Σαμαρία Παπαδάκη κ.α. ν. S.K. Kuechen Design Solutions Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 4342/11, 29/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4342/11 Μεταξύ:
- XXXXX Σαμαρία,
- XXXXX Κοκκίνη
- XXXXX Δημητρίου
- XXXXX Παπαδάκη Ενάγοντες και
- S.K. Kuechen Design Solutions Limited
- XXXXX Κλεάνθους
- XXXXX Κλεάνθους
- XXXXX Κλεάνθους Εναγόμενοι Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 10/05/18 Αρ. Αγωγής: 4342/11 Μεταξύ:
- XXXXX Σαμαρία Παπαδάκη
- XXXXX Παπαδάκη Ενάγοντες και
- S.K. Kuechen Design Solutions Limited
- XXXXX Κλεάνθους
- XXXXX Κλεάνθους
- XXXXX Κλεάνθους Εναγόμενοι -------------------------------------------------- Ημερομηνία: 29 Ιανουαρίου 2021 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: κ. Ματθαίου με κα Αντρέου για Χριστάκης Ν. Ματθαίου Για εναγόμενους: κ. Πογιατζής με κ. Ταουσιάνη για Λέλλος Π. Δημητριάδης ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Ως είναι σύνηθες φαινόμενο στην κυπριακή κοινωνία, οι σχέσεις μεταξύ γειτόνων δεν είναι πάντοτε αρμονικές, ενώ ακόμη και εκεί που στο παρελθόν είχαν δημιουργηθεί κάποιες άριστες και αρμονικές σχέσεις γειτονίας, οι πλείστες εξ αυτών, με τη πάροδο του χρόνου και ιδιαίτερα μετά την «αποχώρηση» των παλαιότερων γενεών που τις δημιούργησαν, κλονίζονται. Συνήθως δε, οι διαφορές που επιφέρουν αυτό τον ανεπανόρθωτο κλονισμό των γειτονικών σχέσεων αφορούν σε δικαιώματα επί της γης που ο κάθε γείτονας καταλαμβάνει και συνήθως, οι διαφορές αυτές, οι οποίες δεν ήταν ή δεν θα ήταν σημαντικές για τους «αρχικούς» γείτονες, καταλήγουν να συνιστούν μείζονα θέματα για τους νυν γείτονες, για λόγους βέβαια που μόνο αυτοί γνωρίζουν. Έτσι λοιπόν και στην παρούσα υπόθεση, οι διάδικοι και οι οικογένειες τους ήταν γείτονες στο Καϊμακλί από τη δεκαετία του 1940 που ζούσαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες τους. Τα ακίνητα τους δε, ήτοι το ακίνητο με αρ. εγγραφής 1/XXXXX, Φύλ./Σχ. 21/1000V01, Τμχ. 9XXXXX2, Τμ.1 (εφ' εξής 9XXXXX2), το οποίο ανήκει σήμερα κατά 2/3 στην ενάγουσα 1 και κατά 1/3 στον ενάγοντα 2 γιο της και το ακίνητο με αρ. εγγραφής 1/866, Φύλ./Σχ. 21/1000V01, Τμχ. 9XXXXX7, Τμ.1 (εφ' εξής 9XXXXX7), το οποίο ανήκε στην οικογένεια των εναγομένων 2, 3 και 4 οι οποίοι είναι αδέλφια και του οποίου σήμερα μοναδικός εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης είναι ο εναγόμενος 2, είναι ουσιαστικά «κολλημένα» το ένα με το άλλο. Οι σχέσεις των διαδίκων και των οικογενειών τους ήταν άριστες για 65 χρόνια τουλάχιστον, ήτοι μέχρι το 2005 και η συνύπαρξη τους στο χώρο πέραν από αρμονική. Μάλιστα δε, όπως φάνηκε και κατά την ακρόαση της υπόθεσης, οι δύο οικογένειες και ειδικότερα οι ενάγοντας 2 και εναγόμενοι 2, 3 και 4 ουσιαστικά «μεγάλωσαν» μαζί. Όταν όμως τα ακίνητα «έφυγαν» από τους παππούδες και τις γιαγιάδες των διαδίκων και περιήλθαν στην ιδιοκτησία των νεότερων γενεών, μία ορθογώνια σχεδόν λωρίδα γης, έκτασης μόλις 4.04τ.μ, η οποία βρίσκεται στην πρόσοψη των δύο ακινήτων και εφάπτεται του δημόσιου δρόμου που περνά από μπροστά τους, κατέστη αφορμή για να επέλθει πλήρης ρήξη στις σχέσεις τους. Η συγκεκριμένη λωρίδα γης αρχίζει από το νοτιοδυτικό άκρο του 9XXXXX7 και εκτείνεται κατά μήκος του δημόσιου δρόμου, είναι μήκους 3,35μ. και πλάτους 1.20μ και βρίσκεται μπροστά από την αυλή του 9XXXXX2 των εναγόντων (νότιο μέρος). Ουσιαστικά πρόκειται για δύο κολλημένα ακίνητα με το ένα να βρίσκεται στα νότια λίγο πιο πίσω από το άλλο. Ο «κενός» χώρος που υπάρχει μπροστά από το ακίνητο που είναι πιο πίσω, ήτοι το ακίνητο των εναγομένων, και ο οποίος ξεκινά από το «πλάι» της άκριας του ακινήτου που είναι πιο μπροστά, ήτοι του ακινήτου των εναγόντων, είναι η επίδικη λωρίδα και επί αυτής οι ενάγοντες ανήγειραν τοίχο με πόρτα η οποία ενώνει το δρόμο με την αυλή του ακινήτου τους (τοίχος με αυλόθυρα). Η επίδικη όμως διαφορά της υπόθεσης δεν αφορά ακριβώς στο ποιου είναι που ανήκει η εν λόγω λωρίδα. Το θέμα αυτό έχει ήδη αποφασιστεί από το Διευθυντή του Κτηματολογίου στις 21/11/06, όταν ο τελευταίος, κατόπιν εξέτασης της αίτησης που υπέβαλε η ενάγουσα 1 για επίλυση συνοριακής διαφοράς, αποφάσισε μεταξύ άλλων ότι η συγκεκριμένη λωρίδα ανήκει στο 9XXXXX7, ήτοι στο ακίνητο του εναγόμενου
- Η απόφαση αυτή δεν έχει εφεσιβληθεί από τους ενάγοντες, οι οποίοι δέχονται ότι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης της λωρίδας επί της οποίας ανήγειραν τον τοίχο και την αυλόθυρα είναι σήμερα ο εναγόμενος
- Ισχυρίζονται όμως οι ενάγοντες, και αυτό είναι που συνιστά και το βασικό επίδικο θέμα στην υπόθεση, ότι αυτοί είναι που θα πρέπει να καταστούν ιδιοκτήτες της λωρίδας. Τον ισχυρισμό αυτό βέβαια οι εναγόμενοι τον απορρίπτουν κατηγορηματικά, ζητώντας με τη σειρά τους όπως κατεδαφιστεί ο τοίχος και η αυλόθυρα και όπως οι ενάγοντες απομακρυνθούν από τη λωρίδα και περιοριστούν στα σύνορα που τους υπέδειξε ο Διευθυντής. Για να γίνει όμως καλύτερα αντιληπτή η φύση της επίδικης διαφοράς και το πώς οι προηγουμένως αρμονικά συνπάρχοντες γείτονες διάδικοι κατέληξαν στα Δικαστήρια, χρειάζεται πρώτα να γίνει μια αναδρομή στο ιστορικό της υπόθεσης το οποίο σε μεγάλο μέρος του προκύπτει να είναι κοινώς αποδεκτό. Μετά λοιπόν που οι ενάγοντες κατέστησαν ιδιοκτήτες του 9XXXXX2, αυτοί αποφάσισαν να μετατρέψουν τη διώροφη οικοδομή που υπήρχε στο ακίνητο τους, η οποία οικοδομή να σημειωθεί έχει κηρυχθεί διατηρητέα, σε τρεις ανεξάρτητες μονάδες κατοικίας. Αποτάθηκαν λοιπόν στις αρμόδιες αρχές για να εξασφαλίσουν τις απαιτούμενες άδειες και υπέβαλαν σχέδια τα οποία έδειχναν ότι θα μετέτρεπαν τη διατηρητέα οικοδομή σε τρεις ανεξάρτητες κατοικίες, ότι η μία εκ των τριών κατοικιών θα ήταν στο χώρο της αυλής του 9XXXXX2 και ότι επειδή η μοναδική είσοδος / έξοδος της εν λόγω κατοικίας θα ήταν μέσω της επίδικης λωρίδας, προτίθεντο να ανεγείρουν επί της λωρίδας τοίχο με αυλόθυρα η οποία θα συνιστούσε την είσοδο - έξοδο στην ανεξάρτητη αυτή κατοικία. Αφού τα σχέδια και οι αιτήσεις των εναγόντων εξετάστηκαν από τις αρμόδιες αρχές αυτά εγκρίθηκαν και στους ενάγοντες χορηγήθηκε πολεοδομική άδεια στις 22/01/04 και οικοδομική άδεια την 03/01/05 οπόταν και οι τελευταίοι, όντως πλέον πλήρως αδειοδοτημένοι, προχώρησαν με την εκτέλεση των σχετικών εργασιών. Περί το 2006 όμως, όταν άρχισε να ανεγείρεται ο τοίχος και η αυλόθυρα, ο πατέρας του εναγόμενου 2 διαμαρτυρήθηκε για τις άδειες που είχαν δοθεί στους ενάγοντες, υποστηρίζοντας ότι εσφαλμένα είχε επιτραπεί σε αυτούς η ανέγερση του τοίχου και της αυλόθυρας στη λωρίδα αφού αυτή ανήκε στο 9XXXXX7 και όχι στο ακίνητο 9XXXXX2 των εναγόντων. Συνεπεία της διαμαρτυρίας αυτής, οι ενάγοντες υποχρεώθηκαν από το Δήμο να σταματήσουν τις εργασίες μέχρι να ξεκαθαρίσει το θέμα και για το λόγο αυτό ζήτησαν από το Διευθυντή του Κτηματολογίου να επιλύσει τη συγκεκριμένη διαφορά. Η απόφαση του Διευθυντή ήταν, ως ανέφερα ανωτέρω, ότι η επίδικη λωρίδα δεν ανήκει στους ενάγοντες αλλά στο ακίνητο του εναγόμενου
- Ο Διευθυντής όμως είχε καταλήξει και σε ένα άλλο συμπέρασμα το οποίο επίσης δεν εφεσιβλήθηκε, ήτοι ότι σε άλλο σημείο όπου τα δύο ακίνητα εφάπτονται, το ακίνητο του εναγόμενου 2 (9XXXXX7) και η οικοδομή που βρίσκεται σ' αυτό επεμβαίνουν στο ακίνητο των εναγόντων, ήτοι στο 9XXXXX
- Η επέμβαση αυτή, η οποία έχει σχήμα ανάποδου τριγώνου («σφήνας») με μέγιστο πλάτος 0,75μ. και η οποία ξεκινά από το νότιο σύνορο των ακινήτων και εκτείνεται προς τα βόρεια και κατά μήκος ολόκληρου σχεδόν του κάθετου συνόρου, είναι παραδεχτό ότι καλύπτει συνολική έκταση γης μόλις 2.74 τ.μ. Συνεπεία των πιο πάνω όμως, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι δεν μπορούν να λάβουν πλέον τις απαιτούμενες τελικές εγκρίσεις για τον τοίχο και αυλόθυρα που ανήγειραν στην επίδικη λωρίδα γης, με την αυλόθυρα να συνιστά και τον μοναδικό τρόπο πρόσβασης στην ανεξάρτητη κατοικία που έχουν δημιουργήσει, και ο εναγόμενος 2 αρνείται κατηγορηματικά να τους δώσει οποιαδήποτε συγκατάθεση ως ιδιοκτήτης της λωρίδας έστω και αν αυτοί δήλωσαν και δηλώνουν πλήρως διατεθειμένοι να τον αποζημιώσουν χρηματικά. Καταχωρήθηκε λοιπόν η παρούσα αγωγή με την οποία οι ενάγοντες ζητούν όπως ο εναγόμενος 2 διαταχθεί σήμερα να τους μεταβιβάσει την εν λόγω λωρίδα και δηλώνουν πλήρως έτοιμοι να του καταβάλουν ό,τι αποζημίωση δικαιούται. Συγκεκριμένα, η θεραπεία που οι ενάγοντες αξιώνουν σύμφωνα με το αιτητικό της Ε/Α είναι: «Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο Εναγόμενος 2 να εγγράψει επ' ονόματι των Εναγόντων 1 και 2 κατά ποσοστό 2/3 και 1/3 αντίστοιχα και/ή υπογράψει κάθε αναγκαίο έγγραφο και/ή παρουσιαστεί ενώπιον οποιασδήποτε αρμόδιας Αρχής της Δημοκρατίας για την εγγραφή επ' ονόματι τους της λωρίδας γης που βρίσκεται στο τεμάχιό τους με αριθμό 9XXXXX2, αλλά ιδιοκτησιακά ανήκει στον Εναγόμενο 2, και το οποίο όμως παραχωρήθηκε σ' αυτούς δυνάμει της συμφωνίας/ανταλλαγής που έγινε από το έτος 1969 και από τότε μέχρι σήμερα κατεχόταν και εχρησιμοποιείτο από τους γονείς και στη συνέχεια από τους Ενάγοντες 1 και 2 μέχρι και σήμερα, δυνάμει της αρχής του περιουσιακού κωλύματος (proprietory estoppel). . Β) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες 1 και 2 δικαιούνται να εγγραφούν ως ιδιοκτήτες κατά ποσοστό 2/3 και 1/3 αντίστοιχα του μέρους εκείνου του πιο πάνω περιγραφομένου ακινήτου, ιδιοκτησίας του Εναγομένου 2 που κατέχουν και/ή χρησιμοποιούν σήμερα δυνάμει συμφωνίας και/ή περιουσιακού κωλύματος και/ ή άλλως πως.» Σύμφωνα με το δικόγραφο των εναγόντων, ο λόγος που θεωρούσαν και θεωρούν ότι η επίδικη λωρίδα είναι δική τους είναι διότι το 1969, κατόπιν προφορικής συμφωνίας η εν λόγω λωρίδα παραχωρήθηκε στο ακίνητο τους με αντάλλαγμα την έκταση γης που ο Διευθυντής του Κτηματολογίου διαπίστωσε επέμβαση του 9XXXXX7 στο 9XXXXX
- Συγκεκριμένα, αυτό που ισχυρίζονται στην Ε/Α οι ενάγοντες είναι ότι: «Δυνάμει προφορικής συμφωνίας περί τα μέσα του έτους 1969 μεταξύ του πατέρα της ενάγουσας 1 XXXXX Σαμαρία και του πιο πάνω αναφερόμενου XXXXX Κλεάνθους (πατέρας εναγομένων 2, 3 και 4) συμφωνήθηκε όπως οι γονείς της ενάγουσας 1 παραχωρήσουν σε αυτόν μέρος του τεμαχίου 9XXXXX2 ώστε ο XXXXX Κλεάνθους να μπορέσει να αυξήσει το εμβαδό της τότε υπό ανέγερση οικοδομής του. Ως αντάλλαγμα ο XXXXX Κλεάνθους παραχώρησε στην ενάγουσα 1 μέρος - λωρίδα του τεμαχίου με αριθμό 9XXXXX7 η οποία προέκυψε μέσα από τη σχετική ρυμοτομία. Με την εν λόγω ανταλλαγή ο XXXXX Κλεάνθους προχώρησε στην οικοδόμηση κατοικίας εντός του τεμαχίου 9XXXXX7 χρησιμοποιώντας το συμφωνηθέν / ανταλλαγέν μέρος του τεμαχίου 9XXXXX2, ο δε πατέρας της ενάγουσας 1 προχώρησε στην περίφραξη του τεμαχίου 9XXXXX2 κατασκευάζοντας μεταλλική είσοδο και χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό μέρος - λωρίδα γης του τεμαχίου 9XXXXX7, ως η πιο πάνω περιγραφόμενη συμφωνία. Μετά την αναπαλαίωση του τεμαχίου 9XXXXX2 το 2006, στη θέση της άλλοτε μεταλλικής εισόδου τοποθετήθηκε τοίχος με ξύλινη πόρτα η οποία υπάρχει μέχρι σήμερα και χρησιμοποιείται ως κύρια και μοναδική είσοδος της οικίας, ιδιοκτησίας της ενάγουσας 1 και στην οποία έχει δικαίωμα ιδιοκτησίας, οίκησης και κατοχής». Αν και η προαναφερόμενη λωρίδα γης συνιστά τη βασική διαφορά των διαδίκων, εντούτοις δεν είναι μόνο αυτή η επίδικη διαφορά στην παρούσα υπόθεση Σύμφωνα πάντα με τους ενάγοντες, μετά που αυτοί ξεκίνησαν τις εργασίες στο 9XXXXX2 και προέκυψαν οι διαμαρτυρίες από πλευράς εναγομένων, οι τελευταίοι, περιλαμβανομένης και της εναγομένης 1 εταιρείας, η οποία κατά τους ενάγοντες ανήκει και διοικείται από τους εναγόμενους 2, 3 και 4, άρχισαν επίτηδες να σταθμεύουν και να εγκαταλείπουν οχήματα τους μπροστά στην επίδικη λωρίδα, η οποία υπενθυμίζω έχει μήκος μόλις 3.35μ., και δη οχήματα που έχουν αποσυρθεί, φράσσοντας έτσι την αυλόθυρα εντελώς και εμποδίζοντας την είσοδο και έξοδο από και προς την αυλή του 9XXXXX2, την κατοικία και το δρόμο. Από την ανταλλαγείσα δικογραφία προκύπτει ότι το θέμα πήρε διαστάσεις περί τον Απρίλιο - Μάιο 2011, ήτοι λίγο πριν να καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή και ότι σ' αυτό ενεπλάκηκε τόσο ο Δήμος όσο και η αστυνομία χωρίς όμως, απ' ότι φαίνεται, να ικανοποιηθούν οι ενάγοντες αφού οι τελευταίοι, πρόσθετα της αξίωσης τους για μεταβίβαση της ιδιοκτησίας της επίδικης λωρίδας, με την παρούσα αγωγή αξιώνουν και: «(Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να εμποδίζει τους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4 και/ή υπηρέτες και/ ή υπαλλήλους και/ ή αντιπροσώπους τους και/ή εξουσιοδοτημένα από αυτούς πρόσωπα να σταθμεύουν τα αυτοκίνητά τους σε χώρο έμπροσθεν της αυλόθυρας που οδηγεί στην κατοικία τους εντός του πιο κάτω περιγραφομένου ακινήτου κατά τρόπο που να εμποδίζεται η απρόσκοπτη και/ή ασφαλής και/ ή ακίνδυνη δίοδος και/ή πρόσβασή τους σε αυτή». Οι εναγόμενοι στην αντιπέρα όχθη παραδέχονται με την υπεράσπιση τους το ιδιοκτησιακό καθεστώς των δύο ακινήτων και της επίμαχης λωρίδας, ως αυτό διαπιστώθηκε και από το Διευθυντή του Κτηματολογίου το 2006, αρνούνται όμως ότι υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία για να δοθεί η επίδικη λωρίδα στους ενάγοντες, είτε το 1969 είτε ποτέ. Ισχυρίζονται μάλιστα ότι ακόμη και αν ο πατέρας του εναγόμενου 2 μ. XXXXX Κλεάνθους είχε κάμει κάποια συμφωνία ως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, τότε όχι μόνο η εν λόγω συμφωνία δεν επιδέχεται ειδικής εκτέλεσης εφόσον προβάλλεται να ήταν προφορική, αλλά δεν μπορεί ούτε να είναι έγκυρη και νόμιμη διότι ο XXXXX Κλεάνθους δεν είχε δικαιοπρακτική ικανότητα να δεσμεύσει το ακίνητο εφόσον το 9XXXXX7 δεν του ανήκε ποτέ. Αυτό, κατά τους εναγόμενους διότι μέχρι το 1971 που το 9XXXXX7 μεταβιβάστηκε στον εναγόμενο 2, αυτό ήταν ιδιοκτησίας του παππού του τελευταίου, ήτοι του XXXXX Γιάννη Κριθάρη και όχι του μ. XXXXX Κλεάνθους. Όσον αφορά δε τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι η εν λόγω συμφωνία επιβεβαιώνεται από την διαπιστωθείσα επέμβαση του 9XXXXX7 στο 9XXXXX2, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η συγκεκριμένη επέμβαση προέκυψε καθαρά λόγω λάθους τους εργολάβου κατά την ανέγερση της κατοικίας στο ακίνητο τους και όχι διότι συμφωνήθηκε ποτέ οποιαδήποτε ανταλλαγή. Ούτε όμως με τη συμπεριφορά τους καθ' όλα τα χρόνια, ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι έδωσαν δικαιώματα στους ενάγοντες σε σχέση με τη συγκεκριμένη λωρίδα και αυτό διότι η καγκελόπορτα που ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι υπήρχε μπροστά στην αυλή του 9XXXXX2 δεν ήταν εκεί όπου σήμερα ανεγέρθη ο επίδικος τοίχος και αυλόθυρα αλλά πιο πίσω και εντός των συνόρων του εν λόγω ακινήτου. Μάλιστα δε, ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, την εν λόγω καγκελόπορτα την χρησιμοποιούσε η δική τους οικογένεια για σκοπούς πρόσβασης σε αποθηκευτικό χώρο που ενοικίαζαν από το 1980 ως το 2004 εντός της αυλής του 9XXXXX2 εξ' ου και δεν υπήρξε ποτέ προηγουμένως κάποιο πρόβλημα. Κατά τους εναγόμενους, ναι μεν οι ενάγοντες εξασφάλισαν τις απαιτούμενες άδειες για να ανεγείρουν τον τοίχο και την αυλόθυρα στην επίδικη λωρίδα, όμως τις εν λόγω άδειες οι τελευταίοι τις εξασφάλισαν παράνομα διότι παρουσίασαν στις αρχές αναληθή στοιχεία εξ' ου και από το 2006 και εντεύθεν, αυτοί, δηλαδή οι εναγόμενοι, διαμαρτύρονταν επανειλημμένα στις αρμόδιες αρχές. Σύμφωνα πάντα με τους εναγόμενους, παρά τις διαμαρτυρίες τους και παρά την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου το 2006, οι ενάγοντες, γνωρίζοντας ότι δεν δικαιούνται να ανεγείρουν τοίχο και αυλόθυρα στην επίδικη λωρίδα χωρίς τη συγκατάθεση του εναγομένου 2, συνέχισαν παράνομα τις εργασίες τους. Μεταξύ δε των παράνομων ενεργειών των εναγόντων ήταν, σύμφωνα με τους εναγόμενους, και το γεγονός ότι αυτοί χρησιμοποιούσαν την παράνομη αυλόθυρα χωρίς την συγκατάθεση του εναγόμενου 2 για να μεταφέρουν οικοδομικά υλικά για σκοπούς των εργασιών που γίνονταν εντός του 9XXXXX
- Δεχόμενοι ότι συνεπεία τούτου δημιουργήθηκε ένταση μεταξύ Απριλίου - Μαΐου 2011 όταν οχήματα των εναγομένων και άλλων μελών της οικογένειας τους είχαν σταθμεύσει μπροστά από τα ακίνητα, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι τα εν λόγω οχήματα ήταν νόμιμα σταθμευμένα εντός της ιδιοκτησίας του εναγόμενου 2 και ότι και οι ίδιοι ζήτησαν την εμπλοκή της αστυνομίας αφού παράνομη ήταν και η αυλόπορτα αλλά και η διέλευση των εναγόντων από αυτή. Στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών τους λοιπόν και ιδιαίτερα στη βάση του ότι οι ενάγοντες έχουν παράνομα χτίσει τοίχο και αυλόθυρα εντός της δικής τους γης και κατά τρόπο που επηρέασε δυσμενώς την οικογενειακή τους ζωή διότι οι γονείς τους αναγκάστηκαν να μετακομίσουν σε άλλη κατοικία, οι εναγόμενοι ανταπαιτούν τόσο την έκδοση διατάγματος άρσης της παράνομης επέμβασης στην επίδικη λωρίδα γης και/ή κατεδάφιση του τοίχου και της αυλόθυρας καθώς επίσης και διάταγμα που να απαγορεύει στους ενάγοντες είσοδο και/ή επέμβαση στην επίδικη λωρίδα όσο και αποζημιώσεις, γενικές και/ή παραδειγματικές. Η απάντηση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση που καταχώρησαν οι ενάγοντες κινήθηκε ουσιαστικά πάνω στις ίδιες γραμμές με την Ε/Α και ως εκ τούτου δεν κρίνω σκόπιμο να αναφέρω οτιδήποτε πέραν των όσων έχω ήδη αναφέρει. Σημειώνω εδώ ότι με την καταχώρηση της αγωγής στις 20/06/11, οι ενάγοντες επεδίωξαν να εξασφαλίσουν μονομερώς προσωρινά διατάγματα με τα οποία να εμποδίζονται οι εναγόμενοι από του να φράσσουν με τα οχήματα τους ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο την αυλόθυρα και κατ' επέκταση την είσοδο και έξοδο στο 9XXXXX2 και την ανεξάρτητη κατοικία. Αν και το εν λόγω διάταγμα δεν εκδόθηκε μονομερώς, εντούτοις στη συνέχεια, κατόπιν εκ συμφώνου κατάθεσης σχεδιαγράμματος του επίδικου χώρου και κατόπιν δήλωσης του δικηγόρου των εναγομένων ότι με επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους, οι τελευταίοι «.αναλαμβάνουν υποχρέωση όπως οι ίδιοι και/ή αντιπρόσωποι τους και/ή υπαλλήλοι τους επιτρέπουν την πρόσβαση στους ενάγοντες στην δήθεν αυλόθυρα και για το σκοπό αυτό δηλώνουν ότι δεν θα επεμβαίνουν στο χώρο (έγινε παραπομπή στο συμφωνηθέν σχεδιάγραμμα).», το Δικαστήριο εξέδωσε εκ συμφώνου σχετικό προσωρινό διάταγμα εναντίον των εναγομένων το οποίο ισχύει μέχρι σήμερα. Σημειώνω εδώ ότι αμφότερες οι πλευρές δέχονται ότι μετά την έκδοση του εκ συμφώνου προσωρινού διατάγματος τα οχήματα των εναγόντων μετακινήθηκαν. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης κατέθεσαν 6 μάρτυρες από πλευράς εναγόντων, ήτοι οι ενάγοντες ως ΜΕ1 και ΜΕ2, ο κτηματολογικός λειτουργός Α. Τσίγκης ως ΜΕ3, ο ανώτερος τεχνικός του Δήμου Λευκωσίας Δ. Δημητρίου ως ΜΕ4, ο ανώτερος τεχνικός επιθεωρητής του Δήμου Λευκωσίας Ι. Ασπρής ως ΜΕ5 και ο εγκεκριμένος εκτιμητής ακινήτων Κ. Ταλαττίνης ως ΜΕ
- Από πλευράς εναγομένων κατέθεσε μόνο ο εναγόμενος 4 ως ΜΥ
- Στο σύνολο τους δε κατατέθηκαν και 41 τεκμήρια. Θα πρέπει εδώ να αναφέρω ότι όταν καταχωρήθηκε η αγωγή και επιχειρήθηκε να εξασφαλιστεί το προσωρινό διάταγμα που ανέφερα ανωτέρω, ο πατέρας των εναγομένων, ήτοι το πρόσωπο που οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι είχε συμφωνήσει το 1969 την ανταλλαγή της γης, ήταν εν ζωή και μάλιστα ήταν και αυτός που ορκίστηκε την Ε/Δ που υποστήριζε τότε την ένσταση που είχαν καταχωρήσει οι εναγόμενοι. Ο εν λόγω μ. XXXXX Κλεάνθους όμως απεβίωσε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και ως εκ τούτου δεν προσήλθε ως μάρτυρας στην υπόθεση. Επιχειρήθηκε παρά ταύτα από πλευράς εναγομένων να παρουσιαστεί μέρος της Ε/Δ που είχε κάμει ο αποβιώσαντας πριν το θάνατο του ως μαρτυρία στην ακρόαση όμως αυτό δεν επιτράπηκε από το Δικαστήριο, για τους λόγους που αναφέρθηκαν στη σχετική ενδιάμεση απόφαση. Παρόμοιο εγχείρημα επιχειρήθηκε και από τους ενάγοντες, οι οποίοι προσπάθησαν να παρουσιάσουν ως μαρτυρία μια Ε/Δ που έκαμε το 2007 η αποβιώσασα μητέρα της ενάγουσας 1 και σύζυγος του μ.Λ.Σαμαρία, η οποία Ε/Δ είχε επίσης κατατεθεί ως μέρος της αίτησης για προσωρινό διάταγμα και στην οποία η ομνύουσα αναφέρει ότι ήταν «.παρούσα στην προφορική συμφωνία μεταξύ του Κωστάκη Κλεάνθους και του συζύγου μου XXXXX Σαμαρία εν σχέσει με την πλήρη διευθέτηση των ορίων των συνορευόντων τεμαχίων 9XXXXX2.και 9XXXXX7.η προφορική συμφωνία έγινε περί τα μέσα του έτους 1969 και τηρήθηκε απόλυτα και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη μέχρι το έτος 2005 όταν ο κος XXXXX Κλεάνθους, για τους δικούς του λόγους, άγνωστους σε εμένα, εξέφρασε παράπονο για τα όρια των τεμαχίων». Μετά όμως που το αίτημα προσέκρουσε στην ένσταση των εναγομένων, και αυτό απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με σχετική ενδιάμεση απόφαση. Η ακρόαση ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των μερών, αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Σημειώνω τα εξής. Αν και η μαρτυρία που προσκομίστηκε ήταν εκτενής, κατά την ακρόαση φάνηκε τελικά ότι τα γεγονότα της υπόθεσης σε μεγάλο βαθμό συνιστούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων. Η μαρτυρία των ΜΕ3, ΜΕ4 και ΜΕ5 δε, η οποία ουσιαστικά περιορίστηκε σε κατάθεση και επεξήγηση των εγγράφων που περιέχονταν στους σχετικούς φακέλους των κυβερνητικών και δημοτικών τμημάτων που εκπροσωπούσαν οι μάρτυρες, παρέμεινε άνευ αμφισβήτησης και τίποτα δεν έχει τεθεί ενώπιον μου που να μην επιτρέπει την αποδοχή της εν λόγω μαρτυρίας ως αξιόπιστης. Ήταν λοιπόν κοινώς αποδεκτή και μη αμφισβητούμενή η σημερινή τουλάχιστο εικόνα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των δύο ακινήτων και της επίδικης λωρίδας, ως το εν λόγω καθεστώς διαπιστώθηκε με την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου το 2006, ότι το ένα ακίνητο επεμβαίνει στο άλλο στα σημεία και στην έκταση που έχω ήδη αναφέρει και ότι στα πλαίσια των εργασιών που οι ενάγοντες αδειοδοτήθηκαν από τις αρμόδιες αρχές να εκτελέσουν με βάση τα αρχιτεκτονικά σχέδια που υπέβαλαν και τα οποία σχέδια οι αρχές ενέκριναν, οι ενάγοντες έχουν ανεγείρει στην επίδικη λωρίδα τοίχο και αυλόθυρα που ενώνουν το δημόσιο δρόμο με την αυλή του 9XXXXX2 και την ανεξάρτητη κατοικία που έχει εκεί δημιουργηθεί (βλ. σχετικά Τεκ.1, 12, 13, 14, 20, 21 22, 23, 26, 27, 34 και 35). Περαιτέρω δεν αμφισβητείται ότι η οικοδομή που υπήρχε στο ακίνητο των εναγόντων, ήτοι στο 9XXXXX2, είχε κηρυχθεί από τη αρμόδια αρχή ως διατηρητέα ως ο σχετικός νόμος προνοεί, ότι τόσο η εγκριθείσα μετατροπή της σε τρεις ανεξάρτητες κατοικίες όσο και οι σχετικές οικοδομικές εργασίες που θα γίνονταν, περιλαμβανομένης και της εσωτερικής και εξωτερικής τοιχοποιίας, ήτοι μεταξύ άλλων του τοίχου και της αυλόθυρας, είχαν εγκριθεί από την Πολεοδομία για να τύχουν επιχορήγησης ως εργασίες σε διατηρητέα οικοδομή (βλ. Τεκ.15), ότι το κράτος κατέβαλε περί τις 50.000Λ.Κ. στους ενάγοντες υπό τη μορφή τέτοιων επιχορηγήσεων (βλ. Τεκ.16, 17 και 18) και ότι το 2014, ήτοι μετά την εκτέλεση των εργασιών, το Τμήμα Πολεοδομίας εξέδωσε πιστοποιητικό προς τους ενάγοντες ότι η οικοδομή δεν χρειάζεται πλέον άλλη συντήρηση (βλ. Τεκ.24). Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρω ότι κατά τη μαρτυρία του ΜΕ5, ο τελευταίος διευκρίνισε ότι δεν έχει ακόμη δοθεί ξεχωριστό καθεστώς διατηρητέου στις τρεις κατοικίες που ανεγέρθηκαν λόγω του ότι προέκυψε η επίδική διαφορά, όμως «οτιδήποτε έχει χτιστεί βάση της άδειας οικοδομής που εξασφάλισαν οι ενάγοντες περιβάλλεται από την ιδιότητα του διατηρητέου» λόγω του αυτή ήταν και η ιδιότητα που περιέβαλε τη βασική οικοδομή επί της οποίας έγιναν οι εργασίες. Πρόσθετα των πιο πάνω κοινώς αποδεκτών και μη αμφισβητούμενων γεγονότων, από το σύνολο των μη αμφισβητούμενων εγγράφων που κατατέθηκαν ή επιβεβαιώθηκαν από τους ΜΕ3, ΜΕ4 και ΜΕ5 ως έγγραφα που προέρχονται ή που είναι καταχωρημένα στους φακέλους που τηρούνται στα διάφορα εμπλεκόμενα κυβερνητικά τμήματα ή που αφορούν στην αλληλογραφία που οι εμπλεκόμενοι διάδικοι είχαν ανταλλάξει με τέτοια κυβερνητικά τμήματα, προκύπτει να μην αμφισβητούνται και τα εξής: Σύμφωνα με τα επίσημα αρχεία του Κτηματολογίου, η ενάγουσα 1 είναι από το 2010 ιδιοκτήτρια των 2/3 του 9XXXXX2 και ο ενάγοντας 2 ιδιοκτήτης του 1/3 από το 2014 (βλ. Τεκ.1 και 23). Σύμφωνα με τα ίδια αρχεία και πάλι, το ιδιοκτησιακό ιστορικό του 9XXXXX7 από το 1968 μέχρι σήμερα δείχνει ότι «.το ακίνητο (9XXXXX7) το οποίο ήταν εγγεγραμμένο το ΟΛΟ μερίδιο επ' ονόματι του XXXXX Γιάννη Κριθάρη μεταβιβάστηκε επ' ονόματι του (εναγόμενου 2) και ενεγράφη επ' ονόματι του το ΟΛΟ μερίδιο στις 11/03/71 δυνάμει δωρεάς.» (βλ. Τεκ.34). Στις 09/01/06 ο πατέρας του εναγόμενου 2 παραπονέθηκε στο Δήμο καθώς επίσης και σε διάφορες άλλες κρατικές υπηρεσίες ότι οι ενάγοντες έχουν ανεγείρει μεταξύ άλλων «τοίχο - είσοδο» στο δικό του τεμάχιο και ότι παράνομα προχώρησαν μέσω τις λωρίδας και εγκατέστησαν μετρητές νερού, ρεύματος και αποχετευτικό σύστημα στο μέρος που είχαν κλείσει με τον εν λόγω τοίχο (βλ. Τεκ.38). Στις 28/03/06 και 17/04/06, ο ΜΕ5 έστειλε εκ μέρους του Δήμου επιστολές πανομοιότυπου περιεχομένου προς τους ενάγοντες με κοινοποίηση στον εναγόμενο 2 αναφέροντας τους ότι επειδή μετά την έκδοση της πολεοδομικής και οικοδομικής άδειας περιήλθαν σε γνώση του Δήμου ότι «λωρίδα γης στην πρόσοψη της οικοδομής σας, στην οποία εγκρίθηκαν οικοδομικές εργασίες, ανήκει στο διπλανό τεμάχιο, 9XXXXX7.», αυτοί έπρεπε να τερματίσουν άμεσα τις εργασίες στη λωρίδα και να υποβάλουν αίτηση για τροποποίηση των αδειών παρουσιάζοντας και τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη του 9XXXXX7 εάν θα γίνονταν εργασίες στη εν λόγω λωρίδα. Με τις ίδιες επιστολές, ο Δήμος ενημέρωνε τους ενάγοντες ότι εάν δεν συμμορφώνονταν τότε οι άδειες που τους είχαν δοθεί κινδύνευαν να ακυρωθούν και δεν επρόκειτο να εκδοθεί πιστοποιητικό τελικής έγκρισης (βλ. Τεκ.5 και 28). Στις 17/04/06, ο πατέρας του εναγόμενου 2 έστειλε επιστολή στον Δήμο ζητώντας του να επέμβει άμεσα και να σταματήσει τις εργασίες που γίνονταν στην επίδική λωρίδα γης και τις οποίες εργασίες ο Δήμος «εκ παραδρομής αδειοδότησε» (βλ. Τεκ.29). Καταγγελία στο Δήμο εναντίον των εναγομένων όμως έκαμε και η ενάγουσα 1 στις 18/09/06, ισχυριζόμενη ότι οι ισχυρισμοί των πρώτων ήταν ανυπόστατοι λόγω ύπαρξης κάποιας συμφωνίας του 1968 (βλ. Τεκ.6). Στα πλαίσια αιτήματος του εναγόμενου 2 για επιστροφή ρυμοτομίας και συγκεκριμένα του μέρους του δημόσιου δρόμου που βρίσκεται μπροστά από τα ακίνητα και εφάπτεται της επίδικης λωρίδας, τόσο η Πολεοδομία όσο και ο Δήμος έδωσαν απόψεις με απορριπτική για το αίτημα κατάληξη στις 20/11/06 και 13/11/06 αντίστοιχα, επισημαίνοντας μεταξύ άλλων ότι στο όριο του εν λόγω δρόμου υπάρχει τοίχος και αυλόπορτα η οποία εξυπηρετεί το τεμάχιο 9XXXXX2, η ανέγερση των οποίων έχει ήδη αδειοδοτηθεί (βλ. Τεκ.30, 31 και 32). Ειδικότερα όμως, η μεν Πολεοδομία αναφέρθηκε και σε όρο που είχε περιληφθεί το 1967 στην άδεια οικοδομής που δόθηκε για την ανέγερση κατοικίας εντός του 9XXXXX7 ως προς το ότι το αιτούμενο μέρος του δρόμου είχε ρυμοτομηθεί ώστε να εγγραφεί και εγγράφηκε ως δημόσιος δρόμος, ο δε Δήμος ανέφερε ότι στο σημείο που ανεγέρθηκε ο τοίχος και η αυλόθυρα «.υπήρχε από παλιά πόρτα για την είσοδο τόσο πεζών όσο και οχημάτων στο διπλανό τεμάχιο χωρίς να υποβληθεί σε οποιοδήποτε χρόνο παράπονο εκ μέρους σας. Στο ίδιο σημείο εγκρίθηκε θύρα μικρότερων διαστάσεων από την προϋφιστάμενη από την οποία είναι δυνατή η είσοδος μόνο πεζών. Εν πάση περιπτώσει η διευθέτηση που έχει εγκριθεί είναι προσωρινή, αφού εσείς ως ιδιοκτήτες της λωρίδας που παρεμβάλλεται μεταξύ του διπλανού τεμαχίου και του δρόμου έχετε δικαιολογημένα ένσταση. Το όλο θέμα θα επανεξεταστεί μετά την ολοκλήρωση ων διαβουλεύσεων με το Κτηματολόγιο και πριν την έκδοση Πιστοποιητικού έγκρισης για την άδεια που εκδόθηκε στο διπλανό τεμάχιο». Κατατέθηκαν επίσης εκατέρωθεν φωτογραφίες οι οποίες δεν αμφισβητείται ότι δείχνουν τόσο το εξωτερικό όσο και το εσωτερικό του τοίχου και της αυλόθυρας και οι οποίες λήφθηκαν πριν και μετά τις εργασίες αναπαλαίωσης (Τεκ.19 και 39) καθώς και φωτογραφίες του Απρίλη και του Μάη του 2011 οι οποίες δείχνουν μεταξύ άλλων το όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX86, το οποίο είναι εκ της δικογραφίας παραδεκτό ότι ανήκει στον εναγόμενο 4, να βρίσκεται σταθμευμένο μπροστά από την αυλόθυρα και κατά τρόπο που την καλύπτει πλήρως (Τεκ.25). Από τη μαρτυρία του ΜΥ1 δε, προέκυψε επίσης και ότι άλλο όχημα για το οποίο παραπονέθηκαν οι ενάγοντες, ήτοι το XXXXX76, το οποίο επίσης φαίνεται στις φωτογραφίες Τεκ.25, έχει δηλωθεί ως ακινητοποιημένο και ανήκει στη μητέρα των εναγομένων (Τεκ.41). Τέλος, έστω και αν οι διάδικοι διαφωνούν ως προς το πού ακριβώς ήταν η καγγκελλόπορτα που πριν την ανέγερση του τοίχου οδηγούσε εντός του 9XXXXX2, αμφότεροι δέχονται ότι όντως υπήρχε τέτοια καγκελλόπορτα και έστω και αν διαφωνούν και ως προς το κατά πόσο οι εναγόμενοι χρησιμοποιούσαν ή όχι την εν λόγω καγκελλόπορτα για να εισέλθουν εντός του ακινήτου των εναγόντων ώστε να χρησιμοποιήσουν χώρο που είναι αποδεκτό ότι ενοικίαζαν εκεί, αμφότεροι ουσιαστικά δέχονται και ότι από τα παλιά χρόνια και τουλάχιστον από το 1980 μέχρι και το 2004, η επίδικη λωρίδα συνιστούσε κοινώς αποδεκτό σημείο διέλευσης πεζών και οχημάτων, περιλαμβανομένων και αυτών που είχαν την άδεια των εναγόντων να εισέλθουν από το δρόμο εντός του ακινήτου τους, ήτοι το 9XXXXX2 και αντιστρόφως, χωρίς κανείς να έχει οποιοδήποτε πρόβλημα. Αυτό άλλωστε είναι κάτι που επιβεβαιώνεται και από την προαναφερθείσα επιστολή του Δήμου προς τους εναγόμενους ημερ. 13/11/06 (Τεκ.31) - «.υπήρχε από παλιά πόρτα για την είσοδο τόσο πεζών όσο και οχημάτων στο διπλανό τεμάχιο χωρίς να υποβληθεί σε οποιοδήποτε χρόνο παράπονο εκ μέρους σας.». Σημειώνω εδώ ότι η αναφορά μου στο στάδιο αυτό στην εν λόγω επιστολή του Δήμου γίνεται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ότι ο εν λόγω Δήμος τοποθετεί την προηγούμενη καγκελλόπορτα στο σημείο που βρίσκεται σήμερα ο τοίχος και η αυλόθυρα, θέμα για το οποίο οι διάδικοι διαφωνούν, αλλά μόνο στο ότι με την εν λόγω επιστολή επιβεβαιώνεται η θέση αμφότερων των διαδίκων ότι τουλάχιστο από το 1980 μέχρι και το 2004, ήτοι για 24 χρόνια, ανεξάρτητα με το που ήταν η καγκελλόπορτα της αυλής του 9XXXXX2, την επίδικη λωρίδα την χρησιμοποιούσαν ανενόχλητα πεζοί και οχήματα, μεταξύ άλλων και για να μεταβούν από και προς την αυλή του 9XXXXX
- Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφέρω και το ότι κατά τη μαρτυρία του ΜΕ5, ο τελευταίος δήλωσε ότι όλες οι εργασίες που εκτέλεσαν οι ενάγοντες στο χώρο, περιλαμβανομένου και του τοίχου και της αυλόθυρας, θεωρούνται ως εργασίες που έγιναν σύμφωνα με τις άδειες που είχαν εξασφαλίσει από την Πολεοδομία και το Δήμο και ότι οι εν λόγω άδειες μέχρι σήμερα δεν έχουν ανακληθεί. Η δήλωση ότι οι άδειες των εναγόντων δεν έχουν ποτέ ανακληθεί προκάλεσε την έκπληξη αμφότερων των διαδίκων εφόσον από τα δικόγραφα τους προκύπτει ότι και οι δύο είχαν διαφορετική αντίληψη για το θέμα. Ουδείς όμως εξ αυτών δεν αμφισβήτησε ή αντέκρουσε το ΜΕ5 ως προς το θέμα αυτό και ειδικότερη αναφορά στο πώς η συγκεκριμένη δήλωση επηρέασε την όλη υπόθεση, κάμνω σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου. Για όλα λοιπόν τα πιο πάνω κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα, τα οποία, ως ανέφερα προκύπτουν τόσο από την ανταλλαγείσα δικογραφία και τις θέσεις που προωθήθηκαν εκατέρωθεν κατά την ακρόαση όσο και από τις αδιαμφισβήτητες πτυχές της μαρτυρίας των ΜΕ3, ΜΕ4 και ΜΕ5 κάμνω ανάλογα ευρήματα. Ενόψει των πιο πάνω κοινώς αποδεκτών και μη αμφισβητούμενων γεγονότων, αυτό που παραμένει να εξεταστεί υπό το φως της προσκομισθείσας μαρτυρίας είναι από τη μια ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι απέκτησαν ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί της επίδικης λωρίδας συνεπεία της κατ' ισχυρισμό προφορικής συμφωνίας του 1969 και από την άλλη η ανταξίωση των εναγομένων όπως οι ενάγοντες, ως επεμβασίες που είναι στη γη τους, κατεδαφίσουν το τοίχο που έκτισαν, εμποδιστούν από του να επεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο στην επίδικη λωρίδα και τους καταβάλουν αποζημιώσεις (βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α. ν. ΑΛΗΦΑΝΤΗ κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 163/2017, 164/2017, 165/2017, 7/10/2019). Η μαρτυρία των εναγόντων 1 και 2, η ουσία της κυρίως εξέτασης των οποίων έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφα Α και Β), κινήθηκε αρχικά πάνω στην ίδια γραμμή με αυτή του δικογράφου τους, ήτοι ότι: «Δυνάμει προφορικής συμφωνίας περί τα μέσα του έτους 1969 μεταξύ του (πατέρα της ενάγουσας 1 και παππού του ενάγοντα 2) XXXXX Σαμαρία και του πιο πάνω αναφερόμενου XXXXX Κλεάνθους συμφωνήθηκε όπως οι γονείς μου παραχωρήσουν σε αυτόν μέρος του τεμαχίου 9XXXXX2 ώστε ο XXXXX Κλεάνθους να μπορέσει να αυξήσει το εμβαδό της τότε υπό ανέγερση οικοδομής του. Ως αντάλλαγμα ο XXXXX Κλεάνθους μου παραχώρησε μέρος - λωρίδα του τεμαχίου με αριθμό 9XXXXX7 η οποία προέκυψε μέσα από τη σχετική ρυμοτομία. Με την εν λόγω ανταλλαγή ο XXXXX Κλεάνθους προχώρησε στην οικοδόμηση κατοικίας εντός του τεμαχίου 9XXXXX7 χρησιμοποιώντας το συμφωνηθέν / ανταλλαγέν μέρος του τεμαχίου 9XXXXX2, ο δε πατέρας μου προχώρησε στην περίφραξη του τεμαχίου 9XXXXX2 κατασκευάζοντας μεταλλική είσοδο και χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό μέρος - λωρίδα γης του τεμαχίου 9XXXXX7, ως η πιο πάνω περιγραφόμενη συμφωνία. Μετά την αναπαλαίωση του τεμαχίου 9XXXXX2 το 2006, στη θέση της άλλοτε μεταλλικής εισόδου τοποθετήθηκε τοίχος με ξύλινη πόρτα η οποία υπάρχει μέχρι σήμερα και χρησιμοποιείται ως κύρια και μοναδική είσοδος της οικίας, ιδιοκτησίας μου και στην οποία έχω δικαίωμα ιδιοκτησίας, οίκησης και κατοχής.» Την πιο πάνω εκδοχή τους αμφότεροι οι ΜΕ1 και ΜΕ2 επιχείρησαν να την τεκμηριώσουν κάνοντας αναφορά σε μια άλλη συμφωνία που έγινε πιο παλιά, ήτοι το 1944, μεταξύ του πατέρα της ενάγουσας 1 και του πατέρα του μ. Κ. Κλεάνθους, ήτοι του παππού του εναγόμενου 2: «.Καταθέτω ως τεκμήρια φωτογραφία του 1967 στην οποία απεικονίζονται εγώ και τα συγγενικά μου πρόσωπα η οποία λήφθηκε στην αυλή της κατοικίας μου και στην οποία εμφαίνεται ο λάκκος και ο τοίχος που αναφέρω ανωτέρω. Περαιτέρω επισυνάπτω παλαιό Κτηματικό σχέδιό της προηγούμενης υφιστάμενης κατοικίας και αυλής στο οποίο σημειώνω με κίτρινο χρώμα την αυλή, με πράσινο χρώμα τον λάκκο και με γαλάζιο χρώμα τα δωμάτια που υπήρχαν, καθώς και κτηματικό σχέδιο της υφιστάμενης κατοικίας, στο οποίο φαίνεται ότι υπάρχουν δύο γραμμές συνόρων, πολύ κοντά η μία με την άλλη, που αποδεικνύει ότι υπάρχει επέμβαση του ενός εκάστου τεμαχίου στο άλλο. Περαιτέρω, καταθέτω την Συμφωνία ημερομηνίας 29.12.1944 μεταξύ του XXXXX Γιάννη Ορνιθάρη (πατέρας του αποβιώσαντα XXXXX Κλεάνθου) και του XXXXX Παπαγεωργίου (πατέρας της μητέρας μου XXXXX Σαμαρία) στην οποία ο πρώτος πωλεί στον δεύτερο κάθε δικαίωμα του επί του αναφερόμενου λάκκου, καθώς και του τοίχου ο οποίος βρίσκεται εντός του τεμαχίου 77 κατά τρόπο ώστε να συμπεριλαμβάνεται ολόκληρος ο λάκκος εντός του τεμαχίου
- Σημειώνω ότι τα τεμάχια 77 και 78 είναι η προηγούμενη αναφορά στα σημερινά τεμάχια 9XXXX7 και 9XXXXX2 αντίστοιχα..». Προς επίρρωση της πιο πάνω εκδοχής κατατέθηκαν τα Τεκ. 2 (φωτογραφία του 1967), Τεκ.3 (παλαιά κτηματικά σχέδια) και Τεκ.4 (γραπτή συμφωνία ημερ. 29/12/44 μεταξύ Παπαγεωργίου και Ορνιθάρη (δεν αμφισβητήθηκε ότι ο Ορνιθάρης που αναφέρεται στη συμφωνία και ο Κριθάρης στον οποίο αναφέρονται οι εναγόμενοι και το Κτηματολόγιο είναι το ίδιο πρόσωπο)). Σημειώνω εδώ ότι κατέστη κοινώς αποδεκτό κατά την αντεξέταση των ΜΕ1 και ΜΕ2 ότι ο λάκκος που αφορά η συμφωνία του 1944 δεν συνιστά σημείο εντός της επίδικης λωρίδας γης αλλά βρίσκεται πολύ βορειότερα και ότι με βάση την απόφαση του Διευθυντή του 2006, το σημείο του συγκεκριμένου λάκκου είναι μεν εντός των εγγεγραμμένων συνόρων του 9XXXXX2 αλλά βρίσκεται εντός της έκτασης γης που καταλαμβάνει ως επέμβαση το 9XXXXX7 (βλ σημείο Χ που τοποθέτησε κατά τη μαρτυρία της η ΜΕ1 επί του Τεκ.21). Η επί του προκειμένου εκδοχή που προώθησαν οι εναγόμενοι μέσω του εναγόμενου 4 από την άλλη, ήταν ουσιαστικά η ίδια με αυτή του δικογράφου της υπεράσπισης, ήτοι ότι ούτε το 1969 αλλά ούτε και ποτέ έγινε οποιαδήποτε συμφωνία με το μ. Κ.Κλεάνθους ως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, ότι ακόμη και αν έγινε τέτοια συμφωνία αυτή δεν είναι νόμιμη και έγκυρη εφόσον ο εν λόγω Κλεάνθους δεν ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου ώστε να μπορεί να το δεσμεύσει συμβατικά, ότι ουδέποτε η οικογένεια των εναγομένων αποποιήθηκε την επίδικη λωρίδα με οποιοδήποτε τρόπο, ότι η επέμβαση της οικοδομής τους στο ακίνητο των εναγόντων οφείλεται καθαρά σε λάθος του εργολάβου κατά την ανέγερση της οικοδομής και ότι ο λόγος που μέχρι και το 2004 δεν διεκδίκησαν ποτέ τα ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα επί της επίδικης λωρίδας ήταν διότι μέσω αυτής εξυπηρετούνταν και οι ίδιοι όταν ήθελαν να εισέλθουν στον αποθηκευτικό χώρο που ενοικίαζαν εντός της αυλής του 9XXXXX
- Για τους λόγους που θα προχωρήσω να εξηγήσω, ο ισχυρισμός των ΜΕ1 και ΜΕ2 αναφορικά με την επίτευξη προφορικής συμφωνίας το 1969 μεταξύ των μ.Λ.Σαμαρία και μ.Κ. Κλεάνθους για αμοιβαία μεταβίβαση γης, η οποία αποτελεί και τη βάση της αξίωσης των εναγόντων όπως διαταχθεί να καταστούν εκείνοι ιδιοκτήτες της επίδικης λωρίδας, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, ούτε από πραγματικής αλλά ούτε και νομικής σκοπιάς. Υπενθυμίζω κατ' αρχή ότι σύμφωνα με τα αδιαμφισβήτητα επίσημα αρχεία του Κτηματολογίου και το σχετικό εύρημα στο οποίο έχω προβεί ανωτέρω, η φερόμενη συμφωνία του 1969 δεν κατατέθηκε ούτε και σημειώθηκε ποτέ στα κτηματολογικά μητρώα. Αυτό το επιβεβαίωσε όχι μόνο η ίδια η ΜΕ1 κατά την αντεξέταση της αλλά το επιβεβαιώνει και το αποτέλεσμα της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου το 2006, αφού ο τελευταίος αποφάσισε, κατόπιν έρευνας που έκαμε στα κτηματολογικά μητρώα και αρχεία ότι κατά το 2006 η επίδικη λωρίδα ανήκε στο 9XXXXX7 Εφόσον δε η απόφαση αυτή δεν έχει εφεσιβληθεί, τεκμαίρεται ότι η έρευνα που έκαμε ο Διευθυντής ήταν και δέουσα αλλά και ακριβής (ως προς την υποχρέωση του Διευθυντή να επιλύει την ενώπιον του διαφορά υπό το φως του διαθέσιμου υλικού και των μητρώων του Κτηματολογίου και όχι της συμπεριφοράς ή των εκδοχών που τα μέρη προβάλλουν αναφορικά με τις διαφορές τους ως προς την ιδιοκτησία του ακινήτου βλ. Κωμοδρόμου Παναγιώτης Ηρακλή ν. Όλγας Χριστάκη Κόκου
(2013)1 ΑΑΔ 1442, Θέμη Σταυρούλα Θεμιστοκλέους ν. Πόπης Αντωνίου Χριστοδούλου
(2010)1 ΑΑΔ 1177 και Mάρκου Λευκή Kόκου ν. Όθωνος Mιχαήλ Πασχάλη
(2001)1 ΑΑΔ 829). Ομοίως, από την επίσης αδιαμφισβήτητη αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων και του Δήμου καθώς επίσης και την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του ΜΕ5, προκύπτει ότι ούτε και η αρμόδια δημοτική αρχή έχει στα αρχεία της καταχωρημένο οτιδήποτε που να επιβεβαιώνει ή που να υποδηλοί ότι υπήρξε ποτέ οποιαδήποτε συμφωνία ως ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι υπήρξε. Μάλιστα δε, ο Δήμος δεν φαίνεται να είχε υπόψη του οι ενάγοντες να απέκτησαν ποτέ οποιαδήποτε ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί της επίδικης λωρίδας, αν μη τι άλλο διότι έχει ζητήσει από τους τελευταίους όπως προσκομίσουν τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη της λωρίδας, ήτοι του ιδιοκτήτη του 9XXXXX
- Κανένα έγγραφο λοιπόν και κανένα επίσημο μητρώο δεν υπάρχει που να επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι το 1969 έγινε προφορική συμφωνία μεταξύ του μ. Λ. Σαμαρία και του μ. Κ. Κλεάνθους για ανταλλαγή της επίδικης λωρίδας έκτασης 4τμ. με μία άλλη λωρίδα γης έκτασης 3τ.μ. περίπου, ήτοι της λωρίδας γης που διαπιστώθηκε το 2006 ότι υπάρχει επέμβαση του 9XXXXX7 στο 9XXXXX
- Αυτό βεβαίως δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου ότι ο επί του προκειμένου ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Για σκοπούς απόδειξης όμως, η απουσία τέτοιων εγγράφων και μητρώων, σε συνδυασμό με το ότι πρόκειται για κατ' ισχυρισμό προφορική συμφωνία που δεν επιτρέπει την εφαρμογή του τεκμηρίου του αρ. 15 Κεφ.6 έστω και αν φέρεται να είναι ηλικίας άνω των είκοσι χρόνων[1], συνεπάγεται ότι οι ενάγοντες όφειλαν να προσκομίσουν μαρτυρία που να αποδεικνύει τον συγκεκριμένο ισχυρισμό τους στον απαιτούμενο βαθμό, ιδιαίτερα εφόσον οι εναγόμενοι τον αμφισβητούν. Επειδή όμως ουδείς εκ των εναγόντων (ΜΕ1 και ΜΕ2) ήταν παρών κατά τη σύναψη της κατ' ισχυρισμό συμφωνίας του 1969 και τα όσα οι εν λόγω μάρτυρες ισχυρίστηκαν ότι γνωρίζουν περί της συγκεκριμένης συμφωνίας είναι, ως οι ίδιοι ανέφεραν, μεταγενέστερα που τα πληροφορήθηκαν από τους γονείς της ενάγουσας 1, ο επί του προκειμένου ισχυρισμός τους ουσιαστικά βασίστηκε σε εξ' ακοής μαρτυρία. Βεβαίως, το ότι η επί του προκειμένου μαρτυρία ήταν εξ' ακοής δεν συνεπάγεται και ότι αυτή δεν είναι αποδεκτή, αν μη τι άλλο διότι δεν αμφισβητείται ότι έχουν πλέον αποβιώσει τα πρόσωπα που κατά τους ενάγοντες είχαν άμεση εμπλοκή και γνώση για τη συμφωνία. Το θέμα όμως άπτεται της βαρύτητας που δύναται να δοθεί στην εν λόγω μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ1 (βλ. αρ.23, 24 και 27 Κεφ.6) και για το οποίο θέμα σημειώνω τα εξής. Οι ΜΕ1 και ΜΕ2 προσπάθησαν να τεκμηριώσουν τα όσα ισχυρίστηκαν ότι τους είπαν οι γονείς της πρώτης παραπέμποντας αφ' ενός στη γραπτή συμφωνία που είχε γίνει μεταξύ του Ορνιθάρη/Κριθάρη και του Παπαγεωργίου 25 χρόνια πριν την κατ' ισχυρισμό συμφωνία του 1969, ήτοι το 1944 και αφ' ετέρου στην κατ' εκείνους κατάσταση πραγμάτων που δημιουργήθηκε το 1969 και ίσχυε μέχρι και το 2005, ήτοι ότι το ακίνητο και οικοδομή των εναγομένων «μπήκε» στο δικό τους ακίνητο και την ίδια στιγμή αυτοί, οι ενάγοντες και η οικογένεια τους δηλαδή, χρησιμοποιούσαν την επίδικη λωρίδα ως να ήταν αποκλειστικά δική τους. Κατά την αντεξέταση των ΜΕ1 και ΜΕ2 όμως, διαπιστώθηκε ότι διαφορετική ήταν η βαρύτητα που οι εν λόγω μάρτυρες έδιναν στη συμφωνία του 1944 με αποτέλεσμα στο τέλος να μην είναι ξεκάθαρο το ποια τελικά είναι η συμφωνία που συνιστά τη βάση της επί του προκειμένου αξίωσης τους. Αυτό γιατί κατά την αντεξέταση της η ΜΕ1 ζήτησε από το Δικαστήριο ουσιαστικά να θεωρήσει ότι η συμφωνία του 1969 δεν έγινε ποτέ και ότι η αξίωση των εναγόντων είναι στη συμφωνία του 1944 που εδράζεται, ήτοι στη συμφωνία μεταξύ Ορνιθάρη/Κριθάρη και Παπαγεωργίου. Τέτοια θέση όμως όχι μόνο αντίκειται στη μαρτυρία του άλλου βασικού μάρτυρα των εναγόντων, ήτοι του ΜΕ2 αλλά αντίκειται και στο ίδιο το δικόγραφο των εναγόντων, κατά καθοριστικό μάλιστα για την αξίωση τρόπο, αφού στην Ε/Α ρητά και κατηγορηματικά αναφέρεται ότι η συγκεκριμένη αξίωση εδράζεται επί των ιδιοκτησιακών περιουσιακών δικαιωμάτων που δημιούργησε η προφορική συμφωνία του μ.Κ. Κλεάνθους και του μ.Λ. Σαμαρία το
- Έστω όμως και αν ήθελε θεωρηθεί ότι αυτό που εννοούσε η ΜΕ2 ήταν ότι το 1969 συμφωνήθηκε όπως η επίδικη λωρίδα δοθεί στο 9XXXXX2 με αντάλλαγμα να «επιστραφεί» στο 9XXXXX7 η γη στην οποία βρισκόταν ο λάκκος και ο τοίχος που πωλήθηκε το 1944 με τη συμφωνία Κριθάρη/Ορνιθάρη - Παπαγεωργίου, και πάλι ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός ή να δικαιολογήσει την αξίωση των εναγόντων. Αυτό για τους εξής λόγους. Κατά πρώτο, ενώ η πιο πάνω εκδοχή εδράζεται στην ύπαρξη κάποιας «σύνδεσης» μεταξύ της γης που μεταβιβάστηκε με τη συμφωνία του 1944 και της γης που κατ' ισχυρισμό ανταλλάχθηκε με τη συμφωνία του 1969, καμία ουσιαστική μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί που να υποδηλοί ή να καταδεικνύει την ύπαρξη μιας τέτοιας σύνδεσης. Αυτό γιατί καμία κτηματολογική μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε ως προς το ποια ήταν ακριβώς η κτηματολογική αναπροσαρμογή που επήλθε δυνάμει της συμφωνίας του 1944 ή της έκτασης της γης που μεταβιβάστηκε τότε και ούτε η απόφαση του Διευθυντή του 2006 και τα σύνορα που διαπιστώθηκαν με την εν λόγω απόφαση (Τεκ.21) κάμνουν οποιαδήποτε αναφορά σε σχέση με το πώς και αν τα όρια των δύο ακινήτων διαφοροποιήθηκαν συνεπεία της συμφωνίας του
- Ευνόητο είναι ότι αν ο λάκκος που πωλήθηκε με τη συμφωνία του 1944 βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο του 9XXXXX2 ως υπέδειξε η ΜΕ1, και συνιστά μέρος της γης που το 2006 διαπιστώθηκε ότι το 9XXXXX7 επεμβαίνει στο 9XXXXX2, κάποια αναπροσαρμογή δυνάμει της συμφωνίας του 1944 πρέπει να έγινε αν μη τι άλλο διότι πριν το 1944 το συγκεκριμένο σημείο θεωρείτο από τους τότε αντισυμβαλλομένους ότι ενέπιπτε στο 9XXXXX
- Το μόνο όμως που αναφέρει η συμφωνία του 1944 είναι απλά ότι αφορά σε πώληση ενός λάκκου «επί της οροθετικής γραμμής» των δύο τεμαχίων, χωρίς όμως να προσδιορίζεται η τοποθεσία, ενός τοίχου «ο οποίος ευρίσκεται εκτισμένος επί του (9XXXXX7).» άγνωστης όμως έκτασης και ότι με την πώληση αυτή θα τίθετο «.ολόκληρος ο λάκκος εντός του (9XXXXX2).». Πού όμως ακριβώς βρισκόταν ο λάκκος, ποια έκταση γης καταλάμβανε και που ακριβώς ήταν ο τοίχος και ποια έκταση γης αυτός καταλάμβανε, είναι στοιχεία που αν και ήταν αναγκαία για να καταδειχθεί η κατ' ισχυρισμό σύνδεση των δύο συμφωνιών, εντούτοις παρέμειναν άγνωστα στην υπόθεση με αποτέλεσμα άγνωστο να παραμείνει και το ποια ήταν τελικά η γη που μεταβιβάστηκε και εντάχθηκε στο 9XXXXX2 με τη συμφωνία του
- Επισημαίνω εδώ και το ότι, ενώ με τη συμφωνία του 1944 πωλήθηκε απλά ένας λάκκος και ένας τοίχος που σύμφωνα με τη ΜΕ1 βρίσκονταν στο βόρειο άκρο των ακινήτων, η λωρίδα γης που διαπιστώθηκε το 2006 ότι συνιστά την επέμβαση του 9XXXXX7 στο 9XXXXX2 και η οποία λωρίδα είναι αυτή που κατά τον ισχυρισμό των ΜΕ1 και ΜΕ2 πωλήθηκε το 1944 και ανταλλάχθηκε το 1969, ξεκινά από το νότιο άκρο των ακινήτων και με ανάποδο τριγωνικό σχήμα («σφήνα») εκτείνεται κατά μήκος ολόκληρου σχεδόν του κάθετου συνόρου των ακινήτων. Το εν λόγω σύνορο δε, από μια απλή θεώρηση του κτηματολογικού σχεδίου που επισυνάπτεται στην απόφαση του Διευθυντή (Τεκ.21), φαίνεται να έχει διπλάσιο σχεδόν μήκος από την επίδικη λωρίδα η οποία είναι μήκους 3.35μ. Με άλλα λόγια, τίποτα στη συμφωνία του 1944 και στην απόφαση του 2006 δεν μπορεί να οδηγήσει με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι η γη που διαπιστώθηκε το 2006 να συνιστά την επέμβαση του 9XXXXX7, είναι η ίδια με αυτή που παρουσιάζεται να πωλήθηκε το
- Ούτε όμως οι τίτλοι ιδιοκτησίας των εναγόντων και του εναγόμενου 2 αναφέρουν οτιδήποτε το σχετικό (Τεκ. 1, 23 και 34) και ούτε τα «παλαιά» κτηματικά σχέδια που κατέθεσαν οι ενάγοντες ως Τεκ.3 δεν μπορούν να προσφέρουν οποιαδήποτε βοήθεια αφού και η χρονολογία κατάρτισης τους παρέμεινε άγνωστη αλλά και το περιεχόμενο τους άνευ επιστημονικής επεξήγησης. Κοντολογίς, έστω και αν φαίνεται ότι κάποια αναπροσαρμογή των συνόρων έγινε δυνάμει της συμφωνίας του 1944, καμία μαρτυρία κτηματολογικής φύσης ή ανάλογης εμπειρογνωμοσύνης δεν προσκομίστηκε που να επιβεβαιώνει τη θέση των ΜΕ1 και ΜΕ2 ότι η γη που σήμερα κατακρατά το 9XXXXX7 ως επέμβαση, είναι η ίδια γη που μεταβιβάστηκε με τη συμφωνία του 1944 και που κατ' ισχυρισμό επιστράφηκε αργότερα, το 1969, με την επίδικη συμφωνία και ούτε η φωτογραφία του 1967 που παρουσίασε η ΜΕ1, η οποία φωτογραφία δείχνει απλά διάφορα πρόσωπα να στέκονται μπροστά από ένα τοίχο είναι αρκετή για να καλύψει το κενό αυτό της μαρτυρίας. Κατά δεύτερο, λαμβανομένου υπόψη του λόγου που κατά τους ενάγοντες έγινε η συμφωνία του 1969, ήτοι διότι το ζήτησε ο μ. Κ. Κλεάνθους «.ώστε.να μπορέσει να αυξήσει το εμβαδό της τότε υπό ανέγερση οικοδομής του.», δεν μπορεί να εξηγηθεί λογικά η απουσία οποιασδήποτε σχετικής καταχώρησης στα επίσημα μητρώα. Αυτό γιατί αν όντως η οικογένεια των εναγομένων είχε επιδιώξει το 1969 «.να αυξήσει το εμβαδό της τότε υπό ανέγερση οικοδομής.» στο 9XXXXX7, τότε, λαμβανομένου υπόψη ότι σύμφωνα με την επιστολή της Πολεοδομίας ημερ 20/11/06 (Τεκ.32), η άδεια για την εν λόγω οικοδομή είχε δοθεί 2 χρόνια προηγουμένως, ήτοι στις 12/09/67, εύλογα θα ανέμενε κανείς ότι η οικογένεια των εναγομένων θα επεδίωκε άμεσα να προβεί στις κτηματολογικές αναπροσαρμογές ώστε να λάβει και επίσημα την αύξηση που συμφώνησε να λάβει και για την οποία έδωσε μέρος της δικής της γης. Αν μη τι άλλο, εφόσον πρόθεση της οικογένειας των εναγομένων ήταν, σύμφωνα με τους ενάγοντες, η επέκταση της υπό ανέγερση οικοδομής τους σε τεμάχιο που δεν ήταν δικό τους και δη κατά τρόπο που προφανώς δεν θα καλύπτετο από την άδεια οικοδομής που είχαν λάβει δύο χρόνια προηγουμένως εφόσον δεν τους ανήκε τότε το συγκεκριμένο μέρος της γης, η καταχώρηση της συμφωνίας και η εξασφάλιση της αναγκαίας κτηματολογικής αναπροσαρμογής καθίστατο πέραν από επιβεβλημένη. Για ποιο λόγο λοιπόν να συμφωνήσει η οικογένεια των εναγομένων να λάβει γη επί της οποίας προτίθετο να επεκτείνει την οικοδομή της και ακολούθως να μην επιδιώξει να επισημοποιηθεί ως ο ιδιοκτήτης της γης αυτής και να θέσει σε κίνδυνο τη νομιμοποίηση της οικοδομής που έκτιζε; Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι κάποιος θα μπορούσε ίσως να ισχυριστεί ότι αντί για καταχώρηση συνοριακής αύξησης κατόπιν μεταβίβασης ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, η κατ' ισχυρισμό συμφωνία του 1969 ενδεχομένως να εκτελέστηκε με τη χορήγηση και καταχώρηση συγκατάθεσης από τους ενάγοντες στο να κτιστεί η οικοδομή των εναγομένων και επί του δικού τους ακινήτου και σίγουρα, αν η οικοδομή των εναγομένων, η οποία είναι παραδεκτό ότι εκτείνεται και στο ακίνητο των εναγόντων, τελικά εξασφάλισε πιστοποιητικό τελικής έγκρισης λόγω του ότι δόθηκε η συγκατάθεση των τελευταίων, αυτή θα ήταν μία δυνατή ένδειξη ότι οι ισχυρισμοί των εναγόντων έχουν κάποιο έρεισμα. Πέραν όμως του ότι δεν ήταν αυτός ο ισχυρισμός που προώθησαν οι ενάγοντες, οι οποίοι επέμεναν σε συμφωνία αμοιβαίας μεταβίβασης ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων και όχι παραχώρησης κάποιας άδειας (licence) ή εμπράγματου δικαιώματος (easement), καμία μαρτυρία από την Πολεοδομία, το Δήμο ή το Κτηματολόγιο δεν παρουσιάστηκε που να υποδηλοί ότι όντως δόθηκε ποτέ τέτοια συγκατάθεση ή δικαίωμα ή έστω αν στο τέλος νομιμοποιήθηκε τελικά η οικοδομή των εναγομένων και με ποιο τρόπο. Κατά τρίτο και ίσως κυριότερο, έστω και αν ήθελε γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι το 1969 υπήρξε προφορική συμφωνία ανταλλαγής γης μεταξύ του μ.Λ. Σαμαρία και του μ. Κ. Κλεάνθους, ο τελευταίος, ο οποίος ήταν ο κατ' ισχυρισμό «πωλητής» της επίδικης λωρίδας, δεν παρουσιάζεται στα κτηματολογικά μητρώα να ήταν κατ' εκείνο το χρόνο ή ποτέ εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του 9XXXXX7 ούτως ώστε να νομιμοποιείται να προβεί σε μια τέτοια συμφωνία. Μάλιστα δε, σύμφωνα με τα αδιαμφισβήτητα αρχεία του Κτηματολογίου, ιδιοκτήτης του 9XXXXX7 ήταν μέχρι το 1971 ο παππούς του εναγόμενου 2, ο οποίος και μεταβίβασε τότε το ακίνητο απευθείας στον εγγονό του, ήτοι στον εναγόμενο 2 και χωρίς ποτέ το ακίνητο να περιέλθει στην ιδιοκτησία του μ.Κ. Κλεάνθους. Θα μπορούσε βέβαια κάποιος να ισχυριστεί, ως ισχυρίστηκαν οι ΜΕ1 και ΜΕ2, ότι έστω και αν δεν ήταν ιδιοκτήτης ο μ. Κ. Κλεάνθους, αυτός είναι που «έκαμνε κουμάντο» το ακίνητο του πατέρα του και μετέπειτα του γιου του. Όμως, ενώ ο εν λόγω Κλεάνθους θα μπορούσε ίσως το 1969 να δεσμεύσει συμβατικά τον εναγόμενο 2 γιο του διότι ο τελευταίος ήταν ανήλικος τότε, ο εν λόγω εναγόμενος δεν είχε ακόμη καταστεί ιδιοκτήτης του 9XXXXX
- Όσον αφορά τώρα τον τότε εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη του 9XXXXX7, ήτοι τον πατέρα του μ.Κ. Κλεάνθους, καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε που να υποδηλοί ότι αυτός είχε εξουσιοδοτήσει τότε τον μ. Κ. Κλεάνθους να προβεί στην κατ' ισχυρισμό συμφωνία του
- Μάλιστα δε, η ενέργεια του Κριθάρη/Ορνιθάρη το 1971, ήτοι 2 χρόνια μετά την κατ' ισχυρισμό συμφωνία του 1969, να προχωρήσει και να μεταβιβάσει όλο το 9XXXXX7 στον εναγόμενο 2 εγγονό του χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε αναφορικά με την επίτευξη κάποιας συμφωνίας το 1969, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο αν έγινε μια τέτοια συμφωνία στην απουσία του, αυτή να έγινε είτε εν αγνοία του είτε χωρίς την εξουσιοδότηση του. Αν λοιπόν το 1969 είχε γίνει κάποια συμφωνία με τον μ. Κ. Κλεάνθους ως οι ΜΕ1 και ΜΕ2 ισχυρίστηκαν, τότε έστω και αν η εν λόγω συμφωνία θα μπορούσε να δημιουργήσει κάποιας μορφής δικαιώματα προς όφελος των εναγόντων, αυτά τα δικαιώματα δεν θα μπορούσε να ήταν ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί της επίδικης λωρίδας αφού δεν δόθηκαν από πρόσωπο που μπορούσε να δεσμεύσει in rem το 9XXXXX7 στο οποίο η λωρίδα ανήκε (βλ. Δημητρίου Άννα και άλλες ν. Νίκου Θεωρή Ξανδρή
(2012)1 ΑΑΔ 2184 ). Είναι δε επί αυτής της διαπίστωσης που διακρίνεται η παρούσα και από την περίπτωση στην Λοΐζου Παναγιώτα Δημητρίου ν. Αντώνη Δήμου Αντωνίου
(2007)1 ΑΑΔ 1035 που επικαλέστηκαν οι ενάγοντες αν και θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εν λόγω υπόθεση δεν βοηθά τους τελευταίους με την αξίωση τους. Αυτό γιατί σε εκείνη την υπόθεση, όπου επικαλούμενος τη δημιουργία περιουσιακού κωλύματος συνεπεία συμφωνίας με τον ιδιοκτήτη της επηρεαζόμενης γης, ο επεμβασίας μη ιδιοκτήτης αξίωσε υπό τη μορφή ανταπαίτησης τη μεταβίβαση του «.μέρους όπου είχε γίνει η επέμβαση, ως μέρος πια του δικού του κτήματος.», το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την εν λόγω αξίωση και όπως επεσήμανε και το Ανώτατο στην απόφαση του, «. Ο εφεσίβλητος, από τη δική του μεριά, δεν αμφισβήτησε την πρωτόδικη απόφαση, δεν επεδίωξε δηλαδή την έκδοση διατάγματος για κτηματολογική μεταβολή ώστε το επίδικο μέρος γης να περιέλθει στη δική του κυριότητα..». Όσον αφορά τέλος την κατάσταση πραγμάτων που ισχυρίστηκαν οι ενάγοντες ότι δημιουργήθηκε από το 1969 και επιβεβαιώνει την επίτευξη τότε της κατ' ισχυρισμό συμφωνίας, ήτοι ότι το ακίνητο και οικοδομή των εναγομένων «μπήκε» στο δικό τους ακίνητο και την ίδια στιγμή αυτοί, οι ενάγοντες και η οικογένεια τους δηλαδή, χρησιμοποιούσαν την επίδικη λωρίδα ως να ήταν αποκλειστικά δική τους, σημειώνω τα εξής. Όπως ανέφερα πιο πάνω και αποτέλεσε και εύρημα μου, είναι κοινώς αποδεκτό ότι μέχρι και το 2005, η επίδικη λωρίδα συνιστούσε αποδεκτό σημείο διέλευσης πεζών και οχημάτων καθώς και όσων είχαν την άδεια των εναγόντων να εισέλθουν από το δρόμο εντός της αυλής του ακινήτου τους, χωρίς να υπάρχει πρόβλημα είτε από τους ενάγοντες είτε από τους εναγόμενους. Άλλωστε, για να εισέλθει κάποιος στην αυλή του 9XXXXX2 από το δρόμο έπρεπε να περάσει πάνω από την εν λόγω λωρίδα και καμία μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε από οποιονδήποτε εκ των διαδίκων που να καταδεικνύει ότι κάποιος εξ αυτών απαγόρευσε ποτέ στον άλλο από του να εισέλθει ή να εξέλθει στην επίδικη λωρίδα για τον οποιοδήποτε σκοπό. Είναι όμως επίσης κοινώς αποδεκτό ότι μόλις επιχειρήθηκε να καταστεί η επίδικη λωρίδα ως αποκλειστική είσοδος - έξοδος ξεχωριστής κατοικίας, η οικογένεια των εναγομένων αντέδρασε και μάλιστα γραπτώς, διεκδικώντας και προβάλλοντας τα δικά της ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί της λωρίδας (βλ.Τεκ.38). Επισημαίνω εδώ ότι είναι κοινώς αποδεκτό ότι η δημιουργία ανεξάρτητης κατοικίας στην αυλή του 9XXXXX2 δίδει και δικαίωμα στον ιδιοκτήτη της να απαιτήσει από τα γειτονικά τεμάχια όπως του δώσουν πρόσβαση προς το δημόσιο δρόμο, κάτι που στην προκείμενη περίπτωση μόνο μέσω της επίδικης λωρίδας μπορεί να γίνει. Δεν ήταν όμως αυτή ακριβώς η κατάσταση πραγμάτων που υφίστατο μέχρι το 2005 αφού μέχρι τότε, στο 9XXXXX2 υπήρχε μόνο η ενιαία διατηρητέα οικοδομή, η οποία όμως είχε πρόσβαση στο δρόμο και μέσω άλλων εισόδων και εξόδων. Δεν είναι επομένως ορθή η θέση των ΜΕ1 και ΜΕ2 ότι η οικογένεια των εναγομένων δέχτηκε αδιαμαρτύρητα μια συνεχή κατάσταση πραγμάτων προς όφελος των εναγόντων και δη κατά τρόπο που υποδηλούσε ότι μέσω συμφωνίας είχε αποποιηθεί της ιδιοκτησίας της. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, ο εξ ακοής ισχυρισμός των ΜΕ1 και ΜΕ2 ότι το 1969 συμφωνήθηκε προφορικά όπως τους μεταβιβαστεί η επίδικη λωρίδα γης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός αφού αυτός δεν επιβεβαιώνεται από την προσκομισθείσα μαρτυρία και ούτε προκύπτει οι εναγόμενοι να αποποιήθηκαν ποτέ τη συγκεκριμένη ιδιοκτησία τους με οποιοδήποτε τρόπο. Το ότι ενδέχεται οι ενάγοντες να απέκτησαν κάποια δικαιώματα στην επίδικη λωρίδα συνεπεία της κατάστασης που ίσχυε μέχρι το 2005, άλλα όμως από ιδιοκτησιακά, αυτό είναι θέμα θεωρώ που άπτεται της ανταπαίτησης των εναγομένων και στο οποίο θέμα θα αναφερθώ σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου. Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω ότι και να επιτρεπόταν κατά την ακρόαση να κατατεθεί η Ε/Δ της αποβιωσάσας μητέρας της ενάγουσας 1, αυτή και πάλι δεν θα ήταν αρκετή να μεταβάλλει τις πιο πάνω διαπιστώσεις και να βοηθήσει τους ενάγοντες. Αυτό γιατί το μόνο που θα μπορούσε να εξαχθεί από την εν λόγω Ε/Δ είναι ότι το 1969 επιτεύχθηκε κάποια συμφωνία «.εν σχέσει με την πλήρη διευθέτηση των ορίων των συνορευόντων τεμαχίων.» και ότι η εν λόγω συμφωνία διατηρήθηκε μέχρι το
- Το ποια όμως ήταν αυτή η συμφωνία ακριβώς ή ποιο ήταν το συνοριακό πρόβλημα που διευθέτησε ή έστω το πώς είναι που διευθέτησε ακριβώς αυτό το κατ' ισχυρισμό πρόβλημα η Ε/Δ δεν το αναφέρει. Υπενθυμίζω εδώ ότι θέση των εναγομένων ήταν ότι ναι μεν υπήρξε κάποια συνεννόηση στο παρελθόν αλλά αυτή περιοριζόταν απλά σε φιλική άδεια που αυτοί είχαν δώσει στους ιδιοκτήτες του 9XXXXX2 να χρησιμοποιούν την επίδικη λωρίδα όχι διότι την αποποιούνταν αλλά αποκλειστικά για να διευκολύνουν τη διέλευση τους και των ιδίων. Η γενικολογία και αοριστολογία της προτιθέμενης Ε/Δ συνεπώς, σε συνδυασμό με το ότι ήταν αδύνατο να προσέλθει η ομνύουσα στο Δικαστήριο για να καταθέσει ως προς το ποια ήταν ακριβώς αυτή η συμφωνία που κατά τον ισχυρισμό της έγινε στην παρουσία της, δεν θα επέτρεπε στο Δικαστήριο να χρησιμοποιήσει με ασφάλεια την εν λόγω Ε/Δ για να καταλήξει στο συγκεκριμένο συμπέρασμα που ισχυρίζονται οι ενάγοντες, ήτοι ότι το 1969 «.συμφωνήθηκε όπως οι γονείς της ενάγουσας 1 παραχωρήσουν . μέρος του τεμαχίου 9XXXXX2 ώστε ο XXXXX Κλεάνθους να μπορέσει να αυξήσει το εμβαδό της τότε υπό ανέγερση οικοδομής του. Ως αντάλλαγμα ο XXXXX Κλεάνθους παραχώρησε στην ενάγουσα 1 μέρος - λωρίδα του τεμαχίου με αριθμό 9XXXXX7 η οποία προέκυψε μέσα από τη σχετική ρυμοτομία.» Αν και τα πιο πάνω είναι αρκετά για να σφραγίσουν την τύχη της επί του προκειμένου αξίωσης των εναγόντων χωρίς να παρίσταται η ανάγκη να εξεταστεί οτιδήποτε άλλο ή για να γίνει περαιτέρω αξιολόγηση της επί του προκειμένου πτυχής της μαρτυρίας του ΜΥ1, ο οποίος σε κάθε περίπτωση για το συγκεκριμένο θέμα ουσιαστικά περιορίστηκε στο να αρνηθεί την ύπαρξη της κατ' ισχυρισμό συμφωνίας του 1969, κρίνω σκόπιμο όπως στο σημείο αυτό αναφέρω και το εξής σημαντικό. Ουδέποτε η νομολογία μας δέχτηκε ή αναγνώρισε ότι το περιουσιακό κώλυμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση για να διαταχθεί ειδική εκτέλεση συμφωνίας μεταβίβασης γης ως είναι ουσιαστικά αυτό που αξιώνουν με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες. Αυτό γιατί στην Κύπρο, η ειδική εκτέλεση συμφωνίας που αφορά σε γη διέπεται από ειδικό νομοθετικό πλαίσιο και ούτε το κοινοδίκαιο αλλά ούτε και οι αρχές της επιείκειας δύναται να χρησιμοποιηθούν για παρακαμφθούν ή να αποφευχθούν οι άμεσα εφαρμοστέες νομοθετικές διατάξεις. Αν είναι εκ του Νόμου επιτρεπτό να διαταχθεί ειδική εκτέλεση τότε αυτή θα διαταχθεί. Αν όμως όχι, τότε το αίτημα θα απορριφθεί. Αυτός είναι θεωρώ και ο λόγος που η νομολογία μας «σταμάτησε» το πεδίο εφαρμογής του συγκεκριμένου κωλύματος στο σημείο όπου απλά εμποδίζεται κάποιος πωλητής γης από του να υπαναχωρήσει από μια συμφωνία πώλησης ή όπου απλά εμποδίζεται κάποιος από του να επιμείνει στα ιδιοκτησιακά δικαιώματα που έχει επί γης. Ακόμη όμως και εκεί όπου διαπιστώνεται «.παράσταση εκ μέρους του ιδιοκτήτη της γης προς το πρόσωπο προς το οποίο γίνεται, ότι ο ίδιος αποποιείται των δικαιωμάτων του επί της γης και ότι ο προς ον η παράσταση, μπορεί να θεωρήσει τη γη ως δική του περιουσία.», το κώλυμα εφαρμόστηκε μόνο ώστε να αναγνωριστούν δικαιώματα και υποχρεώσεις και όχι για να διαταχθεί η ειδική εκτέλεση της συμφωνίας και η μεταβίβαση της γης (βλ. μεταξύ άλλων Ιωάννης Αντωνίου Χρυσοστόμου ν.
- Ελένης Χρίστου Αντωνίου Φράγκου κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 622, Τσαγγάρη Ανδρέας Ι. ν. Μακεδονίας Γαβριηλίδου, και Άλλων
(2003)1 ΑΑΔ 472, Stylianou v. Papacleovoulou
(1982)1 C.L.R. 542 καθώς και τις Ξανδρή και Αντωνίου που αναφέρονται ανωτέρω). Μάλιστα δε, στην Σοφοκλέους Ανδρέας Μιχαλάκη και άλλη ν. Παύλου Ηλία Παύλου
(2012)1 ΑΑΔ 2047, στην οποία να σημειωθεί ότι έγινε παραπομπή και στο λόγο (ratio) της Αντωνίου που επικαλέστηκαν οι ενάγοντες, λέχθηκε ότι ο λόγος που κατέστη δυνατό να εφαρμοστεί εκεί το περιουσιακό κώλυμα ήταν, όπως επεσήμανε και το Ανώτατο Δικαστήριο, διότι «.η παρούσα δεν ήταν περίπτωση όπου οι εφεσείοντες ζήτησαν να αποκτήσουν δικαιώματα επί της ιδιοκτησίας του εφεσίβλητου.». Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω συνεπώς, έστω και αν αποδεικνυόταν στην παρούσα υπόθεση ότι όντως έγινε η κατ' ισχυρισμό προφορική συμφωνία του 1969, η αξίωση των εναγόντων για έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται ο εναγόμενος 2 «.να εγγράψει επ' ονόματι τους.τη λωρίδας γης που . ιδιοκτησιακά ανήκει στον εναγόμενο 2 . όμως παραχωρήθηκε σ' αυτούς δυνάμει της συμφωνίας/ανταλλαγής που έγινε από το έτος 1969.» δεν θα μπορούσε να αποδοθεί κατ' εφαρμογή του περιουσιακού κωλύματος αλλά μόνο κατ' εφαρμογή του ανάλογου νομοθετήματος, ήτοι του περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου Κεφ.232, ο οποίος ίσχυε μέχρι τις 29/07/11 και ακολούθως του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου Ν. 81(I)/2011, ο οποίος δημοσιεύτηκε στις 29/04/11 και τέθηκε σε ισχύ στις 29/07/11 (βλ. αρ. 17). Κανένα όμως εκ των λόγω νομοθετημάτων δεν αναφέρεται στην αγωγή ότι συνιστά βάση της. Ακόμη όμως και να μπορούσε η συγκεκριμένη αξίωση να εξεταστεί στη βάση των ανωτέρω νομοθετημάτων, αν μη τι άλλο διότι ο Νόμος του 2011 φαίνεται να μπορεί να εφαρμοστεί και αναδρομικά, αυτή και πάλι θα απορρίπτετο. Εξηγώ. Το μεν Κεφ.232 αναφέρει ρητά ότι προϋπόθεση για να θεωρηθεί δεκτική ειδικής εκτέλεσης μια σύμβαση για την πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας, είναι όπως η σύμβαση αυτή είναι γραπτή και κατατεθειμένη στο Κτηματολόγιο (αρ. 2), κάτι όμως που δεν ισχύει στην παρούσα εφόσον ο ισχυρισμός είναι ότι πρόκειται για προφορική σύμβαση η οποία ουδέποτε κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο. Ο δε Ν.81(Ι)/11τώρα, ο οποίος από τις 29/07/11 επιτρέπει να διαταχθεί η ειδική εκτέλεση και προφορικών συμφωνιών, θέτει ως προϋπόθεση για τούτο όχι μόνο τον ακριβή προσδιορισμό των συμβαλλομένων αλλά και την ύπαρξη «.εγγραφή(ς) στο Κτηματικό Μητρώο του αρμόδιου Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, στο όνομα τουλάχιστον ενός εκ των πωλητών σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης ή στην οποία περιλαμβάνεται το τμήμα της ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης» (αρ. 6
(2)(β)). Στην παρούσα περίπτωση όμως, ο μ.Κ. Κλεάνθους, ήτοι ο κατά τους ενάγοντες πωλητής της επίδικης λωρίδας και αντισυμβαλλόμενος στη συμφωνία του 1969, δεν είχε ποτέ εγγραφεί ως ιδιοκτήτης της γης που κατ' ισχυρισμό συμφώνησε προφορικά το 1969 να μεταβιβάσει και συνεπώς ούτε και κατ' εφαρμογή του Ν.81(Ι)/2011 θα μπορούσε να διαταχθεί η ειδική εκτέλεση της κατ' ισχυρισμό συμφωνίας του 1969, αν αποδεικνυόταν βέβαια ότι υπήρξε τέτοια συμφωνία. Επομένως, όπως και αν ήθελε ιδωθεί ο επί του προκειμένου ισχυρισμός των εναγόντων (ΜΕ1 και ΜΕ2), αυτός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ούτε και μπορεί να δικαιολογήσει νομικά τις ιδιοκτησιακές αξιώσεις των τελευταίων επί της επίδικης λωρίδας. Με γνώμονα λοιπόν ότι οι ενάγοντες συνιστούν επεμβασίες στην επίδικη λωρίδα δυνάμει της απόφασης του Διευθυντή του 2006 και αφήνοντας προς το παρόν κατά μέρος την άλλη αξίωση τους στην αγωγή, ήτοι το να απαγορευτεί στους εναγόμενους να εμποδίζουν την πρόσβαση τους στο 9XXXXX2, το ερώτημα που πρέπει τώρα να απαντηθεί και το οποίο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τα όσα έχω ήδη αναφέρει, είναι το κατά πόσο η προσκομισθείσα μαρτυρία δικαιολογεί τους εναγόμενους να ζητούν τα όσα ζητούν με την ανταπαίτηση τους. Υπενθυμίζω εδώ ότι οι εναγόμενοι ανταπαιτούσαν αφ' ενός όπως διαταχθεί να κατεδαφιστεί ο τοίχος και η αυλόθυρα, όπως εκδιωχθούν οι ενάγοντες από την επίδικη λωρίδα, όπως τους απαγορευτεί η οποιαδήποτε είσοδος ή άλλως πώς επέμβαση στην επίδικη λωρίδα και όπως καταδικαστούν οι ενάγοντες σε γενικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις. Σημειώνω εδώ ότι κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων συγκεκριμενοποίησε και σε κάποιο βαθμό περιόρισε τις αξιώσεις των τελευταίων. Ειδικότερα, ο συνήγορος ανέφερε ότι: Α. Ενόψει της «αποκάλυψης» του ΜΕ5 ότι ο επίδικος τοίχος και αυλόθυρα καλύπτονται ακόμη από ισχύουσα πολεοδομική και οικοδομική άδεια, το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να διατάξει την ανταπαιτούμενη κατεδάφιση τους αφού κάτι τέτοιο θα συνεπάγετο ουσιαστικά κρίση ως προς το κατά πόσο ορθά ή εσφαλμένα εκδόθηκαν οι εν λόγω άδειες από τα διοικητικά όργανα που τις εξέδωσαν. Θα συμφωνήσω με το συνήγορο ως προς το ότι η ύπαρξη ισχύουσας άδειας οικοδομής και πολεοδομικής άδειας σε σχέση με τον επίδικο τοίχο και αυλόθυρα συνιστά παράγοντα που συνηγορεί εναντίον της άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος κατεδάφισης, αν μη τι άλλο διότι μέσω του ΜΕ5 και της επιστολής που ο τελευταίος έστειλε στον μ. Κ. Κλεάνθους στις 13/11/06 (Τεκ.31), ο Δήμος έχει δηλώσει ότι όχι μόνο η συγκεκριμένη οικοδομή είναι μέχρι σήμερα αδειοδοτημένη αλλά και ότι οι ενάγοντες διατηρούν ακόμη τη δυνατότητα να προβούν στις ενέργειες που χρειάζονται για να εκδοθεί πιστοποιητικό τελικής έγκρισης εφόσον η νομιμότητα που περιβάλλει την οικοδομή θα επανεξεταστεί «μετά την ολοκλήρωση των διαβουλεύσεων με το Κτηματολόγιο και πριν την έκδοση πιστοποιητικού έγκρισης». Δεν θα μπορούσε συνεπώς να διαταχθεί η κατεδάφιση οικοδομής η οποία προς το παρόν είναι νόμιμα αδειοδοτημένη από τις αρμόδιες αρχές και με ανοιχτό και πιθανό ακόμη το θέμα της τελικής νομιμοποίησης της. Αν βεβαίως οι ενάγοντες δεν καταφέρουν να λάβουν το απαιτούμενο πιστοποιητικό, τότε η κατεδάφιση της οικοδομής θα είναι πλέον υποχρεωτική δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας, την οποία αρμόδιος να την εφαρμόσει είναι ο Δήμος. Θα προσθέσω όμως εδώ ότι με γνώμονα τα λεχθέντα στις Σχίζας Mιχαλάκης Σ. ν. Mάριου Aδάμου και Άλλου
(2008)1 ΑΑΔ 395 και Σοφοκλέους Ανδρέας Μιχαλάκη και άλλη ν. Παύλου Ηλία Παύλου
(2012)1 ΑΑΔ 2047, δεν θα μπορούσε προς το παρόν να ασκηθεί η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για να εκδοθεί διάταγμα κατεδάφισης και διότι σύμφωνα με το ΜΕ5, μέχρι να αποφασιστεί από το Δήμο αν θα εγκριθεί ή όχι ο διαχωρισμός των ανεξάρτητων κατοικιών που δημιούργησαν οι ενάγοντες εντός του 9XXXXX2, «οτιδήποτε έχει χτιστεί βάση της άδειας οικοδομής που εξασφάλισαν οι ενάγοντες περιβάλλεται από την ιδιότητα του διατηρητέου». Και βεβαίως δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί ούτε και το ότι συνεπεία αυτής της ιδιότητας του διατηρητέου και της έκδοσης των αναγκαίων αδειών, όλες οι σχετικές εργασίες που εκτέλεσαν οι ενάγοντες, περιλαμβανομένων δηλαδή του τοίχου και της αυλόθυρας, αυτές έτυχαν επιχορήγησης από το κράτος το οποίο έχει ήδη καταβάλει ένα σημαντικό ποσό. Υπενθυμίζω εδώ επίσης ότι είναι κοινώς αποδεκτό και μάλιστα επιβεβαιώνεται και από τις φωτογραφίες που έχουν καταχωρηθεί εκατέρωθεν, ότι η επίδικη επέμβαση δεν επηρεάζει τη λειτουργία της κατοικίας των εναγομένων ή την ουσιαστική απόλαυση του ακινήτου τους, αφού η επίδικη λωρίδα στην οποία χτίστηκαν ο τοίχος και η αυλόθυρα συνιστά ουσιαστικά μια μικρή πλαϊνή προεξοχή της πρόσοψης του 9XXXXX7, η οποία εκτείνεται κατά μήκος του δημόσιου δρόμου και η οποία βρίσκεται ακριβώς μπροστά από την είσοδο της αυλής του ακινήτου των εναγόντων. Μάλιστα δε, όπως διαφάνηκε και κατά την ακρόαση, η επίδικη λωρίδα ουδέποτε τύγχανε ιδιαίτερης αξιοποίησης στο παρελθόν παρά μόνο ως σημείο διέλευσης πεζών και οχημάτων από και προς το 9XXXXX2 και ακριβώς λόγω των διαστάσεων και της τοποθεσίας της, ήτοι μπροστά από την αυλή των εναγόντων, πολύ αμφίβολο είναι και το αν παρέχεται περιθώριο για ουσιαστική αξιοποίηση της στο μέλλον. Δεν έχω βέβαια παραγνωρίσει ότι ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι οι εναγόμενοι προτίθεντο το 2005 να κτίσουν μικρό ανελκυστήρα επί της εν λόγω λωρίδας ώστε να εξυπηρετούνται οι τότε ηλικιωμένοι γονείς τους οι οποίοι διέμεναν στο 9XXXXX7, εφόσον όμως οι γονείς των εναγομένων έχουν αποβιώσει, ο συγκεκριμένος κατ' ισχυρισμό σκοπός έπαυσε πλέον να έχει αντικείμενο. Λαμβάνοντας συνεπώς υπόψη ότι ο επίδικος τοίχος και αυλόθυρα συνιστούν προς το παρόν μια πλήρως αδειοδοτημένη οικοδομή, ότι περιβάλλονται ακόμη από το καθεστώς του διατηρητέου, ότι η ανέγερση τους επιχορηγήθηκε από το κράτος, ότι οι ενάγοντες εξακολουθούν να έχουν τη δυνατότητα να εξασφαλίσουν τελικά πιστοποιητικά και ότι η λωρίδα γης που καταλαμβάνουν δεν μπορεί να τύχει ουσιαστικής αναξιοποίησης, με την αξία της να μην υπερβαίνει, όπως θα εξηγήσω πιο κάτω, τα €1500, δεν θα ήταν θεωρώ ούτε δίκαιο αλλά ούτε και πρόσφορο να διαταχθεί η κατεδάφιση τους για μόνο το λόγο ότι συνιστούν επέμβαση στο ακίνητο των εναγομένων, και δη κατά τρόπο που ουδόλως επηρεάζει την εύρυθμη διαβίωση των τελευταίων στο ακίνητο τους. Εφόσον λοιπόν δεν ζητείται πλέον και δεν θα εκδοθεί διάταγμα κατεδάφισης του τοίχου και της αυλόθυρας, η εν λόγω οικοδομή, προς το παρόν θα παραμείνει στην επίδικη λωρίδα έστω και αν συνιστά επέμβαση στη γη των εναγομένων. Το ερώτημα επομένως που προκύπτει είναι το ποια θεραπεία είναι που δικαιούνται οι εναγόμενοι υπό αυτές τις περιστάσεις και αυτό ήταν το άλλο θέμα που έθιξε με την αγόρευση του ο συνήγορος των εναγομένων. Β. Υποστήριξε ο συνήγορος ότι υπό το φως της προσκομισθείσας μαρτυρίας δικαιολογείται η απόδοση των άλλων θεραπειών που ανταπαιτούν οι εναγόμενοι, ήτοι να απαγορευτεί αφ' ενός στους ενάγοντες η οποιαδήποτε μελλοντική είσοδος και/ή επέμβαση στην επίδικη λωρίδα γης και αφ' ετέρου να καταδικαστούν οι τελευταίοι να καταβάλουν στους εναγόμενους αποζημιώσεις. Εισηγήθηκε μάλιστα ο κ. Πογιατζής ότι, υπό τις περιστάσεις το ποσό των €1.000 ως γενικές αποζημιώσεις θα ήταν δίκαιο και εύλογο σε σχέση με την παράνομη επέμβαση στην επίδικη λωρίδα και το επιπλέον ποσό των €500 θα ήταν δίκαιο να επιδικασθεί ως τιμωρητικές αποζημιώσεις. Ως προς τις πιο πάνω θέσεις του συνηγόρου σημειώνω τα εξής. Όπως έχει ήδη αποτελέσει εύρημα μου και μάλιστα συνιστά θέση τόσο των εναγόντων όσο και του ΜΥ1, την επίδικη λωρίδα την χρησιμοποιούσαν για 25 περίπου χρόνια ανενόχλητα τόσο η οικογένεια των εναγόντων όσο και η οικογένεια των εναγομένων. Το γεγονός μάλιστα ότι η είσοδος και έξοδος από το 9XXXXX2 μπορούσε να επιτευχθεί με διάφορους άλλους τρόπους, το οποίο ήταν και ένα από τα επιχειρήματα των εναγομένων κατά την ακρόαση, ουδέποτε αποτέλεσε λόγο για να απαγορευτεί στον οποιοδήποτε η διέλευση μέσω της λωρίδας, ιδιαίτερα όταν η πρόθεση ήταν να εισέλθει ή να εξέλθει κάποιος από και προς την αυλή του 9XXXXX
- Άλλωστε, όπως ήδη ανέφερα, η διέλευση επί της επίδικης λωρίδας σε μια τέτοια περίπτωση είναι αναπόφευκτη αφού είναι κοινώς αποδεκτό ότι η λωρίδα βρίσκεται μεταξύ της αυλής του 9XXXXX2 και του δρόμου. Το να απαγορευτεί λοιπόν στους ενάγοντες να εισέρχονται ή να εξέρχονται από και προς την εν λόγω λωρίδα θα συνεπάγετο ουσιαστικά απαγόρευση τους να εισέρχονται ή να εξέρχονται από και προς την αυλή του ακινήτου τους με τον τρόπο που εισέρχονταν και εξέρχονταν ανενόχλητα για 25 τουλάχιστον χρόνια. Αυτό άλλωστε ήταν και το σκεπτικό με βάση το οποίο τόσο ο Δήμος όσο και η Πολεοδομία απέρριψαν το αίτημα του εναγόμενου 2 για να του παραχωρηθεί το μέρος του δρόμου που βρίσκεται μπροστά από την επίδικη λωρίδα (βλ. Τεκ. 31 και 32). Μάλιστα δε, λαμβανομένου υπόψη ότι αμφότεροι οι διάδικοι συμφωνούν ότι η συγκεκριμένη λωρίδα προέκυψε από τη ρυμοτομία που είχε γίνει και για την οποία ρυμοτομία υπεβλήθη, σύμφωνα με την Πολεοδομία και το Τεκ.32, σχετικός όρος στην άδεια οικοδομής που εκδόθηκε το 1967 για την κατοικία των εναγομένων, ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι είναι πέραν των 25 χρόνων που χρησιμοποιείτο ανενόχλητα η επίδικη λωρίδα για σκοπούς πρόσβασης στην αυλή του 9XXXXX2 προβάλλει πέραν από πιθανός. Των πιο πάνω λεχθέντων, δεν έχω παραγνωρίσει ότι όπως επίσης ανέφερα ανωτέρω, η ανέγερση τοίχου και αυλόθυρας από τους ενάγοντες καθώς και η δημιουργία ξεχωριστής κατοικίας εντός της αυλής του 9XXXXX2 έχει διαφοροποιήσει κάπως την κατάσταση πραγμάτων που ίσχυε ως το
- Όπως όμως προκύπτει από την επιστολή του Δήμου Τεκ.31 αλλά και ως ο ίδιος ο ΜΕ5 ανέφερε χωρίς να αμφισβητηθεί, το κατά πόσο τελικά θα θεωρηθούν νόμιμες ή όχι οι εργασίες που έχουν εκτελέσει οι ενάγοντες εντός του 9XXXXX2 και το κατά πόσο μπορεί ή όχι να επέλθει νόμιμος διαχωρισμός των χωριστών κατοικιών που ανεγέρθηκαν εκεί, είναι θέμα που ακόμη εκκρεμεί να αποφασιστεί από την αρμόδια δημοτική αρχή, η οποία όχι μόνο φαίνεται να είναι ανοιχτή σε οποιεσδήποτε περαιτέρω εισηγήσεις ή τροποποιήσεις ήθελαν κάμουν οι ενάγοντες αλλά και η οποία, όπως έχει ήδη δηλώσει μέσω των Τεκ.5 και 28, για την επί του προκειμένου απόφαση της θα λάβει υπόψη της και κατά καθοριστικό μάλιστα τρόπο, και τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα που έχουν οι εναγόμενοι επί της επίδικης λωρίδας. Είναι δε πολύ πιθανό, ως η ίδια η αρχή ανέφερε, στο τέλος να μην εγκρίνει τα αιτήματα των εναγόντων, ακριβώς λόγω των δικαιωμάτων των εναγομένων, οπόταν και πλέον θα επιβάλλεται δια Νόμου η αφαίρεση από τη λωρίδα οποιασδήποτε μη πιστοποιημένης και αδειοδοτημένης οικοδομής. Έστω λοιπόν και αν η σημερινή κατάσταση πραγμάτων είναι σε κάποιο βαθμό διαφορετική από αυτή που ίσχυε μέχρι το 2005 και έστω και αν δεν μπορεί προς το παρόν να κατεδαφιστεί ο τοίχος και η αυλόθυρα, τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα των εναγομένων επί της επίδικης λωρίδας παραμένουν διασφαλισμένα και με το να μην απαγορευτεί στους ενάγοντες η είσοδος και έξοδος από την επίδικη λωρίδα δεν θα προκληθεί στα δικαιώματα των εναγομένων μεγαλύτερος δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων τους από αυτόν που οι ίδιοι ήδη ανέχονταν και δέχονταν για 25 τουλάχιστο χρόνια και χωρίς κανένα παράπονο (βλ. επίσης Τεκ.31). Αντιθέτως, το να απαγορευτεί εξ' ολοκλήρου στους ενάγοντες να χρησιμοποιούν την επίδικη λωρίδα, έστω ως σημείο διέλευσης για σκοπούς πρόσβασης στην αυλή του 9XXXXX2, θα συνιστούσε δυσανάλογη ανατροπή της κοινώς αποδεκτής κατάστασης που ίσχυε για 25 τουλάχιστο χρόνια, ήτοι ως το
- Σημειώνω εδώ ότι μέσω του ΜΥ1 οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι ο λόγος που για 25 χρόνια περίπου δεν πρόβαλαν κανένα πρόβλημα στο να χρησιμοποιούν οι ενάγοντες την επίδικη λωρίδα ήταν διότι αυτό τους «βόλευε» τότε και εκείνους. Τίποτα όμως δεν τέθηκε ενώπιον μου από πλευράς εναγομένων ή ΜΥ1 που να καταδεικνύει ότι καθ' όλο αυτό το διάστημα των 25 χρόνων οι εναγόμενοι έθεσαν με οποιοδήποτε τρόπο όρο στους ενάγοντες για την ανενόχλητη χρήση της επίδικης λωρίδας με σκοπό να εισέλθουν ή να εξέλθουν από και προς το ακίνητο τους, πόσο μάλλον όρο ότι η διέλευση τους θα επιτρεπόταν μόνο για όσο καιρό θα «βολεύονταν» και οι εναγόμενοι. Μάλιστα δε, αν όντως οι εναγόμενοι χρησιμοποιούσαν τη λωρίδα για να εισέλθουν στο 9XXXXX2 διότι είχαν την άδεια των εναγόντων να το πράξουν, τότε όχι μόνο δεν μεταβάλλονται οι ανωτέρω διαπιστώσεις μου αλλά με βάση τις αρχές του περιουσιακού κωλύματος, αυτές επιβεβαιώνονται. Στη βάση των πιο πάνω λοιπόν, θεωρώ ότι δεν θα ήταν δίκαιο και εύλογο να απαγορευτεί στους ενάγοντες η οποιασδήποτε μορφής διέλευση από την επίδικη λωρίδα και προς τούτο θεωρώ ότι οι αρχές του περιουσιακού κωλύματος που αναφέρονται ανωτέρω τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής (βλ. μεταξύ άλλων Αντωνίου ανωτέρω - « Το κριτήριο δεν είναι το κατά πόσο η εφεσείουσα γνώριζε ή όχι ποια ήταν κτηματολογικώς η πραγματική κατάσταση σε σχέση με τα δικαιώματα της. Αυτό εξετάστηκε στην υπόθεση Taylor Fashions Ltd v. Liverpool Victoria Trustees Co [1981] 1 All E.R. 897, όπου αναφέρθηκε ότι εκείνο που ενδιαφέρει είναι μόνο το κατά πόσο θα ήταν, κάτω από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, άδικο να επωφεληθεί ο ιδιοκτήτης από ό,τι κατά τον ουσιώδη χρόνο, αποτελούσε και για τον ίδιο και για την άλλη πλευρά κοινή κατάσταση πραγμάτων ασχέτως του αν προέκυπτε από λάθος. Δηλαδή, εκείνο που αποβαίνει κρίσιμο είναι το κατά πόσο θα ήταν ή όχι άδικο να αναιρεθεί η βάση - η εκ των υστέρων αποδειχθείσα λανθασμένη - επί της οποίας είχαν ενεργήσει οι ενδιαφερόμενοι.» Εφόσον λοιπόν ο τοίχος και η αυλόθυρα δεν ζητείται πλέον να κατεδαφιστούν και για τους λόγους που εξήγησα δεν θα κατεδαφιστούν και εφόσον δεν δύναται να απαγορευτεί στους εναγόμενους να χρησιμοποιούν την επίδικη λωρίδα για το σκοπό διέλευσης τους τουλάχιστο στο 9XXXXX2, ποια είναι η θεραπεία που δικαιούνται οι εναγόμενοι για την επέμβασης που υφίσταται στην επίδικη λωρίδα; Η απάντηση δίνεται ξεκάθαρα θεωρώ από την απόφαση Αντωνίου ανωτέρω στην οποία υπενθυμίζω ότι κατ' εφαρμογή του περιουσιακού κωλύματος δεν διατάχθηκε η εκδίωξη του επεμβασία από την εκεί επίδικη γη: «.Η αποστέρηση του επίδικου μέρους γης της εφεσείουσας πρέπει ωστόσο να συνοδεύεται από κάποια οικονομική ρύθμιση προς αντιστάθμιση της απώλειας. Στην αγγλική υπόθεση Crabb v. Arun District Council [1975] 3 All E.R. 865 τονίστηκε ότι το δίκαιο της επιείκειας εκφράζεται ποικιλόμορφα για να διατηρεί ισορροπία μεταξύ των εμπλεκομένων. Στην προκείμενη περίπτωση το Επαρχιακό Δικαστήριο αντίκρυσε και αυτή την πτυχή του θέματος καθορίζοντας, με βάση τη μαρτυρία που προσήχθη εκ μέρους της εφεσείουσας, την αξία του επίδικου μέρους γης..» Εφαρμογή της πιο πάνω αρχής στην παρούσα υπόθεση θα οδηγήσει θεωρώ στο πιο εύλογο και δίκαιο αποτέλεσμα εφόσον ναι μεν η οικοδομή των εναγόντων θα παραμείνει στην γη των εναγομένων όπως και θα διατηρηθεί το δικαίωμα τους να χρησιμοποιούν τη λωρίδα για σκοπούς πρόσβασης στο ακίνητο τους, όμως την ίδια στιγμή, αυτοί θα πρέπει να καταβάλουν στους εναγόμενους την αξία της γης που κατακρατούν, χωρίς όμως να δικαιούνται να την αποκτήσουν. Παρομοίως, οι εναγόμενοι αποστερούνται μεν της γης τους, τουλάχιστο μέχρι να αποφασιστεί από την αρμόδια αρχή το θέμα της νομιμότητας της οικοδομής, όμως την ίδια στιγμή θα λάβουν την αξία της επίδικης γης ωσάν να και την πώλησαν στους ενάγοντες, χωρίς όμως να υποχρεούνται να την πουλήσουν ή να μεταβιβάσουν τα ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα επί αυτής. Ποια είναι λοιπόν η αξία της επίδικης λωρίδας; Μαρτυρία ως προς το θέμα αυτό προσκομίστηκε μόνο από πλευράς εναγόντων, εκ μέρους των οποίων κατέθεσε ο εκτιμητής ακινήτων ΜΕ
- Ο μάρτυρας, του οποίου τα προσόντα και εμπειρογνωμοσύνη δεν αμφισβητήθηκαν, υποστήριξε μέσω σχετικής έκθεσης που ετοίμασε (Τεκ.33), μεταξύ άλλων ότι η επέμβαση στην επίδικη λωρίδα επιφέρει ελάχιστη μείωση του εμβαδού του ακινήτου των εναγομένων, η οποία όμως μείωση «.δεν επηρεάζει το συντελεστή δόμησης και κάλυψης του εφόσον το ακίνητο (9XXXXX7) έχει ήδη αναπτυχθεί και . δεν προκαλεί «βλάβη» στα γεωμετρικά χαρακτηριστικά του.». Κατά το μάρτυρα, εφόσον και οι εναγόμενοι επεμβαίνουν στο ακίνητο των εναγόντων κατά 2,74τ.μ, η αποζημίωση που θα θεωρείτο εύλογο να τους δοθεί θα πρέπει να υπολογιστεί στη βάση της διαφοράς μεταξύ της έκτασης που το ένα ακίνητο επεμβαίνει στο άλλο, ήτοι περί τα 1,29τ.μ σε βάρος των εναγομένων (4.04τ.μ. - 2,74τ.μ.). Με βάση λοιπόν ότι κατά το 2011 η αγοραία αξία παρόμοιων τεμαχίων με τα εδώ εμπλεκόμενα ανέρχετο στα €300 - €330τμ ενώ το 2020 στα €230 - €250τ.μ., ο μάρτυρας κατέληξε ότι η επιπλέον γη που κατακρατούν οι ενάγοντες σε βάρος των εναγομένων έκτασης 1,29τ.μ. άξιζε €426 το 2011 και €322 σήμερα. Θέση των εναγομένων, ήταν ότι δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη η ενδεχόμενη αξία της γης που επεμβαίνουν οι εναγόμενοι για σκοπούς υπολογισμούς της αξίας της επίδικης λωρίδας που τους ανήκει και που κατακρατούν οι ενάγοντες, αν μη τι άλλο διότι οι τελευταίοι δεν αξιώνουν να αποζημιώθουν για την επέμβαση στο ακίνητο τους αλλά ούτε και ζητούν τον «συμψηφισμό» των δύο επεμβάσεων. Αν και θα συμφωνήσω με την ανωτέρω θέση των εναγομένων, θα επισημάνω ότι η μαρτυρία του ΜΕ6 δεν αντικρούστηκε ως προς την αγοραία αξία της συγκεκριμένης γης και ως προς το ότι το ακίνητο των εναγομένων δεν υπόκειται σε κάποια ιδιαίτερη «βλάβη» συνεπεία της επίδικης επέμβασης. Αντιθέτως, διάφορες υποβολές που τέθηκαν στο μάρτυρα ως προς το ότι η επέμβαση όντως προκάλεσε βλάβη στο ακίνητο των εναγομένων, τελικά παρέμειναν μετέωρες και δεν υποστηρίχθηκαν από οποιαδήποτε μαρτυρία. Δέχομαι επομένως ότι ο ΜΕ6 είναι εμπειρογνώμονας στις εκτιμήσεις ακινήτων και από τη μαρτυρία του δέχομαι και ότι η αγοραία αξία της συγκεκριμένης γης ήταν κατά το 2011 €300 - €330τμ και το 2020 στα €230 - €250τ.μ., γεγονός το οποίο καθίσταται περαιτέρω εύρημα μου. Λαμβανομένου περαιτέρω υπόψη ότι η επίδικη λωρίδα στην οποία επεμβαίνουν οι ενάγοντες είναι έκτασης 4,04τμ., καθίσταται περαιτέρω εύρημα μου ότι η αξία της επίδικης λωρίδας ήταν €1212 - €1333 το 2011 ενώ σήμερα είναι €929 - €
- Στη βάση των πιο πάνω συνεπώς, δέχομαι ότι το ποσό των €1000 που εισηγήθηκε ο συνήγορος των εναγομένων συνιστά εύλογο και δίκαιο ποσό για σκοπούς των γενικών αποζημιώσεων που δικαιούνται να λάβουν οι εναγόμενοι από τους ενάγοντες για την επέμβαση τους στην επίδικη λωρίδα. Όσον αφορά τις τιμωρητικές αποζημιώσεις που ανταπαιτούν οι εναγόμενοι, οι βασικές νομικές αρχές επί του θέματος εντοπίζονται σε μια από τις «αρχικές αποφάσεις» του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ήτοι την Papakokkinou and Other v. Kanther
(1982)1 C.L.R.
- Κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από το λόγο (ratio) της εν λόγω απόφασης: «That conduct accompanied by a marked element of arrogance, insolence or malice, may justify an award of exemplary damages, particularly if it tends to humiliate the victim of the tort; that the respondent acted in gross disregard to the rights of the appellants and her conduct was wanton and capricious; that her conduct was in every sense a flagrant interference with the property of the appellants meant to be lasting and going to the extent of defacing appellants' property and altering its character; that the conduct of the respondent was undertaken for the sole purpose of enhancing her property taking it upon herself to be the arbiter of the property of her neighbours; that her unwillingness to remedy the situation thereafter is another indication of a desire on her part to take by sheer stealth what she could not acquire in law; and that, therefore, the trial Court wrongly deprived the appellants of an award of exemplary damages, a remedy to which they were plainly entitled (pp.74-78 post). That in assessing the quantum of exemplary damages the gravity of the behaviour of the defendant as well as her means are considerations to which the Court should have regard; that in this case this Court knows only of the conduct of the defendant and nothing about her means; that when exemplary damages are awarded, one award is justified and it is wrong to separate exemplary from compensatory damages; that in the end, one award must be made, based on a global view of the facts of the case;..» Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, από την προσκομισθείσα μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση προκύπτουν τα εξής: Ναι μεν εσφαλμένα θεώρησαν ως δική τους την επίδικη λωρίδα οι ενάγοντες, όμως αυτοί δεν ενήργησαν με υπεροψία, κακοβουλία και με πλήρη απαξίωση για τα δικαιώματα των εναγομένων. Άλλωστε, όπως διαφάνηκε είχαν και αυτοί δικαιώματα επί της λωρίδας έστω και αν αυτά δεν ήταν ιδιοκτησιακά. Την ίδια στιγμή όμως, οι ενάγοντες δεν ενήργησαν ούτε αυθαίρετα και ετσιθελικά αφού προτού εκτελέσουν τις οποιεσδήποτε εργασίες τους φρόντισαν να αποταθούν στις αρμόδιες αρχές και να εξασφαλίσουν όλες τις άδειες που έπρεπε να εξασφαλίσουν. Αργότερα δε, όταν οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν το 2005 ότι η επίδικη λωρίδα ήταν δική τους χωρίς όμως να κάμνουν οποιαδήποτε ενέργεια για να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους αυτό, είναι οι ενάγοντες που κάλεσαν το Διευθυντή του Κτηματολογίου οπόταν και διαπιστώθηκε η επέμβαση. Ακόμη όμως και τότε, έστω και αν οι ενάγοντες συνέχισαν και ολοκλήρωσαν τις εργασίες τους, εργασίες οι οποίες να σημειωθεί ήταν αδειοδοτημένες και δεν περιορίζονταν μόνο στην επίδικη λωρίδα αλλά αφορούσαν και σε εργασίες που δικαιούνταν να εκτελέσουν εντός των ορίων του δικού τους ακινήτου, είναι οι ενάγοντες που πρότειναν στους εναγόμενους να τους αποζημιώσουν πλήρως για την επέμβαση και μέχρι και σήμερα εξακολουθούν να είναι διατεθειμένοι να το πράξουν. Τέλος, καμία μαρτυρία δεν υπάρχει ως προς τα οικονομικά μέσα των εναγόντων, ο οποίος είναι, σύμφωνα με την Papakokkinou, ένας από τους παράγοντες που θα πρέπει να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο όταν εξετάζει το θέμα επιδίκασης τιμωρητικών αποζημιώσεων («.in assessing the quantum of exemplary damages the gravity of the behaviour of the defendant as well as her means are considerations to which the Court should have regard.» Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς και λαμβανομένου υπόψη ότι με την επιδίκαση του ποσού των €1000 ως γενικές αποζημιώσεις υπέρ των εναγομένων, οι ενάγοντες ουσιαστικά «αγοράζουν» την επίδικη λωρίδα χωρίς όμως να δικαιούνται να την αποκτήσουν, κρίνω ότι δεν παρέχεται πεδίο για επιδίκαση και τιμωρητικών αποζημιώσεων. Το τελευταίο θέμα που παραμένει να εξεταστεί είναι το μέρος της υπόθεσης που αφορά στην αξίωση των εναγόντων για έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει τους εναγόμενους να φράσσουν με τα αυτοκίνητα τους ή με οποιοδήποτε τρόπο την επίδικη λωρίδα ώστε να εμποδίζουν την απρόσκοπτη είσοδο και έξοδο στο 9XXXXX
- Σε σχέση με το θέμα αυτό σημειώνω τα εξής. Όπως έχω ήδη αναφέρει και αποτέλεσε εύρημα μου, η επίδική λωρίδα συνιστά αναπόφευκτα σημείο διέλευσης για να εισέλθει ή να εξέλθει κάποιος από και προς την αυλή του 9XXXXX2 και από και προς το δημόσιο δρόμο. Περαιτέρω δε, είναι κοινώς αποδεκτό και επίσης κατέστη εύρημα μου ότι οι ενάγοντες χρησιμοποιούσαν την επίδικη λωρίδα για το σκοπό αυτό για τουλάχιστον 25 χρόνια χωρίς να εμποδίζονται με οποιοδήποτε τρόπο από τους εναγόμενους και ότι αυτή η κατάσταση πραγμάτων τους επιτρέπει να συνεχίσουν να θεωρούν ότι δικαιούνται να χρησιμοποιούν την επίδική λωρίδα για το συγκεκριμένο σκοπό, ήτοι για να εισέρχονται και να εξέρχονται από την αυλή τους στο δρόμο και αντίστροφα. Είναι τώρα εκ της δικογραφίας κοινώς αποδεκτό ότι οι εναγόμενοι στάθμευαν οχήματα τους στο συγκεκριμένο σημείο, ισχυριζόμενοι βέβαια ότι το έπρατταν νόμιμα. Οι φωτογραφίες όμως που κατατέθηκαν ως Τεκ.25 και δεν αμφισβητούνται, δείχνουν οχήματα των εναγομένων να είναι σταθμευμένα στο δημόσιο δρόμο που βρίσκεται ακριβώς μπροστά από την επίδικη λωρίδα και το ακίνητο των εναγόντων, «κολλημένα» σχεδόν στον τοίχο και την αυλόθυρα που ανήγειραν οι ενάγοντες. Και να μην ήταν δηλαδή ο τοίχος και η αυλόθυρα, λαμβανομένου υπόψη ότι η επίδικη λωρίδα είναι μήκους μόλις 3.35μ., η οριζόντια στάθμευση ενός αυτοκινήτου μπροστά από αυτή συνεπάγεται ουσιαστικά την πλήρη κάλυψη της, όπως άλλωστε φαίνεται και από τις σχετικές φωτογραφίες. Πρόσθετα των πιο πάνω, από την προσκομισθείσα μαρτυρία προκύπτει ότι αμέσως μετά που ξέσπασε η επίδικη διαφορά, η πλευρά των εναγομένων επιχείρησε να αποκτήσει το συγκεκριμένο σημείο του δρόμου που βρίσκεται μπροστά από τη λωρίδα, πλην όμως το αίτημα αυτό απορρίφθηκε περί τα τέλη του 2006 εφόσον μέσω εκείνου του σημείου «εξυπηρετείται» το ακίνητο των εναγόντων (βλ. Τεκ.31 και 32). Παρά ταύτα, όπως και οι ίδιοι οι εναγόμενοι δέχτηκαν μέσω του δικογράφου τους αλλά και της μαρτυρίας του ΜΥ1, αυτοί συνέχισαν να σταθμεύουν οχήματα τους στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου μέχρι και που εκδόθηκε εκ συμφώνου προσωρινό διάταγμα στην παρούσα αγωγή. Μάλιστα δε, κατά την αντεξέταση του ο ΜΥ1 δέχτηκε ότι οι ενάγοντες είχαν ειδοποιήσει επανειλημμένα τους εναγόμενους ότι η στάθμευση των οχημάτων τους στο συγκεκριμένο σημείο συνιστούσε εμπόδιο, πλην όμως οι τελευταίοι, αν και μετακινούσαν ένα όχημα αργότερα στάθμευαν εκεί άλλο. Ισχυρίστηκε βέβαια ο ΜΥ1 ότι νόμιμα και δικαιωματικά σταθμεύονταν οχήματα των εναγομένων εκεί εφόσον αυτοί χρησιμοποιούσαν το χώρο για το συγκεκριμένο σκοπό από το
- Οι φωτογραφίες όμως του Τεκ.25 δείχνουν ξεκάθαρα ότι λίγα μέτρα πιο πίσω από το σημείο μπροστά στην επίδικη λωρίδα που στάθμευαν τα οχήματα τους οι εναγόμενοι, υπάρχει παρόμοιος χώρος στάθμευσης, ακριβώς μπροστά μάλιστα από την είσοδο της κατοικίας των εναγομένων. Κανένας λοιπόν καλός λόγος δεν υπήρχε γιατί να επιμένουν οι εναγόμενοι να σταθμεύουν τα οχήματα τους στο συγκεκριμένο σημείο αφού ήξεραν ότι έτσι έφρασσαν ολόκληρη την επίδικη λωρίδα και κατ' επέκταση την είσοδο και έξοδο από και προς το 9XXXXX2 των εναγόντων. Εκτός βέβαια αν στην πραγματικότητα οι προθέσεις των εναγομένων δεν ήταν και τόσο αθώες και συνειδητά επεδίωκαν να δημιουργήσουν προβλήματα στους ενάγοντες. Αυτή μάλλον φαίνεται να είναι και η μόνη λογική εξήγηση λαμβανομένου υπόψη ότι οι εναγόμενοι ήδη γνώριζαν ότι με τον τρόπο αυτό προκαλούσαν πρόβλημα στους ενάγοντες και παρά ταύτα συνέχιζαν να το πράττουν. Το όλο θέμα βέβαια φαίνεται σε κάποιο βαθμό να έχει επιλυθεί, μετά όμως που οι ενάγοντες αναγκάστηκαν να αποταθούν στο Δικαστήριο οπόταν και εκδόθηκε το σχετικό εκ συμφώνου προσωρινό διάταγμα στις 13/07/11, η εφαρμογή του οποίου για όλα αυτά τα χρόνια επίσης φαίνεται να συνιστά μια κοινώς αποδεκτή διευθέτηση. Άλλωστε, κανένας εκ των διαδίκων δεν ανέφερε κατά την ακρόαση να του έχει δημιουργηθεί πρόβλημα από τον τρόπο που ρυθμίστηκε προσωρινά το θέμα με το διάταγμα, το λεκτικό του οποίου παραθέτω αυτούσιο: «Το Δικαστήριο τούτο διά του παρόντος διατάττει τους εναγόμενους 1, 2,3 +4 και/ή τους αντιπροσώπους τους και/ή τους υπαλλήλους τους να μην επεμβαίνουν σε χώρο 100 εκατοστών από τον τοίχο του υποστατικού των εναγόντων ο οποίος βρίσκεται εντός του ακινήτου (9XXXXX2) μέχρι και τον επίδικο τοίχο και αυλόθυρα στο τεμάχιο 9XXXXX7 όπως αυτό απεικονίζεται στο συνημμένο σχεδιάγραμμα το οποίο σημειώνεται ως Τεκμήριο Α στην παρούσα.». Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, αποδέχομαι τη θέση των εναγόντων ότι εξακολουθεί να υφίσταται ανάγκη για να εκδοθεί τελικό απαγορευτικό διάταγμα όμοιας φύσης με το προσωρινό, ενώ την περί του αντιθέτου θέση του ΜΥ1 και των εναγομένων την απορρίπτω. Κρίνω επίσης ότι εφόσον ο τρόπος με τον οποίο ρυθμίστηκε το θέμα μέσω του προσωρινού διατάγματος δεν φάνηκε να προκαλεί οποιοδήποτε πρόβλημα στους διαδίκους, η έκδοση ενός τελικού διατάγματος με το ίδιο λεκτικό συνιστά την εύλογη και δίκαιη θεραπεία που δικαιούνται υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις οι ενάγοντες ώστε να μην εμποδίζεται η διέλευση τους από την αυλή του 9XXXXX2 προς το δρόμο και αντίστροφα. Για όλους επομένως τους πιο πάνω λόγους τόσο η αγωγή όσο και η ανταπαίτηση πετυχαίνουν μερικώς. Εκδίδεται συνεπώς τελικό διάταγμα στην αγωγή με το οποίο διατάσσονται οι εναγόμενοι 1, 2,3 +4 και/ή οι αντιπροσώποι τους και/ή οι υπαλλήλοι τους να μην επεμβαίνουν σε χώρο 100 εκατοστών από τον τοίχο του υποστατικού των εναγόντων ο οποίος βρίσκεται εντός του ακινήτου των τελευταίων (9XXXXX2) μέχρι και τον τοίχο και αυλόθυρα που έχει ανεγερθεί στο τεμάχιο 9XXXXX7 όπως αυτό απεικονίζεται στο σχεδιάγραμμα που επισυνάφθηκε στο προσωρινό διάταγμα τις 13/07/11 ως Τεκμήριο Α και το οποίο σχεδιάγραμμα θα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος και του παρόντος διατάγματος. Οι υπόλοιπες δε αξιώσεις των εναγόντων απορρίπτονται. Όσον αφορά την ανταπαίτηση των εναγομένων, εκδίδεται απόφαση υπέρ τους και εναντίον των εναγόντων αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των €1.000, ενώ οι υπόλοιπες ανταξιώσεις τους απορρίπτονται. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, αμφότερες οι πλευρές δικαιούνται στα έξοδα τους σε σχέση με τη διαδικασία στην οποία πέτυχαν, ήτοι οι μεν ενάγοντες για την αγωγή, οι δε εναγόμενοι για την ανταπαίτηση και όσον αφορά τα έξοδα που δικαιούνται οι εναγόμενοι για την ανταπαίτηση, αυτά, ενόψει του ποσού που τους επιδικάστηκε ως αποζημιώσεις, ήτοι €1.000, εντάσσονται στην κλίμακα €500 - €2.
- Όσον αφορά όμως τα έξοδα που δικαιούνται οι ενάγοντες, αν και η αγωγή τους είχε καταχωρηθεί στην κλίμακα €2.000 - €10.000, εντούτοις, όπως διαφάνηκε από τη δική τους μαρτυρία την οποία έχω αποδεχτεί, η αξία της επίδικης λωρίδας που αποτέλεσε το αντικείμενο της αγωγής δεν υπερβαίνει τα €1.
- Με τούτο κατά νου λοιπόν και λαμβανομένου υπόψη και του ότι το μέρος της αγωγής των εναγόντων που πέτυχε αφορά μόνο σε διάταγμα να μην εμποδίζεται η διέλευση τους από την εν λόγω λωρίδα, κρίνω ότι και τα έξοδα που δικαιούνται αυτοί εναντίον των εναγομένων θα πρέπει να ενταχθούν στην κλίμακα €500 - €2.
- Ως εκ τούτου, όσον αφορά την αγωγή επιδικάζονται έξοδα υπέρ εναγόντων και εναντίων εναγομένων και όσον αφορά την ανταπαίτηση επιδικάζονται έξοδα υπέρ εναγομένων και εναντίον εναγόντων, αμφότερα τα σετ εξόδων ως υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή στην κλίμακα €500 - €2.000 και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........... Λ . Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σε oπoιαδήπoτε διαδικασία, πoλιτική ή πoιvική, σε περίπτωση εγγράφoυ πoυ απoδεικvύεται ή πoυ φέρεται ότι έχει ηλικία όχι μικρότερη τωv είκoσι ετώv, υπάρχει τo ίδιo τεκμήριo τo oπoίo θα υπήρχε πριv από τηv έvαρξη της ισχύoς τoυ Νόμoυ αυτoύ σε περίπτωση εγγράφoυ τo oπoίo απoδείχτηκε ως παρόμoιoυ χαρακτήρα ή πoυ φέρεται ότι έχει ηλικία όχι μικρότερη τωv τριάvτα ετώv cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο