BETWEEN FRIENDS LIMITED κ.α. ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD, Αρ. Αγωγής: 1379/2018, 29/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΔΑΥΙΔ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1379/2018 Μεταξύ:
- BETWEEN FRIENDS LIMITED (ΗΕ 168983)
- XXXXX ΖΕΡΒΟΥ Εναγόντων και ALPHA BANK CYPRUS LTD Εναγομένης Αίτηση ημερ. 20.10.20 για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Ημερομηνία: 29.01.2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κα Χ. Μεττή για Ορφανίδη, Χριστοφίδη και Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενη-Καθ΄ ης η αίτηση: κ. Χρ. Ιωσήφ για Χρυσαφίνη και Πολυβίου ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 25.05.2018, με την καταχώρηση Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητήριου Εντάλματος, οι ενάγοντες δρομολόγησαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Μέσω της, διεκδικούν από την εναγόμενη τράπεζα Γενικές και Ειδικές αποζημιώσεις τις οποίες εδράζουν σε διάφορες βάσεις, ως επίσης αναγνωριστικές αποφάσεις και διατάγματα με τα οποία να κηρύσσονται άκυρες διάφορες συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν από την εναγόμενη τράπεζα, ως επίσης αριθμός υποθηκών που ενεγράφησαν προς όφελος της τελευταίας επί των ακινήτων της ενάγουσας αρ.
- Στις 13.09.2018, καταχωρήθηκε από την πλευρά των εναγόντων πολυσέλιδη Έκθεση Απαίτησης - 38 πυκνογραμμένες σελίδες - μέσω της οποίας αποτυπώνεται η υπόθεση τους σε βάρος της εναγόμενης τράπεζας, με την τελευταία να καταχωρεί την Υπεράσπιση της στις 22.10.
- Στο μεσοδιάστημα, ήτοι στις 28.05.2020, οι ενάγοντες καταχώρησαν ενδιάμεση αίτηση, την οποία προωθούν δια κλήσεως, μέσω της οποίας αξιώνουν την έκδοση διαφόρων διαταγμάτων με τα οποία να απαγορεύεται στους εναγόμενους να προχωρήσουν με εκποίηση ακινήτων που βαρύνονται με αριθμό υποθηκών. Η ως άνω εξέλιξη προκάλεσε την αντίδραση της εναγόμενης, η οποία στις 25.09.2020 καταχώρισε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης. Οι ενάγοντες-αιτητές επανήλθαν με την καταχώριση της υπό συζήτηση αίτησης, μέσω της οποίας επιζητούν την άδεια του Δικαστηρίου για καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης από την πλευρά τους, «προς υποστήριξη της αίτησης ημερ. 28.05.2020 που καταχωρίστηκε στα πλαίσια της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό». Την αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του XXXXX Ζερβού (ενάγοντα 2 και διευθυντή της ενάγουσας 1), ίδιας ημερομηνίας. Η προτεινόμενη συμπληρωματική μαρτυρία, υποστηρίζει ο ομνύων, προσχέδιο της οποίας τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, είναι αναγκαία, αφού οι καθ' ων η αίτηση έχουν προβάλει συγκεκριμένους ισχυρισμούς στους οπαίους ειδικότερα αναφέρεται, οι οποίοι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή χρήζουν διευκρίνησης και για τους οποίους επιθυμεί να απαντήσει. Υποστηρίζοντας ότι η συμπληρωματική μαρτυρία «είναι πολύ σημαντική για τη φύση και τις ανάγκες της παρούσας διαδικασίας», σημειώνει πως με δεδομένο ότι η αίτηση καταχωρήθηκε δια κλήσεως χωρίς να έχουν εκδοθεί μονομερώς διατάγματα, η παράθεση νέων στοιχείων εις απάντηση των ισχυρισμών που προβάλλονται στην ένσταση δεν θα διαφοροποιήσει οποιαδήποτε εικόνα έχει το Δικαστήριο. Τυχόν απόρριψη της αίτησης, καταλήγει, θα θέσει τους αιτητές σε ιδιαίτερα δυσμενή θέση σε σχέση με τους καθ' ων η αίτηση. Το ως άνω δικονομικό διάβημα συνάντησε την ένσταση της πλευράς της εναγομένης. Η τελευταία προχώρησε στην καταχώριση Ειδοποίησης Πρόθεσης Ένστασης προτάσσοντας αριθμό λόγων προς τούτο. Ειδικότερα, προβάλλεται πως: «
- Οι Αιτητές αδικαιολόγητα και/ή κακόπιστα και/ή καταχρηστικά επιδιώκουν δια της παρούσας Αίτησης να καλύψουν και/ή να διορθώσουν τα κενά στην υπόθεση τους και/ή τα όσα έπρεπε και/ή μπορούσαν και/ή όφειλαν να αναφέρουν στο Δικαστήριο κατά την καταχώριση της Αίτησης ημερομηνίας 28/05/2020 και/ή τα όσα ήδη γνώριζαν κατά την ημερομηνία καταχώρισης της Αίτησης ημερομηνίας 28/05/
- Τόσο η γνώση όσο και η οποιαδήποτε αναγκαιότητα παρουσίασης της προτιθέμενης μαρτυρίας η οποία συμπεριλαμβάνεται στην παρούσα Αίτηση υπήρχαν από την ημερομηνία καταχώρισης της Αίτησης ημερομηνίας 28/05/
- Οι ισχυρισμοί που οι Αιτητές αποπειρώνται να εισάξουν αφορούν δεδομένα τα οποία γνώριζαν κατά την ημερομηνία καταχώρισης της Αίτησης ημερομηνίας 28/05/2020 και τίποτα το νέο δεν έχει προκύψει έκτοτε και/ή μέσω της καταχώρισης της Ένστασης της Καθ' ης η Αίτηση ημερ. 25/09/2020 και/ή τυχόν έγκριση της παρούσας Αίτησης θα προκαλούσε αχρείαστη περιπλοκή των επίδικων θεμάτων, ειδικότερα αφ' ης στιγμής οι ισχυρισμοί που προωθούνται μέσω της προτεινόμενης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης θα έπρεπε να είχαν προωθηθεί εξ αρχής μέσω της Αίτησης ημερομηνίας 28/05/
- Οι ισχυρισμοί που οι Αιτητές αποπειρώνται να εισάξουν δεν δικογραφούνται επί της Έκθεσης Απαίτησης και συνεπώς δεν δύναται να εισαχθούν μέσω της προτεινόμενης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης και να εξετασθούν στο πλαίσιο της ενδιάμεσης Αίτησης ημερομηνίας 28/05/
- Οι ισχυρισμοί που οι Αιτητές αποπειρώνται να εισάξουν περιπλέκουν αχρείαστα τα επίδικα ζητήματα της Αίτησης ημερομηνίας 28/05/2020 και τυχόν έγκριση της παρούσας Αίτησης θα μετέτρεπε την Αίτηση ημερομηνίας 28/05/2020 σε δίκη επί της ουσίας της Αγωγής, ενώ η ενδιάμεση διαδικασία της Αίτησης ημερομηνίας 28/05/2020 δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να προβεί σε ευρήματα ειδικότερα σε σχέση με την αξιοπιστία της προσαχθείσας μαρτυρίας.
- Με την προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση οι Αιτητές αποπειρώνται να εισάξουν ισχυρισμούς και/ή μαρτυρία τα οποία είναι άσχετα με τα επίδικα ζητήματα της Αίτησης ημερομηνίας 28/05/
- Με την προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση οι Αιτητές ανεπίτρεπτα αποπειρώνται να εισάξουν αχρείαστο και/ή περιττό σχολιασμό και/ή νομική επιχειρηματολογία και/ή να απαντήσουν στις θέσεις της Καθ' ης η Αίτηση.
- Με την προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση οι Αιτητές προβαίνουν σε αχρείαστο σχολιασμό των αρχικών τους θέσεων, ως αυτές εκτίθενται στην Ε/Δ Ζερβού ημερ. 28/05/
- Οι Αιτητές δεν έχουν παρουσιάσει και/ή δεν έχουν στοιχειοθετήσει οποιοδήποτε «καλό λόγο» ο οποίος θα συνηγορούσε υπέρ της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιτρέψει την καταχώρηση της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.
- Οι Αιτητές με την προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκουν να απαντήσουν στους ισχυρισμούς της Καθ' ης η Αίτηση όπως αυτοί παρατίθενται στην ένορκη δήλωση Στυλιανίδου και/ή να προσβάλουν την αξιοπιστία της ενόρκως δηλούσας Έλενας Στυλιανίδου, το οποίο δεν αποτελεί καλό λόγο για να επιτραπεί η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και/ή δεν αποτελεί το ορθό δικονομικό διάβημα εκ μέρους των Αιτητών.
- Τυχόν έγκριση της υπό εκδίκαση Αίτησης θα αλλοίωνε ανεπίτρεπτα την φύση και τους ισχυρισμούς της Αίτησης ημερομηνίας 28/05/2020 και/ή θα ανάγκαζε την Καθ' ης η Αίτηση να καταχωρίσει με την σειρά της δική της Αίτηση για Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση για να απαντήσει στους ισχυρισμούς οι οποίοι προωθούνται μέσω της υπό εκδίκαση Αίτησης και/ή καταχώριση απαντητικής Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης.
- Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και αστήρικτη.» Ο XXXXX Θεοδώρου, εργοδοτούμενος της εναγόμενης, με την ένορκη δήλωση του που συνοδεύει και υποστηρίζει την ως άνω ένσταση, ημερ. 18.12.2020, επαναλαμβάνει και εξειδικεύει σε κάποιο βαθμό τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Μεταξύ άλλων, προκρίνει πως μέσω της προτεινόμενης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης επιχειρείται να τεθούν άσχετοι και αχρείαστοι με την κυρίως αίτηση ισχυρισμοί και μαρτυρία, περιπλέκοντας τα επίδικα ζητήματα. Υποστηρίζει ότι κανένας από τους λόγους που επικαλούνται οι αιτητές αποτελεί «καλό λόγο», ικανό να δικαιολογήσει έγκριση του αιτήματος. Πλείστα όσα ζητήματα που επιχειρείται να τεθούν μέσω της προτεινόμενης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης, σημειώνει, αποτελούν αχρείαστη επανάληψη θέσεων που προβλήθηκαν στην αρχική ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, είτε επιχειρηματολογία σε ζητήματα που έχουν τεθεί ήδη υπόψη του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, προβάλλεται η θέση ότι συγκεκριμένες θέσεις στην προτεινόμενη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση αποτελούν ζητήματα άσχετα με τα επίδικα, υποδεικνύοντας παράλληλα ότι μέσω της επιδιώκεται από την πλευρά των αιτητών η κάλυψη κενών στη μαρτυρία τους, έχοντας παραλείψει οι τελευταίοι να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου μαρτυρία που εξαρχής είχαν υπόψη τους. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δυο πλευρών με τις αγορεύσεις τους, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Το Δικαστήριο με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τις τοποθετήσεις, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των δυο πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο για τις ανάγκες της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Σύμφωνα με την Δ.48, Θ.4
(2)των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας που προνοείται από την Διαταγή 39.» Σκοπός της Δ.48, Θ.4 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας, είναι η παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου όλων εκείνων των γεγονότων και στοιχείων που είναι αναγκαία στα πλαίσια της εξέτασης ενός συγκεκριμένου αιτήματος, για να υποστηριχθούν εκατέρωθεν οι θέσεις των διαδίκων. Είναι φανερό ότι το ζήτημα της καταχώρισης ή μη συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στον ως άνω κανονισμό, δεν προβλέπεται οποιοσδήποτε περιορισμός όσον αφορά την άσκηση αυτής της εξουσίας του Δικαστηρίου, παρά μόνον υποδεικνύεται πως σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να καταδεικνύεται η ύπαρξη «καλού λόγου», ο οποίος να καθιστά αναγκαία την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 510 και Παπακόκκινου κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Αρ.1)
(2012)1(Α) Α.Α.Δ 643). Η παραχώρηση βέβαια άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ως κατ' επανάληψη έχει υποδειχτεί από τη νομολογία των Δικαστηρίων μας, θα πρέπει πάντα να κρίνεται σε συνάρτηση με την φύση και τις ανάγκες της συγκεκριμένης, κάθε φορά, διαδικασίας. Ως έχει επιβεβαιωθεί στην Κώστα ν. Κώστα
(2003)1 Α.Α.Δ. 269, ο «καλός λόγος» είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την φύση της ενδιάμεσης αίτησης ως επίσης με το είδος των θεραπειών που αυτή επιδιώκει. «Καλός λόγος» μπορεί να διαπιστωθεί ότι υφίσταται στις περιπτώσεις που υπάρχει αμφισβήτηση ή διάσταση αναφορικά με γεγονότα, τα οποία όμως είναι ουσιώδη για τους σκοπούς της εκάστοτε υπό συζήτηση αίτησης, κατά τρόπο που το Δικαστήριο να έχει υπόψη του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων (βλ. A. Messios & Sons Ltd κ.α. v. Λεωνίδα (Αρ. 1)
(2010)1Α Α.Α.Δ. 195). Ως έχει άλλωστε σημειωθεί στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ.4)
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 979, με αναφορά στη Αγγλική Διαταγή O.9 r.6
(2), το Δικαστήριο δύναται να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εάν σε αυτή θα γίνει αναφορά σε γεγονότα που προκύπτουν από ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν από αντιδίκους. Τούτων λεχθέντων, δεν διαλανθάνει της προσοχής ο λόγος της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κούπα v. Πούλλας Τσαδιώτης Λτδ κ.α. Π.Ε. 321/2010, ημερ. 17.07.2014, όπου, αφού διακηρύχτηκε ότι σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση σπάνια δίδεται η άδεια για αντεξέταση, υπεδείχθη παράλληλα ότι η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς, δεν φαίνεται να τεκμηριώνει «καλό λόγο» για την εξασφάλιση άδειας για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ως η δυνατότητα αυτή παρέχεται από την Δ.48 Θ. 4
(2)των Διαδικαστικών Κανονισμών. Το πλαίσιο και το εύρος που μπορεί να προσλάβει η διαδικασία για προσωρινό διάταγμα έχει κατ' επανάληψη προσδιοριστεί από τη νομολογία. Δεδομένο είναι άλλωστε το επίπεδο απόδειξης που διατρέχει όλα τα στάδια της αίτησης για εξασφάλιση ενδιάμεσου-παρεμπίπτοντος διατάγματος. Ως αναδύεται από τη νομολογία, περιορισμένο είναι το έργο του Δικαστηρίου σε αιτήσεις έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων, όπου το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια με βάση τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του, χωρίς να προβαίνει σε αξιολόγηση και κατάληξη σε ευρήματα και τελικά συμπεράσματα. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, αφού υιοθετήθηκε ο λόγος της υπόθεσης Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 για το ζήτημα, υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτως ή άλλως εμποδίζεται από το να προβεί σε τελικά ευρήματα και συμπεράσματα για διαδραματισθέντα, ζητήματα που αφήνονται να εξεταστούν κατά την επίλυση της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των δύο πλευρών. Η αμφισβήτηση γεγονότων σε διαδικασίες ως υπό συζήτηση, από μόνη της, δεν φαίνεται να τεκμηριώνει καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ούτε η «απάντηση» στις προβαλλόμενες θέσεις της άλλης πλευράς, μπορεί από μόνη της, εν είδει αυτοματισμού, να λειτουργήσει υποστηρικτικά σε αίτημα ως το υπό συζήτηση. Άλλωστε, στο σχετικό Διαδικαστικό Κανονισμό (Δ.48 θ.4
(2)) δεν προβλέπεται η δυνατότητα καταχώρισης απαντητικής ένορκης δήλωσης, παρά μόνον συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου». Μια τέτοια «απάντηση» θα πρέπει πάντα να σκοπεί στη συμπλήρωση τέτοιων γεγονότων και στοιχείων που ανάλογα με τη φύση της υπόθεσης πραγματικά και ουσιαστικά να απασχολούν και θα πρέπει να τεθούν υπόψη του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της. Είναι γι' αυτό το λόγο που με δεδομένο το περιορισμένο αντικείμενο της ενδιάμεσης διαδικασίας, η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης κατά τρόπο που μέσω της να απαντώνται προβαλλόμενοι ισχυρισμοί της άλλης πλευράς ή να προσάγεται πρόσθετη μαρτυρία, δεν είναι επιθυμητή (βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τομ. 24, σελ. 519, παρ. 972, υπό τον τίτλο «No fresh evidence after motion opened»). Ως δε έχει υποδειχθεί στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802, η διαδικασία της εκδίκασης προσωρινών διαταγμάτων δεν πρέπει να γίνεται «απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». Επανερχόμενος στην υπό εξέταση περίπτωση, ευθύς εξαρχής θα πρέπει να σημειωθεί ότι η προτεινόμενη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, φαίνεται να καλύπτει ζητήματα για τα οποία δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει και υποστηρίζει την υπό συζήτηση αίτηση, οποιοδήποτε υπόβαθρο που να υποστηρίζει, να αιτιολογεί και δικαιολογεί την συμπερίληψη τους σε αυτήν. Στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 22.10.2020 που συνοδεύει και υποστυλώνει την υπό συζήτηση αίτηση, προσδιορίζονται και εξειδικεύονται τα ζητήματα και οι ισχυρισμοί για τους οποίους η πλευρά των εναγόντων-αιτητών επιζητά την άδεια του Δικαστηρίου να «απαντήσει» μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και να προσθέσει στοιχεία. Ειδικότερα, σύμφωνα με την παράγραφο 5(
- i)της ως άνω ένορκης δήλωσης του Κώστα Ζερβού, επιζητείται η άδεια για την προσθήκη στοιχείων σε σχέση με το υπόλοιπο των λογαριασμών της ενάγουσας 1, σε συνάρτηση πάντα με τις τοποθετήσεις επί του ζητήματος στην παράγραφο 77 της ένορκης δήλωσης ημερ. 25.09.2020, της XXXXX Στυλιανίδου, που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση της εναγομένης-καθ' ης η αίτηση στην αίτηση ημερ. 28.05.2020. Περαιτέρω, στην παράγραφο 5(
- ii)της ως άνω ένορκης δήλωσης που συνοδεύει και υποστηρίζει την υπό συζήτηση αίτηση, η δυνατότητα της εναγόμενης τράπεζας να καταβάλει τυχόν αποζημιώσεις που θα επιδικαστούν υπέρ των εναγόντων-αιτητών και γενικότερα η φερεγγυότητα της, αποτελούν το συγκεκριμένο αντικείμενο για το οποίο επιζητείται η σχετική άδεια, προκρίνοντας την αναγκαιότητα να επιτραπεί στους ενάγοντες-αιτητές η προσκόμιση μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στοιχείων και μαρτυρίας προς αμφισβήτηση τους. Τέλος, στην παράγραφο 5(iii) της ως άνω ένορκης δήλωσης που συνοδεύει και υποστηρίζει την υπό συζήτηση αίτηση, η αναγκαιότητα συμπληρωματικής παρουσίασης μαρτυρίας συγκεκριμενοποιείται στην ανάγκη αντιμετώπισης προβαλλόμενου ισχυρισμού από την πλευρά της καθ' ης η αίτηση περί παρουσίασης από την πλευρά των εναγόντων-αιτητών αλλοιωμένων εγγράφων και απόκρυψης άλλων, ως επίσης στην εξασφάλιση δυνατότητας παρουσίασης έκθεσης γραφολόγου για έγγραφα που παρουσιάστηκαν μέσω της ένστασης από την πλευρά της καθ' ης η αίτηση τράπεζας, για τα οποία δημιουργήθηκαν στον ενάγοντα 2 υποψίες ότι δεν είναι γνήσια. Είναι φανερό ότι ζητήματα που ενσωματώνονται και επιχειρείται να προωθηθούν μέσω της προτεινόμενης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης, για τα οποία ουσιαστικά δεν προβάλλεται μέσω της παρούσας αίτησης οποιαδήποτε υποστηρικτικό υπόβαθρο γεγονότων ή αιτιολογία και δικαιολογία προς τούτο, όπως για παράδειγμα τα ζητήματα που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 11 της προτεινόμενης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης υπό τον τίτλο «Απάντηση στους ισχυρισμούς ότι η αίτηση είναι πρόωρη, άνευ αντικειμένου και ότι προωθείται με μεγάλη καθυστέρηση» και της παραγράφου 12, υπό τον τίτλο «Απάντηση σε σχέση με το ότι δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ούτε ορατές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής», δεν φαίνεται να μπορούν να απασχολήσουν ούτως ή άλλως το Δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Παρεμβάλλεται εν πάση περιπτώσει, εκ του περισσού ίσως, πως έχοντας κατά νου το περιεχόμενο των ως άνω παραγράφων, εντοπίζεται πως αυτό ουσιαστικά αποτελεί επιχειρηματολογία και σχολιασμό επί νομικών θεμάτων, θέσεων ή τεκμηρίων τα οποία έχουν ήδη τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, πραγματικότητα που από μόνης της δεν θα επέτρεπε την έγκριση του αιτήματος. Τούτο άλλωστε φαίνεται ευθέως να αναγνωρίζει και να διακηρύσσει και ο ίδιος ο Κώστας Ζερβός στην προτεινόμενη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, όπου κατ' επανάληψη αναφέρεται ότι μέσω της, όχι μόνο επιχειρείται η αντίκρουση ισχυρισμών που τίθενται από τους καθ' ων η αίτηση αλλά εκφράζονται ή προβάλλονται σκέψεις, προβληματισμοί και συμπερασματικές απολήξεις σε συνάρτηση και ως αποτέλεσμα των τοποθετήσεων της καθ' ης η αίτηση μέσω της ένσταση της, ενώ ταυτόχρονα επιχειρείται σχολιασμός και προβολή επιχειρηματολογίας σε σχέση με θέσεις και στοιχεία ή τεκμήρια που προκρίθηκαν ή τέθηκαν ήδη υπόψη του Δικαστηρίου, είτε μέσω της ένορκης δήλωσης που ήδη συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση ημερ. 28.05.2020, είτε μέσω της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την σχετική ένσταση της Καθ' ης η αίτηση. Η επισήμανση άλλωστε διαφόρων ζητημάτων ή παραλήψεων που κατά τη θέση της πλευράς των Αιτητών παρουσιάζονται προβληματικές όσον αφορά την ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την σχετική ένσταση της Καθ' ης η αίτηση 1, όπως για παράδειγμα το γεγονός ότι δεν παρουσιάζεται έγγραφη μαρτυρία η οποία να υποστηρίζει τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς ή ότι δεν σχολιάζονται ειδικότερα ζητήματα που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως να αποτελέσει αντικείμενο μιας συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, στα πλαίσια διαδικασίας ως η υπό συζήτηση. Πολύ δε περισσότερο, δεν φαίνεται να δικαιολογείται η παραχώρηση της αιτούμενης άδειας στο βαθμό που διαπιστώνεται ότι ζητήματα στα οποία γίνεται αναφορά στην προτεινόμενη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, φαίνεται να έχουν ήδη καλυφθεί με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την Αίτηση. Η προτεινόμενη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση, στην έκταση που έχει την ως άνω μορφή τα πιο πάνω χαρακτηριστικά, έχοντας κατά νου τις ως άνω καλά καθιερωμένες αρχές θεώρησης του ζητήματος, σε συνδυασμό πάντα θεωρούμενες με τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση και τη φύση της διαδικασίας που αυτή αφορά, δεν φαίνεται εκ των πραγμάτων να εξυπηρετεί τον στόχο και τον σκοπό που μπορεί να επιτελέσει σε διαδικασίες του είδους και ως εκ τούτου δεν φαίνεται να δικαιολογείται η παραχώρηση της αιτούμενης άδειας. Επιζητούν οι αιτητές την εξασφάλιση άδειας παρουσίασης, συμπληρωματικά, μαρτυρίας και στοιχείων σε σχέση με την συναλλαγματική ζημιά και τα υπόλοιπα των λογαριασμών της ενάγουσας 1 εταιρείας. Έχοντας ήδη παραθέσει τις αρχές στη βάση των οποίων προσεγγίζονται ζητήματα ως το υπό συζήτηση στα πλαίσια αιτήσεων του είδους που αφορά η αίτηση ημερ. 28.05.2020, αισθάνομαι ότι δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Αντιπαρερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση του γεγονότος ότι η επιχειρούμενη να τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου μαρτυρία υπήρχε πάντα η δυνατότητα να συμπεριληφθεί στην αρχική ένορκη δήλωση του Κ. Ζερβού που υποστηρίζει την αίτηση ημερ. 28.05.2020, γεγονός παραμένει ότι το ζήτημα της συναλλαγματικής ζημίας και η θέση των εναγόντων-αιτητών για τα υπόλοιπα των λογαριασμών έχει ήδη τεθεί με την ως άνω αρχική ένορκη δήλωση του Κ. Ζερβού. Η επανάληψη αυτών των θέσεων και η περαιτέρω επιχειρηματολογία μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν μπορούν ασφαλώς να δικαιολογήσουν το αιτούμενο διάταγμα. Οι ενάγοντες-αιτητές έχουν ήδη ξεκάθαρα αναφερθεί στη συναλλαγματική ζημιά που υπέστησαν με παράθεση συγκεκριμένων στοιχείων και τεκμηρίων, καταγράφοντας και επεξηγώντας τη διαφωνία τους για το υπόλοιπο των λογαριασμών της ενάγουσας 1. Προφανώς υπάρχει διάσταση θέσεων επί του ζητήματος με τις τοποθετήσεις της εναγόμενης-καθ΄ ης η αίτηση τράπεζας. Το γεγονός τούτο όμως, από μόνο του, δεν θα μπορούσε να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Επαναλαμβάνεται, φορτικά ίσως, ότι σε διαδικασίες του είδους ως η αίτηση ημερ. 28.05.2020, το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στην εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση ή μη του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε ουσιαστική εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων καταλήγοντας σε τελικά ευρήματα για τα διαδραματισθέντα (βλ. Μαρίας Κόκκινου ν. Κυριάκου Κόκκινου, Έφεση Αρ. 29/2014, ημερ. 03.11.2016). Η προσέγγιση του Δικαστηρίου σε σχέση με τη δυνατότητα καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης όσον αφορά την παρουσίαση αλλοιωμένων εγγράφων ή απόκρυψη άλλων ως επίσης τις υποψίες του ενάγοντα 2 για την γνησιότητα συγκεκριμένων τεκμηρίων που παρουσιάστηκαν από την πλευρά της καθ΄ ης η αίτηση (Τεκμήρια 1 έως 5 στην ένορκη δήλωση της XXXXX Στυλιανίδου, ημερ. 25.09.2020), δεν θα μπορούσε εκ των πραγμάτων να είναι διαφορετική από την πιο πάνω. Σπεύδω να σημειώσω, στη βάση πάντα των ειδικότερων περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, την απόκλιση μου από την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της εναγομένης ότι το συγκεκριμένο ζήτημα ούτως ή άλλως δεν φαίνεται να καλύπτεται από τα δικόγραφα των εναγόντων. Παρά την ορθή στη γενικότερη διάσταση της προσέγγιση, γεγονός παραμένει ότι το ζήτημα της γνησιότητας των εγγράφων (Τεκμήρια 1-5) προέκυψε στην υπό συζήτηση περίπτωση μετά την καταχώριση της ένστασης εκ μέρους της καθ΄ ης η αίτηση - πολύ μεταγενέστερα από την ήδη καταχωρηθείσα Έκθεση Απαίτησης των εναγόντων - όπου για πρώτη φορά φέρονται να τέθηκαν υπόψη των εναγόντων τα συγκεκριμένα έγγραφα. Ωστόσο, ως πιο πάνω έχει σημειωθεί, έχοντας κατά νουν τις καλά καθιερωμένες αρχές που διέπουν το εύρος της διαδικασίας αιτήσεων του είδους ως η αίτηση ημερ. 28.05.2020, η πιο πάνω εξέλιξη στη διαδικασία δεν φαίνεται ικανή να διαφοροποιήσει την προσέγγιση του Δικαστηρίου για το ζήτημα. Εξηγούμαι. Το ζήτημα της μετατροπής σχετικών με την υπό συζήτηση υπόθεση δανείων σε Ελβετικό Φράγκο έχει απασχολήσει ήδη, σε έκταση, τόσο την πλευρά των εναγόντων-αιτητών (βλ. μεταξύ άλλων, παραγράφους 34 έως 59 στην ένορκη δήλωση του Κ. Ζερβού, ημερ. 28.05.2020), όσο και την πλευρά της εναγομένης-καθ΄ ης η αίτηση (βλ. μεταξύ άλλων, παραγράφους σελίδες 6, 46, 53 έως 57 και 61, στην ένορκη δήλωση της Ε. Στυλιανίδου, ημερ. 25.09.2020). Τέθηκε προς τούτο υπόψη του Δικαστηρίου αριθμός τεκμηρίων. Για σκοπούς της διαδικασίας στο πλαίσιο της αίτησης ημερ. 28.05.2020, είναι προφανές ότι η περαιτέρω ενασχόληση με το ζήτημα γνησιότητας που επιχειρείται να προωθηθεί από την πλευρά των εναγόντων-αιτητών των συγκεκριμένων τεκμηρίων, απολήγει να είναι αχρείαστη, ενώ τυχόν παραχώρηση σχετικής άδειας ενσωμάτωσης κατά τον τρόπο που επιδιώκεται του όλου ζητήματος στο μαρτυρικό υλικό, όχι μόνον δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της συγκεκριμένης διαδικασίας αλλά θα περιέπλεκε αχρείαστα τα επίδικα ζητήματα, εγείροντας ταυτόχρονα ζητήματα αξιοπιστίας και κατάληξης σε τελικά ευρήματα και συμπεράσματα. Παρεμβάλλεται ότι η πλευρά των εναγόντων-αιτητών, ουσιαστικά δεν αμφισβητεί τη συγκατάθεση του ενάγοντα 2 στην μετατροπή των δανείων σε Ελβετικό φράγκο (βλ. μεταξύ άλλων, παράγραφος 49 της ένορκης δήλωσης ημερ. 28.05.2020 του Κ. Ζερβού). Στα πλαίσια της εξέτασης κατά πόσο ικανοποιείται ή όχι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου - επί του οποίου εδράζεται ουσιαστικά η αίτηση ημερ. 28.05.2010 των εναγόντων - είναι σημαντικό να σημειωθεί πως ότι διερευνάται για να κριθεί δικαιολογημένη και αναγκαία η έκδοση ενός διατάγματος ως τα υπό συζήτηση, είναι κατά ποσό στην περίπτωση που τελικά ένας ενάγοντας επιτύχει στην αγωγή του θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων του με επιδίκαση αποζημιώσεων. Ως υποδεικνύεται στο Σύγγραμμα «Διατάγματα» των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, στη σελίδα 132: «. Αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη». Ομοίως, στην υπόθεση Ανδρέου Αντώνης ν. Colossos Signs Ltd (Αρ. 2),
(2008)1 A.A.Δ. 626, επισημάνθηκε ότι στις περιπτώσεις που η επιδίκαση αποζημίωσης στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων ενός ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη. Κρίθηκε ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων αποτελεί επαρκή θεραπεία όταν η φύση της υπόθεσης επιτρέπει δίκαιο υπολογισμό της ζημιάς. Η προβολή άλλωστε της θέσης για ανεπανόρθωτη ζημιά, είναι αναγκαίο να τεκμηριωθεί με την προσκόμιση κατάλληλων λεπτομερειών και εξηγήσεων. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να δίδονται συγκεκριμένα στοιχεία για την οικονομική κατάσταση ενός ατόμου ή εταιρείας, διασυνδέοντας τα με την αμεσότητα του κινδύνου να παραμείνει ανικανοποίητη τυχόν εκδοθείσα απόφαση υπέρ του ενάγοντα - αιτητή. Τα πιο πάνω, ανεξάρτητα από το γεγονός πως εξετάζοντας τον παράγοντα της ανεπανόρθωτης ζημιάς, ως η έννοια του όρου περιλαμβάνεται στην τρίτη θεμελιακή προϋπόθεση του άρθρου 32, η νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι σε αυτήν εμπίπτουν και άλλα μεταβλητά κριτήρια και παράγοντες, αφού ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης, δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Papastratis v. Pierides
(1979)1 C.L.R. 231, Κυρίσαββα κ.α. ν. Κύζη
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1245, και M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. Timberland Co
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791). Δεδομένη είναι η θέση της εναγόμενης επί του ζητήματος. Ως προκρίνεται στην ένορκη δήλωση της Ε. Στυλιανίδου, ημερ. 25.09.2020 (παράγραφοι 18 έως 90), το ζήτημα απολήγει να είναι καθαρά χρηματικής φύσης. Σε περίπτωση δε επιτυχίας των αιτητών, προκρίνει, με δεδομένο ότι η καθ΄ ης η αίτηση αποτελεί ένα από τους μεγαλύτερους τραπεζικούς οργανισμούς στην Ελλάδα και στην Κύπρο, είναι σε θέση να καταβάλει στους αιτητές τυχόν αποζημιώσεις που θα επιδικαστούν υπέρ τους. Στη βάση καλά καθιερωμένης νομολογίας των Δικαστηρίων μας, σε αιτήσεις του είδους, εναπόκειται στην πλευρά των αιτητών να καταδείξουν, στο βαθμό που απαιτείται τούτο, ότι ικανοποιείται και η συγκεκριμένη προϋπόθεση για την έκδοση αιτούμενου διατάγματος. Τυχόν απόρριψη του αιτήματος των εναγόντων-αιτητών στην έκταση που αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα, θα ισοδυναμούσε ουσιαστικά με απαγόρευση να παρουσιάσουν, ως έχουν υποχρέωση και στο βαθμό που απαιτείται σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση, στοιχεία και μαρτυρία, επιχειρώντας να πείσουν ότι πράγματι συντρέχει η συγκεκριμένη προϋπόθεση. Σπεύδω να σημειώσω ότι το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν προβαίνει σε συμπεράσματα σε σχέση με την αξία ή των βαρύτητα των στοιχείων που επιχειρείται μέσω της προτεινόμενης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης να τεθούν υπόψη του Δικαστηρίου. Η εξ΄ αρχής όμως απαγόρευση στην πλευρά των εναγόντων-αιτητών, καθ΄ ην έκταση η θέση τους επί του ζητήματος αμφισβητήθηκε από την πλευρά της εναγομένης-καθ΄ ης η αίτηση, κρίνεται ότι κατά τρόπο ανεπίτρεπτο θα τους αποστερούσε την ευκαιρία να επιχειρήσουν να αποσείσουν το βάρος που εναποτίθεται στους ώμους τους επί του ζητήματος. Συνακόλουθα, ενόψει όλων όσων πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι έχει καταδειχθεί καλός λόγος για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους των εναγόντων-αιτητών, στην περιορισμένη έκταση ασφαλώς που πιο πάνω έχει προσδιοριστεί. Κατ' ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας, παρέχεται άδεια στους αιτητές για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, με περιεχόμενο ως οι παράγραφοι 1, 14, 15 και 16 της προτεινόμενης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης, εντός επτά ημερών από σήμερα. Νοείται ότι τα τεκμήρια στα οποία γίνεται αναφορά στις ως άνω παραγράφους, ανάλογα θα αναριθμηθούν. Τα έξοδα της υπό συζήτηση αίτησης θα είναι έξοδα στην πορεία της αίτησης ημερ. 28.05.2020. (Υπ.) ................ Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΓΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο