Παναγιώτη Θεοδώρου κ.α. ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 2544/20, 28/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2544/20 Μεταξύ:
- XXXXX Παναγιώτη Θεοδώρου,
- XXXXX Παναγιώτη Θεοδώρου,
- XXXXX Θεοδώρου Κατελάρη,
- XXXXX Ιωάννη Θεοδώρου,
- ΕΚΤΥΠΩΣΕΙΣ ΥΦΑΣΜΑΤΩΝ Α/ΦΟΙ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΛΤΔ Ενάγοντες - Αιτητές και
- Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσίας,
- Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων ΛΤΔ Εναγόμενοι - Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 17/09/2020 για έκδοση προσωρινού διατάγματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28 Ιανουαρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές - Ενάγοντες: κ. Αγαθοκλέους, για Γερολέμου, Αγαθοκλέους και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση 1: κα Μενοίκου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας. Για Εναγόμενη - Καθ΄ης η Αίτηση 2: κ. Δ. Καλλής για Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες - Αιτητές με την Αίτησή τους αιτήθηκαν από το Δικαστήριο μονομερώς την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων που να απαγορεύουν στον Καθ΄ου η Αίτηση 1 να προχωρήσει με τη μεταγραφή του ακινήτου με αρ. εγγραφής 6/XXXXX, Φ/ΣΧ. 30/34W2, Τεμ. XXXXX, στο χωριό Εργάτες, Λευκωσία στο όνομα των Καθ΄ων η Αίτηση 2 ή οποιουδήποτε τρίτου μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Παράλληλα, ζητήθηκε η διατήρηση της εγγραφής του ακινήτου στο όνομα της υφιστάμενης ιδιοκτήτριας μέχρι την εκδίκαση της αγωγής καθώς και διάταγμα που να απαγορεύει στους Καθ' ων η Αίτηση 2 από του να ασκήσουν το δικαίωμα αγοράς του ενυπόθηκου ακινήτου. Η Αίτηση βασίστηκε στα Άρθρα 23, 28 και 30 του Συντάγματος, στα άρθρα 2, 4, 9, 22, 23, 26 και 27 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στα άρθρα 2, 29, 30, 32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στα άρθρα 2, 21, 27, 37, 44Α μέχρι 44ΑΑ, 44Ι, 44ΙΒ και 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (Ν.9/65ως τροποποιήθηκε), στα άρθρα 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση Νόμου) ΚΕΦ224, στους κανονισμούς 1 - 18 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών 1956, στη Δ.39, Δ.48 θ.1-9, Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 43, 51
(4), και 52
(3)του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου ως και των συμφυών εξουσιών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίχθηκε η Αίτηση προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του XXXXX Παναγιώτη Θεοδώρου, Ενάγοντα 1 και εξουσιοδοτημένου και από τους υπόλοιπους Αιτητές - Ενάγοντες για να προβεί στην παράθεση των γεγονότων. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα ο ίδιος και ο αδελφός του, Αιτητής 2, είναι διευθυντές και μέτοχοι της Αιτήτριας 5, η οποία είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη από το 1983 και ιδιοκτήτρια του ακινήτου με αρ. εγγραφής 6/XXXXX, Φ/Σχ 30/34W2, τεμάχιο XXXXX, χωριό Εργάτες, Λευκωσία, το οποίο δυνάμει συμφωνίας υποθήκης, ημερομηνίας 09/02/2011, υποθηκεύτηκε προς όφελος της τότε Σ.Π.Ε. ΔΕΥΤΕΡΑΣ - ΑΝΑΓΥΑΣ, τώρα Καθ΄ η Αίτηση
- Το ποσό της παραχωρηθείσας πίστωσης δανείου, προς όφελος της οποίας υποθηκεύτηκαν δυο ακίνητα, ανερχόταν στο ποσό των €315.
- Η συμφωνία δανείου συνάφθηκε από όλους Αιτητές στη παρούσα πλην της Αιτήτριας 5, η οποία ήταν μόνο ενυπόθηκος οφειλέτης. Οι Αιτητές - Ενάγοντες διατηρούν και άλλα δάνεια στην Καθ΄ ης η Αίτηση 2 - Εναγόμενη 2, για τα οποία έχει υποθηκευτεί άλλη περιουσία και εκκρεμμεί η Αγωγή αρ. 3814/2019 Ε.Δ. Λευκωσίας με την οποία η Καθ΄ης η Αίτηση - Εναγόμενη 2 αξιώνει το ποσό των €654.446,
- Από το 2016 οι Αιτητές βρίσκονται σε διαπραγματεύσεις με την Καθ' ης η Αίτηση 2 για την συνολική διευθέτηση των δανειακών τους υποχρεώσεων, πλην, όμως, δεν έχει επέλθει συμφωνία. Ενώ εκκρεμούσαν οι διαπραγματεύσεις, η Καθ' ης η Αίτηση 2 προχώρησε με τη διαδικασία που προβλέπεται από το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/1965)για εκποίηση των πιο κάτω ενυπόθηκων ακινήτων: Αρ. Εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ 30/34W2,Τεμ. XXXXX, Χωρίο Εργάτες, Λευκωσία και Αρ. Εγγραφής 6/XXXXX, Φ/Σχ 30/34W2, Τεμ. XXXXX, Χωριό Εργάτες, Λευκωσία. Ο πλειστηριασμός είχε προγραμματιστεί στις 29/08/
- Ο πλειστηριασμός, λόγω των ουσιαστικών διαπραγματεύσεων που υπήρχαν σε εξέλιξη, είχε αναβληθεί τέσσερις φορές με εκ συμφώνου εκδοθέν δικαστικό διάταγμα αναστολής. Πραγματοποιήθηκε τελικά στις 05/02/20 και πωλήθηκε μόνο το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ 30/34\Λ/2,Τεμ. XXXXX, Χωριό Εργάτες, Λευκωσία στην επιφυλασσόμενη τιμή των €52.
- Ακολούθησε η επιστολή ημερομηνίας 07/07/2020 από την Καθ' ης η Αίτηση 2, η οποία παραλήφθηκε στις 04/09/20, με την οποία οι Αιτητές ενημερώνονταν ότι έχουν επέλθει 6 μήνες από την ολοκλήρωση της διαδικασίας του πλειστηριασμού και ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 θα ασκήσει το δικαίωμά της για αγορά του ενυπόθηκου ακινήτου στην επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης, ήτοι την τιμή των €500.000, δυνάμει του άρθρου 44ΙΑ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου. Ο ίδιος είχε παραξενευτεί πολύ με τη λήψη της επιστολής ημερομηνίας 07/07/2020, γιατί σύμφωνα με τις ίδιες τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της Καθ' ης η Αίτηση 2, καθώς και του Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου, αναστάληκαν όλες οι διαδικασίες πλειστηριασμού καθώς και οι διαδικασίες για ανάκτηση ακινήτων μετά τη διαδικασία πλειστηριασμού από τις 18/03/20 μέχρι την 31/08/20, λόγω των δυσμενών συνθηκών που επικρατούσαν λόγω του κορωνοϊού. Κατά τη δική του άποψη κανένα διάβημα δεν θα έπρεπε να ληφθεί σε αυτή την περίοδο και η συγκεκριμένη περίοδος δεν θα μπορούσε να προσμετρά στον υπολογισμό των 6 μηνών. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα η επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης του ακινήτου με αρ. εγγραφής 6/XXXXX, Φ/Σχ 30/34W2, Τεμ. XXXXX, Χωριό Εργάτες, Λευκωσία, είναι κάτω από το μισό της τιμής που αναφέρεται στον τίτλο ιδιοκτησίας του Κτηματολογίου. Συγκεκριμένα, η αξία εκτίμησης του ακινήτου την 01/01/2018 ανέρχεται σε €1.046.600, σύμφωνα με τον τίτλο ιδιοκτησίας ημερομηνίας 17/02/
- Αντιθέτως, στην έρευνα που πραγματοποιήθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας την 22/08/2019, φαίνεται ότι η εκτιμημένη αξία του ακινήτου την 01/01/2018 ανέρχεται σε €512.
- Η διαφορά αυτή οφείλεται σε λάθος του Κτηματολογίου, το οποίο διορθώθηκε κατόπιν αίτησης των Αιτητών. Είναι ο ισχυρισμός του Ομνύοντα ότι οι εκτιμήσεις της Καθ΄ης η Αίτηση 2 είχαν στηριχθεί στη λανθασμένη αναφορά του Κτηματολογίου και το συγκεκριμένο λάθος έχει άμεσο αντίκτυπο στους Αιτητές αφού στην περίπτωση που η Καθ΄ης η Αίτηση 2 προχωρήσει στην αγορά του ακινήτου θα το αγοράσει κάτω από τη μισή τιμή, ήτοι στις €500.000, με αποτέλεσμα οι χρεωστικοί λογαριασμοί να πιστωθούν με το ήμισυ του ποσού και όχι του €1.046.600 που θα εξοφλούσε όλες τις δανειακές υποχρεώσεις των Αιτητών. Σχετική επιστολή για τη διόρθωση του λάθους απεστάλει στον Εκτελεστικό Διευθυντή της Καθ΄ης η Αίτηση 2 χωρίς ανταπόκριση. Είναι ο ισχυρισμός του Ομνύοντα ότι σύμφωνα με συμβουλή των δικηγόρων του οι προθεσμίες που τάσσει ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος (Ν.9/1965)δεν έχουν τηρηθεί με αποτέλεσμα η ενέργεια της Καθ΄ης η Αίτηση 2 να προχωρήσει στην άσκηση του δικαιώματος να αγοράσει το ακίνητο να είναι πρόωρη και έκνομη ενώ, η Καθ΄ης η Αίτηση 2, εμποδίζεται από τη συμπεριφορά της και τις παραστάσεις της να προχωρήσει με οποιοδήποτε διάβημα πριν τις 30/08/20, αφού δεν μπορεί να συνυπολογιστεί η περίοδος από 18/03/20 μέχρι 31/08/
- Υποστηρίζει ότι οι Αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά διότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 μπορεί να πωλήσει το ακίνητο σε καλόπιστο τρίτο σε όποια τιμή επιθυμεί και θα είναι αδύνατο να επανεγγραφεί το ακίνητο στην Αιτήτρια 5, στην περίπτωση που επιτύχουν οι Αιτητές στην αγωγή τους. Η Καθ΄ης η Αίτηση 2 δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά που να μην μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, αφού το επίδικο ακίνητο είναι ήδη υποθηκευμένο προς όφελός της και το λαβείν της είναι εξασφαλισμένο, ιδιαίτερα λόγω του ότι το δικαίωμα αγοράς του ενυπόθηκου ακινήτου θα υφίσταται. Στην περίπτωση που η Καθ΄ης η Αίτηση 2 προβεί στην αγορά του ενυπόθηκου ακινήτου στην τιμή των €500.000 οι Αιτητές θα καταστραφούν αφού το ακίνητο έχει διπλάσια αξία και αυτό η Καθ΄ης η Αίτηση 2 το γνωρίζει και αυτός είναι και ο λόγος που έσπευσε να ασκήσει το δικαίωμά της να το αγοράσει πριν παρέλθει η προθεσμία που η ίδια έθεσε. Καταλήγει, ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας για αυτό και είναι πρόσφορο να εκδοθούν τα διατάγματα. Ο Καθ΄ου η Αίτηση 1 - Εναγόμενος 1 εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο, πλην, όμως, δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να καταχωρήσει ένσταση και επιφύλαξε τα δικαιώματά του στην κυρίως αγωγή δηλώνοντας ότι θα συμμορφωθεί σε όποια απόφαση ληφθεί από το Δικαστήριο. Η Καθ΄ης η Αίτηση 2 - Εναγόμενη 2 καταχώρισε Ένσταση η οποία στηρίχθηκε στα άρθρα 29 - 32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στα άρθρα 2, 14, 21, 27, 29, 30, 32, 37, 43, 44Α μέχρι 44ΚΖ και 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (Ν.9/65ως τροποποιήθηκε), στα άρθρα 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση Νόμου) ΚΕΦ224, στους κανονισμούς 1 - 18 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών 1956, στη Δ.2 θ.2 και 10, Δ.39, Δ.48 θ.1-9, Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στο Σύνταγμα, στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, στις αρχές της Επιείκιας και του Κοινοδικαίου, στις συμφυείς εξουσίες και τη πρακτική του Δικαστηρίου καθώς και τη σχετική νομολογία. Κατεγράφησαν
(17)λόγοι ενστάσεως, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν σε συντομία ως ακολούθως: Ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Καθ΄ης η Αίτηση 2 και δεν είναι δίκαιη και/ή εύλογη η έκδοση και συνέχιση των διαταγμάτων, ότι η μη έκδοση των διαταγμάτων δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά ή ανεπανόρθωτη ζημιά στους Αιτητές ενώ τυχόν έκδοσή τους θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Καθ΄ης η Αίτηση 2 και θα της αποστερήσει τα νόμιμα δικαιώματά της, ότι οι όποιες ζημιές των Αιτητών μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα και λόγω της φερεγγυότητας της Καθ΄ ης η Αίτηση 2 δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση. Ότι οι Αιτητές κωλύονται να ισχυρίζονται ανεπανόρθωτη ζημιά λόγω του ότι τα ενυπόθηκα ακίνητα υποθυκεύτηκαν με την ελεύθερη συναίνεσή τους προς όφελος της Καθ΄ης η Αίτηση 2, ότι δεν υπάρχει πλήρης και αληθής αποκάλυψη όλων των γεγονότων και υπάρχει προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου, ότι η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται και εμποδίζονται από τη συμπεριφορά τους στην έκδοση των διαταγμάτων, ότι καταχωρίστηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση, ότι είναι εκπρόθεσμη καθότι σε αυτό το στάδιο δεν παρέχεται η εξουσία ακύρωσης ή παραμερισμού της πώλησης του επίδικου ακινήτου παρά μόνο παρέχεται η δυνατότητα αμφισβήτησης του τρόπου διάθεσης του προϊόντος, ότι η διαδικασία του Μέρους VIA του Ν.9/65 ακολουθήθηκε σωστά χωρίς να αμφισβητηθεί από τους Αιτητές, ότι οι Αιτητές προβαίνουν σε αντιφατικούς ισχυρισμούς και η Αίτηση είναι ανεπαρκής και γενική και δεν παρουσιάζει βάσιμο λόγο που να υποστηρίζει την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ότι είναι εκδικητική, καταχρηστική και κακόπιστη, με μοναδικό σκοπό την παρακώλυση της διαδικασίας, ότι δεν έχουν συμπεριληφθεί οι αναγκαίοι διάδικοι και το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της Αίτησης, ότι ο Καθ΄ου η Αίτηση 1 είναι ανύπαρκτο πρόσωπο, ότι οι Αιτητές δεν έχουν υποστεί οποιοδήποτε δυσμενή επειρεασμό από την κατ' ισχυρισμό μη συμμόρφωση με τις προθεσμίες και ότι η εγγύηση η οποία υπογράφτηκε δεν είναι σύμφωνη με το Νόμο. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέου, λειτουργού στο Τμήμα Ανάκτηση Χρεών της Καθ΄ης η Αίτηση 2 και εξουσιοδοτημένου για σκοπούς της παρούσας και γνώστη των γεγονότων. Κατά τη δική του άποψη η διαδικασία που ακολούθησε και ακολουθεί η Καθ΄ης η Αίτηση 2 - Εναγόμενη 2 για εκποίηση του επίδικου ενυπόθηκου κτήματος των Αιτητών στηρίζεται στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακίνητων Νόμο (Ν.9/1965), ο οποίος έχει εισάξει στο Κυπριακό δίκαιο μία νέα διαδικασία εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων, σκοπός της οποίας είναι να προσδώσει ταχύτητα και αποτελεσματικότητα στη διαδικασία εκποίησης των ακινήτων και εναπόθεσε την προώθηση της διαδικασίας στον Ενυπόθηκο Δανειστή - Καθ' ης η Αίτηση 2 αντί στον Διευθυντή του Κτηματολογίου. Είναι η θέση του Ομνύοντα ότι η εγγύηση που δόθηκε στον Πρωτοκολλητή, κατά την έκδοση του διατάγματος μονομερώς, είναι άκυρη και συνεπακόλουθα και το εκδοθέν διάταγμα, αφού σύμφωνα με τις οδηγίες του δικαστηρίου η εγγύηση θα έπρεπε να δίδετο από τον Ενάγοντα 1 ενώ αυτή δόθηκε από την Ενάγουσα 5 κατά παράβαση της οδηγίας του Δικαστηρίου. Το εκδοθεν διάταγμα είναι άκυρο αφού ενώ στο εκδοθέν διάταγμα αναφέρεται ότι η εγγύηση κατατέθηκε από τον Ενάγοντα 1, εντούτοις η εγγύηση κατατέθηκε από την Ενάγουσα
- Κατά τη δική του άποψη κακώς εδόθη το διάταγμα γιατί το εγγυητήριο, το οποίο υπεγράφη από την Ενάγουσα 5, αντιβαίνει τον Νόμο και ειδικότερα το άρθρο 9 του Κεφ. 6 ενώ η εγγύηση δεν δόθηκε στην Καθ΄ης η Αίτηση 2 - Εναγόμενη 2 αλλά στο άγνωστο. Είναι η θέση του και όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι της Καθ΄ης η Αίτηση 2 ότι δεν δόθηκε εγγύηση προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Αιτητών για αποζημίωση της Καθ΄ης η Αίτηση 2 οπόταν το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Επιπρόσθετα, υποστηρίζει ότι η εγγύηση θα έπρεπε να διδόταν από όλους τους Αιτητές προς την Καθ΄ης η Αίτηση 2 και όχι μόνο από την Αιτήτρια 5 - Ενάγουσα
- Παραδέχεται, ο Ομνύοντας, ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 ήταν σε διαπραγματεύσεις με τους Αιτητές και ότι πριν να επέλθει συμφωνία η Καθ' ης η Αίτηση 2 προχώρησε με την διαδικασία που προβλέπεται στο Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου και ότι ακολούθως εκδοθήκαν εκ συμφώνου διατάγματα για αναστολή του επίδικου πλειστηριασμού και επαναορισμού του. Είναι ο ισχυρισμός του ότι οι Αιτητές από τις 28/06/2019 που είχαν παραλάβει το Δελτίο Α, δεν είχαν ποτέ διαμαρτυρηθεί για τον καθορισμό της επιφυλαχθείσας τιμής πώλησης του ακινήτου στις €400,
- Το μόνο που απαιτούσαν ήταν περαιτέρω χρόνος για να διευθετήσουν τις υποχρεώσεις τους και αναστολή του πλειστηριασμού δυνάμει εκ συμφώνου διαταγμάτων του Δικαστηρίου, τα οποία διατάγματα εκδόθηκαν και ο πλειστηριασμός επαναορίστηκε στις 08/01/2020 και στη συνέχεια για τις 05/02/
- Οι οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις υπήρχαν την δεδομένη στιγμή έπαυσαν να υπάρχουν αφού από μέρους των Αιτητών δεν υπήρχε η δυνατότητα να ικανοποιήσουν τις οφειλές τους προς την Καθ' ης η Αίτηση
- Υποστηρίζει ότι όλες οι ενέργειες του συνηγόρου των Αιτητών, για την αναβολή και επαναορισμό του πλειστηριασμού, ήταν υπόψη των Αιτητών αφού εκδόθηκαν εκ συμφώνου. Ισχυρίζεται ότι η επιστολή ημερομηνίας 07/07/2020 στάληκε την 02/09/2020, δηλαδή μετά τις 31/08/2020 και παραλήφθηκε την 04/09/2020, δηλαδή μετά τη συμπλήρωση των 6 μηνών και κατά τη δική του άποψη η περίοδος από 18/03/2020 μέχρι και 31/08/2020 προσμετράται στον υπολογισμό των 6 μηνών. Είναι η θέση του ότι ο Αιτητής 1 με έντεχνο τρόπο προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο σε σχέση με τις ανακοινώσεις του Συνδέσμου Τραπεζών και της ΚΕΔΙΠΕΣ, με τις οποίες η Καθ' ης η Αίτηση 2 δεν δεσμεύεται και οι οποίες εν πάση περιπτώσει είναι άσχετες με τα επίδικα θέματα αφού η επίδικη διαδικασία πλειστηριασμού είχε διεξαχθεί ανεπιτυχώς στις 05/02/
- Η διαδικασία αγοράς του επίδικου ακινήτου είχε διενεργηθεί μετά τη λήξη της αναστολής εκποίησης ή ανάκτησης, στις 02/09/2020 και είχε παραληφθεί από τους Αιτητές στις 04/09/
- Κατά τον Ομνύοντα για τον καθορισμό της αξίας του ακινήτου αρ. εγγραφής 6/XXXXX, Τεμ. XXXXX έχουν ακολουθηθεί πιστά οι διαδικασίες που προβλέπονται στα άρθρα 44Δ του Ν.9/65, ως έχει τροποποιηθεί, αφού στις 24/04/2019 επιδόθηκαν στην Ενάγουσα 5 και στους Ενάγοντες οι Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» και οι Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΒ», όπως επίσης και έντυπο με το οποίο καλούνταν να συμπληρώσουν εις συμμόρφωση με την Ειδοποίηση Τύπου «ΙΒ». Στην ειδοποίηση Τύπου «ΙΒ» όλοι οι ενδιαφερόμενοι καλούνταν να διορίσουν εκτιμητή με σκοπό τον καθορισμό της αγοραίας αξίας των ενυπόθηκων που αφορά η υποθήκη αρ. XXXXX/2011, να ενημερώσουν ποιόν διορίζουν και η εκτίμηση να παραδοθεί στις 15/05/2019 στην αναφερόμενη οδό. Οι Αιτητές δεν είχαν διορίσει οποιοδήποτε εκτιμητή για τη διενέργεια εκτίμησης της αξίας του ακινήτου της Ενάγουσας 5 και η Καθ' ης η Αίτηση 2 διόρισε δύο ανεξάρτητους εκτιμητές ακινήτων, με βάση το άρθρο 44Δ
(2)του Ν.9/65, για τον καθορισμό της αγοραίας αξίας του ακινήτου. Είχαν ενημερωθεί για την εκτιμημένη αξία του ακινήτου και ουδέποτε εξέφρασαν, οι Αιτητές, με οποιοδήποτε ενδεδειγμένο διάβημα οποιοδήποτε παράπονο σε σχέση με τον καθορισμό της αξίας του ακινήτου και ουσιαστικά με τις πράξεις και συμπεριφορά τους είχαν αποδεχτεί την αξία του, ως έχει καθοριστεί από τους δυο ανεξάρτητους εκτιμητές που διόρισε η Καθ' ης η Αίτηση 2 οπόταν και εμποδίζονται να εγείρουν οποιαδήποτε αμφισβήτηση σε σχέση με την αξία του ακινήτου. Κατά τον Ομνύοντα οι Αιτητές εμποδίζονται σήμερα, λόγω των πράξεων και παραλείψεων τους, να αμφισβητούν την καθορισμένη αξία του ακινήτου γιατί εάν ήθελαν να συμμετέχουν στον καθορισμό της αξίας του όφειλαν να ενεργοποιήσουν τις πρόνοιες του άρθρου 44Δ και να διορίσουν δικό τους εκτιμητή. Οπόταν, δεν μπορούν με την υπό κρίση διαδικασία να προσβάλλουν ή και να αμφισβητούν τόσο τη διαδικασία, την οποία νομίμως ακολούθησε η Καθ' ης η αίτηση 2 όσο και την αξία η οποία προέκυψε συνέπεια των δυο εκτιμήσεων από δυο ανεξάρτητους εκτιμητές, η οποία είναι τελική. Προωθεί τη θέση ότι η διαδικασία αγοράς του επίδικου ακινήτου, η οποία προβλέπεται όπως γίνει μετά τους 6 μήνες από τον αποτυχημένο πλειστηριασμό, είχε αρχίσει με την αποστολή, στις 02/09/2020 της ειδοποίησης και όχι προηγουμένως και δεν συντρέχει θέμα αναστολής ανάκτησης ή μη συνυπολογισμού των 6 μηνών από 18/3/2020 μέχρι 31/8/
- Υποστηρίζει ότι δεν παρουσιάζεται από τους Αιτητές οποιαδήποτε μαρτυρία ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά αφού το τίμημα της πώλησης θα χρησημοποιηθεί έναντι των υποχρεώσεων που η υποθήκη εξασφαλίζει, ιδιαίτερα ενόψει του ότι πρώτον, είναι δεδομένο και αδιαμφησβήτητο το χρέος των Αιτητών προς την Καθ' ης η Αίτηση 2, δεύτερον, είναι γεγονός ότι προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων τους υποθήκευσαν το επίδικο ακίνητο και τρίτον, οι Αιτητές απέτυχαν να πληρώνουν τις υποχρεώσεις τους με αποτέλεσμα να προωθηθούν οι διαδικασίες εκποίησης. Εισηγείται ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός είναι ατεκμηρίωτος και ότι οι Αιτητές παραλείπουν να αναφέρουν πως η Καθ΄ης η Αίτηση 2 μπορεί να αποζημιώσει τους Αιτητές, για οποιαδήποτε ζημιά ήθελαν υποστεί. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων σημαίνει απαγόρευση στην Καθ΄ης η Αίτηση 2 να διεκδικήσει τα δικαιώματά της, όπως απορρέουν από τη σύμβαση υποθήκης και από το Ν.9/65ως έχει τροποποιηθεί και είναι η μόνη, στην προκειμένη περίπτωση, που υφίσταται και θα συνεχίσει να υφίσταται σοβαρότατη ζημιά αφού οι Αιτητές δεν τήρησαν τα συμφωνηθέντα, σε σχέση με την εξόφληση των δανεισμών τους. Σε περίπτωση που εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, πέραν της καθυστέρησης που θα προκληθεί στην άσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων της Καθ΄ης η Αίτηση 2, το ποσό που θα καταστεί οφειλόμενο μέχρι τη διεκπεραίωση νέας διαδικασίας θα είναι κατά πολύ αυξημένο από αυτό που οφείλεται σήμερα και δεδομένης της οικονομικής αδυναμίας των Αιτητών και του ενυπόθηκου οφειλέτη να διευθετήσουν τις υποχρεώσεις θα σημαίνει περαιτέρω ζημιές προς την Καθ' ης η Αίτηση 2, οι οποίες δεν θα ανακτηθούν. Καταλήγει, ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα κατά των Εναγόμενων, ότι δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, ότι δεν είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, ότι δεν είναι ούτε δίκαιο και ούτε πρόσφορο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης. Υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι το Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να εκδώσει τα αιτηθέντα διατάγματα γιατί η Καθ' ης η Αίτηση 2 ενέργησε καθ' όλα ορθά νόμιμα και πάντοτε εντός των καθοριζόμενων διαδικασιών και προνοιών του Ν. 9/1965 για να πραγματοποιηθούν οι πλειστηριασμοί και να υλοποιηθούν τα όσα προβλέπονται στο Μέρος VIA του Ν. 9/1965 και ότι η αδικαιολόγητη συμπεριφορά και διαγωγή των Αιτητών είναι τέτοια που αποτελεί κλασική περίπτωση περιφρόνησης των δικαστικών διαδικασιών και των δικαιωμάτων του αντιδίκου, καθώς και προσπάθεια να στερήσουν από την Καθ' ης η Αίτηση 2 τα ευεργετήματα που της παρέχει ο Ν.9/
- Τέλος, εισηγείται ότι υπάρχει κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (abuse of the process of the Court) και ότι η καταχώρηση της παρούσας Αίτησης έγινε απλώς και μόνο για να καθυστερήσει η διαδικασία και να εμποδιστεί η Καθ' ης η Αίτηση 2 από την προώθηση της διαδικασίας που προβλέπεται στον Ν.9/
- Ενώ, δεν δικαιολογείται το κατεπείγον έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων καθώς και η καθυστέρηση στη καταχώρηση της Αίτησης. Κανένας από τους Ομνύοντες δεν αντεξετάστηκε και η ακρόαση της Αίτησης προχώρησε με κατάθεση εμπεριστατωμένων και βοηθητικών για το Δικαστήριο αγορεύσεων από τους συνηγόρους των Αιτητών και της Καθ' ης η Αίτηση
- Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο και των δυο αυτών αγορεύσεων και θα αναφερθεί σ' αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. ΣΥΝΟΨΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ Μελέτη των εκατέρωθεν ισχυρισμών και του μαρτυρικού υλικού καταδεικνύει ότι η Σ.Π.Ε. ΔΕΥΤΕΡΑΣ- ΑΝΑΓΥΑΣ παραχώρησε στους Αιτητές, μεταξύ άλλων, πιστωτικές διευκολύνσεις, προς εξασφάλιση των οποίων εγγράφηκε από τους Αιτητές η επίδικη υποθήκη XXXXX/2011, για το ποσό των €315,000 πλέον τόκους, επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 6/XXXXX, Φ./ΣΧ. 30/34W2 τεμ. XXXXX, στο χωριό Εργάτες, Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση. Από το ως άνω μαρτυρικό υλικό προκύπτει αβίαστα ότι οι Αιτητές δεν υπήρξαν συνεπείς με τις υποχρεώσεις αποπληρωμής των εν λόγω πιστωτικών διευκολύνσεων και έτσι η Καθ' ης η Αίτηση 2, η οποία ενεργούσε μέσω της ALTAMIRA, που είχε αναλάβει τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεών της, ασκώντας τα δικαιώματά της, τερμάτισε τις σχετικές συμφωνίες δανείων και ολόκληρα τα οφειλόμενα ποσά δυνάμει των συμφωνιών αυτών καθώς και το ενυπόθηκο χρέος, δυνάμει της επίδικης Υποθήκης, κατέστησαν πληρωτέα και απαιτητά. Ήταν από κοινού αποδεκτό ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 καταχώρησε εναντίον των Αιτητών και την Αγ. Αρ.3814/2019, η οποία εκκρεμεί, Τεκμήριο 2 στην Αίτηση. Είναι επίσης παραδεκτό ότι επιδόθηκαν στους Aιτητές η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» και η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΒ» στις 06/03/2019 και ότι ο πλειστηριασμός του επίδικου ακινήτου ορίστηκε αρχικά στις 29/08/2019 για να αναβληθεί επανηλλειμένα με διάταγματα Δικαστηρίου εκ συμφώνου εκδοθέντα, Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση. Μετά την επίδοση των Ειδοποιήσεων Τύπου «ΙΑ» και Τύπου «ΙΒ», η Καθ' ης η Αίτηση 2 προχώρησε στο διορισμό δυο εκτιμητών για τη διενέργεια εκτιμήσεων. Οι Αιτητές επέλεξαν να μην διορίσουν οποιοδήποτε εκτιμητή. Κατά την εξέλιξη της διαδικασίας γίνονταν προσπάθειες για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Λόγω αυτών των δεδομένων, η Καθ΄ ης η Αίτηση 2 αποφάσισε να προχωρήσει με αγορά του ακινήτου από την ίδια ως ενυπόθηκος δανειστής, δυνάμει του δικαιώματος και της δυνατότητας που της παρέχει το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο. Ως εκ τούτου, απέστειλε τις επιστολές ημερ. 07/07/2020 που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ως Τεκμήριο 6, δια των οποίων ενημερώνει τους Αιτητές για τις ενέργειές της και για την προτεινόμενη τιμή αγοράς, ήτοι €500,
- Η συγκεκριμένη επιστολή είχε ταχυδρομηθεί στις 02/09/2020 και είχε παραληφθεί από τους Αιτητές 04/09/
- Η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε στις 17/09/
- Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων παρέχεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς. Το άρθρο 32 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν, για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά καθώς επίσης ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Θα εξεταστούν στην συνέχεια οι προϋποθέσεις για την έκδοση ενός απαγορευτικού διατάγματος και κατά πόσο αυτές ικανοποιούνται στην υπό εξέταση υπόθεση. Οι αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων που έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολλές. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694. Στην τελευταία απόφαση τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιοδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2111. Επιπρόσθετα, με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Akis Express v. Aris Express
(1998)1(A) A.A.Δ. 149). Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Recnex Trading Limited, Ιωάννη Μιχαηλίδη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολ. Εφ. 71/2011 ημερ. 16/04/2014: «Βρίσκουμε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια ώστε δεν κρίνουμε σκόπιμο να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο παρά μόνο να παραπέμψουμε στις ΑΒΡ Holdings v. Κιταλίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, 699, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785 και στην Πολιτική Έφεση 52/10 Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. E. Σιακατίδου, ημερ. 19.3.2014. Αποδίδεται ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό, προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.». Στην υπόθεση T. A. Micrologic Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802 ο έντιμος Δικαστής κ. Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις υποθέσεις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ.
- Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». (Βλ επίσης Hazelwood Investment & Finance Ltd v. XXX Manuel κ.α. Πολ. Εφ. Ε14/17 και Ε209/17 ημερ. 16/07/19). Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Ο αιτητής είναι αυτός που πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσής του και της διατήρησής του σε ισχύ. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται η αίτηση τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, δεδομένης πάντα της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Όπως φαίνεται από το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με την αγωγής τους οι Αιτητές αξιώνουν διάταγμα που να απαγορεύει στην Καθ' ης η Αίτηση 2 να ασκήσει το δικαίωμα αγοράς που της παρέχει ο Ν.9/65, ως τροποποιήθηκε καθώς και διάταγμα που να μην επιτρέπει την εγγραφή του ενυπόθηκου ακινήτου επ' ονόματι της Καθ' ης η Αίτηση
- Επίσης, αξιώνουν απόφαση του Δικαστηρίου ότι η εκτιμημένη αξία του ακινήτου είναι, σύμφωνα με το Μητρώο του Κτηματολογίου, €1.046.600 και όχι €512.000 ενώ, παράλληλα, ζητούν δήλωση ότι η περίοδος από 18/03/2020 μέχρι 31/08/2020 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για σκοπούς συμπλήρωσης της χρονικής περιόδου των 6 μηνών. Το ρηθέν ακίνητο είχε υποθηκευτεί με την υποθήκη XXXXX/11 προς εξασφάλιση του παραχωρηθέντως δανείου και λόγω του ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο κατέστη απαιτητό η Καθ΄ης η Αίτηση 2, μετά την αποτυχία του πλειστηριασμού, αποφάσισε να το αγοράσει στη τιμή των €500.000, χρησιμοποιώντας τη διενεργηθείσα εκτίμηση από δυο διαφορετικούς εκτιμητές, εφόσον είχε κάθε δικαίωμα να το πράξει σύμφωνα με τα όσα προστάζει η ισχύουσα νομοθεσία. Οι Αιτητές δεν είχαν διενεργήσει δική τους εκτίμηση. Συγκεκριμένα, με βάση το άρθρο 44ΙΑ, σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος δανειστής δεν πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο εντός περιόδου έξι μηνών
(6)από την ολοκλήρωση της διαδικασίας του πρώτου πλειστηριασμού, έχει την επιλογή να αγοράσει το ακίνητο στην αγοραία αξία του βάσει της τελευταίας εκτίμησης που διενεργήθηκε δυνάμει των διατάξεων Μέρους VIA ή με εξ' υπαρχής διεξαγωγή διαδικασίας εκτίμησης βάσει των διατάξεων του άρθρου 44Δ. Έτσι και έπραξε η Καθ' ης η Αίτηση
- Το πρώτο ερώτημα που τίθεται προς απάντηση είναι κατά πόσο έχει παρέλθει η προθεσμία των 6 μηνών που προβλέπεται για ενεργοποίηση του άρθρου 44IA Ν.9/65ως έχει τροποποιηθεί. Είναι κοινή θέση ότι ο πλειστηριασμός, μετά τις εκ συμφώνου αναβολές, είχε διεξαχθεί στις 05/02/20 χωρίς αποτέλεσμα. Παρεισέρφρησε η πανδημία, η οποία επέφερε την τρίμηνη αναστολή της οποιασδήποτε διαδικασίας εκποίησης ακινήτων με ανακοίνωση του Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου ημερομηνίας 18/03/2020, η οποία παρατάθηκε στις 15/05/2020 μέχρι τις 31/08/2020, Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση. Η περίοδος των 6 μηνών από την ημερομηνία του πλειστηριασμού θα έληγε, καλώς εχώντων των πραγμάτων, στις 05/08/
- Όμως, τέθηκε σε εφαρμογή η αναστολή ανάκτησης ακινήτων μετά τη διαδικασία του πλειστηριασμού μέχρι τις 31/08/
- Οι Αιτητές εισηγούνται ότι η προθεσμία των 6 μηνών δεν τηρήθηκε λόγω του ότι η επιστολή, Τεκμήριο 6, έφερε ημερομηνία 07/07/2020 αλλά στάληκε μόλις έληξε η αναστολή της διαδικασίας ανάκτησης ακινήτων. Η Καθ΄ης η Αίτηση εισηγείται πρώτον, ότι δεν δεσμεύεται από τις ανακοινώσεις της ΚΕΔΙΠΕΣ και δεύτερον, ότι η επιστολή παραλήφθηκε από τους Αιτητές μετά τη λήξη των 6 μηνών, ήτοι στις 04/09/2020 οπόταν τηρήθηκαν οι προθεσμίες. Όσον αφορά τη θέση ότι η Καθ΄ης η Αίτηση δεν δεσμεύεται από τις ανακοινώσεις της ΚΕΔΙΠΕΣ θα πρέπει το Δικαστήριο να επισύρει την προσοχή των συνηγόρων της Καθ΄ης η Αίτηση 2 στη παράγραφο 1 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Ένσταση στην οποία ο Ομνύοντας ευθαρσώς δηλώνει «Δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας, η ALTAMIRA ενεργεί για λογαριασμό της Εναγομένης 2 και έχει αναλάβει...». Αυτό δεικνύει ότι οι ενέργειες ή και αποφάσεις της Εναγομένης 2 - Καθ΄ης η Αίτηση 2 δεσμεύουν την ALTAMIRA, η οποία είναι, σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα στην Ένσταση, το όχημα εκτέλεσης των συγκεκριμένων αποφάσεων. Δεύτερον, το άρθρο 44ΙΑ
(1)του Ν.9/65 προβλέπει ότι: «Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος δανειστής δεν πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο εντός χρονικής περιόδου έξι
(6)μηνών από την ολοκλήρωση της διαδικασίας του πρώτου πλειστηριασμού, τότε ο ενυπόθηκος δανειστής έχει την επιλογή να αγοράσει το ενυπόθηκο ακίνητο στην αγοραία αξία του βάσει της τελευταίας εκτίμησης που διενεργήθηκε δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους ή με εξ υπαρχής διεξαγωγή διαδικασίας εκτίμησής του με βάση τις διατάξεις του άρθρου 44Δ.». Η προθεσμία που τίθεται στο συγκεκριμένο άρθρο είχε ανασταλεί ρητός από την ΚΕΔΙΠΕΣ μέχρι την 31/08/
- Συνεπακόλουθα εκ πρώτης όψεως ο χρόνος των 6 μηνών αρχίζει να μετρά από τις 31/08/
- Θα ήταν κενό περιεχομένου οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία, δεν θα είχε νόημα η παροχή αναστολής αφού δόθηκε λόγω της δυσχερούς κατάστασης που βιώνει η χώρα, η οποία κατάσταση συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Επίσης, υπάρχει και το θέμα της εκτιμηθείσας αξίας της συγκεκριμένης ακίνητης ιδιοκτησίας, η οποία σύμφωνα με τους Αιτητές είχε αναγραφεί λανθασμένα στο έντυπο της έρευνας, ημερομηνίας 22/08/2019, στο Κτηματολόγιο ως €512.000 ενώ σύμφωνα με τον τίτλο ιδιοκτησίας, ημερομηνίας 17/02/20202, η αξία ανέρχεται στις €1.046.600, σύμφωνα με το Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση. Το συγκεκριμένο λάθος έχει διορθωθεί. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση δεν έχουν προσκομίσει στο Δικαστήριο τις εκτιμήσεις τις οποίες έχουν διενεργήσει οπόταν παραμένει η τιμή που καταγράφεται στον τίτλο ιδιοκτησίας ενώ ως αγοραία αξία στην επιστολή της Καθ΄ης η Αίτηση καταγράφεται η αξία που εμφαίνεται στο πιστοποιητικό έρευνας, οπόταν εγείρονται εύλογα ερωτήματα. Έχοντας κατά νού τις πιο πάνω διαπιστώσεις το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε σχέση με τις πρώτες δυο προϋποθέσεις του άρθρου 32, των οποίων η αλληλουχία επιτρέπει την από κοινού εξέταση, είναι αν έχουν καταδειχθεί τέτοιες σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων εκ μέρους των Αιτητών ώστε σε συσχετισμό με τη δικογραφία της Αίτησης και το αγώγιμο δικαίωμα των Αιτητών να οδηγούν στη διαπίστωση σοβαρού ζητήματος με ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8). Εν προκειμένω οι Αιτητές - Ενάγοντες θεωρώ ότι έχουν αποδείξει με τη μαρτυρία που έχουν προσκομίσει ότι έχουν δυνατότητα επιτυχίας σε κάποιες από τις εγειρόμενες αξιώσεις τους όπως έχει επεξηγηθεί πιο πάνω, ιδιαίτερα ότι οι εκτιμήσεις των ανεξάρτητων εκτιμητών της Καθ' ης η Αίτηση 2 βασίστηκαν στην κατ' ισχυρισμό λανθασμένη αξία του ακινήτου. Σύμφωνα με την νομολογία αν ο αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση αλλά κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο κριτήριο. Οι Αιτητές θεωρώ ότι έχουν ικανοποιήσει και τα δυο κριτήρια. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση αυτή της ανεπανόρθωτης ζημιάς απαιτείται να διαφανεί ότι, χωρίς την έκδοση του διατάγματος, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄εξοχή στο δίκαιο της Επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύκολα, τότε η έκδοσή του αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ΄ ανάγκη την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της χρηματικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Στο Σύγγραμμα του Γιώργου Ερωτοκρίτου και Πέτρου Αρτέμη «Διατάγματα», στη σελίδα 132 αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: «Δηλαδή αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη». Η Καθ΄ ης η Αίτηση είναι τραπεζικός οργανισμός και είναι φερρέγγυα, οπόταν δεν τίθεται θέμα να μην μπορεί να αντιμετωπίσει το οποιοδήποτε ποσό αποζημιώσεων αποφασιστεί στην περίπτωση που οι Ενάγοντες - Αιτητές πετύχουν στην αγωγή τους. Οι αξιώσεις των Αιτητών - Εναγόντων ως αυτές εμφανίζονται στο Κλητήριο Ένταλμα αποτιμώνται σε χρήμα, το οποίο σύμφωνα με την προσκομισθείσα από την Καθ' ης η Αίτηση - Εναγόμενη μαρτυρία, η οποία δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί, ανέρχεται, εάν όλοι οι σχετικοί ισχυρισμοί της Εναγόμενης απορριφθούν, κατά το μέγιστο, στο ποσό των €500,000 που είναι η τιμή που η Καθ΄ης η Αίτηση καθόρισε ως η αξία του ακινήτου αφαιρεμένη από την πραγματική αξία του ακινήτου όπως καθορίζεται στον τίτλο ιδιοκτησίας, ήτοι €1.046.600,00. Ως εκ τούτου, η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των Αιτητών - Εναγόντων πλην, όμως, υπάρχει η ανησυχία ότι αν πωληθεί σε τρίτο πρόσωπο το επίδικο κτήμα στην τιμή των €500,000 η Τράπεζα θα επικαλείται η ίδια ζημιά και δεν θα μπορεί να διορθωθεί η ζημιά των Αιτητών - Εναγόντων οι οποίοι θα συνεχίσουν να οφείλουν τις €500,000 στην Καθ' ης η Αίτηση 2 αντί να έχουν εξοφλήσει τις δανειακές της υποχρεώσεις. Παραπέμπω στην πρόσφατη απόφαση Lariena Investements Ltd κ.α. ν. RFI Consortium Limited Πολ. Εφ. Ε164/19 ημερ. 22/01/21. Οπόταν, πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να διατηρήσει τα διατάγματα. Αυτό εξετάζεται με βάση το ισοζύγιο των αναγκών της δικαιοσύνης, όπως χαρακτηρίστηκε στην πρόσφατη απόφαση Αντώνης και Φουλής Μιχαήλ Λιμιτεδ ν. Ιωαννίδη Πολ. Εφ. Ε44/14 ημερ. 16/07/19. Όπως συνοψίζεται και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου Πολ. Εφ. 7/18 ημερ. 21/03/19: «Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Όπως είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο (Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1(B) AΑΔ 1237, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας πρωτόδικου Δικαστηρίου προς έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, εκτός εάν διαπιστώσει ότι ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών που η νομολογία αναγνωρίζει, υπό το φως πάντα των ιδιαίτερων γεγονότων που περιβάλλουν την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση.» Ανεξάρτητα από τις νομοθετικές προϋποθέσεις, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), στο τελικό στάδιο το δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το ζητούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Το απαιτούμενο «ισοζύγιο της ευχέρειας», όπως εξηγείται στην BACARDI & CO LTD v. VINCO LTD
(1996)1(Β) ΑΑΔ 788 σχετίζεται με το καθήκον του Δικαστηρίου να σταθμίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει για τον ενάγοντα ή τον εναγόμενο αναλόγως αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση του είναι εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να έχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Οι φόβοι που έχουν καταγράψει οι Ενάγοντες - Αιτήτες στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση παρ. 14, 18, 19 και 20 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, είναι εύλογοι και δικαιολογημένοι και θεμελιώνεται η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης, η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ τους αν δεν οριστικοποιηθούν τα διατάγματα. Βλ. Phasarias (Auto Centre) Ltd ν. Σκυρ. «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ.
- Κατά τη νομολογία μας και σε τελευταία ανάλυση, ο χρυσός κανόνας είναι πως η οριστικοποίηση, ακύρωση ή διαφοροποίηση ενός ενδιάμεσου διατάγματος ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, στο πλαίσιο της οποίας πρέπει να υιοθετείται εκείνη η πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας και τις όσο το δυνατό λιγότερες επιπτώσεις στα εκατέρωθεν δικαιώματα στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας, όπως πολύ προσφάτως αναφέρθηκε και στην απόφαση Lariena Ivnestments Ltd v. RFI Consortium Limited (ανωτέρω). Ο δικαστής Hoffman στην υπόθεση Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [1987] 1 W.L.R. 670 ανάφερε τα ακόλουθα σχετικά στην σελίδα 680: «The principal dilemma about the grant of interlocutory injunctions, whether prohibitory or mandatory, is that there is by definition a risk that the court may make the 'wrong' decision, in the sense of granting an injunction to a party who fails to establish his right at the trial (or would fail if there was a trial) or alternatively, in failing to grant an injunction to a party who succeeds (or would succeed) at trial. A fundamental principle is therefore that the court should take whichever course appears to carry the lower risk of injustice should it turn out to have been 'wrong' in the sense I have described. The guidelines for the grant of both kinds of interlocutory injunctions are derived from this principle. » Η οριστικοποίηση των προσωρινά εκδοθέντων διαταγμάτων κρίνω ότι θα είναι η πιο δίκαιη λύση για όλους. Διαφορετική προσέγγιση θα επικροτούσε τη συμπεριφορά της Καθ΄ ης η Αίτηση η οποία αγνόησε την επιστολή που της στάληκε και προχώρησε στις ενέργειες που η ίδια ήθελε. Αν όντως η αξία αποδειχθεί να είναι €1.046.600,00 τότε η Καθ' ης η Αίτηση 2 δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά, αλλά, αντίθετα, θα εξοφληθεί όλο το οφειλόμενο ποσό από τους Αιτητές - Ενάγοντες. Κρίνω ότι η ταλαιπωρία που θα υποστεί η Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση 2 από την έκδοση των συγκεκριμένων διαταγμάτων, είναι πολύ μικρότερη από αυτή που θα υποστούν οι Ενάγοντες - Αιτητές από την μη έκδοση των συγκεκριμένων διαταγμάτων. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομοθετικές προϋποθέσεις όπως αυτές έχουν επεξηγηθεί πλειστάκις από τη νομολογία μας κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση όλες οι προϋποθέσεις για έκδοση των υπό κρίση προσωρινών διαταγμάτων ικανοποιούνταν και ικανοποιούνται πλήρως και ότι τα υπό κρίση προσωρινά διατάγματα πρέπει να καταστούν απόλυτα. Προβλήθηκε ισχυρισμός που αφορά την παραχωρηθείσα εγγύηση για έκδοση των απαραίτητων διαταγμάτων. Σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου έπρεπε να υπογραφτεί εγγύηση από το Διευθυντή της Εναγόμενης - Καθ΄ης η Αίτηση
- Όπως και έγινε σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επιτάσσει ότι η εγγύηση αποτελεί απαράβατο όρο παραχώρησης διατάγματος το οποίο δίδεται μονομερώς. Όπως υποδεικνύεται και στο Annual Practice 1970, σελ. 480 παρ. 29/1/20, στα σχόλια της O.29 για την έκδοση «interlocutory injunctions, ex parte or on notice» με αναφορά και στα κριτήρια έκδοσης του s.45 του Judicature Act 1925: «An undertaking by the plaintiff as to damages ought to be given on every interlocutory injunction, though not where the order is in the nature of a final order.» Αυτό επιβάλλεται, όσον αφορά την παροχή εγγύησης, διότι ο εναγόμενος, και γενικά το επηρεαζόμενο πρόσωπο, πρέπει να έχει τη δυνατότητα να αποζημιωθεί εάν το διάταγμα εκδόθηκε επί ανεπαρκών λόγων, ή, η αγωγή του ενάγοντος αποτύχει ή φανεί ότι δεν υπήρχε πιθανή βάση για την έγερση της αγωγής. Σ΄ αυτές τις περιπτώσεις το άρθρο 32
(3)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, προνοεί ακριβώς αυτό. Ότι, δηλαδή, το Δικαστήριο δύναται εάν νομίζει τούτο πρέπον, να διατάξει τον ενάγοντα να πληρώσει στον εναγόμενο ποσό που κατά το Δικαστήριο αποτελεί εύλογον αποζημίωση «διά τας δαπάνας και την βλάβην ήτις προσεγένετο εις αυτόν διά της εκτελέσεως του διατάγματος.». Έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Επι της Αφορώσι την Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου ν Δέσπως Στυλιανού Πολ. Εφ.354/13 ημερ. 04/12/15 ότι το Δικαστήριο δεν έχει εκ του Νόμου υποχρέωση να απαιτήσει ανάληψη προσωπικής εγγύησης. Συνεπακόλουθα, οι ισχυρισμοί του ευπαίδευτου συνηγόρου της Καθ΄ης η Αίτηση 2 που αφορούν την παροχή εγγύησης είναι ανυπόστατοι και δεν μπορούν να πετύχουν. Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω και εις απάντηση ασφαλώς και των λόγων ένστασης, καταλήγω ότι όλες οι προϋποθέσεις για έκδοση των υπό κρίση προσωρινών διαταγμάτων ικανοποιούνταν και ικανοποιούνται πλήρως και ότι οι λόγοι ένστασης που προβάλλονται από την Καθ' ης η Αίτηση 2 απορρίπτονται. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι υπήρχε καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, αφού η επιστολή παραλήφθηκε 09/09/2020 και τόσο η αγωγή όσο και η Αίτηση καταχωρίστηκαν στις 17/09/2020. Τα εκδοθέντα διατάγματα ημερομηνίας 21/09/2020 καθίστανται απόλυτα μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Αιτητών και εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση 2, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α. Ε. Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο