← Κύπρος

Τσιάρτα ν. Τσιάρτας κ.α., Αρ. Αγωγής: 2282/16, 14/1/2021

Τσιάρτα ν. Τσιάρτας κ.α., Αρ. Αγωγής: 2282/16, 14/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2282/16 Μεταξύ: XXXXX Τσιάρτα Ενάγουσα και 1. XXXXX Τσιάρτας, 2. XXXXX Τσιάρτας, 3. XXXXX Τσιάρτα, 4. XXXXX Ξενοφώντος, 5. XXXXX Τσιάτρας, 6. XXXXX Τσιάρτας, 7. XXXXX Τσιάτρας, 8. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων. Εναγόμενων ------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 10/01/2020 για απόρριψη της αγωγής ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 14 Ιανουαρίου, 2021. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα - Καθ΄ης η Αιτητή: κ. Νεοφύτου για Νεοφύτου και Νεοφύτου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο 8 - Αιτητή: κ. Βασιλειάδης για Α. Καρύδη & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Εναγόμενη 8 - Αιτήτρια με την Αίτησή της ζήτησε την απόρριψη της αγωγής λόγω του ότι η Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση δεν προώθησε την αγωγή για περίοδο πέραν των 3 ετών. Ως νομική βάση για την αίτηση καταγράφηκαν η Δ.25, Δ.26 θ.1, Δ.30 και η Δ.48 θ.1, 2, 3 και 9 (
  2. v)των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, οι συμφυείς εξουσίες και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα της Αίτησης καταγράφονται σε αυτή τούτη την ίδια την Αίτηση. Καταγράφεται ότι η Ενάγουσα - Καθ΄ης η Αίτηση είχε καταχωρίσει Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα στις 27/05/16 και η Εναγόμενη 8 - Αιτήτρια είχε καταχωρίσει Σημείωμα Εμφάνισης την 01/07/16. Στις 08/07/16 η Ενάγουσα - Καθ΄ης η Αίτηση καταχώρισε Έκθεση Απαίτησης και η Εναγόμενη 8 - Αιτήτρια καταχώρισε Υπεράσπιση στις 04/11/16. Έκτοτε, η υπόθεση παρέμεινε στάσιμη και στις 19/12/19 η Ενάγουσα - Καθ΄ης η Αίτηση καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση και Κλήση για Οδηγίες. Η Εναγόμενη 8 - Αιτήτρια υποστηρίζει ότι η αγωγή θεωρείται ως εγκαταληφθείσα. Η Αίτηση αντιμετωπίστηκε από Ένσταση στην οποία καταγράφησαν έντεκα

(11)λόγοι για τους οποίους η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Συγκεκριμένα προτάσσονται ως λόγοι ένστασης το ότι οι Αιτητές λόγω της δικής τους συμπεριφοράς αναφορικά με το πραγματικό καθεστώς της νομικής τους κατάστασης δεν έρχονται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, ότι η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε μετά το κλείσιμο των δικογράφων και μετά τον ορισμό της Κλήσης για Οδηγίες στις 11/03/20, ότι η Αίτηση είναι απαράδεκτη ή/και νομικά αβάσιμη ή/και παράτυπη ή/και παντελώς αδικαιολόγητη, ότι είναι ανυπόστατη ή/και ανυποστήριχτη ότι στερείται ουσιατικού ή/και νομικού ή/και πραγματικού ερείσματος ή/και νομικής και πραγματικής βάσης, ότι είναι κακόπιστη και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας γιατί έγινε πολύ καθυστερημένα και μετά την καταχώριση της Κλήσης για Οδηγίες, ότι δεν έρχονται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αφού δεν μερίμνησαν να εκτελεστεί η απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 09/11/19 που είχε εκδοθεί εναντίον του Εναγόμενου 7, η οποία επειρεάζει άμεσα τους άλλους Εναγόμενους, ότι παρά το ότι η Εναγόμενη 8 - Αιτήτρια καταχώρισε ειδοποίηση μετονομασίας δεν προχώρησε σε αλλαγή τίτλου ή/και σε οποιαδήποτε διευκρίνιση επί της νομικής της κατάστασης και ότι μέχρι σήμερα η ονομασία και το νομικό καθεστώς της Εναγόμενης 8 - Αιτήτριας είναι αδιευκρίνηστο με αποτέλεσμα να προκαλείται νομικό κώλυμα σε αυτήν να το χρησημοποιεί προς απόκτηση αθέμιτου πλεονεκτήματος. Η Ένσταση βασίζεται στη Δ.25, Δ.26, Δ.30, Δ.48, Δ.57 θ.2 και Δ.64 θ.1
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στις αρχές της δικαιοσύνης, στη νομολογία και στη πρακτική και τις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα υποστηρικτικά, για την Ένσταση, γεγονότα παρατίθενται στην ένορκη δήλωση της XXXXX Ευαγγέλου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο του συνηγόρου της Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση η οποία γνωρίζει τα γεγονότα αλλά όπως τα έχει πληροφορηθεί και από την Ενάγουσα. Υιοθετεί τους λόγους ενστάσεως και απορρίπτει το περιεχόμενο της Αίτησης. Καταγράφει ότι καταχώριστηκε στις 27/05/16 Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα και επιδόθηκε στους Εναγόμενους 1, 2, 3, 4, 5 και 6 στις 04/06/16 και στην Εναγόμενη 8 στις 10/06/16. Ακολούθησε η καταχώριση επτά
(7)αιτήσεων για απόφαση εναντίων των Εναγομένων 1 - 6 και 8, οι οποίες αποσύρθηκαν λόγω της καταχώρισης Σημειώματος Εμφάνισης στις 15/06/16 για τους Εναγόμενους 1, 2, 3, 4 και 6 και στις 01/07/16 για την Εναγόμενη 8 με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας. Στις 08/07/16 καταχωρίστηκε η Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας. Ακολούθησε η καταχώριση αιτήσεων για έκδοση απόφασης, ημερομηνίας 23/09/16, εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3, 4, 6 και 8 λόγω μη καταχώρισης Υπεράσπισης, η οποία αποσύρθηκε στις 04/11/16 λόγω του ότι είχαν στο μεταξύ καταχωριστεί Υπερασπίσεις με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας, τα οποία ήταν πληρωτέα άμεσα. Σε σχέση με τα συγκεκριμένα έξοδα καταχωρίστηκε ένταλμα εκποίησης κινητής περιουσίας εναντίον της Εναγομένης 8 το οποίο εκτελέστηκε. Στις 12/09/17 η Εναγόμενη 8 καταχώρισε ειδοποίηση μετονομασίας της σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα ΛΤΔ, με ισχύ από τις 24/07/17, μετά την καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησης χωρίς να επεξηγήσει ότιδήποτε και χωρίς να τροποποιήσει τα δικόγραφά της. Σε σχέση με τον Εναγόμενο 7 στις 09/11/17 είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον του με την οποία διατάσσετο όπως αποποιηθεί το ½ μερίδιο σε αριθμό τεμαχίων. Μετά τη σύνταξη της συγκεκριμένης απόφασης στις 22/11/17 έγινε προσπάθεια βολιδοσκόπισης των υπόλοιπων Εναγομένων για συμβιβαστική λύση, ήτοι κατά πόσο ήταν διαθετιμένοι να συμμορφωθούν με το διάταγμα, λόγω του ότι επηρεάζονταν από την εκτέλεσή του χωρίς όμως αποτέλεσμα. Παράλληλα υπήρχε αβεβαιότητα σε σχέση με το πραγματικό καθεστώς των Εναγομένων 8 λόγω των εξελίξεων στο τομέα του Συνεργατισμού που οδήγησε στο κλείσιμο των Συνεργατικών και τη μεταφορά των εργασιών τους σε άλλους οργανισμούς. Υποστηρίζει η Ομνύουσα ότι η Αίτηση είναι θνησιγενής γιατί καταχωρίστηκε μετά τις 19/12/20, μετά το κελίσιμο των δικογράφων. Κατά τη δική της άποψη θα μπορούσε κάποιος να επιχειρηματολογήσει ότι τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα περί την 09/11/17, ημερομηνία έκδοσης απόφασης εναντίον του Εναγομένου 7 και ότι μέχρι τις 15/02/18 έπρεπε να καταχωριστεί η Κλήση για Οδηγίες πλην όμως αυτό δεν μπορεί να ευσταθίσει γιατί το καθεστώς του Εναγόμενου 5 καθώς και του Εναγόμενου 8 ήταν αδιευκρίνιστο, λόγω νομικών κωλυμάτων εξ' υπαιτιότητας των ίδιων των Εναγόμένων και όχι της Ενάγουσας, ήτοι το πραγματικό νομικό καθεστώς του Εναγόμενου 8 και το θάνατο του Εναγόμενου
  1. Συνεπακόλουθα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είχαν κλείσει τα δικόγραφα για να μπορεί να καταχωριστεί η Κλήση για Οδηγίες μέχρι να εξαντληθεί κάθε προσπάθεια να ξεκαθαριστούν τα θέματα τα οποία είχαν προκύψει εξ' υπαιτιότητας των Εναγομένων και των προτόγνωρων καταστάσεων που υπήρχαν σε σχέση με το κλείσιμο του Συνεργατισμού. Είναι η θέση της Ομνύουσας ότι η υπό κρίση αίτηση είναι καταδικασμένη σε απόρριψη εν τη γενέσει της λόγω του ότι πρώτον, καταχωρίστηκε μετά το κλείσιμο των δικογράφων και μετά που η Κλήση για Οδηγίες από το είχε οριστεί από το Πρωτοκολλητείο, δεύτερον, καταχωρίστηκε παράνομα από την Εναγόμενη 8 - Αιτήτρια με την καινούργια ονομασία οπόταν δεν προσέρχεται με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο αφού επικαλείται προγενέστερη δική της παράτυπη συμπεριφορά ζητώντας την αποκόμιση πλεονεκτήματος. Τρίτον, λόγω του ότι ο Εναγόμενος 7, εναντίον του οποίου είχε εκδοθεί απόφαση, είναι κάτοικος εξωτερικού γίνονταν προσπάθειες εκτέλεσης του εκδοθέντος διατάγματος, το οποίο επηρέαζε όλους τους Εναγόμενους. Κατά τη δική της άποψη είναι παράδοξο, επιπόλαιο και αυθαίρετο να ζητά την απόρριψη της αγωγής η Εναγόμενη 8 - Αιτήτρια γνωρίζοντας ότι έχει εκδοθεί διάταγμα το οποίο την επειρεάζει και να ζητά από το Δικαστήριο να αναιρέσει το διάταγμα αφού τυχόν απόρριψη της αγωγής θα συμπαρασύρει και οποιαδήποτε προγενέστερη απόφαση εναντίον του Εναγομένου
  2. Η Ενάγουσα - Καθ΄ης η Αίτηση, με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 14/08/18, είχε ενημερώσει τους Εναγόμενους 1, 2, 3, 4 και 6 για την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 09/11/17 και για την πρόθεσή της για συμβιβαστική λύση αλλά η συγκεκριμένη επιστολή είχε αγνοηθεί παντελώς. Παρόλο που το διάταγμα ημερομηνίας 09/11/17 δεν είχε κοινοποιηθεί στην Εναγόμενη 8 όφειλε να το γνωρίζει και όφειλε να προωθήσει την εκτέλεσή του σε συννενόηση με τον Εναγόμενο
  3. Κατά την Ομνύουσα η καλόπιστη καθυστέρηση στην καταχώριση της Κλήσης για Οδηγίες οφείλεται στη συμπεριφορά του Εναγόμενου 1 ο οποίος ήταν σε παρακοή του διατάγματος το οποίο εκδόθηκε αναντίον του Εναγόμενου 7, στο θάνατο του Εναγόμενου 5 αλλά και την αδιαφορία της Εναγομένης 8 σε σχέση με την εκτέλεση του διατάγματος και το ξεκαθάρισμα της νομικής της υπόστασης. Η καλόπιστη καθυστέρηση δεν αποσκοπούσε στην κατάχρηση των θεσμών αλλά ούτε συνιστά περιφρόνιση ή ασέβεια προς το Δικαστήριο και τις δικαστικές διαδικασίες αλλά ούτε και έλλειψη ενδιαφέροντος για την υπόθεση καθότι η Ενάγουσα ήταν τυπική στην τήρηση των προθεσμειών και χρησημοποιούσε όλα τα αναγκαία δικονομικά διαβήματα στην προώθηση της αγωγής. Η καθυστέρηση οφειλόταν επίσης και στο ότι αναμένετο από την Εναγόμενη 8 η ειδοποίηση μετονομασίας της, για να γνωρίζει η Ενάγουσα με ποια διάδικα μέρη θα είχε να πράξει. Η Ενάγουσα εξάντλησε όλα τα περιθώρια συνδιαλλαγής και εξώδικης διευθέτησης πριν να καταχωρίσει την Κλήση για Οδηγίες. Καταλήγει ότι τυχόν επιτυχία της Αίτησης θα αναγκάσει την Ενάγουσα - Καθ΄ης η Αίτηση να καταχωρίσει νέα αγωγή και να υποστεί έξοδα ενώ έχει πολύ καλή υπόθεση. Είναι ορθό και δίκαιο, είναι η θέση της, όπως το Δικαστήριο δώσει στην Ενάγουσα - Καθ΄ης η Αίτηση την ευκαιρία να το αποδείξει για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Προωθεί τη θέση ότι ο λόγος που υπήρξε αδυναμία συμμόρφωσης με τις προθεσμίες ήταν εξαιτίας των γεγονότων που μεσολάβησαν από την έκδοση της απόφασης εναντίον του Εναγόμενου 7 στις 09/11/17 μέχρι τις 19/12/
  4. Παράλληλα, ζητά από το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της Ενάγουσας - Καθ΄ ης η Αίτηση γιατί δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και ενόψει του ότι είχε ασκήσει τη δικριτική του ευχέρεια υπέρ της Εναγόμενης 8 - Αιτήτριας όταν δεν είχε καταχωριστεί, εντός της προθεσμίας, το Σημείωμα Εμφάνισης καθώς και η Έκθεση Υπεράσπισης. Τέλος, ζητά την απόρριψη της Αίτησης με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας - Καθ΄ης η Αίτηση. Η Ακρόαση διεξήχθηκε στη βάση του περιεχομένου της Αίτησης και της Ένστασης και οι συνήγοροι προχώρησαν με την κατάθεση αγορεύσεων. Οι συνήγοροι με τις ικανές εισηγήσεις τους, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, υποστήριξαν και ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν διαμετρικά αντίθετες θέσεις τους για το ζήτημα που απασχολεί στην παρούσα. Το Δικαστήριο έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δυο πλευρών, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο στο πλαίσιο της παρούσας και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι νομικές αρχές που ισχύουν για το διάβημα της Κλήσης για Οδηγίες ενσωματώνονται στη Δ.30 θ.1(α) - (γ), όπως έχει τροποποιηθεί, η οποία προνοεί ως ακολούθως: «
(1)(α) Ο ενάγων σε κάθε αγωγή υποχρεούται εντός ενενήντα ημερών από το χρόνο κατά τον οποίο τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα και προτού λάβει οποιοδήποτε νέο μέτρο στην αγωγή, εκτός από αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα, να εκδώσει κλήση για οδηγίες οριζόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου σε χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των εξήντα ημερών. (β) Η κλήση για οδηγίες εκδίδεται σύμφωνα με τον συνημμένο Τύπο 25, ο οποίος συμπληρώνεται με τις αναγκαίες λεπτομέρειες χρησιμοποιώντας προς τούτο και πρόσθετα φύλλα. (γ) Σε περίπτωση που ο ενάγων αμελήσει ή παραλείψει να εκδώσει την προνοούμενη στην παράγραφο (α) πιο πάνω κλήση για οδηγίες, ο εναγόμενος δύναται, εντός περαιτέρω 15 ημερών, να αιτηθεί την απόρριψη της αγωγής και το Δικαστήριο δύναται επιλαμβανόμενο μιας τέτοιας αίτησης είτε να απορρίψει την αγωγή με τέτοιους όρους όπως ήθελε κρίνει δίκαιο είτε να θεωρήσει την αίτηση ως κλήση για οδηγίες δυνάμει της παρούσας διαταγής. Νοείται ότι, σε περίπτωση που παρέλθουν άπρακτες οι παραπάνω προθεσμίες, η αγωγή θα θεωρείται ως εγκαταλειφθείσα και το Πρωτοκολλητείο θα θέτει το φάκελο της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου το συντομότερο δυνατό προς απόρριψη της, με έξοδα εναντίον του ενάγοντα.». (όπως έχει τροποποιηθεί στις 27/04/18 Προς υποβοήθηση στην εφαρμογή της τροποποιηθείσας Δ.30 εκδόθηκαν Οδηγίες Πρακτικής. Μία από αυτές είναι η ακόλουθη: «ΟΔΗΓΙΕΣ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ
  1. Όπου υπάρχουν πέραν του ενός εναγομένου σε αγωγή, τότε τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα κατά την έννοια της Δ.30, κ.1(α), ώστε να αρχίσει να τρέχει η προνοούμενη προθεσμία, όταν τα δικόγραφα συμπληρωθούν, υπό την έννοια που προβλέπεται από τη Δ.26, κ.11, για όλους τους εναγομένους. 2.Μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων ως άνω, όταν κατά την πρώτη εμφάνιση για οδηγίες διαφανεί ότι εκκρεμούν άλλες διαδικασίες για τις οποίες ενδείκνυται ή απαιτείται η ανταλλαγή περαιτέρω δικογράφων, το Δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια να αναβάλει την υπόθεση μέχρι τη συμπλήρωση όλης της δικογραφίας, δίδοντας σχετικές οδηγίες ως προς τον περαιτέρω χειρισμό της κλήσης για οδηγίες. Αναμένεται ότι ο διάδικος που γνωρίζει ότι θα προχωρήσει με πρόσθετες διαδικασίες, όπως η προσεπίκληση τριτοδιαδίκου ή η έκδοση ειδοποίησης μεταξύ συνεναγομένων, γνωστοποιεί τούτο με την πρώτη ευκαιρία στους αντιδίκους του και ενημερώνει σχετικά το Δικαστήριο.
  2. Σε περίπτωση παράλειψης εμφάνισης ενός ή περισσοτέρων, μεταξύ πλειόνων συνεναγομένων, η Δ.30 δεν βρίσκει εφαρμογή σε σχέση με εναγόμενο που παρέλειψε να εμφανιστεί, αλλά εφαρμόζονται οι πρόνοιες της Δ.17 περί παράλειψης εμφάνισης και η υπόθεση για όσους εκ των εναγομένων δεν καταχωρίσουν εμφάνιση προχωρεί κατά τα προβλεπόμενα στη Δ.
  3. .............................» Προσεκτική ανάγνωση των προνοιών της Δ.30 σε συνάρτηση με τις Οδηγίες Πρακτικής ημερ. 28/07/17 καθώς και υπό το φως του σκεπτικού της απόφασης στην Στέλιου Χαραλάμπους ν. Έλενας Γεωργίου, Πολ. Εφ. 185/17 ημερ. 18/04/18, στην οποία παρέπεμψε ο συνήγορος της Ενάγουσας - Καθ΄ης η Αίτηση, αποσπάσματα της οποίας παρατίθενται πιο κάτω, καταδεικνύει ότι αμφότερες οι πλευρές στην παρούσα υπόθεση προσεγγίζουν το όλο θέμα από διαφορετική οπτική γωνία. Σύμφωνα με την προμνησθείσα απόφαση: «Ο χρόνος κατά τον οποίο τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα ήταν το ορόσημο και στην αρχική Διαταγή 30 («Such summons shall be taken out within 10 days from the time when the pleadings shall be deemed to be closed.»). Η έννοια δε του όρου «συμπλήρωση των δικογράφων» στη Δ.30 οριζόταν πάντοτε από τα προβλεπόμενα στη Δ.26, κ.11, με αναφορά στους αρχικούς διαδίκους. Εξ ου και στην Οδηγία Πρακτικής ημερ. 28.7.2017 διευκρινίστηκε ότι τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα εν τη εννοία της Δ.30, κ.
(1)(α), ώστε να αρχίσει να τρέχει η προνοούμενη προθεσμία, όταν τα δικόγραφα συμπληρωθούν υπό την έννοια που προβλέπεται από τη Δ.26, κ.11 για όλους τους εναγόμενους. Η έννοια αυτή δεν περιλαμβάνει τα δικόγραφα που προκύπτουν σε σχέση με διαδικασία τριτοδιαδίκου. Συνεπώς, η διαδικασία της Δ.30, κ.1, έχοντας ως ορόσημο έναρξης των προθεσμιών της τη συμπλήρωση των δικογράφων υπό την παραπάνω έννοια, θα έπρεπε να προχωρήσει κατά τα προβλεπόμενα και σε διαφορετική περίπτωση να βρει εφαρμογή η αυστηρή, άνευ ετέρου, πρόνοια της Δ.30, κ.1(γ). .............................. Προς ολοκλήρωση, θα πρέπει τέλος να αναφέρουμε ότι η υπόθεση Χρίστου κ.α. ν. Χατζησολωμή, Πολ. Εφ. 175/2017, ημερ.6.2.2018, στην οποία έχουμε παραπεμφθεί, ήταν διαφορετική. Εκεί το πρωτόδικο Δικαστήριο κακώς δεν είχε λάβει υπόψιν του, για σκοπούς έναρξης της σχετικής προθεσμίας, την απάντηση (reply) που οι ενάγοντες-εφεσείοντες είχαν καταχωρίσει. Είχε μεν καταχωριστεί εκπρόθεσμα και χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, υπήρχε όμως συγκατάθεση της άλλης πλευράς να εκληφθεί ως εμπρόθεσμη, με παράταση χρόνου. Τούτο, όπως υπέδειξε το Ανώτατο Δικαστήριο, ήταν θεμιτό οπότε η προθεσμία της Δ.30 άρχιζε από τον χρόνο καταχώρισης της Απάντησης. Επρόκειτο για περίπτωση όπου, με δεδομένο τον κανόνα ότι η προθεσμία αρχίζει από της συμπλήρωσης των δικογράφων μεταξύ ενάγοντα-εναγόμενου, κρίθηκε ότι ο χρόνος συμπλήρωσης των δικογράφων ήταν μεταγενέστερος. ............................................................. 2 (β) Οι προθεσμίες των 30 ημερών που καθορίζονται ανωτέρω στους Θεσμούς 1(α) και 2(α) δεν παρατείνονται εκτός αν καταδειχθεί στο Δικαστήριο ότι υπήρχε αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης με τις εν λόγω προθεσμίες ή άλλος καλός λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για παράταση τους.» (όπως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο) Στην υπό κρίση υπόθεση θα πρέπει να εξεταστούν οι πρόνοιες της Δ.26 θ.11 σε συνάρτηση με τις πρόνοιες της Δ.
  1. Η Δ.26 θ.11 προνοεί ότι όπου ένα δικόγραφο επακόλουθο της απάντησης δεν έχει διαταχθεί, τότε, εντός 7 ημερών από την παράδοση της υπεράσπισης ή απάντησης (αν υπάρχει), τα δικόγραφα θα θεωρούνται ότι έκλεισαν. Στην προκειμένη περίπτωση, η Ενάγουσα - Καθ΄ης η Αίτηση καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης 8 - Αιτήτριας, σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλλου του Δικαστηρίου, στις 19/12/19 μαζί με την Κλήση για Οδηγίες χωρίς να λάβει συγκατάθεση από το δικηγόρο της Εναγόμενης 8 - Καθ΄ης η Αίτηση ή από το Δικαστήριο. Δηλαδή, από τις 04/11/16 που καταχωρίστηκε η Υπεράσπιση της Εναγόμενης 8 - Αιτήτριας και μέχρι τις 19/12/19 η Ενάγουσα- Καθ΄ης η Αίτηση δεν έλαβε κανένα διαδικαστικό μέτρο, για τους λόγους που εξηγεί βέβαια η Ομνύουσα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, οι οποίοι θα πρέπει να σημειωθεί ότι αφορούν ενέργειες εκτός του πλαισίου των θεσμών, ήτοι η αποστολή επιστολών για εξώδικο συμβιβασμό, το κάλεσμα για συμμόρφωση σε διάταγμα που αφορούσε άλλο Εναγόμενο και συγκεκριμένα τον Εναγόμενο 7 καθώς και η νομική υπόσταση της Εναγόμενης 8, η οποία είχε καθοριστεί από τις 12/09/17 σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου. Δόθηκε έμφαση από τον συνήγορο της Ενάγουσας - Καθ΄ ης η Αίτηση στις ενέργειες που έκαμε η Ενάγουσα σε σχέση με την προώθηση της αγωγής πριν την ενεργοποίηση των προνοιών της Δ.30, καθώς επίσης και στην «αδράνεια» που επέδειξε η Εναγόμενη 8 - Αιτήτρια. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι υποχρεώσεις που επιβάλλει η Δ.30 αφορούν στις διαδικασίες που πρέπει να γίνουν μετά την ολοκλήρωση της δικογραφίας και όχι προηγουμένως, όπου τυγχάνουν εφαρμογής άλλοι Θεσμοί και άλλες υποχρεώσεις. Το στάδιο πριν τη Δ.30 διέπεται από τους δικούς του κανονισμούς, οι οποίοι επίσης περιέχουν πρόνοιες για απόρριψη της αγωγής λόγω μη επαρκούς προώθησης της. Το ότι συνεπώς η Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση είχε ενεργήσει με σπουδή αποστέλλοντας επιστολές και προσπαθώντας να πετύχει συμβιβασμό της υπόθεσης με τους υπόλοιπους Εναγόμενους πριν η ίδια ενεργοποιήσει τη Δ.30 ή το ότι η Εναγόμενη 8 είχε ολιγωρήσει να καταχωρήσει υπεράσπιση ή να τροποποιήσει το τίτλο στα δικόγραφα, καθίσταται δευτερεύουσας, αν όχι άνευ σημασίας αναφορικά με το κατά πόσο η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως εγκαταλειφθείσα λόγω μη τήρησης των προθεσμιών της Δ.
  2. Θα ήταν άλλωστε παράλογο να γίνεται πρόνοια για απόρριψη της αγωγής λόγω μη τήρησης των προθεσμιών της Δ.30 και να συνιστά «υπεράσπιση» ότι τηρήθηκαν πλήρως οι προθεσμίες που εφαρμόζονταν για το στάδιο πριν την ενεργοποίηση της Δ.
  3. Πρωτού εφαρμοστούν οι Θεσμοί και οι νομικές αρχές στα υπό κρίση γεγονότα θα πρέπει να γίνει αναφορά σε γεγονότα τα οποία προκύπτουν από τη μελέτη του φακέλου του Δικαστηρίου: Προκύπτει ότι η Εναγόμενη 8 - Αιτήτρια είχε καταχωρίσει στο φάκελο του Δικαστηρίου ειδοποίηση μετονομασίας της στις 12/09/17 ενώ η Απάντηση στην Υπεράσπιση καταχωρίστηκε 2 χρόνια μετά. Στις 09/11/17 που είχε ζητηθεί από την Ενάγουσα η έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγόμενου 7, λόγω παράλειψής του να καταχωρίσει Σημείωμα Εμφάνισης, ο συνήγορος της Ενάγουσας είχε δηλώσει ρητώς στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 09/11/17, ότι δεν επειρεάζονται με οποιοδήποτε τρόπο τα συμφέροντα των υπολοίπων Εναγομένων από την έκδοση της απόφασης εναντίον του Εναγόμενου
  4. Με τη συγκεκριμένη δήλωση καθόρισε την ανεξάρτητη εξέλιξη της αγωγής για τους υπόλοιπους Εναγόμενους από την όποια πορεία θα είχε η αγωγή στην έκταση που αφορούσε τον Εναγόμενο
  5. Το επόμενο δικονομικό διάβημα που προκύπτει από το περιεχόμενο του φακέλου είναι η ταυτόχρονη καταχώριση μετά από δύο
(2)και πλέον χρόνια, της Απάντησης και της Κλήσης για Οδηγίες. Σημειώνεται ότι δεν υποβλήθηκε, πριν την καταχώριση της Απάντησης, στις 19/12/19, αίτημα για παράταση του χρόνου καταχώρισής της στο Δικαστήριο αλλά ούτε ζητήθηκε από το Δικαστήριο η παράταση του χρόνου για καταχώριση της Κλήσης για Οδηγίες. Κατά τη δική μου άποψη είναι σημαντικές για την κατάληξη της παρούσας Αίτησης και οι πρόνοιες της Δ.26 θ.11. Σύμφωνα με τη Δ.26 θ.11 όπου ένα δικόγραφο επακόλουθο της απάντησης δεν έχει διαταχθεί τότε εντός επτά ημερών από την παράδοση της υπεράσπισης ή απάντησης (αν υπάρχει) ή όπου ένα δικόγραφο επακόλουθο της απάντησης διαταχθεί και ο διάδικος που διετάχθη ή του δόθηκε άδεια να το παραδώσει παραλείπει να το παραδώσει εντός της προθεσμίας που προνοείται, τότε, με την εκπνοή του καθορισμένου προς τούτο χρόνου, τα δικόγραφα θα θεωρούνται ότι έκλεισαν. Με βάση τα όσα προβλέπονται στο Θεσμό αυτό, στην παρούσα υπόθεση, με την καταχώριση της Υπεράσπισης της Εναγόμενης 8, στις 08/07/16 και την παρέλευση επτά
(7)ημερών έκλεισαν τα δικόγραφα σε σχέση με την συγκεκριμένη Εναγόμενη αφού δεν είχε καταχωριστεί Απάντηση σε σχέση με τη συγκεκριμένη Υπεράσπιση από την Ενάγουσα. Όπως ξεκάθαρα τέθηκε από τη νομολογία οι προθεσμίες που τάσσει η Δ.26 θ.11 δεν έχουν επειρεαστεί από τις πρόνοιες της Δ.30 όπως τροποποιήθηκε. Όμως, έκτοτε και μέχρι τις 19/12/19 που καταχωρίστηκε τόσο η Απάντηση στην Υπεράσπιση μαζί με τη Κλήση για Οδηγίες δεν υπήρξε οποιοδήποτε άλλο διάβημα, ήτοι για 2 και πλέον χρόνια. Επιπρόσθετα, πριν την καταχώριση της Απάντησης και της Κλήσης για Οδηγίες δεν εξασφαλίστηκε οποιοδήποτε διάταγμα παράτασης του χρόνου για την καταχώρισή της, ούτε λήφθηκε η άδεια του Δικαστηρίου ή η συγκατάθεση της άλλης πλευράς, της Εναγόμενης 8 για την οποιαδήποτε εκπρόθεσμη καταχώριση. Αρχίζοντας από το θέμα της παρατυπίας, δηλαδή το εκπρόθεσμο της καταχώρισης της Απάντησης και της μη ύπαρξης άδειας ή ρητής συγκατάθεσης για καταχώριση της Απάντησης, κρίνω ότι η Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση θα έπρεπε με αίτηση της στο Δικαστήριο να ζητήσει άρση της παρατυπίας κάτω από τη Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας πριν προχωρήσει στην καταχώριση της Κλήσης για Οδηγίες. Υπο κανονικές συνθήκες το Πρωτοκολλητείο θα έπρεπε να ενημερώσει την Ενάγουσα, για τη μη καταχώριση απάντησης και αν δεν συμμορφωνόταν θα έπρεπε η αγωγή να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τη Δ.26 θ.13 για να ασκήσει το Δικαστήριο τη δικριτική του ευχέρεια και να απορρίψει την αγωγή λόγω ελλείψεως ενδιαφέροντος προώθησής της «dismiss the action for want of prosecution». Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Αρέστη ν. Ερμογένους (Κοκόνα)
(2010)1 ΑΑΔ 1844, όπου στις σελίδες 1849 - 1850 διαβάζονται τα εξής: «Είναι ορθό ότι η Δ.64 έχει καταργήσει τη διάκριση μεταξύ άκυρων και αντικανονικών μέτρων καθιστώντας κάθε μορφή παρέκκλισης από τους Θεσμούς, αντικανονικότητα που μπορεί να θεραπευθεί. Όμως, σύμφωνα με τη Δ.64, η οποιαδήποτε παρατυπία θα πρέπει να θεραπεύεται, εννοείται με ευθύνη του υπεύθυνου για την παρατυπία (Δέστε: Dasaki Entertainment Co. Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Aρ. 2)
(2009)1 Α.Α.Δ. 356). Με τη Δ.64 δόθηκε στο δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια να θεραπεύει παρατυπίες, οι οποίες πριν την τροποποίηση θα οδηγούσαν σε ακύρωση του σχετικού δικονομικού μέτρου (Δέστε: Wunderlich v. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366 και Earlsfield Steel Limited v. Joint Stock Company Elecgrometallurgical Steel Works Dneprospetsstal for A.N. Kyjmin
(2009)1 Α.Α.Δ. 1350. Στην υπόθεση Πετρίχου v. Χ" Ιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81 τονίστηκε ότι η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια για τη μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς. Οι κανονισμοί πρέπει να τηρούνται. Η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο το οποίο ο ενδιαφερόμενος διάδικος μπορεί να χρησιμοποιήσει για να θεραπεύσει παρατυπίες που είναι θεραπεύσιμες. Στην προκείμενη περίπτωση ο εφεσείων, ο οποίος ευθυνόταν για την παρατυπία, δεν έλαβε οποιοδήποτε μέτρο για να την θεραπεύσει και κατά συνέπεια, αυτή παρέμεινε αθεράπευτη. Το πρωτόδικο δικαστήριο, παρόλο που δεν αναφέρθηκε ρητά στη Δ.64, θεώρησε την παρατυπία ως μη θεραπευθείσα και γι' αυτό απέρριψε την αίτηση του εφεσείοντα. Δεν θεωρούμε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο ενήργησε εσφαλμένα και ως εκ τούτου η έφεση δεν μπορεί να επιτύχει και γι' αυτό το λόγο.». Επίσης στην απόφαση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 195, στη σελίδα 200 το Ανώτατο Δικαστήριο κατέγραψε τα ακόλουθα: «Οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί δεν πραγματεύονται ευθέως τις συνέπειες που συνεπάγονται παρεκκλίσεις από τις πρόνοιες τους. Το θέμα ρυθμίζεται έμμεσα με τις διατάξεις του Κ.11 που καθιστά εφαρμοστέους τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας σε όλα τα θέματα για τα οποία δεν γίνεται ειδική πρόνοια στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Η Δ.64 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει ότι μη συμμόρφωση με τους θεσμούς δεν καθιστά αφεαυτής άκυρη τη διαδικασία, εκτός αν το Δικαστήριο κρίνει ότι τούτο επιβάλλεται από τη φύση της παρατυπίας ή αντικανονικότητας. Εξαιρούνται των διατάξεων της Δ.64 δικονομικά μέτρα τα οποία είναι εξ υπαρχής άκυρα [βλ. μεταξύ άλλων, Ν. P. Lanitis Ltd. ν. Panayides
(1986)1 C.L.R. 490 και Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 ΑΑΔ 945. Η διαπίστωση ότι δικονομικό μέτρο είναι αντικανονικό και όχι άκυρο, δε συνεπάγεται και τη θεραπεία της παρατυπίας. Επιβάλλεται η προσαρμογή της διαδικασίας στα θέσμια προς διεξαγωγή της δίκης μέσα στο καθιερωμένο πλαίσιο [βλ. Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου (ανωτέρω)]. Στην προκείμενη υπόθεση, η αίτηση η οποία υποβλήθηκε ήταν παράτυπη. Η παρατυπία ήταν ουσιώδης ενόψει της απουσίας έκθεσης των γεγονότων στο κείμενο της αίτησης. Δεν κρίνεται απαραίτητο να προσδιορίσουμε τις συνέπειες της υποβολής αίτησης σε τύπο άλλο από τον καθοριζόμενο. Περιοριζόμαστε στη διαπίστωση ότι εν πάση περιπτώσει και παράτυπη να ήταν η αίτηση, η παρατυπία έπρεπε να θεραπευθεί πριν προχωρήσει η υπόθεση σε δίκη». Καθοδηγούμενο το Δικαστήριο από τη νομολογία θεωρεί ότι διαφορετική προσέγγιση θα καταστρατηγούσε τα προβλεπόμενα στους Θεσμούς και θα τους καθιστούσε αχρείαστους αφού οποιοσδήποτε διάδικος θα μπορούσε να ενεργήσει με τέτοιο τρόπο, ανατρέποντας τις προθεσμίες, όποτε ήθελε και χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Με αυτή την ενέργεια του θα μπορούσε, το δεδομένο διάβημα, να δώσει στον οποιοδήποτε διάδικο το πλεονέκτημα της συμμόρφωσης. Συνεπώς, ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπήρξε έγκαιρα αίτημα θεραπείας της παρατυπίας της εκπρόθεσμης καταχώρισης Απάντησης, η οποία σημειωτέον θεωρείται δικόγραφο. Η καταχώριση της Απάντησης εκπρόθεσμα, ήτοι μετά την παρέλευση σχεδόν 2½ χρόνων και η παράλληλη έκδοση Κλήσης για Οδηγίες, η οποία καταχωρήθηκε ή υποβλήθηκε εκτός των χρονικών πλαισίων που προβλέπονται στη Διαταγή 30 1(α) και (γ) δεν μπορεί να έχει άλλο αποτέλεσμα από το η Αγωγή θεωρείται εγκατελείφθείσα και είναι έκθετη σε απόρριψη. Στην υπόθεση Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945, στην οποία με παρέπεμψε ο συνήγορος της Ενάγουσας - Καθ΄ης η Αίτηση το Εφετείο χρησιμοποίησε ως παράδειγμα αυτή τούτη την εκπρόθεσμη καταχώρηση ενός δικογράφου και την κατέταξε ως απλή παρατυπία και δη θεραπεύσιμη, σε αντίθεση με την εκπρόθεσμη καταχώρηση ενός τροποποιημένου δικογράφου κατόπιν διατάγματος Δικαστηρίου. Τονίστηκε βεβαίως στην συγκεκριμένη υπόθεση ότι «η κατάταξη μιας παράβασης των κανονισμών στην κατηγορία των παρατυπιών που μπορούν να θεραπευθούν δεν σημαίνει αυτόματα και ανοχή της. Οι κανονισμοί είναι θεσπισμένοι για να τηρούνται. Ειδικά σε ό,τι αφορά τις προθεσμίες επανηλειμμένα τονίστηκε η ανάγκη τήρησής τους. (Βλ. μεταξύ άλλων The Attorney- General Cooperative Carob Marketing Society Ltd v. Lufti Kiamil and Another
(1973)1 CLR 1.». Προχώρησε δε το Εφετείο και εξέτασε τον τρόπο με τον οποίο μια απλή παρατυπία που δημιουργείται από την εκπρόθεσμη λήψη ενός διαδικαστικού διαβήματος μπορεί να θεραπευθεί. Επισημαίνοντας ότι σε μια τέτοια περίπτωση ότι «...H παρέλευση μιας προθεσμίας που προβλέπουν οι κανονισμοί δεν είναι βέβαια μοιραία». Τόνισε παράλληλα ότι το θέμα δεν μπορεί να θεραπευτεί απλά με το να αγνοηθεί και να παρακαμφθεί, αρχή η οποία στη συνέχεια υιοθετήθηκε από την αυθεντία Wunderlich Karl Heinz και Άλλοι ν. Eυθύβουλου Παναγιώτου
(1999)1 ΑΑΔ 366 όπου εξετάστηκαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της Δ.64. Ως προς το πώς δύναται να θεραπευτεί η παρατυπία του εκπρόθεσμου, το Εφετείο στην Αλεξάνδρου (ανωτέρω) ήταν σαφές: «Η Δ.57 κ.2 προσδιορίζει τον τρόπο για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Κάθε διάδικος μπορεί πρίν από την πάροδο της προθεσμίας αλλά και μετά από αυτή να υποβάλει αίτηση για την παράτασή της (βλ. Eleftheriades and another v. Mavrellis and another
(1985)1 CLR 440, αναφορικά με ανάλογη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου.». Η παρατυπία στην υπό κρίση υπόθεση ποτέ δεν θεραπεύτηκε αντίθετα ζητείται από το συνήγορο της Ενάγουσας - Καθ΄ης η Αίτηση όπως αγνοηθεί. Μια τέτοια προσέγγιση θα παραβίαζε κατάφορα την αρχή της νομιμότητας και θα καταστρατηγούσε τους Θεσμούς. Η Απάντηση ημερομηνίας 19/12/19 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δεόντως καταχωρισθείσα και συνεπακόλουθα θα πρέπει να θεωρηθεί ότι τα δικόγραφα έχουν κλείσει, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.26 θ.11. Ο συνήγορος της Ενάγουσας - Καθ΄ ης η Αίτηση επικαλείται το γεγονός ότι η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε μετά που η Κλήση για Οδηγίες είχε οριστεί από το Πρωτοκλλητείο και ότι αυτό θα έπρεπε να οδηγήσει την Αίτηση σε απόρριψη. Απάντηση στο συγκεκριμένο επιχείρημα δίδεται από την Αλεξάνδρου (ανωτέρω) η οποία προχώρησε και ασχολήθηκε και με τις αρχές που αφορούν στο κώλυμα που δυνατό να έχει δημιουργηθεί στην άλλη πλευρά να επικαλεστεί προς όφελος της την παρατυπία που δημιουργήθηκε από το εκπρόθεσμο «είτε επειδή καθυστέρησε να το κάμει είτε επειδή έκαμε άλλα διαδικαστικά διαβήματα μετά τη γνώση της παρατυπίας». Τέτοιο κώλυμα κρίθηκε ότι υπήρχε στα γεγονότα υποθέσεων όπως η Χρίστου κ.α. ν. Χατζησολωμή (ανωτέρω) και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΧΑΡΟΥΛΑΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ, Πολιτική Αιτ. 76/17 ημερ. 02/06/17, οι οποίες αφορούσαν σε μη συμμόρφωση με τις προθεσμίες της νέας Δ.30 καθώς επίσης και στην HENIPA Estates Co. Ltd ν. Club Dido Gesmbh
(1995)1 Α.Α.Δ. 371 όπου δεν υπήρξε συμμόρφωση με τις ταχθείσες από το Δικαστήριο προθεσμίες, τα γεγονότα των οποίων διαφοροποιούνται από την παρούσα. Δεν διαπιστώνεται οποιοδήποτε κώλυμα στην καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης για λόγους που θα καταστούν πιο εμφανείς στη συνέχεια. Θεωρώντας ότι τα δικόγραφα έκλεισαν μετά από επτά
(7)μέρες από τις 06/03/17, που ήταν η ημερομηνία καταχώρισης της Υπεράσπισης των Εναγομένων 1, 2, 3, 4 και 6, εφαρμόζοντας τις πρόνοιες της Δ.26 θ.11, που ήταν μεταγενέστερη της καταχώρισης της Υπεράσπισης της Εναγόμενης 8, στις 08/07/
  1. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όταν η αγωγή «περάσει» και το στάδιο των 15 ημερών έχει φτάσει στο σημείο να θεωρείται πλέον από το Νόμο ως εγκαταλειφθείσα, σύμφωνα με τη Δ.26 θ.11 και το Πρωτοκολλητείο οφείλει να την διαβιβάσει στο Δικαστήριο για απόρριψη όπως έχει προαναφερθεί. Αντίθετη προσέγγιση θεωρώ, θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα και ατέρμονες διαδικασίες. Η Δ.30 θ.1(γ) όπως ίσχυε το 2016 προέβλεπε ότι: «(γ) Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης σε οποιαδήποτε από τις πιο πάνω πρόνοιες η αγωγή ή η ανταπαίτηση θα θεωρείται ως εγκαταλειφθείσα και θα απορρίπτεται από το Δικαστήριο στη λήξη της περιόδου των 60 ημερών, με έξοδα εναντίον του ενάγοντα ως θα είναι η περίπτωση.» Αν ο εναγόμενος ενεργήσει σύμφωνα με τη δική του προθεσμία και ζητήσει απόρριψη της αγωγής εντός 30 ημερών, το Δικαστήριο, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.30, μπορεί να «διασώσει» την αγωγή στη βάση των συγκεκριμένων περιστατικών της υπόθεσης, θεωρώντας την αίτηση απόρριψης ως Κλήση. Αν όμως ο οποιοσδήποτε εναγόμενος δεν ενεργήσει εντός της προθεσμίας αυτής, τότε με βάση τις θέσεις του συνήγορου της Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση αυτή η αδράνεια, του οποιουδήποτε εναγόμενου, δύναται να χρησιμοποιηθεί και πάλι για να διασωθεί η αγωγή, με αποτέλεσμα ουσιαστικά ο οποιοσδήποτε ενάγοντας να μην μπορεί ποτέ να βρεθεί υπόλογος των παραλείψεων του, αφού είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο, η αγωγή του θα διασώζεται. Δεν είναι όμως αυτός ο σκοπός της Δ.30, η οποία στοχεύει σε «φιλτράρισμα» ουσιαστικά των υποθέσεων. Άλλωστε, η αδράνεια του εναγόμενου να ενεργήσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας ή ακόμη και η απόρριψη της αίτησης που αυτός ενδεχομένως να καταχώρησε μετά την πάροδο της ταχθείσας προθεσμίας, δεν καθιστά εμπρόθεσμο τον ενάγοντα ούτε και ανατρέπει το νομοθετικό τεκμήριο που έχει δημιουργηθεί σε βάρος του. Ο ίδιος ο Θεσμός, όπως ίσχυε τότε του προσδίδει 60 μέρες να ενεργήσει. Αν το εκπρόθεσμο όντως υφίσταται ως γεγονός, αυτό δεν μπορεί να αλλάξει διότι ο εναγόμενος δεν πέτυχε στην αίτηση του. Επισημαίνω εδώ ότι στη Γεωργίου (ανωτέρω) κρίθηκε ορθή η αυτεπάγγελτη έγερση του θέματος του εκπρόθεσμου από το πρωτόδικο Δικαστήριο όπως ορθή κρίθηκε και η συνακόλουθη απόρριψη της αγωγής, παρά το γεγονός ότι ούτε ο εναγόμενος είχε προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια εντός των 15 ημερών. Μάλιστα δε, στη Γεωργίου (ανωτέρω) ο εναγόμενος δεν ενήργησε εντός των 15 ημερών γιατί συμφωνούσε με τον ενάγοντα ότι η προθεσμία δεν είχε ακόμη παρέλθει πλην όμως το Εφετείο ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «Εν προκειμένω όμως, η εισήγηση του εφεσείοντα προϋποθέτει μεταβολή του κανόνα. Τούτο όμως δεν καθίσταται δυνατό απλώς και μόνο επειδή συμφωνούν οι διάδικοι.» Συνεπώς, η όποια αδράνεια της Εναγόμενης - Αιτήτριας να αιτηθεί την απόρριψη της αγωγής εντός της ταχθείσας προθεσμίας, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί προς όφελος της Ενάγουσας - Καθ΄ης η Αίτηση και θεωρώ εσφαλμένο να εξετάζεται το θέμα απόρριψης μιας αγωγής σε συνάρτηση με την όποια αδράνεια τυχόν επέδειξε η Εναγόμενη 8 στο να ζητήσουν εμπρόθεσμα τέτοια απόρριψη. Σημειώνεται ότι στο πρακτικό ημερομηνίας 11/03/20 είχε δηλωθεί από το συνήγορο της Εναγόμενης 8 ότι προτίθετο να καταχωρίσει αίτηση για απόρριψη. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας - Καθ΄ ης η Αίτηση επικαλείται την έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγόμενου 7, ήτοι την προσπάθεια εκτέλεσης του διατάγματος ημερ.09/11/2017, όπως καταγράφει επανειλημμένα, ως τροχοπέδι στη προθεσμία καταχώρισης της «Απάντησης στην Υπεράσπιση» καθώς και το γεγονός του θανάτου του Εναγόμενου 5 και το νομικό καθεστώς της Εναγομένης
  2. Με όλο το σεβασμό προς τον συνήγορο της Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση όλα αυτά θα έπρεπε να τεθούν στο Δικαστήριο στα πλαίσια μια αίτησης για παράταση του χρόνου καταχώρισης του δικογράφου, ως παράγοντες προς άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και χορήγησης της αιτούμενης παράτασης ή ακόμα και για παράταση του χρόνου για καταχώριση της Κλήσης για Οδηγίες, παρά την αυστηρότητα της προθεσμίας που προβλέπεται. Ουδέν έπραξε η Ενάγουσα - Καθ΄ης η Αίτηση. Αντί αυτού ο συνήγορος της Ενάγουσας - Καθ΄ ης η Αίτηση θεώρησε από μόνος του ότι όλα αυτά δικαιολογούσαν την εκπρόθεσμη καταχώριση δικογράφου αλλά και της Κλήσης για Οδηγίες και το έπραξε χωρίς να λάβει προηγουμένως την άδεια του Δικαστηρίου. Τέτοια προσέγγιση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι δεν απαιτείται οποιαδήποτε επεξήγηση για τη μετονομασία οποιασδήποτε νομικής οντότητας σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, βλ. απόφαση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου ν. Χαρίδη
(2011)1 ΑΑΔ 825, παρά μόνο απαιτείται η γνωστοποίησή της με σχετική ειδοποίηση στο φάκελο του Δικαστηρίου. Ούτε και συμπαρασύρεται σε ακυρότητα οποιαδήποτε εκδοθείσα απόφαση που αφορά άλλο διάδικο στη διαδικασία για το λόγο ότι η αγωγή πιθανόν ν΄απορριφθεί σε σχέση με τους υπόλοιπους. Επίσης, πρέπει να αναφερθεί ότι στην παράγραφο 35 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση γίνεται ρητή παραδοχή αδυναμίας συμμόρφωσης με τις προθεσμίες. Καταλήγω, ενόψει των προαναφερθέντων, ότι απόρριψη της αγωγής σε αυτό το στάδιο συνιστά θεσμικό καθήκον και όχι θέμα αιτήματος της άλλης πλευράς. Στην υπόθεση Medochemie Ltd v. UCB S.A.
(1998)1 ΑΑΔ 2159, διαβάζονται τα εξής σχετικά: «Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου ρυθμίζεται από τους νόμους και τη δικονομία, οι δε διατάξεις τους εφαρμόζονται υποχρεωτικά από τους διάδικους και το Δικαστήριο. Όπου οι διάδικοι επιδεικνύουν ολιγωρία στη διεκπεραίωση της υπόθεσης, το Δικαστήριο εφαρμόζει τους νόμους και τους δικονομικούς κανόνες. Έχει δε και εγγενή εξουσία να διασφαλίζει την ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, ανεξάρτητα από τον οποιοδήποτε χειρισμό της υπόθεσης από τους διάδικους. Για το συγκεκριμένο ζήτημα, να υποδείξουμε πως αν το Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου λειτουργούσε κανονικά, ως όφειλε, θα εφαρμοζόταν η Δ.26, θ.13
(1)με αποτέλεσμα, αφού εδίδετο ειδοποίηση στους εφεσίβλητους για τη μη καταχώριση της έκθεσης απαιτήσεως τους, και μετά την παρέλευση του χρόνου που αναφέρεται σ' αυτή, η υπόθεση να αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, που είχε διακριτική ευχέρεια να απορρίψει την αγωγή». Η εισήγηση του συνηγόρου της Ενάγουσας - Καθ΄ης η Αίτηση για απόρριψη της Αίτησης θα οδηγούσε και σε ένα άτοπο και συγχρόνως παράλογο αποτέλεσμα. Ως υποδεικνύεται στην υπόθεση Ελευθερίου ν. Λαϊκού Καφεκοπτείου Δημόσια Λτδ, Πολ. Έφεση 39/2010, ημερ.23/01/14, η υποχρέωση για προώθηση της υπόθεσης βρίσκεται στους ώμους της Ενάγουσας. Υπεδείχθη ότι: « Αυτό το βάρος υφίσταται, ανεξάρτητα αν η εφεσείουσα δεν έχει καταχωρίσει αίτηση για απόρριψη της αγωγής προηγουμένως». Τέλος, επειδή δόθηκε έμφαση στις ενέργειες που έκαμε η Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση σε σχέση με το συμβιβασμό της αγωγής πριν την ενεργοποίηση των προνοιών της Δ.30 καθώς επίσης και στην τότε αδράνεια που επέδειξε η Εναγόμενη 8 - Αιτήτρια, θα πρέπει να επισημάνω ότι οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται στην Ενάγουσα είναι δεδομένες και έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Είναι ανεξάρτητες από οποιαδήποτε εκδοθείσα απόφαση σε βάρος οποιουδήποτε άλλου διαδίκου και δεν διέπονται από την εκτέλεσή της, σε αντίθεση με τη θέση του συνηγόρου της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη 8 όφειλε να πιέσει τον Εναγόμενο 1 να συμμορφωθεί με διάταγμα το οποίο είχε εκδοθεί σε βάρος του Εναγόμενου 7 και το οποίο ο ίδιος είχε δηλώσει ενώπιον του Δικαστηρίου ότι δεν επειρέαζε με οποιοδήποτε τρόπο τους υπόλοιπους διαδίκους. Το ότι η Εναγόμενη 8 - Αιτήτρια είχε ολιγωρήσει να καταχωρήσει Υπεράσπιση, καθίσταται δευτερεύουσας, αν όχι άνευ σημασίας αναφορικά με το κατά πόσο η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως εγκαταλειφθείσα λόγω μη τήρησης των προθεσμιών της Δ.26 θ.11 και της Δ.30. Θα ήταν άλλωστε παράλογο να γίνεται πρόνοια για απόρριψη της αγωγής λόγω μη τήρησης των προθεσμιών της Δ.26 θ.11 και της Δ.30 και να συνιστά «υπεράσπιση» ότι τηρήθηκαν πλήρως οι προθεσμίες που εφαρμόζονταν για το στάδιο πριν την ενεργοποίηση της. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, έχοντας υπόψη τόσο τις πρόνοιες της Δ.30 καθώς και τις Οδηγίες Πρακτικής για την εφαρμογή της Δ.30, όσο και την Δ.26 θ.θ. 10 - 13 αλλά και έχοντας υπόψη αριθμό αποφάσεων αδελφών δικαστών επι του συγκεκριμένου θέματος θεωρώ ότι τα δικόγραφα στην υπό κρίση υπόθεση έχουν συμπληρωθεί μετά την παρέλευση του χρόνου εντός του οποίου έπρεπε να καταχωριστεί η απάντηση στην Υπεράσπιση των Εναγομένων 1, 2, 3, 4, 6 και 8. Δηλαδή, 60 μέρες, μετά από τις 7 μέρες που ο χρόνος για καταχώριση της Απάντησης της Ενάγουσας είχε παρέλθει. Αποδοχή των θέσεων του ευπαίδευτου συνηγόρου της Ενάγουσας - Καθ΄ ης η Αίτηση θα άφηνε σε εκκρεμότητα την όποια αγωγή στο διηνεκές και η διαδικασία θα ήταν ατέρμονη, εξ' ου και η παράγραφος
(3)στην Οδηγία Πρακτικής. Θεωρώ ότι η λογική προσέγγιση, η οποία υποστηρίζεται και από τη νομική άποψη που εκφράστηκε στη υπόθεση Χαραλάμπους ν. Γεωργίου (ανωτέρω), συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι τα δικόγραφα έκλεισαν με την καταχώριση της Υπεράσπισης των Εναγομένων 1, 2, 3, 4, 6 και 8 και της παρέλευσης του χρόνου καταχώρισης Απάντησης στην Υπεράσπιση. Η όποια αίτηση καταχωρίστηκε μετά ή το όποιο εξωδικαστηριακό διάβημα έγινε δεν διακόπτει τη προθεσμία, εντός της οποίας όφειλε να είχε εκδώσει την Κλήση για Οδηγίες η Ενάγουσα, από τη στιγμή που τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα, με βάση την τότε ισχύουσα Δ.30. Με την πάροδο της προθεσμίας της Ενάγουσας να εκδώσει Κλήση για Οδηγίες καθώς και της προθεσμίας των Εναγομένων 1, 2, 3, 4, 6 και 8 να ζητήσουν απόρριψη της αγωγής, δημιουργείται πλέον νομικό τεκμήριο (statutory presumption) ότι η αγωγή έχει εγκαταλειφθεί. Μάλιστα δε, η Δ.30 θ.1(γ) καμία υποχρέωση επιβάλλει όπως κληθεί η Ενάγουσα για να επιχειρήσει να αντικρούσει το τεκμήριο που έχει δημιουργηθεί, αφού «..το Πρωτοκολλητείο θα θέτει το φάκελο της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου το συντομότερο δυνατό προς απόρριψή της, με έξοδα εναντίον του ενάγοντα.» Το ότι η αγωγή δεν απορρίφθηκε ενωρίτερα οφείλετο καθαρά στην παράλειψη του Πρωτοκολλητείου να θέσει την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτή η παράλειψη του Πρωτοκολλητείου όμως, το μόνο που συνεπάγεται είναι ότι η αγωγή εξακολουθεί να βρίσκεται «εν ζωή», αν και υπόκειται σε απόρριψη. Με την αγωγή συνεπώς να θεωρείται ως εγκαταλειφθείσα και την Ενάγουσα - Καθ΄ης η Αίτηση να μην έχει ζητήσει όπως παραταθεί ο χρόνος συμμόρφωσής της με τις δικονομικές επιταγές θεωρώ ότι η αγωγή δεν μπορεί παρά να να απορριφθεί ως εγκαταλειφθείσα και ως τέτοια απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης 8 - Αιτήτριας και εναντίον της Ενάγουσας - Καθ΄ης η Αίτηση ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και η πληρωμή τους θα συνιστά προαπαιτούμενο στην καταχώρηση νέας αγωγής μεταξύ των ιδίων διαδίκων στο πλαίσιο της Δ.30 θ.1(δ). (Υπ.) ....................................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.