← Κύπρος

Ερωτοκρίτου κ.α. ν. X΄ Γεωργίου, Αρ. Αγωγής 2224/11, 7/1/2021

Ερωτοκρίτου κ.α. ν. X΄ Γεωργίου, Αρ. Αγωγής 2224/11, 7/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον:- Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2224/11 Μεταξύ:

  1. XXXXX Ερωτοκρίτου
  2. XXXXX Ερωτοκρίτου
  3. XXXXX Ερωτοκρίτου
  4. XXXXX Ερωτοκρίτου Εναγόντων και
  5. XXXXX (XXXXX) X' Γεωργίου
  6. XXXXX Χ' Γεωργίου
  7. XXXXX Χ' Γεωργίου
  8. XXXXX Χ' Γεωργίου
  9. Elva Medical Imports Ltd Εναγομένων ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 28.6.16 Μεταξύ:
  10. XXXXX Ερωτοκρίτου
  11. XXXXX Ερωτοκρίτου υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Ερωτοκρίτου
  12. XXXXX Ερωτοκρίτου
  13. XXXXX Ερωτοκρίτου Εναγόντων -και-
  14. XXXXX (XXXXX) X΄ Γεωργίου
  15. XXXXX Χ΄ Γεωργίου
  16. XXXXX Χ΄ Γεωργίου
  17. XXXXX Χ΄Γεωργίου
  18. Elva Medical Imports Ltd Εναγομένων Αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης ημερ. 23/12/2019 Ημερομηνία: 07 Ιανουαρίου, 2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές- Ενάγοντες: κα Ερωτοκρίτου για Π. Κ. Ερωτοκρίτου & ΣΙΑ Για Εναγόμενους- Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 5: κα. Χρ. Λειβαδιώτου Για Εναγόμενους - Καθ΄ων η Αίτηση 3 και 4: κ. Γ. Παπαντωνίου για Γ. Παπαντωνίου & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες-Αιτητές με την αίτησή τους, ημερομηνίας 23/12/2019, ζήτησαν την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Αιτήθηκαν αρχικά την προσθήκη, ως Εναγόμενης 6, της εταιρείας «Ε. ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ» και τη συνεπακόλουθη τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και των λοιπών δικογράφων. Παράλληλα, αιτήθηκαν την προσθήκη τριών νέων παραγράφων που να αριθμούνται ως 7, 57 και 58 και την αναρρύθμιση των υπολοίπων παραγράφων. Οι προστιθέμενες παράγραφοι 7, 57 και 58 θα διαβάζονται ως ακολούθως : «
  19. Η Εναγόμενη 6 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη σύμφωνα με τον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.113, με ημερομηνία εγγραφής 17.6.2008 και αριθμό εγγραφής HE 231728, με ονομαστικό μετοχικό κεφάλαιο €5000.- του €1.- κάθε μετοχή και με εκδοθέν κεφάλαιο 2000 μετοχές του €1.- έκαστη. Μοναδικός Διευθυντής της ο Εναγόμενος 2 και Γραμματέας η Εναγόμενη 4.» «
  20. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι 1- 4 μαζί και/ή ξεχωριστά χρησιμοποίησαν ως όχημα της πραγματοποίησης των παράνομων σκοπών τους την Εναγόμενη 6, εταιρεία η οποία ανήκει μετοχικά αποκλειστικά στον Εναγόμενο 2 και εργοδοτεί τους Εναγομένους 1 και 2, αποκρύπτοντας πλήρως την ύπαρξη της Εναγομένης 6 από τους Ενάγοντες και παραπλανώντας τους έκτοτε». «
  21. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο Εναγόμενος 2, δόλια, κατόπιν συνομωσίας και συμμετοχής με πρόθεση των Εναγομένων 1, 3 και 4 μαζί και/ή ξεχωριστά, με όχημα και/ή υπό το εταιρικό πέπλο και/ή μανδύα της Εναγομένης 6 ξεκίνησε κατά ή περί τα μέσα Ιουνίου 2008 να διεξάγει τη δική του επιχείρηση φαρμακείου στον ίδιο ακριβώς χώρο, στο ίδιο υποστατικό όπου διεξήγαγε την επιχείρηση Φαρμακείου η Εναγομένη 5 από το 1990 οικειοποιούμενος έκτοτε με τους Εναγομένους 1, 3, 4 και 6 παράνομα, προς ίδιον όφελος τον εξοπλισμό, την εμπορική εύνοια, ενεργητικό, αποθεματικό και πελατεία της Εναγόμενης 5 εταιρείας (as a going concern) την οποία απογύμνωσαν κατ' ουσίαν από την περιουσία της αποστερώντας της τη δυνατότητα πραγματοποίησης κερδών στα οποία δικαίωμα έχουν ως μέτοχοι και οι Ενάγοντες». Επιπρόσθετα, αιτήθηκαν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να δίδεται άδεια και/ή να επιτρέπεται η τροποποίηση της υφιστάμενης παραγράφου 59 της Εκθεσης Απαίτησης της αγωγής με την προσθήκη της φράσης «και/ή της Εναγόμενης 6» μετά τη φράση «και/ή για το συμφέρον του συζύγου της» στην 6η γραμμή της παραγράφου 59 καθώς επίσης και διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησης με τη διαγραφή της φράσης «οι Εναγόμενοι 1-4» και την αντικατάστασή της με τη φράση «οι Εναγόμενοι 1-4 και 6» στις παραγράφους Α,Β,Γ,Δ,Ε και I του Κλητηρίου Εντάλματος και στις υφιστάμενες παραγράφους με αρ.65, 66, 66(α), 66(δ), 66(στ), 66(η), 67, 70, 71, 72, 74, 75Α, Β, Γ, Δ και 75Δ,75Θ, 751, 75Κ και 75Λ αντίστοιχα της Εκθεσης Απαίτησης Τέλος, αιτήθηκαν διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση στην επικεφαλίδα της παραγράφου 75 της Έκθεσης Απαίτησης, με τη διαγραφή της λέξης «ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ» στη 2η γραμμή πριν τη φράση «ΚΑΙ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 5» και αντικατάσταση της με τη λέξη «ΕΝΑΓΩΜΕΝΩΝ» ώστε να διαβάζεται ως ακολούθως, «ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΙΟ ΠΑΝΩ ΛΟΓΟΥΣ ΟΙ ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ ΕΞΑΙΤΟΥΝΤΑΙ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 5 ΚΑΙ/Η ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ:» Η Αίτηση βασίστηκε στη Δ.9 θ.θ.1, 2, 4-8, 10 - 12, Δ.12 θ.1-5, Δ.19, Δ.20, Δ.21, Δ.25, Δ.48 θ. 1- 9, Δ.59 θ.θ.1 και 2, Δ.63 θ.2 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθώς και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε από την ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Ερωτοκρίτου, Ενάγοντα
  22. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, ο οποίος είναι ένας εκ των μετόχων της Εναγόμενης 5, δικηγόρος και γνώστης των γεγονότων, κατά την μελέτη για την ακρόαση της αγωγής είχε προβεί σε έρευνα στον Έφορο Εταιρειών σε σχέση με τη νομική υπόσταση και/ή την ύπαρξη ή μη εμπορικής επωνυμίας και/ή σήματος του φαρμακείου «XXXXX Χατζηγεωργίου» και περιήλθε σε γνώση του, για πρώτη φορά, η ύπαρξη της εταιρείας «Ε. ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ» με αριθμό εγγραφής ΗΕ231728, η οποία ανήκει εξ ολοκλήρου στον Εναγόμενο
  23. Αναφέρεται στο ιστορικό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και περαιτέρω υποστηρίζει ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι απαραίτητες γιατί είναι αναγκαία η ορθή περιγραφή της εταιρείας και η συμπερίληψη των ισχυρισμών και απαιτήσεων των Εναγόντων για να τεθούν όλα τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου. Η όποια καθυστέρηση, στην υποβολή της αίτησης, οφείλεται στο γεγονός ότι η πλευρά των Εναγόντων είχε εξεφράσει την ετοιμότητα της για τυχόν εξεύρεση εξώδικης διευθέτησης και ανέμενε την αναπόκριση των Εναγομένων, η οποία όμως προσπάθεια δεν είχε θετική εξέλιξη. Η συγκεκριμένη αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα και αμέσως μόλις διαπιστώθηκε ή διαφάνηκε ή περιήλθε σε γνώση των Εναγόντων η ύπαρξη της εν λόγω εταιρείας, η οποία ενεγράφη από τους Εναγόμενους το 2008 αλλά έντεχνα απεκρύβη από τους Ενάγοντες, καθώς και το γεγονός ότι η εταιρεία στεγαζόταν και λειτουργούσε από τον χώρο του φαρμακείου. Η ανάγκη καταχώρισης της υπό κρίση αίτησης είχε προκύψει αποκλειστικά από τις ενέργειες των Εναγομένων. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις δεν θα προκαλέσουν οποιαδήποτε ζημιά στους Εναγόμενους και ούτε παραβλάπτουν τα δικαιώματά τους αφού η βάση της αγωγής παραμένει η προστασία των συμφερόντων της Εναγομένης 5, εναντίον της οποίας οι Ενάγοντες επικαλούνται κλοπή, απάτη, υπεξαίρεση, σφαιτερισμό, εκμετάλλευση, παράνομη οικειοποίηση προιόντων και ουσιαστικά απογύμνωση της Εναγόμενης 5 από τα περιουσιακά της στοιχεία και αποστέρηση από τη δυνατότητά της να πραγματοποιήσει κέρδη λόγω της συμπεριφοράς των Εναγόμενων 1 -
  24. Καταλήγει, ότι υπό τις περιστάσεις οι αιτούμενες προσθήκες και/ή τροποποιήσεις είναι ουσιαστικές και αναγκαίες για την απρόσκοπτη και δίκαιη διεξαγωγή της δίκης και για να προστατευτούν τα δικαιώματα των Εναγόντων με τον καλύτερο τρόπο και να εξυπηρετηθεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η Αίτηση αντιμετωπίστηκε με την καταχώριση Ένστασης από όλους τους Εναγόμενους. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 5, κατέγραψαν αριθμό λόγων ενστάσεως, οι οποίοι σε συντομία ήταν οι ακόλουθοι: Ότι η Αίτηση είναι νομικά αστήριχτη και ουσιαστικά αδικαιολόγητη αφού υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου αλλά και διαδίκου στην υπό κρίση υπόθεση και υπό την ιδιότητά του εμποδίζεται να προβαίνει σε ένορκη δήλωση, δεν αποκαλύπτεται ουσιαστική αναγκαιότητα για την αιτούμενη τροποποίηση, ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ελλειπής, ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αντινομικές και παραβιάζουν τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης, ότι η συγκεκριμένη εταιρεία δεν είναι αναγκαίος διάδικος στην υπόθεση, ότι η αξίωση εναντίον της συγκεκριμένης εταιρείας συνιστά νέα βάση αγωγής, ότι δεν έχει κλητευθεί η συγκεκριμένη εταιρεία να λάβει μέρος στην υπό κρίση διαδικασία, ότι η σκοπούμενη τροποποίηση θα επεκτείνει τα θέματα σε αξιώσεις εναντίον των Εναγομένων οι οποίες έχουν παραγραφεί, ότι η υπό κρίση αγωγή εκκρεμεί από το 2011 και η οποιαδήποτε προσθήκη θα επειρεάσει τα νόμιμα δικαιώματα ή συμφέροντα των Εναγομένων, ότι με την σκοπούμενη τροποποίηση θα εισαχθεί νέος μη αναγκαίος διάδικος, και ως εκ τούτου, νέα αιτία αγωγής με καθυστέρηση 9 χρόνων, ότι η συγκεκριμένη τροποποίηση αφορά ισχυρισμούς γνωστούς στους Ενάγοντες και γίνεται πολύ αργά και χωρίς η συγκεκριμένη καθυστέρηση να δικαιολογείται. Καταλήγει, ότι με την αιτούμενη τροποποίηση θα προκληθεί ανεπανόρθωτη βλάβη στους Εναγόμενους γιατί αλλάζει ριζικά η απαίτηση των Εναγόντων, ενώ, ισχυρίζεται παράλληλα ότι η αίτηση γίνεται καταχρηστικά και εκδηκητικά με σκοπό την ταλαιπωρεία των Εναγομένων. Η Ένσταση βασίστηκε στη Δ.9, Δ.12 θ.θ.1-5, Δ.19, Δ.21, Δ.25, Δ.48 θ. 1 - 11, Δ.59 και Δ.64, στο άρθρο 68 του Κεφ.148, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στις αρχές της δικαιοσύνης, στη νομολογία και στις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίστηκε η Ένσταση κατεγράφησαν στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1, XXXXX Χατζηγεωργίου, ο οποίος είναι εξουσιοδοτημένος από τους Εναγόμενους 2 και 5 στην κατάρτιση της συγκεκριμένης ένορκης δήλωσης. Είναι η θέση του ότι η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί γιατί η ένορκη δήλωση του κ. Ερωτοκρίτου δεν μπορεί να στηρίξει την αίτηση γιατί είναι διάδικος αλλά είναι και δικηγόρος οπόταν η ενέργειά του είναι ασυμβίβαστη και αδικαιολόγητη. Επιπρόσθετα, εισηγείται ότι δεν αποκαλύπτεται ουσιαστική αναγκαιότητα για την τροποποίηση και προσθήκη διαδίκου ή/και συγκεκριμένων γεγονότων αφού τα γεγονότα τα οποία αποκαλύπτονται δεν δικαιολογούν την αναγκαιότητα ή την καθυστέρηση. Είναι η θέση του ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αντινομικές και παραβιάζουν τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης. Κατά τη δική του άποψη η εταιρεία «Ε. Χατζηγεωργίου ΛΤΔ» δεν είναι αναγκαίος διάδικος και η επιδιωκόμενη αξίωση εναντίον της αποτελεί νέα βάση αγωγής, η οποία εμπίπτει σε χρόνο ο οποίος ξεπερνά το όριο παραγραφής σύμφωνα με τον Νόμο και η επέκταση των θεμάτων σε θέματα που έχουν παραγραφεί αντενδείνυται ιδιαίτερα λόγω του ότι η υπόθεση εκκρεμεί από το 2011 και η οποιαδήποτε προσθήκη θα επηρεάσει τα δικαιώματα των Εναγομένων. Υποστηρίζει ότι η αίτηση καταχωρείται με 9 χρόνια καθυστέρηση ή/και 6 χρόνια μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης των Εναγόμενων, καθώς και ότι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί ήταν γνωστοί ή δυνατόν να ήταν γνωστοί στους Ενάγοντες από το στάδιο της ετοιμασίας της Έκθεσης Απαίτησης ή με την καταχώριση της Υπεράσπισης των Εναγόμενων, το Μάρτιο 2014, αφού είχε καταγραφεί ότι το συγκεκριμένο υποστατικό δεν ήταν στη κατοχή τους αλλά ήταν στη κατοχή τρίτου προσώπου το οποίο δεν ήταν διάδικος. Καταλήγει, ότι η προτεινόμενη εταιρεία δεν πρέπει να προστεθεί ως διάδικος γιατί η παρουσία της δεν είναι αναγκαία για την εκδίκαση των επίδικων ζητημάτων, αφού η σύστασή της έγινε μετά τον επίδικο χρόνο ενώ στους υφιστάμενους Ενάγοντες θα προκληθεί ανεπανόρθωτη βλάβη, λόγω του ότι θα αλλάξει ριζικά η απαίτηση των Εναγόντων εναντίον τους αφού επιδιώκουν να προσθέσουν δόλο, συνωμοσία και συμμετοχή σε δόλια πράξη για θέματα που έχουν παραγραφεί. Ο Ομνύοντας, στη συνέχεια της ένορκης δήλωσης, παραθέτει γεγονότα που αφορούν την ουσία της αγωγής και όχι την υπό εκδίκαση αίτηση. Ένσταση καταχωρίστηκε και από τους Εναγόμενους 3 και
  25. Ως λόγοι της Ένστασης προβάλλονται το γεγονός ότι η Αίτηση στερείται νομικής και πραγματικής βάσης, ότι προβάλλονται νέοι λόγοι που επειρεάζουν τη βάση της αγωγής γιατί προστίθεται νέα βάση αγωγής, ότι η τροποποίηση θα προκαλέσει υπέρμετρο κόστος και καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης, ότι καταχρηστικά εισαγάγει νέα στοιχεία τα οποία ουδέποτε είχαν αναφερθεί προηγουμένως ενώ η προτεινόμενη εταιρεία δεν έχει καμιά ανάμειξη με τα υπό εκδίκαση γεγονότα, ότι προκαλεί αδικία στους Εναγόμενους, ότι τα αιτούμενα προς εισαγωγή θέματα συνιστούν αστικά αδικήματα τα οποία έχουν παραγραφεί, ότι η αίτηση γίνεται με μεγάλη καθυστέρηση για την οποία δεν έχει προβληθεί οποιοσδήποτε λόγος αφού οι Ενάγοντες έχουν ήδη τροποποιήσει τον τίτλο, ότι κατείχαν εξ αρχής τα συγκεκριμένα στοιχεία και ότι είχαν ευκαιρίες να τα εισάγουν αλλά δεν το έπραξαν και ότι αν επιτραπεί σε αυτό το στάδιο η τροποποίηση θα εκτροχιάσει τη δίκη ενώ είναι καταχριστική και καταπιεστική. Υποστηρίχθηκε από την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 3, XXXXX Χ΄ Γεωργίου, ο οποίος γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα και έχει εξουσιοδοτηθεί και από την Εναγόμενη 4 στην κατάρτιση της συγκεκριμένης ένορκης δήλωσης. Υποστηρίζει ότι η παράλειψη, την οποία επιδιώκει να διορθώσει με την Αίτηση, ήταν προφανής από την αρχή της διαδικασίας τόσο με τη σύνταξη της Έκθεσης Απαίτησης καθώς και με την καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης, το 2016, αφού καταγράφετο το γεγονός αλλά παρά ταύτα έκτοτε δεν προστέθηκε ως διάδικος αλλά επιχειρείται η προσθήκη της Εταιρείας μετά από πολλά χρόνια χωρίς να δικαιολογείται. Υποστηρίζει ότι τόσο ο ίδιος όσο και η Εναγόμενη 4 δεν είχαν συμμετοχή ούτε στην Εναγόμενη 5 Εταιρεία αλλά ούτε σε αυτήν που επιχειρείται να προστεθεί. Είναι η θέση του ότι σε καμιά περίπτωση δεν υπήρχε πρόθεση απόκρυψης οποιονδήποτε γεγονότων και η μόνη σχέση που έχουν με τον Εναγόμενο 2, εκτός της συγγένειας, είναι το γεγονός ότι ήταν εγγυητές στο ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 23/04/
  26. Κατά τη δική του άποψη οι Ενάγοντες προσπαθούν, εκ των υστέρων, να διευρύνουν την απαίτησή τους για να ταλαιπωρήσουν και να δημιουργήσουν λανθασμένες εντυπώσεις. Η προτεινόμενη να προστεθεί ως Εναγόμενη 6 είναι ξεχωριστό νομικό πρόσωπο και δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης αλλά ούτε και με τους ίδιους. Υποστηρίζει ότι θα είναι άδικο να συμπαρασυρθεί ο ίδιος και η Εναγόμενη 4 σε περαιτέρω χρονοβόρες δικαστικές διαδικασίες για τις ελλείψεις και παραλείψεις των Εναγόντων. Η υπόθεση είχε οριστεί για ακρόαση έξι

(6)φορές και σε όλο αυτό το διάστημα παρείχετο ο χρόνος καταχώρισης της αίτησης, οπόταν είναι σε πολύ προχωρημένο στάδιο που υποβάλλεται η αίτηση. Κατά τη δική του άποψη οι Αιτητές γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν, λόγω του ότι ήταν μέλη της Εταιρείας, ότι δεν είχε κύκλο εργασιών και κέρδη. Τα γεγονότα τα οποία επικαλούνται τα γνώριζαν από τη διάλυση της Εναγόμενης 5, η οποία είχε γίνει πριν την καταχώριση της αγωγής. Προωθεί την άποψη ότι η υπό κρίση Αίτηση γίνεται για καταστρατήγηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου, η οποία γίνεται πολύ καθυστερημένα και χωρίς να προβάλλεται λόγος που να δικαιολογεί τη συγκεκριμένη καθυστέρηση και προκαλεί αδικία σε όλους τους Εναγόμενους. Για αυτό και ζητείται η απόρριψη της αίτησης. Οι συνήγοροι όλων των πλευρών με τις ικανές εισηγήσεις τους, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, υποστήριξαν και ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν διαμετρικά αντίθετες θέσεις τους για το ζήτημα που απασχολεί στην παρούσα. Το Δικαστήριο έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις όλων των πλευρών, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο στο πλαίσιο της παρούσας και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. NOMIKH ΠTYXH Αρχίζοντας από την εισήγηση όλων των Καθ΄ ων η Αίτηση - Εναγόμενων ότι η Αίτηση είναι νομικά αστήριχτη γιατί υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει πράγματι πολλές φορές υποδείξει ότι είναι ανεπιθύμητο οι δικηγόροι να προβαίνουν σε ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη θέσεων πελατών τους. Η θέση αυτή αναφέρεται ειδικότερα στις περιπτώσεις που ο δικηγόρος, ο οποίος χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση του πελάτη του, καθίσταται και μάρτυρας στα πλαίσια της υπόθεσης αυτής ( βλ. μεταξύ άλλων, Re Efthymiou
(1987)1 CLR 329, στις σελ. 334 - 335 και Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036, στη σελ. 1041). Σύνοψη της επί του εξεταζόμενου θέματος νομολογίας και των σχετικών αρχών έγινε στην υπόθεση Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1(A) Α.Α.Δ. 82, στις σελ. 93 - 94, ως ακολούθως: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί. ...» Στην Investylia Public Company Ltd ν. Τζοζεφίν Γαβριηλίδου,
(2013)1 Α.Α.Δ. 1202 λέχθηκε σχετικά ότι: «Όσον αφορά την όμνυση της υποστηρικτικής δήλωσης από δικηγόρο χωρίς να εξηγείται ο λόγος για τον οποίο δεν ορκίστηκε διοικητικός σύμβουλος ή γραμματέας της ίδιας της εφεσείουσας, αναμφίβολα η νομολογία έχει κατ΄ επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση, (Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82).» Τα πιο πάνω επαναλήφθηκαν στην Investylia Public Company Ltd v. Ιωάννου, Πολ. Εφ. 234/11 ημερ. 07/03/14. Τέλος, στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Αγαθοκλέους
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 1203, στη σελ. 1206 επισημάνθηκε ότι δεν υπάρχει τίποτε που να αποκλείει πρόσωπο που γνωρίζει γεγονότα σχετικά προς επίδικο ζήτημα να καταθέτει ως μάρτυρας, επειδή είναι δικηγόρος και ότι το ασυμβίβαστο, όπου υπάρχει, αφορά στην ταυτόχρονη ανάληψη της ιδιότητας του δικηγόρου στην ίδια υπόθεση. Καθοδηγούμενη από τη νομολογία και έχοντας κατά νου ότι οι Ενάγοντες εκπροσωπούνται από την κα. Ε. Ερωτοκρίτου καταλήγω ότι ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης δεν είναι βάσιμος απλά και μόνο γιατί ο Ομνύοντας είναι δικηγόρος στο επάγγελμα. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω αυτή τούτη την ουσία της Αίτησης. Το αίτημα για προσθήκη διαδίκου βασίζεται στη Δ.9 θ.10 η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «..the Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary be joined or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the case or matter, be added.» Στην αγγλική υπόθεση Βyrne and Another v. Brown
(1889)22 Q.B.D. 657, ο Lord Esher, M.R., πραγματευόμενος το θέμα της προσθήκης διαδίκου κατέγραψε τα ακόλουθα: «wherever a Court can see in the transaction brought before it that the rights of one of the parties will or may be so affected that under the forms of law other actions may be brought in respect of that transaction, the Court shall have power to bring all the parties before it, and determine the rights of all in one proceeding. It is not necessary that the evidence in the issues raised by the new parties being brought in should be the same; it is sufficient if the main evidence, and the main inquiry, will be the same, and the Court then has power to bring in the new parties, and to adjudicate in one proceeding upon the rights of all the parties before it.» Στην υπόθεση Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E.R. 328, στη σελ. 332, ο Lord Denning M.R., προτίμησε, προσεγγίζοντας το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου, την ευρεία ερμηνεία που δόθηκε στην υπόθεση Βyrne (ανωτέρω), έναντι της στενής ερμηνείας η οποία δόθηκε από τον Lord Devlin στην Αmon v. Raphael Tuck & Sons Ltd
(1956)1 All E.R. 273. Σύμφωνα με τη κυπριακή νομολογία, το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική εξουσία να προβαίνει σε οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με την προσθήκη, τη διαγραφή ή την αντικατάσταση των διαδίκων, έτσι ώστε να καθιστά δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων, βλ. μεταξύ άλλων Μepa Underwriting Management Limited κ.α. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1997)1Β Α.Α.Δ. 772, Perihan Mustafa Korkut ή Eyiam Perihan v. Απόστολου Γεωργίου, δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Χαράλαμπου Χ. Ζόππου (Αρ. 1)
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1213. Σύμφωνα με τη νομολογία, η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου εξαρτάται από το κατά πόσο το πρόσωπο του οποίου ζητείται η προσθήκη κρίνεται αναγκαίος διάδικος. Η απόφαση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις βλ. μεταξύ άλλων Παπαχριστοφόρου κ.ά v. Xαραλάμπους
(1991)1 ΑΑΔ 906, Χ' Δαβίδ v. Χ' Δαβίδ κ.ά
(1992)1 ΑΑΔ 1176, Μepa Underwriting Management Limited κ.α. (ανωτέρω), Ανδρέας Οδυσσέως v. Λαικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1Β Α.Α.Δ.
  1. Στην υπόθεση Perihan Mustafa Korkut ή Eyiam Perihan (ανωτέρω), διαβάζονται τα ακόλουθα σχετικά: «Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται.». Στην υπόθεση Οδυσσέως v. Λαικής Τράπεζας (ανωτέρω) λέχθηκαν τα εξής: «Η επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει βασικά στον ενάγοντα. (Βλ. Supreme Court Practice 1982 3 - σελ.
  2. Το Δικαστήριο έχει ωστόσο την εξουσία (Βλ. Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας - Διαταγή 9 θ.10) να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε κατόπιν αιτήσεως είτε χωρίς αίτηση, την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. Είναι αυτόδηλο ότι το ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και καθώς έχει ειπωθεί στην Παπαχριστοφόρου ν. Χαραλάμπους (ανωτέρω), η απόφανση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις γραπτές προτάσεις.». Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ούτε και καταλήγει σε συμπεράσματα, έστω και προκαταρκτικά, ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά θέματα. Στην υπόθεση Μepa, (ανωτέρω), λέχθηκε αναφορικά ότι: «η διαδικασία προσθήκης εναγομένου δεν προσφέρεται για καθοριστική επίλυση της τύχης της αγωγής σε σχέση με οποιοδήποτε από τους εναγομένους. Αυτό που πρωτίστως εξετάζεται από το δικαστήριο στη διαδικασία προσθήκης εναγομένου είναι κατά πόσο ο προτεινόμενος εναγόμενος είναι ένας αναγκαίος διάδικος.». Στο σημείο αυτό θα παραθέσω τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων. Έχω την άποψη ότι τα δύο αυτά θέματα, δηλαδή της προσθήκης διαδίκου και της αιτούμενης τροποποίησης, χρήζουν, στην υπό εξέταση περίπτωση, σε κάποιο βαθμό, σωρευτικής εξέτασης. Η Δ.25 θ.1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, στην οποία στηρίζεται η αίτηση, προνοεί ως ακολούθως: «
  3. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.». Η αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια είναι η Δ.28 θ.
  4. Στο Annual Practice 1958, σελ. 622, η γενική αρχή εκτίθεται ως εξής: «In Tildesley v. Harper, 10 Ch.D. pp.396, 397, Bramwell, L.J., said: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder, he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". "However negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs" (per Brett, M.R., Clarapede v. Commercial Union Association, 32 W.R. p.263; Weldon v. Neal, 19 Q.B. D. p.396; Australian Steam Navigation Co. v. Smith, 14 App. Cas. p.320; Hunt v. Rice & Son, 53 T.L.R.931, C.A.; and see the remarks of Bowen, L.J., Cropper v. Smith, 26 Ch.D. pp. 710, 711; of Lindley, L.J., Indigo Co. v. Ogilvy, [1891] 2 Ch.39,; and of Pollock, B., Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q. B. D. p.180, and C.A. p.558). An amendment ought to be allowed if thereby "the real substantial question can be raised between the parties", and multiplicity of legal proceedings avoided.». Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Kayat Trading v. GENZYME CORPORATION,
(2013)1(Α) Α.Α.Δ. 543 επανάλαβε τις αρχές και αναφέρθηκαν τα εξής: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις που έχουν ως νομικό υπόβαθρο τις πρόνοιες του κ. 1 της Δ.25, όπως είναι η παρούσα περίπτωση, έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων. Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Επίσης, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου: "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά."». Πολύ πρόσφατα στην απόφαση ΧΧΧ Λαμπή ν. ALPHA BANK LIMITED Πολ. Εφ.372/12 ημερ. 26/03/19 υιοθετήθηκαν οι αρχές της Kayat Trading (ανωτέρω) και διαβάζονται τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με τον πιο πάνω θεσμό και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφων και μάλιστα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν αναγκαία. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου (βλ. Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation,
(2013)1(Α) ΑΑΔ 543). Υπάρχει πληθώρα αποφάσεων τόσον των αγγλικών Δικαστηρίων όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου επί του θέματος. Η σύγχρονη τάση, όπως προκύπτει από την νομολογία, είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις δικογράφων ακόμη και στην περίπτωση που αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά, που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ 934) στην οποία υιοθετήθηκε η Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd. v. Associated Newspapers Ltd
(1970)1 All E.R. 754). Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 (Α) ΑΑΔ 44 λέχθηκε, μεταξύ άλλων, για το θέμα της καθυστέρησης, ότι ως προς το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου, πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δίκης.». Η σύγχρονη τάση, που παρουσιάζει η νομολογία, είναι προς την κατεύθυνση της έγκρισης αιτήσεων για τροποποίηση παρά το αντίθετο, εκτός βέβαια αν σοβαροί λόγοι συνηγορούν προς την αντίθετη προσέγγιση ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε ν' αποζημιωθεί με χρήμα βλ. Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναϊδος Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934. Των πιο πάνω καταγραφέντων οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία παλαιότερων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου με τη δέουσα σαφήνεια. Μερικές αποφάσεις, στις οποίες έγινε ενασχόληση με το θέμα αυτό, είναι και οι αποφάσεις Στέλιου Βουνιώτη v. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 33, 36, 37,Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, SABA & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223 και Δ. Σ. Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608. Σύνοψη των καθιερωθέντων από τη νομολογία νομικών αρχών είναι η ακόλουθη: «
(1)Η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δύναται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Όπως αναφέρθηκε από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σ. Νικήτα στη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 στη σελίδα 707: « Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιστάσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.»
(2)Τροποποίηση δικογράφου θεωρείται ότι επιφέρει βλάβη στον αντίδικο όταν δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα,
(1999)1 Α.Α.Δ. 44.) Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα.
(3)Επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήματα.
(4)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης, όπως διαγράφονται στην κάθε υπόθεση, συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου (βλ. Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ. 33).
(5)Ο παράγοντας χρόνος, στην υποβολή αίτησης τροποποίησης, είναι σχετικός χωρίς να είναι εκ προοιμίου και απαραίτητα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manu-Facturing & Exporting Co κ.ά ν. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Όμως, όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για παροχή θεραπείας. Επιπρόσθετα, κάθε καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Φοινιώτης (πιο πάνω): «... Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για τροποποίηση.» Βλ. επίσης την υπόθεση Fereos Ltd v. Martin Bros Tobacco Co Inc
(1997)1 Α.Α.Δ. 378.».
(6)Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης (βλ. SABA & Co. (T.M.B.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426).
(7)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Φοινιώτης (πιο πάνω) και Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημος Παραλήπτης
(1995)1 Α.Α.Δ. 607). Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποιήσεις της δικογραφίας κατά την δίκη (βλ. Kallice Holding Co Ltd ν. M.T.R. Metals (Overseas) Ltd (Aρ. 1)
(1996)1 Α.Α.Δ. 162).
(8)Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οποιοδήποτε άλλο (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου (ανωτέρω).». Έχοντας κατά νου την πιο πάνω νομολογία θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω τις εισηγήσεις των Καθ΄ ων η Αίτηση - Εναγόμενων. Είναι κοινή θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση - Εναγόμενων ότι η προστιθέμενη Εναγόμενη 6 δεν είναι αναγκαίος διαδίκος για την επίλυση της διαφοράς γιατί τα εγερθέντα, από τους Ενάγοντες, ζητήματα αφορούν αποκλειστικά τους Εναγομένους 1 - 4. Καθοριστικό ερώτημα είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν, με οποιοδήποτε τρόπο, τα δικαιώματα της εταιρείας Ε. Χατζηγεωργίου ΛΤΔ αφού άδεια δεν δίδεται στην περίπτωση που δεν αποκαλύπτεται ουσιαστική απαίτηση του ενάγοντα εναντίον του προτεινόμενου εναγόμενου. Σχετική είναι η υπόθεση Manchester Lines Ltd and another v. Viamaz Coach Industry Ltd
(1983)1 Α.Α.Δ 178, όπου λέχθηκε ότι η προσθήκη θα επιτραπεί αν ο προτεινόμενος εναγόμενος επηρεάζεται ευθέως από το αποτέλεσμα της αγωγής όπως έχει και αν έτσι θα εξοικονομηθούν έξοδα. Αν όμως ο ενάγων δεν έχει ουσιαστική απαίτηση από τον προτεινόμενο εναγόμενο, τον οποίο δεν θα επηρεάσει το αποτέλεσμα, τότε δεν διατάσσεται η προσθήκη. Μελέτη των δικογράφων καταδεικνύει ότι σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η Εναγόμενη 5 ήταν εγγεγραμένη εταιρεία κατά τον επίδικο χρόνο, ήτοι το 1990, με μετόχους την Ενάγουσα 1 και την Εναγόμενη 1, η οποία με την εισήγηση του Εναγόμενου 2 είχε χρησημοποιηθεί για την λειτουργεία της επιχείρησης δηλαδή του Φαρμακείου στην περιοχή Πλατύ Αγλαντζιάς. Η επιχείρηση λειτουργούσε σε συναιτερική βάση, με την Ενάγουσα 1 και την Εναγόμενη 1 να έχουν από 50% και παράλληλα να είναι υπάλληλοι της συγκεκριμένης εταιρείας, η οποία μέχρι και το 2007 λειτουργούσε χωρίς προβλήματα. Μετά την εργοδότηση του Εναγόμενου 2 ως φαρμακοποιού στην Εναγομένη 5, το Μάρτιο 2007, ξεκίνησαν οι διαφορές μεταξύ των μερών, οι οποίες τους οδήγησαν στο Δικαστήριο με τους Ενάγοντες να ζητούν από το Δικαστήριο την έκδοση προστακτικών διαταγμάτων σε βάρος των Εναγομένων 1 - 4 τα οποία αφορούν, κατ' ισχυρισμό, πράξεις τους που έβλαψαν τα συμφέροντα της Εναγόμενης
  1. Το ακίνητο, στο οποίο δειξάγονται οι εργασίες του Φαρμακείου, φαίνεται να έχει ενοικιαστεί στον Εναγόμενο 2 προσωπικά από 23/04/
  2. Από τις θέσεις που έχουν προωθηθεί από τους Ενάγοντες δεν φαίνεται να εμπλέκεται με οποιονδήποτε τρόπο η εταιρεία Ε. Χατζηγεωργίου ΛΤΔ στις διαφορές που έχουν ανακύψει μεταξύ των μερών. Το γεγονός και μόνο ότι η συγκεκριμένη εταιρεία ενεγράφη τον Ιούνιο του 2008, από τον Εναγόμενο 2, δεν την καθιστά και αναγκαίο διάδικο αφού δεν υπάρχει οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων και της συγκερκιμένης εταιρείας ενώ το ακίνητο, από το οποίο διεξάγεται η επιχείρηση έχει ενοικιαστεί από τον Εναγόμενο 2 προσωπικά και όχι από την εταιρεία Ε. Χατζηγεωργίου ΛΤΔ. Το ιστορικό της διαφοράς μεταξύ των μερών όπως αναδιπλώνεται κυρίως από την Έκθεση Απαίτησης δεν καταδεικνύει διαφορές μεταξύ των Εναγόντων και της προστιθέμενης να προστεθεί Εναγόμενης
  3. Με τα πιο πάνω δεδομένα κατά νού η προτιθέμενη να προστεθεί ως Εναγόμενη 6 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αναγκαίος διάδικος και συνεπακόλουθα κρίνω, στα πλαίσια της διακριτικής μου ευχέρειας, ότι δεν δικαιολογείται η προσθήκη της στην παρούσα αγωγή ως Εναγόμενης
  4. Οπόταν, το Αιτητικό Α της Αίτησης απορρίπτεται και συνεπακόλουθα παρασύρει και το Αιτητικό Β σε απόρριψη. Όσο αφορά τα Αιτητικά Γ, Δ, Ε και Στ, τα οποία κατά κύριο λόγο εξαρτώνται από την έγκριση του Αιτητικού Α, θα πρέπει και αυτά να απορριφθούν αφού η συγκεκριμένη εταιρεία δεν μπορεί κατά τη κρίση του Δικαστηρίου να προστεθεί ως διάδικος. Παρά το γεγονός ότι η Αίτηση είναι καταδικασμένη σε απόρριψη ως προς το εγειρόμενο θέμα της παραγραφής, θεωρώ πως όσα αναφέρθηκαν από το Εφετείο στην Νεοφύτου v.
  5. Malak κ.α, Πολ.Έφ.118/2012 ημερ.21/06/18, καλύπτουν το θέμα και σαφώς προκύπτει, από τη νομολογία, ότι δεν τίθεται θέμα παραγραφής. Διαβάζονται τα ακόλουθα: « Επί της ουσίας, όμως, το Δικαστήριο έσφαλε στην κρίση του ότι το αγώγιμο δικαίωμα είχε παραγραφεί. Στην απλότητα του το θέμα εξαντλείται στην πρόνοια της Δ.9 θ.1, η οποία, όπως ήδη λέχθηκε, προνοεί ότι η προώθηση ή αντικατάσταση εναγόμενου ανατρέχει πίσω στην καταχωρηθείσα αγωγή. Η διαδικασία συνεχίζεται με τον προστεθέντα εναγόμενο «... as if the new defendant had originally been made a defendant». Αυτή δεν είναι μια απλή και μόνο δικονομική διάταξη. Έχει έρεισμα στην όλη φιλοσοφία του συστήματος αντιπαράθεσης. Υπό την αίρεση της μη ευθύνης ή εμπλοκής ενός προστιθέμενου εναγόμενου στα προηγηθέντα της διαδικασίας όσον αφορά έξοδα και άλλες οδηγίες που δόθηκαν μεταξύ των αρχικά υφιστάμενων διαδίκων, η προσθήκη ανατρέχει ως ζήτημα ουσίας πλέον, στην ίδια τη βάση της αγωγής, ως έννοιας που παραπέμπει στο σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν αγώγιμο δικαίωμα. Όπως το θέτει το σύγγραμμα Street on Torts, 11η Έκδ., σελ. 626, η βάση αγωγής δημιουργείται, και επομένως από εκεί αρχίζει να μετρά και η όποια περίοδος παραγραφής, κατά το χρονικό σημείο που ένας προτιθέμενος ενάγων δικαιούται να επιτύχει σε αγωγή εναντίον ενός προτιθέμενου εναγόμενου. ........................................................................ Η προσθήκη της εφεσίβλητης 2, ανατρέχει, για σκοπούς ουσίας πάντοτε, στο χρόνο κατάθεσης του κλητηρίου εντάλματος. Το ζήτημα έπρεπε να είχε αντιμετωπιστεί ως περίπτωση προσθήκης ενός αναγκαίου στα γεγονότα της υπόθεσης, διαδίκου. Η σχετική ρητή πρόνοια της Δ.9 θ.11 εμπεριέχεται και στις μετέπειτα τροποποιήσεις των Αγγλικών Θεσμών. Διαχωρίζεται η ανάγκη επίδοσης της αγωγής στο νέο διάδικο και η ανάγκη τροποποίησης του κλητηρίου εντάλματος από τη μεταχείριση του νέου διαδίκου ως εξαρχής εναγομένου με όλες τις προηγηθείσες διαδικασίες να ισχύουν και γι΄ αυτόν, (Annual Practice 1970 σελ. 183-184). Ακόμη και μετά τη ριζική αναθεώρηση των Αγγλικών Θεσμών, η ουσία του πράγματος έγκειται στο ότι η προσθήκη διαδίκου είναι εφικτή ακόμη αν η περίοδος παραγραφής είχε περάσει κατά το χρόνο της αίτησης για συνένωση ή αντικατάσταση, εφόσον όμως η περίοδος παραγραφής ακόμη έτρεχε όταν η αγωγή ηγέρθη και η προσθήκη του διαδίκου είναι αναγκαία λόγω λάθους στον αρχικό διάδικο, η δε απαίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς την προσθήκη του νέου διαδίκου. Σκοπός πάντοτε είναι η παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου πάντων των αναγκαίων διαδίκων προς επίλυση όλων των αναγκαίων επιδίκων θεμάτων, (O'Hare & Browne : Civil Litigation 2η Έκδ. σελ. 94-98).». Στη βάση των προαναφερθέντων δεν προκύπτει θέμα παραγραφής οπόταν και ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης δεν θα μπορούσε, εν πάση περιπτώσει να επιτύχει. Εισηγούνται, οι Εναγόμενοι 1 - 5, ότι με την Αίτηση προστίθεται νέα βάση αγωγής, η οποία συνιστά εκ των υστέρων σκέψη και τα συγκεκριμένα θέματα, τα οποία ζητούν να προστεθούν ως αξιώσεις, έχουν παραγραφεί. Όσον αφορά το θέμα της παραγραφής υιοθετούνται όλα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Όσον αφορά τη προσθήκη νέας βάσης αγωγής έχει μια δική της δυναμική (βλ. Annual Practice 1958, σελ. 627). Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, η οποία θεωρείται πολύ πιο σοβαρή δικονομική ενέργεια από την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης, η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη, αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία της αίτησης (βλ. Χρίστου ν. Αζά (ανωτέρω)). Είναι πάγια νομολογημένο ότι κατά την εξέταση αίτησης τροποποίησης το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο το υλικό, το οποίο επιχειρείται να εισαχθεί με την αίτηση ήταν εις γνώσιν του αιτητή ή θα μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Στην απόφαση ΙΚΟS CIF LTD v. MARTIN COWARD κ.α. Πολ. Εφ. 137/2013 και 138/2013 ημερ. 20/03/14, ο έντιμος Δικαστής κ. Λιάτσος κατέγραψε τα ακόλουθα σχετικά: «Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπό εξέταση, το συμφέρον της δικαιοσύνης δεν θα ήταν συμβατό με την παροχή άδειας για τροποποίηση, λόγω των ιδίων των δεδομένων της υπόθεσης, τα οποία επιμαρτυρούν κίνδυνο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στην αντίδικη πλευρά. Τα βασικά γεγονότα ήταν γνωστά στην Εφεσείουσα, όπως εύκολα μπορεί να διαπιστωθεί και από την ανάγκη που οδήγησε στο αίτημα για προσθήκη νέων διαδίκων και τους λόγους που επικαλέστηκε προκειμένου να θεμελιώσει την αξίωση αυτή. Η αναφορά σε αλλαγή των δικηγόρων της Εφεσείουσας, στην προσπάθεια στήριξης της αναγκαιότητας για τροποποίηση, δε συνιστούσε βάσιμο λόγο αλλά ούτε και δικαιολογία της παρατηρηθείσας, ήδη, καθυστέρησης.». Σημειώνεται ότι είχε υποβληθεί αίτημα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτηση στις 08/06/
  1. Από μια προσεκτική ανάγνωση του περιεχόμενου της αρχικής Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων - Αιτητών διαφαίνεται ότι η βάση της απαίτησης είναι οι διαφορές που προέκυψαν μεταξύ των διαδίκων κατά διεξαγωγή των εργασιών της επιχείρησης Φαρμακείου από την Εναγόμενη 5 με διευθύντριες την Ενάγουσα 1 και την Εναγόμενη
  2. Στην υπό εξέταση υπόθεση, έχοντας κατά νου τα όσα προκύπτουν από τα δικόγραφα όλων των μερών, κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης δεν είναι συμβατό με την παροχή άδειας για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης και τούτο γιατί τα γεγονότα τα οποία οι Αιτητές επιδιώκουν να εισάξουν ήταν εξ' αρχής γνωστά σε αυτούς αφού στη παράγραφο 50 της Έκθεσης Απαίτησης αναφέρεται ότι στις 31/05/08 η Εναγόμενη 5 είχε σταματήσει να έχει κύκλο εργασιών καθώς επίσης και ότι ο Εναγόμενος 2 είχε συνάψει συμφωνία ενοικίασης του ακινήτου από τις 15/04/08, γεγονός που κατέστη γνωστό στους Ενάγοντες - Αιτητές στις 23/10/08, παράγραφος 52 της Έκθεσης Απαίτησης. Η σημασία του κατά πόσο τα γεγονότα ήταν γνωστά ή θα μπορούσαν να εντοπιστούν από τον αιτητή επισημάνθηκε και στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Γραμμές Στρίντζη v. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 ΑΑΔ 607, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν την τροποποίηση ήταν γνωστά ή, εύλογα, μπορούσαν να εντοπιστούν από τους εναγομένους από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Η αλλαγή δικηγόρου διαδίκων δεν παρέχει αφ΄ εαυτής λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας, ούτε δικαιολογία για την καθυστέρηση υποβολής του αιτήματος.». Οπόταν η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και για αυτό το λόγο. Καταλήγω λοιπόν ότι για όλους τους λόγους που παρατέθηκαν πιο πάνω η Αίτηση σε σχέση με τα Αιτητικά Α, Β, Γ, Δ, Ε και Στ θα πρέπει να απορριφθεί. Όσον αφορά το Αιτητικό της παραγράφου Ζ, δίδεται άδεια για τροποποίηση και εκδίδεται διάταγμα για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης ως η παράγραφος Ζ της Αίτησης. Τροποποιμένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωριστεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. Να ακολουθηθούν οι θεσμοί σε σχέση με τυχόν τροποποιημένες Υπερασπίσεις εκ μέρους των Εναγόμενων 1- 5. Τα έξοδα της Αίτησης καθώς και τα σπαταληθέντα επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ΄ων η Αίτηση ως αυτά θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α. Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.