← Κύπρος

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της περιουσίας του Παπαϊωάννου, Αρ. Αγωγής: 7303/12, 29/1/

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της περιουσίας του Παπαϊωάννου, Αρ. Αγωγής: 7303/12, 29/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7303/12 Μεταξύ: ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ Ενάγων -και- ΧΧΧΧΧΧΧΧΧ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της περιουσίας του ΧΧΧΧΧΧΧΧ Παπαϊωάννου Εναγόμενου ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7303/12 ΚΑΙ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΜΕ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΗΜΕΡ. 1/12/2014 Μεταξύ: ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ Ενάγων -και- ΧΧΧΧΧΧΧΧΧ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της περιουσίας του ΧΧΧΧΧΧ Παπαϊωάννου Εναγόμενου --------------- Ημερομηνία: 29/01/21 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες- Εξ' ανταπαιτήσεως Εναγόμενους: κ. Λιασίδης (για να ακούσει απόφαση η κα Μαραγκού) Για τον Εναγόμενο - Εξ' ανταπαιτήσεως Ενάγοντα: κ. Γεωργίου ΑΠΟΦΑΣΗ A. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ - OI ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Με την υπό κρίση αγωγή το Ε.Τ.Ε.Κ. , νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αξιώνει από τον Εναγόμενο ποσό €1802.63 «δυνάμει συμφωνίας και/ή ως οφειλόμενες επιβαρύνσεις και/ή ως οφειλόμενα τέλη και/ή αναγνωρισμένη οφειλή ή/και δυνάμει τιμολογίων ή/και διοικητικές πράξεις ή/και με βάση τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού ή/και άλλως πως». Επίσης αξιώνει και τόκο 9%, ή νόμιμο τόκο επί του ποσού. έξοδα πλέον νόμιμο τόκο κι έξοδα επίδοσης. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην Έκθεση Απαίτησης, οι Ενάγοντες, είναι πρόσωπο δημοσίου δικαίου που λειτουργούν με βάση το Ν. 224/

  1. Ασκούν κάθε αρμοδιότητα κι εξουσία βάση του Νόμου και έχουν αρμοδιότητα να πραγματοποιούν κάθε πράξη που είναι αναγκαία για προώθηση των σκοπών του ΕΤΕΚ και ιδιαίτερα να επιβάλλουν και/ή εισπράττουν δικαιώματα για τη διεξαγωγή διαιτησιών και πραγματογνωμοσυνών. Ο Εναγόμενος, διαχειριστής της περιουσίας άλλου προσώπου, μέρος της οποίας ήταν διατηρητέα οικοδομή στον Καλοπαναγιώτη, ζήτησε σε διάφορες ημερομηνίες από τους Εναγόμενους την εμπλοκή τους σε παροχή υπηρεσίας και διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης για διάφορα ζητήματα που αφορούσαν την εν λόγω διατηρητέα οικοδομή. Στις 13/1/10 οι Ενάγοντες παρέθεσαν όρους και προϋποθέσεις που έπρεπε να γίνουν αποδεκτοί και να πληρωθούν προκειμένου να εξετάσουν τον ενδεχόμενο διορισμό πραγματογνώμονα. Περί την 15/1/10, ο Εναγόμενος αποδέθχηκε τους όρους που του τέθηκαν και κατέβαλε ποσό €690 ως προκαταβολή. Ενημερώθηκε περί τις 10/5/20 για το διορισμό του πραγματογνώμονα και στις 14/6/10 ο Εναγόμενος επιβεβαίωσε και γραπτώς τη συμφωνία του με τους Ενάγοντες υπογράφοντας ξεχωριστή συμφωνία διορισμού πραγματογνώμονα. Με βάση την πιο πάνω συμφωνία, ο Εναγόμενος αποδέχτηκε το διορισμό του πραγματογνώμονα, την αμοιβή του και τους όρους που αναφέρονταν σε επιστολή 10/5/
  2. Περί τις 17/8/10 οι Ενάγοντες ενημέρωσαν τον Εναγόμενο γραπτώς ότι η πραγματογνωμοσύνη είναι έτοιμη για παραλαβή από τα γραφεία των Εναγόντων και υπήρξαν και άλλες υπενθυμίσεις στη συνέχεια. Οι Ενάγοντες με βάση τα πιο πάνω και με βάση την πρωτογενή και δευτερογενή νομοθεσία του ΕΤΕΚ εξέδωσαν τιμολόγιο και/ή διοικητική πράξη στις 24/8/10 για ποσό €1802.53 και ειδοποίησαν τον Εναγόμενο να προβεί σε πληρωμή αλλά αυτός προβάλλοντας διάφορους ισχυρισμούς παρέλειψε να το πράξει και εξακολουθεί να οφείλει το ποσό. Ο Εναγόμενος, ο οποίος δεν δέχεται την οφειλή, προβάλλει σειρά ισχυρισμών. Ισχυρίζεται ότι δεν συμφώνησε ο ίδιος με τους Ενάγοντες να προβούν εκείνοι σε πραγματογνωμοσύνη, αλλά τους ζητήθηκε να διορίσουν πραγματογνώμονα σύμφωνα με όρους που οι ίδιοι έθεσαν σε επιστολή τους ημερομηνίας 13/1/10, την οποίαν ο ίδιος αποδέχθηκε με επιστολή του 15/1/
  3. Επιπλέον ισχυρίζεται ότι αν έγινε κάποια συμφωνία με τους Ενάγοντες βάσει των επιστολών 13/1/10 και 15/1/10 αυτή δεν εξυπηρετούσε δημόσιο αλλά ιδιωτικό σκοπό, δηλαδή την εξέταση ύπαρξης κακοτεχνιών και οικοδομικών προβλημάτων σε μία οικοδομή. Απέστειλε στους Ενάγοντες επιστολές με τις οποίες ζητούσε να διορίσουν πραγματογνώμονα. Ο Εναγόμενος είχε προπληρώσει ποσό. Ο εμπειρογνώμονας που τελικά διορίστηκε αντί άλλης αρχικά διορισμένης πραγματογνώμονος, ουδέποτε συνάντησε τον Εναγόμενο ως ο τελευταίος ζήτησε. Ο Εναγόμενος είχε υπογράψει καλή τη πίστει τη συμφωνία διορισμού μονομερώς, παρά το ότι δεν ήταν συμπληρωμένη η συμφωνία με τους όρους εντολής, την αμοιβή, το χρονοδιάγραμμα την ακολουθηθεί σα διαδικασία και την απουσία συμφέροντος. Η συμφωνία ουδέποτε ολοκληρώθηκε. Η πραγματογνωμοσύνη έγινε ερήμην του. Ο ίδιος διαμαρτυρήθηκε όταν ειδοποιήθηκε ότι ήταν έτοιμη η πραγματογνωμοσύνη. Έγινε καταγγελία στο Πειθαρχικό Συμβούλιο του ΕΤΕΚ, αλλά η διαδικασία ενώ ξεκίνησε αναστάλθηκε. Ο ίδιος θεωρεί ότι η συμφωνία εξυπηρετούσε ιδιωτικό και όχι δημόσιο σκοπό. Ανταπαιτητικώς ζητείται ακύρωση της συμφωνίας και επιστροφή του ποσού που πληρώθηκε ως προκαταβολή. Αγωγή και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. Β. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Τα λεχθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου, έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και λαμβάνονται υπόψη μαζί με τα Τεκμήρια που επίσης κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Έχουν βεβαίως ληφθεί υπόψη συνολικά, αλλά δεν επαναλαμβάνονται πλήρως, στην ολότητά τους (βλ. Liberty Mediterranean Cruises Mouss Ltd v. Haris Zacharia Engineering Co. Ltd και Άλλων

(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 916). Είναι νομολογημένο ότι αρκεί η σύνοψη της μαρτυρίας. Στην Καννάουρου κ.α. ν. Σταδιώτη κ.α.,
(1990)1 Α.Α.Δ. 35 αναφέρθηκε ότι: « Ότι απαιτείται είναι ο ορθός προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, η σύνοψη του ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας, ο συσχετισμός της με τα ευρήματα και συμπεράσματα καθώς και η συνάρτηση της ετυμηγορίας με τα επίδικα θέματα και τα ευρήματα του δικαστηρίου. (Βλ. μεταξύ άλλων Theodora Ioannidou v. Charilaos Dikeos
(1969)1 C.L.R. 235 και Pioneer Candy Ltd v .Tryfon & Sons
(1981)1 C.L.R. 540)» Κατατέθηκαν επίσης διάφορα Τεκμήρια, ανάμεσα στα οποία και διάφορα Τεκμήρια προς αναγνώριση. Μ.Ε. 1 Μ.Βορεάκου Η μάρτυρας 1 Μ.Βορεάκου, αρχιτέκτονας κι επιστημονικός λειτουργός στο Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου (ΕΤΕΚ), προέβηκε σε ισχυρισμούς γεγονότων, ουσιαστικά βασιζόμενη σε έγγραφα που είχε στην κατοχή της. Αναφέρθηκε στην αίτηση η οποία υποβλήθηκε από τον Εναγόμενο με επιστολές του για παροχή των υπηρεσιών τους για τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης σε σχέση με αποκλίσεις από τα εγκεκριμένα σχέδια, τη συναίνεση του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως και το συμβόλαιο μεταξύ του εργολάβου και του ιδιοκτήτη για τη διατηρητέα οικοδομή προσώπου επί της περιουσίας του οποίου ήταν ο ίδιος διαχειριστής. Στις 13/1/10 οι Ενάγοντες, ανταποκρινόμενοι στο αίτημα του Εναγόμενου, με επιστολή τους προς εκείνον, παρέθεσαν τους όρους διεξαγωγής τέτοιας πραγματογνωμοσύνης για θέματα μηχανικής και ζήτησαν καταβολή ποσού €600 πλέον Φ.Π.Α. ως προκαταβολή. Η επιστολή τους αυτή κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 η οποία ανέφερε μεταξύ άλλων ότι: «
  1. Ο διορισμός πραγματογνώμονα γίνεται σύμφωνα με τις σχετικές αποφάσεις του Επιμελητηρίου, στις οποίες αναφέρεται ότι: . Ο πραγματογνώμονας θα υπογράψει ειδική συμφωνία στην οποία θα αναφέρονται οι όροι εντολής, η αμοιβή του, το χρονοδιάγραμμα (αν είναι εφικτό), η διαδικασία και δήλωσή του ότι δεν έχει συγκεκριμένο συμφέρον. . Η αμοιβή είναι ΕΥΡΩ 85/ανθροποώρα - H πραγματογνωμοσύνη παραδίδεται από το Τεχνικό Επιμελητήριο με την κατάθεση στο ταμείο του της σχετικής αποζημίωσης -
  2. Κατατεθεί στο ταμείο το ποσό των Ευρώ 600 πλέον ΦΠΑ, ως προκαταβολή.» Η πληρωθείσα αμοιβή καθορίστηκε σε €85 ανά «ανθρωποώρα», ποσό που είχε εγκριθεί και προκαθοριστεί από τη Διοικούσα Επιτροπή -Γ.Σ. του ΕΤΕΚ σε «Διατάξεις περί Πραγματογνωμοσύνης» οι οποίες ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο και ήταν διαθέσιμες στο κοινό. Ο Εναγόμενος απάντησε θετικά ότι αποδέχεται όλους τους όρους σε επιστολή του (Τεκμήριο 4). Ακολούθως οι Ενάγοντες εξέδωσαν τιμολόγιο με ημερομηνίας 15/1/10 για το ποσό και σχετική απόδειξη και ο Εναγόμενος αποδέχθηκε το τιμολόγιο και το υπέγραψε. Μετά από αρχικό διορισμό πραγματογνώμονα που τελικά παραιτήθηκε, διορίστηκε σε αντικατάστασή της ο κ. Ν. Μιχαηλίδης, Αρχιτέκτονας Μηχανικός ως ο πραγματογνώμονας που θα αναλάμβανε την υπόθεση και στις 10/5/
  3. Στις 14/6/10, ο Εναγόμενος με γραπτή επιστολή επιβεβαίωσε, μετά από γραπτή επιστολή του ΕΤΕΚ ημερ. 10/5/10 επιβεβαίωσε και γραπτώς ότι υπέγραψε τη συμφωνία διορισμού πραγματογνώμονα με το διορισθέντα από τους Ενάγοντες πραγματογνώμονα. Με βάση την πιο πάνω συμφωνία ο Εναγόμενος αποδέχθηκε το διορισμό του πραγματογνώμονα για να διεξάγει πραγματογνωμοσύνη. Η υπόθεση ανατέθηκε στον κ. Ν. Μιχαηλίδη ο οποίος υπέγραψε τη συμφωνία και αφού προέβηκε σε επιτόπια έρευνα στη διατηρητέα οικοδομή, έλαβε τις αναγκαίες πληροφορίες από τον Εναγόμενο και τα υπόλοιπα αναμεμειγμένα στην υπό συζήτηση υπόθεση πρόσωπα, συνέταξε και παρέδωσε στο ΕΤΕΚ στις 6/8/10 την Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης του προς ικανοποίηση του αιτήματος του Εναγομένου. Με βάση τους όρους αμοιβής ανά ανθρωποώρα, εργάστηκε για 25,5 ώρες με σκοπό τη διεξαγωγή μελέτης και σύνταξη της εμπειρογνωμοσύνης για λογαριασμό του Εναγομένου. Ετοίμασε δε σχετική αναλυτική κατάσταση χρόνου και αμοιβής πραγματογνώμονα προς ετοιμασία της Έκθεσης Πραγματογνωμοσύνης, την οποίαν και απέστειλε στους Ενάγοντες. Με βάση την πιο πάνω κατάσταση, η αμοιβή του ανήλθε στο ποσό των €2,167.5 πλέον Φ.Π.Α.. Αφού αφαιρέθηκε από το εν λόγω ποσό το ποσό των €690 περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α. που πληρώθηκε από τον Εναγόμενο ως προκαταβολή, τo ποσό αυτό υπολογίστηκε σε €1802.63, συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. Το Ε.Τ.Ε.Κ. κάλεσε τον Εναγόμενο για να παραστεί στα γραφεία του για να παραλάβει την Έκθεση αλλά αυτός αρνήθηκε. Ο Εναγόμενος χωρίς εύλογη αιτία, χωρία να αμφισβητήσει με ουσιαστικό τρόπο ή με οποιαδήποτε στοιχεία την ορθότητα έκδοσης του τιμολογίου παρέλειψε να εξοφλήσει το τιμολόγιο. Μετά την ετοιμασία της Έκθεσης και αφού του ζητήθηκε η διευθέτηση του υπολοίπου του απέστειλε επιστολές με διάφορες προφάσεις. Κατατέθηκε αλληλογραφία των Εναγόντων με τον αρχιτέκτονα κ. Μιχαηλίδη. Αντεξεταζόμενη δέχθηκε ότι η ίδια δεν είχε προσωπική εμπλοκή αλλά όποια γνώση εχει είναι από το σχετικό φάκελο του Ε.Τ.Ε.ΤΚ. Στο Δικαστήριο έφερε όλα τα έγγραφα που βρήκε. Στο φάκελο δεν βρήκε επιστολή 11/10/
  4. Γνωρίζει ότι υπήρχε σχετική υπόθεση στο Πειθαρχικό αλλά πρόκειται για ανεξάρτητη διαδικασία. Ο Εναγόμενος δεν παρέλαβε την πραγματογνωμοσύνη γιατί θε έπρεπε να είχε εξοφλήσει. Το ΕΤΕΚ δεν διεξάγει πραγματογνωμοσύνη το ίδιο αλλά ΄έχει δικαίωμα επιβολής δικαιωμάτων. Το ποσό που ζητείται είναι το υπόλοιπο για την εξόφληση της πραγματογνωμοσύνης. Το ΕΤΕΚ οργανώνει τη διαδικασία και προωθεί την ανεξαρτησία του πορίσματος. Δεν έδειξε να έχει ιδιαίτερη γνώση για το αν ο πραγματογνώμονας συναντήθηκε με τον Ενάγοντα. Επισήμανε όμως ότι δήλωσε ότι είχε τα απαραίτητα στοιχεία ( παρέπεμψε στο Τεκμήριο 18) . Δεν δέχθηκε ότι ο χρόνος της πραγματογνωμοσύνης ήταν υπερβολικός και ότι μπορούσε αυτή να πραγματοποιηθεί σε 3-4 ώρες. Στα πλαίσια της διαδικασίας έκανε το ΕΤΕΚ τη συναλλαγή και θα του δώσουν την αμοιβή του. Το ΕΤΕΚ επιδιώκει όπως ο πραγματογνώμονας να είναι ανεξάρτητος και δεν θεωρείται σύμβουλος του Αιτητή. Επέμενε ότι η χρέωση η οποία έγινε στον Εναγόμενο ήταν ορθή. Μ.Ε. 2 Πραγματογνώμωνας- Αρχιτέκτονας N. Μιχαηλίδης Ο Ν.Μιχαηλιδης ασκεί το επάγγελμα του αρχιτέκτονα από το 1973,. Είναι μέλος του ΕΤΕΚ και συμμετείχε στην ίδρυση του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων Κύπρου. Από το 1979 εργάζεται ως αρχιτέκτονας και είναι συνέταιρος στο γραφείο CMP Αρχιτέκτονες και Σύμβουλοι Μηχανικοί. Γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης ένεκα της προσωπικής του ανάμειξης. Περί το Μάιο του 2010, το ΕΤΕΚ τον πληροφόρησε, αρχικά μέσω τηλεφώνου ότι η Διοικούσα Επιτροπή του ΕΤΕΚ αποφάσισε να τον διορίσει ως πραγματογνώμονα για να ετοιμάσει σχετική έκθεση πραγματογνωμοσύνης για λογαριασμό του εναγόμενου. Αργότερα του κοινοποιήθηκε επιστολή την οποίαν απέστειλε το ΕΤΕΚ στον Εναγόμενο (Τεκμ. 10) με την οποία το ΕΤΕΚ πληροφορούσε τον Εναγόμενο για το διορισμό του ως πραγματογνώμονα. Ο ίδιος απάντησε γραπτώς ότι αποδέχεται το διορισμό του για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης σχετικά με τη διατηρητέα οικοδομή του πατέρα του Γ.Π. στον Καλοπαναγιώτη και δεδομένης της πρόθεσής του να προχωρήσει στην εκπόνηση της πραγματογνωμοσύνης επισύναψε σωρεία εγγράφων τα οποία επιθυμούσε να μελετήσει ο ίδιος για να διενεργήσει την πραγματογνωμοσύνη του. Μεταξύ των εγγράφων ήταν και κατάλογος θεμάτων ο οποίος σύμφωνα με τον Εναγόμενο θα ενσωματωνόταν στους όρους εντολής της συμφωνίας που θα υπέγραφαν. Αφού ξεκίνησε να μελετά τα έγγραφα που του προσκόμισε ο Εναγόμενος από τις 13/5/10, στις 18/5/10 απέστειλε τηλεομοιότυπο σε εκείνον, με το οποίο ζητούσε σχέδια και όρους της πολεοδομικής έγκρισης. Παράλληλα, αποδεχόμενος το διορισμό του ως πραγματογνώμονας, συνέταξε συμφωνία διορισμού πραγματογνώμονα, με αντικείμενο το θέμα για το οποίο είχε διοριστεί να διενεργήσει πραγματογνωμοσύνη και στην βάση των όρων που αναφέρονται σε επιστολή των Εναγόντων προς των Εναγόμενων ημερ. 10/05/2010, την οποία είχε επίσης αποστείλει με τηλεομοιότυπο στον Εναγόμενο στις 18/05/
  5. Ο Εναγόμενος με απαντητική του επιστολή ημερ. 18/05/2010, τον διαβεβαίωσε ότι θα τον ενημέρωνε μόλις είχε τα εν λόγω έγγραφα. Στις 25/05/2010, ο Εναγόμενος με επιστολή του τον προμήθευσε με περαιτέρω έγγραφα και στη συνέχεια στις 11/06/2010, ο Εναγόμενος του ανέφερε ότι η πραγματογνωμοσύνη έπρεπε να διεξαχθεί το συντομότερο δυνατό και του εξέφρασε το παράπονό του για το ότι δεν είχε λάβει απάντηση σε τρία μηνύματα που του είχε αφήσει. Με χειρόγραφή του επιστολή απάντησε στον Εναγόμενο και στις 14/06/2010, ο Εναγόμενος με επιστολή του προς εκείνον, επισύναπτε υπογραμμένη από την πλευρά του, τη συμφωνία διορισμού πραγματογνώμονα, χωρίς απαίτηση ή εισήγηση για αλλαγή, προσθήκη ή αφαίρεση οποιοδήποτε εκ των όρων της και θέτοντας τον εαυτόν του στη διάθεση του πραγματογνώμονα. Ο ίδιος θεωρεί ότι με την υπογραφή της συμφωνίας ο Εναγόμενος αποδέχθηκε το διορισμό του ιδίου ως πραγματογνώμονα, σύμφωνα με τους όρους που περιέχονταν στη συμφωνία και αναφέρονταν στην επιστολή του ΕΤΕΚ ημερ. 10/05/
  6. Περαιτέρω, η συμφωνία διορισμού πραγματογνώμονα συμμορφωνόταν πλήρως με τις διατάξεις περί πραγματογνωμοσύνης του ΕΤΕΚ και με τους όρους που έθεσαν οι Ενάγοντες. Σε κάποιο σημείο ο Εναγόμενος άφησε στο γραφείο του πραγματογνώμονα αναθεωρημένο κατάλογο θεμάτων. Ο ίδιος υπέγραψε τη συμφωνία διορισμού του πραγματογνώμονα στις 15/06/2010 και προχώρησε να ολοκληρώσει τη μελέτη του για το θέμα. Στη βάση αυτών των στοιχείων συναντήθηκε με τα υπόλοιπα πρόσωπα, επισκέφθηκε την κατοικία του αποβιώσαντα στον Καλοπαναγιώτη και κατέληξε στα συμπεράσματά του. Στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης καταγράφεται η διαδικασία και τα συμπεράσματά του. Στις 06/08/2010 παρέδωσε στους Ενάγοντες την έκθεση πραγματογνωμοσύνης και τιμολόγιο προς το ΕΤΕΚ, το οποίο αφορούσε την αποζημίωσή του, καθώς και έγγραφο συνυπολογισμού του χρόνου του οποίου ο ίδιος ανάλωσε. Συνολικά εργάστηκε 25,5 ώρες και με δεδομένη τη συμφωνηθείσα αμοιβή των €85 ανά ανθρωποώρα, το συνολικό κόστος για τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, ανήλθε σε €2,167.50 πλέον Φ.Π.Α. Αντεξεταζόμενος ανέφερε τα ακόλουθα: Στα πλαίσια εμπειρίας του διενήργησε 4 πραγματογνωμοσύνες από τις οποίες συμπληρώθηκαν οι δύο. Δεν παρακολούθησε κάποιο εκπαιδευτικό σενάριο σε σχέση με τις πραγματογνωμοσύνες. Στα πλαίσια της πραγματογνωμοσύνης, δεν συνάντησε κατ' ιδία τον Εναγόμενο, καθότι όταν ο Εναγόμενος τον επισκέφθηκε, ο ίδιος βρισκόταν σε επιβλέψεις εκτός γραφείου. Ο ίδιος δεν κοινοποίησε τη συμφωνία όταν την υπέγραψε προς τον Εναγόμενο, καθότι δεν υπήρχε λόγος γιατί η συμφωνία αφορούσε τον ίδιο και το ΕΤΕΚ. Δεν υπήρχε λόγος να ενημερώσει τον Εναγόμενο για τις ενέργειες του καθότι είχε λάβει όλα τα στοιχεία που χρειαζόταν από τον ίδιο και από τα άλλα δύο άτομα που ήταν αναμεμειγμένα στην υπόθεση του αιτητή και βάση αυτό και από τη δική του εμπειρία και κρίση, προχώρησε στη συγγραφή της πραγματογνωμοσύνης. Συναντήθηκε κατ' ιδία με τον αρχιτέκτονα και εργολάβο του έργου. Με τον εργολάβο επικοινώνησε για να μπορεί να έχει πρόσβαση στο υποστατικό. Όταν έλαβε πληροφόρηση από τον εργολάβο και αρχιτέκτονα, δεν διασταύρωσε με τον Εναγόμενο τις πληροφορίες που έλαβε, καθότι στην πραγματογνωμοσύνη του ο ίδιος κατέγραφε απλώς τις θέσεις του καθενός, χωρίς να κρίνει την ορθότητά τους. Από το Τεκμήριο 22, επιστολή 13/05/2010, ο ίδιος θεωρεί το αντίγραφο του συμβολαίου ως επιβεβαίωση του διορισμού του. Τη συμφωνία διορισμού του πραγματογνώμονα την συμπλήρωσε βάση προτύπου του ΕΤΕΚ. Συμφώνησε ότι με βάση και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 26, ο Εναγόμενος του είχε τηλεφωνήσει τρεις φορές και ο ίδιος δεν του απάντησε, αλλά διευκρίνισε ότι δεν θυμάται να είχε επικοινωνήσει με τον Εναγόμενο την ίδια ημέρα και να τον διαβεβαιώσει ότι σίγουρα θα συναντιόνταν. Στην συμφωνία 10/05/2010 που συνυπέγραψε ο Εναγόμενος στις 14/06/2010 και ο ίδιος στις 15/06/2010, θεωρεί ότι συμπεριλαμβανόταν το θέμα της υπόθεσης και δεν υπήρχε λόγος να επισυναφθεί κατάλογος σε αυτό, ούτε και μπορούσε να υπολογίσει το χρόνο της πραγματογνωμοσύνης. Ο ίδιος δεν θεωρεί ότι τον δεσμεύει ο κατάλογος που του προσκόμισε ο Εναγόμενος και για να είναι ο ίδιος αντικειμενικός, δεν θα μπορούσε να ακολουθήσει τη δική του διαδικασία. Η αποτύπωση της κατάστασης της οικοδομής σε σχέση με τα σχέδια που υπήρχαν εκείνη τη στιγμή, δεν ήταν μέρος της εντολής που είχε από το ΕΤΕΚ. Κατά τον ίδιο ήταν αναγκαίο να αναλώσει χρόνο μιλώντας με τον εργολάβο ή τον αρχιτέκτονα. Δεν ενημέρωσε ο ίδιος τον Εναγόμενο ότι δεν υπήρχε πρόθεση να ακολουθήσει τις δικές του εντολές. Ο ίδιος δεν ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο Φ.Π.Α. Εξηγώντας γιατί στο Τεκμήριο 13, τιμολόγιο, υπέγραψε εκ μέρους τις CNP, το απέδωσε σε ευκολία και σε αβλεψία του ιδίου, ο οποίος απλώς έδωσε εντολή σε υπάλληλο του γραφείου να του ετοιμάσει τιμολόγιο, αφού ο ίδιος κατέγραψε τις ώρες. Ο ίδιος έστειλε το τιμολόγιο στο ΕΤΕΚ, το οποίο και λαμβάνει το 25% από το δικό του ποσό χρέωσης. Ο ίδιος δεν δέχθηκε ότι ανάλωσε χρόνο σε αχρείαστα και άσχετα ζητήματα. Γνωρίζει για παράπονα του Εναγόμενου εναντίον του. Δεν γνωρίζει γιατί αναστάληκε, ενώ είχε ξεκινήσει, πειθαρχική υπόθεση εναντίον του στο ΕΤΕΚ. Εναγόμενος Ο Εναγόμενος αναφέρθηκε στην επαγγελματική του εμπειρία και στη συνέχεια σε σειρά επιστολών του (Τεκμήρια 1Α-1Δ) με την οποία ζητείτο ο διορισμός από το ΕΤΕΚ πραγματογνώμονα σε σχέση διατηρητέα οικοδομή στον Καλοπαναγιώτη που ανήκε στον αποβιώσαντα πατέρα του. Οι εν λόγω αναφορές τις οποίες επέστησε τη προσοχή του Δικαστηρίου, ήταν ότι θα δινόταν κατάλογος αποκλίσεων και κακοτεχνιών και κατά τη γνώμη του θα χρειαζόταν μόνο μία επίσκεψη, ότι η πραγματογνωμοσύνη θα ασχολείτο με αντικειμενικά θέματα τα οποία θα περιλαμβάνονταν σε λεπτομερή κατάλογο, ότι θα υπήρχε αρχικός κατάλογος των θεμάτων που εξετάζονταν και θα ενσωματώνονταν στους όρους εντολής ότι η πραγματογνωμοσύνη θα επικεντρωνόταν σε αποτύπωση της φυσικής κατάστασης της οικοδομής (Τεκμήριο 27) και δεν θα γινόταν υποκειμενική ανάλυση των προβλημάτων και των διαδικασιών που διείπαν την οικοδομή. Τον διορισμό πραγματογνώμονα το ζήτησε ώστε να παρουσιάσει την έκθεση στα πλαίσια αγωγής για να αποδείξει ότι ο αρχιτέκτονας και ο εργολάβος του έργου δεν ακολούθησαν τα συμφωνηθέντα αρχιτεκτονικά σχέδια. Ο ίδιος αποδέχθηκε τους όρους που εμφανίζονται σε επιστολή των Εναγόντων ημερ. 13/01/2010, όπου οι Ενάγοντες παραθέτουν όλους τους όρους τους και δεν παραπέμπουν σε άλλο έγγραφο σε σχέση με την πραγματογνωμοσύνη, όπως το Τεκμήριο 3 διατάξεις περί πραγματογνωμοσύνης. Πληροφορήθηκε ο ίδιος για την ύπαρξη των διατάξεων, με επιστολή των Εναγόντων ημερ. 15/11/
  7. Με επιστολή του ο ίδιος ημερ. 15/01/2010, Τεκμήριο 4 αποδέχθηκε τους όρους και πλήρωσε προκαταβολή €690 (Τεκμήριο 5 και 6). Μετά από ανεπιτυχή διορισμό πραγματογνώμονα, διορίστηκε στις 10/05/2010, άλλος πραγματογνώμονας. Δεν υπήρξε συνάντηση μεταξύ του πραγματογνώμονα και του ίδιου, αλλά μόνο αλληλογραφία και τηλεφωνική επικοινωνία, παρά τις δικές του προσπάθειες. Μετά από λήψη επιστολής από τον πραγματογνώμονα στις 11/06/2010, τηλεφώνησε στον πραγματογνώμονα και εκείνος τον ενημέρωσε ότι η υπογραφή της συμφωνίας διορισμού πραγματογνώμονα και κοινοποίησή της στους Ενάγοντες, ήταν τυπικό θέμα για έναρξη διαδικασίας και ότι σίγουρα θα γινόταν συνάντηση μεταξύ τους. Στις 14/06/2010, επισκέφθηκε το γραφείο του πραγματογνώμονα και ο τελευταίος αν και βρισκόταν στο γραφείο, δεν του παρουσιάστηκε. Ο ίδιος παρέδωσε στο γραφείο του πραγματογνώμονα επιστολή ημερ. 14/06/2010 με επισυνημμένο έγγραφο με τίτλο «Συμφωνία Διορισμού Πραγματογνώμονα». Το έγγραφο ήταν μονομερώς υπογεγραμμένο από τον ίδιο με καλή πίστη και αναμονή της συνάντησης για καθορισμό του περιεχομένου του εγγράφου. Μεταξύ 14/06/2010 - 25/08/2010 δεν υπήρξε επικοινωνία μεταξύ του ίδιου και του πραγματογνώμονα εκτός από δύο μηνύματα που ο ίδιος του άφησε, αλλά χωρίς ανταπόκριση. Στις 25/08/2010 έλαβε με φαξ επιστολή από τους Ενάγοντες (Τεκμήριο 15) με την οποία ενημερωνόταν ότι η πραγματογνωμοσύνη ήταν έτοιμη και του επισυναπτόταν σχετικό τιμολόγιο (Τεκμήριο 16). Την ίδια μέρα επισκέφθηκε το γραφείο των Εναγόντων, ζήτησε αντίγραφο της υπογεγραμμένης συμφωνίας διορισμού πραγματογνώμονα, η οποία του δόθηκε για πρώτη φορά και συνέταξε επιστολή 7 σελίδων, ημερ. 25/08/2010 (Τεκμήριο 17). Στην επιστολή αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι δεν συμφωνήθηκαν όροι εντολής και δεν εξετάστηκε πιθανότητα καθορισμού χρονοδιαγράμματος για την πραγματογνωμοσύνη, δεν δόθηκε αντίγραφο της συμφωνίας διορισμού πραγματογνώμονα στον ίδιο, προχρονολόγησε την υπογραφή του ο πραγματογνώμονας, δεν υπήρξε συνάντησε του πραγματογνώμονα με τον εντολέα του και με την επιστολή του ζητούσε ακύρωση της πραγματογνωμοσύνης και επιστροφή της προκαταβολής που κατέβαλε. Ακολούθησε αλληλογραφία. Στις 03/05/2011 κατήγγειλε τον πραγματογνώμονα στο Πειθαρχικό Συμβούλιο του ΕΤΕΚ, η οποία όπως πληροφορήθηκε αναστάληκε επ' αόριστον. Παρέπεμψε σε συγκεκριμένες αναφορές στην ιστοσελίδα των Εναγόντων, σύμφωνα με τις οποίες ο Ενάγοντας δεν καταλογίζει οποιεσδήποτε ευθύνες και η πραγματογνωμοσύνη δεν συνιστά διαιτησία ή άλλη διαδικασία επίλυσης διαφορών. Επίσης, επισημαίνει στο Δικαστήριο ότι η υπογραφή του εξασφαλίστηκε με υπόσχεση ότι θα τον συναντούσε πριν διενεργήσει την πραγματογνωμοσύνη, η υπογραφή του πραγματογνώμονα στην συμφωνία προχρονολογήθηκε, η πραγματογνωμοσύνη και η χρέωσή της έγινε από συνεταιρισμό, ο οποίος δεν ήταν εγγεγραμμένη οντότητα στο ΕΤΕΚ, δεν συμφωνήθηκαν όροι εντολής και χρονοδιάγραμμα, δεν εξετάστηκε πιθανότητα προκαθορισμού της χρέωσης και δεν διερευνήθηκε η πιθανότητα ύπαρξης σύγκρουσης συμφέροντων. Επισημαίνονται επίσης διάφορες αναφορές στην έκθεση με τις οποίες ο Εναγόμενος συμφωνεί ως προς το εάν είναι αληθής. Ο ίδιος καταλογίζει τους Ενάγοντες στα ακόλουθα: - δεν τήρησαν τη συμφωνία ημερ. 13/01/2010 καθότι ανέχθηκαν να ενεργήσει ο πραγματογνώμονας εκτός της συμφωνίας, - απέκρυψαν από τον ίδιο την ύπαρξη διατάξεων περί πραγματογνωμοσύνης, - του αφαίρεσαν την πιθανή επιλογή για προκαθορισμού της χρέωσης - του απέκρυψαν ότι λάμβαναν ποσοστό 25% από την αμοιβή του πραγματογνώμονα - δεν εξέτασαν τις συμφωνίες διορισμού του πραγματογνώμονα ώστε να εξακριβώσουν ότι δεν υπήρχαν όροι εντολής - δεν μερίμνησαν να επιβεβαιώσουν ότι ο ίδιος ήταν ενήμερος για την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης - αποδέχθηκαν έκθεση πραγματογνωμοσύνης υπογεγραμμένη από συνεταιρισμό, δηλαδή άλλο πρόσωπο από τον πραγματογνώμονα, μη διορισμένο τον ίδιο ως πραγματογνώμονα. - δεν απάντησαν σε επιστολές του - χειρίστηκαν αντιεπαγγελματικά την πειθαρχική του καταγγελία και μόνη τους έγνοια ήταν να πληρωθούν για το τιμολόγιο που εξέδωσαν. Παράπονα διατυπώθηκαν διάφορες αιτιάσεις εναντίον του πραγματογνώμονα όπως ότι απέφυγε να τον συναντήσει, ότι αφαίρεσε την πιθανή επιλογή για προκαθορισμό της χρέωσης, ότι απέκρυψε το ποσοστό 25% που λαμβάνει το ΕΤΕΚ, ότι διενήργησε πραγματογνωμοσύνη χωρίς συμφωνημένους όρους εντολής, χωρίς εξέταση πιθανότητας καθορισμού χρονοδιαγράμματος και προκαθορισμού της χρέωσης χωρίς περιγραφή της διαδικασίας και χωρίς εξέταση της πιθανότητας σύγκρουσης συμφέροντος, ότι διενήργησε πραγματογνωμοσύνη χωρίς να ενημερώσει τον ίδιο και επισκέφθηκε την οικοδομή χωρίς την άδεια του, το οποίο δεν ακολούθησε τις οδηγίες των Εναγόντων αλλά και τις δικές του και ότι χρέωσε την έκθεση συνεταιρισμός που δεν είχε διοριστεί πραγματογνώμονας. Ο Εναγόμενος υποδεικνύει ότι το ΕΤΕΚ σε ιστοσελίδα του αναφέρει ότι η αμοιβή του εμπειρογνώμονα θα μπορούσε να ήταν μικρότερη και ότι θεωρεί το θεσμό της πραγματογνωμοσύνης ως υπηρεσία στο πραγματικό σύνολο. Αντεξεταζόμενος, συμφώνησε ότι δεν έχει ακαδημαϊκά προσόντα ως αρχιτέκτονας και ότι δεν εργάστηκε ως αρχιτέκτονας. Συμφώνησε ότι σε επιστολή 11/01/2010 ζήτησε από το ΕΤΕΚ να διορίσει πραγματογνώμονα για να εξετάσει αποκλίσεις από συγκεκριμένα σχέδια, εξήγησε όμως ότι η εν λόγω περιγραφή ήταν γενική και ότι ο πραγματογνώμονας βασίστηκε σε αυτή. Κατά τον ίδιο δεν αντικαθιστά αυτή η γενική περιγραφή τους όρους εντολής. Δεν δέχθηκε ότι δεν διατύπωσε παράπονο για το ότι η πραγματογνωμοσύνη διενεργήθηκε σε αυτή τη βάση και επέμενε ότι έπρεπε να ισχύουν οι ειδικοί όροι εντολής και να συναντηθεί με τον πραγματογνώμονα. Κατά τον ίδιο έπρεπε να παραπεμφθεί στις διατάξεις πραγματογνωμοσύνης του ΕΤΕΚ, για να μπορεί να γνωρίζει διάφορα θέματα για τις χρεώσεις. Η θέση του ήταν ότι αποδέχθηκε το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 2 και 10 και το ποσό των €85, αλλά η χρέωση θα καθοριζόταν στην συνάντηση. Παρέπεμψε επίσης σε διάφορες επιστολές του μετά την ειδοποίηση του για προετοιμασία της πραγματογνωμοσύνης, ζητώντας του να εξηγήσει γιατί από τις 14/06/2010-25/08/2010 δεν έλαβε άλλο μέτρο εκτός από δύο τηλέφωνα. Εξήγησε ότι ο ίδιος τηλεφώνησε δύο φορές και πίστευε ότι μετά τις καλοκαιρινές διακοπές θα υπήρχε νέα επικοινωνία. Δεν συμφώνησε ότι στο Τεκμήριο 22 περιλαμβάνονταν όλα τα θέματα και παρέπεμψε στο Τεκμήριο 29 όπου υπήρχε τελικός κατάλογος θεμάτων. Επέμενε ότι το Τεκμήριο 12 δεν συνιστά συμφωνία και επέμενε ότι έπρεπε να είχε ενημερωθεί για τις διατάξεις πραγματογνωμοσύνης. Δεν κίνησε ο ίδιος αγωγή εναντίον του πραγματογνώμονα γιατί η συμφωνία του ήταν με τους Ενάγοντες (Τεκμήριο 2). Γ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου. Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014, σελ. 135: «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διρευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 159/09, ημ. 4.5.12).» Στην υπόθεση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1Α Α.Α.Δ. 462, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)» Στην υπόθεση Αθηνής Σωτήρης ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, τονίστηκε ότι: « Ο δικάζων, επομένως, δικαστής βρίσκεται στην πλεονεκτική θέση να παρακολουθεί τη ζωντανή διαδικασία και να κρίνει από το σύνολο της συμπεριφοράς του μάρτυρα την έμφυτη κλίση του προς την φιλαλήθεια ή το ψεύδος. Όταν βεβαίως αναφερόμαστε σε συμπεριφορά του μάρτυρος δεν εννοούμε το ύφος με το οποίο εξωτερικεύει τη μαρτυρία του, γιατί μπορεί π.χ. να έχει υποκριτικές ικανότητες ή αντίθετα κάποια εγγενή αδυναμία στην εκφορά του λόγου. Εννοούμε, κατά κύριο λόγο, το περιεχόμενο της μαρτυρίας το οποίο ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Ασφαλώς στην αξιολόγηση όλων των πιο πάνω κυρίαρχο ρόλο έχει ο δικαστής που χρησιμοποιεί εκτός από τις νομικές του γνώσεις και την εμπειρία και κοινή λογική. Με αυτά τα κριτήρια, και στη βάση του συνόλου της συμπεριφοράς του μάρτυρα, κρίνει για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα.». Στο σύγγραμμα των Τ.Ηλιάδη και Ν.Γ.Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», σελ. 355, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την αξιολόγηση του περιεχομένου εγγράφων: «Τόσο στην περίπτωση κατάθεσης πρωτότυπου εγγράφου όσο και στην περίπτωση κατάθεσης αντιγράφου του, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια, στα πλαίσια της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, να αξιολογεί το περιεχόμενο του και αφού λάβει υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης να το δεχθεί ολόκληρο ή μέρος του, αναλόγως και του βαθμού στον οποίο το θέμα αποτελεί επίδικο γεγονός (Federal Bank of Lebanon (SAL) ν Σιακόλα
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1422)» (σελ. 355) Είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τους μάρτυρες στο εδώλιο και να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους από τις αντιδράσεις τους, την αμεσότητα ή μη των απαντήσεών τους και τη συνοχή του περιεχομένου της. Αξιολόγησα τη μαρτυρία συνολικά και σφαιρικά και όχι κατά μικροσκοπικό τρόπο, πάντα σε σχέση με τα έγγραφα που κατέθεσαν οι μάρτυρες ως Τεκμήρια στο Δικαστήριο. Η Μ.Ε.1 ουσιαστικά μαρτύρησε σε σχέση με γεγονότα για τα οποία η ίδια δεν είχε προσωπική γνώση, αλλά γνώση μέσα από το περιεχόμενο του εγγράφων που είχε στην κατοχή του το ΕΤΕΚ Μπορώ όμως να βασιστώ στη μαρτυρία της στο βαθμό που αυτή στηρίζεται σε έγγραφα το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητήθηκε. Ο Μ.Ε.2 θεωρώ ότι είπε σε μεγάλο βαθμό την αλήθεια. Δεν δοκίμασε να διαψεύσει τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι είχαν συμφωνήσει να βρεθούν, απλά αρκούμενος στο να αναφέρει ότι δεν θυμάται κάτι τέτοιο. Δεν με ικανοποίησε όμως ως προς τις εξηγήσεις του σε σχέση με την έκδοση του τιμολογίου (βλ. Τεκμήριο 13, το οποίο δεν το εξέδωσε ο ίδιος), ότι το έδωσε σε κάποια υπάλληλο του λογιστηρίου, γιατί επρόκειτο για υπογραφή του ιδίου επί του εγγράφου, ο οποίος δεν υπέγραφε προσωπικά αλλά «Δια CMP». Όσον αφορά το γιατί δεν θεώρησε αναγκαίο να συναντηθεί με τον Εναγόμενο, αυτό το αποδίδω σε δική του άποψη, η οποία μπορεί να είναι είτε ορθή είτε λανθασμένη, δεν συνεπάγεται όμως απόκρυψη της αλήθειας. Ο Ενάγοντας θεωρώ ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Μπορώ να δεχθώ τη μαρτυρία του στο σύνολό της. Ως επί το πλείστον όμως, μπορώ να προβώ σε συμπεράσματα για τα ουσιώδη γεγονότα από το περιεχόμενο των εγγράφων ενώπιόν μου, τα οποία σε μεγάλο βαθμό δεν έτυχαν αμφισβήτησης από τις 2 πλευρές. ΣΤ. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ Με βάση την ενώπιόν μου μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα ως προς τα γεγονότα: - Με επιστολές προς τους Ενάγοντες διαφόρων ημερομηνιών ζητήθηκε από τους Εναγόμενους ο διορισμός πραγματογνώμονα ή άλλου κατάλληλου προσώπου από από το ΕΤΕΚ για εξέταση προβλημάτων σε διατηρητέα οικoδομή, η οποία προσδιορίστηκε σε «πραγματογνωμοσύνη» (βλ. επιστολές 11/10/10, 15/1/10 και γενικά τα Τεκμήρια 1A- 1Δ) και προσδιορίστηκε ως επείγον. Προσδιοριζόταν επίσης ότι «ως επί το πλείστον» θα ζητείτο επιβεβαίωση σοβαρών αποκλίσεων από το συμβόλαιο μεταξύ εργολάβου και ιδιοκτήτη, από τα εγκεκριμένα σχέδια και από τη συναίνεση που είχε δοθεί από το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως. - Με επιστολή του ημερ. 13/1/10 Τεκμ. 2 , το ΕΤΕΚ απάντησε ότι μπορεί να εξετάσει το ενδεχόμενο διορισμού πραγματογνώμονα νοουμένου ότι είναι αποδεκτό ότι ο διορισμός πραγματογνώμονα γίνεται με σχετικές αποφάσεις του Επιμελητηρίου στις οποοίες αναφέρεται ότι ο πραγματογνώμονας θα υπογράψει ειδική συμφωνία στην οποίαν θα αναφέρονται οι όροι εντολής, η αμοιβή, το χρονοδιάγραμμα αν είναι εφικτό, η διαδικασία και δήλωσή του ότι δεν έχει συγκεκριμένο συμφέρον, ότι η αμοιβή θα είναι 85 ΕΥΡΩ ανά ανθρωποώρα και ότι η πραγματογνωμοσύνη παραδίδεται από το Τεχνικό Επιμελητήριο με την κατάθεση στο ταμείο του της σχετικής αποζημίωσης. Επιπλέον αναφερόταν ότι θα πρέπει να κατατεθεί στο ταμείο του ΕΤΕΚ το ποσό των ΕΥΡΩ 600 πλέον Φ.Π.Α. - Στον Ενάγοντα δεν δόθηκαν με την εν λόγω επιστολή οι διατάξεις πραγματογνωμοσύνης, οι οποίες και του δόθηκαν στις 15/11/2012 (βλ. Τεκμήριο 30) - Ο Ενάγοντας αποδέχθηκε με επιστολή του ημερομηνίας 15/1/2010 τους όρους και κατέβαλε ποσό 690 ΕΥΡΩ μετά από έκδοση σχετικού τιμολογίου. Ενώ αρχικά διορίστηκε από το ΕΤΕΚ αάλλος πραγματογνώμονας στη συνέχεια αναφέρθηκε ότι η Διοικούσα Επιτροπή αποφάσισε σε αντικατάστασή της να διορίσει τον πραγματογνώμονα Ν. Μιχαηλίδη, αρχιτέκτονα, καλείτο ο Εναγόμενος όπως έρθει σε επαφή μαζί του και επαναλαμβανόταν ότι ο διορισμός πραγματογνώμονα με βάση σχετικές αποφάσεις του Επιμελητηρίου. - Η συμφωνία διορισμού πραγματογνώμονα υπογράφτηκε από τον Ενάγοντα στις 14/6/
  1. Όταν είχε υπογραφεί στις 14/6/10, ο πραγματογνώμονας δεν είχε υπογράψει τη συμφωνία. - Ο Ενάγοντας είχε προσκομίσει διάφορα έγγραφα στον πραγματογνώμονα που αφορούσαν ζητήματα επί των οποίων ο ίδιος αιτείτο γνωμάτευσης και μπορώ να δεχθώ ότι είχε προβεί ο πραγματογνώμονας σε δέσμευση προς εκείνον ότι θα συναντιόνταν για σκοπούς της πραγματογνωμοσύνης. Δεν επισυνέβηκε όμως αυτό. - Ο πραγματογνώμονας ετοίμασε σχετική έκθεση (Τεκμήριο 14) και στάλθηκε από το αρχιτεκτονικό γραφείο CMP σχετικό τιμολόγιο για την εργασία του πραγματογνώμονα, ο οποίος δεν ήταν εγγεγραμμένος στο Φ.Π.Α. με χρέωση 25,5 ανθρωποωρών επί €85,5 σύνολο €2167 πλέον Φ.Π.Α. Σε συνέχεια αυτού εκδόθηκε τιμολόγιο ημερ. 24/8/2010 από το ΕΕΚ (Τεκμήριο 16) το οποίο στάλθηκε στον Ενάγοντα. Αυτός αντέδρασε στη χρέωση άμεσα με επιστολή ημερομηνίας 25/8/10 στην οποία διατύπωνε διάφορα παράπονα και ζητούσε ακύρωση της πραγματογνωμοσύνης κι επιστροφή της προκαταβολής που κατέβαλε. Δεν πλήρωσε ποτέ το ποσό του τιμολογίου (€1802,63) Ε. H ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ Πρέπει να αποφανθώ κατ' αρχήν κατά πόσον το ποσό το που χρεώθηκε επιβλήθηκε στον Εναγόμενο από το ΕΤΕΚ έγινε στη βάση επιβολής βάσει έκδοσης διοικητικής πράξης από τους Ενάγοντες, ή κατά πόσον επρόκειτο για σχέση ιδιωτικού δικαίου. Εάν η χρέωση βάσει του Τεκμηρίου 16 ήταν βασισμένη σε εκτελεστή διοικητική πράξη, η οποία δεν ακυρώθηκε δικαστικά, αλλά ούτε και ανακληθηκε, ο Εναγόμενος εμποδίζεται να εγείρει οιαδήποτε υπεράσπιση και εμποδίζεται να αιτείται οιαδήποτε θεραπεία ανταπαιτητικώς, βάσει της αρχής της νομιμότητας. Οι δύο πλευρές έχουν αγορεύσει σε αυτό το σημείο μέσα στο κείμενο των Γραπτών τους Αγορεύσεων. Θέση των Εναγόντων είναι ότι πρόκειται για εκτελεστή διοικητική πράξη η έκδοση του τιμολογίου. Με παραπέμπει ο ευπαίδευτος συνήγορός τους, στη Ζήνων Ζήνωνας Χρίστου ν. Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου 1998 1 ΑΑΔ 1847 όπου αναφέρθηκε ότι η επιβολή τέλους από το ΕΤΕΚ για την έκδοση της ετήσιας άδειας ήταν διοικητική πράξη και στην ΑΟΜΜ ΓΑΛΑΞΙΑΣ ΠΑΡΑΓΩΓΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΔΗΜΟΥ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ, Πολιτική Έφεση 348/2010, η οποία αφορούσε την επιβολή φόρου θεάματος από το Δήμο Στροβόλου ο οποίος αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και θεωρήθηκε ότι επρόκειτο για διοικητική πράξη της οποίας η εγκυρότητα δεν μπορούσε να αμφισβητηθεί σε πολιτική διαδικασία. Η διοικητική πράξη στην τελευταία υπόθεση δεν είναι ακυρωθεί ή ανακληθεί και παρείχε το δικαίωμα στους Εφεσίβλητους να αξιώνουν την καταβολή των τελών. Αντίθετη είναι η θέση του Εναγομένου, ο οποίος αναφέρει ότι πρόκειται για πράξη ιδιωτικού δικαίου. Με παραπέμπει στη Ναυτικός όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου 1992 1 Α.Α.Δ. 882, όπου αναφέρεται ότι πράξεις ιδιωτικής φύσεως είναι πράξεις όπου μία αρχή ενεργεί για την προστασία του δικού της ταμιευτικού συμφέροντος, δηλαδή οπότε ενεργεί πράξη διαχείρισης και έρεισμα για τον καταρτισμό ή σύναψη πράξης διαχείρισης αντλείται όχι από τη δημόσια εξουσία μίας αρχής αλλά από περιουσιακά δικαιώματα βάσει αστικού δικαίου. Τέτοιες πράξεις είναι και πράξεις διάθεσης και εκμίσθωσης Ο Εναγόμενος επισημαίνει διαφορές στις 2 περιπτώσεις, εφόσον στη μία προβλεπόταν και διαδικασία επίλυσης διαφοράς για την πραγματογνωμοσύνη (διαιτησία) ενώ τέτοια πρόβλεψη δεν υπήρχε στην παρούσα περίπτωση και επιπλέον την πραγματογνωμοσύνη στην παρούσα περίπτωση δεν φέρει ο πραγματογνώμονας αλλά η οντότητα CMP. Η εμπλοκή της Ενάγουσας στην παρούσα διαδικασία δεν ήταν χρήσιμη, αφού υποδείκνυε εκείνη τον πραγματογνώμονα και εισέπραττε και 25% υπό τύπο αμοιβής. Επιπλέον τα Τεκμήρια 15 και 16, επιστολή και τιμολόγιο δεν συνιστούσαν εκτελεστή διοικητική πράξη γιατί δεν κοινοποιούνταν θεραπείες σύμφωνα με το άρθρο 6 του Ν. 158(Ι)/
  2. , η πραγματογνωμοσύνη δεν ήταν γενεσιουργός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων για τον Αιτητή αλλά ήταν πράξη διαχείρισης με αποκόμιση κέρδους και όχι πράξη εξουσίας, είχε ως προϋπόθεση τη σύναψη άλλης συμφωνίας στην οποίαν δεν μετείχε η Ενάγουσα, δεν ικανοποιείτο δημόσια ανάγκη, γιατί μπορούσε να διενεργηθεί και χωρίς την εμπλοκή της Ενάγουσας και μπορούσε να αποφασίσει ο Εναγόμενος εάν θα την χρησιμοποιούσε ή όχι, λάμβανε ποσοστό 25% το οποίο απέκρυψε και απέβλεπε σε προστασία του ταμειακού της συμφέροντος. Επιπλέον χρεωνόταν και ΦΠΑ., ενώ φορολογίες, επειδή δεν είναι υπηρεσίες, αλλά δημόσια τέλη δεν πρέπει να φέρουν ΦΠΑ και ο Εναγόμενος έπρεπε να είχε ενημερωθεί για την τελική τιμή του προϊόντος. Εξετάζοντας τις εκατέρωθεν προβληθείσες θέσεις, για τους λόγους που εξηγώ θα συμφωνήσω με την πλευρά των Εναγόντων ως προς το δημοσίου δικαίου χαρακτήρα της επιβολής του ποσού που ζητείται με την αγωγή. Στην πρωτόδικη απόφαση ΕΤΕΚ ν. Μαρίας Κωνσταντίνου στην Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου ν. Μαρίας Κωνσταντίνου, Αρ. Αγωγής: 787/07, 6 Σεπτεμβρίου 2011 θεωρήθηκε ,σε σχέση με την επιβολή δικαιωμάτων σε σχέση με τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης ότι ενέπιπτε στο πεδίο του διοικητικού δικαίου. Αναφέρθηκε επί λέξει ότι: «Κρίνω πως η επιβολή των πιο πάνω δικαιωμάτων εμπεριέχεται στις εξουσίες των εναγόντων και σχετίζεται με την προώθηση ή εκπλήρωση των δημοσίων σκοπών που τους έχουν ανατεθεί από τον Νόμο. Η είσπραξη των δικαιωμάτων για την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από μέλος του ΕΤΕΚ, στο οποίο ανατέθηκε από το ίδιο το ΕΤΕΚ κατόπιν παράκλησης και αποδοχής από μέρους της εναγόμενης, είναι φανερό ότι είναι απαραίτητη για τους επίτευξη των σκοπών του που είναι η προαγωγή της επιστήμης και για τον οποίο συμφέρον στην ευόδωση του έχουν τόσο κοινό αλλά και τμήμα του. Η πράξη επιβολής του ποσού εκπηγάζει από την άσκηση των εξουσιών του ΕΤΕΚ και εξεδόθη εκτός του πλαισίου των συμβατικών σχέσεων του με την εναγόμενη. Η αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 146 του Συντάγματος διαχωρίζεται θεσμικά από την πολιτική δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων. Όπως εξηγείται στην απόφαση της Ολομέλειας Συμβ. Εγγρ. Αρχ. & Πολ. Μηχανικών ν. Κωνσταντίνου κ.α
(1994)2 Α.Α.Δ. 453, οι δύο δικαιοδοσίες δεν εφάπτονται σε κανένα σημείο (βλ και Takis P. Marlides Ltd v. Γενικός Εισαγγελέας
(1997)1 ΑΑΑΔ 1424). Η εγκυρότητα διοικητικής πράξης ή απόφασης μπορεί να προσβληθεί μόνο με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Αν δεν ακυρωθεί από αρμόδιο αναθεωρητικό δικαστήριο η διοικητική πράξη, η απόφαση διατηρεί καθ΄ όλα την ισχύ της ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή. Η επιβολή των δικαιωμάτων από το ΕΤΕΚ, για την οποία υπάρχει παραδοχή εκ μέρους της εναγόμενης ότι της επιβλήθηκε, έχει τα γνωρίσματα διοικητικής πράξης από την οποία παράγοντα έννομα αποτελέσματα. Επιχειρείται από μέρους της εναγόμενης η ένδικη αμφισβήτηση και ανατροπή της διοικητική πράξης, μέσω αυτής της διαδικασίας και αυτό είναι λάθος.» Το Δικαστήριο σε εκείνη την απόφασή του βασίστηκε στην απόφαση Shoham (Cyprus) Ltd ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2000)1 ΑΑΔ 404, όπου η επιβολή δικαιωμάτων -και έκδοση σχετικών τιμολογίων- σε σχέση με λιμενικές διευκολύνσεις (ηλεκτρικές εγκαταστάσεις) που παρείχε η Αρχή Λιμένων κρίθηκε ότι ενέπιπτε στον τομέα του δημοσίου δικαίου. Θα συμφωνήσω με τη συγκεκριμένη απόφαση στη βάση και του σκεπτικού που ακολουθεί. Έχω υπόψη μου κατ' αρχήν τα ακόλουθα άρθρα του περί Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου Νόμος του 1990 (224/1990) : «
  1. Το Επιμελητήριο έχει σκοπό την προαγωγή της επιστήμης στους διάφορους τομείς που σχετίζονται με την ειδικότητα των μελών του, της μηχανικής και της τεχνολογίας γενικά και την ανάπτυξη τους για αυτοδύναμη οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη της Δημοκρατίας.» και « Αρμοδιότητες του Επιμελητηρίου
  2. Το Επιμελητήριο ασκεί κάθε αρμοδιότητα και εξουσία που του ανατίθεται με τον παρόντα ή οποιοδήποτε άλλο νόμο και έχει αρμοδιότητα να επιτελεί κάθε πράξη αναγκαία για την προώθηση των σκοπών του και ιδιαίτερα- ........ (ιβ) επιβάλλει και εισπράττει τα καθορισμένα δικαιώματα για κάθε βεβαίωση, θεώρηση ή έκδοση πιστοποιητικού ή άλλου εγγράφου και για τη διεξαγωγή διαιτησιών, πραγματογνωμοσύνης ή δειγματοληψίας ή για την παροχή οποιασδήποτε υπηρεσίας~» Είναι εμφανές ότι η διαδικασία πραγματογνωμοσύνης ως επισυνέβηκε στην υπό κρίση περίπτωση ήταν συγκεκριμένη διαδικασία στην οποίαν δεν εμπλέκονταν δύο ιδιώτες που συμβάλλονταν ελεύθερα από μόνοι τους ή έστω με κάποια διαμεσολάβηση του ΕΤΕΚ, αλλά διαδικασία που ανήκε στο ΕΤΕΚ, για την οποίαν κάποιος πρέπει να απευθυνθεί στο ΕΤΕΚ και αυτή για να προχωρήσει πρέπει να γίνει βάσει όρων και χρεώσεων του ΕΤΕΚ και βάσει διορισμού πραγματογνώμονα από το ΕΤΕΚ. Η εν λόγω διαδικασία σχετίζεται εμφανώς με σκοπούς του ΕΤΕΚ και προβλέπεται από την ίδια τη νομοθεσία ότι το ΕΤΕΚ επιβάλλει και εισπράττει δικαιώματα για αυτήν. Εμπίπτει λοιπόν με βάση τα ειδικά χαρακτηριστικά της, στο δημόσιο και όχι στο ιδιωτικό δίκαιο. Το εάν έπρεπε να χρεώνεται Φ.Π.Α., το εάν θα έπρεπε ή όχι να λαμβάνει το ΕΤΕΚ 25% ή να ενημερώσει για αυτό, το εάν η χρέωση ήταν ορθή, το εάν έγινε χρέωση προς το ΕΤΕΚ από άλλο πρόσωπο από τον πραγματογνώμονα κλπ πριν αυτό εκδώσει το τιμολόγιό του, το εάν ορθά ή όχι ενήργησε ο πραγματογνώμονας και το εάν η συμφωνία του πραγματογνώμονα ήταν ή όχι σύμφωνα με διατάξεις του ΕΤΕΚ περί πραγματογνωμοσύνης είναι ζητήματα που θα μπορούσαν να εξεταστούν σε σχέση με τη νομιμότητα αυτής της διοικητικής πράξης. Ο Εναγόμενος έλαβε γνώση της εν λόγω επιβολής του συγκεκριμένου ποσού ως χρέωση/δικαιώματα για την πραγματογνωμοσύνη. Δεν το αμφισβήτησε και τουλάχιστον το γνώριζε στις 25/8/10 όταν απευθυνόταν στο ΕΤΕΚ. Το αμφισβήτησε μεν με επιστολές του, αλλά δεν το έπραξε δικαστικώς. Ούτε υπήρχε προβλεπόμενη στο νόμο διοικητική/ιεραρχική προσφυγή για να αναστελλόταν κάποια προθεσμία. Η προθεσμία των 75 ημερών έληξε. Δεν αμφισβητήθηκε η νομιμότητα της επιβολής του ποσού, οπότε αυτό οφείλεται από τον Εναγόμενο. Με παρόμοιο σκεπτικό με τη Γαλαξίας πιο πάνω, τα ζητήματα που εγείρει ο Εναγόμενος δεν μπορούν να προβάλλονται ως υπερασπίσεις σε αυτή τη διαδικασία. Οπότε, με δεδομένη την επιβολή του ποσού βάσει διοικητικής προστασίας που δεν αμφισβητήθηκε, κρίνω ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται σε ποσό ως η Έκθεση Απαίτησής τους. Η. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση το ανωτέρω σκεπτικό η Αγωγή επιτυγχάνει κι εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων κι εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €1802.
  3. Όσον αφορά τον τόκο επί του ποσού αυτού, θα είναι νόμιμος τόκος από την ημερομηνία καταχώρησης της Αγωγής. Η κρίση μου επί της Αγωγής προδιαγράφει και την τύχη της ανταπαίτησης, η οποία αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αγωγής (τα οποία ως ένα σετ θα περιλαμβάνουν και την ανταπαίτηση, η οποία ήταν στενά συνδεδεμένη με την Αγωγή, βασιζόταν στα γεγονότα της και έτυχε συνεκδίκασης), ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων κι εναντίον του Εναγομένου με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της Αγωγής. Όσον αφορά τα έξοδα της Αγωγής που προέκυψαν από την επανεκδίκαση, για την οποίαν καμία πλευρά δεν φέρει ευθύνη, τα έξοδα θεωρώ ότι θα ήταν ορθό να καταβληθούν από τη Δημοκρατία αλλά δεν θα μπορούσα να προχωρήσω σε τέτοια διαταγή καθότι δεν έχω τέτοια εξουσία. Μπορώ μόνο να υποβάλω εισήγηση, παραθέτοντας ταπεινά την άποψή μου, στο πνεύμα της Mατθαίου Παναγιώτα ν. Λουκά Θεμιστοκλέους
(1998)1 ΑΑΔ 1372, όπως τα έξοδα της διαδικασίας που επωμίστηκαν οι 2 πλευρές, δηλαδή της προηγούμενης ακροαματικής διαδικασίας η οποία έπρεπε να επαναληφθεί από την αρχή, όπως καταβληθούν από τη Δημοκρατία. Υπενθυμίζω ότι σε εκείνην την υπόθεση αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « Θεωρούμε ορθό όμως, όπως τα έξοδα των διαδίκων, τόσο πρωτόδικα όσο και κατ' έφεση, επωμιστεί η Δημοκρατία. Και τούτο, γιατί τα έξοδά τους για την προώθηση της υπόθεσής τους εξανεμίστηκαν, λόγω λειτουργικής ατέλειας ή αδυναμίας της υπηρεσίας του Δικαστηρίου. Δεν μας παρέχεται εξουσία από το νόμο να εκδώσουμε διαταγή για την καταβολή των εξόδων από τη Δημοκρατία. Υποβάλλεται όμως εισήγηση, όπως έγινε και σε άλλες περιπτώσεις ανακοπής της δίκης για λόγους άσχετους με τους διαδίκους, όπως η Δημοκρατία καταβάλει τα έξοδα που έχουν υποστεί οι διάδικοι στη δίκη και στην έφεση, αποτιμούμενα βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.» ............ Ξενής Ξενοφώντος Επαρχιακός Δικαστής ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΑΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.