← Κύπρος

Αίτηση της Εταιρείας ΒΜ - ΒΑΝΚ JOINT STOCK COMPANY (ΠΡΩΗΝ JOINT - STOCK COMMERCIAL BANK «ΒΑΝΚ OF MOSCOW» (OPEN JOINT - STOCK COMPANY) ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ

Αίτηση της Εταιρείας ΒΜ - ΒΑΝΚ JOINT STOCK COMPANY (ΠΡΩΗΝ JOINT - STOCK COMMERCIAL BANK «ΒΑΝΚ OF MOSCOW» (OPEN JOINT - STOCK COMPANY) ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ DRIMACO LIMITED, Αρ. Aίτησης: 146/2017, 18/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Aίτησης: 146/2017 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ DRIMACO LIMITED, από την Λευκωσία. ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ ΚΕΦ. 113 Αίτηση της Εταιρείας ΒΜ - ΒΑΝΚ JOINT STOCK COMPANY (ΠΡΩΗΝ JOINT - STOCK COMMERCIAL BANK «ΒΑΝΚ OF MOSCOW» (OPEN JOINT - STOCK COMPANY), από την Ρωσία -------------------------------------- Αίτηση, ημερομηνίας 30.9.2020, για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Ημερομηνία: 18 Ιανουαρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για την Drimaco Ltd - Αιτήτρια στη υπό κρίση αίτηση: Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για την Bank of Moscow - Καθ' ης η Αίτηση στην υπό κρίση αίτηση: Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ENΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αίτηση της εταιρείας Drimaco Ltd, για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Σημειώνεται ότι η κύρια διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας καταχωρήθηκε η παρούσα είναι η αίτηση εκκαθάρισης, η οποία υποβλήθηκε από την εταιρεία ΒΜ - ΒΑΝΚ JOINT STOCK COMPANY (ΠΡΩΗΝ JOINT - STOCK COMMERCIAL BANK «ΒΑΝΚ OF MOSCOW» (OPEN JOINT - STOCK COMPANY), ημερομηνίας 13.02.17. Η εταιρεία Drimaco Ltd, στις 06.03.18 καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης στην πιο πάνω αίτηση εκκαθάρισης. Ακολούθως η εταιρεία Drimaco ltd με την υπό συζήτηση αίτηση ζητεί την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται, στη Δ.48 θ.θ. 1,2,3 και 4

(2), στη Δ.39, Δ.47 θ. 1-3, Δ.54 θ. 1,2,3,4, Δ.55 θ 1-4, Δ.64, στον περί εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, άρθρα 2,37,203,209,211,212 (α-γ), 213, 214, στον Κανονισμό 92 των περί εταιρειών ( εκκαθάριση) κανονισμών, στον περί εταιρειών διαδικαστικό κανονισμό καν. 3 και 4, στους εν Αγγλία ισχύοντες κανονισμούς του 1949 στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου και στην ακολουθητέα εν Αγγλία πρακτική. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Γ. Φιλιππίδη εκ Λευκωσίας στην οποία επεξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους επιδιώκεται η καταχώρηση της υπό συζήτηση ένορκης δήλωσης. Σημειώνεται ότι η πλευρά της αιτήτριας επεσύναψε στην αίτησή της την προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ως επιτάσσει η νομολογία. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Παπακοκκίνου κ. α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση 242/2011, ημερομηνίας 10.04.2012. Η Καθ' ης η αίτηση στις 11.11.2020 καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης. Σε αυτή καταγράφονται σειρά από λόγοι ένστασης, οι οποίοι συμπυκνώνονται στο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Ελένης Διονυσίου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Καθ' ων η αίτηση. Διαδικασία Ιστορικό Για να καταστεί αντιληπτό το πλέγμα γεγονότων που οδήγησε στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης κρίνω ορθό όπως παραθέσω σύντομα το δικονομικό ιστορικό της επίδικης διαφοράς ως προκύπτει μέσα από τα στοιχεία του φακέλου του Δικαστηρίου. Μέσα από τον φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτει ότι στις 11.08.2014 και στις 13.08.2014, στα πλαίσια δύο διαιτητικών διαδικασιών που έλαβαν χώρα στο Διεθνές Εμπορικό Διαιτητικό Δικαστήριο του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας, εκδόθηκαν δύο διαιτητικές αποφάσεις υπέρ της Bank of Moscow ( αιτήτριας στην αίτηση εκκαθάρισης) και εναντίον της εταιρείας Drimaco για συγκεκριμένα χρηματικά ποσά, ως οφειλόμενα από τη τελευταία προς την πρώτη. Στις 18.12.14, η εταιρεία Drimaco Ltd , καταχώρησε την αγωγή XXXXX/14 εναντίον της αιτήτριας στην κυρίως αίτηση εκκαθάρισης. Στις 17.06.2015, η Bank of Moscow καταχώρησε τις γενικές αιτήσεις με αριθμούς XXXXX/2015 και 227/2015, του Ε/Δ Λευκωσίας δια των οποίων ζητούσε την εγγραφή και αναγνώριση των δύο διαιτητικών αποφάσεων αντίστοιχα. Το Ε/Δ Λευκωσίας στις 17.02.2016 και 18.2.2016 εξέδωσε απόφαση επί των γενικών αιτήσεων XXXXX/15 και XXXXX/15 αντίστοιχα. Στη βάση των πιο πάνω αποφάσεων οι δύο διαιτητικές αποφάσεις ενεγράφησαν για τους σκοπούς εκτέλεσης στο σχετικό μητρώο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Στις 18.03.2016, η εταιρεία Drimaco ltd καταχώρησε εφέσεις εναντίον των πιο πάνω αποφάσεων. Στις 13.2.2017 καταχωρήθηκε η επίδικη αίτηση εκκαθάρισης. Οι εισηγήσεις των διαδίκων Την 17η.12.2020, ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν γραπτώς προωθώντας ο καθένας τη θέση του με αναφορά στην υποστηρικτική της θέσης τους νομολογία. Νομική πτυχή Η φύση και ο μηχανισμός παρουσίασης εταιρικών αιτήσεων. Το πρώτο που πρέπει να ξεκαθαριστεί είναι η φύση της εταιρικής αίτησης. Επί του προκειμένου διαφωτιστικό είναι το σύγγραμμα του Δρος Α. Ποιητή, Η Εκκαθάριση Εταιρειών, 1η έκδοση, 2013, Μέρος Γ, Κεφάλαιο Β, σελ. 36-37, όπου υποδεικνύεται πως ο δικογραφικός τύπος της εταιρικής αίτησης είναι τύπος του «petition». Στο σύγγραμμα The Annual Practice του 1959, στη σελίδα 921, υποδεικνύεται ότι κατά κανόνα η αίτηση (petition) εκδικάζεται με βάση τις ένορκες δηλώσεις. Ιδίως ως προς την παρουσίαση εταιρικής αίτησης διαφωτιστική είναι η απόφαση του Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Π. Αρτέμης, Π.Ε.Δ και Στ. Ναθαναήλ, Ε.Δ.), ημερομηνίας 28.5.1990, στην Εταιρική Αίτηση 259/89, αναφορικά με την Εταιρεία D. J. Demades and Sons Ltd. Στην εν λόγω απόφαση με παραπομπή στο σύγγραμμα Pennington "Company Law" 3η Έκδοση σελ. 681-2, υποδείχθηκε ότι η ιδιαιτερότητα μια εταιρικής αίτησης έγκειται στο μηχανισμό παρουσίασής της, αφού η εκδίκαση γίνεται κατά κανόνα με βάση τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα όπως πιστοποιούνται από τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Η πιο πάνω προσέγγιση υιοθετήθηκε και από την έντιμη δικαστή του Ανώτατού Δικαστηρίου Κ. Σταματίου στην Πολιτική Αίτηση Κασπαρής Σάββας Ιωάννη
(2013)1 ΑΑΔ 2476. Προκύπτει, συνεπώς, ότι η υπό κρίση αίτηση παρόλο που δεν είναι ενδιάμεση διαδικασία, εντούτοις κατά κανόνα εκδικάζεται υπό το φως των ενόρκων δηλώσεων και η αίτηση με την ένσταση αποτελούν το δικογραφικό υπόβαθρο της προσαγόμενης μαρτυρίας. Ενόψει των πιο πάνω, στη βάση των αποφάσεων KMC Motors Ltd v. Josephanco Trading and Contracting Company
(1984)1 Α.Α.Δ. 390) και Karaoglanian & Sons Ltd v. Karaoglanian & Another
(1976)12 JSC 1875, επειδή δεν υπάρχει πρόνοια στους σχετικούς Περί Εταιρειών Κανονισμούς, για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, το κενό πληρούται με καταφυγή στις πρόνοιες των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Συνακόλουθα, εφαρμόζονται οι πρόνοιες της Δ.48 θ. 4, των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Το αίτημα για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, υπό το φως των επιδίκων θεμάτων Η υπό εξέταση αίτηση εδράζεται στη Δ.48 θ. 4
(2), η οποία διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Ως προκύπτει από τα ανωτέρω, η δυνατότητα για καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως δεν είναι αυτόματη, αλλά παρέχεται κατόπιν άδειας του δικαστηρίου υπό την προϋπόθεση κατάδειξης καλού λόγου. Όπως έχει κριθεί επανειλημμένα, η έγκριση ή η απόρριψη παρόμοιας φύσης αιτήματος εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Σχετική επί του προκειμένου είναι η απόφαση στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου
(2008)1 Α.Α.Δ.
  1. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τη νομολογία, η καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως δεν πρέπει να αποσκοπεί στην παράθεση μη αποδεκτής μαρτυρίας ή επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών αλλά θα πρέπει η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση να αποσκοπεί στη σφαιρική παράθεση των γεγονότων ενώπιον του δικαστηρίου. Σχετική είναι η απόφαση Α. Μessios & Sons Ltd κ.α. v. Ανδρέας Λεωνίδα Πολ. Έφεση 277/2007 ημερομηνίας 18.2.
  2. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έχουν συνοψισθεί στην απόφαση Κόκκινου ν. Κόκκινου, Πολιτική Έφεση αρ. 29/2014, ημερομηνίας. 3.11.16, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα : «Το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ανάγεται, ασφαλώς, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάσαντος Δικαστηρίου η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. ......... «Καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.» Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι, παρόλο που η έννοια του όρου «καλός λόγος» δεν εξειδικεύεται στους Θεσμούς, εντούτοις αυτός πρέπει να εξετάζεται στα πλαίσια των επίδικων θεμάτων της κάθε περίπτωσης, ώστε να μην επιτρέπεται η καταχώρηση ενόρκων δηλώσεων που δεν αποσκοπούν στη σφαιρική παράθεση των ουσιαστικών γεγονότων ως προς την απόφανση επί του εκάστοτε επίδικου ζητήματος. Επιπρόσθετα, η ύπαρξη και μόνο αμφισβητούμενων γεγονότων δεν θεμελιώνει άνευ ετέρου καλό λόγο για έγκριση του αιτήματος. Γνώμονας στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η εξυπηρέτηση των σκοπών της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, οι οποίοι εξυπηρετούνται με την παράθεση ενώπιον του δικαστηρίου των αναγκαίων γεγονότων που συνυφαίνονται με τα εκάστοτε επίδικα ζητήματα. Οι προτεινόμενοι ισχυρισμοί σε συνάρτηση με το επίδικο ζήτημα στην αίτηση, εκκαθάρισης Στην υπό κρίση αίτηση επιχειρείται η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ο ισχυρισμός περί της έκδοσης μίας καταδικαστικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου στο Meshchansky District Court της Μόσχας στην Ρωσία, η οποία εκδόθηκε στις 10.03.
  3. Η σχετική απόφαση επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Σύμφωνα με τον ομνύοντα η εν λόγω απόφαση αφορά δάνεια πανομοιότυπα και συνδεδεμένα με το δάνειο που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, η οποία τελικά ενεγράφη στην Κύπρο. Σύμφωνα με τον ομνύοντα με την εν λόγω απόφαση, τα δάνεια που η απόφαση αφορά κρίθηκαν εικονικά και έγιναν με σκοπό την καταδολίευση της αιτήτριας τράπεζας. Ταυτόχρονα επιχειρείται να προσαχθεί σχετική νομική γνωμάτευση, η οποία κατ' ισχυρισμόν επεξηγεί το περιεχόμενο της πιο πάνω απόφασης. Σε κανένα σημείο, όμως, δεν προκύπτει ότι η απόφαση, η οποία επιχειρείται να εισαχθεί, αφορά τα δάνεια στη βάση των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις που τελικά ενεγράφησαν προς εκτέλεση στην Κύπρο. Εν πάση περιπτώσει, το ουσιαστικό στοιχείο που πρέπει να εξεταστεί είναι το κατά πόσο τα στοιχεία μαρτυρίας που επιχειρείται να προσαχθούν σχετίζονται με τα επίδικα θέματα στην αίτηση εκκαθάρισης. Μέσα από την αίτηση εκκαθάρισης προκύπτει ότι αυτή θεμελιώνεται σε απαίτηση πληρωμής, η οποία ερείδεται επί δύο αποφάσεων εγγραφής αλλοδαπών αποφάσεων. Για τις εν λόγω αποφάσεις έχουν καταχωρηθεί εφέσεις. Μέσα από την ένσταση της εταιρείας στην αίτηση εκκαθάρισης προκύπτει ότι αυτή εγείρει ισχυρισμό περί καλόπιστης αμφισβήτησης του χρέους και περί εξόφλησης του χρέους. Επίσης εγείρεται ως λόγος ένστασης η κατ' ισχυρισμόν καταχρηστική συμπεριφορά της αιτήτριας Τράπεζας. Κατ' αρχάς σημειώνεται ότι στην υπό κρίση υπόθεση η αίτηση εκκαθάρισης υποβάλλεται, αφού έχουν εγγραφεί για σκοπούς εκτέλεσης οι σχετικές αλλοδαπές αποφάσεις. Καθίσταται, λοιπόν, αναγκαίο να προσδιοριστεί η φύση της απόφασης περί εγγραφής αλλοδαπής απόφασης. Σε σχέση με τις συνέπειες της εγγραφής αλλοδαπής απόφασης διαφωτιστική είναι η απόφαση Εταιρεία Ανοικτού Τύπου - Διακλαδική Κοινοπραξία «URALMETPROM» INTERDEPARTMENTAL CONCERN OAO URALMETPROM ν. Αναφορικά με την Εταιρεία BESUNO LTD, ECLI:CY:AD:2014:A123, Πολιτική Έφεση Αρ. 269/2009, ημερομηνίας 20.2.
  4. Στην εν λόγω απόφαση υποδείχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Η αναγνώριση απόφασης τρίτης χώρας επιβεβαιώνει την καθόλα έγκυρη ύπαρξή της, εντάσσοντάς την, για σκοπούς εκτέλεσης, στα διαλαμβανόμενα στο δικαστικό σύστημα της αναγνωρίζουσας χώρας όρια, με όλες τις συνακόλουθες δραστικές συνέπειες. Μέσα από τη διαδικασία αναγνώρισης και εγγραφής διασφαλίζονται τα εχέγγυα βεβαίωσης έγκυρης και υπαρκτής αλλοδαπής απόφασης. Η ύπαρξη χρέους αποτελεί την αναγκαία και φυσική συνέπεια της επιβεβαίωσης της ύπαρξης απόφασης, επιβεβαίωση που επιτυγχάνεται μέσω της αναγνώρισης και εγγραφής της. Δε νοείται ύπαρξη οφειλής χωρίς την αναγνώριση αλλοδαπής δικαστικής ή διαιτητικής απόφασης, δεδομένου ότι η οφειλή απορρέει από την ίδια την απόφαση.» Προκύπτει, συνεπώς, ότι με την αναγνώριση της επίδικης απόφασης η αλλοδαπή απόφαση καθίσταται εκτελεστή. Επομένως, το επικαλούμενο χρέος προσλαμβάνει το χαρακτήρα εξ αποφάσεως χρέους με αποτέλεσμα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των διαδίκων να συναρτώνται με την αναγνωρισθείσα απόφαση. Ως προς τις συνέπειες έκδοσης απόφασης στα δικαιώματα και υποχρεώσεις των διαδίκων παραπέμπω στην απόφαση Επίσημος Παραλήπτης ως Διαχειριστής της Περιουσίας του Πτωχεύσαντα Παπαγεωργίου άλλως Παπαγιώργη ν. Alpha Bank Ltd, ECLI:CY:AD:2019:A92, Πολιτική Έφεση Αρ. 488/2012, ημερομηνίας 18.3.
  5. Συνάγεται, λοιπόν, ότι η βάση της απαίτησης περιβάλλεται τον χαρακτήρα του εξ αποφάσεως χρέους και ότι οι επίδικες αποφάσεις παράγουν πλήρη έννομα αποτελέσματα. Επομένως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να πάει πίσω από την απόφαση και να αποφασίσει την εγκυρότητα του επίδικου χρέους. Μια τέτοια ενέργεια θα αντέβαινε στην αρχή της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων. Τέτοιους ισχυρισμούς θα μπορούσε να ακούσει το δικαστήριο στο πλαίσιο του λόγου ένστασης περί καλόπιστης αμφισβήτησης του χρέους, όπου προφανώς δεν αποφασίζεται η ουσία του επικαλούμενου χρέους αλλά μόνο το εάν εγείρεται καλόπιστη αμφισβήτηση αυτού. Για να κριθεί το πιο πάνω θα πρέπει να σκιαγραφηθεί το τι αποτελεί καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους. Ως προς την έννοια του όρου «καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους» διαφωτιστική είναι η απόφαση Χατζηγιάννης Ανδρέας ν. C & J Kyprianou Promotions Ltd
(2010)1 ΑΑΔ 99, όπου υιοθετήθηκε το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Palmer' s Company Law, 24th Edn. pp. 1364-1367: «To fall within the general principle the dispute must be bona fide in both a subjective and an objective sense. Thus it must be honestly believed to exist and must be based on substantial or reasonable grounds. "Substantial" means having substance and not frivolous and which the court should therefore ignore. There must be so much doubt and question about the liability to pay the debt that the court sees that there is a question to be decided. The onus is on the company "to bring forward a prima facie case which satisfies the court that there is something which ought to be tried either before the court itself or in an action, or by some other proceeding". In considering the matter the court will take into account the following factors:
(1)the fact that the company has been given leave to defend an action begun by specially indorsed writ;
(2)whether there is a set-off or counter-claim based on a substantial ground;
(3)whether the company has lodged an appeal against the judgment debt on which the petition is based;
(4)an allegation by the company that the judgment was obtained be fraud. However, none of these factors is conclusive.» Σε σχέση με την έκταση της πιο πάνω υπεράσπισης στις περιπτώσεις που η αίτηση εκκαθάρισης εδράζεται σε απαίτηση πληρωμής, κατόπιν εξασφάλισης δικαστικής απόφασης, διαφωτιστικό είναι το σύγγραμμα Palmer's company law, έκδοση έτους 2020 (Sweet & Maxwell 2020), Volume 4, Part 15, para. 15.221, όπου καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά: «On the other hand, if the creditor has already obtained judgment against the company, it is not normally a valid objection to an application for winding-up on his petition that the defendant company disputes the claim, or is making a claim for an even larger amount against the petitioning creditor, or even that an appeal against the judgment is pending (unless, in that instance, the company is able to furnish security for the amount of the debt and costs pending the outcome of the appeal). To raise a valid plea of bona fide dispute in relation to a judgment debt, the defendant company would need to advance the allegation that the judgment itself was obtained by fraud.» Προκύπτει, συνεπώς, πως το Δικαστήριο θα μπορούσε να εξέταζε ισχυρισμούς περί κακοπιστίας και δόλου εκ μέρους της πιστώτριας τράπεζας, εάν αυτοί συνδέονταν με τον ισχυρισμό περί καλόπιστης αμφισβήτησης χρέους όπως η εν λόγω υπεράσπιση οριοθετείται μέσα από τις πιο πάνω αυθεντίες. Όμως, στην υπό κρίση υπόθεση οι επιδιωκόμενοι ισχυρισμοί δεν προβάλλονται στο πιο πάνω πλαίσιο ούτε και εγείρεται ισχυρισμός περί εξασφάλισης της απόφασης δια δόλου, αλλά επιχειρείται να συνδεθούν οι προτεινόμενοι ισχυρισμοί με την κατ΄ ισχυρισμόν καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων της τράπεζας. Επομένως, οι προτεινόμενοι ισχυρισμοί δεν μπορούν να σχετιστούν με την πιο πάνω υπεράσπιση. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, δεν έχει εξηγηθεί το πως μια απόφαση, η οποία αφορά διακριτά δάνεια από τα επίδικα μπορεί να επηρεάσει τα επίδικα στην αίτηση εκκαθάρισης, όπου κρίνεται η ικανότητα της εταιρείας να ικανοποιήσει το χρέος της. Επιπρόσθετα, οι προτεινόμενοι ισχυρισμοί αφορούν γεγονότα που ανάγονται σε χρονικό διάστημα πριν την έκδοση των αποφάσεων που συνιστούν το θεμέλιο του επικαλούμενου χρέους. Συνεπώς οι προτεινόμενοι ισχυρισμοί δεν μπορούν να σχετιστούν με την καταχώρηση της αίτησης εκκαθάρισης, η οποία ερείδεται επί δικαστικής πλέον απόφασης. Επιπρόσθετα, οι προτεινόμενοι ισχυρισμοί δεν μπορούν να σχετιστούν με τον ισχυρισμό περί κατάχρησης της διαδικασίας. Ως έχει νομολογηθεί, η αίτηση εκκαθάρισης, όπως και η αίτηση πτώχευσης, σκοπεί στην προστασία και την διασφάλιση της περιουσίας της εταιρείας, ώστε αυτή να χρησιμοποιηθεί όπως ο νόμος προνοεί προς όφελος όλων των πιστωτών. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Δημήτρης Αυξεντίου & Υιός (Γεωργικά Μηχανήματα) Λτδ v. Ηellenic Bank Public Company Ltd, ECLI:CY:AD:2014:A877, Πολ. Έφεση Αρ. 368/09, ημερ. 20.11.2014. Έτσι, παρόλο που η κατάχρηση μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές, σε διαδικασίες της εξεταζόμενης φύσης ο ισχυρισμός περί κατάχρησης αναμένεται να σχετίζεται με την επιδίωξη αθέμιτης εξασφάλισης χρημάτων ή πλεονεκτημάτων προς όφελος του συγκεκριμένου αιτητή-πιστωτή και εις βάρος του χρεώστη και των άλλων πιστωτών του. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Πέτρος Πετράκη ν. Πέτρου Κίμωνος
(2006)1 ΑΑΔ 1311 και Rashid v. Παπόρη, Πολιτική Έφεση Αρ. 198/2012, ημερομηνίας 6.6.2018. Στην υπό κρίση υπόθεση, οι ισχυρισμοί περί κατάχρησης ανάγονται στην εγκυρότητα των συμβάσεων που αποτέλεσαν τη βάση για την έκδοση των αποφάσεων που τελικά ενεγράφησαν για σκοπούς εκτέλεσης και δεν συνδέονται με ισχυρισμό περί καταχώρησης της αίτησης εκκαθάρισης κατά τρόπο αντίθετο με τον σκοπό της ή με την επιδίωξη αθέμιτης εξασφάλισης χρημάτων ή πλεονεκτημάτων προς όφελος του συγκεκριμένου αιτητή-πιστωτή. Συνακόλουθα, οι προτεινόμενοι ισχυρισμοί δεν μπορούν να σχετιστούν με τον λόγο ένστασης Λ επί της ένστασης. Εφόσον, λοιπόν, οι προτεινόμενοι ισχυρισμοί δεν μπορούν να σχετιστούν με τα επίδικα θέματα και κρίνονται μη σχετικοί ισχυρισμοί, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η προσκόμισή τους μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας, ως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας εκκαθάρισης. (Υπ.) ............... Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /MX cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.