← Κύπρος

Μιχαήλ ν. Κοντζιά, Αρ. Αγωγής: 628/19, 12/1/2021

Μιχαήλ ν. Κοντζιά, Αρ. Αγωγής: 628/19, 12/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 628/19 Μεταξύ: XXXXX Μιχαήλ Ενάγουσα -και- XXXXX Κοντζιά Εναγομένου ------------------ Ημερομηνία: 12 Ιανουαρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: Χαρίλαος Μ. Χρυσάνθου ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο: Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση η ενάγουσα αιτήτρια ζητεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης ως ακολούθως: Α. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος-καθ' ου η αίτηση επεμβαίνει παράνομα στο επίδικο ακίνητο από τον Ιούλιο

  1. Β. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η παράδοση ελεύθερης κατοχής του επίδικου ακινήτου από τον εναγόμενο-καθ' ου η αίτηση εντός 3 ημερών και διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο εναγόμενος-καθ' ου η αίτηση να σταματήσει να επεμβαίνει παράνομα στο επίδικο ακίνητο. Γ. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο εναγόμενος-καθ' ου η αίτηση όπως καταβάλει το ποσό των €490,00 ως μηνιαίο ενοίκιο από τον Ιούλιο του 2016 και την 1η ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι την ημερομηνία που το επίδικο ακίνητο τεθεί υπό την κατοχή και/ή έλεγχο της ενάγουσας- αιτήτριας. Δ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία κρίνει εύλογη και/ή δίκαιη το Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις. Ε. Έξοδα, πλέον έξοδα επίδοσης, πλέον ΦΠΑ. Η νομική βάση της αίτησης είναι οι διαταγές 18 και 48 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η ενάγουσα έχει ορκισθεί σε σχέση με τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση. Αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ο εναγόμενος-καθ' ου η αίτηση χωρίς την άδεια της και παρά την επιστολή που έχει αποσταλεί από τους δικηγόρους της διαμένει από τον Ιούλιο 2016 στο ακίνητο με αριθμούς εγγραφής 0/XXXXX Φ/Σχ 39/46 Τεμάχιο XXXXX Μερίδιο ½ στο χωριό Μαθιάτη στην Επαρχία Λευκωσίας. Η ενάγουσα είναι κατά το ήμισυ ιδιοκτήτρια του ακινήτου και το άλλο μερίδιο ανήκει στην θεία της XXXXX Ελευθερίου. Η ενοικιαστική αξία του ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των €490.00 μηνιαίως. Τέλεσε πολιτικό γάμο με τον καθ' ου η αίτηση στις 6.5.
  2. Είχε ήδη αποκτήσει ένα παιδί από προηγούμενο της γάμο και μαζί με τον καθ' ου η αίτηση απέκτησαν ένα παιδί το
  3. Κατά την διάρκεια του γάμου τους διέμεναν μαζί στην ιδιόκτητη οικία της ενάγουσας στην οδό XXXXX 3 XXXXX. Το 2008 αποφάσισαν να κτίσουν εξοχική οικία στο επίδικο ακίνητο. Το επίδικο ακίνητο είχε μεταβιβασθεί στην ενάγουσα διά της δωρεάς από τον πατέρα της την 1.9.
  4. Για την ανέγερση της οικίας έλαβε ενυπόθηκο δάνειο στις 9.6.2008 επ' ονόματι της ύψους €156,000.
  5. Το ποσό θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί για την ανέγερση της κατοικίας. Στις 30.3.2009 έγινε αναθεώρηση του δανείου στα €225,000.00 μετά από ισχυρισμό του καθ' ου η αίτηση ότι το αρχικό ποσό δεν αρκούσε για την ανέγερση της κατοικίας. Το παλαιό δάνειο ξοφλήθηκε με το νέο το δάνειο. Το νέο δάνειο ήταν πληρωτέο σε 259 δόσεις των €1575.00 που απεκόπτετο αυτόματα από τον μισθό της. Η δόση αυτή μειώθηκε στο ποσό των €1266.00 τον Ιούλιο 2017 εξαιτίας μείωσης του επιτοκίου. Ο καθ' ου η αίτηση της ζητούσε συνεχώς χρήματα για την αποπεράτωση της οικίας. Περί τα τέλη Ιουλίου 2016 ζήτησε από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Εκπαιδευτικών πληροφορίες αναφορικά με τις επιταγές που έκδωσε από τον τρεχούμενο της λογαριασμό, στον οποίο είχαν κατατεθεί τα λεφτά του δανείου, κατά την περίοδο οικοδόμησης της εξοχικής κατοικίας στο επίδικο ακίνητο. Συνολικά €56.000 δόθηκαν στη XXXXX Χαραλάμπους της εταιρείας CHAFOT Trading Co για την ξύλινη κατοικία, €4.000 δόθηκαν στη SOLARWATT για τα φωτοβολταϊκά και €3.150 δόθηκαν για έπιπλα στο ΕΚΦΡΑΣΗΣ. Ποσό €34.172 δόθηκε στο συνέταιρο του καθ' ου η αίτηση, €18.600 κατατέθηκαν σε λογαριασμό της εταιρείας του καθ' ου η αίτηση, CΡΚ 4U TRANSPORT. Επιταγές αξίας €3.600 εξαργύρωσε ο καθ' ου η αίτηση καθώς και επιταγές συνολικής αξίας €117.757 κατατέθηκαν σε λογαριασμό του καθ' ου η αίτηση που διατηρούσε στην Λαϊκή Τράπεζα. Επιταγές αξίας €15.800 εξαργύρωσε η αιτήτρια. Κατάσταση του λογαριασμού για την περίοδο από Ιανουάριο 2008 μέχρι Δεκέμβριο 2010, καθώς επίσης και αντίγραφα των εν λόγω επιταγών έχει στην κατοχή της η αιτήτρια και επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  6. Από το 2016 η αιτήτρια είναι σε διάσταση με τον καθ' ου η αίτηση. Αυτή διέμενε στην οικία τους στο Στρόβολο και ο καθ' ου η αίτηση στην εξοχική κατοικία. Δεν υπήρχε καμία συνεννόηση ή συμφωνία μεταξύ τους για να γίνει αυτό. Στις 12.7.2016 αποστάλθηκε επιστολή των δικηγόρων της ενάγουσας στον εναγόμενο όπως παραδώσει την ελεύθερη κατοχή της εξοχικής κατοικίας. Εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 22.7.2016 από το Οικογενειακό Δικαστήριο που της παραχωρούσε αποκλειστική χρήση της κατοικίας στην οδό XXXXX 3 XXXXX. Ενόψει της έκδοσης του διαζυγίου η πιο πάνω αίτηση αποσύρθηκε. Είχε μεταβεί με τον αδελφό της στην εξοχική οικία και ο καθ' ου η αίτηση της αρνήθηκε να εισέλθει στην κατοικία. Ο γάμος τους λύθηκε με απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου στις 11.12.
  7. Αποστάλθηκε εκ νέου επιστολή των δικηγόρων της στον εναγόμενο για να παραδώσει ελεύθερη την κατοχή της κατοικίας την 1.11.
  8. Σύμφωνα με εκτίμηση ειδικού της AKT Property Consultants η αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των €99,000.
  9. Συνέπεια της στέρησης της κατοχής είναι να ζημιώνει με την απώλεια της ενοικιαστικής αξίας του ακινήτου που είναι €490.00 μηνιαίως. Κατά την διάρκεια του γάμου της με τον Καθ' ου η Αίτηση, λόγο της εμπιστοσύνης και των αισθημάτων που είχε προς αυτόν, υπέγραφε κατά καιρούς, ως εγγυήτρια σε διάφορες τραπεζικές διευκολύνσεις που δίνονταν στον ίδιο και στην εταιρεία του CPK 4U TRANSPORT, θεωρώντας ότι θα διευθετούσε τις υποχρεώσεις του προς αυτές. Μεταξύ των ετών 2016 και 2018, μετά από έρευνα που έκανε, διαπίστωσε ότι είναι εγγυήτρια σε τρεις τραπεζικές διευκολύνσεις στην Τράπεζα Κύπρου και δύο στην ΣΠΕ Ταμασού - Ορεινής & Πιτσιλιάς που δόθηκαν στον καθ' ου η αίτηση και στην εταιρεία του CPK 4U TRANSPORT, οι οποίες παραμένουν μέχρι και σήμερα μη εξυπηρετούμενες. Το συνολικό ποσό για το οποίο είναι εγγυήτρια σε τραπεζικές διευκολύνσεις του καθ' ου η αίτηση και της εταιρείας του, ανέρχεται σε €179.
  10. Σχετική κατάσταση από το σύστημα Άρτεμις έχει στην κατοχή της και επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  11. Είναι η θέση της ότι με την υπεράσπιση του ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει αξίωση έναντι της ενάγουσας και παραδέχεται ότι είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της εξοχικής κατοικίας. Επίσης παραδέχεται ότι η ενάγουσα υπόκειται σε ζημιά €490.00 μηνιαίως εξαιτίας της απώλειας της ενοικιαστικής αξίας του ακινήτου. Περαιτέρω είναι θέση της ότι μεταξύ των δύο ο καθ' ου η αίτηση να απολαμβάνει την κατοχή της εξοχικής κατοικίας εις αντάλλαγμα η αιτήτρια να έχει αποκλειστική κατοχή της οικίας στο Στρόβολο. Ο καθ' ου η αίτηση- εναγόμενος έχει καταχωρήσει ένσταση και έχει προβάλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: α) Η αίτηση είναι παράτυπη, νόμω και ουσία αβάσιμη. β) Δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. γ) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της αιτήτριας ως επίσης και τα επισυνημμένα τεκμήρια ή το προσκομισθέν μαρτυρικό υλικό είναι ανεπαρκή, ασαφή, αόριστα και δεν εκτίθενται σε αυτήν επαρκή γεγονότα για να στηρίξουν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή συνοπτικής απόφασης. δ) Ο καθ' ου η αίτηση έχει καλή και γνήσια υπεράσπιση (bona fide) που πρέπει να την προβάλει και η οποία αποκαλύπτεται στην ήδη καταχωρισθείσα Υπεράσπιση του. Ο εναγόμενος έχει καλόπιστη και βάσιμη με βάση τα γεγονότα υπεράσπιση, την οποία δικαιούται να προβάλει κατά τον δέοντα τρόπο κατά την ακρόαση της αγωγής. ε) Η αιτήτρια δεν δικαιούται λόγω της παρέλευσης χρόνου και της φύσης της υπόθεσης να εγείρει την αίτηση στο παρόν στάδιο και δεν δικαιούται να αιτείται έκδοση συνοπτικής απόφασης. στ) Η αίτηση κατεχωρήσθη αδικαιολογήτως καθυστερημένα και η αιτήτρια δεν έχει αποσείσει το σχετικό βάρος που είχε στους ώμους της. η) Ο καθ' ου η αίτηση αποκαλύπτει με την υπεράσπιση τόσον επί της ουσίας της υπόθεσης όσον και επί της διαδικασίας η οποία αποκαλύπτει ουσιώδη νομικά ζητήματα ως προς την αγωγή. θ) Ο καθ' ου η αίτηση προβάλει ουσιώδη ζητήματα και/ή ουσιώδη γεγονότα τα οποία πρέπει να ακουστούν στο Σεβαστό Δικαστήριο Έχει ορκισθεί σε σχέση με τα ακόλουθα γεγονότα: Έχει καταχωρήσει υπεράσπιση στην αγωγή την 14.10.2019 και η αιτήτρια καταχώρησε την αίτηση αφού ο εναγόμενος είχε καταχωρήσει την υπεράσπιση στην αγωγή με την οποία πρόβαλε προδικαστική ένσταση ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας. Ήταν η θέση του ότι η αιτήτρια δεν επεξηγεί και δεν έχει δικαιολογήσει ούτε στοιχειωδώς ούτε υποτυπωδώς το γιατί καθυστέρησε να καταχωρήσει την συγκεκριμένη αίτηση μόλις την 19.02.2020 ενώ η Υπεράσπιση κατεχωρήθη την 14.10.2019 μετά παρέλευσης δηλαδή τεσσάρων μηνών, ενώ έχουν ληφθεί εκατέρωθεν δικονομικά διαβήματα. Ήταν αναγκαίο και απαραίτητο η αιτήτρια όπως θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου αιτιολογία ή δικαιολογία για το γεγονός ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την καταχώρηση της Υπεράσπισης μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας αίτησης, ώστε το Δικαστήριο να δύναται να εξετάσει την αίτηση. Περαιτέρω στην Υπεράσπιση προβάλλεται και προδικαστική ένσταση έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για τον λόγο ότι η ανεγερθείσα οικία επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Φ/ΣΧ.39/46 Τεμάχιο XXXXX, μερίδιο ½ αποτελεί κοινή συζυγική περιουσία αποκτηθείσα κατά την έγγαμη συμβίωση του με την ενάγουσα επί της οποίας διεκδικεί την συνεισφορά του. Προκύπτει καθ' αυτό τον τρόπο επί της ουσίας σημαντικό και περίπλοκο νομικό ερώτημα, περί του κατά πόσον δηλαδή αφενός υπάρχει δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και ουχί του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και αφετέρου κατά πόσον η συγκεκριμένη «περιουσία» είναι περιουσία που εμπίπτει στον Ν.232/1991 επί της οποίας έχει δικαιώματα βεβαίως ως δικαιούχος σύζυγος της αιτήτριας και πρόσωπον έλκον δικαιώματα επ' αυτής. Σε κάθε περίπτωση τέτοιου είδους υποθέσεις και διαφορές, δηλαδή ανάκτησης περιουσίας η οποία αποτελεί περιουσία αποκτηθείσα κατά τη διάρκεια γάμου ή έστω ανάκτηση περιουσίας εν γένει, δεν υπάρχει δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εξετάσει αίτηση για συνοπτική απόφαση. Το διαζύγιο εκδόθηκε την 11.12.2017 και επ' ουδένι δεν έχει παρέλθει η προθεσμία καταχώρησης αίτησης περιουσιακών διαφορών. Ισχυρίζεται επίσης ότι υπήρχε από τον καιρό της διάστασης μεταξύ τους προφορική συμφωνία ότι εκείνος θα έμενε στο σπίτι στον Μαθιάτη και εκείνη στο σπίτι στο Στρόβολο. Στις 12.7.2016, το Δικηγορικό Γραφείο Ελένη Βραχίμη & Σία του απέστειλε επιστολή όπως σταματήσει να εισέρχεται ή να επεμβαίνει στο ακίνητο στο χωριό Μαθιάτη (Τεκμήριο 8 στην Ένορκη Δήλωση της αιτήτριας). Οι δικηγόροι του με επιστολή τους ημερομηνίας 21.7.2016 απέρριψαν το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής, αναφέροντας ότι η παραμονή του στην οικία στο Μαθιάτη εγένετο με πλήρη συγκατάθεση, γνώση και έγκριση της ενάγουσας - αιτήτριας. Κατέθεσε την επιστολή ως Τεκμήριο. Έκτοτε η αιτήτρια δεν έπραξε οτιδήποτε ώστε να διαμαρτυρηθεί για την παραμονή του στο χώρο, πράγμα λογικό διότι είχανε συμφωνία. Τον εξέπληξε το γεγονός ότι καταχώρησε αγωγή την 26.02.
  12. Με την αιτήτρια βρίσκονται σε διάσταση από τις 24.6.
  13. Εκ της διαστάσεως μέχρι και σήμερα διαμένει στην εξοχική κατοικία στο Μαθιάτη, κατόπιν μεταξύ τους προφορικής συμφωνίας, ήτοι να διαμένει στην επίδικη οικία στο χωριό Μαθιάτη και η αιτήτρια - ενάγουσα να διαμένει στη οικία στο Στρόβολο, η οποία αποτελούσε τη συζυγική του εστία. Ακολούθως, η αιτήτρια - ενάγουσα στις 21.7.2016 καταχώρησε αίτηση αποκλειστικής χρήσης υπ' αριθμό XXXXX/2016 της τότε συζυγικής οικίας στο Στρόβολο, ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, και στην οποία εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα με το οποίο παραχωρήθηκε η αποκλειστική χρήση της συζυγικής οικίας στο Στρόβολο στην αιτήτρια. Κατά ή περί τις 22.7.2016 η αιτήτρια καταχώρησε την αίτηση διαζυγίου υπ' αριθμό XXXXX/2016 και κατά ή περί την 28.7.2016 καταχώρησε την υπ' αριθμό αίτηση γονικής μέριμνας αρ. XXXXX/
  14. Κατά η περί την 23.9.2016 καταχώρησε την υπ' αριθμό αίτηση διατροφής XXXXX/
  15. Σε όλες τις αιτήσεις η αιτήτρια είχε δηλώσει ως τόπο διαμονής του καθ' ου η αίτηση την εξοχική οικία στο Μαθιάτη. Κατέθεσε ως Τεκμήριο Β τις ανωτέρω αιτήσεις και πάλιν δεν διαμαρτυρήθηκε για την παραμονή μου στο χώρο. Η αιτήτρια δεν είχε προβεί εναντίον του σε άλλο δικαστικό διάβημα στα πλαίσια του Οικογενειακού Δικαστηρίου επειδή υπήρχε μεταξύ τους προφορική συμφωνία όπως ο καθ' ου η αίτηση να διαμένει στο σπίτι στον Μαθιάτη και η ενάγουσα στο σπίτι στο Στρόβολο. Τα όσα αναφέρονται από την αιτήτρια σε σχέση με τις συνθήκες ανέγερσης της κατοικίας είναι άσχετα και ανήκουν στις γενικές περιουσιακές τους διαφορές ως σύζυγοι. Μαζί είχαν αποφασίσει για την ανέγερση της εν λόγω εξοχικής κατοικίας. Ο καθ' ου η αίτηση είχε αναλάβει τον πλήρη σχεδιασμό, εκτέλεση και αποπεράτωση της κατοικίας. Η αιτήτρια είχε πλήρη γνώση των εργασιών και ενέκρινε κάθε εργασία. Μαζί απολαμβάναν με τα παιδιά τους διαμονή στην εν λόγω κατοικία και οι ενάγουσα κωλύεται να εγείρει τις αξιώσεις της εξαιτίας της συμπεριφοράς της. Σημειώνεται ότι η ενάγουσα παραθέτει με την αίτηση της τα ίδια γεγονότα με αυτά που διατυπώνονται με την απαίτηση. Ο σκοπός της συνοπτικής διαδικασίας είναι η γρήγορη επίλυση της αγωγής όταν δεν υφίσταται οποιοδήποτε επίδικο θέμα προς εκδίκαση για το οποίο θα πρέπει να ληφθεί μαρτυρία από το Δικαστήριο. Ο καθοριστικός παράγοντας που θα πρέπει να καθοδηγεί την κρίση του Δικαστηρίου όταν αποφασίζει κατά πόσο θα εκδώσει απόφαση στη συνοπτική διαδικασία είναι κατά πόσο υπάρχει έστω και ένα επίδικο θέμα που θα πρέπει να εκδικασθεί για να μπορέσει το Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα επί των γεγονότων για την επίλυση της αγωγής. Εάν το Δικαστήριο εντοπίσει έστω και ένα θέμα που θα πρέπει να εκδικασθεί για την δίκαια επίλυση της αγωγής δεν πρέπει να εκδώσει απόφαση στην αγωγή. Οι προκαταρκτικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται για την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου με βάση την Δ.18 θ.1(α) είναι ως ακολούθως:
  16. Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.26 θ.
  17. Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση.
  18. Πρέπει να υπάρχει ένορκη δήλωση του ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και δηλώνει ότι πιστεύει πως δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Αφού ο ενάγοντας ικανοποιήσει το Δικαστήριο για τα πιο πάνω, το βάρος αποδείξεως μετατοπίζεται στον εναγόμενο ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση και ότι αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που να υποδηλούν ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση και γι' αυτό το λόγο θα πρέπει να του επιτραπεί να καταχωρήσει υπεράσπιση στην αγωγή. (Βλ. Kyprianides v Ioannou

(1961)1 CLR 265, Cyems Co. Ltd. v Central Co-Operative Industries Co. Ltd
(1982)1 CLR, Hermes Insurance Ltd. v Theodorides
(1983)1 CLR 333). Στην παρούσα περίπτωση η πρώτη προϋπόθεση έχει εκπληρωθεί διότι το κλητήριο ένταλμα έχει εκπληρωθεί. Το ίδιο ισχύει για την δεύτερη προϋπόθεση εφόσον έχει καταχωρηθεί εμφάνιση στην αγωγή. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση δεν είμαι ικανοποιημένη ότι η απαίτηση της ενάγουσας έχει επαληθευθεί. Η υποχρέωση της ενάγουσας να καταχωρήσει ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα το οποίο να επαληθεύεται με ένορκη δήλωση στα πλαίσια της αίτησης γίνεται διά να διαπιστώσει το Δικαστήριο με βάση τα γεγονότα του κλητήριου ότι η ενάγουσα έχει νόμιμη αξίωση εναντίον της εναγόμενης. Σύμφωνα με το Annual Practice Book 1953 η αντίστοιχη αγγλική διάταξη της Δ.18 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών είναι το O. 14 r.1. Στην σελίδα 174 αναφέρεται ότι ο ενάγοντας δεν δικαιούται συνοπτική απόφαση εάν υπάρχει ελάττωμα στο κλητήριο ένταλμα ή στην έκθεση απαίτησης που θεμελιώνει την απαίτηση του ενάγοντα. Εάν το ελάττωμα ή παράλειψη είναι ουσιαστική τότε η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Εάν το ελάττωμα ή παράλειψη είναι τυπικό τότε μπορεί να δοθεί άδεια στον ενάγοντα να προβεί σε τροποποίηση του κλητήριου εντάλματος. "If a special indorsement is defective the defect cannot be made good by affidavit evidence .The meaning of those cases is that where the defect in the endorsement is one of form and not of substance it may be remedied by amendment but not by affidavit in support. Where however, the defect is one of substance the application for summary judgement will be dismissed." Στην Αγγλική απόφαση Ryley v Master Sheba Gold Mining Co.
(1892)4 Q.B.D. 674, αποφασίσθηκε ότι εφόσον δεν υπήρχε αναφορά στο κλητήριο ένταλμα πάνω σε ποια βάση δικαιούτο ο ενάγοντας να χρεώσει τόκο αυτό ήταν ουσιαστική παράλειψη στο κλητήριο ένταλμα με αποτέλεσμα να απορριφθεί η αίτηση για συνοπτική απόφαση. "It is important that a man, who is to be proceeded against summarily for judgement, should know exactly how much he has to pay if he wishes to stay the action and should not be called upon to take the risks of calculation." Εκείνο που λέχθηκε στην απόφαση Δημητρίου ν Τράπεζα Κύπρου
(1997)1 ΑΑΔ 61, 66, είναι ότι η Δ.18 πρέπει να εφαρμόζεται μόνο σε ξεκάθαρες και αδιαμφισβήτητες υποθέσεις. Αυτό σημαίνει ότι ο ενάγοντας πρέπει ξεκάθαρα να αποδείξει την απαίτηση του. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι θα πρέπει να προβεί σε αχρείαστη παράθεση όλων των γεγονότων της έκθεσης απαιτήσεως στην αίτηση για συνοπτική απόφαση. Αυτά τα γεγονότα πρέπει με την αίτηση να επαληθεύονται. Όμως εάν με βάση το κλητήριο ένταλμα ή την έκθεση απαίτησης δεν εκτίθενται τέτοια γεγονότα ώστε να προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο ενάγοντας δικαιούται στην απαίτηση του τότε δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1. Τα ουσιαστικά γεγονότα που θεμελιώνουν την Έκθεση Απαιτήσεως περιέχονται στις παραγράφους 9 μέχρι 16 της Έκθεσης Απαιτήσεως. Σύμφωνα με την παράγραφο 9 η ενάγουσα εξακολουθούσε να είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου του ½ μερίδιο εξ' αδιαιρέτου. Ο γάμος με τον εναγόμενο είχε πραγματοποιηθεί στις 6.5.2005 και το ακίνητο είχε μεταβιβασθεί επ' ονόματι της ενάγουσας τον Σεπτέμβριο 2005 μετά την τέλεση του γάμου της με τον εναγόμενο. Έκανε δάνειο για να χρηματοδοτήσει την ανέγερση της εξοχικής κατοικίας στο ακίνητο κατά την διάρκεια του γάμου της. Η ενάγουσα αρνείται ότι υπάρχει συμφωνία προφορική ή άλλως πως με τον εναγόμενο σε σχέση με τον διαμοιρασμό της περιουσίας τους. Συνεπώς, ακόμη και με βάση των γεγονότων που θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας τίθεται επί τάπητος το ζήτημα της καθ' ύλην αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου να επιληφθεί της διαφοράς. Τα όρια της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστήριο σε σχέση με την επίλυση περιουσιακών διαφορών μεταξύ συζύγων επεξηγήθηκαν με σαφήνεια στην Έφεση Φιλίππου ν Φιλίππου 1 ΑΑΔ 1343
(2003)ως ακολούθως: Άρθρο 2 (τροποποίηση του Νόμου 23/90 με το άρθρο 2 του Νόμου 26
(1)/98: "΄περιουσιακές σχέσεις΄ σημαίνει τις σχέσεις που αφορούν κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία που αποκτήθηκε με την προοπτική του γάμου πριν ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμων του 1991 έως 1998." Άρθρο 11
(1)(τροποποίηση του Νόμου 23/90 με το άρθρο 3 του Νόμου 26
(1)/98): "11
(1)Τα οικογενειακά δικαστήρια έχουν τη δικαιοδοσία και ασκούν τις εξουσίες που τους ανατίθενται δυνάμει του Άρθρου 111 του Συντάγματος, του παρόντος Νόμου και οποιουδήποτε άλλου νόμου.
(2)Χωρίς να επηρεάζεται η γενικότητα του εδαφίου
(1), τα οικογενειακά δικαστήρια έχουν ειδικότερα την εξουσία να επιλαμβάνονται υποθέσεων που αφορούν- (α) .................................................... (β) .................................................... (γ) .................................................... (δ) .................................................... (ε) Θέματα γονικής μέριμνας, διατροφής, αναγνώρισης τέκνου, υιοθεσίας, περιουσιακών σχέσεων των συζύγων και οποιαδήποτε άλλη γαμική ή οικογενειακή διαφορά, εφόσον οι διάδικοι ή ένας από αυτούς έχουν τη διαμονή τους στη Δημοκρατία." (υπογράμμιση δική μας) Ταυτόχρονα, με το άρθρο 2 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων (Τροποποιητικού) Νόμου του 1998 (Ν. 25
(1)/98), ο ορισμός "Δικαστήριο" αντικαταστάθηκε ως εξής: "'Δικαστήριο' σημαίνει το Οικογενειακό Δικαστήριο που ιδρύθηκε δυνάμει των περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμων του 1990 έως 1997." Τέλος, με το άρθρο 2 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων (Τροποποιητικού) Νόμου του 1999 (Ν. 58
(1)/99), ο ορισμός "περιουσία" αντικαταστάθηκε (ώστε να συνάδει με τον ορισμό "περιουσιακές σχέσεις", πιο πάνω) ως εξής: "'περιουσία' σημαίνει την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους.". Από τις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις είναι πρόδηλο ότι πρόθεση του νομοθέτη ήταν να εντάξει όλες ανεξαίρετα τις περιουσιακές διαφορές μεταξύ συζύγων σε σχέση με ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου, από οποιοδήποτε από τους συζύγους, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμων του 1991-1999, στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, ανεξάρτητα από το ποια είναι η βάση της αγωγής. (Βλ. και Λογγίνου, πιο πάνω, όπως και Γρηγορίου ν. Γρηγορίου
(2001)1 A.A.Δ. 1461 και Μιχαήλ ν. Γιάγκου
(2001)1 Α.Α.Δ.
  1. Επομένως, και η υπό εξέταση περιουσιακή διαφορά, ως βασιζόμενη σε εμπίστευμα μεταξύ συζύγων, σε ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε μετά τη σύναψη του γάμου, ενέπιπτε στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου το οποίο και ορθά της επιλήφθηκε. To επίδικο ακίνητο αποκτήθηκε μετά τον γάμο των διαδίκων και η εξοχική κατοικία ανεγέρθηκε στο ακίνητο μετά τον γάμο. Αυτός είναι και ο λόγος που η ενάγουσα έχει παραθέσει λεπτομερή γεγονότα αναφορικά με την απόκτηση του ακινήτου και την ανέγερση της κατοικίας ώστε να υποστηρίξει την θέση ότι αυτή είναι δική της ξεχωριστή περιουσία. Όμως δεν είναι ξεκάθαρο ότι για την επίλυση της εν λόγω διαφοράς δικαιοδοσία έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο με βάση τα ουσιώδη γεγονότα που έχει παραθέσει για να υποστηρίξει την απαίτηση της. Η Δ.18 κ.1 είναι κατάλληλη θεραπεία μόνο σε αποσαφηνισμένες απαιτήσεις. Επομένως, επειδή με τα γεγονότα της απαίτησης προκύπτει άμεσα ζήτημα δικαιοδοσίας δεν είναι κατάλληλη περίπτωση για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Η απαίτηση δεν έχει επαληθευθεί με ξεκάθαρο τρόπο ως απαιτείται με βάση τις αυστηρές προϋποθέσεις που προνοούνται από την Δ.
  2. Ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν έχουν τηρηθεί οι αυστηρές προϋποθέσεις που τίθενται στην Δ.18 για να δικαιούται η αιτήτρια συνοπτική απόφαση. Εν όψει των πιο πάνω καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν είναι ξεκάθαρη απαίτηση. Δεν είναι αναγκαίο να εξετάσω την υπεράσπιση που έχει προβάλει ο εναγόμενος αφού οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης δεν έχουν ικανοποιηθεί. Παρόλο ότι δεν είμαι υπόχρεα να εξετάσω την ένσταση του εναγόμενου, υπό τις περιστάσεις, κρίνω ότι ο εναγόμενος έχει παραθέσει ικανοποιητικά στοιχεία που να καταδεικνύουν την ανάγκη όπως η παρούσα διαφορά επιλυθεί στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας. Στην περίπτωση που το βάρος έχει μετατοπισθεί στον εναγόμενο να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση η ένορκη δήλωση του θα πρέπει να περιέχει επαρκή γεγονότα και στοιχεία για την ύπαρξη υπεράσπισης. Η απλή αναφορά σε αόριστους και ασαφής ισχυρισμούς δεν μπορεί να μετατοπίσει αυτό το βάρος επειδή τέτοιοι ισχυρισμοί δεν μπορούν να εξετασθούν και να αξιολογηθούν από το Δικαστήριο διά να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι υπάρχει καλή υπεράσπιση. (Βλ. Hermes Insurance Co.Ltd [ως ανωτέρω]). Η αναφορά σε αόριστους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν είναι εμπεδωμένοι με γεγονότα και/ή στοιχεία δεν μπορούν να θεμελιώσουν το απαιτούμενο υπόβαθρο αναγκαίο για τη διαπίστωση καλής υπεράσπισης. Η ένορκη δήλωση πρέπει να έχει τις απαιτούμενες λεπτομέρειες από τις οποίες να προκύπτει ότι υπάρχει καλόπιστη υπεράσπιση (bona fide defence). Όμως στην περίπτωση που η ένορκη δήλωση του εναγόμενου αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα τότε πρέπει να δοθεί ανεπιφύλακτα άδεια στην εναγόμενη να καταχωρήσει υπεράσπιση στην αγωγή. Είναι ανώφελο όπως έχει λεχθεί και στο Annual Practice του 1958 σελ. 248 η ενάγουσα να προσκρούσει τα γεγονότα που έχει προβάλει ο εναγόμενος με πρόσθετα γεγονότα διότι η ανάγκη της ενάγουσας να προσθέσει και άλλα γεγονότα προς υποστήριξη της αιτήσεως της υποδηλεί ότι πρέπει να εκδικασθεί η αγωγή και να ακουσθεί μαρτυρία. Εάν εκδοθεί απόφαση κατόπιν ακρόαση συνοπτικής αιτήσεως ο εναγόμενος στερείται του δικαιώματος της δίκης επομένως, είναι ένα εξαιρετικό μέτρο που πρέπει να λαμβάνεται μόνο στην απουσία επίδικου θέματος προς εκδίκαση. Στην υπόθεση Trans Middle East Trading (TMET) Ltd. ν Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, τονίστηκε και πάλι ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης με την πιο κάτω αναφορά στις σελ. 243-244: "Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και από τις Αγγλικές αποφάσεις, είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση και ουσιαστική υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε θα πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση.. .Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο." Το Εφετείο επεξήγησε στην απόφαση N.V. Caterchef Ltd. v P.C.P. Electronics, Πολιτική Έφεση 1 ΑΑΔ 1912
(1999), ότι η υπεράσπιση του εναγόμενου πρέπει να εκθέτει με σαφήνεια συγκεκριμένα γεγονότα με τρόπο που να εκφράζεται μία καλόπιστη και ολοκληρωμένη υπεράσπιση. Ο εναγόμενος έχει προβάλει υπεράσπιση ότι η περιουσία εμπίπτει στον Ν. 232/
  1. Ως περιουσία που εμπίπτει στον νόμο αυτό έχει δικαιώματα ως δικαιούχος σύζυγος της ενάγουσας. Ανέφερε ότι ήταν κοινή τους απόφαση ως σύζυγοι να αναγείρουν την εξοχική οικία στον Μαθιάτη η αξία της οποίας φαίνεται να ανέρχεται στο ποσό των €99,000.
  2. Ο εναγόμενος είχε αναλάβει τον πλήρη σχεδιασμό, εκτέλεση και αποπεράτωση της οικίας. Αυτές οι λεπτομέρειες είναι ικανοποιητικές για να τεκμηριώσουν την θέση ότι δημιουργείται ερώτημα σε σχέση με το δικαίωμα του στην περιουσία ως σύζυγος της ενάγουσας. Ο μόνος οριστικός τρόπος να επιλυθεί το ζήτημα της δικαιοδοσίας και κατ' επέκταση να καθορισθούν τα περιουσιακά δικαιώματα του εναγόμενου είναι στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας. Θα πρέπει να αποδειχθούν τα πραγματικά γεγονότα που θεμελιώνουν την υπεράσπιση του εναγόμενου και αυτό μπορεί να γίνει μόνο στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας. Έχει προβάλει όμως και δεύτερο λόγο υπεράσπισης ήτοι ότι υπάρχει σε ισχύ μεταξύ των διαδίκων προφορική συμφωνία σε σχέση με την επίλυση περιουσιακών διαφορών μεταξύ συζύγων να δοθεί αποκλειστική κατοχή της οικίας του κοινού τους βίου στο Στρόβολο με αντάλλαγμα ο εναγόμενος να έχει το δικαίωμα να ζει και να κατέχει την οικία στον Μαθιάτη. Προς υποστήριξη αυτής της θέσης ο εναγόμενος έχει υποδείξει ότι δεν έχει διεκδικήσει την οικία στο Στρόβολο αφού εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα με το οποίο δόθηκε αποκλειστική χρήση της οικίας στην ενάγουσα και δεν έχει υποβάλει αίτημα σε σχέση με την οικία με την λύση του γάμου. Σε όλες τις αιτήσεις που είχε κάνει η ενάγουσα στο Οικογενειακό Δικαστήριο είχε δηλώσει την διεύθυνση του εναγόμενου στο εξοχικό σπίτι στο Μαθιάτη. Με την αίτηση διαζυγίου τεκμήριο Β επί της ένστασης δεν διαμαρτυρήθηκε για το γεγονός ότι ο εναγόμενος διέμενε στην οικία στο Μαθιάτη. Ασφαλώς τα πιο πάνω γεγονότα δεν αποδεικνύουν την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας αλλά και ούτε θα μπορούσα αυθαίρετα έξω από τα θέσμια της ακροαματικής διαδικασίας να αποφασίσω το αντίθετο και έτσι ο εναγόμενος έχει το δικαίωμα να ακουσθεί προς επίλυση του συγκεκριμένου ζητήματος. Mε την αγόρευση της η ενάγουσα έχει υποδείξει ότι οι ισχυρισμοί του εναγόμενου δεν μπορούν να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Όμως για να μπορέσει το Δικαστήριο να διαπιστώσει τα πιο πάνω θα πρέπει αναπόφευκτα να ακούσει μαρτυρία. Εν όψει όσων έχω αναφέρει πιο πάνω, διαπιστώνω ότι υπάρχει τουλάχιστον ένα ζήτημα προς εκδίκαση. Η έκδοση απόφασης σ' αυτό το στάδιο και υπό αυτές τις περιστάσεις, εναντίον του εναγόμενου, θα αποτελούσε άδικη και αυθαίρετη άρνηση της δικαιοσύνης. Η αίτηση απορρίπτεται και τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον της ενάγουσας όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, A.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.