LIDL CYPRUS ν. G.A.P. Vassilopoulos Warehousing Logistics Ltd, Αρ. Αγωγής: 2258/2017, 8/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΔΑΥΙΔ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2258/2017 Μεταξύ: LIDL CYPRUS, Ομόρρυθμος Εταιρεία Ενάγουσας -και- G.A.P. Vassilopoulos Warehousing Logistics Ltd Εναγομένης Και ως ετροποποιήθη δυνάμει της Δ.25 Θ.2 στις 21/11/2018 Μεταξύ: LIDL CYPRUS, Ομόρρυθμος Εταιρεία Ενάγουσας -και- G.A.P. Vassilopoulos Warehousing Logistics Ltd Εναγομένης -και- PARTY ICE & PARTY TIME ICE LIMITED Τριτοδιαδίκου Αίτηση ημερομηνίας 30.01.2020 Ημερομηνία: 08.01.2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα. Μ. Κατσαρού για Λ. Παπαφιλίππου & Σία ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενη-Καθ΄ ης η αίτηση: κα. Ε. Σκίτσα με κα Χρ. Λαμπριανού και κα. Πατέρα για Χρίστο Μ. Τριανταφυλλίδη και Προύντζο & Προύντζο ΔΕΠΕ. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Μέσω του Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος που η ενάγουσα καταχώρησε, ως τούτο τροποποιήθηκε στις 21.11.2018, διεκδικεί γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, τις οποίες εδράζει σε διάφορες βάσεις. Πυρήνας των αξιώσεων της, ως αναδύεται από την πολυσέλιδη Έκθεση Απαίτησης που καταχώρησε επίσης ανάλογα τροποποιούμενη στις 21.11.2018, αποτελεί η ισχυριζόμενη από την πλευρά της παράβαση συμφωνίας πλαισίου παροχής υπηρεσιών αποθήκευσης και ταξινόμησης κωδικών κατάψυξης μεταξύ της ίδιας και της εναγόμενης, με αποτέλεσμα, ως προβάλλει, να προκληθούν στην ενάγουσα απώλειες κερδών, ζημιές λόγω καταστροφής και αλλοίωσης εμπορευμάτων και/ή προϊόντων, ως επίσης ζημιές στη φήμη και πελατεία της (good will). Ως αποτέλεσμα της ισχυριζόμενης παραβίασης από την πλευρά της εναγόμενης εταιρείας της ως άνω συμφωνίας, η ενάγουσα διεκδικεί επίσης δήλωση ή/και διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο τιμολόγια που η εναγόμενη εταιρεία εξέδωσε στο πλαίσιο της μεταξύ τους συνεργασίας να θεωρηθούν άκυρα και/ή στερούμενα οποιοδήποτε νομικού αποτελέσματος, ως επίσης να διαταχθεί η εναγόμενη να επιστρέψει στην ενάγουσα οποιαδήποτε ποσά της καταβλήθηκαν από την τελευταία δυνάμει της ως άνω επίδικης σύμβασης, λόγω πλήρους αποτυχίας αντιπαροχής ή και υπό τη μορφή αποζημιώσεων για παράβαση της επίδικης σύμβασης από την εναγόμενη. Στην εξέλιξη της διαδικασίας η πλευρά της εναγομένης εξασφάλισε άδεια του Δικαστηρίου για έκδοση και επίδοση ειδοποίησης τριτοδιαδίκου, ο οποίος και εμφανίστηκε στη διαδικασία. Έχοντας συμπληρωθεί τα δικόγραφα μεταξύ όλων των διαδίκων, η πλευρά της ενάγουσας, σε συνέχεια σχετικού ζητήματος που ήγειρε στο πλαίσιο της εκδοθείσας κλήσης για οδηγίες στη βάση της Δ.30, καταχώρησε την υπό συζήτηση αίτηση, μέσω της οποίας επιζητεί την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο η εναγόμενη-καθ΄ ης η αίτηση να διατάσσεται όπως δώσει περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες σε σχέση με συγκεκριμένους δικογραφημένους ισχυρισμούς στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Ειδικότερα, επιζητείται η παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών: «I. Αναφορικά με τον ισχυρισμό της Εναγομένης στην παράγραφο 12.7 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ότι η Εναγόμενη διεξήγαγε εργαστηριακούς/δειγματοληπτικούς ελέγχους σε καταστήματα της Ενάγουσας σε Παγκύπρια κλίμακα οι οποίοι κατέδειξαν ότι τα προϊόντα που ευρίσκονταν εντός της αποθήκης ήταν «σε πολύ καλύτερη κατάσταση» από τα προϊόντα που «βρίσκονται διαθέσιμα για τους καταναλωτές στα καταστήματα των Εναγόντων», και συγκεκριμένα: (
- i)Τι εννοεί η Εναγόμενη με την φράση «ήταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση από προϊόντα που βρίσκονται διαθέσιμα...»; Ποιο είναι το μέτρο ή οι παράγοντες σύγκρισης; Με ποιο τρόπο μειονεκτούσαν, κατά τον ισχυρισμό της Εναγόμενης, τα προϊόντα της αποθήκης; (
- ii)Σε ποια καταστήματα έγιναν αυτοί οι έλεγχοι και σε ποια αντίστοιχη χρονική περίοδο;(iii) Ποια συγκεκριμένα προϊόντα αφορά η σύγκριση την οποία επικαλείται η Εναγόμενη στην παράγραφο 12.7; II. Αναφορικά με τον ισχυρισμό της Εναγομένης στην παράγραφο 14(γ) της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ότι η Ενάγουσα προμήθευε την αποθήκη με «τεράστιο όγκο προϊόντων ο οποίος δεν ήταν συμβατός με την αποθήκη» και συγκεκριμένα: (
- i)Τι σημαίνει «τεράστιος όγκος»; (
- ii)Με ποιο τρόπο δεν ήταν «συμβατός με την αποθήκη»; (iii) Σε ποια χρονική περίοδο υπήρξε τέτοιος μη συμβατός όγκος, κατά τον ισχυρισμό της Εναγόμενης; III. Αναφορικά με τον ισχυρισμό της Εναγομένης στις παραγράφους 19.1 και 20 (γ) της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης: (
- i)λεπτομέρειες αναφορικά με την «αγορά κατάλληλου ή/και ειδικού ή/και αναγκαίου εξοπλισμού ή/και μηχανημάτων ή/και λογισμικού ή/και αντικειμένων ή/και επίπλων ή/και στολών». (
- ii)λεπτομερή ανάλυση του ποσού των €110.000 που αξιώνει η Εναγόμενη σε σχέση με αυτά τα στοιχεία. Παράλληλα, διεκδικεί: Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται η διαγραφή της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ή/και των παραγράφων 12.7, 14(γ) και 19.1 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης εκτός εάν η Εναγόμενη συμμορφωθεί με το διάταγμα για παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών εντός 15 ημερών από την ημερομηνία του διατάγματος ή/και εντός οποιουδήποτε άλλου χρονικού διαστήματος το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει πρέπον υπό τις περιστάσεις. Οποιαδήποτε άλλη Διαταγή το Δικαστήριο κρίνει πρόσφορη και/ή εύλογη υπό τις περιστάσεις. Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης πλέον Φ.Π.Α. πλέον έξοδα επίδοσης.» Νομική βάση της αίτησης αποτελούν οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί Περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 θ.θ. 2, 4, 6, 7, 8, 9 και 26, Δ.27 Θ.3, Δ.30 Θ.3 (α) και (β), Δ.39 Θ.2, Δ.48 Θ.1, 2
(1), 2
(2), 3, 4, 8 και 9(i),(j) και (o), ως επίσης οι γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ως άνω αίτηση υποστυλώνεται από την αιτήτρια, αφενός με παραπομπή στο φάκελο της δικογραφίας και αφετέρου μέσω της ένορκης δήλωσης του XXXXX Χατζησωτηρίου που τη συνοδεύει, δικηγόρου στον δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί την ενάγουσα, ημερομηνίας 30.01.
- O ως άνω ομνύων προβάλλει τη θέση ότι οι λεπτομέρειες που επιζητούνται με την υπό συζήτηση αίτηση είναι αναγκαίες, προκειμένου η ενάγουσα να γνωρίζει και να αντιληφθεί τι είναι ακριβώς που η εναγόμενη ισχυρίζεται και προβάλλει στα δικόγραφα της. Η διατύπωση συγκεκριμένων παραγράφων, προκρίνει, τις οποίες η αίτηση αφορά, περιέχει συγκεκαλλυμένες υπερασπίσεις οι οποίες προκαλούν αμηχανία στην ενάγουσα, δίνοντας στην εναγόμενη το πλεονέκτημα αιφνιδιασμού κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Ούτως ή άλλως, υποστηρίζει, για κάποια από τα ζητήματα τα οποία επιζητούνται λεπτομέρειες, όπως για τα ποσά ισχυριζόμενων ζημιών, η εναγόμενη θα έπρεπε να δικογραφήσει επαρκείς λεπτομέρειες. Το υπό συζήτηση δικονομικό διάβημα της ενάγουσας, προκάλεσε την αντίδραση της εναγομένης. Η τελευταία, στις 06.03.2020 προχώρησε στην καταχώριση Ειδοποίησης Πρόθεσης Ένστασης. Ικανός αριθμός λόγων ένστασης προβάλλονται στο σώμα της. Για σκοπούς πληρότητας μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα. Ως ειδικότερα προτάσσεται από την πλευρά της: «
- Η υπό εξέταση αίτηση στερείται νομικού και/ή ουσιαστικού ερείσματος και η νομική βάση της Αίτησης είναι εσφαλμένη και/ή ελλιπής και/ή δεν δικαιολογεί και/ή δεν στηρίζει την αιτούμενη θεραπεία.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Το δικόγραφο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης έχει συνταχθεί ορθά και/ή ικανοποιεί πλήρως τους κανόνες δικογράφησης και τα γεγονότα που περιέχονται σε αυτό είναι επαρκή και ξεκάθαρα.
- Η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση και/ή οι παράγραφοι 12.7, 14(γ), 19.1 και 20 αυτής, περιέχουν επαρκείς και/ή αναγκαίες λεπτομέρειες και/ή είναι συνταγμένες κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μην υπάρχει ανάγκη περισσότερων λεπτομερειών και/ή καθορίζουν με σαφήνεια τα επίδικα θέματα και/ή ουδέν περιθώριο αφήνουν για να καταληφθούν εξ απήνης κατά την ακροαματική διαδικασία οι Αιτητές καθώς είναι σε θέση να γνωρίζουν την φύση και έκταση της υπόθεσης της Καθ' ης η αίτηση.
- Οι λεπτομέρειες που ζητούν οι Αιτητές δεν εμπίπτουν εντός της έννοιας των περισσότερων και καλύτερων λεπτομερειών και/ή οι λεπτομέρειες που ζητούν δεν είναι αναγκαίες και/ή απαραίτητες και αφορούν μαρτυρία που η Καθ' ης η αίτηση δεν υποχρεούται να δώσει στο παρόν στάδιο.
- Οι λεπτομέρειες που ζητούν οι Αιτητές αποτελούν μαρτυρία και/ή αποδεικτικό υλικό, τα οποία δε μπορούν να αποτελούν μέρος των δικογράφων και η αίτηση μόνο σκοπό έχει την απόσπαση και/ή αλίευση μαρτυρίας και/ή εκμαίευση μαρτυρίας και/ή στην αποκάλυψη αυτών με ανεπίτρεπτο και/ή παράτυπο τρόπο.
- Οι Ενάγοντες/Αιτητές ζητούν από την Εναγομένη/Καθ' ης η Αίτηση στοιχεία για γεγονότα και λεπτομέρειες για τα οποία έχουν καλύτερη γνώση.
- Η αίτηση είναι αχρείαστη και/ή καταχρηστική και/ή καθυστερεί και/ή δημιουργεί περαιτέρω ταλαιπωρία και αχρείαστα δικονομικά μέτρα και ενέργειες και/ή η ένορκη δήλωση γίνεται από δικηγόρο.
- Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει να αγνοηθεί και/ή να απορριφθεί.
- Η αίτηση στερείται πραγματικού υπόβαθρου και/ή επαρκούς αιτιολόγησης και/ή οι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση είναι ελλιπείς και/ή γενικοί και/ή ασαφείς και/ή αόριστοι, δίχως ίχνος υποστηρικτικού της αίτησης στοιχείου και πειστικότητας.
- Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να ζητούν διαγραφή των παραγράφων 12.7, 14(γ) και 19.1 εκτός αν συμμορφωθεί με το Διάταγμα παροχής περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών η καθ' ης η αίτηση και/ή οι επιδιωκόμενες διαγραφές αποβλέπουν να καταπιέσουν την καθ' ης η αίτηση και να της στερήσουν το δικαίωμα να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της και συνακόλουθα να της στερήσει το δικαίωμα της για δίκαιη δίκη.
- Με την αιτούμενη διαγραφή θα επηρεαστεί ανεπανόρθωτα η υπόθεση της καθ' ης η αίτηση και θα δημιουργηθούν δυσνόητα κενά στο δικόγραφο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης.
- Οι εν λόγω ισχυρισμοί για τους οποίους επιδιώκεται η διαγραφή δεν προκαλούν οποιαδήποτε αμηχανία στους Αιτητές και δεν δίνουν οποιοδήποτε πλεονέκτημα αιφνιδιασμού στην καθ' ης η αίτηση κατά την ακρόαση της υπόθεσης.
- Tο σύνολο των ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότων και το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλουν όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκηθεί υπέρ της καθ' ης η αίτηση.» Ο XXXXX Κέντας, εργοδοτούμενος στον Όμιλο στον οποίο ανήκει η εναγόμενη, με την ένορκη δήλωση του η οποία συνοδεύει την ένσταση, υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης, εξειδικεύοντας σε κάποιο βαθμό κάποιους από αυτούς. Αποτελεί θέση του ότι τα γεγονότα και οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικόγραφο της εναγόμενης είναι ξεκάθαρα και επαρκή, καθορίζοντας με σαφήνεια τα επίδικα θέματα. Οι ενάγοντες, προκρίνει, έχουν πλήρη και σαφή αντίληψη των θέσεων, ισχυρισμών, γεγονότων και αξιώσεων της εναγόμενης-καθ' ης η αίτηση, απορρίπτοντας τη θέση ότι θα βρεθούν προ εκπλήξεως κατά την ακροαματική διαδικασία. Αναφερόμενος ειδικότερα στις λεπτομέρειες που επιζητούνται, υποστηρίζει ότι τα σχετικά στοιχεία ουσιαστικά αποτελούν μαρτυρία η οποία θα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία υποδεικνύοντας ότι δεν μπορούν να συνιστούν μέρος των δικογράφων. Ταυτόχρονα, αποτελεί θέση του ότι οι ενάγοντες γνωρίζουν ήδη λεπτομέρειες και στοιχεία τα οποία επιζητούν. Προκρίνοντας πως η προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης σκοπό έχει να εκμαιεύσει και αποκαλύψει σε πρόωρο στάδιο τη μαρτυρία της εναγόμενης, υποστηρίζει παράλληλα ότι οι επιδιωκόμενες διαγραφές αποβλέπουν στην αποστέρηση από την εναγόμενη του δικαιώματος της για δίκαιη δίκη. Προβάλλοντας ότι η υπό εξέταση αίτηση είναι αχρείαστη και ότι τυχόν έγκριση της θα οδηγήσει τη διαδικασία σε περαιτέρω έξοδα και επιπλοκές, υποστηρίζει καταληκτικά ότι είναι εύλογο, δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης το Δικαστήριο να απορρίψει την υπό συζήτηση αίτηση. Κατά το στάδιο της παρουσίασης της αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου, οι δικηγόροι των δύο πλευρών με τις τελικές τους εισηγήσεις, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους για το ζήτημα που απασχολεί στην παρούσα. Το Δικαστήριο με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τις τοποθετήσεις, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των δυο πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο για τις ανάγκες της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Η Δ.19 κ.4 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας θέτει το πλαίσιο εντός του οποίου ο καταρτισμός ενός δικογράφου θα πρέπει να κινείται και τι το περιεχόμενο του θα πρέπει να περιλαμβάνει. Τα δικόγραφα, πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες ώστε να μπορεί η άλλη πλευρά να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση της υπόθεσης, ούτως ώστε να μη βρεθεί προ εκπλήξεως και τετελεσμένων γεγονότων. Επιβάλλεται η καταγραφή σε συντομία των γεγονότων τα οποία είναι ουσιώδη για την περίπτωση. Σε κάθε περίπτωση πάντως, το δικόγραφο δεν είναι αναγκαίο να διατυπώνει και να περιλαμβάνει τη μαρτυρία με την οποία θα αποδειχθούν αυτά τα γεγονότα. Αυτονόητο είναι πως τα ουσιώδη γεγονότα που θα πρέπει να φαίνονται στα δικόγραφα μπορεί να ποικίλουν, ανάλογα με τη βάση και την αιτία της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων το σύγγραμμα The Annual Practice
(1958)Vol. 1 σελ. 448 και Alpan (Taki Bros) Ltd ν. Nakufreight Ltd
(1978)1 CLR 582). Παράβαση των αρχών που τίθενται από τον πιο πάνω Διαδικαστικό Κανονισμό, παρέχει το δικαίωμα στην άλλη πλευρά να ζητήσει από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος με το οποίο να υποχρεώνεται ο αντίδικος να δώσει τις απαιτούμενες λεπτομέρειες. Όπου οι ισχυρισμοί στα δικόγραφα είναι διατυπωμένοι ανεπαρκώς, παρέχεται στον αντίδικο η ευχέρεια να αποταθεί για την παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών. Η Δ.19 κ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, η οποία παρέχει την πιο πάνω δυνατότητα για αναζήτηση περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών, είναι πανομοιότυπη προς την παλαιά Αγγλική Διαταγή 0.19 r.7. Η βασική αρχή που αποτελεί το ratio legis της διαταγής αυτής, είναι ότι οι διάδικοι πρέπει να γνωρίζουν την υπόθεση του αντιδίκου τους κατά την ακροαματική διαδικασία. Η σημασία και ο σκοπός των λεπτομερειών στα πλαίσια της αστικής δίκης είναι καλά γνωστή. Στο σύγγραμμα Bullen & Leake Presidence of Pleadings, 12η έκδοση, σελίδα 112, εντοπίζεται μια διαφωτιστική ανάλυση του θέματος και καταδεικνύεται ο πραγματικά πολυδιάστατος σκοπός της παροχής λεπτομερειών. Με αυτό τον τρόπο, σημειώνεται, πληροφορείται η άλλη πλευρά σχετικά με το ποια θα είναι η φύση της υπόθεσης που θα έχει να αντιμετωπίσει, σε αντιδιαστολή όμως με τον τρόπο που ο αντίδικος θα την αποδείξει. Ως άλλωστε υποδεικνύεται και στο σύγγραμμα Odgers' Principles of Pleadings and Practice, 21η έκδοση, σελίδα 432: «Particulars will be ordered whenever the master is satisfied that without them the applicant cannot tell what is going to be proved against him at the trial. But how his opponent will prove it is a matter of evidence of which particulars will not be ordered.» Ο σεβαστός πρώην πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Χ" Χαμπής (Δικαστής ως ήταν τότε), στην απόφαση του στην υπόθεση Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδης Λτδ,
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 157, αφού υπογραμμίζει ότι η Δ.19 θ.6 θα πρέπει να αντικρισθεί υπό το πρίσμα της Δ.19 θ.4, σημειώνει πως από το συνδυασμένο αποτέλεσμα των δύο πιο πάνω θεσμών: «. . . ακολουθεί και η αρχή, που εκφράζεται ως βασική αρχή στη νομολογία, ότι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με τη μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξη τους. Δίδονται δε ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει ποια υπόθεση μπορεί να αναμένει να παρουσιασθεί στη δίκη και να μην καταληφθεί εξ απίνης. Οι λεπτομέρειες έχουν σκοπό να διευκρινίσουν και εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα, αλλά κατ' ουδένα λόγο να εκμαιεύσουν ή να αποκαλύψουν την ίδια τη μαρτυρία με την οποία αυτά θα αποδειχθούν.» Στην υπόθεση Ηνωμένη Εκδοτική Εταιρεία Δίας Λτδ v. Χατζηκώστα
(1990)1 Α.Α.Δ. 244 αναφέρθησαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες ισχυρισμών που αναφέρονται στα δικόγραφα - και όχι μαρτυρία - δίδονται για σκοπούς διασάφησης των γενομένων ισχυρισμών. Μια τέτοια διασάφηση υπαγορεύεται για διάφορους λόγους μεταξύ των οποίων και η πληρέστερη πληροφόρηση της άλλης πλευράς περί της φύσης της υπόθεσης που θα έχει να αντιμετωπίσει, η αποφυγή της έκπληξης κατά την ακρόαση, ο περιορισμός των επιδίκων θεμάτων και ισχυρισμών και η ένδειξη ως προς τη μαρτυρία που θα χρειαστεί η άλλη πλευρά.» Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις The National Supply Corporation of the Libyan Arab Republic ν. Achaia Shipping Ltd
(1975)12 JSC 1807, Κυπριακές Αερογραμμές κ.α. ν. Credit Libanese S.A.L.
(1991)1 Α.Α.Δ. 649, Κασάπη v. Ευάγγελος Λουκά
(1981)1 CLR 666, Σάββα v. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1146. Σε κάθε περίπτωση πάντως, το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του ότι δεν θα πρέπει να υπαγορεύει στους δικηγόρους πως πρέπει να διαμορφώνονται οι αντίστοιχες δικογραφημένες θέσεις και ισχυρισμοί τους. (Βλ. Knowles v. Roberts
(1888)38 Ch. D. 263, 270 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας v. Μασώνου
(1980)1 CLR 192). Στο σύγγραμμα Atkin' s Court Forms - 2nd Edition - Volume 32, στην παράγραφο 58 οπό τον τίτλο "Particulars" αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι: «The parties may frame their cases as the please. Nevertheless, a certain amount of detail is necessary in every pleading, both to ensure clarity and to prevent taking the other side by surprise at the trial. Each party must state his case with precision, so that his opponent may know what is the real point in dispute and may prepare his evidence for trial accordingly.» Ακόμα και η παροχή λεπτομερειών για επουσιώδη θέματα στα οποία γίνεται αναφορά σε δικόγραφα και όχι για τη διευκρίνιση επιδίκων θεμάτων, όπως αυτά στοιχειοθετούνται από τα ουσιώδη γεγονότα που στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα, θα συνιστούσε εκτροπή κατά τη νομολογία, όπως τέθηκε στην υπόθεση Σάββα ν. Κυπριακών Αερογραμμών
(2)(ανωτέρω) (βλέπε επίσης Re Wells (Deceased)
(1962)1 All ER, 812). Όπως πάντως έχει υποδειχθεί στο σύγγραμμα Odgers' Principles of Pleadings (ανωτέρω), αίτηση για λεπτομέρειες δεν θα αποτύχει απλά μόνο για το λόγο ότι ο αιτητής όφειλε να γνωρίζει τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης καλύτερα από την άλλη πλευρά. Δικαιούται να γνωρίζει το περίγραμμα της υπόθεσης του αντιδίκου του και τη γραμμή που αυτός θα ακολουθήσει εναντίον του, δεσμεύοντας τον σε μία συγκεκριμένη εκδοχή. Αίτηση για παροχή λεπτομερειών είναι δυνατό να έχει επιτυχή κατάληξη στις περιπτώσεις που το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι ο αιτητής δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί από την έκθεση απαίτησης τι θα επιχειρηθεί να αποδειχθεί εναντίον του στη συγκεκριμένη υπόθεση κατά τη δίκη. (Βλέπε επίσης την απόφαση στην υπόθεση Athina Leather. Ltd κ.α. ν. Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 787, ως επίσης τις σχετικές για το ζήτημα αναφορές στο σύγγραμμα Bullen & Leake Presidence of Pleadings 12η έκδοση, στη σελίδα 115). Στην Ετησία Αγγλική Δικονομική Πρακτική (Annual Practice) του 1958, στη σελίδα 461 κάτω από τον τίτλο «Facts within Applicant's own knowledge» εντοπίζονται και τα ακόλουθα: «If is sometimes urged as an objection to an application for particulars that the applicant must know the true facts of the case better than his opponent (Harbord ν. Monk 38 LT 411; Keogh ν. Incorporated Dental Hospital of Ireland [1910] 2 Ir. R. 166 (C.A.)). But each party is entitled to know the outline of the case that his adversary is going to make against him, and to bind him down to a definite story. Particulars therefore will be ordered whenever the Master is satisfied that without them the applicant will not know what his opponent will try to prove against him at the trial.» Με την παροχή των κατάλληλων λεπτομερειών, αποφεύγεται το ενδεχόμενο η άλλη πλευρά να βρεθεί προ εκπλήξεως είναι δε δυνατό να έχει σαν αποτέλεσμα την αποφυγή αχρείαστων εξόδων. Στην περίπτωση που στα δικόγραφα περιλαμβάνονται επαρκείς λεπτομέρειες, κατά τρόπο που κάθε διάδικος να γνωρίζει ποιους ισχυρισμούς θα έχει να αντιμετωπίσει, θα είναι σε θέση να γνωρίζει εκ των προτέρων ποια μαρτυρία θα πρέπει να παρουσιάσει για να αντικρούσει την υπόθεση της άλλης πλευράς, γεγονός που δίχως άλλο θα συντείνει στην συντόμευση της διαδικασίας της ακρόασης και στη μείωση των εξόδων. Περαιτέρω, η παροχή λεπτομερειών είναι δυνατό να συμβάλει στον περιορισμό της γενικότητας που πολλές φορές παρατηρείται στα δικόγραφα και στον περιορισμό των επιδίκων θεμάτων, ενώ παράλληλα αποσκοπεί στο να δεσμεύσει την κάθε πλευρά κατά τρόπο που να μην μπορεί να επεκταθεί σε θέματα που δεν περιλαμβάνονται στις λεπτομέρειες, ενώ αντίθετα, στερεί από το διάδικο που παρέλειψε να ζητήσει λεπτομέρειες (εκεί που πάντως θα έπρεπε να είχαν δοθεί), το δικαίωμα να εμποδίσει την άλλη πλευρά να προσκομίσει μαρτυρία προς υποστήριξη γενικών ισχυρισμών στα δικόγραφα της. To Δικαστήριο, εξετάζοντας αίτηση για λεπτομέρειες θα πρέπει να έχει κατά νου τη θεραπεία και τις αξιώσεις που επιζητούνται με την αγωγή στα πλαίσια της οποίας καταχωρείται η αίτηση για λεπτομέρειες. Ο βαθμός λεπτομέρειας που σε κάθε περίπτωση είναι δυνατό να θεωρείται επαρκής, θα εξαρτηθεί άμεσα από τη φύση και τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση. Δεν είναι δυνατό η ενασχόληση με το αίτημα για παροχή λεπτομερειών να απομονώνεται από τα ουσιαστικά δικαιώματα και τη θεραπεία η οποία αξιώνεται με την αγωγή, η οποία θα πρέπει πάντα να βρίσκεται στη σκέψη του Δικαστηρίου κατά το στάδιο που αποφασίζει αν θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελος της πλευράς του αιτητή. Η φύση και τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης καθορίζουν το βαθμό λεπτομέρειας που θεωρείται επαρκής στην κάθε περίπτωση. Δεν θα πρέπει να διαλανθάνει επίσης της προσοχής του Δικαστηρίου, ότι η εξειδίκευση γεγονότων και ισχυρισμών κατά τον τρόπο που προβλέπεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς προς εξυπηρέτηση των σκοπών που πιο πάνω με συντομία έχουν αναφερθεί, θα πρέπει να αντιδιαστέλλεται με την αποκάλυψη μαρτυρίας. Εάν στην πραγματικότητα εκείνο που επιζητείται είναι όχι η εξειδίκευση και η παράθεση λεπτομερειών αλλά η αποκάλυψη μαρτυρίας, η αίτηση δίχως άλλο θα πρέπει να αποτυγχάνει. Το πώς αποδεικνύεται ένα γεγονός, δεν εμπίπτει στο πλαίσιο των λεπτομερειών. Έχοντας κατά νου το πιο πάνω πλαίσιο αρχών που ρυθμίζει το ζήτημα παροχής ή όχι περαιτέρω λεπτομερειών, θα προχωρήσω στην εξέταση της παρούσας περίπτωσης έχοντας ασφαλώς υπόψη τόσο τη φύση και τη βάση της απαίτησης και ανταπαίτησης στην παρούσα αγωγή όσο και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της εναγομένης, συνολικά θεωρούμενους. Η εναγόμενη, αναφερόμενη δικογραφικά στην ποιότητα των προϊόντων που τοποθετήθηκαν σε αποθήκη δυνάμει της ως άνω προβαλλόμενης συμφωνίας μεταξύ της ίδιας και της ενάγουσας, ημερ. 04.02.2016, αναφέρεται στην παράγραφο 12.7 της τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της σε εργαστηριακούς ελέγχους που έχουν γίνει από την πλευρά της σε διάφορα καταστήματα των εναγόντων, με σκοπό την εξακρίβωση της ποιότητας των προϊόντων που ευρίσκονταν σε αυτά και σύγκρισης τους με τα προϊόντα της αποθήκης που οι ενάγοντες έκριναν ότι έπρεπε να καταστραφούν. Προκρίνει προς τούτο ότι οι ως άνω έλεγχοι κατέδειξαν ότι τα προϊόντα που βρίσκονταν εντός της αποθήκης ήταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση από τα προϊόντα που βρίσκονταν στα καταστήματα των εναγόντων προς διάθεση στους καταναλωτές. Στρέφοντας ειδικότερα την προσοχή στο αιτητικό (
- i)σε σχέση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς στην παράγραφο 12.7 της τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, η προβολή από την πλευρά της εναγομένης της θέσης ότι «τα προϊόντα που εβρίσκονταν εντός της αποθήκης ήταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση από τα προϊόντα που βρίσκονται διαθέσιμα για τους καταναλωτές στα καταστήματα των εναγόντων», φαίνεται πράγματι να αποτελεί γενική, ασαφή και αόριστη αναφορά, δυνάμενη να προκαλέσει αμηχανία και αδυναμία σχηματισμού ευκρινούς και πλήρης εικόνας για την θέση που η ενάγουσα θα κληθεί να αντιμετωπίσει για το συγκεκριμένο ζήτημα, κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Χωρίς σαφή αναφορά και προσδιορισμό των παραμέτρων που αξιοποιήθηκαν για την προβολή του πιο πάνω ισχυρισμού, οι ενάγοντες ουσιαστικά καλούνται να εικάσουν ποια στοιχεία, χαρακτηριστικά, ιδιότητες κλπ των προϊόντων και γενικότερα ποιους δείκτες σύγκρισης η εναγόμενη αξιοποίησε για να προβάλει την πιο πάνω, γενικότερη δικογραφημένη της θέση. Σπεύδω να σημειώσω ότι η πιο πάνω προσέγγιση, δεν εξυπακούει ασφαλώς υποχρέωση παρουσίασης της μαρτυρίας που η εναγόμενη δυνατό να έχει στη διάθεση της προς υποστήριξη της ως άνω δικογραφημένης της θέσης. Ότι ουσιαστικά καλείται να προσφέρει στην άλλη πλευρά μέσω περαιτέρω λεπτομερειών, είναι η επεξήγηση του γενικότερου δικογραφημένου ισχυρισμού της ως προς τι τα προϊόντα που ευρίσκονταν εντός της αποθήκης ήταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση από τα προϊόντα που βρίσκονταν διαθέσιμα στα καταστήματα των εναγόντων. Διαφορετική ασφαλώς είναι η προσέγγιση του Δικαστηρίου όσον αφορά τα αιτητικά (
- ii)και (iii) που αφορούν επίσης το περιεχόμενο της παραγράφου 12.7 της τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της εναγόμενης. Οι λεπτομέρειες που επιζητούνται μέσω τους, αποτελούν ουσιαστικά ζήτημα προσκόμισης και παρουσίασης μαρτυρίας, υποχρέωση την οποία η πλευρά της εναγομένης έχει κατά τον κατάλληλο χρόνο, ήτοι κατά τον χρόνο που θα κληθεί να αποδείξει τους δικογραφημένους της ισχυρισμούς σε σχέση με το ζήτημα. Ούτε το αίτημα για περαιτέρω λεπτομέρειες σε σχέση με τον δικογραφημένο στην παράγραφο 14(γ) της τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ισχυρισμό, ήτοι ότι η ενάγουσα προμήθευε την αποθήκη με «τεράστιο όγκο προϊόντων ο οποίος δεν ήταν συμβατός με την αποθήκη», κρίνεται ότι θα μπορούσε να έχει θετική αντιμετώπιση. Έχοντας υπόψη γενικότερα τις δικογραφημένες θέσεις της εναγόμενης στο συγκεκριμένο δικόγραφο αλλά και ειδικότερα την παράγραφο 14(γ) της τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της τελευταίας, είναι φανερό ότι με σαφήνεια και επάρκεια καταγράφεται η θέση επί του συζητούμενου. Στη συγκεκριμένη παράγραφο με σαφήνεια καταγράφεται η θέση της εναγομένης όσον αφορά τον όγκο προϊόντων που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της οι ενάγοντες προμήθευαν την αποθήκη, εν γνώσει μάλιστα των τελευταίων ότι δεν ήταν σε θέση και/ή δεν αναμενόταν αυτή να ικανοποιήσει τέτοιου μεγέθους εισαγωγές. Το βάρος απόδειξης του συγκεκριμένου ισχυρισμού, με την προσκόμιση και παρουσίαση ανάλογης προς τούτο μαρτυρίας, στο κατάλληλο πάντα στάδιο της διαδικασίας, είναι ασφαλώς ζήτημα ξεχωριστό, εξακολουθώντας πάντα να βαρύνει την πλευρά της εναγομένης. Ομοίως δεν κρίνεται ότι δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος σε σχέση με το περιεχόμενο της παραγράφου 19.1 της τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της εναγομένης. Στη συγκεκριμένη παράγραφο, κατά τρόπο δικονομικά αποδεκτό, παρατίθενται από την πλευρά της εναγομένης συγκεκριμένοι ισχυρισμοί στο πλαίσιο της προβολής και προώθησης της ανταπαίτησης της. Σε αυτό το πλαίσιο, η παράθεση οποιωνδήποτε περαιτέρω λεπτομερειών δεν φαίνεται να δικαιολογείται. Αντίθετα με τα πιο πάνω, στην παράγραφο 20 της τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, κάτω από το γενικότερο τίτλο «Λεπτομέρειες Ειδικών Ζημιών», ειδικότερα στο σημείο (γ) της ως άνω παραγράφου, η διεκδίκηση συγκεκριμένου κονδυλίου ως τέτοιας ζημιάς, «δια την αγορά κατάλληλου και/ή ειδικού και/ή αναγκαίου εξοπλισμού και/ή μηχανημάτων και/ή λογισμικού και/ή υλικών και/ή αντικειμένων και/ή επίπλων και/ή στολών», φαίνεται να επιβάλλει την παροχή των επιζητούμενων λεπτομερειών και την ακριβή ανάλυση του διεκδικούμενου ποσού, κατά τρόπο που να προκύπτει με λεπτομέρεια και σαφήνεια ο τρόπος που τελικά συμποσούμενο προκύπτει το ποσό των €110.000 που η εναγομένη ανταπαιτητικά διεκδικεί για την κάλυψη των ειδικών ζημιών στις οποίες γίνεται αναφορά στη συγκεκριμένη παράγραφο (βλ. ανάμεσα σε άλλα το σύγγραμμα Bullen & Leake Presidence of Pleadings, 12η έκδοση, σελ. 379, όπου σημειώνεται πως «Special damage must be alleged with particularity so that the defendant should know, not only what is the amount of loss or damage which the plaintiff alleges he has suffered, but also how such amount is made up or calculated. ..»). Για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση επιτυγχάνει μερικώς και εκδίδεται διάταγμα για παροχή λεπτομερειών ως ακολούθως: Παράγραφος 12.7 Ποιο είναι το μέτρο και οι παράγοντες σύγκρισης που η εναγομένη επικαλείται για την δικογραφική προβολή της θέσης ότι «τα προϊόντα που ευρίσκονταν εντός της αποθήκης ήταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση από τα προϊόντα που βρίσκονται διαθέσιμα για τους καταναλωτές στα καταστήματα των εναγόντων» και ως προς τι τα πιο πάνω προϊόντα εντός της αποθήκης ήταν σε «πολύ καλύτερη κατάσταση από τα προϊόντα που βρίσκονταν διαθέσιμα στα καταστήματα των εναγόντων». Παράγραφος 20(γ) Λεπτομερή ανάλυση του διεκδικούμενου ως ειδικές αποζημιώσεις ποσού των €110.000. Οι λεπτομέρειες να τεθούν στη διάθεση της ενάγουσας από την πλευρά της εναγομένης εντός 21 ημερών από σήμερα. Εκδίδεται επίσης διάταγμα για αναστολή της διαδικασίας της παρούσας αγωγής για το ως άνω χρονικό διάστημα, εντός του οποίου θα πρέπει να δοθούν οι ως άνω λεπτομέρειες. Όσον αφορά τα έξοδα, έχοντας κατά νουν ότι η υπό συζήτηση αίτηση έχει μερικώς επιτύχει, χωρίς να διαλανθάνει της προσοχής ότι καταχωρήθηκε έχοντας ήδη το ζήτημα εγερθεί στο πλαίσιο της κλήσης για οδηγίες στη βάση της Δ.30, κρίνεται ότι η πλευρά των αιτητών δικαιούται τα 2/3 των εξόδων της παρούσας διαδικασίας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή τα οποία να καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ................ Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο