ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ κ.α. ν. GLIMEKA TRADING COMPANY LTD, Αρ. Αγωγής: 2482/20, 29/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2482/20 Μεταξύ:
- XXXXX ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
- XXXXX ΧΑΤΖΗΤΤΟΦΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ενάγοντες και GLIMEKA TRADING COMPANY LTD Εναγόμενη ----------------------------------------------------- (Αίτηση ημερ. 09/10/20 για έκδοση συνοπτικής απόφασης) Ημερομηνία: 29 Ιανουαρίου 2021 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες / Αιτητές: κα Μ. Αρκαδίου για ΑΡΤΕΜΙΟΥ, ΠΙΕΡΗ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Για εναγόμενη / Καθ' ης η αίτηση: κα Ν. Πελαβά για ΧΑΒΙΑΡΑΣ & ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο που καταχώρησαν στις 11/09/20, οι ενάγοντες, οι οποίοι να σημειωθεί είναι ανδρόγυνο, ισχυρίζονται ότι περί τον Ιούνιο 2014 η ενάγουσα 2 συμφώνησε και υπέγραψε ως πληρεξούσια αντιπρόσωπος του ενάγοντα 1 συζύγου της και/ή για λογαριασμό του τελευταίου, ενοικιαστήριο έγγραφο με την εναγόμενη, «δυνάμει του οποίου η ενάγουσα 2 ενοικίασε στην εναγόμενη το διαμέρισμα» του ενάγοντα 1 συζύγου της στη Λευκωσία έναντι μηνιαίου ενοικίου €
- Η εν λόγω ενοικίαση θα ίσχυε για δύο χρόνια σύμφωνα με τους ενάγοντες, ήτοι μέχρι την 30/06/18, αν και παρείχετο η δυνατότητα ανανέωσης της ενοικίασης για περαιτέρω περίοδο δύο ετών. Ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι τη 12/10/18 έστειλαν στην εναγόμενη επιστολή τερματισμού της ενοικίασης, ζητώντας από την τελευταία όπως μέχρι την 01/12/18 τους παραδώσει κενή και ελεύθερη κατοχή του διαμερίσματος. Η εναγόμενη αρνήθηκε να παραδώσει το διαμέρισμα και δύο σχεδόν χρόνια αργότερα, ήτοι στις 24/07/20, όταν είχαν συμπληρωθεί τέσσερα χρόνια και ένας μήνας από τη συμφωνία της 24/06/14, οι ενάγοντες έστειλαν νέα επιστολή αναφέροντας της ότι η ενοικίαση θεωρείτο πλέον ότι ήταν από μήνα σε μήνα, ότι τερμάτιζαν τη συμφωνία του 2014 και την ενοικίαση του υποστατικού και ότι αυτή, η εναγόμενη δηλαδή, έπρεπε να τους παραδώσει το ακίνητο εντός ενός μηνός. Η εναγόμενη και πάλι αρνήθηκε να συμμορφωθεί και παρόλες τις προσπάθειες των εναγόντων, συνέχισε και συνεχίζει να παραμένει παράνομα στο διαμέρισμα. Ισχυριζόμενοι στο δικόγραφο τους ότι «η εναγόμενη δεν θεωρείται θέσμιος ενοικιαστής ή/και δεν εμπίπτει στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεως», οι ενάγοντες αξιώνουν με την αγωγή αφ' ενός δήλωση του Δικαστηρίου ότι η εναγόμενη κανένα δικαίωμα δεν έχει να κατέχει ή να χρησιμοποιεί το διαμέρισμα και αφ' ετέρου διάταγμα έξωσης της εναγόμενης και των αντικειμένων της από το διαμέρισμα καθώς και απαγόρευσης της από του να επεμβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο σε αυτό. Πρόσθετα τούτων, οι ενάγοντες αξιώνουν και ενδιάμεσα οφέλη ύψους €340 μηνιαίως μέχρι να τους παραδοθεί κενή και ελευθέρα κατοχή. Μετά που επιδόθηκε η αγωγή στην εναγόμενη και εκ μέρους της καταχωρήθηκε εμφάνιση μέσω δικηγόρου στις 22/09/20, οι ενάγοντες καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση στις 09/10/20, ζητώντας στη βάση της Δ.18, την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της εναγόμενης ως η απαίτηση τους «για το λόγο ότι η εναγόμενη στερείται ουσιαστικής υπεράσπισης». Την αίτηση την υποστηρίζει Ε/Δ της ενάγουσας 2 στην οποία η τελευταία, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τα όσα αναφέρονται στην Ε/Α, ισχυρίζεται ότι τα γεγονότα για τα οποία ορκίζεται θετικά, επαληθεύουν πλήρως τις αξιώσεις των εναγόντων. Επισυνάπτει δε η ενάγουσα 2 στην Ε/Δ της ως Τεκ.Α το ενοικιαστήριο έγγραφο της 24/06/14 και ως Τεκ.Β την επιστολή τερματισμού που επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 24/07/20, ισχυριζόμενη όμως ότι η αναγραφή του δικού της ονόματος ως ιδιοκτήτη του ακινήτου στο ενοικιαστήριο έγγραφο αντί του ενάγοντα 1 συζύγου της, ο οποίος είναι και ο πραγματικός ιδιοκτήτης του, οφείλεται σε τυπογραφικό λάθος το οποίο όμως, με βάση νομική συμβουλή που έλαβε, δεν επηρεάζει την ουσία της υπόθεσης των εναγόντων. Ισχυρίζεται επίσης η ενάγουσα 2 στην Ε/Δ της ότι «η εναγόμενη δεν θεωρείται θέσμιος ενοικιαστής σύμφωνα και με την πρόσφατη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση ΧΧΧ ΦΥΣΕΝΤΖΙΔΗ Εφεσείοντα / Ενάγοντα και K&C SNOOKER & POOL ENTERTAINMENT, Εφεσίβλητων / Εναγομένων» και ως εκ τούτου θεωρεί ότι η εναγόμενη δεν έχει καμία υπεράσπιση και ότι η εμφάνιση της τελευταίας καταχωρήθηκε με μόνο σκοπό την καθυστέρηση στην έκδοση απόφασης εναντίον της και τη συνέχιση της παράνομης κατοχής του ακινήτου από μέρους της. Τέσσερεις μέρες μετά που καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση, η εναγόμενη καταχώρησε την υπεράσπιση της στην αγωγή, κεντρικός άξονας της οποίας είναι ουσιαστικά ότι το παρόν Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να δικάσει την υπόθεση εφόσον η εναγόμενη συνιστά θέσμιο ενοικιαστή του επίμαχου ακινήτου και συνεπώς εμπίπτει τόσο στις πρόνοιες του Ν.23/93 όσο και στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. Τη θέση της αυτή η εναγόμενη ισχυρίζεται στην υπεράσπιση της ότι την είχε ήδη θέσει μέσω των δικηγόρων της στους ενάγοντες από τις 24/01/19, ήτοι πριν να καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή, και οι τελευταίοι ουδέποτε την αμφισβήτησαν εξ ου και δεν μπορούν τώρα να ισχυρίζονται με την αγωγή τους ότι δεν δημιουργήθηκε θέσμια ενοικίαση. Πέραν τούτου, η εναγόμενη ισχυρίζεται στην υπεράσπιση της και ότι ο τερματισμός που επιχειρήθηκε να γίνει με την επιστολή της 24/07/16 ήταν εσφαλμένος και/ή αντινομικός. Προτού το Δικαστήριο επιληφθεί της αίτησης των εναγόντων για συνοπτική απόφαση, η οποία αίτηση είχε οριστεί από το Πρωτοκολλητείο για πρώτη φορά στις 16/12/19, οι ενάγοντες καταχώρησαν άλλη αίτηση, αυτή τη φορά μονομερή, με την οποία ζητούσαν διάταγμα με το οποίο να παρατείνεται ο χρόνος καταχώρησης τόσος της απάντησης στην υπεράσπιση όσο και της κλήσης για οδηγίες που η Δ.30 επιβάλλει να καταχωρηθεί όταν ολοκληρωθούν τα δικόγραφα. Ειδικότερα, οι ενάγοντες ζήτησαν όπως τους επιτραπεί να καταχωρήσουν την απάντηση τους εντός 10 ημερών από την όποια ημερομηνία ήθελε εκδοθεί η απόφαση στην αίτηση τους για συνοπτική απόφαση και όπως ακολούθως και εντός 90 ημερών από την καταχώρηση της απάντησης καταχωρήσουν την προβλεπόμενη κλήση για οδηγίες. Υποστήριξαν οι ενάγοντες με την Ε/Δ που συνόδευε την αίτηση για παράταση ότι «λόγω του ότι εκκρεμεί η αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερομηνίας 09/10/20 θεωρούμε ότι είναι δικονομικά ορθότερο όπως παραταθεί ο χρόνος καταχώρησης της απάντησης στην υπεράσπιση και ακολούθως να καταχωρηθεί η κλήση για οδηγίες.(ότι) η αιτούμενη παράταση χρόνου είναι αναγκαία ούτως ώστε να δικαστεί η αίτηση για συνοπτική πριν από κάθε άλλη καταχώρηση δικογράφου.(και ότι) η αιτούμενη παράταση χρόνου για την καταχώρηση της κλήσης για οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30 είναι απαραίτητη σε κάθε περίπτωση για να μην παρέλθει η προθεσμία που προβλέπουν οι θεσμοί και απωλέσουν το δικαίωμα τους οι ενάγοντες». Η ανάγκη κατά τους ενάγοντες που επέβαλλε την καταχώρηση εκείνης της αίτησης, ήταν διότι «εάν οι αιτούμενες παρατάσεις χρόνου δεν επιτραπούν, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος οι ενάγοντες αιτητές όχι μόνο να μην δύναται να αποδείξουν την αξίωση τους ή/και να μην τους επιδικαστούν οι θεραπείες που τυχόν να δικαιούνται». Όταν η εν λόγω αίτηση τέθηκε ενώπιον μου στις 30/11/20, έθεσα στη συνήγορο των εναγόντων τον προβληματισμό κατά πόσο μπορούσε να δοθεί παράταση χρόνου στη βάση γεγονότος που δεν είχε ακόμη επέλθει, ήτοι η έκδοση απόφασης στην αίτηση για συνοπτική απόφαση. Ζήτησε τότε η συνήγορος όπως αμφότερες οι παρατάσεις εγκριθούν να ισχύουν από εκείνη την ημέρα και όπως στο ενδιάμεσο εκδικαστεί η αίτηση για συνοπτική η οποία ήταν ορισμένη στις 16/12/
- Ενέκρινα τότε το αίτημα και έδωσα στους ενάγοντες παράταση καταχώρησης της απάντησης τους για περίοδο 2 μηνών από τις 30/11/20 και περαιτέρω παράταση 90 ημερών από την ημέρα καταχώρησης της απάντησης για καταχώρηση της κλήσης για οδηγίες που προνοεί η Δ.
- Παράλληλα τους έδωσα οδηγίες και όπως κοινοποιήσουν άμεσα στην αντίδικη πλευρά το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα παράτασης. Εν τω μεταξύ η εναγόμενη καταχώρησε ένσταση στην αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, με την οποία υποστηρίζει, στη βάση των αρχών που περιβάλλουν την Δ.18, ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και ότι αυτή θα πρέπει να αφεθεί να υπερασπιστεί στην αγωγή και να προβάλει την καλή υπεράσπιση που έχει στα πλαίσια πλήρους ακρόασης της ουσίας της αγωγής. Ειδικότερα, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι «ενόψει της λήξης του συμβολαίου και της παραμονής της εναγόμενης στο ακίνητο, η εναγόμενη είχε κατέστη θέσμιος ενοικιαστής υπό την έννοια του άρθρου 2 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου (Ν.23/1983), ως τροποποιήθηκε» και ότι τη θέση της αυτή την έθεσε μέσω επιστολής του δικηγόρου της (Τεκ.1) ρητά στους ενάγοντες και πολύ πριν καταχωρηθεί η αγωγή και ουδέποτε οι τελευταίοι την αμφισβήτησαν. Συνεπώς, ισχυρίζεται καταληκτικά η πλευρά της εναγόμενης, επειδή η ιδιότητα της ως θέσμιος ενοικιαστής του ακινήτου θέτει την υπόθεση εκτός της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και τη θέση αυτή οι ενάγοντες δεν την αμφισβήτησαν όταν τους είχε ρητά τεθεί, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι δεν δημιουργήθηκε θέσμια ενοικίαση και ότι αυτή, η εναγόμενη δηλαδή, έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και θα πρέπει να αφεθεί να την παρουσιάσει κατά την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης. Ανεξαρτήτως της θέσης της αυτής, η εναγόμενη ισχυρίζεται και ότι ο τερματισμός της ενοικίασης με την επιστολή της 24/07/16 ήταν εσφαλμένος και αντινομικός εφόσον δεν δόθηκε πλήρης ειδοποίηση ενός μηνός. Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από πλευράς των ευπαίδευτων συνηγόρων των μερών αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, έχοντας ταυτόχρονα κατά νου και τις σχετικές αρχές που διέπουν την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συνοπτική απόφαση και τις οποίες αρχές παραθέτω πιο κάτω. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η συγκεκριμένη εξουσία για έκδοση συνοπτικής απόφαση σε αγωγή, παρέχεται από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας[1], διάταξη η οποία αποτέλεσε το αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της εξουσίας αυτής του Δικαστηρίου συνοψίζονται ως εξής: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18, θ.θ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής: (α) το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, θ.
- (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ΄ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση.» [2] Ως προς το βάρος απόδειξης που τίθεται στους ώμους των διαδίκων, το πότε δύναται να εκδοθεί ή μη, συνοπτική απόφαση και ποιοι παράγοντες λαμβάνονται υπόψη, άκρως κατατοπιστικά είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα της νομολογίας τα οποία παραθέτω αυτούσια: «Σκοπός της συγκεκριμένης διάταξης είναι η παροχή στον ενάγοντα της δυνατότητας να πετύχει την έκδοση απόφασης, παρακάμπτοντας τη συνηθισμένη διεξαγωγή δίκης (trial), εφόσον ο ενάγων ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που τίθενται στη Δ.18, Θ.1 το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Όπως αναφέρεται στην Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.ά. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 ΑΑΔ 418: «Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης».» (βλ. LCA DOMIKI LIMITED ν. ICE DEVELOPERS LTD, ECLI:CY:AD:2017:A323, Πολιτική Έφεση Αρ. 473/2011, 28/9/2017) «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18.» Υπάρχει δε πλούσια νομολογία. Είναι εδώ αρκετό απλώς να παραπέμψουμε στις Αγγλικές αποφάσεις στις οποίες γίνεται αναφορά στη CY.E.M.S. Co. v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897 στις σελ. 902-905.» (βλ. Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.ά. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 ΑΑΔ 418 καθώς επίσης και BRAINVIBES LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2018:A235, Πολιτική Έφεση Αρ. 504/2012, 17/5/2018). Η έννοια βέβαια της «καλόπιστης υπεράσπισης» (bona fide defence) που ισχυρίζεται κάποιος εναγόμενος ότι έχει, δεν περιορίζεται στην αυστηρή έννοια του όρου υπεράσπιση αλλά επεκτείνεται και στην έγερση κάποιου θέματος που χρήζει εκδίκασης - «triable issue applicable to the claim». Συνακόλουθα, η ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή θέματος προς εκδίκαση, εξετάζεται υπό το φως του συνόλου όλων των προβαλλόμενων ισχυρισμών και δεδομένων της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των ισχυρισμών που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης του ίδιου του ενάγοντα - «...the defendant's affidavit must "condescend upon particulars". It is not enough merely to deny the debt, or allege fraud, or state a legal objection.» (Annual Practice σελ.250). Δεν είναι δηλαδή μόνο το τι ισχυρίζεται ο εναγόμενος που θα ληφθεί υπόψη αλλά και το τι ισχυρίζεται και μπορεί να αποδείξει ο ενάγοντας καθώς και το πως η μια θέση επηρεάζει την άλλη.[3] Άλλωστε, για να εκδοθεί συνοπτική απόφαση θα πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν δύο στοιχεία που αφορούν τόσο τον ενάγοντα όσο και τον εναγόμενο. Ο πρώτος θα πρέπει να μπορεί να αποδείξει ξεκάθαρα την υπόθεση του και ο δεύτερος να μην μπορεί να εγείρει οποιαδήποτε καλόπιστη υπεράσπιση ή οποιοδήποτε θέμα που χρίζει εκδίκασης. The purpose of 0.14 is to enable a plaintiff to obtain summary judgment without trial, if he can prove his claim clearly, and if the defendant is unable to set up a bona fide defence, or raise an issue against the claim which ought to be tried. (Roberts v. Plant, [1895] 1 Q.B. 597, C.A.; Robinson & Co. v. Lynes, [1894] 2 Q.B. 577). (βλ. σχετικό απόσπασμα από τη σελ. 243 του Annual Practice - «Judgment for Plaintiff» - το οποίο υιοθετήθηκε αυτούσιο στην κυπριακή νομολογία από την CY.E.M.S. Co. v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897). Στη βάση των πιο πάνω, το κοινοδίκαιο αλλά και η νομολογία έχουν αναγνωρίσει το δικαίωμα ενός εναγόμενου να υπερασπιστεί στην αγωγή όταν δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης («good defence to the claim on the merits») ή ότι η υπόθεση αφορά σε ένα δύσκολο νομικό σημείο («difficult point of law is involved»), ή τέτοια διαφορά ως προς τα γεγονότα που μόνο κατόπιν ακρόασης θα επιλυθεί («dispute as to the facts which ought, to be tried»). (βλ. Annual Practice σελ.260). Δεν αρκεί όμως ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333). Κοντολογίς, για να εκδοθεί συνοπτική απόφαση πρέπει να μην υπάρχει οποιαδήποτε εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε απόφαση επί των αξιώσεων του και να είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (βλ. R.C.K. Sports Ltd ν. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074 στην οποία γίνεται αναφορά στην Jones ν. Stones
(1984)A.C. 122). Επειδή όμως από πλευράς εναγομένου, για να απορριφθεί η αίτηση και να δοθεί άδεια για υπεράσπιση, ό,τι απαιτείται από αυτόν είναι να δείξει «.πως υπάρχει δικάσιμο θέμα «ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει», . (βλ. N. V. Caterchef Ltd v P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1912).(και ότι).στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά ν Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817,822 (λέχθηκε) ότι «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση»» (βλ. ΧΑΡΑΚΗΣ ν. ΒΡΥΩΝΗ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε28/2017, 24/10/2018), ο ενάγοντας αιτητής «έχει δικαίωμα να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση μετά από άδεια του Δικαστηρίου» (βλ. Δημητρίου ανωτέρω) ώστε καταδείξει ώστε, κυρίως μέσω σχετικής έγγραφης μαρτυρίας, ότι η μαρτυρία του εναγόμενου δεν μπορεί λογικά να θεωρηθεί πιστευτή - βλ. Λαζάρου όπου υιοθετήθηκε η αναφορά που γίνεται στο Supreme Court Practice 1999, Vol.1, σελ. 173: «"Τhe plaintiff has long been permitted to answer the defendant's evidence but the case cannot be tried on affidavits, and if the defendant's affidavit discloses a defence based on disputed facts it is generally useless for the plaintiff to reply. The Court is not bound to require documentary evidence from the plaintiff, if by his affidavit in reply he can show that there is no issue to try (Shurmur v. Young [1889] 5 T.L.R. 155, CA) but if he can demonstrate (e.g. by exhibiting contemporary documents) that the evidence of the defendant is not reasonably capable of belief this will prevent leave to defend being given."» έμφαση δική μου) Το γιατί ο αιτητής σε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης δικαιούται να απαντήσει και πώς δύναται να εξασκήσει το εν λόγω δικαίωμα του, απαντάται με σαφήνεια στις σελ. 247 και 248 του Annual Practice 1958. Υπάγοντας λοιπόν τις πιο πάνω αρχές στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης σημειώνω τα εξής: Ως διαφαίνεται από την ίδια τη Δ.18 αλλά και τις νομικές αρχές που αναφέρονται ανωτέρω, είναι επιβεβλημένο όπως ο ενάγοντας που επιδιώκει την υπέρ του έκδοση συνοπτικής απόφασης, δηλώσει στην Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση του μεταξύ άλλων και ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εξυπακούεται βέβαια ότι στο τέλος ο ενάγοντας θα πρέπει και να πείσει το Δικαστήριο για το βάσιμο της δήλωσης του αυτής, όμως, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη σελ.247 του Annual Practice όπου γίνεται παραπομπή στην παλαιά υπόθεση Manning v. Moriarty
(1883)12 L.R. Ir.372, το να περιληφθεί η συγκεκριμένη δήλωση στην Ε/Δ του ενάγοντα δεν είναι απλά μια τυπικότητα αλλά συνιστά ουσιαστική προϋπόθεση για την επιτυχία της αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, αφού μέσω της δήλωσης αυτής, ο ενάγοντας ουσιαστικά δεσμεύεται και δηλώνει ενόρκως ότι θεωρεί τα γεγονότα της υπόθεσης να είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που δεν χρειάζεται να γίνει κανονική δίκη οπόταν και θα πρέπει να εφαρμοστεί η Δ.18 (βλ. Νεάρχου ανωτέρω). Μάλιστα δε, όπως αναφέρεται στην ίδια σελίδα στο Annual Practice, είναι ανεπίτρεπτο για τον ενάγοντα να μεταβάλει αυτή τη δήλωση/προϋπόθεση του με το να παραδεχτεί την ύπαρξη υπεράσπισης έστω και για μέρος της αξίωσης του - «" Stating there is no Defence."—This statement is an essential part of the affidavit. The usual words used in the affidavit are, " I verily believe that there is no defence to this action " . It is not permissible to qualify this statement by any admission of a defence to part of the claim. Ο.14 is not intended to apply to a case where plaintiff seeks judgment only as to part of his claim;.». Τόση είναι δε η σπουδαιότητα του κριτηρίου αυτού, που η Δ.18
(9)(β) προνοεί ειδικά για τις κυρώσεις σε σχέση με τα έξοδα που δύναται να επιβληθούν σε ενάγοντα ο οποίος καταχωρεί αίτηση για συνοπτική απόφαση τη στιγμή που η υπόθεση δεν συνιστά περίπτωση η οποία δύναται να αποπερατωθεί με τη συνοπτική διαδικασία της Δ.18 ή όπου γνωρίζει ότι ο εναγόμενος πρόκειται να βασιστεί σε ισχυρισμό ο οποίος δικαιολογεί όπως στον τελευταίο δοθεί άδεια να υπερασπιστεί τον εαυτό του[4]. Ενώ όμως στην παρούσα υπόθεση οι ενάγοντες ορθά καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση μετά που η εναγόμενη καταχώρησε εμφάνιση στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο της αγωγής και ενώ ορθά την εν λόγω αίτηση τους την υποστήριξαν με Ε/Δ στην οποία δηλώνουν ρητά την πεποίθηση τους ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, την ίδια στιγμή, τα άλλα διαβήματα στα οποία προέβηκαν έχουν ουσιαστικά αναιρέσει και μεταβάλει (qualified) αυτήν την τους πεποίθηση. Εξηγώ. Το να αιτηθούν και να λάβουν οι ενάγοντες, εκκρεμούσης της εκδίκασης της αίτησης τους για συνοπτική απόφαση, όχι μόνο παράταση του χρόνου καταχώρησης Απάντησης στην Υπεράσπιση αλλά και παράταση καταχώρησης της προβλεπόμενης από τη Δ.30 Κλήσης για Οδηγίες, ουσιαστικά συνεπάγεται ότι οι ίδιοι είναι που δηλώνουν, εμμέσως πλην σαφώς, ότι υπάρχει το ενδεχόμενο η υπόθεση και κατ' επέκταση η απαίτηση τους να μην μπορεί να αποφασιστεί εκτός των πλαισίων κανονικής δίκης. Γιατί άλλωστε να ισχυριστούν οι ενάγοντες στην Ε/Δ που υποστήριζε το αίτημα τους για παράταση ότι, «εάν οι αιτούμενες παρατάσεις χρόνου δεν επιτραπούν, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος οι ενάγοντες αιτητές όχι μόνο να μην δύναται να αποδείξουν την αξίωση τους ή/και να μην τους επιδικαστούν οι θεραπείες που τυχόν να δικαιούνται», αν δεν ήταν διότι και οι ίδιοι θεωρούν ότι υπάρχει το ενδεχόμενο να μην δικαιούνται σε συνοπτική απόφαση οπόταν και θα πρέπει να αποδείξουν την απαίτηση τους σε πλήρη ακρόαση; Βεβαίως, κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι οι ενάγοντες ζήτησαν τις προαναφερόμενες παρατάσεις διότι η εναγόμενη καταχώρησε υπεράσπιση οπόταν και επειδή το δικόγραφο της Απάντησης είναι προαιρετικό, αυτοί «ανησύχησαν» ότι θα ενεργοποιούνταν οι αυστηρές προθεσμίες της Δ.30, οι οποίες, με βάση τα όσα αναφέρονται στο Θ.1(α)[5], δεν φαίνεται να «σταματούν» παρά μόνο στις περιπτώσεις όπου εκκρεμεί διαδικασία παρεμπίπτοντος διατάγματος. Με κάθε σεβασμό όμως, όχι μόνο τέτοιες ανησυχίες είναι παντελώς αβάσιμες, αλλά αν είναι όντως έτσι που σκέφτηκαν οι ενάγοντες, ήτοι να επιχειρήσουν να έχουν «όλες τις βάσεις τους καλυμμένες», προωθώντας ταυτόχρονα την υπόθεση τους και ως υπόθεση που δύναται να εκδικαστεί συνοπτικά αλλά και ως υπόθεση που θα πρέπει να αποφασιστεί στα πλαίσια κανονικής ακρόασης, τότε αυτό αγγίζει τα όρια της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, αν δεν συνιστά όντως τέτοια κατάχρηση. Θα δώσω όμως το δικαίωμα της αμφιβολίας στους ενάγοντες αναφορικά με το θέμα της κατάχρησης και θα θεωρήσω απλά ότι αυτοί έχουν παρερμηνεύσει και τις πρόνοιες της Δ.18 αλλά και της Δ.30. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι δεν προτίθεμαι να υπεισέλθω στο κατά πόσο τα παρεμπίπτοντα διατάγματα (interim/interlocutory orders) που αναφέρονται στη νέα Δ.30 Θ.1 περιορίζονται μόνο στα παρεμπίπτοντα διατάγματα απαγορευτικής ή προστακτικής φύσης (interim injuctions), ως φαίνεται να είναι η κοινή αλλά εσφαλμένη θεωρώ αντίληψή, αν και θα πρέπει να επισημάνω ότι ένα παρεμπίπτον διάταγμα μπορεί κάλλιστα να είναι και το διάταγμα παροχής ασφάλειας εξόδων. Αντιθέτως, το όλο θέμα που προκύπτει απαντάται επαρκώς θεωρώ από τη σχετική με τη Δ.18 νομολογία. Σύμφωνα λοιπόν με την πάγια αυτή νομολογία, η καταχώρηση αίτησης για συνοπτική απόφαση δυνάμει της Δ.18 όχι μόνο ανέκαθεν αναστέλλει όλες τις προθεσμίες για την καταχώρηση περαιτέρω δικογράφων αλλά μάλιστα ενεργοποιεί και την εξουσία του Δικαστηρίου όπως στα πλαίσια της ίδιας της αίτησης για συνοπτική απόφαση προχωρήσει, αν διαπιστώσει τελικά ότι θα πρέπει να δοθεί άδεια στον εναγόμενο να υπερασπιστεί και ότι θα πρέπει να διεξαχθεί κανονική δίκη, και δώσει τις οδηγίες που θα δίνονταν για σκοπούς της κανονικής ακρόασης με βάση τη Δ.30. «Stay by Application under O. 14. - Time for defence does not run between the time of taking out- and the hearing of a summons under O.14 (Hobson v. Monks, [1884] W . N. 8). When the Judge or Master gives leave to defend, conditional or unconditional, he may under r. 8. order the action to be set down for trial forthwith, without pleadings or may give such other directions as to time for defence and otherwise as he is obliged to do under O.30.» (βλ. Annual Practice σελ 252). Αυτό άλλωστε είναι και το πεδίο εμβέλειας και εφαρμογής της Δ.18 Θ.8[6], οι πρόνοιες της οποίας δίνουν την εξουσία στο Δικαστήριο όπως σε περίπτωση που αποφασίσει ότι ο εναγόμενος δικαιούται σε άδεια να υπερασπιστεί, ορίσει άμεσα την υπόθεση για κανονική ακρόαση και όπως επεξηγείται στη σελ 274 του Annual Practice, δώσει οδηγίες όπως η δίκη διεξαχθεί είτε χωρίς δικόγραφα, οπόταν και οι Ε/Δ που υποστηρίζουν αίτηση και ένσταση υπέχουν θέση δικογράφων, είτε στη βάση όποιων άλλων οδηγιών θα δίνονταν με βάση τη Δ.30 (αποκάλυψη, ανταλλαγή, παραδεκτά γεγονότα κλπ): " Shall give Directions."—.this Rule makes it obligatory to give the directions as would be given on a summons under O. 30, that is to say, all directions as to the further conduct of the action. The action may be ordered to be set down forthwith without pleadings or discovery of documents, in which case the affidavits would be directed to stand as pleadings. Or, discovery of documents may be ordered by lists.Otherwise, pleadings will be directed and directions given as to all the matters dealt with in 0. 30. .It is intended that all interlocutory proceedings shall be included so far as it is possible. If discovery of documents is ordered, it may be necessary to adjourn the summons until after inspection of documents is completed so as to deal with those matters relating to evidence and the place and mode of trial. The whole course of the action will, so far as is practicable, be ordered at the hearing of the summons under O. 14, without any adjournment. Any application subsequent· to the order made on the summons should be made under the summons by two clear days' notice stating the grounds of the application, but, if it be one that might have been made at the hearing of the original summons, it will be made at the applicant's peril as to costs. While this Rule makes it necessary for the Master to give all directions as to procedure it does not give him authority to restrict the right of the defendant to make such bona fide defences as he can. but where some defences are mere sham ones they may be struck out and any real defence remaining may be ordered to be tried as a short cause.». Το ότι ο εναγόμενος πρόλαβε και καταχώρησε υπεράσπιση πριν την εκδίκαση της αίτησης για συνοπτική, είναι μεν δικαίωμα και συνάμα υποχρέωση του τελευταίου, και σε κάποιες περιπτώσεις ίσως να είναι και αναμενόμενο ως θέμα τακτικής, όμως τέτοια καταχώρηση δεν ενεργοποιεί καμία προθεσμία σε βάρος του ενάγοντα και δη προθεσμία που αν παρέλθει δύναται να δώσει την εντύπωση ότι η αγωγή έχει εγκαταλειφθεί. Πώς άλλωστε θα μπορούσε να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι ο ενάγοντας έχει εγκαταλείψει την αγωγή του όταν ο χρόνος του αναλώνεται ακριβώς στην προσπάθεια του να εξασφαλίσει απόφαση υπέρ του και εναντίον του εναγόμενου και δη προωθώντας τη θέση ότι ο τελευταίος δεν έχει υπεράσπιση και ότι αν καταχώρησε τέτοιο δικόγραφο, αυτό έγινε απλά ώστε να καθυστερήσει τη διαδικασία; «.(σελ. 242 Annual Practice). The defendant· is, therefore, clearly entitled after appearance to deliver his defence at any time within that period. He is, in fact, worried by a note indorsed on the writ served on him .that if he does not do so, he may have judgment entered against him in default. If a defendant does deliver a defence the plaintiff may well find himself unable to swear an affidavit under sub-clause (
- a)of this Rule stating a belief that there is no defence to the action...The fact that the defendant has delivered a defence will not necessarily prevent the plaintiff from proceeding under O.14 .(σελ.. 259 Annual Practice). In McLardy v. Slateum, 24 Q. B. D. 504, the Divisional Court held that, though it was the intention of the Rules that the application should be made before a defence had been delivered in ordinary course, the plaintiff was not precluded from making it afterwards...» Όπως περαιτέρω επεξηγείται στη σελ. 665 του Annual Practice αναφορικά με την γενικότερη πρακτική σε σχέση με το στάδιο των οδηγιών, ήτοι της Δ.30, εκεί όπου υπάρχει ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο ζητείται η ανάκτηση γης, όπως είναι η παρούσα περίπτωση, τότε μετά που θα καταχωρήσει εμφάνιση ο εναγόμενος, ο ενάγοντας μπορεί είτε να περιμένει να παρέλθει άπρακτος ο χρόνος για την καταχώρηση υπεράσπισης και ακολούθως να αιτηθεί απόφαση με βάση τη σχετική Διαταγή (Δ.26), είτε να προχωρήσει με αίτηση για συνοπτική απόφαση δυνάμει της Δ.18. Αν τελικά δοθεί άδεια στον εναγόμενο να υπερασπιστεί στην αγωγή, τότε ο ενάγοντας θα πρέπει να χρησιμοποιήσει την αίτηση του για συνοπτική απόφαση ως κλήση για οδηγίες με βάση τη Δ.30: «.If the writ is specially indorsed with or accompanied by a statement of claim for recovery of land under Ο. 3 r. 6, the plaintiff may, after appearance, either proceed under Ο.14 or wait the expiration of the time for defence, and enter judgment in default of defence. If he proceeds under O. 14, and leave to defend is given, he must apply for directions under this Rule. Όλα τα πιο πάνω, τα οποία επιβεβαιώνονται και από την «παλαιά» Δ.30 Θ.1(c), όπου εκεί ρητά αναφέρετο ότι σε περίπτωση που ο ενάγοντας έχει αιτηθεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης δυνάμει της Δ.18, τότε το Δικαστήριο δύναται να θεωρήσει εκείνη την αίτηση ως κλήση για οδηγίες[7], δεν έχουν καθόλου μεταβληθεί δυνάμει της νέας Δ.30, αφού ακόμη και με την τροποποίηση της εν λόγω Διαταγής, οι πρόνοιες της Δ.18 και οι αρχές που τη διέπουν, έχουν συνειδητά, και κατά τη γνώμη μου ορθά αφεθεί εκτός των Διαταγών που αναφέρεται ότι θα πρέπει πλέον να «διαβάζονται υπό το πρίσμα» της «νέας» Δ.30.[8] Κοντολογίς, όχι μόνο οι ίδιοι οι Θεσμοί ήταν και είναι προσαρμοσμένοι έτσι ώστε ο ενάγοντας που καλόπιστα πιστεύει και προωθεί ότι «.η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη.» να μην πρέπει ν' «ανησυχεί» και για τις μελλοντικές δικονομικές του υποχρεώσεις σε περίπτωση που η αίτηση του για συνοπτική απόφαση δεν εγκριθεί, αλλά ούτε και διανοείτο ποτέ κάποιος ενάγοντας να αιτηθεί την έκδοση απόφασης με συνοπτικές διαδικασίες και την ίδια στιγμή να θέλει να του δοθούν και οδηγίες για σκοπούς της κανονικής δίκης της υπόθεσης. Αυτό αν μη τι άλλο διότι μια τέτοια ενέργεια καταδεικνύει μια εγγενή θεμελιακή αντίφαση στο πόσο «καθαρή» ο ίδιος ο ενάγοντας θεωρεί την απαίτηση του αλλά και την υπεράσπιση του αντιδίκου του να είναι. Εφόσον λοιπόν στην παρούσα υπόθεση η ίδια η πλευρά των εναγόντων ζήτησε και έλαβε, μέσω της αίτησης της για παράταση την ευκαιρία να προωθήσει την αξίωση της σε κανονική δίκη, δεν θα μπορούσε την ίδια στιγμή να προωθεί και την παρούσα αίτηση η οποία αποσκοπεί στο να αποστερήσει «ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη..» (βλ. Νεάρχου ανωτέρω). Είτε οι ενάγοντες καλόπιστα πιστεύουν ότι η απαίτηση τους είναι «καθαρή» και καμία υπεράσπιση δεν έχει η εναγόμενη, είτε θεωρούν ότι υπάρχει το ενδεχόμενο η υπόθεση να μην είναι τόσο «καθαρή» οπόταν και θα πρέπει να δοθούν οδηγίες για απόδειξη της κατόπιν κανονικής ακρόασης. Δεν μπορούν όμως να προωθούνται και οι δύο αυτές θέσεις και μάλιστα ως εξ' ίσου πιθανά ενδεχόμενα. Υπενθυμίζω εδώ ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά και δη σπάνια, όπως αναφέρεται στη νομολογία, αφού συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου δικαιολογείται η διεξαγωγή κανονικής δίκης, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας της υπεράσπισης. Αν τώρα αυτή η ανεπίτρεπτη διττή προσέγγιση της υπόθεσης είναι συνειδητά που έγινε, τότε, ως έχω ήδη αναφέρει, αυτό συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Υπό τις ανωτέρω περιστάσεις της υπόθεσης συνεπώς, όπως οι περιστάσεις αυτές διαμορφώθηκαν από την στάση των ίδιων των εναγόντων, δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής εξουσίας που έχει το Δικαστήριο με βάση τη Δ.18 ώστε να αποπερατωθεί η υπόθεση με συνοπτικές διαδικασίες αντί με κανονική ακρόαση. Η πιο πάνω διαπίστωση μου, η οποία είναι από μόνη της αρκετή για να σφραγίσει την τύχη της υπό κρίση αίτησης από αυτό το στάδιο, επιβεβαιώνεται παρά ταύτα και από τα όσα αφορούν στην ουσία της αίτησης, εφόσον από τα όσα έθεσαν ενώπιον μου οι δύο πλευρές προκύπτει ότι το θέμα της δικαιοδοσίας που έθιξε η εναγόμενη, όχι μόνο συνιστά καλό λόγο για να αφεθεί η τελευταία να υπερασπιστεί σε κανονική δίκη αλλά και ότι το θέμα αυτό προβληματίζει ακόμη και τους ίδιους τους ενάγοντες, παρά την δηλωθείσα περί του αντιθέτου πεποίθηση τους. Εξηγώ. Οι ενάγοντες ήγειραν στην Ε/Α από μόνοι τους και εντελώς απρόκλητα και χωρίς καν το θέμα να τεθεί δικογραφικά από την εναγόμενη, τον ισχυρισμό ότι η τελευταία δεν είναι θέσμιος ενοικιαστής και συνεπώς το παρόν Επαρχιακό Δικαστήριο έχει καθ' ύλη δικαιοδοσία να τους επιδικάσει τις θεραπείες που αξιώνουν. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι συνήθως το θέμα της δικαιοδοσίας εγείρεται και πρέπει να αποδεχθεί από το διάδικο που την αμφισβητεί, θα μπορούσε ίσως αυτός, ο από τους ίδιους τους ενάγοντες προβαλλόμενος ισχυρισμός, να θεωρηθεί απλά ως ένας αχρείαστος και εκ του περισσού ισχυρισμός. Την ίδια στιγμή όμως, αν για κάποιο λόγο το βάρος απόδειξης της ύπαρξης δικαιοδοσίας είναι στους ώμους του διάδικου που την επικαλείται, τότε τα πράγματα αλλάζουν και η δικαιοδοσία καθίσταται πλέον μέρος της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου. Το ερώτημα λοιπόν που δημιουργείται είναι γιατί οι ενάγοντες να αποφασίσουν να θέσουν δικογραφικά το συγκεκριμένο δικαιοδοτικό θέμα ως μέρος της δικής τους υπόθεσης. Μήπως διότι θεωρούν ότι φέρουν οι ίδιοι το βάρος να αποδείξουν ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία; Ή μήπως διότι προσπάθησαν απλά να προλάβουν την εναγόμενη από του να εγείρει το θέμα και ενδεχομένως να πείσει έτσι ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή; Υπενθυμίζω ότι όπως επισημαίνεται στις νομικές αρχές που έχω παραθέσει ανωτέρω αλλά και στην ίδια την Δ.18 (Δ.18 θ.8(β)), δεν είναι επιτρεπτό για τον ενάγοντα να καταχωρήσει αίτηση δυνάμει της Δ.18 αν γνωρίζει ότι ο εναγόμενος πρόκειται να προβάλει κάποιο ισχυρισμό ο οποίος θα του δώσει το δικαίωμα να υπερασπιστεί την αγωγή. Όπως και να έχει το πράγμα όμως, οι ενάγοντες δεν περιορίστηκαν σε απλή προβολή του συγκεκριμένου θέματος της δικαιοδοσίας στο δικόγραφο τους, αλλά μέσω της Ε/Δ που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση τους, η οποία να σημειωθεί ότι καταχωρήθηκε πριν καν η εναγόμενη καταχωρήσει υπεράσπιση και εγείρει το θέμα της δικαιοδοσίας, προχώρησαν, και όχι μόνο ενέταξαν οι ίδιοι το συγκεκριμένο δικαιοδοτικό θέμα στους ισχυρισμούς που θεωρούσαν ότι έπρεπε να αποδείξουν ώστε να εξασφαλίσουν συνοπτική απόφαση αλλά επιχείρησαν και να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που θεωρούσαν ότι είχαν να καταδείξουν ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία ως ισχυρίζονται. Για το σκοπό αυτό επικαλέστηκαν ρητά στην Ε/Δ τους την υπόθεση ΦΥΣΕΝΤΖΙΔΗ v. K&C SNOOKER & POOL ENTERTAINMENT, ECLI:CY:AD:2020:A171, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 30/2019, 1/6/2020, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ασχολήθηκε με την ορθή ερμηνεία του όρου «θέσμιος ενοικιαστής» για σκοπούς εξέτασης του θέματος εφαρμογής του Ν.23/93 και της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. Σύμφωνα λοιπόν με τα λεχθέντα στην Φυσεντζίδης, η ορθή ερμηνεία του Ν.23/93 ως προς το δικαιοδοτικό θέμα της δημιουργίας θέσμιας ενοικίασης και κατ' επέκταση της απόκτησης αποκλειστικής δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, ήταν αυτή που δόθηκε στην απόφαση του Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου στην Κωνσταντινίδη ν. Βραχίμη, αρ. αγωγής 567/1991, ημερ. 30.6.1993, ήτοι ότι «.διαχρονικά για την εφαρμογή του νόμου του ενοικιοστασίου, που περιορίζει τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη, η ενοικίαση ή διάθεση του ακινήτου προς ενοικίαση κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος των περιορισμών ήταν προϋπόθεση.». Το ερώτημα βεβαίως που προκύπτει συνεπεία της εν λόγω ερμηνείας αφορά στο ποιος είναι πλέον ο διάδικος που θα πρέπει να αποδείξει ότι το ακίνητο ήταν ή όχι «.συμπληρωμένο πριν από την έναρξη της ισχύος του Νόμου.(και αν τότε). βρισκόταν και υπό ή προς ενοικίαση»; Ο ενάγοντας που προσφεύγει στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου και ο οποίος είναι και το μόνο πρόσωπο που είναι σε θέση να γνωρίζει αυτήν την πληροφορία ή ο εναγόμενος που αμφισβητεί τη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου αλλά πολύ πιθανόν να μην είναι σε θέση να γνωρίζει ποια ήταν η κατάσταση του ακινήτου κατά την 31/12/99; Ή μήπως ο ενάγοντας δεν χρειάζεται να αποδείξει την ύπαρξη δικαιοδοσίας εκτός αν ο εναγόμενος εγείρει απλά το θέμα με το δικόγραφο του οπόταν και πλέον η συζήτηση θα περιστραφεί γύρω από τις βασικές αρχές του γενικού βάρους απόδειξης (burden of proof) και του ειδικού βάρους απόδειξης (evidential burden); Τα πιο πάνω ερωτήματα δεν χρειάστηκε να εξεταστούν και να απαντηθούν στην Φυσεντζίδης διότι εκεί ο ενάγοντας πέτυχε στην αξίωση του αφού, όπως επεσήμανε το Ανώτατο Δικαστήριο, όχι μόνο ήταν αδιαμφισβήτητο το πρωτόδικο εύρημα ότι το εκεί επίδικο υποστατικό βρισκόταν μέσα σε ελεγχόμενη περιοχή και ότι είχε συμπληρωθεί πριν από την 31.12.1999 αλλά και διότι έμεινε «.αναντίλεκτη(ς) (η) θέση(ς) του (ενάγοντα), την οποία και αποδέχτηκε το Πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι κατά την 31.12.1999 το κατάστημα δεν ήταν ούτε ενοικιασμένο, ούτε προσφερόταν προς ενοικίαση, αφού το κατείχε και το χρησιμοποιούσε ο ίδιοςο Εφεσείοντας ιδιοκτήτης του». Στην παρούσα περίπτωση όμως, καμία σχετική μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε από πλευράς εναγόντων μέσω της Ε/Δ που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση και λαμβανομένου υπόψη αφ' ενός του ότι είναι οι ίδιοι οι ενάγοντες που ήγειραν πρώτοι το θέμα της δικαιοδοσίας και αφ' ετέρου ότι αυτοί, οι ενάγοντες δηλαδή, ήδη γνώριζαν ότι η εναγόμενη θα πρόβαλλε το συγκεκριμένο θέμα ως υπεράσπιση, η επί του προκειμένου παράλειψη τους δεν μπορεί παρά να είναι καταλυτική για την υπό κρίση αίτηση. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι ούτε στις θέσεις της εναγόμενης προβάλλεται οποιαδήποτε θέση ως προς την κατάσταση στην οποία βρισκόταν το επίδικο υποστατικό κατά την 31/12/99, όμως, ως ανέφερα ανωτέρω, βασική προϋπόθεση για την έκδοση συνοπτικής απόφασης είναι ο ενάγοντας να πείσει ότι η απαίτηση του είναι «καθαρή» τόσο από πραγματικής όσο και από νομικής σκοπιάς. Από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου όμως, δεν προκύπτει η παρούσα να συνιστά μια τέτοια καθαρή «υπόθεση». Αν οι ενάγοντες προβληματίστηκαν από την Φυσεντζίδης και ήγειραν πρώτοι το θέμα της δικαιοδοσίας διότι θεωρούν ότι φέρουν αυτοί το βάρος απόδειξης της ύπαρξης της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού, τότε η Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση τους για συνοπτική θα έπρεπε να περιέχει και τα σχετικά γεγονότα που το αποδεικνύουν και τα οποία στοιχεία σίγουρα αυτοί γνωρίζουν. Αν από την άλλη ο λόγος που ήγειραν πρώτοι οι ενάγοντες το θέμα της δικαιοδοσίας είναι για να προλάβουν την εναγόμενη από του να το εγείρει αυτή, τότε, εφόσον γνώριζαν ότι θα εγερθεί το θέμα ως υπεράσπιση και ότι αυτοί θα επικαλούνταν την Φυσεντζίδης, θα αναμένετο ότι με την Ε/Δ τους θα παρουσίαζαν εκείνα τα στοιχεία που θα καταδείκνυαν από το παρόν στάδιο ότι όντως η εναγόμενη δεν έχει καλή υπεράσπιση και τα οποία στοιχεία, ως ήδη ανέφερα, οι ίδιοι σίγουρα τα γνωρίζουν. Υπενθυμίζω εδώ επίσης ότι οι ενάγοντες είχαν το δικαίωμα, ως αναφέρεται και στις πιο πάνω νομικές αρχές, να καταχωρήσουν απαντητική Ε/Δ και με αυτή να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τα στοιχεία που θα καταδείκνυαν ξεκάθαρα την πλήρη εφαρμογή του λόγου αλλά και του αποτελέσματος της Φυσεντζίδης που επικαλούνται όμως τίποτα τέτοιο δεν έπραξαν. Αν τώρα προτίθενται να προβάλλουν κάποιο σχετικό ισχυρισμό στο δικόγραφο της Απάντησης, το οποίο να σημειωθεί ότι μέχρι σήμερα δεν φαίνεται να έχει ακόμη καταχωρηθεί αφού η προθεσμία για τούτο δεν έχει ακόμη παρέλθει, τότε ένας τέτοιος ισχυρισμός θα έπρεπε να αποτελέσει μέρος της μαρτυρίας στην παρούσα διαδικασία με τον ενδεδειγμένο τρόπο, κάτι που επίσης δεν έγινε. Όλοι όμως οι πιο πάνω προβληματισμοί και διαπιστώσεις αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας λαμβανομένου υπόψη ότι στην Φυσεντζίδης λέχθηκε ξεκάθαρά ότι, «Εφόσον ο νόμος του ενοικιοστασίου δεν εφαρμοζόταν και η Εφεσίβλητη δεν είχε καταστεί θέσμιος ενοικιαστής, δεδομένης της μη ανανέωσης της συμβατικής ενοικίασης, όφειλε με την λήξη της περιόδου της ενοικίασης . να εγκαταλείψει το κατάστημα, αφού κανένα δικαίωμα δεν είχε να διατηρεί την κατοχή του.»,. Αυτό γιατί στην παρούσα περίπτωση δεν αμφισβητήθηκε ποτέ και ούτε αμφισβητείται ότι η συμβατική ενοικίαση δεν ανανεώθηκε με τη λήξη της περιόδου ενοικίασης και το μόνο θέμα που ηγέρθηκε και που εγείρεται, είναι ουσιαστικά η δημιουργία ή μη θέσμιας ενοικίασης και η εφαρμογή ή μη του Ν.23/93. Γιατί λοιπόν οι ενάγοντες να μην παρουσιάσουν τα μόνα στοιχεία που θα ξεκαθάριζαν εύκολα το θέμα της δικαιοδοσίας και που θα δικαιολογούσαν την πεποίθηση τους ότι καμία υπεράσπιση δεν έχει η εναγόμενη; Για ευνόητους λόγους δεν προτίθεμαι ούτε να διερευνήσω αλλά ούτε και να ασχοληθώ περαιτέρω με τους πιο πάνω προβληματισμούς, αν μη τι άλλο διότι δεν είναι αυτός ο σκοπός της παρούσας διαδικασίας. Η δημιουργία όμως αυτών των νομικών και πραγματικών (factual) προβληματισμών υποδηλοί το λιγότερο ότι η υπόθεση δεν μπορεί να αποπερατωθεί με τη συνοπτική διαδικασία της Δ.18 και δη στη βάση των στοιχείων που έχουν προς το παρόν τεθεί ενώπιον μου, αλλά ότι το όλο θέμα θα πρέπει να αποφασιστεί στα πλαίσια κανονικής δίκης, όπως άλλωστε ήταν και αυτό που και οι ίδιοι οι ενάγοντες επεδίωξαν να πράξουν με την εκηλωθείσα πρόθεσης τους να καταχωρήσουν και κλήση για οδηγίες. Των πιο πάνω λεχθέντων όμως, δεν θεωρώ ότι χρειάζεται η κανονική δίκη που θα γίνει να περιπλεχτεί με πληθώρα θεμάτων, εφόσον, ως έχω ήδη εξηγήσει, το μόνο ουσιαστικά που έμεινε να αποφασιστεί είναι αν το επίδικο ακίνητο είχε ολοκληρωθεί μέχρι την 31/12/99 και αν ήταν τότε υπό ή προσφέρετο για ενοικίαση. Αυτό είναι θεωρώ και το μόνο θέμα για το οποίο θα πρέπει να δοθεί άδεια στην εναγόμενη να υπερασπιστεί και αυτό λαμβανομένου υπόψη τόσο των δικογραφημένων θέσεων των διαδίκων και των θέσεων που αυτοί πρόβαλαν ενόρκως στην παρούσα διαδικασία όσο και των όσων λέχθηκαν στην Φυσεντζίδης ανωτέρω. Συνεπώς, το αίτημα για έκδοση συνοπτικής απόφασης με βάση τη Δ.18 δεν εγκρίνεται και δίδω άδεια στην εναγόμενη να υπερασπιστεί στην αγωγή, στο περιορισμένο όμως βαθμό που αναφέρω ανωτέρω. Ασκώντας ταυτόχρονα τις εξουσίες που μου παρέχει η Δ.18 Θ.8, δίδω επίσης οδηγίες όπως αμφότεροι διάδικοι καταχωρήσουν Ε/Δ αποκάλυψης των εγγράφων που θα χρησιμοποιήσουν κατά τη δίκη εντός 30 ημερών από την ημερομηνία που θα καταχωρηθεί και θα παραδοθεί το δικόγραφο της απάντησης των εναγόντων, όπως εντός της ίδιας προθεσμίας επιθεωρηθούν και/ή ανταλλαχθούν μεταξύ των διαδίκων τα σχετικά έγγραφα και ορίζω την υπόθεση για ακρόαση, χωρίς να παρίσταται η ανάγκη να καταχωρηθούν κατάλογοι μαρτύρων, στις 26/03/21 και ώρα 10:30 (βλ. ΣΤΕΛΙΟΣ ΣΑΒΒΑ ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ v. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,, Αγωγή Αρ. 1/2019, 28/5/2020). Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις τις υπόθεσης κρίνω, και αυτό χωρίς να παραγνωρίζω τις πρόνοιες της Δ.18 Θ.9(β), ότι αυτά θα πρέπει να συνιστούν έξοδα στην πορεία της αγωγής, σε καμία όμως περίπτωση εναντίον της εναγόμενης και εκδίδω ανάλογη διαταγή. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] 18.1(
- a)Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend [2] Νεάρχου και Άλλου ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2005)1 Α.Α.Δ. 818 [3] Annual Practice σελ. 243 «Defendant's rights.— (See more fully notes to r. 6, infra.) Ο.14 was not intended to shut out a defendant who could show that there was a triable issue applicable to the claim as a whole from laying his defence before the Court, .. Summary judgment under this Rule should not be granted when any serious conflict us to matter of fact or any real difficulty as to matter of law arises (Crawford v. Gilmore, 30 L.R.Ir. 238; Electric &General Contract Corporation v. Thomson-Houston, etc..Co., 10 T. L. R. 103).» [4] 9(
- b)If the plaintiff makes an application under this Order where the ease is not within the Order, or where the plaintiff, in the opinion of the Court, knew that the defendant relied on a contention which would entitle him to unconditional leave to defend, the application may be dismissed with costs to be paid forthwith by the plaintiff. [5] 1(α)Ο ενάγων σε κάθε αγωγή υποχρεούται εντός ενενήντα ημερών από το χρόνο κατά τον οποίο τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα και προτού λάβει οποιοδήποτε νέο μέτρο στην αγωγή, εκτός από αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα, να εκδώσει κλήση για οδηγίες, οριζόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου σε χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των εξήντα ημερών. [6] 8. (
- a)Where leave, whether conditional or unconditional, is given to defend, the Court shall have power to set down the action for trial forthwith. [7] Παλαίά Δ.30
(1)(c) Where under Order 18 the plaintiff applies for judgment, the Court may deal with such application as if the plaintiff had been entitled to take out and had taken out a summons for directions. [8] Νέα Δ.30
(3)(β) Οι Διαταγές 14, 19 θεσμοί 6-9, 24, 28, 33, 38, 49, 57, 59 και 60 που αναφέρονται στο Παράρτημα του Τύπου 25, θα διαβάζονται υπό το πρίσμα της παρούσας Διαταγής: cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο