← Κύπρος

Djemil Cufi και Βλαδίμηρου ως διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος Cufi Suleyman ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής:

Djemil Cufi και Βλαδίμηρου ως διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος Cufi Suleyman ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 4193/08, 27/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4193/08 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX Djemil Cufi ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Cufi Ενάγουσας Και

  1. Kυπριακής Δημοκρατίας Εναγόμενης Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος Δικαστηρίου ημ. 2.2.10 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX Djemil Cufi ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Cufi Ενάγουσας Και Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγόμενου Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος Δικαστηρίου ημ. 6.8.19 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX Djemil Cufi και XXXXX Βλαδίμηρου ως διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Cufi Suleyman Εναγόντων Και Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγόμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27 Ιανουαρίου,
  2. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: O κ. Μ. Βλαδιμήρου. Για τον Εναγόμενο: Η κ. Ε. Φλωρέντζου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α'. Α Π Ο Φ Α Σ Η Oι ενάγοντες αξιώνουν από τον εναγόμενο: Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι oι Ενάγοντες δικαιούνται να χρησιμοποιήσουν εκμεταλλευτούν, και/ή μεταβιβάσουν την περιουσία των στο XXXXX Φιλίππου χωρίς να χρειάζεται έγκριση από τον Κηδεμόνα Τ/Περιουσιών. Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι πρόνοιες του Νόμου 139/91 δεν είναι συμβατές με τις αρχές του κοινοτικού δικαίου όσον αφορά το θεμελιώδες δικαίωμα, της περιουσίας της αρχής της ίσης μεταχείρισης, και της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στην Εναγόμενη να χρησιμοποιεί τις διατάζεις του Νόμου 139/91 με αποτέλεσμα να στερεί από τους Ενάγοντες το δικαίωμα της περιουσίας των και να μην μεταχειρίζονται άνισα σε σχέση με άλλους πολίτες της Δημοκρατίας. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στη Εναγομένη να ενεργεί παράνομα παραβιάζοντας τις διατάξεις της οδηγίας 2000/ 43/ΕΚ του Συμβουλίου ημερ. 29 Ιουνίου 2000 που αφορούν την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής. Ε. Αποζημιώσεις Ζ. Οποιοδήποτε άλλη θεραπεία .............................................». Είναι η δικογραφημένη εκδοχή των εναγόντων - ως διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Cufi Suleyman («ο αποβιώσας») - πως επιθυμούσαν (και επιθυμούν) όπως μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας του αποβιώσαντα, χρησιμοποιηθεί για να εξοφληθούν τα χρέη του, το δε υπόλοιπο, για την πανεπιστημιακή εκπαίδευση μίας των θυγατέρων της XXXXX Djemil Cufi (ΜΚ1), θυγατέρας του αποβιώσαντος («η XXXXX), στο Λονδίνο αλλά και για την ιατρική περίθαλψη τής άλλης θυγατέρας της. Κατά τη θέση των εναγόντων, ο εναγόμενος με βάση τον Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο 139/91 («το νομοθέτημα»), δεν τους επιτρέπει να ασκήσουν το δικαίωμα πώλησης της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας, ισχυριζόμενος ότι όλες οι Τουρκοκυπριακές περιουσίες έχουν περιέλθει υπό την κηδεμονία του Υπουργού Εσωτερικών. Αυτό, κατά τους ενάγοντες, παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο, στερώντας από αυτούς το δικαίωμα στην περιουσία τους. Οι ενάγοντες διατείνονται προσέτι πως «. [κ]ατά την ακροαματική διαδικασία στο επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας οι Ενάγοντες αναφέρθηκαν στις πρόνοιες του Ν. 139/91 και εάν οι διατάξεις αυτές τυγχάνουν συμβατότητας με τις αρχές της κοινοτικής έννομης τάξης». Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είχε αποφασίσει πως «. οι εξουσίες που ο Νόμος 139/91 δίδει στον Κηδεμόνα Τ/Περιουσιών δεν μπορούν να τύχουν καμιάς αμφισβήτησης και απέρριψε το αίτημα των Εναγόντων χωρίς να κάμει καμιά αναφορά στο κοινοτικό δίκαιο». Η απόφαση εφεσιβλήθηκε. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση την 19.9.08 «. στηριζόμενο στις πρόνοιες του Ν.139/91». Το τι ακολούθησε της εφετειακής απόρριψης - στην Cemil (Επί Τοις Αφορώσι τον Cemil Cufi Suleyman, Αποβιώσαντα)

(2008)1(B) AAΔ 987 - κρίνω προτιμότερον (και για πρακτικούς λόγους) να το παραθέσω ανέπαφο, με αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης (ημερομηνίας 22.8.19): «..............................................
  1. Στο αιτητικό της απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου ημερομηνίας 19 Σεπτεμβρίου 2008 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Σκοπός του Ν. 139/91 όπως προκύπτει από το προοίμιο του, είναι η διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών που εγκαταλείφθηκε από τους Τουρκοκύπριους ιδιοκτήτες τους. Με τον πιο πάνω) Νόμο δε σκοπείται η καθ' οιονδήποτε τρόπο, στέρηση της περιουσίας τους στη βάση εθνοτικής καταγωγής, αλλά η προστασία της και η προσωρινή διαχείριση της από τον κηδεμόνα μέχρι την λήξη της έκρυθμης κατάστασης που δημιουργήθηκε από την τουρκική εισβολή κριτήριο δεν είναι η καταγωγή του ιδιοκτήτη αλλά εάν η περιουσία του εγκαταλείφθηκε.
  2. Η εναγόμενη δια της αποφάσεως του Ανώτατου Δικαστηρίου όφειλε να εφαρμόσει τις επιταγές που απορρέουν από την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην κοινοτική έννομη τάξη και είναι δεσμευμένη ως κράτος μέλος της ευρωπαϊκής ένωσης να εφαρμόσει τις ρυθμίσεις αυτές κατά τρόπον που να μην αντιβαίνουν στις προ αναφερθείσες επιταγές.
  3. Η εναγόμενη είχε και έχει υποχρέωση να μην παρεμποδίζει καθ' οιανδήποτε τρόπο την ενάγουσα να ασκήσει το δικαίωμα της περιουσίας καθότι το δικαίωμα αυτό διασφαλίζεται στο πλαίσιο της κοινοτικής έννομης τάξης.
  4. Η εναγόμενη ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αγνόησε παντελώς τις αρχές του κοινοτικού δικαίου όσον αφορά το δικαίωμα της περιουσίας της ενάγουσας και συνεχίζει την εφαρμογή του Νόμου 139/91 ο οποίος περιέχει πρόνοιες οι οποίες είναι ασυμβίβαστες με την αρχή της ίσης μεταχείρισης όπως επιβάλλεται στα κράτη μέλη να εφαρμόσουν από το κοινοτικό δίκαιο και την νομολογία του ΔΕΚ.
  5. Η εναγόμενη υπέχει ευθύνη για την μη εφαρμογή από το Ανώτατο Δικαστήριο του Άρθρου 234Εκ Τρίτη παράγραφος για παραπομπή του ζητήματος για προδικαστική απόφαση από το ΔΕΚ όσον αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 2000/43/Εκ για ίση μεταχείριση, ορθή εφαρμογή και συμβατότητα της με τις πρόνοιες του Νόμου 139/
  6. Η εναγόμενη φέρει ευθύνη για την ζημιά που προκάλεσε στους Ενάγοντες την μη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου από όλα τα όργανα του κράτους με αποτέλεσμα την στέρηση του δικαιώματος της περιουσίας των και την μη αναγνώριση της αρχής της ίσης μεταχείρισης που δικαιούται βάσει των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου.
  7. Λόγω των πιο πάνω οι Ενάγοντες μέχρι τον Οκτώβριο του 2008 έχει υποστεί ζημιές ανερχόμενες σε €2.000.000 ένεκα της μη εφαρμογής του κοινοτικού δίκαιου από τα όργανα του κράτους με αποτέλεσμα την στέρηση της περιουσίας των Εναγόντων. ............................................». Στην περί ης το παράπονο απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Cemil (Επί Τοις Αφορώσι τον Cemil Cufi Suleyman, Αποβιώσαντα)
(2008)1(B) AAΔ.987, λέχθηκαν και τα εξής στις σελίδες 990-993: «.............................................. Ο συνήγορος μας παρέπεμψε σε νομοθετικές πρόνοιες του Ν. 59(Ι)/2004, με τις οποίες απαγορεύονται διακρίσεις στη βάση φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, και εισηγήθηκε ότι η διαφορετική μεταχείριση της αιτήτριας, εκ του γεγονότος ότι αυτή είναι Τουρκοκύπρια, έρχεται σε αντίθεση με προστατευόμενα δικαιώματα και ελευθερίες, όπως αυτές καθορίζονται από τα Άρθρα 5 και 6 του Ν. 42(Ι)/2004. ............................................. Στον Κηδεμόνα, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν. 139/91, περιήλθαν όλες οι τουρκοκυπριακές περιουσίες, των οποίων οι ιδιοκτήτες δε διαμένουν στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Ο όρος «τουρκοκυπριακή περιουσία» στο Άρθρο 2 του Ν. 139/91 καθορίζεται ως: «κάθε ιδιοκτησία κινητή ή ακίνητη που ανήκει σε Τουρκοκύπριο και βρίσκεται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και περιλαμβάνει και τη βακούφικη περιουσία·». Στο ίδιο άρθρο ο όρος «Τουρκοκύπριος» σημαίνει: «Τουρκοκύπριο που δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και περιλαμβάνει εταιρεία ή άλλο νομικό πρόσωπο που ελέγχεται από Τουρκοκύπριο, καθώς και το Εβκάφ». Συνεπώς, στη βάση του παραδεκτού γεγονότος ότι τόπος διαμονής του αποβιώσαντος μέχρι του θανάτου του και της αιτήτριας μέχρι και την ακρόαση της υπόθεσης ήταν οι κατεχόμενες περιοχές, η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η περιουσία εμπίπτει στην «τουρκοκυπριακή περιουσία» και θεωρείται με το Ν. 139/91ως εγκαταλελειμμένη είναι ορθή. Το επόμενο που θα εξετάσουμε είναι κατά πόσο ο Ν. 139/91περιορίζει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα Τουρκοκύπριου ιδιοκτήτη να πωλεί και μεταβιβάζει την ακίνητη ιδιοκτησία του - (Άρθρο 23 του Συντάγματος) - γιατί αυτό αντιλαμβανόμαστε να εννοεί ο συνήγορος, όταν εισηγείται ότι ο Ν. 139/91έρχεται σε αντίθεση με το Ν. 42(Ι)/2004, οι διατάξεις του οποίου διασφαλίζουν την απόλαυση των «δικαιωμάτων και ελευθεριών που προβλέπονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και θεμελιωδών Ελευθεριών και στα Πρωτόκολλα της, σε άλλες Ευρωπαϊκές Συμβάσεις και Συμβάσεις των Ηνωμένων Εθνών που κύρωσε η Κυπριακή Δημοκρατία, και στο Μέρος ΙΙ του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας» χωρίς φυλετικές διακρίσεις. Το Προοίμιο του Ν. 139/91 προβλέπει ότι:- «Επειδή, συνεπεία της μαζικής μετακίνησης του Τουρκοκυπριακού πληθυσμού ως αποτέλεσμα της Τουρκικής εισβολής στις περιοχές που κατέχονται από τις Τουρκικές δυνάμεις εισβολής και της απαγόρευσης από τις δυνάμεις αυτές της διακίνησης του πληθυσμού αυτού στις περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, εγκαταλείφθηκαν περιουσίες που αποτελούνται από κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία. Και επειδή για την προστασία των περιουσιών αυτών κατέστη απαραίτητη η άμεση λήψη μέτρων. Και επειδή μεταξύ των μέτρων που λήφθηκαν περιλαμβανόταν και η διαχείριση των περιουσιών αυτών από ειδική επιτροπή που συστάθηκε με διοικητικές διευθετήσεις. Και επειδή κατέστη αναγκαία η νομοθετική ρύθμιση του θέματος των Τουρκοκυπριακών περιουσιών στη Δημοκρατία. Για όλα αυτά η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:» Σκοπός του Ν. 139/91, όπως προκύπτει από το προοίμιό του, είναι η διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών που εγκαταλείφθηκαν από τους Τουρκοκύπριους ιδιοκτήτες τους. Με τον πιο πάνω Νόμο, δε σκοπείται η, καθ' οιονδήποτε τρόπο, στέρηση της περιουσίας τους, στη βάση εθνοτικής καταγωγής, αλλά η προστασία της και η προσωρινή διαχείρισή της από τον Κηδεμόνα μέχρι τη λήξη της έκρυθμης κατάστασης που δημιουργήθηκε από την τουρκική εισβολή. Κριτήριο δεν είναι η καταγωγή του ιδιοκτήτη, αλλά εάν η περιουσία του εγκαταλείφθηκε. Το Κράτος, το 1974, βρέθηκε αντιμέτωπο με μια κατάσταση καταστροφής, που δημιούργησε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, συνεπώς, είχε καθήκον να λάβει μέτρα, έστω και αν αυτά περιέχουν περιορισμούς. Η μαζική μετακίνηση των Τουρκοκυπρίων και η εγκατάλειψη από αυτούς των περιουσιών τους στις περιοχές οι οποίες ελέγχονται από το Κράτος επέβαλλε την ανάγκη αυτές να προστατευθούν, προς όφελος των ιδιοκτητών τους, όπως, άλλωστε, αναφέρεται στο προοίμιο του Ν. 139/91, το οποίο, συνήθως, δηλώνει τα γεγονότα ή την κατάσταση για την οποία ο νομοθέτης προτίθεται να θεσπίσει το νόμο που ακολουθεί - (βλ. Δημητρίου ν. Δημητρίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1153). Το ίδιο ζήτημα εξετάστηκε στην Α. Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά., (πιο πάνω), στην οποία το Εφετείο κατέληξε ότι το Άρθρο 2 του Ν. 139/91 δεν καταστρατηγεί το Άρθρο 23 του Συντάγματος και ότι συγκεκριμένες νομοθετικές πρόνοιες δικαιολογούνται στη βάση του δικαίου της ανάγκης. Τα περί διακρίσεως, επειδή η αιτήτρια είναι Τουρκοκύπρια, δεν έχουν έρεισμα, αφού ο Κηδεμόνας δε διαχειρίζεται όλες τις περιουσίες που ανήκουν στα μέλη της τουρκικής κοινότητας αλλά μόνο εκείνες των οποίων οι ιδιοκτήτες, τον Ιούλιο του 1991, δεν βρίσκονταν στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας. Οι αρμοδιότητες του Κηδεμόνα καθορίζονται από τα Άρθρα 5 και 6 του Ν. 139/91. Με το Άρθρο 5 αυτού, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν. 59(Ι)/2003, ο Κηδεμόνας, κατά τη διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών και την άσκηση των αρμοδιοτήτων που του χορηγούνται από το Νόμο, θα έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που θα είχε ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης της. Η γενικότητα των αρμοδιοτήτων του Κηδεμόνα, όπως αυτές καθορίζονται στο Άρθρο 5 του Ν. 139/91, δεν επηρεάζεται από τις αρμοδιότητες που εξειδικεύονται στο Άρθρο 6 αυτού. Από τις πιο πάνω διατάξεις, είναι φανερό ότι ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης δεν αποστερείται της περιουσίας του, η οποία εξακολουθεί να του ανήκει, υπό τους προσωρινούς περιορισμούς του Ν. 139/91, οι οποίοι θα αρθούν με τη λήξη της έκρυθμης κατάστασης, που δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής. Ο Κηδεμόνας, στον οποίο έχει περιέλθει η κατοχή και διαχείριση κάθε τουρκοκυπριακής περιουσίας που έχει εγκαταλειφθεί, είναι το μόνο πρόσωπο που νομιμοποιείται στη διαχείρισή της και δεν μπορεί να παρακάμπτεται - (βλ. Korkut Perihan ν. Γεωργίου, διά του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Χαράλαμπου Χ. Ζόππου
(2008)1 Α.Α.Δ 905). .............................................». Θα επανέλθω στην ως άνω απόφαση, όπου χρειαστεί. Συνθέτει εκδοχή του εναγόμενου ότι ενόσω διαρκεί η έκρυθμη κατάσταση που επικρατεί στην Κύπρο «. λόγω της τουρκικής εισβολής και της συνεχιζόμενης κατοχής και μέχρις ότου επιτευχθεί τελική διευθέτηση του θέματος αυτού, όλες οι τουρκοκυπριακές περιουσίες περιήλθαν στον έλεγχο και/ή διαχείριση του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσίων σύμφωνα με τις πρόνοιες των περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου Ν.139/91», η πώληση Τουρκοκυπριακής περιουσίας επιτρέπεται «. μόνο όταν συντρέχουν οι ειδικές κατάλληλες προϋποθέσεις που καθορίστηκαν για το σκοπό αυτό από το Υπουργικό Συμβούλιο, προϋποθέσεις οι οποίες εξετάστηκαν και για την συγκεκριμένη περίπτωση και οι οποίες κρίθηκε ότι δεν πληρούνταν». Περαιτέρω, ο εναγόμενος λέγει πως το δικαίωμα ιδιοκτησίας και περιουσίας των εναγόντων δεν αποστερείται αφού «. η κυριότητα της περιουσίας συνεχίζει και βάσει του Νόμου να ανήκει στον τουρκοκύπριο ιδιοκτήτη και μπορεί να μεταβιβαστεί στους νόμιμους κληρονόμους του. Ο έλεγχος και/ή διαχείριση ανήκει στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών μέχρι τη λήξη της έκρυθμης κατάστασης που επικρατεί στην Κύπρο». Τέλος, ο εναγόμενος προτάσσει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία «. εφαρμόζει τις αρχές που απορρέουν από την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην κοινοτική έννομη τάξη και τις οποίες δεσμεύεται πως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης να εφαρμόσει, τις οποίες εφάρμοσε και στην παρούσα υπόθεση», δίχως να έχει παρεμποδίσει «. σε καμία περίπτωση . το δικαίωμα περιουσίας της ενάγουσας .». Στην υπόθεση, εκτός των παραδοχών στη δικογραφία, δηλώθηκαν ή και εγκρίθηκαν ως παραδεκτά, και κάποια άλλα γεγονότα για συνιστώσες των επίδικων θεμάτων. Ενέταξα και ανέλυσα τα παραδεκτά αυτά γεγονότα στο μαρτυρικό υλικό, θεωρώντας τα ως δεδομένα και ως περιέχοντα παραδεκτή κατά το δίκαιον μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, John v Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 201/13, ημ. 17.6.16, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 640, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501). Για στοιχειοθέτηση της αξίωσης, οι ενάγοντες παρουσίασαν τη μαρτυρία των XXXXX Djemil Cufi (ΜΕ1), XXXXX Φιλίππου (ΜΕ2) και XXXXX Δημητρίου (ΜΕ3). Ο εναγόμενος δεν παρουσίασε μάρτυρες. Οι αναφορές των μαρτύρων και τα κατατεθέντα τεκμήρια, αξιολογήθηκαν ολοκληρωτικώς έστω και αν δεν εκτίθενται ρητώς ως περιεχόμενο στο ανά χείρας κείμενο (βλ. κατ' αναλογίαν, Al Watani και Άλλων v Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1924, 1936-1937), μη χρειαζούμενης της επανάληψης τους, εκτός μιας περίληψης για λόγους πρακτικότητας πρωτίστως (βλ. κατ' αναλογίαν, G&K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Οι περικοπές που παρατίθενται, μεταφέρθηκαν αυτούσιες από τα πρακτικά, τα τεκμήρια, τις γραπτές αγορεύσεις και τη δικογραφία. Συνοψίζω τη μαρτυρία των μαρτύρων. Η XXXXX Djemil Cufi (ΜΕ1), υιοθετώντας τη γραπτή δήλωση/Έγγραφα Α-Α1, κατέθεσε ως θυγατέρα και μοναδική κληρονόμος του αποβιώσαντος, εξηγώντας πώς είναι που συμφώνησε με τον XXXXX Φιλίππου (ΜΕ2) να του μεταβιβάσει «. ένα κτήμα ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα μου.», πράξη που δεν τελεσφόρησε επειδή «. έφερε ένσταση ο κηδεμόνας τουρκοκυπριακών περιουσιών στηριζόμενος στο Νόμο 139/91 (Ο περί Τουρκοκυπριακών περιουσιών Νόμος)». Ο XXXXX Φιλίππου (ΜΕ2), αναφέρθηκε στην ειρημένη συμφωνία μεταξύ του ιδίου και της XXXXX. Η XXXXX Δημητρίου (ΜΕ3), με μνεία και στη γραπτή της δήλωση/Έγγραφο Β, κατέθεσε ως νομικός, με ειδίκευση στα ανθρώπινα δικαιώματα και στο δίκαιο της μη-διάκρισης, δηλώνοντας ότι από το 2007 είναι η εμπειρογνώμονας «. για την Κύπρο του Ευρωπαϊκού Νομικού Δικτύου για τη μη-Διάκριση, το οποίο χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου και λαμβάνει οδηγίες από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, για την μελέτη της μεταφοράς και εφαρμογής των Ευρωπαϊκών Οδηγιών για τη μη-διάκριση.», αλλά και «. νομικός εμπειρογνώμονας στο ερευνητικό πρόγραμμα του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (FRA) γνωστό ως Franet.». Στις αγορεύσεις, οι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν πως η μαρτυρία και οι εφαρμοζόμενες νομικές αρχές πρέπει να οδηγήσουν σε αποδοχή των θέσεων τους. Διεξήλθα τη γραπτή και προφορική μαρτυρία στην πλήρη της μορφή. Το ίδιο και τις αγορεύσεις και τη δικογραφία. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης - θέτουσα το Δικαστήριο σε πλεονεκτική θέση να βλέπει και να αξιολογεί τους μάρτυρες, με όλα τα ευεργετήματα που αυτό ενέχει (βλ. κατ' αναλογίαν, Μελή ν Κωνσταντίνου και Άλλων, ΠΕ 2/13, ημ. 13.3.19) - παρακολούθησα και άκουσα με την ίδια προσοχή και υπομονή όσους και όσες κατέθεσαν. Έθεσα ως δείκτη, μεταξύ άλλων, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και κύρος της γνώσης των μαρτύρων, το όποιο προσωπικό τους συμφέρον ή προκατάληψη στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να δουν ή να καταλάβουν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή για να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους (λαμβανομένης υπόψιν και της μεσολαβούσας διερμηνείας), τις όποιες υπερβολές, ανακολουθίες ή αντιφάσεις σε αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις, τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, τη φιλαλήθεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμουν προσεκτικός στο να μην αποδώσω υπέρμετρο βάρος στα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυριακής τους διαγωγής μια και τούτο εμπεριέχει επικινδυνότητα (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), μιας και δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαζόντως ικανοί στο να φανερώνουν μια τελείως αλλιώτικη εικόνα από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και γιατί μερικές συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών και όχι απαρεγκλίτως από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε και η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση για την ανθρώπινη προσωπικότητα, γνώμονες που δίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογίαν, Καραολή ν Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου και Άλλων, ΠΕ 418/11, ημ. 15.2.18, C&A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Σταθμίζοντας τη μαρτυρία τελούσα σε διαρκή εγρήγορση μήπως και συμπλέξω απαραδέκτως την αξιοπιστία με το εφαρμοζόμενο βάρος και επίπεδο απόδειξης (βλ. κατ' αναλογίαν, Λεριός ν Αλεξίου και Άλλου
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1195, 1205, Αθανασίου και Άλλου ν Κουνούνη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 614, 636-642). Δεν περιορίστηκα στην ατομική εκτίμηση τής αξιοπιστίας των μαρτύρων, αλλά συσχέτισα και αντιπαρέβαλα τη μαρτυρία τους και με το σύνολο της υπόλοιπης (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωαννίδη και Άλλων ν Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, ΠΕ 80/13, ημ. 13.1.20, Γερολέμου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Άλλου, Ποιν. Έφ. 486/12, ημ. 10.9.19, Ιορδάνους ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 152/14, ημ. 19.4.18, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Ως θα αναπτύξω - και πλην της XXXXX Δημητρίου (ΜΕ3) που μου προξένησε θετική εντύπωση (και την οποία αποδέχομαι ως πραγματογνώμονα για όσα κατέθεσε) - οι XXXXX Djemil Cufi (ΜΕ1) και XXXXX Φιλίππου (ΜΕ2), μου δημιούργησαν αρνητική εντύπωση αφού ήσαν, ανάμεσα σε άλλα, ασαφείς και αόριστοι. Προτού υπεισέλθω στην αναλυτική αξιολόγηση των μαρτύρων, παρεμβάλλω και τονίζω πως το ότι κάποιοι/κάποιες εξ αυτών ήσαν θετικοί/θετικές (εξ απόψεως μαρτυριακής εντύπωσης), δεν υποδηλοί αδηρίτως ότι όσα είπαν υπέχουν και ανάλογης αποδεικτικής βαρύτητας, διότι η αξιοπιστία των μαρτύρων δεν εναρμονίζεται πάντοτε με την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Κίμωνος ως Εκκαθαριστή της Blue Seal Shoes Ltd v Χρ Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, ΠΕ 66/13, ημ. 4.11.19, Ευσταθίου ν Μιχαήλ και Άλλης, ΠΕ 269/12, ημ. 23.7.19, Θεοχαρίδης ν Ιωάννου και Άλλων
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1311, 1319-1322). Αποσαφηνίζω αμέσως την αξιολογική μου κρίση για τους μάρτυρες. Η XXXXX Djemil Cufi (ΜΕ1), προσήλθε για να προωθήσει, ως είχε κάθε δικαίωμα να πράξει ασφαλώς, τη δική της αντίληψη περί του πώς θα έπρεπε να είχε αντικριστεί από την Πολιτεία η κτηματική συναλλαγή που επιθυμούσε να κάνει με τον XXXXX Φιλίππου (ΜΕ2). Η μαρτυρία της ήταν ωστόσο γενικόλογη και αόριστη, σε βαθμό μάλιστα που να μην προσδιορίζει με ακρίβεια ποια ακίνητη ιδιοκτησία είχε συμφωνήσει να πουλήσει και μεταβιβάσει στον XXXXX Φιλίππου (ΜΕ2). Μόνον συμπερασματικώς θα μπορούσε να εξαχθεί πως η ιδιοκτησία για την οποία μιλούσε η μάρτυς (και που βρισκόταν στην Γεροσκήπου ως δήλωσε), ήταν η ακίνητη ιδιοκτησία που φέρεται να αποτέλεσε και το αντικείμενο δικαστικών διαδικασιών στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (και στο Ανώτατο Δικαστήριο κατ' έφεσιν). Από τούδε, και για συντομία, θα αναφέρομαι στην επίδικη αυτή ιδιοκτησία ως «ακίνητη ιδιοκτησία». Στα πολλά, η μάρτυς δέχθηκε ότι κατέχει Ελληνοκυπριακή περιουσία στον κατεχόμενο Άγιο Σέργιο Αμμοχώστου (μη ελεγχόμενη περιοχή από την Κυπριακή Δημοκρατία) και πως η οικία στην οποία μένει, κτίστηκε επί της περιουσίας αυτής, όπως και το ότι σκοπεύει να πληρώσει τον Ελληνοκύπριο ιδιοκτήτη της από τα λεφτά της επίδικης πώλησης όταν αυτή συμπληρωθεί και ξεπληρωθεί το τίμημα πώλησης). Ο τρόπος με τον οποίο έδινε τη μαρτυρία της η μάρτυς - και δεν αναφέρομαι σίγουρα στην αποδεκτότητα ή στη βαρύτητα των όσων είπε - δημιούργησε την εντύπωση πως στόχος της ήταν να παραθέσει επιλεκτικώς τα όσα ήθελε χωρίς αναφορά στην όλη αλήθεια που γνώριζε. Ως πρόσθετο αξιολογικό παράδειγμα, παραθέτω και το ότι η μάρτυς (αν και είχε τη δυνατότητα να το αναδείξει αυτό από την κυρίως εξέταση και δεν το έπραξε), παραδέχθηκε στην αντεξέταση πως ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών («ο Κηδεμόνας»), είχε εγκρίνει τη μεταβίβαση της ακίνητης ιδιοκτησίας στο όνομα της και πως το μόνο πράγμα που δεν είχε εγκριθεί από αυτόν (σε σχέση προς την ακίνητη ιδιοκτησία), ήταν η προτιθέμενη πώληση και αποξένωση της (με αναφορά στη συμφωνία πώλησης με τον XXXXX Φιλίππου [ΜΕ2]). Απορρίπτω τη μαρτυρία της XXXXX Djemil Cufi (ΜΕ1). Ο XXXXX Φιλίππου (ΜΕ2), έδωσε μια γενικευμένης μορφής μαρτυρία αποτυγχάνοντας να εφοδιάζει το Δικαστήριο με τις κατ' ελάχιστον απαιτούμενες κτηματικές λεπτομέρειες της ακίνητης ιδιοκτησίας, και το ίδιο αφορά στην πληρωθείσα προκαταβολή (ως είπε ο μάρτυς) αλλά και στα περί υπογραφής της συμφωνίας με την XXXXX, ως και για την κατάθεση της συμφωνίας αυτής (όπως ισχυρίστηκε ο μάρτυς) «. στο κτηματολόγιο στις 23/05/04». Δεν παραβλέπω πως ο μάρτυς σκιαγράφησε το περί ου ο λόγος ακίνητο λέγοντας ότι αυτό βρίσκεται στην Γεροσκήπου (Πάφος) «. νομίζω δίπλα από το στρατόπεδο, τώρα πώς το λένε δεν ξέρω. Στρατόπεδο της Γεροσκήπου» και πως έχει έκταση «. Περίπου 8 σκάλες .», με το τίμημα πώλησης (βάσει της προτασσόμενης συμφωνίας), να ανέρχεται σε «. 180 χιλιάδες λίρες». Μολοντούτο, η γενικότερη μαρτυριακή συμπεριφορά του μάρτυρα και μερικές υπεκφυγές που παρατήρησα σε απαντήσεις που έδινε κατά τη μαρτυρία του (και σε μια από αυτές θα αναφερθώ αμέσως), έδωσαν την εντύπωση ότι επιδίωξη του ήταν η εξιστόρηση κάποιων γεγονότων προκειμένου να φτειάξει μια προσυμφωνημένη εικόνα, με βλέψη την επιτυχία της αγωγής. Ο μάρτυς επιχείρησε (και τούτο βεβαίως δεν είναι μεμπτό ως δικαίωμα και υποχρέωση), να εξηγήσει τα όσα οδήγησαν, κατά τον ίδιον, στην επίδικη συναλλαγή με τη XXXXX, αμφισβητώντας τα νομοθετικά προσκόμματα (ως τα θεωρεί), που τέθηκαν (ή τίθενται) από τον Κηδεμόνα για υλοποίηση της συμφωνίας του με αυτήν. Συνταιριαζόμενο με αυτό - και γυρίζω στα περί υπεκφυγών του μάρτυρα - είναι και το ότι τούτος δήλωσε κατά την αντεξέταση (δείχνοντας εμφανώς πως δεν έλεγε την αλήθεια), ότι κάτι είχε ακούσει περί της ύπαρξης του Κηδεμόνα πριν από την επίδικη συμφωνία, μα μολαταύτα προχώρησε με αυτή, υπονοώντας πως, ακόμη και να άκουγε ως αναντίλεκτο γεγονός τα περί ύπαρξης του Κηδεμόνα, τούτο ποσώς θα επιδρούσε ενάντια στην προειλημμένη απόφαση του να συμβληθεί με την XXXXX. Απορρίπτω τη μαρτυρία του XXXXX Φιλίππου (ΜΕ2). Η XXXXX Δημητρίου (ΜΕ3), ήταν λεπτομερής και επεξηγηματική. Εφοδίασε το Δικαστήριο με πλείστα όσα θα μπορούσαν να απαιτηθούν για να μπορεί τούτο αντικειμενικώς να κατασταλάξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις, χωρίς βέβαια να εμποδίζεται το Δικαστήριο (ως εκ της φύσης της μαρτυρίας της μάρτυρος), από το να εντάξει στη σκέψη και μεθοδολογία του την (κατά δικαστική γνώση) αφορώσα νομοθεσία και νομολογία, οπόθεν και αν τούτη προέρχεται, αποδεχόμενο πλήρως, μερικώς (ή ακόμη και καθόλου), τη μαρτυρία της (βλ. κατ' αναλογίαν, Παπαχριστοφόρου ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1(Α) ΑΑΔ 488, 490-492).Το ότι η μάρτυς δεν ασκεί το δικηγορικό επάγγελμα, ή παρακάθησε στις εξετάσεις του Νομικού Συμβουλίου για απόκτηση άδειας ασκήσεως επαγγέλματος (ως προέταξε η κ. Φλωρέντζου), δεν συναποτελεί σημαίνουσα μεταβλητή για κατάταξη της ή μη ως πραγματογνώμονα επί των θεμάτων για τα οποία κατέθεσε. Το γεγονός πως η μάρτυς δεν φαίνεται να γνώριζε την απόφαση Kazali and Others v Cyprus
(2012)ECHR 510 - στην οποία φαίνεται να συζητούνται κάποια θέματα που θα μπορούσαν να απασχολήσουν εδώ - αν και μετρήσιμο αξιολογικώς στοιχείο, δεν εξανδραπόδισε το γνωσιολογικό υπόβαθρο της μάρτυρος και τη γενικότερη θεώρηση της ως προς την ορθή (ή λαθεμένη) νομοθετική τάξη επί του θέματος στην Κύπρο. Η παράβλεψη (αν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί έτσι), αποτελεί λεπτομέρεια και πάντως δεν συναρτήθηκε αποδεκτώς με εσκεμμένη συμπεριφορά τής μάρτυρος. Μηδέ και η θέση της - με την μάρτυρα να παραδέχεται ενσωμάτωση τής Οδηγίας 2000/43/ΕΚ (Περί Εφαρμογής της Αρχής της Ίσης Μεταχείρισης Προσώπων Ασχέτως Φυλετικής ή Εθνοτικής Καταγωγής), στον Περί Ίσης Μεταχείρισης (Φυλετική ή Εθνοτική Καταγωγή) Νόμο 59(Ι)/04) - αφαιρεί από τη δυνατότητα που είχε να καταθέσει αποδεκτή γνώμη, με το μεδούλι της άποψης της να σύγκειται και στο ότι το νομοθέτημα παραβιάζει την Οδηγία 2000/43/ΕΚ. Το κατά πόσον η γνώμη της μάρτυρος θα μπορούσε τελικώς να υιοθετηθεί από το Δικαστήριο - με αυτήν (και πολύ σωστά), να μην τοποθετείται επί του αποδεικτικώς έσχατου αυτού συμπεράσματος (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρυσοστόμου ν Cameron
(2010)1(Γ) ΑΑΔ 1992, 1998) - συγκροτεί ζήτημα ξέχωρο από την αξιοπιστία και εμβέλεια των όσων είπε (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Γρηγορίου, ΠΕ 36/10, ημ. 13.10.15, Mustafa v Kακούρη και Άλλων
(2002)1(Α) ΑΑΔ 165,172-173, Αθανασίου και Άλλος ν Κουνούνη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 614, 631-642). Δέχομαι τη μαρτυρία της XXXXX Δημητρίου (ΜΕ3), υπό τις προειρημένες επιφυλάξεις. Προέχει, κατά λογική τάξη, η εξέταση των τεσσάρων προδικαστικών ενστάσεων του εναγόμενου, ως τούτες διατυπώνονται στην παράγραφο 1(α)-(δ) στην Έκθεση Υπεράσπισης. Η πρώτη προδικαστική ένσταση, προτάσσει πως οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στην καταχώριση «. της παρούσας αγωγής και καταχράται τη δικαστική διαδικασία, αφού το θέμα για το οποίο εγείρεται η αγωγή έχει ήδη κριθεί και πρωτόδικα και κατ' έφεση (Πολιτ. Έφεση αρ. 331/2006) .» και δεν μπορούν να το προβάλουν ξανά. Αποκλίνω. Η παρούσα αξίωση δεν αφορά στην ίδια βάση αγωγής και επίδικα θέματα όπως εκείνα στην Cemil (Επί Τοις Αφορώσι τον Cemil Cufi Suleyman, Αποβιώσαντα)
(2008)1(B) AAΔ.987. Απεναντίας, η αγωγή διαρθρώνεται επί συγκεκριμένου παράπονου των εναγόντων, πως ο εναγόμενος (εννοώντας οι ενάγοντες την Κυπριακή Δημοκρατία), παράβηκε το καθήκον του να εφαρμόσει τις κατ' αυτούς ισχύουσες ρυθμίσεις τού ευρωπαϊκού/ενωσιακού δικαίου για να κατοχυρώσει τα θεμελιώδη δικαιώματα των εναγόντων «. στην κοινοτική έννομη τάξη.». Το ότι η αφετηρία από την οποία εκκίνησε η ετυμηγορία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Cemil (Επί Τοις Αφορώσι τον Cemil Cufi Suleyman, Αποβιώσαντα)
(2008)1(B) AAΔ.987, φαίνεται να σχετίζεται με όσα απασχολούν στην παρούσα αγωγή, δεν εξομοιώνει τις δυο διαδικασίες, στην έκταση που υπέβαλε ο εναγόμενος. Έτσι - υπό αυτό το πρίσμα - ούτε ζήτημα δεδικασμένου υπάρχει μήτε και κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Συμεών ν Δρυάδης και Άλλων, ΠΕ 348/13, ημ. 15.12.20, Delincyp Company Ltd (Αναφορικά με την Εταιρεία First Ukranian Development Limited), ΠΕ 140/14, ημ. 2.6.20). Παρενθέτω, πως το γεγονός ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (υπό την παρούσα σύνθεση), είχε εκδώσει την πρωτόδικη (ενδιάμεση) απόφαση στην Cemil (Επί Τοις Αφορώσι τον Cemil Cufi Suleyman, Αποβιώσαντα)
(2008)1(B) AAΔ.987 - πέραν του ότι δεν αποτέλεσε αντικείμενο υποβολής αιτήματος εξαίρεσης του παρόντος Δικαστηρίου από οιονδήποτε των διαδίκων - καθόλου δεν εγείρει θέμα αντικειμενικής ή υποκειμενικής δικαστικής αμεροληψίας, και αυτό για τους ίδιους κατ' αναλογίαν λόγους που έχουν συζητηθεί στην πρώτη προδικαστική ένσταση. Τούτο, χώρια και από το ότι η πρωτόδικη απόφαση στην Cemil (Επί Τοις Αφορώσι τον Cemil Cufi Suleyman, Αποβιώσαντα)
(2008)1(B) AAΔ.987, σχετιζόταν αποκλειστικώς με ζητήματα νομικής υφής, παρόμοια με όσα ενδιαφέρουν εδώ, υπό μια πλατύτερη σκοπιά, με το ζήτημα της εφαρμογής της Οδηγίας 2000/43/ΕΚ, να αποφασίζεται ευθέως, όχι στην πρωτόδικη εκείνη απόφαση (κατά τη γνώμη των εναγόντων), αλλά από το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο, εξού και η βάση αγωγής (βλ. κατ' αναλογίαν, Σιακόλας ν Πρίνος Λαχαναγορά Λίμιτεδ, ΠΕ 90/16, ημ. 23.3.17, Kriegisch v Germany
(2010)ECHR 2054, Τυμπιώτης ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 612, 642-647, Sigma Radio Tv Ltd v Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2004)3 ΑΑΔ 134,144-145). Η πρώτη προδικαστική ένσταση απορρίπτεται. Η δεύτερη προδικαστική ένσταση αφορά στον ισχυρισμό του εναγόμενου πως η ενάγουσα «. δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής και καταχράται τη δικαστική διαδικασία, αφού για το ίδιο ακριβώς ζήτημα εκκρεμεί και η αγωγή 2530/2008 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου». Δεν συγκλίνω. Καμιά αποδεκτή μαρτυρία προσφέρθηκε αναφορικώς προς τους διαδίκους, το αντικείμενο, τις λεπτομέρειες και άλλα τινά της αγωγής «. 2530/2008 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου», ώστε να δυνηθεί το Δικαστήριο να αποφανθεί σχετικώς για ό,τι είναι που πιθανώς να απαιτούσε την προσοχή του. Η δεύτερη προδικαστική ένσταση απορρίπτεται. Το αυτό - ως εκ των λεχθέντων στη δεύτερη προδικαστική ένσταση - ισχύει και για την τρίτη προδικαστική ένσταση, αφού βάθρο της είναι η θέση ότι το Δικαστήριο «. δεν μπορεί να προχωρήσει με την εκδίκαση και έκδοση απόφασης επί της παρούσας αγωγής, πριν ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα για τερματισμό της ύπαρξης δύο άλλων παράλληλων διαδικασιών για το ίδιο θέμα». Αν μπορούσε να προστεθεί κάτι τώρα, είναι πως η τρίτη προδικαστική ένσταση πάσχει συν τοις άλλοις και από αοριστία αφού δεν εξειδικεύεται εκεί σε ποιες άλλες δύο τρέχουσες και παράλληλες διαδικασίες είναι που παραπέμπει. Η τρίτη προδικαστική ένσταση απορρίπτεται. Στην τέταρτη προδικαστική ένσταση, ο εναγόμενος λέγει ότι ο τίτλος της αγωγής είναι λανθασμένος «. αφού Εναγόμενος έπρεπε να ήταν ο Γενικός Εισαγγελέας και όχι η Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπουργείου Εσωτερικών». Δεν συμφωνώ. Εν τοις πράγμασι το τι εντοπίζεται είναι ότι μετά από σχετικές εκ συμφώνου τροποποιήσεις στον τίτλο της αγωγής, εναγόμενος είναι ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και πως (στην προ των τροποποιήσεων δικογραφική κατάσταση πραγμάτων), εναγόμενη ήταν η Κυπριακή Δημοκρατία (μα ποτέ με τη συνοδευτική προσθήκη «. μέσω Υπουργείου Εσωτερικών», ως φαίνεται να εξέλαβαν και οι δύο διάδικες πλευρές). Ίσως και εκ του περισσού, απογράφω ότι ο τίτλος της αγωγής καίτοι μπορούσε να συνταχθεί κατά πιο ακριβή τρόπο, διόλου δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της αγωγής, ή και τη νομιμοποίηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας να υπερασπισθεί τον Κηδεμόνα - και κατ' επέκτασιν την Κυπριακή Δημοκρατία - σε όσα είναι που του ενεστώτως τού καταλογίζονται (βλ. κατ' αναλογίαν, Masar v Κυπριακής Δημοκρατίας, διά μέσου του Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 200/14, ημ. 30.12.20, Κίτση ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Λογαριασμό του Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα των Τ/Κ Περιουσιών
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1077, 1082-1086). Η τέταρτη προδικαστική ένσταση απορρίπτεται. Προχωρώ στην ουσία, τμήμα της οποίας είναι το ότι η αγωγή δεν υποστηρίζεται από την απαραίτητη αξιόπιστη μαρτυρία για να μπορεί να επιτύχει. Επεξηγώ. Oι ενάγοντες, ως εξέτασα εντρυφώντας επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων, απέτυχαν να περιγράψουν στοιχειωδώς την ακίνητη ιδιοκτησία και όσα άλλα παρουσιάζονται ως συστατικά της επίδικης συμφωνίας αγοραπωλησίας. Υπό αυτή την οπτική, η μαρτυρία των εναγόντων ταξινομείται ως απογυμνωμένη αποδεικτικής βαρύτητας. Χωρίς να χρειάζεται να επαναλάβω τα αποδεικτικά κενά περί των οποίων μιλώ (και τα οποία αναδύονται από την αξιολόγηση της μαρτυρίας πιο πάνω υπό διαφορετική στόχευση), λέγω πως μονάχα καταχρηστικώς θα μπορούσε το Δικαστήριο να εκλάβει ως δεδομένο ότι η ακίνητη ιδιοκτησία δεν είναι άλλη από εκείνη που απασχόλησε πρωτοδίκως και κατ' έφεσιν στην Cemil (Επί Τοις Αφορώσι τον Cemil Cufi Suleyman, Αποβιώσαντα)
(2008)1(B) AAΔ.987. Οι ενάγοντες είχαν υποχρέωση να έθεταν στο Δικαστήριο την καλύτερη δυνατόν μαρτυρία για όσα είναι που προβάλλουν ως μορφοποιώντα το αγώγιμο δικαίωμα τους, ιδίως σε ό,τι αφορά στα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που το οικοδομούν. Δεν το έπραξαν. Ούτε και δικαιολόγησαν την παραδρομή. Η αστοχία τους, για τους λόγους που εξήγησα, αναδύεται ως κρίσιμη για την τύχη της αγωγής (βλ. κατ' αναλογίαν, Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ν D & A Charalambous (Frozen Foods) Limited και Άλλου
(2012)1(Α) ΑΑΔ 448, 459, Κολάνη ν Ταμπούρα
(2010)1(Β ) ΑΑΔ 1108, 1124, Masquerade Music Ltd and Others v Springsteen
(2001)EWCA Civ 513, Robinson Brothers (Brewers) Ltd v Houghton and Chester-Le-Street Assessment Committee
(1938)2 All ER 79). Ακόμη και αν η μαρτυρία των μαρτύρων (ιδίως της XXXXX και του XXXXX Φιλίππου [ΜΕ2]), θεωρούνταν, υπό τις συνθήκες, ως εξ ακοής, θα αποδιδόταν σε αυτή, μετά από προσήκουσα αξιολόγηση - και έτσι επράχθη - μηδενική αποδεικτική βαρύτητα βάσει του άρθρου 27 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9, ως και εκ του γεγονότος πως καμιά διασάφηση δεν δόθηκε εκ πλευράς εναγόντων για την αποτυχία τους να εισφέρουν στη δίκη την καλύτερη δυνατόν μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, Assad ν Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 164/16, ημ. 6.12.17, Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν Χριστοδούλου, ΠΕ 6/11, ημ. 15.7.16, Δημητρίου ν Νικολάου
(2012)1(Γ) ΑΑΔ 2714, 2722-2723, Pakistan Cables Limited v NSB General Trading (Overseas) Co Ltd και Άλλων
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1711, 1721-1724).΄ Πραγματεύθηκα την υπό ανάλυσιν θεματική και υπό το πλέγμα της απουσίας απευθείας αντεξέτασης των μαρτύρων από την κ. Φλωρέντζου επί των συζητούμενων, καταλήγοντας ότι το γεγονός αυτό δεν θα μπορούσε να απολήξει σε αποδοχή μαρτυρίας αναξιόπιστων μαρτύρων ή, αν όχι υπό το φάσμα αυτό, σε εξίσωση της μη αντεξέτασης με απόδειξη ουσιωδών ζητημάτων στην υπόθεση (βλ. κατ' αναλογίαν, Αντωνάκης Χρ Σολομωνίδης και Άλλων ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Άλλου
(2005)1(Α) ΑΑΔ 491, 496). Το ότι στην αγόρευση του εναγόμενου εμπεριέχονται ψήγματα παραδοχών - όπως το ότι η ακίνητη ιδιοκτησία παρουσιάζεται να είναι (κατά την ερμηνευτική της μαρτυρίας των μαρτύρων από την κ. Φλωρέντζου), το ακίνητο που απασχόλησε στην Cemil (Επί Τοις Αφορώσι τον Cemil Cufi Suleyman, Αποβιώσαντα)
(2008)1(B) AAΔ.987 - δεν θα μπορούσε να εξισωθεί με μαρτυρία. Οι παραδοχές αυτές, αν θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως τέτοιες, δεν ήσαν καν όσον σαφείς θα έπρεπε να είναι για να υπάρξουν ενδεχομένως άλλοι συνειρμοί (βλ. κατ' αναλογίαν, Καλαμαράς ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Άλλων
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 343, 347-349). Έτσι κι αλλιώς - ελλείψει παραδοχών (με αδιαμφησβήτητο το ότι οι δικηγόροι, υπό την ιδιότητας τους αυτή είναι φορείς επιχειρημάτων και όχι μαρτυρίας) - η αγόρευση του εναγόμενου δεν συνιστά αποδεκτό μέσο προσαγωγής μαρτυρίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Υugos Finance BV και Άλλων ν Halebay Holdings Limited
(2013)1(A) AAΔ.569, 577, NA Theophanous (Matic) Laundries Ltd v Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 793, 797-798, El Fath Co for International Trade SAE v EDT Shipping Ltd & Άλλος
(1992)1(Β) ΑΑΔ 1255, 1270). Ένεκεν των ως άνω, η αγωγή - απούσας άλλης παραδεκτής μαρτυρίας - καλεί σε απόρριψη δεδομένου και του ότι από όσα παραμένουν ως δεκτά δεν τεκμαίρονται με βάση το άρθρο 7 του Περί Ίσης Μεταχείρισης (Φυλετική ή Εθνοτική Καταγωγή) Νόμου 59(Ι)/04 και του άρθρο 8 της Οδηγίας 2000/43/ΕΚ, οι παραβάσεις που προτάσσουν οι ενάγοντες. Παρ' όλη την κατάληξη - και για ολοκληρωμένη ανάλυση των επίδικων θεμάτων (σε περίπτωση διάφορης κρίσης σε εφετειακό επίπεδο) - θα προχωρήσω στα τελικά ευρήματα και (εκ συμπαθείας ή αυτοτελώς) σε διερεύνηση των θεμάτων που ήγειραν οι ενάγοντες, εκλαμβάνοντας ως αξιόπιστη όλη τη μαρτυρία που παρουσίασαν. Διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Τουρκοκύπριου XXXXX Cufi Suleyman - περιλαμβανομένης και της (επίμαχης) ακίνητης ιδιοκτησίας - είναι οι ενάγοντες, με τη XXXXX να είναι θυγατέρα του αποβιώσαντος και μοναδική του κληρονόμος (αφού μητέρα της αποποιήθηκε του κληρονομικού μεριδίου της επί της ακίνητης ιδιοκτησίας προς όφελος της XXXXX). Η XXXXX, μαζί με τη μητέρα και τον πατέρα της, ζούσαν πριν από την τουρκική εισβολή 1974 («η τουρκική εισβολή») στη Γεροσκήπου (στην Πάφο). Μετά από την τουρκική εισβολή, η XXXXX μεταφέρθηκε (εκουσίως) από τα Ηνωμένα Έθνη στην Αμμόχωστο μαζί με τον πατέρα και τη μητέρα της. Ο τόπος διαμονής του XXXXX Cufi Suleyman ήταν καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους και μέχρι τον θάνατο του (ως και ο τόπος διαμονής της XXXXX μέχρι και την ακρόαση της υπόθεσης), οι κατεχόμενες και μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, και δη (ως είπε η XXXXX), στον Άγιο Σέργιο Αμμοχώστου (στην οδό «. XXXXX Sokak 4.»). Η XXXXX - με τον Κηδεμόνα να εγκρίνει τη μεταβίβαση της ακίνητης ιδιοκτησίας στο όνομα της (ύστερα από το θάνατο του πατέρα) - σε κάποιο άγνωστο χρόνο (μετά από τη θέσπιση του νομοθετήματος), συμφώνησε με τον XXXXX Φιλίππου (ΜΕ2) να του πουλήσει την ακίνητη ιδιοκτησία (έκτασης 180 τόσων σκαλών στη Γεροσκήπου, πλησίον κάποιου στρατοπέδου). Η συμφωνία ήταν γραπτή. Κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο την 23.5.04. Ο XXXXX Φιλίππου (ΜΕ2) είχε προς τούτο πληρώσει προς την XXXXX προκαταβολή ύψους ΛΚ4.500,00. Η μεταβίβαση δεν συμπληρώθηκε αφού η ακίνητη ιδιοκτησία, διαρκούσης της συνεχιζόμενης έκρυθμης κατάστασης στην Κύπρο ως εκ της τουρκικής εισβολής (βλ. κατ' αναλογίαν, Χακκή Διαχειρίστρια του Βακουφίου του ΧΧΧΧΧ Εφέντη ν Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και Άλλων, ΠΕ 320/12, ημ. 11.12.19), περιήλθε νομίμως στον έλεγχο και διαχείριση του Κηδεμόνα ως εγκαταλειφθείσα Τουρκοκυπριακή Περιουσία (που ήταν και είναι) κατά το νομοθέτημα (βλ. κατ' αναλογίαν, Mehmet v Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, ΑΕ 33/13, ημ. 14.3.19 [Ολομέλεια], Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Bahchecioglou και Άλλου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 426, 431-436). O Κηδεμόνας έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν ειδικές και κατάλληλες προϋποθέσεις για να καταταχθεί η επίδικη περίπτωση σε εκείνες που δυνατόν να επέτρεπαν εκτέλεση της αγοραπωλησίας. Η παρέμβαση του Κηδεμόνα - πέραν από συνταγματική κατά τα επικρατούντα και ειωθότα στους κρίσιμους χρόνους (αλλά και σήμερα) με βάση το δίκαιο της ανάγκης (βλ. κατ' αναλογίαν, Torgut και Άλλων ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και Άλλου, ΠΕ 79/15, ημ.10.6.20, Shakir και Άλλων v Κυπριακής Δημοκρατίας
(2013)3 ΑΑΔ 54, 57-58, Αντωνάκης Χρ Σολομωνίδης Λτδ και Άλλων ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Άλλου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 1275,1278-1282, Korkut ή Perihan ν Ζόππου
(2008)1(B) ΑΑΔ 905, 913-920, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Bahchecioglou και Άλλου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 426, 431-439 - ήταν και είναι (επί της πτυχής αυτής) νόμιμη και συμβατή με το ευρωπαϊκό/ενωσιακό δίκαιο και με τα αλληλένδετα (με το ευρωπαϊκό/ενωσιακό δίκαιο) εφαρμοζόμενα ανθρώπινα δικαιώματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Nold v Commission
(1974)ECR 507), βάσει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου [«ΕΣΔΑ»] (βλ. κατ' αναλογίαν, Mushhawar και Άλλων ν Κυπριακής Δημοκρατίας, ΑΕ 111/13, ημ. 27.11.19, Mehmet ν Υπουργού Εσωτερικών, ΑΕ 33/13, ημ. 14.3.19, Ahmet και Άλλου ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(2011)3(Α) ΑΑΔ 135, 140-142, Balce (Επι Τοις Αφορώσι το Βακούφιο (Vakf) της ΧΧΧ Hanimlar
(2010)1(Α) ΑΑΔ 680, 685-686, Cemil (Επί Τοις Αφορώσι τον Cemil Cufi Suleyman, Αποβιώσαντα)
(2008)1(B) AAΔ.987, 991-993). Ο Κηδεμόνας - η Κυπριακή Δημοκρατία και ο εναγόμενος - δεν στέρησε (και δεν στερεί) στην XXXXX (στους ενάγοντες) το δικαίωμα ιδιοκτησίας στην ακίνητη ιδιοκτησία, αφού η ακίνητη ιδιοκτησία συνεχίζει να της ανήκει. Το αδιεκπεραίωτο της αγοραπωλησίας, δεν οφείλεται στο ότι η XXXXX είναι Τουρκοκύπρια αλλά στο ότι η ακίνητη ιδιοκτησία (που τυγχάνει να ανήκει στην XXXXX ως περιεγράφηκε), απαρτίζει Τουρκοκυπριακή Περιουσία κατά το άρθρο 2 του νομοθετήματος αλλά και γιατί ο Κηδεμόνας (ενεργώντας στο πλαίσιο του άρθρου 3 του νομοθετήματος), συνυπολόγισε πως«. ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης της περιουσίας ή οι κληρονόμοι ή οι διάδοχοί του στον τίτλο, ανάλογα με την περίπτωση, κατέχουν περιουσία που ανήκει σε Ελληνοκύπριο στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές .» (βλ. κατ' αναλογίαν, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Bahchecioglou και Άλλου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 426, 432-436). Οι στοχεύσεις και συμβατότητα του νομοθετήματος με το ευρωπαϊκό/ενωσιακό δίκαιο (και τα ανθρώπινα δικαιώματα) σε συνάρτηση προς τα γεγονότα της παρούσας (με ειδικότερη έκφανση τα περί φυλετικής και εθνοτικής καταγωγής), αποφασίστηκαν - σε αντίθεση με όσα διατείνονται οι ενάγοντες (και θα ξαναγυρίσω σε αυτό πιο κάτω) - στην Cemil (Επί Τοις Αφορώσι τον Cemil Cufi Suleyman, Αποβιώσαντα)
(2008)1(B) AAΔ.987 και σε άλλες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), όπως η Hakki v Υπηρεσίας Εθνικού Κτηματολογίου, Υπουργείο Εσωτερικών και Άλλων, Προσφυγή 209/11, ημ. 31.10.12 (που επικυρώθηκε στην Hakki ν Υπηρεσίας Εθνικού Κτηματολογίου, Υπουργείο Εσωτερικών και Άλλων, ΑΕ 249/12, ημ. 5.3.20 [Ολομέλεια] - όπου (εν σχέσει προς το νομοθέτημα), ο Ναθαναήλ Δ. (ως ήταν τότε), έκρινε ότι δεν ίσχυε «. η εισήγηση για διάκριση εναντίον της αιτήτριας λόγω διαμονής ή φύλου . δεν έχουν καμία σχέση με τα υπό κρίση γεγονότα. Αντίθετα, σχετική είναι η απόφαση του ΕΔΑΔ στην υπόθεση Ali Erel and Mustafa Damdelen, Appl. No. 39973/07, ημερ. 14.12.2010. Παρόλο που αφορούσε την εκλογική νομοθεσία και το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, η οικειοθελής διαμονή των εκεί αιτητών στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές αποτελούσε σκόπελο στην άσκηση των δικαιωμάτων τους, χωρίς αυτός ο σκόπελος να κριθεί ότι ήταν σε αντίθεση είτε με το Σύνταγμα, είτε με τη νομολογία του ΕΔΑΔ, τη Σύμβαση και τα συναφή Πρωτόκολλα, αναφορικά με διάκριση ως προς το φύλο, την εθνότητα, τη θρησκεία ή τη διαμονή». Δεν τέθηκε εδώ ισχυρισμός πως η Cemil (Επί Τοις Αφορώσι τον Cemil Cufi Suleyman, Αποβιώσαντα)
(2008)1(B) AAΔ.987, έχει προσβληθεί (εν τη ευρεία σημασία του όρου) ενώπιον του ΕΔΑΔ ή του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ). Επ' αυτής της ενότητας, επιβάλλονται δύο επισημάνσεις. Η πρώτη επισήμανση (και επανέρχομαι ως είπα πως θα κάνω), αφορά στο ότι οι ενάγοντες ψέγουν την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Cemil (Επί Τοις Αφορώσι τον Cemil Cufi Suleyman, Αποβιώσαντα)
(2008)1(B) AAΔ.987, υπό την έννοια ότι το Ανώτατο Δικαστήριο δεν εφάρμοσε προσηκόντως «. τις επιταγές που απορρέουν από την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην κοινοτική έννομη τάξη και είναι δεσμευμένη ως κράτος μέλος της ευρωπαϊκής ένωσης να εφαρμόσει τις ρυθμίσεις αυτές κατά τρόπον που να μην αντιβαίνουν στις προ αναφερθείσες επιταγές». Όμως, η θέση αυτή, αντιτίθεται στο ίδιο το ρητό περιεχόμενο της υπό αναφοράν απόφασης (και έχω ήδη παραθέσει την περικοπή παραπάνω), με αυτούς να μην προσδιορίζουν, δοσμένου τούτου, ποιο είναι ακριβώς το παράπονο τους (κατ' ουσίαν και αιτιολογίαν). Η δεύτερη επισήμανση, συνδέεται με το ότι παρέμεινε ανέγγιχτο και ανεξήγητο από τους ενάγοντες το γιατί δεν υποβλήθηκε κατά την εκδίκαση της έφεσης στην Cemil (Επί Τοις Αφορώσι τον Cemil Cufi Suleyman, Αποβιώσαντα)
(2008)1(B) AAΔ.987, αίτημα για προδικαστική παραπομπή των ερωτημάτων (που τίθενται εδώ υπό μια πλατύτερη διάσταση) - όπως έγινε επί παραδείγματι (υπό άλλες περιστάσεις) στην Περικλέους ν Ellinas Finance Ltd και Άλλων, ΠΕ 283/10, ημ. 10.3.15 - τη στιγμή ιδίως που οι ενάγοντες παραπονούνται (ως η παράγραφος 14 της Έκθεσης Απαίτησης), πως ο εναγόμενος (βασικώς Κυπριακή Δημοκρατία) υπέχει ευθύνης «. για την μη εφαρμογή από το Ανώτατο Δικαστήριο του Άρθρου 234Εκ Τρίτη παράγραφος για παραπομπή του ζητήματος για προδικαστική απόφαση από το ΔΕΚ όσον αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 2000/43/Εκ για ίση μεταχείριση, ορθή εφαρμογή και συμβατότητα της με τις πρόνοιες του Νόμου 139/91». Δεν διαλανθάνει την προσοχή ότι η τροποποίηση του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 (διά του Περί Δικαστηρίων (Τροποποιητικό) (Αρ 4) Νόμου 119(Ι)/08) - που προβλέπει (νομοθετικώς πλέον) την προδικαστική παραπομπή στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (νυν ΔΕΕ), θεμάτων κατά το Άρθρο 35
(1)της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση - έλαβε χώραν την 31.12.08, ήτοι μεταγενέστερα της έκδοσης την 19.9.08 τής Cemil (Επί Τοις Αφορώσι τον Cemil Cufi Suleyman, Αποβιώσαντα)
(2008)1(B) AAΔ.987. Αν δεχθεί κανείς, χάριν διαλόγου, ότι δεν υπήρχε τότε νομιμοποιητική βάση επί της οποίας θα μπορούσε να θεμελιωθεί παρόμοιο αίτημα της XXXXX, παραμένει αιωρούμενο το γιατί διαμαρτύρονται εδώ οι ενάγοντες για κάτι που δεν ήταν εφικτό να συμβεί (διά νομοθετικής πρόβλεψης) κατά τους κρίσιμους χρόνους. Αν παράπονο των εναγόντων είναι πως, μ' όλη την απουσία νομοθετικού υποβάθρου, ήταν πράγματι κατορθωτή η παραπομπή ζητήματος στο ΔΕΚ (τώρα ΔΕΕ) κατά τους επίδικους χρόνους - και κάτι παρόμοιο επιχειρήθηκε (με σημείο αναφοράς μάλιστα την Οδηγία 2000/43/ΕΚ) στην Korkut ή Perihan v Ζόππου (Αρ 2)
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1333, αλλά και στην Ahmet v Δημοκρατίας
(2009)1(Α) ΑΑΔ 20 - το αμέσως επόμενο και λελογισμένο ερώτημα είναι για ποιο λόγο η XXXXX δεν επιχείρησε να υποβάλει, τότε, τέτοιο αίτημα προς το Ανώτατο Δικαστήριο. Καμία εξήγηση (ή καν ενασχόληση με το θέμα) αναπτύχθηκε ενώπιον μου από τους ενάγοντες, οι οποίοι, κατά τα άλλα, προβάλλουν αορίστως και ισοπεδωτικώς - εκτός κι αν το τι υπονοούν είναι ότι (κατά την παράγραφο 11 της Έκθεσης Απαίτησης), όσα έπονται ως ισχυρισμοί στις παραγράφους 12 και 13 στην Έκθεση Απαίτησης πηγάζουν τωόντι από την κατ' ισχυρισμόν παράλειψη του Ανωτάτου Δικαστηρίου να εφαρμόσει «. τις επιταγές που απορρέουν από την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην κοινοτική έννομη τάξη και είναι δεσμευμένη ως κράτος μέλος της ευρωπαϊκής ένωσης να εφαρμόσει τις ρυθμίσεις αυτές κατά τρόπον που να μην αντιβαίνουν στις προ αναφερθείσες επιταγές») - πως η Κυπριακή Δημοκρατία (κατά την παράγραφο 12 στην Έκθεση Απαίτησης), είχε και έχει υποχρέωση να μην παρεμποδίζει «. καθ' οιονδήποτε τρόπο την ενάγουσα να ασκήσει το δικαίωμα της περιουσίας καθότι το δικαίωμα αυτό διασφαλίζεται στο πλαίσιο της κοινοτικής έννομης τάξης», αλλά και ότι η Κυπριακή Δημοκρατία (ως καταγράφεται στην παράγραφο 13 στην Έκθεση Απαίτησης), αγνόησε τελείως «. τις αρχές του κοινοτικού δικαίου όσον αφορά το δικαίωμα της περιουσίας της ενάγουσας και συνεχίζει την εφαρμογή του Νόμου 139/91 ο οποίος περιέχει πρόνοιες οι οποίες είναι ασυμβίβαστες με την αρχή της ίσης μεταχείρισης όπως επιβάλλεται στα κράτη μέλη να εφαρμόσουν από το κοινοτικό δίκαιο και την νομολογία του ΔΕΚ». Καθίσταται λοιπόν εναργές, ότι οι ενάγοντες προώθησαν εδώ την αξίωση επί ελλιπούς μαρτυριακού υποστηρίγματος. Ό,τι υφίσταται ως θεσμικώς τελεσίδικο είναι πως διά της απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου στην Cemil (Επί Τοις Αφορώσι τον Cemil Cufi Suleyman, Αποβιώσαντα)
(2008)1(B) AAΔ.987, ο εναγόμενος προστάτευσε κατά τα δέοντα τα θεμελιώδη δικαιώματα των εναγόντων στην ευρωπαϊκή/ενωσιακή έννομη τάξη σύμφωνα με τις δεσμεύσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας ως Κράτους Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν εμπόδισε τους ενάγοντες (και ειδικότερα την XXXXX) - είτε διά απαγορευμένης διάκρισης βάσει του Άρθρου 14 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε βάσει του άρθρου 2 της Οδηγίας 2000/43/ΕΚ (ή του άρθρου7
(2)του Περί Ίσης Μεταχείρισης (Φυλετική ή Εθνοτική Καταγωγή) Νόμου 59(Ι)/04), ή (προσθέτω) τού Άρθρου 14 της ΕΣΔΑ - από το να ασκήσουν (στο βαθμό που τους αφορούσε νομικώς), το δικαίωμα στην ίση μεταχείριση και στην περιουσία. Ως αρκούντως απέδειξε ο εναγόμενος από το σύνολο της μαρτυρίας (αποσείοντας και το όποιο βάρος απόδειξης είχε βάσει του άρθρου 7 του Περί Ίσης Μεταχείρισης (Φυλετική ή Εθνοτική Καταγωγή) Νόμου 59(Ι)/04, ή και του άρθρου 8 της Οδηγίας 2000/43/ΕΚ), τα περί ων ο λόγος δικαιώματα των εναγόντων υπόκεινται - προσωρινώς και αντικειμενικώς (βλ. κατ' αναλογίαν, Κίτση ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Λογαριασμό του Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα των Τ/Κ Περιουσιών
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1077, 1088-1089) - σε θεμιτούς και έννομους περιορισμούς βάσει του νομοθετήματος, διά εύλογης, δικαιολογημένης, βάσιμης και αντικειμενικής αιτιολογίας, με μέσα πρόσφορα και αναγκαία για επίτευξη του σκοπού αυτού (βλ. κατ' αναλογίαν, Delimatsis and Others v Cyprus, Application No. 66772/13, ημ. 3.12.20, Chez Razpredelenie Bulgaria AD V Komisia za zashtita ot discriminatsia EU:C:2015:480, The Queen, on The Incorporated Trustees of the National Council on Ageing (Age Concern England) v Secretary of State for Business, Enterprise and Regulatory Reform
(2009)ECR I-8531. Έστω ότι αποδεικνύονταν - με διαπλαστικά του αγώγιμου δικαιώματος τις σχετικές πρόνοιες του νομοθετήματος (ως ίσχυαν κατά τους επίδικους χρόνους), αλλά και τα όσα φερ' ειπείν αναφέρθηκαν (με τις δέουσες αναπροσαρμογές) στην Γιάλλουρος ν Νικολάου
(2001)1(Α) ΑΑΔ 558 (βλ. επίσης, Κυπριακή Δημοκρατία ν Ονουφρίου, ΠΕ 463/12, ημ. 23.11.18, Νεοκλέους ν Αρχηγού Αστυνομίας, ΠΕ 270/11, ημ. 8.2.17) - οι παραβιάσεις για τις οποίες ομιλούν γενικώς οι ενάγοντες, ουδόλως αποδείχθηκε με κατάλληλη και αξιόπιστη μαρτυρία η όποια ζημιά προκλήθηκε σε αυτούς για «. την μη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου από όλα τα όργανα του κράτους με αποτέλεσμα την στέρηση του δικαιώματος της περιουσίας των και την μη αναγνώριση της αρχής της ίσης μεταχείρισης που δικαιούται βάσει των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου .», τοσούτω δε μάλλον η ζημιά που προσδιορίζουν στην Έκθεση Απαίτησης «. μέχρι τον Οκτώβριο του 2008 .» σε « . €2.000.000 ένεκα της μη εφαρμογής του κοινοτικού δίκαιου από τα όργανα του κράτους με αποτέλεσμα την στέρηση της περιουσίας των Εναγόντων». Ο εναγόμενος απέδειξε πως δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης χωρίς, παρεμπιπτόντως, να αφήνονται κενά ή σκοτεινές πτυχές στην εκδοχή του (ως υποστήριξε ο κ. Βλαδιμήρου με αναφορά στο άρθρο 8 της Οδηγίας 2000/43/ΕΚ), εξαιτίας της επιλογής του εναγόμενου να μην καλέσει μάρτυρες, αφού όσα τούτος όφειλε να δείξει και αποδείξει, φύονται από το σύνολο της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή (βλ. κατ' αναλογίαν, Λοφίτης ν Δημητρίου και Άλλης
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1402, 1410). Κατ' ακολουθίαν, η αγωγή κρίνεται ως απορριπτέα (και υπό την εναλλακτική θεώρηση που προτάθηκε) Η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου και εναντίον των εναγόντων ως τούτα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ο Πρωτοκολλητής να μεριμνήσει όπως το κείμενο της απόφασης μεταφραστεί τάχιστα στην Τουρκική γλώσσα. (Υπ.) ........... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.