπεζα Κύπρου ατομικά προς τους Εναγόμενους 1, 2 και 3, αντίστοιχα, με τις οποίες τους ενημέρωνε ότι, από 28.6.2019, όλα τα δικαιώματα ή/και υποχρεώσεις της Τράπεζας δυνάμει της πιστωτικής διευκόλυνσης και της σχετικής εγγύησης/εξασφάλισης μεταφέρθηκαν στην APS Loan Management Ltd. Ως τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Ε2», Στ2 και Ζ2, επιστολές ημερ. 3.7.2019 της APS Loan Management Ltd. προς τους Εναγόμενους 1, 2 και 3, αντίστοιχα, με την οποία η ίδια τους ενημέρωνε για την εξαγορά της πιστωτικής διευκόλυνσης και περαιτέρω για την ανάθεση της διαχείρισής της στην εταιρεία APS Debt Servicing Cyprus Ltd, προσωπικό της οποίας ενδέχετο να επικοινωνήσει μαζί τους αναφορικά με την ανάκτηση του χρέους. Ισχυρίστηκε η συνήγορος Υπεράσπισης στην τελική της αγόρευση ότι οι επιστολές αυτές είναι απλά φωτοαντίγραφα από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, χωρίς καμία υπογραφή και/ή σφραγίδα και καμία απόδειξη αποστολής και/ή παράδοσης αυτών στην Εναγομένη 3, η οποία αρνείται ότι τις παρέλαβε και ότι στην πραγματικότητα υπήρξε αποτυχία της Ενάγουσας να ενημερώσει την Εναγομένη 3 για την εξαγορά του χρέους από την Τράπεζα Κύπρου, παράλειψη που αποδεικνύεται και από την παράλειψη τους να καταχωρήσουν ειδοποίηση αλλαγής ονόματος στην παρούσα αγωγή, πράγμα το οποίο έπραξαν μόνο κατά την πρώτη ημέρα της ακροαματικής δικάσιμου ενώπιον του Δικαστηρίου. Πρόσθεσε μάλιστα στην τελική της αγόρευση τον ισχυρισμό ότι η αποτυχία αποστολής ενημερωτικών επιστολών, παραβιάζει την Ευρωπαϊκή οδηγία 93/13/ΕΟΚ και/ή την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2011/83/ΕΕ. [1] Κατ' αρχάς, παρατηρώ ότι κατά την αντεξέταση του ΜΕ2 αυτός απάντησε στους πιο πάνω ισχυρισμούς της συνηγόρου Υπεράσπισης, περί μη αποστολής των επιστολών στην Εναγόμενη 3, λέγοντας ότι «είμαι σίγουρος ότι οι επιστολές έχουν αποσταλεί στην διεύθυνση εκάστου / εκάστης εναγομένου / εναγομένης όπως αυτή είχε καταγραφεί, είχε δοθεί στην σύμβαση η οποία υπογράφτηκε». Εξήγησε ότι η απουσία υπογραφής στο κείμενο των επιστολών έγκειται στο γεγονός ότι οι επιστολές είναι οι γενικές επιστολές στον κάθε ένα πελάτη και παρήχθη από το σύστημα με βάση την διεύθυνση που είχε ο κάθε οφειλέτης. Εκείνες της Τράπεζας Κύπρου του στάλθηκαν από το δικό της αρχείο και οι άλλες της Ενάγουσας είναι από το αρχείο της Ενάγουσας. Επιθυμώ να επισημάνω, ως προς αυτή τη γραμμή αντεξέτασης του ΜΕ2, ότι είναι μεν υποχρεωτικό εκ του Νόμου 169(Ι)/2015 να πληροφορείται ο εμπλεκόμενος δανειολήπτης, αφενός, από το πιστωτικό ίδρυμα (βλ. το άρθρο 19
(1)του εν λόγω Νόμου), το αργότερο εντός πέντε
(5)εργάσιμων ημερών από την εξαγορά, ότι η σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης και οι συναφείς εξασφαλίσεις έχουν μεταφερθεί σε άλλο πρόσωπο και, αφετέρου, από την εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων (βλ. το άρθρο 19
(2)του ιδίου Νόμου) για όλες τις σχετικές πληροφορίες επικοινωνίας των προσώπων τα οποία είναι υπεύθυνα για το χειρισμό των πιστωτικών διευκολύνσεων που έχουν μεταβιβαστεί, καθώς και τους νέους αριθμούς λογαριασμών των πιστωτικών διευκολύνσεων, αλλά είναι σημαντικό να γίνει αντιληπτό ότι η αποστολή ή μη των πιο πάνω ενημερωτικών επιστολών προς την Εναγόμενη 3, δεν επηρεάζει την ύπαρξη ή μη αγώγιμου δικαιώματος από την Ενάγουσα Εταιρεία εναντίον της Εναγομένης 3, εφόσον όπως εξήγησα ανωτέρω ο ίδιος ο Νόμος 169(I)/2015, με το άρθρο 18
(4), διαφύλαξε τη συνέχιση του αγώγιμου δικαιώματος που είχε η Τράπεζα έναντί της, υποκαθιστώντας την Τράπεζα με την Ενάγουσα εταιρεία εξαγοράς πιστωτικών διευκολύνσεων, υπό την προϋπόθεση μόνο της καταχώρισης της σχετικής Ειδοποίησης στο Πρωτοκολλητείο του αρμοδίου Δικαστηρίου όπου εκκρεμεί η αγωγή, η οποία ρητά προβλέπεται στο ίδιο άρθρο του Νόμου ότι δεν διακόπτεται ούτε τερματίζεται εξαιτίας της εξαγοράς της επίδικης σύμβασης πίστωσης. Πέραν τούτου, επισημαίνω ότι η συνήγορος Υπεράσπισης δεν έχει εξειδικεύσει στην αγόρευσή της ποιο άρθρο της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ ή της οδηγίας 2011/83/ΕΕ παραβιάστηκε και δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου να προβεί επί αόριστου υπόβαθρου σε έρευνα περί τούτου. Ούτε είχε δικογραφηθεί στα δικόγραφα παραβίαση εννόμου δικαιώματος της Εναγομένης, το οποίο να απορρέει ευθέως από την εν λόγω Οδηγία. Συνεπώς, αυτή η επιχειρηματολογία απορρίπτεται ως αόριστη, αβάσιμη ή/και ατεκμηρίωτη. Για το θέμα της λήψης ή μη λήψης μέτρων εκτέλεσης κατά του πρωτοφειλέτη Εναγόμενου αρ. 1, ερωτήθηκε και ο ΜΕ
  1. Σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα από την αντεξετασή του κατά τη δικάσιμο ημερ. 27.7.20։ «E. Έχετε λάβει μέτρα εκτέλεσης της απόφασης από την ημέρα που αναλάβατε το δάνειο ή όχι; A. Επαναλαμβάνω και αρχικά με την προηγούμενή μου πρόταση, ότι από την ημέρα που αναλάβαμε το δάνειο δηλαδή πριν από έναν χρόνο, την 28/06/19, τα μέτρα στα οποία προχωρήσαμε ήταν μέτρα επικοινωνίας με όλους τους Εναγόμενους. E. Τι σας εμπόδισε να λάβετε μέτρα εκτέλεσης; Να εισπράξετε; Δηλαδή μηνιαίες δόσεις, πτώχευση, οτιδήποτε. Γιατί δεν λάβατε τέτοια νομικά μέτρα; A. Καταρχάς δεν μας απαγορεύει κάτι αυτό που λέτε. Να εισπράξουμε, να προχωρήσουμε σε μέτρα εκτέλεσης κτλ. Κατά δεύτερο επιφυλασσόμεθα. E. Επιφυλάσσεστε, εντάξει.». Ήταν η θέση της συνηγόρου Υπεράσπισης στην τελική της αγόρευση ότι ο ΜΕ2 δεν ήταν σε θέση να δώσει εξήγηση για τους λόγους που 8 χρόνια μετά την έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγομένου αρ. 1 δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης εναντίον του πρωτοφειλέτη και αντ' αυτού προτίμησαν να οδηγήσουν την υπόθεση σε ακρόαση εναντίον των εγγυητών (Εναγομένων 2 και 3). Και πάλιν, τη νομική διάσταση της παράλειψης λήψης μέτρων εκτέλεσης κατά του πρωτοφειλέτη θα την αναπτύξω στο τέλος της παρούσας απόφασης. Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΕ2 κρίνω ότι αυτός απέδειξε με λόγο αξιόπιστο το βάσιμο του δικαιώματος της τωρασινής Ενάγουσας να αξιώνει δυνάμει της σύμβασης εγγύησης ως εξασφάλισης της εξαγορασθείσας από την Ενάγουσα δανειακής σύμβασης. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 3 (ΜΥ1). Η Εναγόμενη 3 (ΜΥ1) υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο και σημειώθηκε με την ένδειξη «Έγγραφο Η». Σε αυτήν παραδέχεται ότι στις 28/1/2010 υπέγραψε ως εγγυήτρια το έγγραφο εγγύησης αλλά ισχυρίζεται ότι τούτο ήταν «ΜΟΝΟ για την συμφωνία δανείου του εναγόμενου αρ.1 με τους ενάγοντες, ήτοι την πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD με αρ. λογαριασμού XXXXX8111 για το ποσό των €7.000». Παραδέχεται επίσης ότι έλαβε από την τράπεζα υπογεγραμμένες ενημερωτικές επιστολές μη καταβολής δόσεων από τον πρωτοφειλέτη κατά ή περί τον Οκτώβριο 2010 μέχρι και τον Μάϊο
  2. Το παράπονό της αφορά στο γεγονός ότι από τότε που εκδόθηκε απόφαση εναντίον του Εναγομένου αρ.1, ούτε η πρώην MARFIN, ούτε η ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ αλλά ούτε και η APS έλαβαν οιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης εναντίον του Εναγομένου 1, που αν ελάμβαναν, εκτός του ότι η απαίτηση των εναγόντων θα ήταν εξοφλημένη, δεν θα οδηγείτο ούτε η Εναγομένη αρ. 3 σε αυτή την αδικία, που ως εγγυήτρια σήμερα «εν έτη 2020» το υπόλοιπο έχει ξεπεράσει τις €14.000 πλέον τα δικηγορικά έξοδα. Τόνισε η Εναγόμενη αρ. 3 ότι η ίδια προσωπικά κατέβαλε πάμπολλες προσπάθειες να έρθει σε επαφή τόσο με τον Εναγόμενο 1, αλλά και με τους ενάγοντες, και τους παρακαλούσε να εκτελέσουν την απόφαση τους προκειμένου να μην οδηγηθεί η παρούσα σε ακρόαση, 8 χρόνια μετά, όμως καθ' όλες τις φορές την αγνοούσαν και κανένα μέτρο δεν έχουν λάβει μέχρι σήμερα. Πιο συγκεκριμένα, η Εναγόμενη αρ. 3 δήλωσε ότι έχει αποστείλει στις 23/9/19, μέσω των δικηγόρων της, στους δικηγόρους των εναγόντων, email (Τεκ.2 υπό Έγγραφο Η) δίνοντας τους όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για τον εναγόμενο 1, προκειμένου να τους βοηθήσει στην εκτέλεση της απόφασης του που εκκρεμεί από το 2012 και να αποτρέψει την άδικη εκδίκαση της παρούσας, αφού καμία προσπάθεια ή ενδιαφέρον να εισπράξουν το λαβείν τους οι ενάγοντες δεν έπραξαν. Παρατήρησε η Εναγόμενη 3 ότι στα τεκμήρια που κατατέθηκαν από τον ΜΕ1 και αφορούν τον Εναγόμενο 1, παραπέμποντας στα Τεκμήρια 7, 8 και 9 υπό Έγγραφο Α, πουθενά δεν αναγράφεται ο αριθμός του διαμερίσματος του πρωτοφειλέτη, παραμόνο η διεύθυνση «XXXXX 40», που ο αριθμός «40» αντιπροσωπεύει τον αριθμό της πολυκατοικίας που διαμένει ο εναγόμενος 1, η οποία είναι και οικογενειακή πολυκατοικία. Ήταν η θέση της Εναγόμενης αρ. 3 ότι։ «Αν πράγματι γίνονταν προσπάθειες όπως μας αναφέρει ο ΜΕ1 στην κατάθεση του να εντοπίσουν τον εναγόμενο 1 και δεν κατέστη δυνατόν να τον εντοπίσουν, θα διαπίστωνε ότι το μόνο που τους λείπει ήταν ο αριθμός του διαμερίσματος. Αυτό υποδηλώνει προχειρότητα εκ μέρους της τράπεζας κατά την σύναψη του δανείου, αφού αν ζητούσαν οιονδήποτε λογαριασμό κοινής ωφελείας του εναγομένου αρ.1 ως προνοείται, θα διαπίστωναν ότι ο αριθμός 40 ανταποκρίνεται σε πολυκατοικία (δέσμη τεκ.4) και ότι ο εναγόμενος αρ.1 διαμένει σε διαμέρισμα εντός αυτής. Αξίζει να σημειωθεί ότι και πάλι, μετά από δικές μου προσπάθειες, ο εναγόμενος αρ.1 επικοινώνησε πρόσφατα με την APS στην προσπάθεια του να βρεθεί μια λύση για εξόφληση της απαίτησης του, πράγμα το οποίο ανέφερε και στην μαρτυρία του ο κ. Γερομόσχος.». Αξιολογώντας τη μαρτυρία της Εναγομένης αρ. 3, κρίνω ότι, από τη μαρτυρία που η ίδια προσκόμισε μετά τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2, καταρρίπτεται το παράπονό της περί έλλειψης ενημέρωσής της από το πιστωτικό ίδρυμα (ήτοι την τράπεζα) για όσα είχαν συμβεί από καιρό εις καιρό μέχρι την έγερση της αγωγής. Μόνη της η Εναγόμενη 3 προσκόμισε ως μέρος της μαρτυρίας της δέσμη επιστολών, ενόσω το δάνειο βρισκόταν στον έλεγχο της Marfin Popular Public Co Bank Ltd, που την προειδοποιούσαν ως εγγυήτρια για το γεγονός ότι ο πρωτοφειλέτης δεν τηρούσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Παρουσίασε η ίδια επιστολές ημερ. 4.10.2010, 3.11.2010, 3.12.2010, 3.1.2011, 2.2.2011, 4.3.2011, 4.4.2011 (βλ. τη δέσμη ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Η), τις οποίες δέχεται ότι παρέλαβε, και οι οποίες προηγούνται αυτής της ίδιας της προειδοποιητικής επιστολής ημερ. 12.4.2011 για τον επικείμενο τερματισμό της δανειακής σύμβασης, που εν τέλει επισυνέβηκε με την επιστολή ημερ. 19.5.2011, τις οποίες δύο επιστολές δέχεται επίσης ότι τις παρέλαβε. Επομένως, δόθηκε επαρκής προειδοποίηση στην Εναγόμενη 3 για να επικοινωνούσε με τον Εναγόμενο 1 ή/και με την Τράπεζα για να ικανοποιούνταν οι συμβατικές υποχρεώσεις που πήγαζαν από τη δανειακή σύμβαση ή/και τη σύμβαση εγγύησης προτού διογκωθεί το ποσό και φτάσει εκείνο που σήμερα πλέον αξιώνεται. Περαιτέρω, από τη μαρτυρία της ίδιας της Εναγομένης αρ.3 εντοπίζω να παραδέχεται ότι η Τράπεζα Κύπρου, που ανάλαβε το χαρτοφυλάκιο της Marfin Popular Public Co Bank Ltd, ενημέρωσε την Εναγόμενη στις 24.1.2019, με επιστολή ως εσωκλείεται στη δέσμη εγγράφων του Τεκμηρίου 2 υπό Έγγραφο Η, για την πρόθεσή της να μεταβίβαζε αυτή η ίδια με τη σειρά της την επίδικη δανειακή σύμβαση και την εξασφάλισή της διά της επίδικης σύμβασης εγγύησης σε εταιρεία εξαγοράς πιστωτικών διευκολύνσεων. Την ενημέρωση αυτή την έδωσε στην Εναγόμενη 3 όχι τυπικά, αλλά για να της δώσει κατ' ουσίαν την ευκαιρία να προέβαινε πρώτη σε πρόταση εξαγοράς του χρέους και ουσιαστικά σε αποπληρωμή του. Επομένως, βρίσκω ότι η Τράπεζα ενήργησε έγκαιρα μέσα στα πλαίσια του Νόμου 169(Ι)/2015 για να δώσει στην Εναγόμενη αρ. 3 κάθε δυνατή προστασία που της διαφύλασσε το άρθρο 18
(1)του εν λόγω Νόμου, το οποίο προβλέπει τα εξής։ «18.-
(1)Πριν από την πώληση του όλου ή μέρους των πιστωτικών του διευκολύνσεων, πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων - (α) Είτε κοινοποιεί την πρόθεσή του να πωλήσει ή να διαθέσει το όλον ή μέρος του χαρτοφυλακίου πιστωτικών διευκολύνσεών του: Νοείται ότι, η εν λόγω κοινοποίηση από το πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, γίνεται με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και σε τρεις εφημερίδες του ημερήσιου τύπου: Νοείται περαιτέρω ότι, οι δανειολήπτες και οι εγγυητές τους, αν το επιθυμούν, δύνανται εντός χρονικής περιόδου σαράντα πέντε
(45)ημερών, να υποβάλουν πρόταση εξαγοράς της υπό πώληση πιστωτικής διευκόλυνσης∙ (β) είτε καλεί τον εμπλεκόμενο δανειολήπτη και τους εγγυητές του, όπως εντός χρονικής περιόδου σαράντα πέντε
(45)ημερών, υποβάλλουν πρόταση για εξαγορά της υπό πώληση πιστωτικής του διευκόλυνσης: Νοείται ότι, η εν λόγω ειδοποίηση κοινοποιείται από το πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων με επιστολή προς το δανειολήπτη και τους εγγυητές αυτού: Νοείται περαιτέρω ότι, ο δανειολήπτης δεν υποχρεούται να υποβάλει πρόταση εξαγοράς της υπό πώληση πιστωτικής του διευκόλυνσης: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, η πρόταση για εξαγορά της υπό πώληση πιστωτικής διευκόλυνσης, υποβάλλεται μόνο μία φορά από το δανειολήπτη και σε περίπτωση που εντός της χρονικής περιόδου των σαράντα πέντε
(45)ημερών δεν υποβληθεί τέτοια πρόταση, τότε τεκμαίρεται ότι ο δανειολήπτης δεν επιθυμεί την υποβολή πρότασης.». Όσον αφορά την εισήγηση της Εναγομένης αρ, 3, βάσει νομικής συμβουλής που έλαβε από τη συνήγορό της, ότι λόγω της αποτυχίας των Εναγόντων να λάβουν μέτρα εκτέλεσης από το 2012 που εξεδόθη απόφαση εναντίον του πρωτοφειλέτη προς εξάντληση όλων των μέτρων εκτέλεσης εναντίον του, αυτή θα πρέπει να απαλλαχθεί από την καταβολή οιουδήποτε ποσού, σημειώνω ότι η εξήγηση που έδωσε η ίδια ήταν η εξής։ «Το αποτέλεσμα της αδράνειας των εναγόντων να εκτελέσουν την απόφαση εναντίον του πρωτοφειλέτη για 8 συνεχόμενα χρόνια, έχει ως αποτέλεσμα την αλλαγή των οικονομικών και προσωπικών μου συνθηκών, αφού λόγω της δυσμενής οικονομικής κατάστασης στην οποία ευρίσκομαι, η πρώτη μου κατοικία πρόκειται να εκποιηθεί και είμαι και μονογονέας, με αποτέλεσμα να μπορώ να καλύψω μόνο τις βασικές ανάγκες της οικία μου, εμένα της ίδιας και της ανήλικης κόρης μου, γεγονός που προσθέτει ακόμα μια αδικία απέναντι μου, αφού πλέον δεν είμαι σε θέση να καταβάλω κανένα ποσό, αν ήθελε φανεί ότι οφείλω το ποσό της απαίτησης. Οι ενάγοντες έχουν ακόμα την ευκαιρία να εισπράξουν το ποσό της απαίτησης τους και δεν υφίστανται καμία αδικία, όταν αποφασίσουν να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα εναντίον του εναγόμενου 1 ως πρωτοφειλέτη.». Είναι παραδεκτό από την Ενάγουσα ότι δεν λήφθηκαν μέχρι τώρα μέτρα εκτέλεσης εναντίον του πρωτοφειλέτη, και δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία της Εναγόμενης για τις προσπάθειες επικοινωνίας που έκανε από καιρό εις καιρό για να προτρέψει το δανειστή να λάβει μέτρα εκτέλεσης εναντίον του πρωτοφειλέτη, επομένως η αξιοπιστία της ως προς τούτα τα σημεία δεν αμφισβητείται. Το ζήτημα, όμως, που δικογραφεί η Εναγόμενη 3 στην παρα. 9 της Έκθεσης Υπεράσπισης, ότι αποτελεί υπεράσπιση στην αγωγή το γεγονός ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν εξαντλήσει όλα τα περιθώρια είσπραξης του ποσού της αγωγής εναντίον του πρωτοφειλέτη ως προνοεί ο περί Εγγυητών Νόμος, είναι νομικό και θα το κρίνω πιο κάτω. ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ ΑΡ. 3 ΕΠΗΡΕΑΖΕΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ ΣΕ ΠΡΟΩΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΓΩΓΙΜΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΤΗΣ. Κρίνω σκόπιμο να σημειώσω ότι ο Ν.169(Ι)/2015στο άρθρο 18, εδάφιο
(2), διαφυλάσσει το συμφέρον του δανειολήπτη ή/και των εγγυητών του, να λάβουν άλλα έννομα μέσα ως αρμόζουν στην οικονομική τους κατάσταση, εάν θεωρούν ότι είναι αφερέγγυοι. Παραθέτω συγκεκριμένα τις παρα. (γ) και (δ) του εν λόγω εδαφίου։ «(γ) Η προβλεπόμενη στην παράγραφο (α) μεταβίβαση, δεν επηρεάζει οποιαδήποτε υπό εξέλιξη διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου ή του Μέρους IVA του περί Εταιρειών Νόμου και δεν επηρεάζει οποιαδήποτε αποτελέσματα επέρχονται λόγω εφαρμογής των διατάξεων του εν λόγω Νόμου. (δ) Η προβλεπόμενη στην παράγραφο (α) μεταβίβαση, δεν επηρεάζει το δικαίωμα του δανειολήπτη να υποβάλλει αίτηση για Διακανονισμό Αφερεγγυότητας δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου, ούτε το δικαίωμα του δανειολήπτη.». Ενώπιον μου δεν έχει προσφερθεί από την Εναγόμενη αρ. 3 ως εγγυήτρια οποιαδήποτε μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι κατ'εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων έχει, πριν την έκδοση της παρούσας απόφασης, αιτηθεί ή/και εξασφαλίσει η Εναγόμενη αρ. 3 την έκδοση Διατάγματος απαλλαγής της οφειλής της προς την Ενάγουσα λόγω τυχόν αφερεγγυότητας. ΚΑΤΑ ΠΟΣΟΝ Η ΕΝΑΓΟΥΣΑ ΕΧΕΙ ΠΡΟΒΕΙ ΣΕ ΠΡΑΞΕΙΣ Ή ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΙΣ ΠΟΥ ΔΕΟΝ ΝΑ ΑΠΑΛΛΑΞΟΥΝ ΤΗΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗ ΑΡ. 3 ΩΣ ΕΓΓΥΗΤΡΙΑ. Το άρθρο 86 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, προβλέπει ότι «Εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στη σύμβαση, ο εγγυητής ευθύνεται στην έκταση που ευθύνεται και ο πρωτοφειλέτης». Παρατηρώ ότι στην επίδικη σύμβαση εγγύησης (ως το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α), δεν υπήρξε κανένας περιορισμός της ευθύνης του εγγυητή. Απεναντίας, εγγυήθηκε «όλες τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη» που πηγάζουν από τη σύμβαση δανείου, «αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τον Πρωτοφειλέτη». Επομένως, ο ισχυρισμός της Εναγόμενης 3 ότι η εγγύησή της δόθηκε για το περιορισμένο ποσό των €7000, δεν ευσταθεί, εφόσον ρητά στη σύμβαση εγγύησης αναφερόταν ότι αναλάμβανε επιπλέον «τους αναλογούντες τόκους, προμήθειες και τραπεζικά δικαιώματα της Τράπεζας». Όπως επεξηγεί στο Σύγγραμμα «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», του Πολύβιου Γ. Πολυβίου, 2014, Τόμος Β, σελ. 883, από το βασικό αξίωμα του δικαίου των εγγυήσεων ότι ο εγγυητής ευθύνεται στην έκταση που ευθύνεται και ο πρωτοφειλέτης, απορρέουν τα εξής։ «Ο πιστωτής έχει δικαίωμα να εγείρει αγωγή εναντίον του ενός ή του άλλου ή και των δύο, καθότι τόσο ο πρωτοφειλέτης όσο και ο εγγυητής έχουν κατευθείαν υποχρεώσεις προς τον πιστωτή με τον οποίο έχουν συμβληθεί. Ο πιστωτής έχει δικαίωμα να εγείρει αγωγή εναντίον του εγγυητή, χωρίς να εγείρει αγωγή εναντίον του πρωτοφειλέτη. Νοείται φυσικά ότι, ο πιστωτής δεν μπορεί να εισπράξει ποσό πέραν του τι οφείλεται σε αυτόν από τον πρωτοφειλέτη, είτε εγείρει δικαστική διαδικασία εναντίον του πρωτοφειλέτη ή του εγγυητή ή και των δύο.» Τα πιο πάνω αναφέρονται από το συγγραφέα με παραπομπή στο εξής απόσπασμα από το σύγγραμμα Pollock & Mulla, 12η έκδοση: «A surety's liability to pay the debt is not removed by reason of the creditor's omission to sue the principal debtor; nor is the creditor bound to exhaust his remedy against the principal before suing the surety. A creditor cannot be restrained from action against the surety, on the ground that the principal is solvent, or that the creditor may have relief against the principal in some other proceedings. It is the choice of the creditor to recover the amount either from the principal- debtor after his default, or from the surety. The liability, though co-extensive, is separate; and not an alternative.». Στην Κύπρο, ο περί Συμβάσεων Νόμος, Κεφ. 149, καθορίζει κατά τρόπο συγκεκριμένο τις συνθήκες υπό τις οποίες είναι δυνατόν να απαλλαγεί ο εγγυητής από την ευθύνη του έναντι του δανειστή. Ειδικότερα, παραπέμπω στα άρθρα 92, 93 και 95, τα οποία παραθέτω πιο κάτω։ Απαλλαγή εγγυητή με απαλλαγή του πρωτοφειλέτη 92. Ο εγγυητής απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη με τη σύναψη σύμβασης μεταξύ πιστωτή και πρωτοφειλέτη, με την οποία απαλλάσσεται ο πρωτοφειλέτης, ή με πράξη ή παράλειψη του πιστωτή η οποία επιφέρει κατά νόμο απαλλαγή του πρωτοφειλέτη. Απαλλαγή εγγυητή σε περίπτωση συμβιβασμού, παράτασης του χρόνου εκπλήρωσης, ή συμφωνίας για μη έγερση αγωγής εναντίον του πρωτοφειλέτη από τον πιστωτή 93. Σύμβαση μεταξύ πιστωτή και πρωτοφειλέτη με την οποία ο πιστωτής προβαίνει σε συμβιβασμό με τον πρωτοφειλέτη, ή υπόσχεται να δώσει παράταση του χρόνου εκπλήρωσης ή να μην εναγάγει τον πρωτοφειλέτη, απαλλάσσει τον εγγυητή από κάθε ευθύνη, εκτός αν ο εγγυητής συγκατατίθεται στη σύναψη της σύμβασης αυτής. Αποχή του πιστωτή από την έγερση αγωγής δεν απαλλάσσει τον εγγυητή 95. Αν στη σύμβαση της εγγύησης δεν υπάρχει όρος για το αντίθετο, απλή αποχή του πιστωτή από την έγερση αγωγής ή τη λήψη άλλων μέσων θεραπείας κατά του πρωτοφειλέτη, δεν απαλλάσσει τον εγγυητή. Ενώπιον μου δεν υπήρξε μαρτυρία είτε ότι η Ενάγουσα απάλλαξε οποτεδήποτε τον πρωτοφειλέτη Εναγόμενο αρ.1, είτε ότι του υποσχέθηκε να μην ασκήσει αγωγή εναντίον του. Απεναντίας, είναι παραδεκτό από κοινού ότι άσκησε την υπό κρίση αγωγή εναντίον και του πρωτοφειλέτη ως Εναγόμενου αρ. 1 και εξασφάλισε ήδη την έκδοση απόφασής εναντίον του. Επομένως, δεν δικαιολογείται απαλλαγή της Εναγομένης αρ. 3 ως εγγυήτριας με βάση τις διατάξεις του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Προχωρώ να εξετάσω αν εφαρμόζεται ο περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο του 2003 (Ν.197(Ι)/2003), κατά τρόπο που να δημιουργεί ζήτημα απαλλαγής της Εναγόμενης αρ. 3 από την ευθύνη της ως εγγυήτριας ως εκ της παράλειψης της Ενάγουσας να λάβει μέτρα εκτέλεσης της απόφασης που εξασφάλισε στην παρούσα αγωγή εναντίον του πρωτοφειλέτη Εναγόμενου αρ. 1. Οφείλω κατ' αρχάς να παρατηρήσω ότι το πεδίο εφαρμογής του Ν.197(Ι)/2003, όπως τελευταία τροποποιήθηκε με το Ν. 58(Ι)/2015, καθορίζεται στο άρθρο 3 του εν λόγω Νόμου, ως εξής։ «Συμβάσεις εγγύησης 3.-
(1)Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται αναφορικά με συμβάσεις εγγύησης με την έννοια του περί Συμβάσεων Νόμου, στις περιπτώσεις που ο εγγυητής είναι φυσικό πρόσωπο το οποίο με τη σύμβαση εγγύησης εγγυάται σε πιστωτή, να εκπληρώσει την υπόσχεση ή υποχρέωση αποπληρωμής ολόκληρου ή μέρους του ποσού δανείου, σε περίπτωση μη εκπλήρωσής της από τον πρωτοφειλέτη στον οποίο παραχωρείται το δάνειο: Νοείται ότι, ο παρών Νόμος δε θα εφαρμόζεται αναφορικά με συμβάσεις εγγύησης στις περιπτώσεις που ο πρωτοφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο [.]
(2)Στον παρόντα Νόμο οι όροι «εγγυητής», «πιστωτής», και «πρωτοφειλέτης» αφορούν συμβάσεις εγγύησης στις περιπτώσεις στις οποίες κατά τα διαλαμβανόμενα στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου εφαρμόζεται ο παρών Νόμος.». Ο όρος «Πιστωτής» ορίζεται στο άρθρο 2 του ιδίου Νόμου, κατά τρόπο που σημαίνει։ «πιστωτής» σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που παρέχει δάνειο σε άλλο πρόσωπο και περιλαμβάνει Τράπεζα με την έννοια των περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμων, συνεργατική εταιρεία εγγεγραμμένη δυνάμει των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων, την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, δημοτικό συμβούλιο, και περιλαμβάνει πρόσωπο ή οργανισμό δημοσίου δικαίου· Αν και δεν έγινε ρητή αναφορά μέσα στον Ν.169(Ι)/2015 στο πώς αυτός επηρεάζει την εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 197(Ι)/2003, κρίνω εντούτοις δίκαιο να ερμηνευθεί ότι, βάσει των προνοιών του άρθρου 18
(3)(β) του Ν.169(Ι)/2015 διασφαλίζεται ότι η εταιρεία εξαγοράς πιστωτικής διευκόλυνσης δεν θα δύναται να αποφεύγει ή να παρακάμπτει την τήρηση των προνοιών του Ν.197(Ι)/2003. Παραθέτω το άρθρο 18
(3)(β) πιο κάτω։ «(β) Ο αγοραστής πιστωτικών διευκολύνσεων έχει τα ίδια δικαιώματα, την ίδια σειρά προτεραιότητας και υπόκειται στις ίδιες υποχρεώσεις σε σχέση με συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων και των εξασφαλίσεων που μεταβιβάζονται σε αυτόν, όπως ο εκχωρητής.». Το άρθρο 7 του Ν.197(Ι)/2003 δίδει τη δυνατότητα στον εγγυητή «με αγωγή του στο δικαστήριο ή με ενδιάμεση αίτηση ή υπεράσπιση ή ένσταση στα πλαίσια εκκρεμούσας αγωγής ή διαδικασίας μέτρων εκτέλεσης ή διαδικασίας αίτησης για έκδοση διατάγματος παραλαβής από τον πιστωτή έναντι του εγγυητή σε σχέση με τη σύμβαση εγγύησης», να ζητήσει και να εξασφαλίσει: «(α) απόφαση ή και διάταγμα μόνιμο ή και παρεμπίπτον που να απαγορεύει σε πρωτοφειλέτη να διενεργήσει συγκεκριμένη προτιθέμενη αποξένωση περιουσίας που του ανήκει, η οποία δυνατόν να συνιστά κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 6 του παρόντος Νόμου πράξη καταδολίευσης του εγγυητή μέχρις αποπληρωμής της σχετικής οφειλής, (β) απόφαση ή και διάταγμα που να κηρύττει άκυρη τυχόν ήδη διενεργηθείσα από πρωτοφειλέτη αποξένωση περιουσίας που του ανήκει, η οποία συνιστά κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 6 πράξη καταδολίευσης του εγγυητή, νοουμένου ότι τα δικαιώματα και τα συμφέροντα οποιουδήποτε αποδέκτη της περιουσίας που ενήργησε καλόπιστα δεν επηρεάζονται.». Ενώπιον μου, η Εναγόμενη αρ. 3, παρά τον δικογραφημένο ισχυρισμό στην Έκθεση Υπεράσπισής της ότι ο Πρωτοφειλέτης διαθέτει περιουσιακά στοιχεία, εντούτοις ουδόλως έθιξε ζήτημα κινδύνου αποξένωσης τους ή ήδη διενεργηθείσας δόλιας μεταβίβασης. Δεν ζήτησε θεραπείες ως αυτές του άρθρου 7 του Νόμου. Το άρθρο 9 του Ν.197(ι)/2003 παρέχει το δικαίωμα στην Εναγόμενη αρ. 3 ως εγγυήτρια να αιτηθεί από το Δικαστήριο, αφού παρουσιάσει στοιχεία, όπως αναστείλει την εκτέλεση δικαστικής απόφασης εναντίον του στην έκταση που αφορά σε - κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας του ή πώληση ή επιβάρυνση (memo) της ακίνητης ιδιοκτησίας του ή αίτηση καταβολής μηνιαίων δόσεων όπως προβλέπεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο ή αίτηση έκδοσης διατάγματος παραλαβής όπως προβλέπεται στον περί Πτώχευσης Νόμο. Δεν έχει αιτηθεί τέτοια προστασία η Εναγόμενη αρ. 3 στο στάδιο που επιφυλάχθηκε η έκδοση της παρούσας απόφασης στο πλαίσιο της δίκης, όπως θα της επέτρεπε το άρθρο 9(α), διατηρεί όμως βάσει του άρθρο 9(β) του εν λόγω Νόμου να αιτηθεί την αναστολή ακόμη και χωρίς τη συγκατάθεση του πιστωτή ή/και του πρωτοφειλέτη. Το άρθρο 10 του ιδίου Νόμου προβλέπει ότι η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της απόφασης εναντίον της Εναγομένης αρ. 3 προϋποθέτει να υποβληθεί από αυτήν τέτοιο αίτημα και υπόκειται σε λεπτομερή κριτήρια ικανά να αποδείξουν στο Δικαστήριο ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή, που αποτελεί το αντικείμενο σύμβασης εγγύησης. Δεν είναι του παρόντος να αναφερθώ στα κριτήρια αυτά, εφόσον δεν εκκρεμεί τέτοια αίτηση αναστολής εκτέλεσης ενώπιον μου. Απεναντίας, η επιχειρηματολογία της Εναγομένης στο πλαίσιο της Υπεράσπισής της ήταν ότι δεν θα έπρεπε να εκδοθεί καθόλου απόφαση εναντίον της Εναγομένης αρ. 3, κάτι που δεν βρίσκει νομικό έρεισμα πουθενά στον Νόμο που η ίδια επικαλείται. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κρίνω ότι από το σύνολο της προεκτεθείσας μαρτυρίας ως αξιολογήθηκε ανωτέρω, προκύπτει ότι οι μάρτυρες ΜΕ1 και ΜΕ2 απέδειξαν την εκδοχή της Ενάγουσας με βάση το μέτρο απόδειξης του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και συγκεκριμένα απέδειξαν το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας εναντίον της Εναγομένης αρ. 3 ως βάσιμο και τεκμηριωμένο για το ποσό που αποτυπώνεται στην Αναδομημένη Κατάσταση Λογαριασμού (Τεκμήριο 14 υπό Έγγραφο Α) για €12.754,72σ. πλέον τόκο 12,5% επί του ποσού αυτού από 28.6.2019 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου έκαστου έτους. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης αρ. 3 για το ποσό αυτό. Δεν υπάρχει λόγος να αποκλίνω από το γενικό κανόνα που θέλει τα έξοδα να ακολουθούν το αποτέλεσμα, γι'αυτό και επιδικάζω τα έξοδα της αγωγής υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης 3 (αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τον Εναγόμενο 2 μέχρι 21.9.20 που εξωδίκως διευθετήθηκε για εκείνον), όπως αυτά θα υπολογιστούν και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.)............ Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 095 της 21/04/1993 σ. 0029 - 0034). Οδηγία 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011 , σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών, την τροποποίηση της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ Οδηγία 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011 , σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών, την τροποποίηση της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ ΕΕ L 304 της 22.11.2011, σ. 64 έως 88 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.