Oργανισμός Χρηματοδοτήσεως Στέγης ν. Ηρακλέους κ.α., Αρ. Αγωγής: 2492/18, 8/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2492/18 Μεταξύ: Oργανισμός Χρηματοδοτήσεως Στέγης Εναγόντων -και-
- XXXXX Ηρακλέους
- XXXXX Ηρακλέους Εναγομένων ------------------ Ημερομηνία: 08 Ιανουαρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κα Χαραλάμπους για Κάκουρα & Παναγίδη ΔΕΠΕ Εναγόμενοι: Παρόντες αυτοπροσώπως Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση οι δύο εναγόμενες ζητούν τις ακόλουθες θεραπείες. A. Διάταγμα ή/και Ειδική εκτέλεση με το οποίο να διατάσσεται ο ενάγοντας/παραβάτης να εφαρμόσει την σύμβαση και τις υποχρεώσεις του στην ολότητα τους. (Άρθρο 76
(1)του Κεφ.149). B. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση παρατίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της εναγομένης 1 XXXXX Ηρακλέους ημερομ. 23/1/
- Η αίτηση έχει καταχωρηθεί από τις ίδιες χωρίς την βοήθεια δικηγόρου. Δεν είναι γνωστό ποια είναι η νομική βάση της αίτησης. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση περιέχονται στην ένορκη δήλωση που ετοίμασε η εναγόμενη
- Σύμφωνα με αυτή οι εναγόμενες είχαν συνάψει συμφωνία με τους ενάγοντες να τους παραχωρήσει δάνειο ύψους €35.840,00 με περίοδο αποπληρωμής 20 έτη και 240 δόσεις. Αντίγραφο της δανειακής σύμβασης επισυνάπτεται ως τεκμήριο. Δυνάμει της συμφωνίας παραχωρήθηκαν τα ακόλουθα ποσά:
- €8.960,00 στις 16.7.2010
- €8.960,00 στις 25.1.2011
- €4.480,00 στις 6.10.2011
- Τελευταία δόση €4.480,00 Οι δόσεις συμποσούνται συνολικά στο ποσό των €26.880,
- Όμως είναι θέση τους ότι ο ενάγοντας συμφώνησε να τους παραχωρήσει το ποσό των €35.840,00 αντί €26.880,
- Με την αίτηση ζητείται η ειδική εκτέλεση της σύμβασης να διαταχθεί ο ενάγοντας να εφαρμόσει τις υποχρεώσεις του. Ο ενάγοντας έχει καταχωρήσει ένσταση και έχουν καταγραφεί στην ένσταση οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: A. Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη αφού ελλείπει το νομικό υπόβαθρο προς έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. B. Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και/ή της Νομοθεσίας και της πρακτικής του Δικαστηρίου. Γ. Η παράλειψη αναφοράς συγκεκριμένου άρθρου της νομοθεσίας σε αίτηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά μη συμμόρφωση προς τους θεσμούς. Επίσης, η παράλειψη αναφοράς συγκεκριμένου άρθρου στην νομική βάση αίτησης, δεν συνιστά έλλειψη ή λάθος σε οποιανδήποτε διαδικασία. Συνιστά παράλειψη στήριξης της αίτησης. Δ. Οι Αιτήτριες δεν παραθέτουν το πραγματικό υπόβαθρο που να υποστηρίζει και/ή στοιχειοθετεί την έκδοση Διατάγματος για ειδική εκτέλεση της Σύμβασης Δανείου. Ε. Οι Αιτήτριες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή απέκρυψαν και/ή δεν αποκάλυψαν ουσιώδη γεγονότα που αφορούν τα υπό κρίση γεγονότα και/ή την υπό κρίση Αίτηση. ΣΤ.Οι Αιτήτριες εξαπατούν το Δικαστήριο και ψευδώς αναφέρουν και στηρίζουν την Αίτηση τους, στο εκτός πραγματικότητας γεγονός ότι οι Ενάγοντες αθέτησαν τη Συμφωνία Δανείου, ενώ οι ίδιες παρέμειναν πιστές σε τούτη. Ζ. Οι Αιτήτριες κωλύονται εκ της συμπεριφοράς τους να αιτούνται την ειδική εκτέλεση της σύμβασης αφ' ης στιγμής οι ίδιες δεν ενέμειναν στη σύμβαση και δεν κατέβαλλαν τις συμβατικές τους δόσεις. Η.Η αιτούμενη ειδική εκτέλεση των συμβατικών όρων της σύμβασης δεν είναι εφικτή καθότι η σύμβαση δανείου δεν είναι σε ισχύ και/ή έχει τερματιστεί πριν από την καταχώρηση της παρούσας αιτήσεως και/ή της Αγωγής. Θ. Το κατά πόσον η επίδικη σύμβαση δανείου είναι σε ισχύ αποτελεί ζήτημα το οποίο δεν εξετάζεται προδικαστικά και/ή είναι αναγκαία η προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας προς απόδειξης του και/ή ελλείπει οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει το αιτητικό. Ι. Η θεραπεία που επιζητείται στην ενδιάμεση αίτηση αποτελεί την ίδια και την αυτή θεραπεία που επιζητείται ως τελική θεραπεία. Κ. Η θεραπεία που επιζητείται είναι προστακτικού χαρακτήρα που μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις παρέχεται, οι οποίες στην παρούσα δεν καταδεικνύονται. Λ. Οι Αιτήτριες με την παρούσα Αίτηση αποσκοπούν στην καθυστέρηση της αποπεράτωσης της ακροαματικής διαδικασίας και/ή στην καταχρηστική ανάλωση δικαστικού χρόνου. Η ένσταση υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση της XXXXX Κουμή που είναι λειτουργός των εναγόντων στην υπηρεσία ανάκτησης χρεών. Αναφέρει ότι τα πραγματικά γεγονότα είναι διαφορετικά από αυτά που ισχυρίζονται οι εναγόμενες με την ένσταση. Ο καθ' ου η αίτηση είχε παραχωρήσει σε εκταμίευση του συνολικού ποσού των €35.840,00 το οποίο αντιστοιχούσε στα τρία ακαδημαϊκά έτη για τα οποία οι αιτήτριες παρουσίασαν σχετικά αποδεικτικά. Όμως οι αιτήτριες δεν προσκόμισαν αποδεικτικά στοιχεία φοίτησης και για τα τέσσερα έτη της φοίτησης επί των σπουδών τους έτσι κωλύονται με την συμπεριφορά τους να ισχυρίζονται παράβαση της συμφωνίας δανείου αφού δεν προσκόμισαν αποδεικτικά στοιχεία φοίτησης που να αντιστοιχούσαν στο τέταρτο έτος των σπουδών με αποτέλεσμα να μην εκταμιευθεί η τελευταία δόση των €8960.00 του δανείου. Σε σχέση με τις παραγράφους 9 και 10 της Ένορκης Δήλωσης των Αιτητριών, απορρίπτουν κατηγορηματικά το περιεχόμενο τους και παραθέτουν τα ακόλουθα: Οι Αιτήτριες κωλύονται εκ της συμπεριφοράς τους και δεν μπορούν να επιζητούν την έκδοση διατάγματος ειδικής εκτέλεσης της εν λόγω Σύμβασης καθότι, επί της ουσίας δεν υπάρχει πλέον σύμβαση σε ισχύ. Πιο συγκεκριμένα, η συμφωνία που υπεγράφη μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενων στις 16/07/2010 για παραχώρηση σπουδαστικού δανείου από τους Καθ' ων η Αίτηση στις Αιτήτριες έχει τερματιστεί στις 11/05/2017 αφού οι Αιτήτριες παρέλειπαν να συμμορφωθούν με αυτήν καίτοι δεν αποπλήρωναν έγκαιρα τις συμβατικές τους δόσεις. Αντίκειται στο δίκαιο της επιείκειας το να επιζητούν οι Αιτήτριες την ειδική εκτέλεση της σύμβασης ενώ ταυτόχρονα οι ίδιες δεν εκτελούσαν και δεν εκτελούν τα συμφωνηθέντα, ήτοι την αποπληρωμή των συμβατικών τους δόσεων. Το τεκμήριο 2 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση των Αιτητριών, στο οποίο φαίνεται ότι οι Αιτήτριες, ενώ αρχικά κατέβαλλαν το ποσό των €45,00 το οποίο με βάση την συμφωνία δανείου θα καταβαλλόταν μηνιαίως από τις 30/09/2010 μέχρι 31/08/2015 κι έπειτα από τις 30/09/2015 μέχρι την εξόφληση του δανείου θα καταβαλλόταν το ποσό των €230,00 μηνιαίως, στη συνέχεια σταμάτησαν να καταβάλλουν τις συμβατικές τους δόσεις. Περαιτέρω, η ίδια η συμπεριφορά των Αιτητριών δεν τους επιτρέπει να αιτούνται την έκδοση τέτοιου διατάγματος, αφού τόσο πριν όσο και μετά τον τερματισμό της εν λόγω Σύμβασης και στα πλαίσια της οποιασδήποτε αλληλογραφίας που αποστάλθηκε στην διεύθυνση των Αιτητριών από τους Καθ' ων η Αίτηση, οι Αιτήτριες ουδέποτε εξέφρασαν οποιοδήποτε παράπονο ή διαμαρτυρία σε σχέση με την επίδικη συμφωνία δανείου προς τους Καθ' ων η Αίτηση και δεν έθεσαν θέμα μερικής εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων της. Για την έκδοση διατάγματος ειδικής εκτέλεσης συμφωνίας με βάση το επικαλούμενο στην Αίτηση των Αιτητριών άρθρο 76
(1)του Κεφ. 149, απαραίτητη προϋπόθεση μεταξύ άλλων είναι καταρχάς η ύπαρξη έγκυρης και σε ισχύ σύμβαση. Εν προκειμένω, ενόψει του τερματισμού της επίδικης συμφωνίας δανείου στις 11/05/2017, ουδεμία σύμβαση υπάρχει σε ισχύ ώστε οι Αιτήτριες να επιζητούν με την παρούσα Αίτηση την ειδική εκτέλεση της. Ούτε φυσικά οι Αιτήτριες διαχρονικά με τις ενέργειες τους έδειχναν να εμμένουν στην εκτέλεση της σύμβασης με βάση τα αρχικώς συμφωνηθέντα. Ανεξαρτήτως όμως τούτου, το κατά πόσον η επίδικη συμφωνία δανείου είναι σε ισχύ ή όχι, αποτελεί ζήτημα το οποίο, δεν μπορεί να εκδικασθεί προδικαστικά καθότι για να κριθεί από το Σεβαστό Δικαστήριο εάν η εν λόγω σύμβαση δανείου είναι σε ισχύ ή όχι, ζήτημα το οποίο αποτελεί θέμα πραγματικών γεγονότων, είναι αναγκαία η προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας. Η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί με σκοπό την καθυστέρηση της εκκρεμοδικίας μεταξύ του ενάγοντα και των εναγόμενων με την οποία ο ενάγοντας αξιώνει ως αποζημιώσεις το ποσό των €28.299,00 πλέον τόκο για παράβαση των συμφωνηθέντων. Η αίτηση είναι άκυρη διότι δεν έχει νομικό υπόβαθρο. Επιτράπηκε στις εναγόμενες να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση που έγινε από την εναγόμενη
- Σύμφωνα με αυτή είναι θέση της ότι ο ενάγοντας αντισυμβατικά τερμάτισε την συμφωνία. Οι εναγόμενες αποπλήρωναν το δάνειο από κοινό λογαριασμό το οποίο άνοιξαν με σκοπό την αποπληρωμή του δανείου. Από τις 16.7.2010 μέχρι 2.4.2012 αποπλήρωναν δόση των €45.00 μηνιαίως και το ποσό μεταφερόταν από τον κοινό λογαριασμό στον λογαριασμό των εναγόντων. Οι ενάγοντες αιφνιδίως κλείσανε αυτόν τον λογαριασμό χωρίς εξήγηση. Οι ενάγοντες δεν απέστειλαν αντίγραφο της δανειακής σύμβασης και οι εναγόμενες πλήρωσαν έναντι του λογαριασμού του δανείου το ποσό των €70.00 και €120.00 στις 30.5.12 και 31.10.12 αντίστοιχα. Ακολούθησαν και άλλες πληρωμές τα έτη 2013 και 2014 ύψους €655.00 ευρώ ποσό που αντιστοιχεί σε 14 δόσεις. Συνέχισαν να πληρώνουν ακόμη και όταν οι ενάγοντες έκλεισαν τον κοινό λογαριασμό. Τόσο κατά τα έτη 2011 όσο και κατά το έτος 2012 η Εναγόμενη είχε προσκομίσει τα στοιχεία τα οποία ζητούσαν οι Ενάγοντες. Συγκεκριμένα στις 28/9/11 είχε προσκομίσει βεβαίωση εγγραφής στην οποία φαινόταν ότι η Εναγόμενη 1 είχε κάνει εγγραφεί και συνέχιζε τις σπουδές της. Η εναγόμενη 1 είχε προσκομίσει παρόμοια εγγραφή και κατά το έτος
- Συγκεκριμένα η εναγόμενη είχε εγγραφεί στο Πανεπιστήμιο στις 6.2.
- Όπως φαίνεται και από τον λογαριασμό της στο Πανεπιστήμιο, το Πανεπιστήμιο την χρέωσε με tuition fee το ποσό των €5688,
- Οι ισχυρισμοί των εναγόντων ότι η εναγόμενη δεν προσκόμιζε τα αποδεικτικά στοιχεία δεν ευσταθούν. Επισυνάπτεται αντίγραφο της κατάστασης όπου φαίνεται η εγγραφή για το έτος
- Είναι ισχυρισμός της ότι οι ενάγοντες δεν είχαν δικαίωμα να τερματίσουν την σύμβαση μονομερώς. Ο όρος 4 της συμφωνίας είναι καταχρηστικός όρος διότι είναι άνευ προθεσμίας της έκτασης και το χρόνο υποχρέωσης της καταβολής της αποπληρωμής του δανείου με αποτέλεσμα οι εναγόμενες να μην γνωρίζουν επακριβώς τις υποχρεώσεις τους. Η ρήτρα είναι καταχρηστική και δεν έχει νομική εφαρμογή. Η καταχρηστική ρήτρα δεν δεσμεύει τους καταναλωτές και η αποπληρωμή του δανείου πρέπει να γίνει στις 30.8.20 ως τα μεταξύ των μερών συμφωνηθέντα. Εφόσον η συμφωνία είναι σε ισχύ οι εναγόμενες ζητούν την ειδική εκτέλεση αυτής δυνάμει του άρθρου 76
(1)του Κεφ. 149. Επικαλούνται την απόφαση Οικονόμου ν Δημοκρατίας 3 ΑΑΔ 530
(1998)ως προς την μη υποχρέωση των εναγόμενων να συμμορφωθούν με τους θεσμούς ένεκα του γεγονότος ότι δεν αντιπροσωπεύονται από δικηγόρο. Σημειώνεται ότι οι εναγόμενες ζητούν τις ίδιες θεραπείες με την αίτηση στην ανταπαίτηση ως ακολούθως: Α. Αποζημιώσεις για τους τόκους τους οποίους πλήρωσαν και στις τρεις δανειακές συμβάσεις ύψους €23.636,
- Β. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 αξιώνουν αποζημιώσεις ύψους €31.185,34 τα οποία πλήρωσαν κατά παράβαση της δεύτερης συμφωνίας. Γ. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 αξιώνουν αποζημιώσεις ύψους €61.094,58 για διαφυγόντα κέρδη. Δ. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 αξιώνουν ισότιμο ποσό αποζημιώσεων ύψους €35.840,00 για την παραβίαση της τρίτης και τελευταίας δανειακής σύμβασης. Ε. Οι Εναγόμενοι ζητούν την άμεση έκδοση διατάγματος με το οποίο οι Ενάγοντες/παραβάτες να εφαρμόσουν την ίση και τις υποχρεώσεις τους και να καταβάλουν/ πληρώσουν το ποσό των €8.960,00 που ήταν η τελευταία η οποία και έπρεπε να εκταμιεύσουν και δεν εκταμίευσαν. Ζ. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ζητούν την ακύρωση των καταχρηστικών ρητρών που υπάρχουν στο τρίτο και τελευταίο συμβόλαιο και οι Ενάγοντες να επαναφέρουν την συμφωνία στην πρότερα της κατάσταση. Οι αιτήτριες επιδιώκουν όπως τους χορηγηθεί η ίδια θεραπεία με την αίτηση ως αυτή που ζητούν στα πλαίσια της αγωγής με την ανταπαίτηση. Ως πολύ ορθά υπέδειξαν οι δικηγόροι των εναγόντων τα επίδικα θέματα που εγείρονται με την αίτηση δεν μπορεί να επιλυθούν προδικαστικά και χωρίς η κάθε πλευρά να έχει την ευκαιρία να αναπτύξει τις πραγματικές τους θέσεις στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας. Οι αιτήτριες με την παρούσα αίτηση, που δεν είναι γνωστό επί ποια διάταξη των θεσμών στηρίζεται επιδιώκουν να τους χορηγηθεί η ίδια θεραπεία που επιδιώκουν με την ανταπαίτηση έξω από το θεσμικό πλαίσιο της αγωγής και χωρίς οι ενάγοντες να έχουν την ευκαιρία να ακουσθούν. Επειδή η αίτηση που έχει καταχωρηθεί στερείται νομικής βάσης δεν είναι γνωστό τι είδους δικονομικό διάβημα έχουν επιλέξει οι εναγόμενες προκειμένου να προωθήσουν το αίτημα τους που επαναλαμβάνω έχει τον σκοπό της χορήγησης ίδιας θεραπείας με αυτή που επιδιώκεται με την ανταπαίτηση. Επειδή η αίτηση έχει καταχωρηθεί προδικαστικά και στα πλαίσια της αγωγής θα μπορούσε ενδεχομένως να την διαχειριστώ ως μία ενδιάμεση αίτηση. Όμως ακόμη και σε τέτοια περίπτωση αυτή η αίτηση δεν τηρεί τις ελάχιστες προϋποθέσεις ώστε να θεωρηθεί ότι πρόκειται για έγκυρο δικονομικό διάβημα. Κάθε ενδιάμεση αίτηση στα πλαίσια της αγωγής πρέπει να καταχωρηθεί συμφώνως της Δ.48 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η Δ.
- Κ. 1 προνοεί ως ακολούθως: «48.1 Every application to the Registar shall be in writing stating the nature of the request made and referring to the specific section of the Law or to the specific Rule of Court upon which it is founded. If the application relies on any facts which do not appear in the Court books or records, it shall be supported by affidavit». Στην περίπτωση που τα γεγονότα δεν προκύπτουν από το δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης, τότε αυτά τα γεγονότα πρέπει να αποδειχθούν με ένορκη δήλωση που επισυνάπτεται στην αίτηση. Στην περίπτωση που ο αιτητής δεν έχει συμμορφωθεί με τις πρόνοιες της Δ.48, τότε το Δικαστήριο δύναται να τον απαλλάξει από τις συνέπειες του παράτυπου δικονομικού μέτρου που έχει επιλέξει για να προωθήσει το αίτημα αλλά όχι εάν αυτή η παρατυπία είναι ουσιώδης. Εάν η παρατυπία είναι ουσιώδης τότε δεν διορθώνεται με επίκληση της Δ.
- Στην υπόθεση Panagiotis Georghiou (Catering) Ltd. v Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α.
(1996)3 Α.Α.Δ. 323 η ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου επεξήγησε τους λόγους για τους οποίους κάθε αστική διαδικασία πρέπει να συμμορφώνεται με τους δικονομικούς κανόνες ως αυτοί διατυπώνονται στους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας και επεξήγησε την διαφορά μεταξύ παράτυπου δικονομικού μέτρου που διορθώνεται και άκυρου δικονομικού μέτρου που δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα. «Η δικαστική εξουσία είναι σε μοναδική θέση να καθορίσει το πλαίσιο άσκησης των δικαιοδοσιών που της παρέχονται. Όπως έχουμε επισημάνει η αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας συνιστά θεμελιώδη σκοπό του Συντάγματος. Όπου θεμελιώδη δικαιώματα είναι συνυφασμένα με την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας αυτά ερμηνεύονται και εφαρμόζονται ώστε να εναρμονίζονται οι παράλληλοι συνταγματικοί στόχοι. (Βλέπε μεταξύ άλλων In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329, Αίτηση Gennaro Perella Π.Ε. 9169 (Ολομέλεια) - 14.4.1995). Η σπουδαιότητα των δικονομικών κανόνων για την εύρυθμη απονομή της δικαιοσύνης είναι δύσκολο να υπερτονιστεί. Η σημασία τους κατοπτρίζεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στην Μαυρογένης v. Βουλής των Αντιπροσώπων Εκλογική Αίτηση 1/95 - 22.1.1996 (απόφαση πλειοψηφίας) "Οι διαδικαστικοί κανονισμοί σ' αυτή, όπως και σ' όλες τις διαδικασίες, θεσμοθετούν τους κανόνες για την άσκηση της δικαστικής εξουσίας. Στην απουσία τους, δε θα υπήρχε σταθερό πλαίσιο άσκησης της δικαστικής λειτουργίας. η άσκηση της θα επαφιόταν στη βούληση των δικαστών που επιλαμβάνονται της κάθε υπόθεσης, με αντίκτυπο την αβεβαιότητα στην πορεία απονομής της δικαιοσύνης. Η τήρηση των δικονομικών κανόνων ενέχει μεγάλη σημασία για την απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης." .... Άκυρο ή ανυπόστατο δικονομικό μέτρο δεν εκπίπτει και δε διαγράφεται αυτοδικαίως εκτός εάν τούτο προβλέπεται από τους θεσμούς. Η απόρριψη ή διαγραφή του ανάγεται στο δικαστήριο. Σε όλες τις υποθέσεις όπου η έφεση κρίθηκε άκυρη, αυτή απορρίφθηκε ή διατάχθηκε η διαγραφή της από το Δικαστήριο. Η θέση αυτή υποστηρίζεται και από την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην Εmpson v. Smith [1966] 1 Q.B.D. 426 . Κρίθηκε ότι η άκυρη αγωγή υφίστατο μέχρι τη διαγραφή της από το Δικαστή "... the action subsisted until struck out by the Judge ..." (Σε ελληνική μετάφραση.) "... Η αγωγή υφίστατο μέχρι τη διαγραφή της από το Δικαστή ..." (Βλέπε επίσης Intro Properties Ltd. v. Sauvel [1983] 2 All E.R. 495). Στην Σωματείο Μεταφ. ΣΕΚ κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1992)3 Α.Α.Δ. 1, (απόφαση πλειοψηφίας) αποφασίστηκε ότι η μή συμμόρφωση με τις οδηγίες του Δικαστηρίου για την υποβολή γραπτών αγορεύσεων παρά την προδιαγραφή των συνεπειών από το Δικαστήριο σε περίπτωση μή συμμόρφωσης, δεν παρείχε ευχέρεια στο πρωτοκολλητείο να διαγράψει την προσφυγή. Κρίθηκε ότι μόνο το Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να την απορρίψει. Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι ότι εφέσεις οι οποίες δεν αποκαλύπτουν βάσιμους λόγους έφεσης δεν καταπίπτουν αυτοδικαίως. Οι θεσμοί δεν προβλέπουν την αυτόματη απόρριψή της. Η διαπίστωσή μας είναι ότι άκυρο δικονομικό μέτρο είναι μεν αδρανές, αλλά δεν εκπίπτει και δε διαγράφεται από το πρωτοκολλητείο. Υπόκειται σε απόρριψη από το Δικαστήριο εφόσον διαπιστωθεί η ακυρότητά του. ... Το δεύτερο ερώτημα αφορά ουσιαστικά τη δυνατότητα διάσωσης άκυρου δικονομικού μέτρου εν όψει της τροποποίησης της Δ.64. Με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1995 (εκδόθηκε 24.2.1995), καταργείται η διάκριση μεταξύ άκυρου και αντικανονικού δικονομικού μέτρου Οι επιπτώσεις που επέφερε ο τροποποιητικός διαδικαστικός κανονισμός σε υφιστάμενες άκυρες εφέσεις έχουν εξεταστεί σε σειρά αποφάσεων της Ολομέλειας και του Εφετείου. Στην Θαλασσινός v. Δημοκρατίας
(1995)3 A.A.Δ. 255, κρίθηκε ότι με τη νέα Δ.64 καταργείται η διάκριση μεταξύ άκυρου και αντικανονικού δικονομικού μέτρου. Εξι σώνεται κάθε μορφή παρέκκλισης από τους θεσμούς με αντικανονικότητα δυνάμενη να θεραπευθεί (Βλέπε Γιάννη v. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων (1 995) 3 A.A.Δ..334, Δημοκρατία v. Lion Insurance Agency Ltd..
(1995)3 A.A.Δ. 338 F. Kassab Gold Solar France Ltd. v. Yiacoumis Bros (Construction) Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 510, Λοΐζου v. Χαραλάμπους και Άλλων (Π.Ε. 8946 - 15.2.1996)). Προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις ότι το στοιχείο της ακυρότητας ή του θνησιγενούς κατά το χρόνο καταχώρησης των εφέσεων αμβλύνεται και μετατρέπεται σε στοιχείο αντικανονικότητας. ..... Η τροποποίηση της Δ.64 δεν καθιστά αυτόματα παραδεχτή την τροποποίηση αντικανονικής έφεσης. Η παροχή θεραπείας ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το απόσπασμα που ακολουθεί από τη Γιάννη (ανωτέρω), κατοπτρίζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο αντιμετωπίζονται αιτήσεις για την τροποποίηση εφέσεων. "Παρέκκλιση από τους θεσμούς πρέπει να αντιμετωπίζεται στην πρώτη δυνατή ευκαιρία και, εν πάση περιπτώσει σε χρονικό στάδιο που να μην επηρεάζονται δυσμενώς, είτε τα δικαιώματα της άλλης πλευράς, ή να καταστρατηγούνται οι Θεσμοί, οι οποίοι οριοθετούν το πλαίσιο απονομής της δικαιοσύνης. Το τρίτο ερώτημα που θέσαμε αφορά την εφαρμογή ή ακριβέστερα το συσχετισμό της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας με τη Δ.
- Το θέμα αυτό δεν αντιμετωπίσθηκε ευθέως σε καμιά προηγούμενη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Έμμεσα μπορεί να λεχθεί ότι η εφαρμογή της Δ.64 θεωρήθηκε δεδομένη ως προς την αντιμετώπιση παρεκκλίσεων από τους θεσμούς. Η Δ.35 αποτελεί μέρος των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Δε συνιστά αυτοτελή δικονομική διάταξη και δεν μπορεί να αποσπαστεί από τις υπόλοιπες πρόνοιες των Θεσμών και να τύχει εφαρμογής ανεξάρτητα από το δικονομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται. Η υιοθέτησή της εξυπακούεται και την υιοθέτηση των θεσμικών παραμέτρων εφαρμογής της. Η ορολογία της Δ.35 υπόκειται στους ερμηνευτικούς κανόνες που περιέχονται στη Δ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η εφαρμογή των προνοιών της συσχετίζεται με σειρά άλλων διατάξεων των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η εξουσία για τροποποίηση είναι επάλληλη με την εξουσία η οποία παρέχεται σε δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται υποθέσεων πρωτοδίκως. Η υπόσταση αντικανονικών δικονομικών μέτρων καθώς και η δυνατότητα παροχής θεραπείας προσδιορίζονται στη Δ.
- Μή συμμόρφωση με τη Δ.35 θ.4, καθιστά την έφεση αντικανονική και συνεπώς δεχτική τροποποίησης εφόσον αρμόδιο δικαστήριο κρίνει ότι τούτο δικαιολογείται. Δεν είναι απαραίτητο σε αυτές τις εφέσεις να επεκταθούμε πέραν της τροποποίησης. Επισημαίνουμε μόνο ότι η Δ.64 έχει καθολικό χαρακτήρα. Αποβλέπει στον προσδιορισμό των συνεπειών που προκύπτουν από παρεκκλίσεις του συνόλου των θεσμικών διατάξεων, περιλαμβανομένης και της Δ.35». Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και σε σχέση με την Δ.
- Ο αιτητής έχει την υποχρέωση με σαφήνεια να διατυπώσει το αίτημά του, την νομική βάση επί της οποίας βασίζεται το συγκεκριμένο αίτημα, καθώς και τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση. Στην παρούσα αίτηση οι αιτήτριες έχουν εκθέσει σειρά γεγονότων στην αίτηση τους, που δεν είναι αυταπόδεικτα, αλλά και ούτε προκύπτουν ως αυταπόδεικτα από τον δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης. Η επιτυχία της αίτησής τους στηρίζεται στο κατά πόσο αυτά τα γεγονότα θα αποδειχθούν ως αληθινά ως πραγματική βάση για την θεμελίωση της αίτησης. Περαιτέρω, ενδιάμεσες αιτήσεις θα πρέπει να γίνουν υπό τη μορφή του έντυπου 46 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, ώστε να πληροφορείται ο καθ' ου η αίτηση για την φύση του αιτήματος, την νομική βάση στην οποία στηρίζεται καθώς και τα γεγονότα, εάν αυτά αληθεύουν, επί των οποίων βασίζεται το συγκεκριμένο αίτημα. Στο έγγραφο αυτό που αρχικά καταχωρήθηκε μονομερώς δεν προσδιορίζεται ποια είναι η νομική του βάση. Γίνεται επίκληση στο σώμα της αίτησης του άρθρο 76
(1)του Κεφ. 149. Παρόλο ότι γίνεται επίκληση του ουσιαστικού δικαίου βάσει το οποίου χορηγείται η θεραπεία της ειδικής εκτέλεσης δεν υπάρχει νομικός συσχετισμός της θεραπείας με το δικονομικό μέτρο με το οποίο προωθείται. Το αίτημα αιωρείται χωρίς θεσμικό υπόβαθρο. Καθίσταται κατά την άποψη μου άκυρο δικονομικό διάβημα καθώς το νομικό υπόβαθρο της αίτησης που είναι όρος απαράβατος ως προς το θέσμιο της διαδικασίας που ακολουθείται στα πλαίσια της άσκησης της αστικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου απουσιάζει παντελώς. ( βλ. Μαχλουζαρίδης ν Ιωαννίδης 1 ΑΑΔ 965
(1990). H Δ.48 θ.1, η οποία καθορίζει τον τύπο με τον οποίο αιτήσεις θα καταχωρούνται στο Δικαστήριο, προνοεί ότι κάθε αίτηση πρέπει να περιέχει την ακριβή νομική βάση επί της οποίας βασίζεται. Στην υπόθεση Karl Heinz Wunderlich v Ευθυβούλου 1 ΑΑΔ 366
(1999)το Εφετείο επεξήγησε ότι το Δικαστήριο δύναται να παραβλέψει ή να διορθώσει μία παράτυπη διαδικασία στην κατάλληλη περίπτωση, αλλά δεν έχει την εξουσία να θεραπεύει θεμελιώδης παραλείψεις. Στην υπόθεση In re Hadjisoteriou 1 CLR
(1986)429 το Εφετείο δεν θεώρησε ότι η μη συμπερίληψη του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 9, στην νομική βάση της αίτησης ήταν ουσιώδης σφάλμα που να οδηγούσε στην ακύρωση της διαδικασίας. Λέχθηκε στα σχόλια της απόφασης ότι γενικά μη συμμόρφωση στους θεσμούς της πολιτικής δικονομίας θα πρέπει να θεωρηθεί παρατυπία στην διαδικασία που διορθώνεται. Εδώ δεν υπάρχει απλή παράλειψη συμμόρφωση με τους θεσμούς, αλλά οι αιτήτριες έχουν επιλέξει ένδικο μέσο που είναι άγνωστο στο Δικαστήριο, στο σημείο που προκαλείται σύγχυση στο Δικαστήριο και στους ενάγοντες που οφείλουν να απαντήσουν στην αίτηση σε σχέση με το βάσιμο ή όχι του αιτήματος τους. Έχω προσέξει ότι οι ενάγοντες θεώρησαν ότι μία πιθανή νομική βάση της αίτησης είναι η Δ.
- Όμως με την διαταγή Δ.27 η θεραπεία που ζητείται περιορίζεται στην επίλυση νομικών θεμάτων για τα οποία δεν είναι ανάγκη να ακουσθεί μαρτυρία. Η διαταγή 27 έχει τις ακόλουθες πρόνοιες: ORDER 27 : POINTS OF LAW RAISED BY PLEADINGS
- Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.
- If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.
- The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.
- No action or proceeding shall be open to objection on the ground that a merely declaratory judgment or order is sought thereby, and the Court may make binding declarations of right whether any consequential relief is or could be claimed, or not. Επομένως, γίνεται επίκληση της διαταγής 27 μόνο στην περίπτωση που μπορεί να επιλυθεί η ουσία της αγωγής είτε με απόρριψη της αγωγής, με την διαγραφή της υπεράσπισης ή με την επίλυση νομικού ζητήματος προδικαστικά χωρίς να είναι ανάγκη να ακουσθεί μαρτυρία ώστε το Δικαστήριο να κάνει ευρήματα επί των γεγονότων στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας. Στην παρούσα περίπτωση οι εναγόμενες ζητούν την ειδική εκτέλεση της σύμβασης και επικαλούνται προς υποστήριξη του αιτήματος τους διάφορα γεγονότα με τα οποία οι ενάγοντες διαφωνούν. Οι ενάγοντες διαφωνούν με την θέση των εναγόμενων ότι δεν είχαν δικαίωμα να τερματίσουν την συμφωνία. Οι ενάγοντες διαφωνούν με την εκτίμηση των εναγομένων ότι έχουν εκτελέσει πιστά τις πρόνοιες της συμφωνίας με αποτέλεσμα να δικαιούνται την ειδική εκτέλεση αυτής. Οι ενάγοντες διαφωνούν με την θέση των εναγόμενων ότι η εν λόγω γραπτή συμφωνία περιέχει καταχρηστική ρήτρα που είναι άκυρη και χωρίς δεσμευτική ισχύ. Οπότε αυτή η διαταγή δεν έχει εφαρμογή διότι δεν είναι δικονομικό διάβημα που προσφέρεται στην περίπτωση που η επίλυση της διαφοράς προκύπτει ως αποτέλεσμα της επίλυσης αμφισβητούμενων πραγματικών θέσεων μεταξύ των μερών. Ούτε και διασώζεται η αίτηση διά χάριν των εναγόμενων που τυγχάνει να μην είναι δικηγόροι. Η υπόθεση Οικονόμου ν Δημοκρατίας 3 ΑΑΔ 530
(1998)που έχουν επικαλεστεί δεν τους βοηθά και δεν έχει εφαρμογή στα γεγονότα της υπόθεσης αυτής. Σε εκείνη την υπόθεση ο διαδικαστικός κανονισμός 7 που αφορά αίτηση που έχει καταχωρηθεί με βάση το άρθρο 146 του Συντάγματος προβλέπει ειδική χαλάρωση σε σχέση με την συμμόρφωση δικονομικών κανόνων στην περίπτωση καταχώρησης τέτοιας αίτησης. Δεν είναι καθολική πανάκεια για μη συμμόρφωση στους διαδικαστικούς κανονισμούς που καθορίζουν και κυβερνούν τον τρόπο που διάδικος δικαιούται να αποταθεί στο Δικαστήριο για συγκεκριμένη θεραπεία. Ακόμη και στην περίπτωση του συγκεκριμένου κανονισμού το Δικαστήριο σημείωσε τα ακόλουθα : Ο Κ.7Α αποτελεί μέρος του ίδιου Διαδικαστικού Κανονισμού ο οποίος καθορίζει το ένδικο μέσο και ό,τι απαιτείται για την στοιχειοθέτηση του άλλου κανονισμού. Τόσον η άσκηση προσφυγής όσο και ο καθορισμός του αντικειμένου της βαρύνουν τον προσφεύγοντα. Όπως νωρίτερα υποδείξαμε, ο εξεταστικός χαρακτήρας της διαδικασίας κάτω από το Άρθρο 146 δεν καταργεί το δικόγραφο ως το αναντικατάστατο μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων.Ο αιτητής έχει ιδιάζουσα γνώση της πράξης ή απόφασης η οποία θίγει τα συμφέροντά του. Ο Κ.7 τον απαλλάττει από την υποχρέωση καθορισμού των νομικών σημείων, όταν δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο. Δεν προβλέπει ανάλογη χαλάρωση αναφορικά με την υποχρέωση για συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Κ.4 και Κ.5. Όπως πρόσφατα διαπιστώσαμε η χαλάρωση η οποία προβλέπεται στον Κ.7 δεν εκτείνεται και στην έφεση. (Βλ. Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 580.) Ούτε, θα ήταν παραδεκτό για το Δικαστήριο να παρέμβει στην ανίχνευση του παραπόνου του προσφεύγοντος και να προσδιορίσει το επίδικο θέμα της δίκης. Το παρόν αίτημα που ομοιάζει με ενδιάμεση αίτηση δεν στηρίζεται σε συγκεκριμένη νομική βάση. Δεν έχω υπόψη μου θεσμό της πολιτικής δικονομίας με το οποίο δύναται να χορηγήσω τις ίδιες θεραπείες που ζητούνται με την αγωγή ενώ είναι πασιφανές ότι για να χορηγηθούν από το Δικαστήριο οι επιδιωκόμενες θεραπείες θα πρέπει πρώτα να ακουσθεί μαρτυρία στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας. Το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να χορηγήσει την θεραπεία της ειδικής εκτέλεσης. Παραθέτω το άρθρο 76
(1)του Κεφ. 149 πιο κάτω: ΜΕΡΟΣ VIII ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ Ειδική εκτέλεση σύμβασης και προϋποθέσεις 76.-
(1)Η σύμβαση είναι δεκτική ειδικής εκτέλεσης από το Δικαστήριο αν- (α) δεν είναι άκυρη δυνάμει του Νόμου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου~ και (β) είναι γραπτή~ και (γ) υπογράφεται στο τέλος αυτής από το πρόσωπο που φέρει το βάρος αυτής~και (δ) το Δικαστήριο κρίνει, ενόψει όλων των περιστάσεων, ότι η επιβολή ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης δεν θα ήταν παράλογη ή άλλως πως ανεπιεικής ή πρακτικά ανεφάρμοστη.
(2)Οι διατάξεις του άρθρου αυτού, δεν επηρεάζουν την ειδική εκτέλεση συμβάσεων πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας δυνάμει των διατάξεων του περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, ή οποιασδήποτε τροποποίησης αυτού. Στην υπόθεση Απαισιώτη ν Ραγιά 1 ΑΑΔ 882
(1993)το Εφετείο επεσήμανε ότι η εξουσία για την έκδοση διαταγής για ειδική εκτέλεση είναι διακριτική. Το ίδιο το άρθρο θέτει ως όρο για την έκδοσή της ειδικής εκτέλεσης την ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων, δεν θα ήταν παράλογη ή κατά άλλο τρόπο ανεπιεικής ή πρακτικά ανεφάρμοστη η διαταγή. Ακόμη και ο παράγοντας του χρόνου που παρέρχεται είναι σχετικός και σε κάποιες περιπτώσεις καθυστέρηση μπορεί να υποδηλώνει εγκατάλειψη. Ακόμα μπορεί, εξαιτίας της παρόδου το χρόνου, να είναι ανεπιεικής πλέον η έκδοση διαταγής για ειδική εκτέλεση. Συνεπώς, είναι άξιον απορίας πως θα μπορούσα ασκήσω την διακριτική μου εξουσία με τον συγκεκριμένο τρόπο αγνοώντας τα εχέγγυα της δίκαιας δίκης, το Σύνταγμα και το γεγονός ότι πραγματικό θεμέλιο εις το οποίο στηρίζεται το αίτημα δεν είναι αυταπόδεικτό και αμφισβητείται. Περαιτέρω, παρόλο ότι οι ενάγοντες, κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, έχουν καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση, αυτό δεν σημαίνει ότι έχουν παραβλέψει το άκυρο του δικονομικού μέτρου που έχουν επιλέξει για να προωθήσουν το αίτημα τους οι εναγόμενες. Θα έλεγα ότι με τον τρόπο που οι εναγόμενες έχουν επιλέξει να παρουσιάσουν το αίτημά τους έχει προκληθεί αμηχανία και ορθά οι ενάγοντες έχουν αναδείξει λόγους ουσίας και λόγους που αφορούν το δικονομικό μέτρο με το οποίο προωθείται η αίτηση για να αντισταθούν στο αίτημα. Κατά συνέπεια το δικονομικό μέτρο που έχουν επιλέξει οι εναγόμενες να εγείρουν προδικαστική ένσταση, είναι άκυρο, και στερείται νομικού υπόβαθρου που δεν διασώζεται με την επίκληση της Δ.64 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Επιπρόσθετα, οι εναγόμενες δεν έχουν κατορθώσει να αποδείξουν ότι δικαιούνται τέτοιας θεραπείας επειδή τα γεγονότα στα οποία στηρίζονται κάθε άλλο παρά είναι αυταπόδεικτα. Ο επιδιωκόμενος τρόπος που έχουν επιλέξει να προωθήσουν το αίτημα τους είναι εντελώς αβάσιμος και έξω από τα θέσμια και έτσι αναπόφευκτα απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον των αιτητών-εναγόμενων και υπέρ του ενάγοντα-καθ' ου η αίτηση όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, A.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο