← Κύπρος

A. M. Charalambous Construction Tools Limited κ.α. ν. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 3807/19, 25/1/2021

A. M. Charalambous Construction Tools Limited κ.α. ν. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 3807/19, 25/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3807/19 Μεταξύ:

  1. A. M. Charalambous Construction Tools Limited,
  2. XXXXX Χαραλάμπους Λιασή,
  3. XXXXX Χαραλάμπους,
  4. XXXXX Χαραλάμπους, Ενάγοντες - Αιτητές και Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 26/11/2019 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 25 Ιανουαρίου,
  5. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές - Ενάγοντες: κα. Ν. Χατζηϊωάννου, για Α. Κ. Χατζηϊωάννου και ΣΙΑ Για Καθ' ης η Αίτηση - Εναγόμενη: κα. Κ. Γιαπανά, για Σκορδή, Παπαπέτρου και ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες - Αιτητές με την Αίτησή τους αιτήθηκαν μονομερώς από το Δικαστήριο την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων που να απαγορεύουν στην Καθ΄ης η Αίτηση να προχωρήσει με τη μεταβίβαση του ακινήτου με αρ. εγγραφής 3/XXXXX, Φ./ΣΧ. 30/04Ε1,3 τεμ. XXXXX στο Δήμο Λακατάμιας, Λευκωσία στην Καθ΄ης η Αίτηση καθώς και να αναστέλλουν τη διαδικασία μεταβίβασης και/ή εγγραφής του ακινήτου επ' ονόματος της Εναγόμενης μέχρι ολοκληρώσεως της ακρόασης της αγωγής. Παράλληλα, ζητήθηκαν διατάγματα που να αναστέλλουν την πώληση του ακινήτου ημερ. 09/11/19 στην Εναγόμενη καθώς και διάταγμα που να εμποδίζει τη μεταβίβαση και/ή εγγραφή του ακινήτου στο όνομα οποιουδήποτε άλλου πλήν των Εναγόντων - Αιτητών 2, 3 και
  6. Η Αίτηση βασίστηκε στη Δ.39, Δ.48, Δ.57, Δ.59, Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 4-6 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στα άρθρα 29-32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στα άρθρα 27, 44Α μέχρι 44ΙΑΑ, 51 και 52 και στα Παραρτήματα του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (Ν.9/65ως τροποποιήθηκε), στους περί Υποθηκεύσεως Κανονισμούς 2015 Κ.Δ.Π.185/15, στα άρθρα 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση Νόμου) Κεφ.224 ως έχει τροποποιηθεί, στους Καν. 5

(1)
(2)
(3), 7, 8, 9, 10, 15, και 17 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών 1956 μέχρι 2006, στο Καν. 7 των περί Πωλήσεως Ακίνητης Ιδιοκτησίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στα Άρθρα 23, 26 και 28 του Συντάγματος, στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολο της ΕΣΔΑ, στις αρχές της επιείκιας και του Κοινοδικαίου,στις γενικές συμφυείς εξουσίες και τη πρακτική του Δικαστηρίου καθώς και τη νομολογία. Όσον αφορά τα γεγονότα, πάνω στα οποία βασίστηκε η συγκεκριμένη Αίτηση, αυτά καταγράφησαν στην Ένορκη Δήλωση του κ. XXXXX Χαραλάμπους, σύζυγου της Αιτήτριας 2 και πατέρα των Αιτητών 3 και 4, ο οποίος είναι γνώστης των γεγονότων και εξουσιοδοτημένος από αυτούς για την κατάρτιση της ένορκης δήλωσης. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 3/XXXXX Φ./ΣΧ. 30/04Ε1,3 τεμ. XXXXX στο Δήμο Λακατάμιας είναι η πρώτη κατοικία του ιδίου και της οικογένειάς του, των Αιτητών 2, 3 και 4 και της ανήλικης κόρης του, τα τελευταία 20 χρόνια. Το συγκεκριμένο ακίνητο είχε υποθηκευτεί στις 21/05/04, υποθήκη με αριθμό XXXXX/2004, για τη χορήγηση δανείου από την Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση. Λόγω καθυστερήσεων στην καταβολή των δόσεων, που προέκυψαν από την οικονομική κρίση του 2013, το δάνειο κατέστη απαιτητό και καταχωρίστηκε από την Εναγόμενη - Καθ΄ης η Αίτηση η αγωγή με αριθμό XXXXX/13, η οποία εκκρεμεί. Το Νοέμβριο 2016 ο λογιστής των Αιτητών είχε επικοινωνήσει για διευθέτηση των οικονομικών διαφορών με την Εναγόμενη - Καθ΄ης η Αίτηση αλλά τον Δεκέμβριο 2016 με Ιανουάριο 2017 τους είχαν επιδοθεί ειδοποιήσεις «Τύπου Θ» και «Τύπου Ι». Οι προσπάθειες για διευθέτηση συνεχίστηκαν, πλην, όμως, η Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση προχώρησε με διαδικασία πλειστηριασμού για άλλα δυο ακίνητα, που αφορούσαν άλλες δυο υποθήκες. Στις 31/01/19, και ενώ βρίσκονταν ακόμα σε συζητήσεις επιδόθηκε στους Αιτητές ειδοποίηση «Τύπου ΙΑ» για πώληση του επίδικου ακινήτου στις 07/03/
  1. Οι προσπάθειες για διευθέτηση εντάθηκαν χωρίς όμως αποτέλεσμα και καταχωρίστηκε η Αιτ/Εφ.67/19 καθώς και ενδιάμεση αίτηση με την οποία ζητείτο η έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Η ενδιάμεση αίτηση απορρίφθηκε και ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε στις 07/03/19 χωρίς όμως να καταστεί εφικτή η πώληση του ακινήτου. Ακολούθως, η Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση είχε ενημερωθεί, στις 11/07/19 από τους Αιτητές, ότι θα υποβληθεί αίτηση στο Σχέδιο «ΕΣΤΙΑ». Την 01/11/19 ζητήθηκε από την Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση η εκτίμηση την οποία είχαν διενεργήσει σε σχέση με το επίδικο ακίνητο και καταβλήθηκε το ποσό που είχε ζητηθεί για τη χορήγησή της. Ακολούθησαν επιστολές, με ημερ.13/11/19, με τις οποίες η Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση ενημέρωνε ότι το ακίνητο πωλήθηκε στη Τράπεζα στη τιμή των €447.000 από τις 09/09/19 και ότι η διάθεση του προιόντος θα επικυρωθεί σε 30 ημέρες από την ημερομηνία ταχυδρομήσεως της επιστολής. Στις 15/11/19 ανεπίσημα οι δικηγόροι των Εναγόντων - Αιτητών είχαν ενημερωθεί ότι δεν είχε εγγραφεί στο όνομα της Εναγόμενης το ακίνητο αλλά ότι είχαν υποβληθεί οι σχετικές αιτήσεις. Στις 21/11/19 είχε εκδοθεί τίτλος εγγραφής του ακινήτου από το Κτηματολόγιο αποκαλύπτοντας ότι το ακίνητο δεν είχε εγγραφεί επ' ονόματι της Εναγόμενης - Καθ΄ης η Αίτηση. Στις 19/11/19 ο ίδιος είχε λάβει τηλεφώνημα από την εταιρεία APS Debt Servicing Cyprus Ltd ότι η κατοικία είχε μεταβιβαστεί στο όνομά τους, και ζητούσαν την παράδοσή της, η μεταβίβαση, σύμφωνα με τον ισχυρισμό τους, είχε γίνει στις 11/11/
  2. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα η ακολουθητέα διαδικασία είναι αντίθετη με τις διατάξεις του Νόμου αφού έπρεπε οι Αιτητές - Ενάγοντες να ειδοποιηθούν πριν την ημερομηνία πώλησης του ακινήτου για την πρόθεση της Καθ΄ης η Αίτηση να το αγοράσει ή να το πωλήσει σύμφωνα με το «Τύπο ΙΓ» και έπρεπε να τους δοθεί η επιλογή να αγοράσουν οι ίδιοι το ακίνητο. Παράλληλα, οι επιστολές έπρεπε να είχαν σταλεί εντός 30 ημερών από την πώληση και όχι μετά από 60 μέρες. Ενώ από τη στιγμή που γνωστοποιήθηκε στην Εναγόμενη - Καθ΄ης η Αίτηση η πρόθεση υποβολής αίτησης στο Σχέδιο «ΕΣΤΙΑ» η Καθ΄ης η Αίτηση δεν μπορούσε να προχωρήσει στην αγορά του ακινήτου, εμποδίζοντάς τους με αυτό τον τρόπο να το πράξουν. Η σπουδή της Εναγομένης - Καθ΄ης η Αίτηση δείχνει έλλειψη σεβασμού στις διαδικασίες του Δικαστηρίου και μια περιφρονιτική συμπεριφορά προς το Δικαστήριο αφού προσπάθησαν να προκαταβάλουν την απόφαση του Δικαστηρίου. Η συγκεκριμένη συμπεριφορά συνιστά κατάχρηση του δικαιώματος. Υποστηρίζει ότι συνιστά αδικία ενώ γίνονται συζητήσεις με την Τράπεζα και ετοιμάζονται προτάσεις η ίδια η Τράπεζα να προχωρά σε διαδικασίες εκποίησης των υποθηκών. Κατά τη δική του άποψη αν δεν ανασταλεί η διαδικασία πώλησης κινδυνεύει να χαθεί η περιουσία των Εναγόντων - Αιτητών μέσα από διαδικασίες που δεν παρέχουν ασφάλεια δικαίου και/ή προσβασιμότητα στο Δικαστήριο και/ή δεν είναι επαρκώς διαφανείς και δεν πληρούν τα κριτήρια και απαιτήσεις σε επίπεδο προατασίας που επιβάλλονται από το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκκολο της ΕΣΔΑ και τα Άρθρα 23 και 30 του Συντάγματος. Επιπρόσθετα, παραβιάζονται τα δικαιώματα των Εναγόντων - Αιτητών τα οποία γεννούνται από το Άρθρο 26 του Συντάγματος αφού η σύμβαση υποθήκης διέπετο από το Ν.9/65, ως ετροποποιήθηκε και το Μέρος VIA που θεσπίστηκε με το Ν.142(Ι)/14επιβάλλει διαφοροποίηση της σύμβασης χωρίς τη συμφωνία των Αιτητών. Κατά τη δική του άποψη και ως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, η συμπεριφορά της Καθ΄ης η Αίτηση είναι καταχρηστική και δόλια και υποβοηθείται από την αντισυνταγματικότητα του Μέρους VIA του Ν.9/65, αφού η Καθ΄ης η Αίτηση είναι ανέλεγκτη. Καταλήγει, ότι τα διατάγματα είναι επείγον να εκδοθούν για να διατηρηθεί το status quo έτσι ώστε οι Ενάγοντες - Αιτητές να μην απωλέσουν την πρώτη τους κατοικία αφού αν αφεθεί να προχωρήσει η διαδικασία θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά γιατί θα απωλέσουν την κατοικία στην οποία διαμένουν με την ανήλικη κόρη τους και η οποιαδήποτε χρηματική αποζημίωση δεν θα είναι αρκετή ενώ η Καθ΄ ης η Αίτηση δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά από την έκδοση των διαταγμάτων. Δόθηκε άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, στις 29/11/19, στην οποία ο κ. XXXXX Χαραλάμπους κατέγραψε ότι στις 28/11/19 του είχε επιδοθεί ειδοποίηση από την APS Debt Servicing Cyprus LTD, αντί στον Εναγόμενο 3, με την οποία καλείτο να παραδώσει το ακίνητο εντός 21 ημερών. Επίσης, καταγράφει ότι είχε ετοιμαστεί η αίτηση για συμμετοχή στο Σχέδιο «ΕΣΤΙΑ», του οποίου Σχεδίου οι Αιτητές πληρούν όλα τα κριτήρια. Καταλήγει, ότι όλες οι ενέργειες της Καθ΄ης η Αίτηση είχαν γίνει για να εμποδίσει τη συμμετοχή των Αιτητών στο Σχέδιο «ΕΣΤΙΑ». Εκδόθηκε μονομερώς διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν η μεταβίβαση του συγκεκριμένου ακινήτου στην Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση καθώς και διάταγμα με το οποίο αναστέλλετο η διαδικασία μεταβίβασης και εγγραφής του συγκεκριμένου ακινήτου στο όνομα της Εναγόμενης - Καθ΄ης η Αίτηση μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής. Τα άλλα δυο διατάγματα που ζητούσαν οι Αιτητές - Ενάγοντες παρέμειναν σε εκκρεμότητα και είναι υπο εξέταση. Στις 15/01/20 καταχωρίστηκε Ένσταση από την Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση η οποία στηρίχθηκε στα άρθρα 22, 29, 30, 31, 32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στα άρθρα 4, 5, 7, 8 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, στα άρθρα 18, 19 και στο Μέρος VI, VIΑ και VIΒ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (Ν.9/65)όπως έχει τροποποιηθεί, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς (ΚΔΠ 185/15), στον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο Κεφ 224, στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς, στη Δ.39, Δ.48 θ.1-4 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στα Άρθρα 23, 26, 28 και 30 του Συντάγματος, στο Άρθρο 1 του 1ου Πρωτοκόλλου της Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, της επιείκιας, του Κοινοδικαίου, στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου και τη νομολογία. Κατεγράφησαν
(15)λόγοι ενστάσεως, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν σε συντομία ως ακολούθως: Ότι η Αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, ότι η ένορκη δήλωση που την στηρίζει είναι παράτυπη και αντικανονική και/ή δεν στηρίζεται σε οποιαδήποτε δέουσα και/ή επαρκή μαρτυρία και/ή νομολογία και δεν αναφέρεται η πηγή της πληροφόρησησης, ότι έχει καταχωριστεί καταχρηστικά και/ή αδικαιολόγητα και/ή με σκοπό να αποτρέψει την εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων και να αποστερήσει την Καθ΄ης η Αίτηση από τα δικαιώματά της δημιουργώντας αχρείαστα έξοδα, ότι οι Αιτητές κωλύονται από το να προωθούν την υπό κρίση Αίτηση γιατί οι ίδιοι έχουν υποθηκεύσει την περιουσία τους προς όφελος της Καθ΄ ης η Αίτηση, ότι οι Αιτητές προβαίνουν σε ουσιαστικές παραδοχές και συγκεκριμένα ότι έχει διενεργηθεί ο πλειστηριασμός του ακινήτου και ότι έχουν ενημερωθεί ως προς την πώλησή του και τη μεταβίβασή του στο όνομά της καθώς και ότι υπάρχουν οφειλόμενα ποσά προς την Καθ΄ης η Αίτηση για τα οποία οι Αιτητές δεν προσέφεραν ή κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό, οπόταν κωλύονται από του να ζητούν να μην προχωρήσει η διαδικασία εγγραφής ακινήτου το οποίο αποκτήθηκε νόμιμα. Ότι η υπό κρίση αίτηση είναι άνευ αντικειμένου αφού η διαδικασία μεταβίβασης του ακινήτου έπ ονόματι της Καθ΄ης η Αίτηση είχε γίνει σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου και η αίτηση μεταβίβασης έγινε αποδεκτή από το Διευθυντή Κτηματολογίου πριν την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης και η κυριότητα του ακινήτου έχει περιέλθει στην Καθ΄ης η Αίτηση. Ότι η δικονομική συμπεριφορά των Αιτητών είναι κακόπιστη και/ή παραπλανητική και/ή καταχρηστική και/ή τέτοιας φύσεως που δεν τους επιτρέπει να αξιώνουν τις συγκεκριμένες θεραπείες του δικαίου της επιείκιας. Ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 αφού οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει καλή βάση αγωγής ή πιθανότητα επιτυχίας, δεν απέδειξαν ότι έχουν πιθανότητα να δικαιούνται σε θεραπεία αφού προβαίνουν σε παραδοχές σε σχέση με το χρέος προς την Καθ΄ης η Αίτηση και της διαδικασίας που ακολούθησε προς πλειστηριασμό του ακινήτου, ότι τυχόν ζημιές που ενδεχομένος να υποστούν οι Αιτητές, από την μη οριστικοποίηση των εκδοθέντων και των αιτούμενων διαταγμάτων, μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα και η Καθ΄ης η Αίτηση είναι σε θέση να καταβάλλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις και ότι δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη βλάβη με την ακύρωση των συγκεκριμένων διαταγμάτων. Ότι δεν προβαίνουν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των γεγονότων και ότι απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και προωθούν την υπό κρίση αγωγή και/ή αίτηση καταχρηστικά και/ή πολύ καθυστερημένα χωρίς να προσφέρουν επαρκή ή πειστική αιτιολογία. Σε σχέση με τα γεγονότα η Ένσταση υποστηρίχθηκε από την ένορκη δήλωση της κας XXXXX Παναγιώτου, υπαλλήλου της Καθ΄ης η Αίτηση και γνώστη των γεγονότων από προσωπική εμπλοκή στην υπόθεση αλλά και μελέτη των εγγράφων. Είναι η θέση της ότι η Αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, παράτυπη, καταχρηστική, αόριστη, γενική, αντικανονική, κακόπιστη, δεν συνοδεύεται από τη δέουσα ένορκη δήλωση και σκοπεί στην κατάχρηση του Δικαστικού χρόνου, την αποτροπή της εφαρμογής των νομοθετικών διατάξεων και την αποστέρηση της Καθ΄ης η Αίτηση των νομίμων δικαιωμάτων της. Κατά την Ομνύουσα δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και οι Αιτητές δεν δικαιολογούν, δεν αποδεικνύουν και δεν τεκμηριώνουν καθόλου την αναγκαιότητα έκδοσης τους. Τυχόν έγκριση των αιτημάτων των Αιτητών θα προκαλέσει μεγάλο πλήγμα στα βασικά συνταγματικά δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτηση και θα ανατρέψει μια διαδικασία η οποία έχει ολοκληρωθεί. Σύμφωνα με την Ομνύουσα οι προσπάθειες και συζητήσεις μεταξύ των μερών, με σκοπό την επίλυση των διαφορών τους, συνεχίζονται μέχρι και σήμερα χωρίς όμως οποιοδήποτε ουσιαστικό αποτέλεσμα. Παρά τις συζητήσεις η Καθ΄ ης η Αίτηση διατηρούσε το νομικό δικαίωμα να προχωρήσει με τη διαδικασία πλειστηριασμού και για αυτό έστειλε τις σχετικές ειδοποιήσεις σύμφωνα με το Νόμο. Είναι η θέση της ότι η Καθ΄ης η Αίτηση ενημέρωνε τους Αιτητές ότι η διαδικασία εκποίησης ήταν σε εξέλιξη και ότι στην περίπτωση που θα υπήρχε συμφωνία θα έπρεπε να ληφθεί έγκριση από τις Αρμόδιες Αρχές της Καθ΄ης η Αίτηση για να επιτευχθεί αναβολή ή ακύρωση της διαδικασίας εκποίησης. Υποστηρίζει ότι πραγματική και εντατική προσπάθεια για διευθέτηση των υποχρεώσών των Εναγόντων - Αιτητών γινόταν μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που οι Αιτητές ένιωθαν την απειλή νομικών και δικαστικών μέτρων. Συγκεκριμένα, πριν από κάθε ημερομηνία ακρόασης των Αγωγών καθώς και μετά την παραλαβή των Ειδοποιήσεων «ΙΑ» επικοινωνούσαν με την Καθ΄ης η Αίτηση προφασιζόμενοι μια νέα λύση ή πρόταση για διευθέτηση με απότερο στόχο τη λήψη αναβολής. Ισχυρίζεται η Ομνύουσα ότι οι Αιτητές δεν παρουσιάζουν τα γεγονότα στην ορθή τους διάσταση, αφού στην Αιτ/Εφ. 67/19, στην έκταση που αφορά το επίδικο ακίνητο με αριθμό υποθήκης XXXXX/04, οι Αιτητές είχαν αποσύρει το αίτημά τους που αφορούσε το συγκεκριμένο αριθμό υποθήκης και το Δικαστήριο είχε εξετάσει την αίτηση μόνο σε σχέση με την υποθήκη XXXXX/
  1. Οπόταν, η Καθ΄ης η Αίτηση προχώρησε νομότυπα στην διαδικασία εκποίησης της υποθήκης XXXXX/04 ως εδικαιούτο. Στην απόφαση του Δικαστηρίου, ημερ. 06/12/19, αναγνωρίζεται ότι ο πλειστηριασμός του ακινήτου αναφορικά με την υποθήκη XXXXX/04 πραγματοποιήθηκε κανονικά. Υποστηρίζει, ότι όταν το ακίνητο δεν πωλήθηκε στον πλειστηριασμό η Καθ΄ης η Αίτηση άσκησε το δικαίωμα που της παρέχεται από το άρθρο 44ΙΑ του Νόμου και αγόρασε το ακίνητο έναντι του χρέους στις 09/09/19 και μετά παρέλευση 6 μηνών, ενημερώνοντας προς τούτο τους Αιτητές καθώς και όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Στο διάστημα των 6 μηνών, από τις 07/03/19 μέχρι τις 09/09/19, που το ακίνητο περιήλθε στη κατοχή της Καθ΄ης η Αίτηση, οι Αιτητές δεν έλαβαν οποιοδήποτε διάβημα ή/και δεν έδειξαν οποιαδήποτε ουσιαστική πρόθεση για διευθέτηση των υποχρεώσεών τους ή/και για διάσωση της κατοικίας τους. Λόγω της αγοράς και της καταβολής όλων των τελών και δικαιωμάτων η Καθ΄ης η Αίτηση θεωρείται νόμιμη ιδοκτήτρια του ακινήτου και οι Αιτητές κωλύονται από το να προωθούν την υπό κρίση Αίτηση. Το γεγονός ότι οι Αιτητές έδειξαν απλή πρόθεση να ενταχθούν στο Σχέδιο «ΕΣΤΙΑ» δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εμπόδιο για τη διαδικασία πλειστηριασμού, η οποία είχε διενεργηθεί στις 07/03/
  2. Είναι η θέση της Ομνύουσας ότι ενώ οι Αιτητές γνώριζαν ότι το ακίνητο είχε περιέλθει στη κατοχή της Καθ΄ης η Αίτηση κακόπιστα ασκούσαν πίεση στο Κτηματολόγιο για έκδοση τίτλων στο όνομά τους με σκοπό να αποδείξουν ότι η ιδιοκτησία τους ανήκει. Η Καθ΄ης η Αίτηση είχε καταβάλει τα σχετικά τέλη της μεταβίβασης στις 12/11/19 και υπέβαλε αίτηση για έκδοση τίτλου στο όνομά της, πλην, όμως, το Κτηματολόγιο χρειάζεται κάποιες μέρες για να προβεί στην έκδοση του τίτλου. Οπόταν, η υπό κρίση διαδικασία είναι άνευ αντικειμένου. Όσον αφορά το νομικό κομμάτι, σύμφωνα με νομική συμβουλή, είναι η θέση της ότι οι πρόνοιες του Μέρους VIA δεν επιβάλλουν οποιαδήποτε υποχρέωση στον ενυπόθηκο δανειστή να προβεί σε κάποια ενέργεια στην περίπτωση που δεν πετύχει ο πλειστηριασμός, ούτε και επιβάλλει υποχρέωση ενημέρωσης ή παραχώρησης δικαιώματος αγοράς στους ιδιοκτήτες, οι οποίοι εν πάση περιπτώσει μετά την αποτυχία του πλειστηριασμού δεν έδειξαν οποιαδήποτε πρόθεση για αγορά του. Η Καθ' ης η Αίτηση έστειλε νομότυπα την επιστολή, ημερ. 08/11/19, σε σχέση με τη διάθεση του προϊόντος πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου και οι Αιτητές είχαν στη διάθεσή τους 30 μέρες να αμφισβητήσουν και/ή να λάβουν τα απαραίτητα διαβήματα και/ή να κάνουν τη σωστή διαδικασία αμφισβήτησης της διάθεσης του προϊόντος πώλησης και η υπό κρίση διαδικασία δεν είναι η ορθή για να προωθείται η οποιαδήποτε αμφισβήτηση για διάθεση του προϊόντος πώλησης. Η Ομνύουσα παραδέχεται ότι τα μέρη είχαν ανά διαστήματα επικοινωνία χωρίς εντούτοις οποτεδήποτε να καταλήγει σε οριστική, πλήρη ή τελική διευθέτηση λόγω του ότι μοναδικός σκοπός των Αιτητών ήταν να κερδίσουν χρόνο και να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους. Η Καθ΄ης η Αίτηση ουδέποτε έδωσε την εντύπωση στους Αιτητές ότι η διαδικασία εκποίησης θα αναστέλλετο ή θα αναβάλλετο. Υποστηρίζει ότι κανένα συνταγματικό δικαίωμα των Αιτητών δεν θίγεται καθώς η Καθ' ης η Αίτηση έχει ενεργήσει νομότυπα και αντίθετα τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα παραβιάσει το δικαίωμα της Καθ΄ης η Αίτηση όπως αυτό απορρέει από το Μέρος VIA του Νόμου, ενώ τυχόν αναστολή ή ακύρωση των διαδικασιών αντιστρατεύει το πνεύμα και το σκοπό του Νόμου. Παράλληλα, θα θιγούν τα συνταγματικά δικαιώματα της Καθ΄ης η Αίτηση και ιδιαίτερα το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως και το δικαίωμα σε ακίνητη ιδιοκτησία. Είναι η θέση της ότι με τη μεταβίβαση η Καθ΄ης η Αίτηση θα καταβάλει το τίμημα πωλήσεως έναντι των οφειλών των Αιτητών, οπόταν και ένα μεγάλο μέρος των οφειλών θα αποσβεστεί και θα μπορούν να γίνονται συζητήσεις για τη διευθέτηση των υπολοίπων ποσών. Καταλήγει, ότι η υπό κρίση Αίτηση είναι άνευ αντικειμένου αφού κανένα κατεπείγον δεν έχει αποδειχθεί διότι η μεταβίβαση έχει ήδη καταχωριστεί και εγκριθεί και η Καθ΄ης η Αίτηση είναι πλέον ο νόμιμος ιδοκτήτης του ακινήτου. Επιπρόσθετα, δεν έχουν αποδείξει ότι έχουν σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ή πιθανότητα επιτυχίας αλλά ούτε και απέδειξαν ότι έχουν πιθανότητες να δικαιούνται σε θεραπεία. Όσον αφορά τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, δεν θα προκύψει οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη βλάβη αφού τυχόν ζημιές μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα και η Καθ΄ης η Αίτηση έχει την ικανότητα να αποζημιώσει τους Αιτητές ενώ το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση. Κατά τη δική της άποψη δεν συντρέχει οποισδήποτε λόγος διατήρησης των εκδοθέντων διαταγμάτων σε ισχύ για αυτό και εισηγείται την απόρριψη της Αίτησης. Η Ακρόαση διεξήχθηκε στη βάση του περιεχομένου της Αίτησης και της Ένστασης καθώς και των Τεκμηρίων που επισυνάφθηκαν σ' αυτές και οι συνήγοροι προχώρησαν με την κατάθεση αγορεύσεων. Οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν. Οι συνήγοροι και των δυο πλευρών με τις ικανές εισηγήσεις τους, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, υποστήριξαν και ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν διαμετρικά αντίθετες θέσεις τους για τα ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα. Το Δικαστήριο έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δυο πλευρών, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο στο πλαίσιο της παρούσας και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. ΣΥΝΟΨΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ Μελέτη των εκατέρωθεν ισχυρισμών και του μαρτυρικού υλικού καταδεικνύει ότι η Καθ' η Αίτηση παραχώρησε στους Αιτητές, μεταξύ άλλων, πιστωτικές διευκολύνσεις, προς εξασφάλιση των οποίων εγγράφηκε από τους Αιτητές η επίδικη υποθήκη XXXXX/2007, για το ποσό των Λ.Κ.120,000 πλέον τόκους, επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 3/XXXXX, Φ./ΣΧ. 30/04Ε1,3 τεμ. XXXXX στο Δήμο Λακατάμιας, Λευκωσία, Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του κ. Χαραλάμπους. Από το ως άνω μαρτυρικό υλικό προκύπτει αβίαστα ότι οι Αιτητές δεν υπήρξαν συνεπείς με τις υποχρεώσεις αποπληρωμής των εν λόγω πιστωτικών διευκολύνσεων και έτσι η Καθ' ης η Αίτηση ασκώντας τα δικαιώματά της, τερμάτισε τις σχετικές συμφωνίες δανείων και ολόκληρα τα οφειλόμενα ποσά δυνάμει των συμφωνιών αυτών, καθώς και το ενυπόθηκο χρέος δυνάμει της επίδικης Υποθήκης κατέστησαν πληρωτέα και απαιτητά, Τεκμήριο 3 και 5 στην ένορκη δήλωση του κ. Χαραλάμπους. Ήταν από κοινού αποδεκτό ότι η Καθ' ης η Αίτηση τράπεζα καταχώρησε εναντίον των Αιτητών, μεταξύ άλλων και την Αγ. Αρ. XXXXX/2013 η οποία εκκρεμεί. Είναι επίσης παραδεκτό ότι επιδόθηκαν στους Aιτητές η Ειδοποίηση Τύπου «Ι» συνοδευόμενη από την Ειδοποίηση Τύπου «Θ» τον Δεκέμβριο 2016 με Ιανουάριο 2017 μαζί με την κατάσταση λογαριασμού του ενυπόθηκου χρέους. Στις 09/01/2019 επιδόθηκαν στους αιτητές η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» και η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΒ» και ο πλειστηριασμός του επίδικου ακινήτου ορίστηκε στις 07/03/
  3. Ακολούθησε η καταχώριση της Αιτ/Εφ.67/2019 η οποία σκοπούσε στην ακύρωση ή/και παραμερισμό των Ειδοποιήσεων «ΙΑ» καθώς και την αναστολή της διαδικασίας εκποίησης, η οποία όμως στη συνέχεια αποσύρθηκε σε σχέση με την επίδικη υποθήκη. Μετά την επίδοση των Ειδοποιήσεων Τύπου «ΙΑ» και Τύπου «ΙΒ», η Καθ' ης η Αίτηση προχώρησε στο διορισμό εκτιμητή για τη διενέργεια εκτιμήσεων, την οποία παραχώρησε στους Αιτητές μετά από δικό τους αίτημα. Κατά την εξέλιξη της διαδικασίας γίνονταν προσπάθειες για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης χωρίς αποτέλεσμα. Λόγω αυτών των δεδομένων η Καθ΄ης η Αίτηση αποφάσισε να προχωρήσει με αγορά του ακινήτου από την ίδια ως ενυπόθηκος δανειστής, δυνάμει του δικαιώματος και της δυνατότητας που της παρέχει το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο. Ως εκ τούτου, απέστειλε τις επιστολές ημερ. 08/11/2019 που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ως Τεκμήριο 10, δια των οποίων ενημερώνει τους Αιτητές για τις ενέργειές της και για την προτεινόμενη διάθεση προϊόντος. Η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε στις 26/11/
  4. Στην υπό κρίση υπόθεση πρέπει να σημειωθεί ότι είναι γεγονός ότι το ακίνητο έχει αγοραστεί από την Καθ΄ης η Αίτηση και έχουν καταβληθεί στο Κτηματολόγιο τα δικαιώματα για εγγραφή του επ' ονόματί της, ενώ, παράλληλα, η αίτηση εγγραφής έχει γίνει αποδεκτή. Σύμφωνα με την απόφαση του αδελφού Δικαστή Δαυΐδ Π.Ε.Δ, στην υπόθεση A. M. Charalambous Ltd κ.α. ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ Αιτ/Εφ. 67/19, ημερ. 06/12/19, όσον αφορά την υποθήκη XXXXX/04, που σχετίζεται με την υπό κρίση αίτηση, το αίτημα για αναστολή της εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου είχε αποσυρθεί και ο πλειστηριασμός διεξήχθηκε χωρίς όμως επιτυχία και η Καθ΄ης η Αίτηση προχώρησε να ασκήσει το δικαίωμα που της παρέχεται από το άρθρο 44ΙΑ του Ν9/65 ως τροποποιήθηκε. Οι Αιτητές - Ενάγοντες, αμφισβητούν τη νομιμότητα της συγκερκιμένης πώλησης και για αυτό ζητούν την έκδοση των συγκεκριμένων διαταγμάτων μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Θα πρέπει να γίνει αναφορά στο γεγονός ότι μετά την επιφύλαξη της απόφασης η ευπαίδευτη συνήγορoς των Αιτητών διαβίβασε στο Δικαστήριο, με κοινοποίηση στη συνήγορο της Καθ΄ης η Αίτηση αντίγραφο πρόσφατης τροποποίησης του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν.212(Ι)/20 ημερ. 29/12/20, με το οποίο αναστέλλονται οι διατάξεις του Μέρους VIA του Νόμου μέχρι την 31/03/
  5. Εισηγήθηκε ότι η συνεχίση της διαδικασίας εγγραφής του ακινήτου δέον να θεωρείται ως ανασταλλείσα και το διάταγμα θα πρέπει να καταστεί απόλυτο. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Καθ΄ης η Αίτηση είχε διαφορετική άποψη. Υποστήριξε ότι στην υπό κρίση υπόθεση ο πλειστηριασμός έχει πραγματοποιηθεί και η Καθ΄ης η Αίτηση έχει προχωρήσει και έχει ασκήσει το δικαίωμά της για αγορά του ακινήτου και συνεπακόλουθα το Μέρος VIA του Νόμου έχει εφαρμοστεί πριν την αναστολή του. Η προσέγγιση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Καθ΄ης η Αίτηση βρίσκει σύμφωνο και το Δικαστήριο. Η διαδικασία εκποιήσεως του ακινήτου έχει ολοκληρωθεί στην υπό κρίση υπόθεση και σημειώνεται ότι έχει γίνει αποδεκτή και από τους Αιτητές αφού δεν προσεβλήθη. Οι διατάξεις του Μέρους VIA του Νόμου έχουν εφαρμοστεί πριν την αναστολή του Νόμου και συγκεκριμένα στις 09/09/19 και αυτό που έχει απομείνει είναι, σύμφωνα με τα όσα έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, η εγγραφή του ακινήτου επ' ονόματι της Καθ΄ης η Αίτηση που αφορά αποκλειστικά πράξη που θα διενεργηθεί από το Κτηματολόγιο, αφού έχουν καταβληθεί και τα νενομισμένα τέλη στις 12/11/
  6. Ως εκ τούτου, η θέση της συνηγόρου των Αιτητών δεν βρίσκει έρεισμα. Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο αναφορικά με τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου διέπεται από τις διατάξεις του Μέρους VIA του Ν.9/1965 ως έχει τροποποιηθεί το οποίο, μεταξύ άλλων, παρέχει στον ενυπόθηκο δανειστή το δικαίωμα να προχωρήσει σε πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου μέσω πλειστηριασμού. Η διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου είναι δυνατό να ανασταλεί όταν με απόφαση του Δικαστηρίου εκδοθεί διάταγμα ακύρωσης της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ». Οι Αιτητές επέλεξαν να αποσύρουν την Αιτ/Εφ.67/2019, στην έκταση που αφορούσε την επίδικη υποθήκη και να αφήσουν να διεξαχθεί ο πλειστηριασμός, ο οποίος δεν τελεσφόρισε. Δηλαδή αποδέχθηκαν ως νομότυπη την έκδοση της Ειδοποίησης «ΙΑ». Τα όσα ακολουθούν σε σχέση με τις δυνατότητες που προσφέρει ο Νόμος είναι σημαντικά για την υπό κρίση Αίτηση. Σύμφωνα με το άρθρο 44ΙΑ, σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος δανειστής δεν πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο εντός περιόδου έξι
(6)μηνών από την ολοκλήρωση της διαδικασίας του πρώτου πλειστηριασμού, έχει την επιλογή να αγοράσει το ακίνητο στην αγοραία αξία του βάσει της τελευταίας εκτίμησης που διενεργήθηκε δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA του Νόμου ή με εξ υπαρχής διεξαγωγή διαδικασίας εκτίμησης βάσει των διατάξεων του άρθρου 44Δ. Η Καθ΄ης η Αίτηση επέλεξε να αγοράσει η ίδια το ακίνητο στη τιμή των €447.000, η επιφυλασσόμενη τιμή καταναγκαστικής πώλησης του ήταν €357.600, σύμφωνα με την Ειδοποίηση «ΙΑ», Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση του κ. Χαραλάμπους. Μετά την πώληση του ακινήτου με οποιοδήποτε από τους ανωτέρω περιγραφόμενους τρόπους πρέπει, δυνάμει του άρθρου 44Ι του Νόμου, να γίνει ενημέρωση αναφορικά με το προϊόν πώλησης προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη αναφορικά με: (i) Το προϊόν της πώλησης που εισπράχθηκε είτε με πλειστηριασμό είτε με πώληση, Τεκμήριο 10 στην ένορκη δήλωση του κ. Χαραλάμπους και (ii) το κόστος, τις χρεώσεις, τους φόρους ή τα τέλη που επιβλήθηκαν κατά τη διαδικασία του πλειστηριασμού, σε περίπτωση που η πώληση πραγματοποιήθηκε με πλειστηριασμό. Προς τούτο, ο ενυπόθηκος δανειστής αποστέλλει, εντός χρονικής περιόδου που δεν υπερβαίνει τις τριάντα
(30)ημέρες από την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου μέσω ταχυδρομείου, ειδοποίηση αναφορικά με την προτεινόμενη διάθεση του προϊόντος της πώλησης στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, καθώς και σε όλους τους κατόχους απαιτήσεων, επιβαρύνσεων ή δικαιωμάτων πληρωμής αναφορικά με το ενυπόθηκο ακίνητο, καταγράφοντας την προτεινόμενη διάθεσή του, Τεκμήριο 10 στην ένορκη δήλωση του κ. Χαραλάμπους. Με την συγκεκριμένη ειδοποίηση ενημερώνονται όλα τα ως άνω πρόσωπα ότι η προτεινόμενη διάθεση του προϊόντος της πώλησης θεωρείται ότι επικυρώνεται την τριακοστή (30ή) ημέρα από την ημερομηνία της ειδοποίησης, η οποία καθίσταται τελική και ο ενυπόθηκος δανειστής αποστέλλει την επικύρωση σε όλα τα μέρη εντός πέντε
(5)ημερών από την ημερομηνία της επικύρωσης, επιστολή της Καθ' ης η Αίτηση ημερομηνίας 08/11/19 μέρος του Τεκμηρίου 10 της ένορκης δήλωσης του κ. Χαραλάμπους. Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης, οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο ή ο κάτοχος οποιουδήποτε δικαιώματος αμφισβητεί την προτεινόμενη διάθεση του προϊόντος της πώλησης, δύναται να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Με την πάροδο της προθεσμίας των τριάντα
(30)ημερών που αναφέρεται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 44Ι και νοουμένου ότι δεν έχει εκδοθεί οποιοδήποτε σχετικό απαγορευτικό διάταγμα Δικαστηρίου το οποίο εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ, ο ενυπόθηκος δανειστής επικυρώνει την προτεινόμενη διάθεση, η οποία καθίσταται τελική και αποστέλλει την επικύρωση αυτή σε όλα τα μέρη εντός πέντε
(5)ημερών από την ημερομηνία της επικύρωσης. Ο ενυπόθηκος δανειστής διανέμει το προϊόν πώλησης ως προβλέπει το άρθρο 44Ι
(4)και το ακίνητο μετεγγράφεται στον αγοραστή. Το μόνο που φαίνεται να εκκρεμεί στην υπό εξέταση υπόθεση είναι η έκδοση του τίτλου. Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων παρέχεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς. Θα εξεταστούν στην συνέχεια οι προϋποθέσεις για την έκδοση ενός απαγορευτικού διατάγματος. Οι αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων που έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολλές. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694. Στην τελευταία απόφαση τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιοδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2111. Οι αρχές καθορίστηκαν, δια μέσου της νομολογίας, ως ακολούθως: Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά καθώς επίσης ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Επιπρόσθετα, με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Akis Express v. Aris Express
(1998)1(A) A.A.Δ. 149). Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Recnex Trading Limited, Ιωάννη Μιχαηλίδη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολ. Εφ. 71/2011 ημερ. 16/04/2014: «Βρίσκουμε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια ώστε δεν κρίνουμε σκόπιμο να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο παρά μόνο να παραπέμψουμε στις ΑΒΡ Holdings v. Κιταλίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, 699, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785 και στην Πολιτική Έφεση 52/10 Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. E. Σιακατίδου, ημερ. 19.3.2014. Αποδίδεται ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό, προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.». Στην υπόθεση T. A. Micrologic Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802 ο έντιμος Δικαστής κ. Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις υποθέσεις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». (Βλ. επίσης Hazelwood Investment & Finance Ltd v. XXX Manuel κ.α. Πολ Εφ. Ε14/17 και Ε209/17 ημερ. 16/07/19). Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Ο αιτητής είναι αυτός που πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσής του και της διατήρησης του σε ισχύ. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται η αίτηση τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, δεδομένης πάντα της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Όπως φαίνεται από το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με την αγωγής τους οι Αιτητές αξιώνουν ακύρωση της άσκησης του δικαιώματος αγοράς του συγκεκριμένου ακινήτου από την Καθ' ης η Αίτηση. Το ρηθέν ακίνητο είχε υποθηκευτεί με την υποθήκη XXXXX/2004, προς εξασφάλιση του παραχωρηθέντως δανείου και λόγω του ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο ανερχόταν στις €546.771,81, η Καθ΄ης η Αίτηση, μετά την αποτυχία του πλειστηριασμού, αποφάσισε να το αγοράσει στην τιμή των €447.000 Τεκμήριο 10 στην ένορκη δήλωση του κ. Χαραλάμπους. Η Τράπεζα αποφάσισε να προχωρήσει με αγορά του ακινήτου από την ίδια, χρησιμοποιώντας την τιμή που καθοριζόταν στην διενεργηθείσα εκτίμηση, εφόσον είχε κάθε δικαίωμα να το πράξει σύμφωνα με τα όσα προστάζει η ισχύουσα νομοθεσία. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την εκτίμηση που είχαν διενεργήσει οι Αιτητές η αξία του συγκεκριμένου ακινήτου καθορίστηκε στις €330.000, σύμφωνα με το Τεκμήριο 18 της συμπληρωματική ένορκης δήλωσης του κ. Χαραλάμπους. Συγκεκριμένα, με βάση το άρθρο 44ΙΑ, σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος δανειστής δεν πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο εντός περιόδου έξι μηνών
(6)από την ολοκλήρωση της διαδικασίας του πρώτου πλειστηριασμού, έχει την επιλογή να αγοράσει το ακίνητο στην αγοραία αξία του βάσει της τελευταίας εκτίμησης που διενεργήθηκε δυνάμει των διατάξεων Μέρους VIA ή με εξ' υπαρχής διεξαγωγή διαδικασίας εκτίμησης βάσει των διατάξεων του άρθρου 44Δ. Έτσι και έπραξε η Καθ' ης η Αίτηση. Ο πλειστηριασμός είχε οριστεί στις 07/03/1999, το ακίνητο δεν είχε πωληθεί στην επιφυλαχθείσα τιμή των €357.600 και η Τράπεζα προχώρησε και αγόρασε το ακίνητο στις 09/09/1999 στην τιμή των €447.000. Τίποτα μεμπτό δεν διαφαίνεται πίσω από τις πράξεις της Καθ' ης η Αίτηση. Καμία νομοθετική διάταξη δεν την αναγκάζει να λάβει τη θέση των Εναγόντων - Αιτητών υπόψη πριν να προχωρήσει στα νομικά διαβήματα που της επιτρέπονται σε αντίθεση με τη θέση του Ομνύοντα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση. Είναι η εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου των Αιτητών ότι το δικαίωμα αμφισβήτησης του Τύπου «ΙΑ» δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ από τους Αιτητές. Με όλο το σεβασμό οι Αιτητές είχαν καταχωρίσει την Αιτ/Εφ. 67/2019 με αίτημα για αναστολή της εκποίησης της επίδικης υποθήκης XXXXX/2004, το οποίο αποσύρθηκε και τελικά ο πλειστηριασμός διεξήχθηκε. Οπόταν τεκμαίρεται ότι η διεξαγωγή του πλειστηριασμού είναι νόμιμη αφού δεν αμφισβητήθηκε με τον νενομισμένο διαδικαστικό τρόπο η διαδικασία πλειστηριασμού, οπόταν και η διαδικασία που είχε προηγηθεί και είχε οδηγήσει στη διεξαγωγή του πλειστηριασμού είναι νόμιμη και δεν μπορεί να εξεταστεί. Σημειώνεται, ότι η αγωγή δεν αφορά την διενέργεια του πλειστηριασμού αλλά την επιλογή της Καθ' ης η Αίτηση να αγοράσει το ακίνητο. Είναι η νομιμότητα αυτής της πράξης της Τράπεζας που αμφισβητείται, ήτοι η άσκηση του δικαιώματος που παρέχεται στον ενυπόθηκο δανειστή δυνάμει του άρθρου 44ΙΑ του Νόμου. Οπόταν, όλοι οι ισχυρισμοί που αφορούν αυτή τούτη τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Έχοντας κατά νού τις πιο πάνω διαπιστώσεις το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε σχέση με τις πρώτες δυο προϋποθέσεις, των οποίων η αλληλουχία επιτρέπει την από κοινού εξέταση, είναι αν έχουν καταδειχθεί τέτοιες σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων εκ μέρους των Αιτητών ώστε σε συσχετισμό με τη δικογραφία της Αίτησης και το αγώγιμο δικαίωμα των Αιτητών να οδηγούν στη διαπίστωση σοβαρού ζητήματος με ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8). Υπάρχει στο φάκελο καταχωρημένο το Κλητήριο Ένταλμα από το οποίο αποκαλύπτεται ότι ζητούνται διατάγματα που αφορούν αποκλειστικά την διαδικασία αγοράς του ακινήτου από την Καθ΄ης η Αίτηση κατ' εφαρμογή των προνοιών του Μέρους VIA του Ν.9/1965 ως ετροποποιήθηκε. Εν προκειμένω οι Αιτητές - Ενάγοντες όχι μόνο δεν έχουν αποδείξει με τη μαρτυρία που έχουν προσκομίσει ότι έχουν δυνατότητα επιτυχίας στις εγειρόμενες αξιώσεις τους αλλά αντίθετα, με την Ένορκη Δήλωση του κ. Χαραλάμπους αποδέχονται την υπογραφή και συνομολόγηση της συμφωνίας παραχώρησης του συγκεκριμένου δανείου στο οποίο το επίδικο ακίνητο τέθηκε ως εγγύηση. Επίσης, έγινε παραδοχή ότι οι υποχρεώσεις των Αιτητών δυνάμει του δανείου έχουν μείνει σε εκκρεμότητα από το
  1. Παράλληλα, δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να δύναται να καταδείξει οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας των αξιώσεων τους για ακύρωση της διαδικασίας πώλησης αφού δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ότι δεν οφείλεται από τους Αιτητές οποιοδήποτε ποσό προς την Καθ΄ ης η Αίτηση αλλά αντίθετα ενισχύθηκε η θέση της Καθ΄ης η Αίτηση ότι παρά τις μακρές διαπραγματεύσεις δεν έχει ανευρεθεί οποιαδήποτε συμβιβαστική λύση στις οικονομικές εκκρεμότητες των Αιτητών με την Καθ΄ης η Αίτηση και αυτό παρά το γεγονός ότι έχουν εκποιηθεί άλλα δυο ακίνητα των Αιτητών - Εναγόντων που αφορούσαν άλλες συμβάσεις δανείων. Υποστηρίζουν, οι Αιτητές, ότι η Καθ΄ης η Αίτηση ενήργησε δόλια για να τους εμποδίσει να υποβάλουν αίτηση στο Σχέδιο «ΕΣΤΙΑ». Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι από τη στιγμή που οι ίδιοι οι Αιτητές αιτήθηκαν στο Σχέδιο «ΕΣΤΙΑ» αυτό σημαίνει ότι πρώτον, η Καθ΄ ης η Αίτηση δεν τους έχει εμποδίσει ως είναι ο ισχυρισμός τους από του να αιτηθούν και δεύτερον, έχουν αποδεχθεί ότι έχουν οφειλές στην Καθ΄ης η Αίτηση στις οποίες δεν μπορούν να ανταποκριθούν. Οι Αιτητές παραγνωρίζουν ότι το δικαίωμα της Καθ΄ ης η Αίτηση να προχωρήσει στα διαβήματα που προβλέπει η Νομοθεσία προκύπτει από τις συμφωνίες που οι ίδιοι υπέγραψαν και από την παράλειψή τους να τηρούν τα συμφωνηθέντα και ειδικότερα να αποπληρώνουν το δάνειο που έλαβαν. Η απάντηση στα θέματα που τίθενται προς απόφαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου άπτεται του ερωτήματος κατά πόσο η συμπεριφορά της Εναγόμενης - Καθ΄ης η Αίτηση ήταν τέτοια που να ξεγέλασε τους Ενάγοντες - Αιτητές ή και να τους οδήγησε σε επικίνδυνα μονοπάτια με την παραχώρηση περαιτέρω διευκολύνσεων αυξάνοντας τον κίνδυνο να υποχρεωθούν να πληρώσουν δυνάμει της υποθήκης. Οπόταν, είναι η εισήγηση ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Καθ΄ης η Αίτηση στην αγόρευσή της αντικρούει τον συγκεκριμένο ισχυρισμό προωθώντας τη θέση ότι οι Αιτητές είχαν εξεφράσει απλή πρόθεση να ενταχθούν στο Σχέδιο «ΕΣΤΙΑ» και αυτό δεν αποτελεί εμπόδιο στην επιλογή της Καθ' ης η Αίτηση αφού ο πλειστηριασμός έχει ήδη διενεργηθεί, στις 07/03/2019 χωρίς οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Παράλληλα, όμως, ενημερώνει το Δικαστήριο ότι η αίτηση των Αιτητών στο Σχέδιο «ΕΣΤΙΑ» υποβλήθηκε και έχει απορριφθεί στις 29/10/
  2. Ο ισχυρισμός αυτός δεν συμπεριλαμβάνεται στην Ένσταση των Καθ΄ ων η Αίτηση γιατί προφανώς η απόρριψη του συγκεκριμένου αιτήματος είναι μεταγενέστερη της καταχώρισης της Ένστασης, η οποία καταχωρίστηκε στις 15/01/
  3. Αυτή η θέση δεν αμφισβητήθηκε από τους Αιτητές, όμως, επειδή δεν μπορούν να προβάλλονται ισχυρισμοί μέσω των αγορεύσεων, σύμφωνα με τη νομολογία, δεν θα ληφθεί υπόψη. Εν πάση περιπτώσει, είναι άνευ αντικειμένου ο ισχυρισμός των Αιτητών γιατί ο ίδιος ο Νόμος προβλέπει ότι, άρθρο 44Γ
(3), εάν εγκριθεί αίτηση για ένταξη στο Σχέδιο «ΕΣΤΙΑ» αυτό μπορεί να συνεκτιμηθεί στο κατά πόσο θα εγκριθεί η Αίτηση/Έφεση που έχει καταχωριστεί σε σχέση με την έκδοση της Ειδοποίησης «ΙΑ». Όπως προαναφέρθηκε οι αιτιάσεις που αφορούσαν την Ειδοποίηση «ΙΑ» μπορούσαν να προβληθούν μόνο με αίτηση/έφεση και αυτές εγκαταλείφθηκαν οπόταν δε χωρεί περαιτέρω συζήτηση στο συγκεκριμένο θέμα. Σύμφωνα με τη νομολογία αν ο αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση αλλά κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο κριτήριο. Οι Αιτητές δεν έχουν ικανοποιήσει κανένα από τα δυο κριτήρια. Από νομικής πλευράς υπάρχουν ζητήματα τα οποία αποδυναμώνουν την ορατότητα πιθανότητας επιτυχίας ως προς τις αξιώσεις των Αιτητών - Εναγόντων, οι οποίες αποτέλεσαν και το βασικό υπόβαθρο για την Αίτηση ως έχει επεξηγηθεί πιο πάνω. Περαιτέρω, κανένα Συνταγματικό ή άλλο δικαίωμα των Αιτητών πλήττεται και η διαδικασία εκποίησης ως αυτή προβλέπεται από το Μέρος VIA του Νόμου και η αναδρομική ισχύς του Τροποποιητικού Νόμου 87(Ι)/2018 είναι καθόλα σύμφωνη με το Σύνταγμα, ως πρωτοδίκως έχει αποφασιστεί σε σωρεία αποφάσεων. Θα πρέπει να λεχθεί ότι οι Αιτητές είχαν τις υπηρεσίες δικηγόρων καθώς και λογιστών, Τεκμήρια 9 και 9Α, κατά τη διάρκεια των μακρών και ατελέσφορων διαπραγματεύσεων προς εξεύρεση λύσης σε σχέση με τις οικονομικές τους εκκρεμότητες. Σε κάθε περίπτωση και αν ακόμα οι Αιτητές - Ενάγοντες επιτύχουν στους αόριστους, ατεκμηρίωτους και γενικούς ισχυρισμούς τους, σε καμία περίπτωση δεν μπορούν αυτοί να έχουν ως συνέπεια την ακυρότητα της μεταξύ των μερών συμφωνίας δανείου από την οποία γεννάται το δικαίωμα εκποίησης της υποθήκης με τους τρόπους που καταγράφονται στο Μέρος VIA του Ν.9/1965 ως έχει τροποποιηθεί. Επομένως, στη βάση των πιο πάνω καταλήγω ότι οι Αιτητές - Ενάγοντες δεν κατάφεραν να στοιχειοθετήσουν τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου
  1. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση αυτή της ανεπανόρθωτης ζημιάς απαιτείται να διαφανεί ότι, χωρίς την έκδοση του διατάγματος, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄ εξοχή στο δίκαιο της Επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύκολα, τότε η έκδοσή του αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ΄ ανάγκη την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της χρηματικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Είναι η θέση των Αιτητών ότι σε περίπτωση που εγγραφεί το επίδικο ακίνητο ακολούθως θα κλειθούν να εκκενώσουν το σπίτι το οποίο συνιστά την κατοικία τους για 20 και πλέον χρόνια. Κατά συνέπεια θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να υπολογιστούν οι αποζημιώσεις, συμπεριλαμβανομένων και των μη υλικών αποζημιώσεων για την κατ' ισχυρισμό ηθική ζημιά που ισχυρίζονται ότι θα υποστούν. Περαιτέρω, επικαλούνται οι Αιτητές παραβίαση των Συνταγματικών τους δικαιωμάτων στην ιδιοκτησία, για προσφυγή στο Δικαστήριο και απόδοση θεραπείας. Στο Σύγγραμμα του Γιώργου Ερωτοκρίτου και Πέτρου Αρτέμη «Διατάγματα», στη σελίδα 132 αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: «Δηλαδή αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη». Η Καθ΄ ης η Αίτηση είναι τραπεζικός οργανισμός και είναι φερρέγγυα, οπόταν δεν τίθεται θέμα να μην μπορεί να αντιμετωπίσει το οποιοδήποτε ποσό αποζημιώσεων αποφασιστεί στην περίπτωση που οι Ενάγοντες - Αιτητές πετύχουν στην αγωγή τους. Περαιτέρω, η κα Δημητριάδου - Ανδρέου, τότε Π.Ε.Δ. στην απόφαση της στην υπόθεση Παπαδάκη v. Hellenic Bank Public Company Ltd Αγ. Αρ. 484/2018 Ε.Δ. Λάρνακας, αναφέρει σχετικά τα ακόλουθα με τα οποία συμφωνώ και υιοθετούνται και για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης μου σε σχέση με το υπό συζήτηση θέμα : «Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύκολα, τότε η έκδοση του αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ' ανάγκη την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής και/ή χρηματικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Αποτέλεσε θέση των Αιτητών ότι τυχόν εκποίηση της μόνιμης κατοικίας των Εναγόντων σε αυτό το στάδιο θα καταστήσει την παρούσα Αγωγή ουσιαστικά άνευ αντικειμένου αφού αν κριθεί ότι η επίδικη υποθήκη άκυρη και/ή μη έγκυρη δεν θα υπάρχει θεραπεία αφού η κατοικία θα έχει ήδη πλειστηριασθεί. Σε τέτοια περίπτωση η ζημία των Εναγόντων, όπως αναφέρεται, θα είναι ανεπανόρθωτη τόσο σε οικονομικό αλλά και σε κοινωνικό και ηθικό επίπεδο. Προστίθεται, ακόμη, ότι η επίδραση από τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού στα δικαιώματα των Αιτητών θα είναι μη αναστρέψιμη αφού θα απολέσουν τελεσίδικα την ακίνητη ιδιοκτησία τους ενώ τα συνταγματικά τους δικαιώματα δεν θα είναι αποτιμητά σε χρηματική αποζημίωση. Ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι το ακίνητο, αντικείμενο της επίδικης υποθήκης, αποτελεί την μόνιμη κατοικία τους δεν θεωρώ ότι καταδεικνύει ότι η εκποίηση του θα έχει ως συνέπεια να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Επιπλέον δεν είναι άνευ σημασίας και το ότι η Αιτήτρια 1 με βάση τα στοιχεία που επικαλέστηκε η πλευρά της Εναγόμενης μέσω Πιστοποιητικού έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας (Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση της Ένστασης), τα οποία δεν έχουν με οποιοδήποτε τρόπο αμφισβητηθεί από τους Αιτητές, φαίνεται να είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια μεριδίου σε κατοικία. Σε ό,τι αφορά τα συνταγματικά δικαιώματα που οι Αιτητές επικαλούνται αναφορικά με την ιδιοκτησία τους δεν πρέπει, θεωρώ, να αγνοηθεί το γεγονός ότι όταν η επίδικη υποθήκη παραχωρείτο στην Τράπεζα ως εξασφάλιση λογικό είναι να υποτεθεί ότι οι πρωτοφειλέτες/Αιτητές γνώριζαν ότι υφίστατο κίνδυνος εκποίησης της στην περίπτωση μη εκπλήρωσης των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε η πλευρά των Καθ' ης η Αίτηση λέω ότι η οποιαδήποτε ισχυριζόμενη ζημιά των Αιτητών, εάν επιτύχει η Αγωγή τους, είναι καθαρά χρηματική και εύκολα αποτιμητέα». Οι αξιώσεις των Αιτητών - Εναγόντων ως αυτές εμφανίζονται στο Κλητήριο Ένταλμα αποτιμώνται σε χρήμα, το οποίο σύμφωνα με την προσκομισθείσα από την Καθ' ης η Αίτηση - Εναγόμενη μαρτυρία, η οποία δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί, ανέρχεται, εάν όλοι οι σχετικοί ισχυρισμοί της Εναγόμενης απορριφθούν, κατά το μέγιστο, στο ποσό των €447,000 που είναι η τιμή που η Καθ΄ης η Αίτηση αγόρασε το ακίνητο παρά το γεγονός ότι οι ίδιοι οι Αιτητές το έχουν εκτιμήσει και η αξία του έχει καθοριστεί στις €330,
  2. Ως εκ τούτου, η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των Αιτητών - Εναγόντων, και ως εκ τούτου, δεν πληρείται ούτε η τρίτη προϋπόθεση της Νομολογίας. Η κατάληξη του Δικαστηρίου για την μη ικανοποίηση και του τρίτου κριτηρίου και την ως εκ τούτου μη συνδρομή των προϋποθέσεων για την έκδοση των διαταγμάτων που ζητούνται, θα πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη της Αίτησης. Επιπρόσθετα, η όλη συμπεριφορά των Αιτητών - Εναγόντων δεν συνάδει, για τους λόγους που ήδη αναλύθηκαν, με το επίπεδο καλής πίστης και εντιμότητας που και αναμένεται και επιβάλλεται σε διαδικασίες οι οποίες στηρίζονται στο Δίκαιο της Επιείκειας. Η εκτροπή αυτή προδιαγράφει, συνεκτιμηθείσα με τις υπόλοιπες προϋποθέσεις και το αποτέλεσμα της υπό κρίσης Αίτησης. Η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Τα εκδοθέντα διατάγματα δεν θα μπορούσαν να συνεχίσει να υφίστανται και για ακόμη ένα λόγο ακόμη και αν οι τρείς προϋποθέσεις του άρθρου 32 πληρούντο, γιατί, επιπρόσθετα, με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να διατηρήσει τα διατάγματα. Αυτό εξετάζεται με βάση το ισοζύγιο των αναγκών της δικαιοσύνης, όπως χαρακτηρίστηκε στην πρόσφατη απόφαση Αντώνης και Φουλής Μιχαήλ Λιμιτεδ ν. Ιωαννίδη Πολ. Εφ. Ε44/14 ημερ. 16/07/
  3. Όπως συνοψίζεται και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου Πολ. Εφ. 7/18 ημερ. 21/03/19: «Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Όπως είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο (Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 (B) AΑΔ 1237, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας πρωτόδικου Δικαστηρίου προς έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, εκτός εάν διαπιστώσει ότι ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών που η νομολογία αναγνωρίζει, υπό το φως πάντα των ιδιαίτερων γεγονότων που περιβάλλουν την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. » Ανεξάρτητα από τις νομοθετικές προϋποθέσεις, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), στο τελικό στάδιο το δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το ζητούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Το απαιτούμενο «ισοζύγιο της ευχέρειας», όπως εξηγείται στην BACARDI & CO LTD v. VINCO LTD
(1996)1(Β) ΑΑΔ 788 σχετίζεται με το καθήκον του Δικαστηρίου να σταθμίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει για τον ενάγοντα ή τον εναγόμενο αναλόγως αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση του είναι εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να έχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Οι φόβοι που έχουν καταγράψει οι Ενάγοντες - Αιτήτες στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση είναι γενικοί, δεν είναι εύλογοι και δεν θεμελιώνεται η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης, η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ της. Βλ. Phasarias (Auto Centre) Ltd ν. Σκυρ. «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ.
  1. Η οριστικοποίηση των προσωρινά εκδοθέντων διαταγμάτων αλλά και η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων κρίνω ότι θα είναι καθόλα άδικη για τους πιο κάτω λόγους: Στις 21/05/2004 δυνάμει Συμφωνίας Δανείου παραχωρήθηκε στους Ενάγοντες - Αιτητές Δάνειο ύψους €205.032,17 για εξασφάλιση παραχωρηθέντων πιστωτικών διευκολύνσεων, Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση του κ. Χαραλάμπους. Προς εξασφάλιση του πιο πάνω Δανείου οι Ενάγοντες - Αιτητές υποθήκευσαν το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 3/XXXXX, Φ/Σχ.30/04Ε1.3, τεμάχιο XXXXX στη Λακατάμεια δυνάμει Σύμβασης και Δήλωσης Υποθηκεύσεως Ακινήτου XXXXX/2004, Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση. Τα μέρη συμφώνησαν στην παράγραφο 5 του Εγγράφου Υποθήκης ότι: «Σε πρώτη ζήτηση και/ή από τη στιγμή που κάθε ποσό που εξασφαλίζεται με την υποθήκη αυτή, καταστεί πληρωτέο, υποχρεώνομαι προσωπικά να πληρώσω όλο το ποσό αυτό. Σε περίπτωση που παραλείψω να πληρώσω το ποσό αυτό, η Τράπεζα θα δικαιούται να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα είτε μέσω του Κτηματολογίου, είτε με αγωγή μέσω του Δικαστηρίου και ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ήθελε αποφασίσει ή όπως προβλέπεται πιο κάτω, χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση σε μένα. Η Τράπεζα μπορεί να χρησιμοποιεί το προϊόν της πώλησης αυτής για την μερική ή ολική εξόφληση των υποχρεώσεων τις οποίες εξασφαλίζει η υποθήκη αυτή ή όλες η οποιεσδήποτε από τις υποχρεώσεις αυτές». Επιπρόσθετα, οι Ενάγοντες - Αιτητές παραδέχονται την υπογραφή των μεταξύ των μερών συμφωνιών και την είσπραξη του Δανείου καθώς και ότι παρέλειψαν να τηρούν τα συμφωνηθέντα και ειδικότερα να αποπληρώνουν τα δάνεια που έλαβαν. Η Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση, 15 περίπου χρόνια μετά την παραχώρηση του Δανείου και αφού οι Ενάγοντες - Αιτητές παρέλειψαν να τηρούν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, ξεκίνησε τη διαδικασία που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου προς είσπραξη του ενυπόθηκου χρέους. Οι αξιώσεις των Εναγόντων - Αιτητών αποτιμώνται σε χρήμα και η Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση δύναται να επιστρέψει οποιοδήποτε ποσό έχει εισπράξει το οποίο δεν έχει δικαίωμα να εισπράξει ή να επιστρέψει οτιδήποτε δεν είχε δικαίωμα να πάρει. Στη βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι θα ήταν άδικο να οριστικοποιηθούν τα εκδοθέντα διατάγματα και να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα με τα οποία θα απαγορευθεί στην Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση ουσιαστικά για τα επόμενα χρόνια από το να προχωρήσει στις νόμιμες διαδικασίες για είσπραξη του ενυπόθηκου χρέους, το οποίο οι Ενάγοντες - Αιτητές ουσιαστικά αποδέχονται. Τα δικαιώματα της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση για εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου έχουν δημιουργηθεί κατόπιν συμφωνιών που οι ίδιοι οι Ενάγοντες - Αιτητές υπέγραψαν και από την παράλειψή τους να τηρούν τα συμφωνηθέντα. Αποτέλεσε εισήγηση της πλευράς των Αιτητών ότι στην υπό εξέταση περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 4 του Κεφ.
  2. Το άρθρο 4 του Κεφ.6 εφαρμόζεται όταν σκοπείται η δέσμευση του αντικειμένου της αγωγής. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231 όταν η περιουσία της οποίας επιζητείται η δέσμευση αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής τότε το άρθρο 4 του Κεφ.6 μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60. Ο κύριος σκοπός για τον οποίο εκδίδεται διάταγμα, το οποίο αφορά περιουσία η οποία αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής, δεν είναι άλλος παρά η προσωρινή παρεμπόδιση αποξένωσης και η γενικότερη προστασία της περιουσίας αυτής μέχρι την εκδίκαση και έκδοση απόφασης σε κάποιο θέμα που επηρεάζει την περιουσία αυτή. Θα πρέπει όμως το πρόσωπο το οποίο επιζητεί την έκδοση τέτοιου διατάγματος με την αγωγή του να διεκδικεί την περιουσία αυτή και να εγείρει δικαιώματα σ΄ αυτήν. Το θέμα της έκδοσης ή όχι του αιτούμενου διατάγματος εντάσσεται στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου που θα ενεργήσει ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε υπόθεσης και με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως έχει αναφερθεί από το Δικαστή Γ. Νικολάου στην υπόθεση Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α. (ανωτέρω), το γεγονός ότι πληρούνται οι τυπικές απαιτήσεις του άρθρου 4 δεν σημαίνει και ότι το Δικαστήριο εκδίδει το διάταγμα αυτόματα. Η άσκηση της διακριτικής εξουσίας δεν θα πρέπει να παραγνωρίζει και την ποιότητα της αξίωσης η διάγνωση της οποίας δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Όπως έχει αναφερθεί στην απόφαση Companies Maritime v. Sponsolia Shipping
(1987)1 CLR 11και την Αίτηση Stavros Hotels Apartments
(1994)1 Α.Α.Δ. 389 το πιο πάνω άρθρο εφαρμόζεται όταν αξιώνεται η δέσμευση του αντικειμένου της αγωγής. Στην υπόθεση Ανδρέας Σάββα Κυτάλα, κ.ά.v. Άννας Χρυσάνθου, κ.ά. (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Απομένει για εξέταση η έκδοση του προσωρινού διατάγματος με βάση το Άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Προκύπτει από το λεκτικό ότι παρέχεται στο δικαστήριο εξουσία, η άσκηση της οποίας είναι δυνητική: " The Court may---- make in the action an order----." To ότι πληρούνται οι τυπικές απαιτήσεις του Άρθρου δεν σημαίνει και ότι το δικαστήριο εκδίδει το διάταγμα αυτόματα. Η έκδοση υπόκειται στη διακριτική του εξουσία. Το πλαίσιο μέσα στο οποίο το δικαστήριο πρωτόδικα ενέταξε το θέμα ήταν ορθό. Εξειδίκευσε όμως ακολούθως ότι η άσκηση της διακριτικής εξουσίας προς έκδοση διατάγματος προϋποθέτει την ύπαρξη τουλάχιστο "νομικής βάσης" που να δικαιολογεί την διεκδίκηση της επίδικης περιουσίας. Αν με αυτή τη διατύπωση το δικαστήριο εννοούσε τα εξωτερικά γνωρίσματα της αιτίας αγωγής ως το υπόβαθρο διεκδίκησης, θεωρούμε ότι έθεσε το ζήτημα πιο χαμηλά από ό,τι επιβάλλεται. Κατά την άποψη μας, η άσκηση διακριτικής εξουσίας δε θα έπρεπε να παραγνωρίζει και την ποιότητα της αξίωσης. Η διάγνωση της οποίας, όπως και στην περίπτωση των άλλων διατάξεων με τις οποίες ασχοληθήκαμε ενωρίτερα, δε μπορεί να γίνει παρά μόνο στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρχε ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρία πρόσφορη για τον σκοπό αυτό. Ως εκ τούτου, ούτε δυνάμει του Άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου δεν εδικαιολογείτο η έκδοση προσωρινού διατάγματος». Κατά την αντίληψή μου δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε ουσιώδης μαρτυρία όσον αφορά τις αξιώσεις των Αιτητών - Εναγόντων για ακύρωση των σχετικών συμφωνιών υποθήκης και δανείου από τις οποίες προέκυψε η αγορά του ακινήτου από την Καθ΄ης η Αίτηση - Εναγομένη, αλλά, αντίθετα, οι Αιτητές - Ενάγοντες αποδέχονται τόσο την υπογραφή της σχετικής συμφωνίας και την παραχώρηση του Δανείου αλλά και την ανικανότητά τους όχι μόνο να αποπληρώσουν το συγκεκριμένο δάνειο αλλά και άλλα δάνεια τα οποία τους έχουν παραχωρηθεί από την Καθ΄ ης η Αίτηση - Εναγόμενη. Με αυτά τα δεδομένα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ των Εναγόντων. Τα γεγονότα της υπόθεσης με οδηγούν ακόμα και στο συμπέρασμα ότι τόσο η αγωγή όσο και η επίδικη αίτηση για έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων έχουν καταχωρηθεί επί σκοπού, με σκοπό την παρακώλυση της διαδικασίας που προνοείται στο Νόμο. Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, κρίνω ότι οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν κατάφεραν να αποδείξουν ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων και την έκδοση του αιτούμενου του διατάγματος. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται και τα εκδοθέντα διατάγματα ακυρώνονται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν όμως, στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α. Ε. Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.