Κασινίδη ν. Eurolife Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2351/2018, 15/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2351/2018 Μεταξύ: . Κασινίδη Ενάγοντος v. 1. Eurolife Ltd 2. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Eναγομένων Αίτηση Ενάγοντος ημ. 21.12.20 για Προσωρινά Διατάγματα Ημερομηνία: 15 Ιανουαρίου 2021 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Κ. Κνώφου για Κώστας Π. Δημητριάδης ΔΕΠΕ Για την Εναγομένη 2 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Χ. Χατζηγεωργίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση ο Ενάγων - Αιτητής ζητά διατάγματα με τα οποία (
- i)να απαγορεύεται στην Εναγομένη 2 - Καθ΄ ης και ή στους αξιωματούχους, υπαλλήλους ή αντιπροσώπους της να προχωρήσει με την εκποίηση της υποθήκης Υ...56/08 και (
- ii)να αναστέλλεται οποιαδήποτε άλλη διαδικασία εκποίησης της εν λόγω υποθήκης, μέχρι την τελική εκδίκαση της Αγωγής ή νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Σημειώνεται ότι η Αίτηση καταχωρίστηκε μονομερώς και το Δικαστήριο δεν εξέδωσε οποιοδήποτε διάταγμα μονομερώς αλλά διέταξε την επίδοση της Αίτησης. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντος ο οποίος δηλώνει ότι μέχρι τον τραυματισμό του σε εργατικό ατύχημα στις 26.9.13 ήταν υδραυλικός και ότι είναι μέτοχος και διευθυντής της εταιρείας Ακίνητα Κασινίδη Λτδ (εφεξής καλούμενη «η εταιρεία»). Αναφέρει επίσης ότι η Εναγομένη 1 είναι θυγατρική της Εναγομένης 2 (εφεξής «η Τράπεζα») και ότι οι Εναγόμενες είναι μέλη του ιδίου ομίλου εταιρειών καθώς επίσης και ότι αυτός και η σύζυγος του είναι ιδιοκτήτες ανά ½ του υπό κρίση ενυπόθηκου ακινήτου ενώ η σύζυγος του είναι ιδιοκτήτρια ενός ακόμα ενυπόθηκου ακινήτου. Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημ. 13.10.08, η Τράπεζα παρείχε δάνειο ύψους €710.000 προς την εταιρεία και ως εξασφάλιση αυτού ο ίδιος και η σύζυγος του υπέγραψαν εγγύηση και παραχώρησαν υποθήκη των ως άνω αναφερομένων ακινήτων τους αντίστοιχα καθώς επίσης και ο Ενάγων εκχώρησε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ημ. 28.9.08 το οποίο συνήψε με την Εναγομένη 1. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, συνέπεια εργατικού ατυχήματος το οποίο υπέστη στις 26.9.13 αυτός κατέστη μόνιμα και ολικά ανίκανος για εργασία και έτσι υπέβαλε απαίτηση για το ωφέλημα μόνιμης και ολικής ανικανότητας δυνάμει του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Η Εναγομένη 1 απέρριψε την απαίτηση του και παρά το αίτημα του Ενάγοντος να πληροφορηθεί τους λόγους της απόρριψης, η Εναγομένη 1 παρέμεινε στην ίδια θέση κατόπιν εκ νέου αξιολόγησης της απαίτησης. Λόγω της απόρριψης της απαίτησης του ο Ενάγων ζήτησε από την Εναγομένη 2 να εγείρει αγωγή διεκδικώντας το ωφέλημα του, με τη δέσμευση ότι αυτό θα χρησιμοποιείτο πρώτα για την εξόφληση ή έναντι του χρέους, κάτι στο οποίο η Εναγομένη 2 ουδέποτε συγκατατέθηκε. Εξ ου και ο Ενάγων αναγκάστηκε να προχωρήσει ο ίδιος με την έγερση της παρούσας Αγωγής εναντίον τόσο της Εναγομένης 1 όσο και της Εναγομένης 2 ως αναγκαίας διαδίκου εφόσον έχει έννομο συμφέρον στην καταβολή του ωφελήματος, ως ενυπόθηκος τρίτος, ως εγγυητής του δανείου και ως δικαιούχος τυχόν εναπομείναντος ποσού του ωφελήματος. Ο Ενάγων αναφέρεται επίσης και στις Αγωγές XXXXX/14 και XXXXX/14 οι οποίες καταχωρίστηκαν από την Τράπεζα εναντίον της εταιρείας, του ιδίου και της συζύγου του, στην πρώτη εκ των οποίων ζητούνται και διατάγματα για εκποίηση των υποθηκών, και στις οποίες οι εκεί Εναγόμενοι καταχώρισαν στη μεν πρώτη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση και στη δεύτερη Υπεράσπιση, αμφισβητώντας τις αξιώσεις της Τράπεζας. Αποτελεί περαιτέρω ισχυρισμό του Ενάγοντος ότι η Εναγομένη 2 ξεκίνησε και προωθεί τη διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου μέσω πλειστηριασμού, κάτι το οποίο αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και καταπάτηση των δικαιωμάτων του, καθότι αφενός αμφισβητεί τις αξιώσεις της Τράπεζας στα πλαίσια των Αγωγών που ήγειρε η Τράπεζα και θα στερηθεί του δικαιώματος να ακουστεί επί αυτών και αφετέρου η Τράπεζα αρνείται να διεκδικήσει το ωφέλημα του βάσει του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ενώ σε περίπτωση καταβολής του τότε το οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό θα εξοφληθεί και δεν θα υπάρχει ανάγκη εκποίησης της υπό κρίση υποθήκης η οποία αφορά στην κατοικία του. Οι λόγοι ένστασης εστιάζονται στα ακόλουθα: 1) Η Αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και ή καταχρηστική. 2) Ο Αιτητής κωλύεται να προωθεί την Αίτηση λόγω υπέρμετρης καθυστέρησης. 3) Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις έγκρισης της Αίτησης. 4) Ο Αιτητής στερείται αγώγιμου δικαιώματος και ή έννομου συμφέροντος να εγείρει την Αγωγή καθότι εκχώρησε τα δικαιώματα του που απορρέουν από το επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο. 5) Σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και ύπαρξης τυχόν ζημιάς στον Αιτητή, αυτή είναι αποκλειστικά οικονομικής φύσης και ο Αιτητής δύναται να αποζημιωθεί καθότι η Τράπεζα έχει την οικονομική δυνατότητα να το πράξει. 6) Το δικαίωμα της Τράπεζας να εκποιήσει την υπό κρίση υποθήκη είναι ανεξάρτητο και ή ουδεμία σχέση έχει με την παρούσα Αγωγή. 7) Ο Αιτητής δεν προέβη σε ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. 8) Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΜΣ (εφεξής «ο ΜΣ»), ο οποίος αναφέρει ότι βρίσκεται στην υπηρεσία της Τράπεζας. Ο ΜΣ ουσιαστικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Ειδικότερα, ο ΜΣ αναφέρεται στην Αγωγή 1467/20 η οποία ηγέρθη από τον Αιτητή εναντίον των ίδιων Εναγομένων με την οποία ζητά μεταξύ άλλων τις ίδιες θεραπείες με την παρούσα. Επίσης επικαλείται τη μη συμμόρφωση της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας με τις υποχρεώσεις της, τον τερματισμό των πιστωτικών διευκολύνσεων και την καταχώριση των δύο Αγωγών εκ μέρους της Τράπεζας, ασκώντας ταυτόχρονα τα δικαιώματα της δυνάμει του εγγράφου υποθήκης και ακολουθώντας ορθά και νόμιμα την προβλεπόμενη διαδικασία πώλησης. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν οι δικηγόροι των δύο πλευρών. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στο οποίο βασίζεται, μεταξύ άλλων η Αίτηση, παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 731, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1848, Highgate Primary School κ.ά. v. Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R.
- Στα πλαίσια της Αίτησης, κρίνεται σκόπιμο να εξεταστεί πρώτα ο λόγος ένστασης ότι ο Αιτητής επέδειξε υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης και η οποία του στερεί το δικαίωμα να την προωθήσει. Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ότι οι ειδοποιήσεις ΙΑ παραλήφθηκαν τόσο από τον Αιτητή όσο και τα υπόλοιπα ενδιαφερόμενα πρόσωπα τον Οκτώβριο του 2020, και συγκεκριμένα μεταξύ 9 και 12.10.20, σύμφωνα με τα σχετικά έγγραφα αποστολής με συστημένο ταχυδρομείο, Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του ΜΣ. Ο Αιτητής δικαιολογεί τον χρόνο καταχώρισης της Αίτησης στον υποχρεωτικό περιορισμό και την τήρηση των μέτρων προφύλαξης και προστασίας λόγω της πανδημίας του κορονοΐου καθώς επίσης και στην ανάγκη συλλογής όλων των σχετικών πληροφοριών για να σταλούν και επεξηγηθούν στους δικηγόρους του. Ο ΜΣ απαντά σε αυτόν τον ισχυρισμό πως ο Αιτητής καθυστέρησε δύο μήνες στην υποβολή της Αίτησης η οποία καταχωρίστηκε μόνο λίγες μέρες πριν τον πλειστηριασμό, δημιούργησε στενά χρονικά περιθώρια ενώ η Τράπεζα είχε ήδη προχωρήσει σε διαφήμιση του επικείμενου πλειστηριασμού με σημαντικό κόστος και επηρεάζοντας δυσμενώς τη θέση της. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο Αιτητής προβάλλει βάσιμες και αναντίλεκτες εξηγήσεις για τον χρόνο καταχώρισης της Αίτησης και ότι η Αίτηση καταχωρίστηκε έγκαιρα παρέχοντας τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να διατάξει την επίδοση της και να την εκδικάσει και εκδώσει απόφαση μέχρι την ημερομηνία του πλειστηριασμού. Ως εκ τούτου, υπό τις πιο πάνω περιστάσεις το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως ο Αιτητής ενήργησε με τέτοια καθυστέρηση η οποία να του στερεί το δικαίωμα να ακουστεί επί της Αίτησης του. Αποτελεί λόγο ένστασης πως ο Αιτητής δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του ΜΣ, το ουσιώδες γεγονός συνίσταται στην καταχώριση και προώθηση της Αγωγής 1467/20 την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο
- Αποτελεί βασική νομική αρχή ότι στις μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής έχει υποχρέωση να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που δύνανται να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική του κρίση. Παράλειψη αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων θεωρείται ως είδος «εξαπάτησης» του Δικαστηρίου και έχει ως συνέπεια την άρνηση του Δικαστηρίου να τον ακούσει ακυρώνοντας το προσωρινό διάταγμα που εξέδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία του - βλ. Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ. κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην τελευταία υπόθεση το Εφετείο τόνισε για ακόμα μια φορά ότι η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως («uberrima fides»), και επομένως ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων εκτείνεται ακόμα και σε αναφορά σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά - βλ. Global Cruises v. Metro Shipping
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 607. Εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της υπό κρίση Αίτησης, καθιστώντας την δια κλήσεως και επομένως αυτή η αρχή δεν τυγχάνει εφαρμογής καθότι και η άλλη πλευρά είχε την ευκαιρία να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τις δικές της θέσεις. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης του Δικαστηρίου, αξίζει να λεχθεί ότι είναι βάσιμη η θέση του δικηγόρου του Αιτητή και σύμφωνα με το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του ΜΣ, πως η δεύτερη αυτή Αγωγή φαίνεται να αφορά σε διαφορετικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο μεταξύ του Αιτητή και της Εναγομένης 1 και το οποίο είχε εκχωρηθεί προς όφελος της Εναγομένης 2 ως εξασφάλιση άλλης πιστωτικής διευκόλυνσης, ήτοι άλλου δανείου, το οποίο παραχωρήθηκε από την τελευταία προς τον Αιτητή δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημ. 29.5.08 και για την οποία δεν αναφέρεται ότι είχαν δοθεί υποθήκες και η Τράπεζα έχει κινήσει την Αγωγή XXXXX/14 στην οποία αξιώνει μόνο το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό πλέον τόκο. Ως εκ τούτου, δεν διαφαίνεται η οποιαδήποτε σύνδεση και σχέση της δεύτερης Αγωγής με την παρούσα, εφόσον φαίνεται να αφορούν διαφορετικά ασφαλιστήρια συμβόλαια τα οποία εκχωρήθηκαν ως εξασφάλιση για διαφορετικές πιστωτικές διευκολύνσεις, χωρίς στη δεύτερη διευκόλυνση να έχει παραχωρηθεί υποθήκη. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η Αγωγή 1467/20 δεν αποτελεί ουσιώδες γεγονός ούτε ώστε ο Αιτητής δεν είχε υποχρέωση αναφοράς σε αυτή στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, αντικείμενο της παρούσας Αγωγής αποτελεί το εν λόγω ασφαλιστήριο συμβόλαιο και η απόρριψη της απαίτησης από την Εναγομένη 1 για την καταβολή του ωφελήματος μόνιμης και ολικής ανικανότητας ως επίσης και η άρνηση της Εναγομένης 2 να εγείρει την παρούσα Αγωγή και προωθήσει την απαίτηση του Ενάγοντος. Συνεπεία αυτής της στάσης των Εναγομένων, ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι υπέστη ζημιά λόγω της μη πληρωμής του ωφελήματος αλλά και λόγω των τόκων που συσσωρεύονται στο αντίστοιχο χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου της εταιρείας προς την Εναγομένη 2 η οποία ενεργεί κατά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων και του καθήκοντος επιμέλειας της προς τον Ενάγοντα. Εξ ου και ο Ενάγων εγείρει αξιώσεις για · Αναγνωριστική και ή Δηλωτική Απόφαση ότι ο Ενάγων κατέστη, συνεπεία ατυχήματος, μόνιμα και ολικά ανίκανος για σκοπούς του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και συνεπώς το ποσό των €547.888,20 ή οποιοδήποτε άλλο ποσό ήθελε αποφασιστεί από το Δικαστήριο είναι πληρωτέο στη βάση αυτού (του συμβολαίου) ως ωφέλημα μόνιμης και ολικής ανικανότητας, · Διάταγμα με το οποίο η Εναγομένη 1 διατάζεται να καταβάλει το εν λόγω ποσό στην Εναγομένη 2 πλέον νόμιμο τόκο στη βάση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, · Διάταγμα με το οποίο η Εναγομένη 1 διατάζεται να καταβάλει στην Εναγομένη 2 το ποσό των τόκων με το οποίο χρεώθηκε το δάνειο της εταιρείας επί του ασφαλισμένου ποσού, και · Διάταγμα με το οποίο η Εναγομένη 2 διατάζεται να χρησιμοποιήσει το εν λόγω ποσό προς εξόφληση του δανείου και να καταβάλει στον Ενάγοντα τυχόν υπόλοιπο μετά την εξόφληση. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η φύση αυτών των αξιώσεων αποκαλύπτει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση εφόσον με την παρούσα Αγωγή εγείρεται ζήτημα αμφισβήτησης της απόφασης της Εναγομένης 1 για απόρριψη της απαίτησης του Ενάγοντος και υποβολή απαίτησης για την καταβολή του ποσού του ωφελήματος και μάλιστα την καταβολή του όποιου ποσού ήθελε επιδικαστεί υπέρ του Ενάγοντος προς εξόφληση του δανείου για το οποίο, υπενθυμίζεται, δόθηκε ως εξασφάλιση και η υπό κρίση υποθήκη. Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι την ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Αγωγής, για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας και χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε τελική κατάληξη επί αυτού, ο ισχυρισμός της Εναγομένης 2 περί μη ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος και έννομου συμφέροντος του Αιτητή στην καταχώριση της παρούσας Αγωγής λόγω της εκχώρησης του ασφαλιστηρίου στην Εναγομένη 2 δεν φαίνεται να βρίσκει έρεισμα στα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Λουκά v. Eurolife Ltd
(2009)1(B) Α.Α.Δ. 1524. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει το ακόλουθο απόσπασμα: «. στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Χριστόπουλου
(1994)1 Α.Α.Δ. 479, όπου λέχθηκαν και τα ακόλουθα στη σελ. 487: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά αποφάσισε ότι ο εκδοχέας νομιμοποιείται να καταχωρίσει την αγωγή στο όνομα του και να διεκδικήσει αυτοδίκαια τα δικαιώματα από την εκχώρηση, χωρίς να χρειάζεται να συνενώσει τον εκχωρητή - [βλ. Chrysos-tomou v. Chalkousi & sons
(1978)1 C.L.R. 10 και Markidou v. Kiliaris and Another
(1983)1 C.L.R. 392]. Στην υπόθεση Weddell v. J. A. Pearce & Major [1987] 3 All E.R. 624, αποφασίστηκε ότι ο εκδοχέας έχει locus standi ως ενάγοντας και η μη συνένωση του εκχωρητή δεν καθιστούσε την αγωγή άκυρη. Εν πάση περιπτώσει, παρόλο ότι η συνένωση του εκχωρητή είναι επιθυμητή, η μη συνένωση του δεν καθιστά τη διαδικασία άκυρη. Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η παρουσία του είναι αναγκαία, μπορεί να συνενωθεί με βάση τη Διαταγή 9, Θεσμό 10.» Προκύπτει από τα πιο πάνω πως σε τέτοια περίπτωση δικαίωμα αγωγής έχει απευθείας ο εκδοχέας ως ενάγοντας, το ακριβές όμως ερώτημα που μας απασχολεί εδώ είναι κατά πόσο τέτοιο δικαίωμα έχει παράλληλα και από μόνος του ο εκχωρητής. Οι έρευνες μας, μας οδήγησαν στην υπόθεση Three Rivers D.C. v. Bank of England [1995] 4 All E.R. 312, όπου κρίθηκε το θέμα σε περίπτωση όπου ο εκχωρητής ήγειρε την αγωγή χωρίς συνένωση σε αυτή και χωρίς τη ρητή συγκατάθεση του εκδοχέα. Στην υπόθεση εκείνη αποφασίστηκαν τα πιο κάτω: «Where there was an agreement to assign a legal chose, in equity the assignee became the owner and controller of the legal chose and was entitled to sue for the recovery of the chose, although as a matter of practice he was normally required by the court to join the assignor either as plaintiff or, if he refused to give his consent, as defendant. However (Staughton L.J. dissenting), where the assignor whished to sue and it was known that there had been an assignment the court required the assignee to be joined and would not permit the assignor to maintain the action in the absence of the assignee. The assignor was entitled to sue as trustee for the assignee if the assignee so wished, but in that event he was required to reveal his representative capacity . . ." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Όπου υπάρχει συμφωνία εκχώρησης νομικού δικαιώματος αγωγής, σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας ο εκδοχέας καθίσταται ο δικαιούχος και ελέγχων του δικαιώματος αγωγής και δικαιούται να ενάγει με βάση το δικαίωμα αυτό, παρόλο ότι, ως θέμα πρακτικής, κανονικά θα απαιτηθεί από το Δικαστήριο να συνενώσει τον εκχωρητή είτε ως ενάγοντα είτε, εάν αρνείται να δώσει την συγκατάθεσή του, ως εναγόμενο. Εντούτοις, όπου ο εκχωρητής επιθυμεί να καταχωρήσει αγωγή, όπου είναι γνωστό ότι υπήρξε εκχώρηση, το Δικαστήριο ζητά όπως ο εκδοχέας συνενωθεί και δεν επιτρέπει στον εκχωρητή να συντηρεί την αγωγή στην απουσία του εκδοχέα. Ο εκχωρητής δικαιούται να ενάγει ως εμπιστευματοδόχος του εκδοχέα εάν τούτο επιθυμεί ο εκδοχέας, αλλά σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποκαλύπτει την εκπροσωπευτική του ιδιότητα ...»» Οι ίδιες νομικές αρχές υιοθετήθηκαν και στην πιο πρόσφατη υπόθεση Φετοκάκης κ.ά. v. Cyprus Trading Corporation Plc, Πολ. Εφ. 328/10 και 431/11, ημ. 31.3.
- Στην προκείμενη περίπτωση ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η Εναγομένη 2 ουδέποτε συγκατατέθηκε να εγείρει αγωγή εκ μέρους του ή να τον εξουσιοδοτήσει να το πράξει ο ίδιος και προς τούτο επισυνάπτει τη σχετική επιστολή ημ. 12.8.16, Τεκμήριο 7, στην οποία περιλαμβάνεται αυτό το αίτημα του. Ο ΜΣ ουδόλως αντικρούει αυτούς τους ισχυρισμούς παρά μόνο ισχυρίζεται ότι αυτοί είναι αστήρικτοι και ανυπόστατοι. Στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν καλείται ούτε και δικαιούται να προβεί σε οποιαδήποτε τελική κατάληξη και ή ευρήματα, παρά μόνο περιορίζεται στο να σημειώσει ότι οι ισχυρισμοί του Ενάγοντος φαίνονται να αποτυπώνονται σε σχετική επιστολή του προς την Εναγομένη 2 η οποία δεν ανταποκρίθηκε θετικά και αυτοί (οι ισχυρισμοί) δεν έχουν αντικρουστεί με οποιονδήποτε τρόπο από την τελευταία. Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων η σύναψη της γραπτής συμφωνίας δανείου ημ. 13.10.08 και η παραχώρηση των εξασφαλίσεων, ήτοι προσωπικές εγγυήσεις, υποθήκες και εκχώρηση του επίδικου ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Ο Αιτητής ισχυρίζεται πως ο ίδιος και η σύζυγος του (ως συνιδιοκτήτες ανά ½ μερίδιο) υποθήκευσαν το όλο μερίδιο του ακινήτου 3/..9 με την υποθήκη Υ.56/08 για το ποσό των €329.000 πλέον τόκους. Αυτός ο ισχυρισμός δεν φαίνεται να βρίσκει έρεισμα στην ίδια τη Σύμβαση Υποθήκης, Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ΜΣ, στην οποία φαίνεται η υποθήκευση μόνο του ½ μεριδίου του Ενάγοντος. Αυτό επίσης αναφέρεται στην παρ. 5 της Έκθεσης Απαίτησης στην Αγωγή XXXXX/14 η οποία μάλιστα γίνεται παραδεκτή στην παρ. 6 της Υπεράσπισης των εκεί Εναγομένων, Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή. Κοινώς αποδεκτή είναι και η απόρριψη του αιτήματος του Ενάγοντος για την παροχή του ωφελήματος για μόνιμη και ολική ανικανότητα. Κατ΄ αρχάς θα πρέπει να λεχθεί πως η διαδικασία εκποίησης της υπό κρίση υποθήκης προκύπτει από την ισχυριζόμενη παράλειψη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της εταιρείας δυνάμει της συμφωνίας δανείου, για την οποία η Εναγομένη ήγειρε την Αγωγή XXXXX/14 με την οποία προβάλλει αξίωση για το ισχυριζόμενο οφειλόμενο υπόλοιπο εκ €545.188,76 πλέον τόκο και για διατάγματα πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων, συμπεριλαμβανομένης της υπό κρίση υποθήκης. Στην εν λόγω Αγωγή οι εκεί Εναγόμενοι εγείρουν Υπεράσπιση και προβάλλουν διάφορους ισχυρισμούς ως προς τη συμπεριφορά της Τράπεζας έναντι τους αναφορικά με την παραχώρηση του δανείου με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να υποστούν ζημιά συνολικού ύψους περίπου €500.000 την οποία και ανταπαιτούν. Αυτά φαίνονται με βάση το περιεχόμενο των δικογράφων στην εν λόγω Αγωγή, Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή. Στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, το Δικαστήριο αναφέρει ότι η όποια αμφισβήτηση της αξίωσης της Τράπεζας δυνάμει της συμφωνίας δανείου αποτελεί αντικείμενο ξεχωριστής και ανεξάρτητης Αγωγής και δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας Αγωγής. Επομένως, οι όποιοι ισχυρισμοί του Αιτητή αναφορικά με την εν λόγω συμφωνία και το δικαίωμα της Τράπεζας να αξιώνει οποιοδήποτε ποσό και ή θεραπεία δεν δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο ενασχόλησης στα πλαίσια και για σκοπούς της παρούσας. Με άλλα λόγια, οι θέσεις των δύο πλευρών στα πλαίσια της Αγωγής XXXXX/14 δεν μπορούν να κριθούν στα πλαίσια της παρούσας η οποία αφορά εξ ολοκλήρου διαφορετικό αντικείμενο και θεραπεία. Αναφορικά με την Αγωγή XXXXX/14, η δικογραφία της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή, αυτή φαίνεται να αφορά σε άλλη συμφωνία δανείου ημ. 13.2.08 για ποσό €6.000 προς την εταιρεία και για την οποία δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην παραχώρηση υποθήκης ως εξασφάλιση, εξ ου και προφανώς η αξίωση περιορίζεται στο ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό εκ €11.341,87 πλέον τόκο. Επομένως αυτή η Αγωγή δεν φαίνεται να σχετίζεται με οποιονδήποτε τρόπο με την παρούσα ούτε και με την υπό κρίση υποθήκη. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή ως προς την αμφισβήτηση της αξίωσης της Τράπεζας αναφορικά με την επίδικη συμφωνία δανείου δεν δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης στην παρούσα διαδικασία, έστω και σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο. Βασικά η μόνη διασύνδεση η οποία υπάρχει μεταξύ της παρούσας Αγωγής και της Αγωγής XXXXX/14 είναι ότι και οι δύο αφορούν την εξασφάλιση για την ίδια συμφωνία δανείου, ήτοι την εκχώρηση του επίδικου ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Η σύναψη, εκχώρηση και εγκυρότητα του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ουδόλως αποτελεί αντικείμενο αμφισβήτησης από τον Ενάγοντα. Εκείνο το οποίο επιζητεί με την παρούσα Αγωγή είναι η επιτυχία της απαίτησης του για τη λήψη ωφελήματος μόνιμης και ολικής ανικανότητας. Είναι προφανές ότι σε περίπτωση που ήθελε κριθεί πως η απαίτηση του Ενάγοντος δυνάμει του ασφαλιστηρίου είναι δικαιολογημένη και βάσιμη και επιτύχει στην αξίωση του για ολόκληρο το αιτούμενο ή οποιοδήποτε ποσό, τότε ο ίδιος ζητά όπως το ποσό αυτό καταβληθεί στην Τράπεζα προς εξόφληση ή έναντι του οποιουδήποτε οφειλόμενου υπολοίπου της εταιρείας δυνάμει της συμφωνίας δανείου, ως και η σχετική αιτούμενη θεραπεία. Εδώ αξίζει να τονιστεί πως παρατηρείται και κάποια αντίφαση στις προβληθείσες θέσεις του Αιτητή, καθότι ενώ από τη μια αρνείται και αμφισβητεί την οφειλή προς την Τράπεζα δυνάμει της συμφωνίας δανείου ημ. 13.10.08, στην παρούσα Αγωγή ζητά όπως οποιοδήποτε ποσό ήθελε επιδικαστεί υπέρ του καταβληθεί πρώτα προς εξόφληση του δανείου, αναγνωρίζοντας έτσι, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη οφειλής προς την Τράπεζα. Επομένως, με βάση τα ανωτέρω, διαφαίνεται πως στην παρούσα αντικείμενο δεν είναι η συμφωνία δανείου και η απαίτηση της Τράπεζας δυνάμει αυτής, όμως σε περίπτωση επιτυχίας της παρούσας, τότε το οποιοδήποτε εισπραχθέν ποσό βάσει του ασφαλιστηρίου θα πληρωθεί προς εξόφληση ή έναντι αυτού. Με άλλα λόγια, εκείνο το οποίο ζητείται με την παρούσα είναι βασικά η αναστολή της διαδικασίας εκποίησης μέχρι την ολοκλήρωση της παρούσας Αγωγής ούτως ώστε, σε περίπτωση επιτυχίας της, το επιδικασθέν ποσό να χρησιμοποιηθεί προς εξόφληση ή έναντι του δανείου. Αξίζει να σημειωθεί πως η παρούσα Αγωγή είναι ορισμένη για ακρόαση στις 20.10.21 ενώ άγνωστο παραμένει το ύψος του ποσού που ενδεχομένως ήθελε επιδικαστεί υπέρ του Ενάγοντος, ήτοι κατά πόσο θα είναι επαρκές να καλύψει την οφειλή ή όχι. Παρά τα όσα αναφέρονται ανωτέρω, γεγονός παραμένει ότι η Τράπεζα επιδιώκει να χρησιμοποιήσει το νόμιμο δικαίωμα που της παρέχεται δυνάμει του Ν.9/65 για εκποίηση της ενυπόθηκης περιουσίας μέσω πλειστηριασμού, ήτοι την εκτέλεση μιας εκ των εξασφαλίσεων της έναντι του χρέους. Δεν έχει προβληθεί ισχυρισμός ότι η Τράπεζα δεν μπορεί να επιλέξει ποια εξασφάλιση θα εκτελέσει πρώτα, ούτε και υπάρχει στη νομοθεσία οτιδήποτε που να της απαγορεύει να επιλέξει την εκτέλεση της υποθήκης και όχι της εκχώρησης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Με άλλα λόγια, δεν φαίνεται να υπάρχει οποιαδήποτε υποχρέωση στην Τράπεζα να εξαντλήσει τα δικαιώματα της βάσει του ασφαλιστηρίου συμβολαίου πριν την εκποίηση της υποθήκης. Τα πιο πάνω υποστηρίζουν τον ισχυρισμό του ΜΣ πως η παράλειψη της Τράπεζας να διεκδικεί τα ποσά του ασφαλιστηρίου ουδεμία σχέση έχει με το δικαίωμα της να προχωρήσει με την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου και την εκποίηση της υπό κρίση υποθήκης. Άλλωστε, το θέμα της παράλληλης προώθησης διαδικασίας πώλησης με βάση το Μέρος VIΑ του Ν.9/65 και της εκκρεμότητας Αγωγής με αξίωση για πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων, διέπεται από τον ίδιο τον Νόμο. Ειδικότερα, το άρθρο 44Α του Νόμου παρέχει τη δυνατότητα στον ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με πώληση δυνάμει του Μέρους VIΑ και παράλληλα να επιδιώκει διάταγμα πώλησης μέσω αγωγής. Ως εκ τούτου ο ισχυρισμός του Αιτητή περί κατάχρησης της διαδικασίας λόγω της παράλληλης προώθησης Αγωγής και διαδικασίας εκποίησης υποθήκης δεν φαίνεται να βρίσκει έρεισμα στις περιστάσεις της υπό κρίση περίπτωσης. Για το αντικείμενο της παρούσας, ήτοι το κατά πόσο η απαίτηση του Ενάγοντος έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, αυτός ισχυρίζεται ότι συνεπεία του εργατικού ατυχήματος κατέστη πλήρως και μόνιμα ανίκανος να διεξάγει την εργασία του ως υδραυλικός και επισυνάπτει Ιατρικά Πιστοποιητικά και Ακτινολογικές Εξετάσεις, Τεκμήρια 2 και
- Στο Ιατρικό Πιστοποιητικό ημ. 3.11.15 του Δρος Νεοφύτου αναφέρεται ότι ο Ενάγων είναι ανίκανος να εξασκήσει το επάγγελμα του ως υδραυλικός. Χωρίς να διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου το περιεχόμενο της Υπεράσπισης των Εναγομένων στην παρούσα Αγωγή με την οποία αμφισβητούν ότι ο Ενάγων είναι ολικά και μόνιμα ανίκανος να ασκεί το επάγγελμα του υδραυλικού-συγκολλητή και ισχυρίζονται ότι είναι σε θέση, με βάση τη γνώση και τις εμπειρίες του, να ασκεί γραφειακή-εποπτική εργασία σε σχέση με το επάγγελμα του, εντούτοις αυτό δεν αποτελεί μέρος της ένορκης δήλωσης της ένστασης της Εναγομένης
- Στην ένσταση ουδεμία αναφορά γίνεται για τους ισχυρισμούς του Αιτητή οι οποίοι και πάλι δεν έχουν αντικρουστεί στα πλαίσια και για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Ως εκ τούτου, για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι ο Αιτητής έχει παρουσιάσει τέτοια μαρτυρία η οποία να τείνει να καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Αγωγής του. Αποτελεί λόγο ένστασης πως τυχόν πώληση της ενυπόθηκης ακίνητης περιουσίας δεν θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στον Ενάγοντα, υπό την έννοια πως σε περίπτωση που ήθελε διαφανεί πως ο Ενάγων έχει υποστεί ζημιά από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, τότε η Εναγομένη 2 δύναται να τον αποζημιώσει. Επί τούτου κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως τυχόν πώληση της ενυπόθηκης ακίνητης περιουσίας δεν θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στον Ενάγοντα, υπό την έννοια πως σε περίπτωση που η τιμή πώλησης ξεπερνά το ποσό της υποθήκης, τότε αναμφίβολα η Εναγομένη 2 θα καταβάλει το υπόλοιπο στον Ενάγοντα, ενώ στην αντίθετη περίπτωση που ήθελε διαφανεί πως το οφειλόμενο υπόλοιπο είναι χαμηλότερο της αξίας του ενυπόθηκου και ή ο Ενάγων έχει υποστεί ζημιά από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, τότε η Εναγομένη 2 δύναται να τον αποζημιώσει. Ο ισχυρισμός του ΜΣ πως η Εναγομένη 2 είναι σε θέση να καταβάλει οποιεσδήποτε αποζημιώσεις παρέμεινε αναντίλεκτος. Συγκεκριμένα ο ΜΣ επισυνάπτει τους εξελεγμένους λογαριασμούς της για το έτος 2019, στους οποίους φαίνεται ότι διατηρούσε μετρητά και καταθέσεις σε κεντρικές τράπεζες συνολικής αξίας €5.060.042, Τεκμήριο
- Χωρίς να παραγνωρίζω το δικαίωμα του Ενάγοντος στην περιουσία του στην οποία μάλιστα βρίσκεται η κατοικία του, θα πρέπει παράλληλα να ληφθεί υπόψιν ότι αυτή αποτελεί αντικείμενο υποθήκευσης προς όφελος της Τράπεζας η οποία επιθυμεί να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματα της δυνάμει της Σύμβασης Υποθήκης και της σχετικής νομοθεσίας. Το γεγονός ότι πρόκειται για την κατοικία του Ενάγοντος αφενός δεν διαφοροποιεί την όλη κατάσταση καθότι ο ίδιος ο Ν.9/65παρέχει προστασία στην κατοικία νοουμένου ότι αυτή δεν ξεπερνά κάποια αξία και αφετέρου η τιμή πώλησης καθορίζεται με βάση εκτιμήσεις και τις πρόνοιες του Νόμου. Ο ισχυρισμός του Αιτητή πως η πώληση της ενυπόθηκης περιουσίας του λαμβάνει χώρα σε μια ιδιαίτερα δύσκολη χρονική περίοδο με μείωση του αγοραστικού ενδιαφέροντος και κάθετη πτώση στην αγοραστική αξία των ακινήτων παγκοσμίως, παρέμεινε αφενός γενικός και αόριστος και εν πάση περιπτώσει δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να τείνει να καταδείξει ότι η καθορισθείσα επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική αξία του ενυπόθηκου ακινήτου. Όλα τα πιο πάνω στοιχεία οδηγούν στο ότι τελικώς η όλη κατάσταση δυνατό να αποτιμηθεί σε χρήμα. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφ. Ε203/13, ημ. 11.9.19 από την οποία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα: «Είναι έκδηλο από το περιεχόμενο της πιο πάνω παραγράφου ότι η επίκληση της «παραμονής της ιδιοκτησίας» στους εφεσείοντες, ως παράγοντας έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος, είναι ασαφής, αόριστη και ελλιπής. Δεν επεκτείνεται, με οποιοδήποτε τρόπο, και δεν ικανοποιείται η αναγκαία βάση για την «ζημιά» την οποία θα υποστούν οι εφεσείοντες σε περίπτωση μη έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος. Η «παραμονή» της ιδιοκτησίας στους εφεσείοντες με δική τους συγκατάθεση έχει, εκ των προτέρων, τεθεί υπό αμφισβήτηση καθότι τα συγκεκριμένα ακίνητα έχουν αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης. Με αυτό τον τρόπο οι ίδιοι οι εφεσείοντες έχουν απεμπολήσει ένα μέρος της δικής τους απολύτου ιδιοκτησίας, θέτοντας την περιουσία υπό ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της υποθήκης. Στη βάση των πιο πάνω θεωρούμε ότι ορθώς το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε ότι δεν είχαν καταδειχθεί τέτοια γεγονότα που να στοιχειοθετούσαν το ενδεχόμενο να μην αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα.» Ως εκ τούτου η όλη κατάσταση δυνατό να αποτιμηθεί σε χρήμα και επομένως θεωρώ πως η τρίτη προϋπόθεση δεν ικανοποιείται στην παρούσα περίπτωση. Το Δικαστήριο σημειώνει ακόμα πως σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, η Αγωγή XXXXX/14 και η παρούσα δεν καθίστανται άνευ αντικειμένου ούτε και παραβιάζουν οποιοδήποτε συνταγματικό δικαίωμα του Ενάγοντος να ακουστεί, με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, ειδικότερα εφόσον το όλο ζήτημα απολήγει να αποτιμάται σε χρήμα. Ειδικότερα, αναφορικά με την παρούσα Αγωγή, σε περίπτωση επιτυχίας της και εξόφλησης ή μείωσης του δανείου από την εκποίηση της υποθήκης, ο Ενάγων θα λάβει και κρατήσει το ανάλογο επιδικασθέν ποσό. Ουσιαστικά εκείνο το οποίο επιζητεί ο Ενάγων μέσω της Αίτησης είναι η ύπαρξη της παρούσας Αγωγής που αφορά μια εκ των εξασφαλίσεων για το δάνειο να αποτελέσει εμπόδιο στην Τράπεζα να προχωρήσει με την άσκηση των δικαιωμάτων της δυνάμει άλλης εξασφάλισης. Μάλιστα η υποθήκη αφορά τα δύο αυτά μέρη και διέπει τη σχέση μεταξύ τους μόνο ενώ το ασφαλιστήριο αφορά και τρίτο πρόσωπο, ήτοι την Εναγομένη 1 η οποία, αν και διασυνδέεται με την Εναγομένη 2, αποτελεί ξεχωριστό νομικό πρόσωπο και δύναται να αποφασίζει για την ίδια βάσει του συμβολαίου. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου καθορίζουν και την τύχη της Αίτησης, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης ή άλλων θεμάτων που εγείρονται στα πλαίσια αυτής. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω πως η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης 2 - Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον του Ενάγοντος - Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Ε.Ν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο