Κλάππα ν. Papasian , ως αποκλειστικός αντιπρόσωπος των αποβιώσαντων γονέων του Papasian και Papasian κ.α., Αρ. Αγωγής: 1/2013, 20/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A40 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΕΡΥΝΕΙΑΣ (που συνεδριάζει στη Λευκωσία) ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, A.Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 1/2013 Μεταξύ: XXXXX Κλάππα Ενάγοντα και
- Papasian XXXXX, ως αποκλειστικός αντιπρόσωπος των αποβιώσαντων γονέων του XXXXX Papasian και XXXXX Papasian
- XXXXX Kechedjian ως διαχειρίστρια της περιουσίας αποβιώσαντων XXXXX Papasian και Fi XXXXX me Papasian Εναγόμενων Ημερομηνία: 20 Ιανουαρίου, 2021 Εμφανίσεις Για Ενάγοντα: κα Μ. Κλεάνθους για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1 και 2: κ. Α. Πετρίδης με κα Λοϊζίδου για Πολύκαρπος Πετρίδης & ΣΙΑ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας με την αγωγή του αξιώνει την έκδοση διατάγματος για ειδική εκτέλεση της συμφωνίας ημερομηνίας 31/08/1973 εναντίον των Εναγομένων 1 και
- Διαζευκτικά ή/και επιπρόσθετα αξιώνει γενικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας καθώς και αποζημιώσεις για απώλεια κερδών και συνεπακόλουθη ζημιά ή/και €80.000 ως ειδικές αποζημιώσεις ή/και ως αδικαιολόγητο πλουτισμό ή/και ως λήψη του συγκεκριμένου ποσού χωρίς αντάλλαγμα. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, ο Ενάγοντας ήταν και συνεχίζει να είναι ο αγοραστής του ακινήτου, δυνάμει συμφωνίας πώλησης ημερομηνίας 31/08/1973, με αριθμό εγγραφής XXXXX Φ/Σχ.ΧΙΙ10Ε, τεμάχιο 83/9, στο χωριό Άγιος Γεώργιος της επαρχίας Κερύνειας, με σημερινή αξία €100.
- Ο Εναγόμενος 1 είναι υιός των εγγεγραμένων ιδιοκτητών του ακινήτου και είναι ο νόμιμος κληρονόμος τους. Η δε Εναγόμενη 2 είχε διοριστεί, μετά το θάνατο της XXXXX Παπαζιάν, ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιώσασας μητέρας του Εναγόμενου 1, XXXXX Παπαζιάν, η οποία ήταν η διαχειρίστρια της περιουσίας του XXXXX Παπαζιάν, πατέρα του Εναγόμενου
- Η συμφωνία πώλησης προνοούσε ότι το ακίνητο θα πωλείτο για το ποσό των Λ.Κ.10.000, ήτοι €17.100, ότι ο Ενάγοντας θα κατέβαλλε την ημέρα της υπογραφής της συμφωνίας το ποσό των Λ.Κ.3.500, ήτοι €5.985, ότι το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ6.500, ήτοι €11.115, θα καταβαλλόταν εντός 8 μηνών από την υπογραφή της συμφωνίας και ότι η μεταβίβαση του ακινήτου στον Ενάγοντα θα γινόταν με την εξόφληση του υπόλοιπου ποσού. Ο Ενάγοντας, προς υλοποίηση της συμφωνίας, κατέβαλε κατά την υπογραφή της, επιπλέον του ποσού των Λ.Κ.3.500, το ποσό των Λ.Κ.2.500, ήτοι €4.275, το οποίο αφορούσε την αγορά του οικιακού εξοπλισμού που βρισκόταν στο ακίνητο. Στις 09/04/74 κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.1.000, ήτοι €1.710, έναντι του τιμήματος και έναν μήνα αργότερα, στις 09/05/74, κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.500, ήτοι €855, έναντι του τιμήματος. Λόγω του ότι στις 20/07/1974 ο Ενάγοντας είχε εκδιωχθεί από το ακίνητο, λόγω της Τουρκικής Εισβολής, είχε παραμείνει απλήρωτο το υπόλοιπο του τιμήματος, ύψους Λ.Κ.5.
- Ο Ενάγοντας είχε χάσει τα ίχνη της οικογένειας Παπαζιάν και μετά από πολλές έρευνες είχε εντοπίσει την Εναγόμενη 2, η οποία είχε αναλάβει τη διαχείριση της περιουσίας της μητέρας του Εναγόμενου
- Παρά τις προσπάθειες επικοινωνίας του Ενάγοντα με τον Εναγόμενο 1, αυτό δεν κατέστη δυνατό αφού δεν είχε λάβει καμιά απάντηση στις επιστολές που είχε αποστείλει. Ο Εναγόμενος 1, στην Υπεράσπισή του, εγείρει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αξίωση του Ενάγοντα για ειδική εκτέλεση της συμφωνίας, ενόψει του ότι η συμφωνία είχε συνομολογηθεί με τους XXXXX Παπαζιάν και τη XXXXX Παπαζιάν και ο ίδιος ουδέποτε εξόφλησε το τίμημα αγοράς του ακινήτου ή/και ουδέποτε είχε προσφερθεί να το εξοφλήσει πριν το έτος
- Περαιτέρω, και ανεξάρτητα από την προδικαστική ένσταση ισχυρίζεται ότι η συμφωνία ημερομηνίας 31/08/73 δεν ισχύει ή/και υπό τις περιστάσεις δεν ισχύει, αφού το 2009 η Εναγόμενη 2 μεταβίβασε στον Εναγόμενο 1 το επίδικο ακίνητο, όπως είχε υποχρέωση να πράξει ως διαχειρίστρια της περιουσίας του ζεύγους Παπαζιάν στον μοναδικό τους κληρονόμο. Ο Εναγόμενος 1 περαιτέρω, προβάλλει ότι ο Ενάγοντας δεν δικαιούται σε ειδική εκτέλεση, παρά το γεγονός ότι επιχείρησε με τη συμπεριφορά του να δείξει ότι προσέφερε το ποσό που συνιστά το υπόλοιπο της συμφωνίας πωλήσεως. Υποστηρίζει ότι όλες οι ενέργειες του Ενάγοντα, από το 2009 και μετά, αποσκοπούσαν στην εξαπάτηση των Εναγομένων 1 και 2 αφού το 2010 προσέφερε ποσό που ο ίδιος θεωρεί ότι αποτελεί το υπόλοιπο της συμφωνίας. Καταλήγει, ότι ο Ενάγοντας γνώριζε πολύ πριν την καταχώρηση της αγωγής, την πραγματική και νομική κατάσταση του επίδικου ακινήτου και ότι η Εναγόμενη 2 δεν είχε οποιανδήποτε σχέση με το επίδικο ακίνητο κατά τον χρόνο της καταχώρησης της αγωγής, αφού η μεταβίβαση από την ίδια προς τον Εναγόμενο 1 είχε λάβει χώρα τον Νοέμβριο του
- Η Εναγόμενη 2, στη δική της Υπεράσπιση, υιοθετεί την προδικαστική ένσταση του Εναγόμενου 1 και, επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι η ίδια δεν έχει οποιανδήποτε σχέση με τη συγκεκριμένη διαφορά, αφού ήταν διαχειρίστρια και έπραξε ως η εκ του νόμου υποχρέωσή της να μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο στον Εναγόμενο 1, ως αποκλειστικό κληρονόμο του ζεύγους Παπαζιάν. Ως προς τα υπόλοιπα, η Υπεράσπισή της είναι πανομοιότυπη με αυτήν του Εναγόμενου
- Καταλήγει ότι η ίδια ενήργησε καλή τι πίστη όταν προχώρησε με τη μεταβίβαση του ακινήτου στον Εναγόμενο 1 και ότι εάν όντως ο Ενάγοντας ήθελε να κατωχυρώσει τα συμφέροντά του θα έπρεπε να την ενημερώσει για την ύπαρξη της συμφωνίας και να την καλέσει να του μεταβιβάσει στα πλαίσια της διαχείρισης του ζεύγους Παπαζιάν καταβάλλοντας το υπόλοιπο της συμφωνίας. Προς υποστήριξη των θέσεων του Ενάγοντα μαρτυρία δόθηκε από τον ίδιο τον Ενάγοντα, τον κ. Λούη Κλάππα. Κατέθεσε έγγραφη δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο 1, στην οποίαν αναφέρει το ιστορικό. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι στις 31/08/73, δυνάμει γραπτής συμφωνίας, είχε αγοράσει το ακίνητο με αριθμό εγγραφής XXXXX, Φ/Σχ. ΧΙΙ10Ε, τεμάχιο 83/9, στο χωριό Άγιος Γεώργιος Κερύνειας, από τη XXXXX Παπαζιάν προσωπικά αλλά και ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος συζύγου της. Το συγκεκριμένο ακίνητο, κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας, ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα της ίδιας και του συζύγου της και κατά τον χρόνο υπογραφής η κα Παπαζιάν τον είχε εφοδιάσει με αντίγραφο του διατάγματος διαχείρισης ημερομηνίας 08/07/1972, στη Διαχείριση με αριθμό XXXXX/
- Με διάταγμα ημερομηνίας 31/05/73, το Δικαστήριο επέτρεψε στην κα Παπαζιάν να πωλήσει το μερίδιο του συζύγου της επί του συγκεκριμένου ακινήτου. Η συμφωνία πώλησης του ακινήτου προνοούσε, μεταξύ άλλων, ότι το ακίνητο θα πωλείτο για το ποσό των Λ.Κ.10.000, ήτοι €17.100, ότι ο Ενάγοντας θα κατέβαλλε την ημέρα της υπογραφής της συμφωνίας το ποσό των Λ.Κ.3.500, ήτοι €5.985, ότι το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.6.500, ήτοι €11.115, θα καταβαλλόταν εντός 8 μηνών από την υπογραφή της συμφωνίας και ότι η μεταβίβαση του ακινήτου στον Ενάγοντα θα γινόταν με την εξόφληση του υπόλοιπου ποσού. Ο ίδιος είχε καταβάλει, στις 31/08/1973, το ποσό των Λ.Κ.3.500 για το ακίνητο και Λ.Κ.2,500 για τα έπιπλα που υπήρχαν μέσα σε αυτό. Με την πάροδο των μηνών και ενώ πλησίαζε η ημερομηνία μεταβίβασης του ακινήτου, ο ίδιος είχε τηλεφωνήσει, στις 09/04/1974, στην κα Παπαζιάν, για να διευθετηθεί η μεταβίβαση του ακινήτου, η οποία τον ενημέρωσε ότι δεν ήταν έτοιμη να μεταβιβάσει, λόγω εκκρεμότητας με τον φόρο κληρονομιάς. Παρά το γεγονός αυτό, ο ίδιος της είχε καταβάλει το ποσό των Λ.Κ.1.000 στις 09/04/
- Στις 30/04/1974 και πάλι δεν ήταν έτοιμη να μεταβιβάσει και παρά το γεγονός αυτό, ο ίδιος της κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.
- Είχε εκδιωχθεί από το ακίνητο στις 20/07/1974, λόγω της Τουρκικής Εισβολής. Ισχυρίζεται ότι στις 20/07/1974, ο ίδιος ήταν νόμιμος κάτοχος του ακινήτου και προς τούτο είχε στην κατοχή του έντυπο της Α.ΤΗ.Κ., που του δόθηκε μετά από αίτηση για τοποθέτηση τηλεφωνικής γραμμής καθώς και απόδειξη της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου. Στις αρχές Οκτωβρίου του 1974 είχε επικοινωνήσει με την κα Παπαζιάν, της είχε αποστείλει επιστολή, έτσι ώστε να διευθετηθεί η μεταβίβαση του ακινήτου, με την καταβολή προς αυτήν του υπολοίπου. Η κα Παπαζιάν στις 31/10/1974, απάντησε στην επιστολή χωρίς οποιανδήποτε αναφορά στη δυνατότητά της να μεταβιβάσει το ακίνητο. Τον Ιούνιο του 1975, μετά την επιστροφή του στην Κύπρο, ο ίδιος επιδίωξε να συναντηθεί με την κα Παπαζιάν χωρίς επιτυχία. Τη δεκαετία του 1980, είχε πληροφορηθεί ότι η κα Παπαζιάν είχε αποβιώσει, χωρίς όμως ο ίδιος να γνωρίζει την ύπαρξη του Εναγόμενου 1 ως μοναδικού κληρονόμου της περιουσίας της και του αποβιώσαντος συζύγου της. Το 2008 - 2009 είχε επικοινωνήσει μαζί του το δικηγορικό γραφείο Γεωργιάδη & Πελίδη Δ.Ε.Π.Ε., ενημερώνοντάς τον για τον διορισμό της Εναγόμενης 2 ως διαχειρίστριας της περιουσίας του Εναγόμενου 1 καθώς και για την ύπαρξη του Εναγόμενου 1, υιού του ζεύγους Παπαζιάν και μοναδικού κληρονόμου τους. Τον εφοδίασαν με αντίγραφο της απογραφής και τον τελικό λογαριασμό της περιουσίας της κας Παπαζιάν, στην οποίαν είχε συμπεριληφθεί και το επίδικο ακίνητο, στα πλαίσια της αίτησης Διαχείρισης XXXXX/08, καθώς επίσης και με αντίγραφο της απογραφής και τον τελικό λογαριασμό της περιουσίας του κου Παπαζιάν στην οποίαν είχε συμπεριληφθεί και το επίδικο ακίνητο, στα πλαίσια της αίτησης Διαχείρισης XXXXX/
- Παράλληλα, του είχε ζητηθεί, από το συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο, όπως διευθετήσει την εκκρεμότητα που υπήρχε με τον Φόρο Κληρονομιάς, για να διευθετηθεί η μεταβίβαση του ακινήτου. Ο ίδιος διευθέτησε συνάντηση με τον κο Διαμαντή, Ανώτερο Λειτουργό του Γραφείου Φόρου Κληρονομιάς, στις 09/09/2009, έτσι ώστε οποιαδήποτε εκκρεμότητα να διευθετηθεί και το ακίνητο να απαλλαχθεί. Τέλος του 2009, λόγω του ότι δεν είχε κληθεί στο Κτηματολόγιο για την μεταβίβαση του συγκεκριμένου ακινήτου, έκανε κάποιες έρευνες και πληροφορήθηκε από το Κτηματολόγιο Κερύνειας ότι το συγκεκριμένο ακίνητο είχε μεταβιβαστεί στον μοναδικό και αποκλειστικό κληρονόμο της οικογένειας Παπαζιάν, τον Εναγόμενο
- Η Εναγόμενη 2, παρόλο που γνώριζε την ύπαρξη της συμφωνίας πώλησης, προχώρησε στη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του Εναγόμενου
- Προσπάθησε ο ίδιος, με την αποστολή επιστολών προς τον Εναγόμενο 1, στη διεύθυνσή του στον Καναδά, να διευθετηθεί η μεταβίβαση του ακινήτου, στο όνομά του, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο ίδιος με τον Εναγόμενο 1, τον παρέπεμψε στους δικηγόρους του κ.κ. Χατζηνέστορος. Ανταλλάχθηκαν επιστολές με τον δικηγόρο του Εναγόμενου 1 και ο ίδιος ενημερώθηκε, για πρώτη φορά, στις 20/05/10, ότι ο Εναγόμενος 1 δεν ήταν πρόθυμος να του μεταβιβάσει το ακίνητο. Με διπλοσυστημένη επιστολή ημερομηνίας 27/05/10, ο ίδιος κάλεσε τον Εναγόμενο 1 να παρευρεθεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Κερύνειας στη Λευκωσία, σε συγκεκριμένη ώρα και μέρα, έτσι ώστε να επιτευχθεί η μεταβίβαση του ακινήτου και να καταβληθεί το υπόλοιπο ποσό της συμφωνίας, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Η ίδια διαδικασία είχε επαναληφθεί και στις 25/06/
- Λόγω του ότι οι εξώδικες προσπάθειες δεν είχαν καρποφορήσει, ο ίδιος καταχώρησε την υπό κρίση αγωγή. Ο Ενάγοντας κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 χαρτοσημασμένο το πωλητήριο έγγραφο, ως Τεκμήριο 2 το πιστοποιητικό εγγραφής του ακινήτου, ως Τεκμήριο 3 διάταγμα ημερομηνίας 08/07/1972, με το οποίο διοριζόταν η XXXXX Παπαζιάν ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα συζύγου της, ως Τεκμήριο 4 αντίγραφο διατάγματος ημερομηνίας 31/05/1973, με το οποίο παραχωρείτο άδεια πώλησης του μεριδίου του αποβιώσαντας συζύγου της στο συγκεκριμένο ακίνητο, ως Τεκμήριο 5 την απόδειξη είσπραξης του ποσού των Λ.Κ.2.500 ημερομηνίας 31/08/1973, ως Τεκμήριο 6 απόδειξη είσπραξης ημερομηνίας 09/04/1974 για το ποσό των Λ.Κ. 1.000, ως Τεκμήριο 7 απόδειξη είσπραξης για το ποσό των Λ.Κ.500 ημερομηνίας 08/05/1974, ως Τεκμήριο 8 έντυπο Η182 ημερομηνίας 27/12/1973 της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, ως Τεκμήριο 9 απόδειξη της Αρχής Ηλεκτρισμού με ημερομηνία 11/03/1974, ως Τεκμήριο 10 επιστολή δική του, με ημερομηνία Οκτώβρη του 1974, προς την κα XXXXX Παπαζιάν, ως Τεκμήριο 11 απαντητική επιστολή της κας Παπαζιάν με ημερομηνία 31/10/1974, ως Τεκμήριο 12 αντίγραφο απογραφής στη Διαχείριση XXXXX/72, ως Τεκμήριο 12(Α) αντίγραφο των τελικών λογαριασμών στη Διαχείριση XXXXX/72, ως Τεκμήριο 13 αντίγραφο των τελικών λογαριασμών στη Διαχείριση XXXXX/08, ως Τεκμήριο 14 αντίγραφο απογραφής στη Διαχείριση 134/08, ως Τεκμήριο 15 πιστοποιητικό έρευνας στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Κερύνειας ημερ. 17/02/2011, ως Τεκμήριο 16 επιστολή δική του, ημερομηνίας 08/02/2010 προς τον Εναγόμενο 1, ως Τεκμήριο 17 επιστολή δική του ημερομηνίας 17/05/2010 προς τον δικηγόρο του Εναγόμενου 1, ως Τεκμήριο 17(Α) απαντητική επιστολή του συνηγόρου του Εναγόμενου 1 με ημερομηνία 20/05/2010, ως Τεκμήριο 18 επιστολή δική του ημερομηνίας 27/05/2010 προς τον Εναγόμενο 1, ως Τεκμήριο 18(Α) τα έντυπα του ταχυδρομείου για παράδοση συστημένης επιστολής, ως Τεκμήριο 19 επιστολή δική του ημερομηνίας 25/06/2010 προς τον Εναγόμενο 1, ως Τεκμήριο 20 δήλωση κατάθεσης σύμβασης προς το Κτηματολόγιο. Επιπρόσθετα, ανέφερε δια ζώσης ότι όταν υπογράφτηκε η επίδικη συμφωνία, ο ίδιος διέμενε στη Λευκωσία, αλλά ήταν λάτρης της επαρχίας Κερύνειας και ιδιαίτερα της παραλίας του Αγίου Γεωργίου για αυτό και ήθελε να αγοράσει ακίνητο. Το επίδικο ακίνητο ήταν ενοικιασμένο κατά τον συγκεκριμένο χρόνο, εξ' ου και του δόθηκε το δικαίωμα να εισπράττει τα ενοίκια μετά την αγορά του. Κατά τη δική του άποψη, κατά τον χρόνο που καταχωρίστηκε η αγωγή, η αξία του ακινήτου ανερχόταν στις €100.000, παρά το γεγονός ότι η εκτιμημένη αξία του από το Κτηματολόγιο ανερχόταν στις €50.
- Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι ο ίδιος δεν είχε τερματίσει ποτέ το πωλητήριο έγγραφο. Παραδέχθηκε ότι είχε καταβάλει το συνολικό ποσό των Λ.Κ.7.500 πριν την εισβολή του 1974 και επεξήγησε ότι για το ακίνητο είχε καταβάλει το ποσό των Λ.Κ.5.000 και το υπόλοιπο ποσό, Λ.Κ.2.500, το είχε καταβάλει για την επίπλωση που περιείχε το ακίνητο, όπως καταγράφεται και στο πωλητήριο έγγραφο. Ερωτηθείς ανέφερε ότι το συγκεκριμένο υποστατικό ήταν ενοικιασμένο, δυνάμει συμβολαίου, σε Άγγλο πιλότο των Κυπριακών Αερογραμμών και μετά την αγορά του ακινήτου από τον ίδιο, ο ίδιος εισέπραξε τα ενοίκια, μέχρι το τέλος του 1973, που ο συγκεκριμένος ενοικιαστής αποχώρησε, παραχωρώντας του ελεύθερη την κατοχή του υποστατικού. Μετά την παραλαβή του ακινήτου το ανακαίνισε, έτσι ώστε να μπορέσει να κατοικήσει σε αυτό με την ανακαίνιση να ολοκληρώνεται τον Ιούνιο του 1974 και με το ακίνητο να χρησημοποιείται την πρώτη εβδομάδα του Ιουλίου του
- Κατάφεραν να κατοικήσουν σε αυτό, ο ίδιος και η οικογένειά του, για ένα βράδυ. Ήταν η θέση του ότι είχε προσεγγίσει την κα Παπαζιάν, τον Απρίλιο 1974, ενημερώνοντας την ότι ήταν έτοιμος να προχωρήσει στο δεύτερο σκέλος της συμφωνίας, που περιλάμβανε τη μεταβίβαση του ακινήτου και την καταβολή από μέρους του, του υπόλοιπου οφειλόμενου ποσού, πλην όμως, η κα Παπαζιάν του είχε αναφέρει ότι υπήρχε εκκρεμότητα με το Γραφείο Φόρου Κληρονομιάς και ότι δεν μπορούσε να προχωρήσει στη συγκεκριμένη μεταβίβαση. Αυτό είχε επαναληφθεί δύο φορές, τον Απρίλιο και τον Μάιο του
- Ερωτηθείς ανέφερε ότι το 2008 με 2009, τον είχε προσεγγίσει το δικηγορικό γραφείο Γεωργιάδης & Πελίδης, μετά από παράκληση της Εναγόμενης 2, η οποία είχε ζητήσει από τον ίδιο, λόγω των διαπροσωπικών του σχέσεων με το Γραφείο Φόρου Κληρονομιάς, βοήθεια για να μπορέσει να επιτευχθεί η μεταβίβαση του ακινήτου, ελεύθερου από οποιαδήποτε εμπόδια, πράγμα το οποίο ο ίδιος πέτυχε. Υποστήριξε εμφαντικά ότι η μεταβίβαση του ακινήτου προς τον ίδιο ήταν θέμα των διαχειριστών της περιουσίας των αποβιωσάντων και ότι κακώς το επίδικο ακίνητο μεταβιβάστηκε στον Εναγόμενο 1, αφού για να προχωρήσει η μεταβίβαση χρειαζόταν η έγκριση του αρμόδιου κυβερνητικού τμήματος ακόμα και στην περίπτωση που η φορολογία ήταν μηδενική. Ερωτηθείς ανέφερε ότι η δική του γνωριμία, ήτοι ο κύριος Διαμαντής, που εργαζόταν στο Γραφείο Φόρου Κληρονομιάς, είχε προβεί σε έλεγχο των σχετικών φακέλων και στη συνέχεια ενέκρινε τη μεταβίβαση. Όμως ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τι αφορούσε η αρχική μη έγκριση της μεταβίβασης, πριν το
- Όταν του υποβλήθηκε ότι ο λόγος της μη μεταβίβασης του ακινήτου προς τον ίδιο, αφορούσε τη μη καταβολή του υπόλοιπου του τιμήματος, ο ίδιος το αρνήθηκε και υποστήριξε ότι είχε εκδηλώσει την πρόθεση και ετοιμότητά του να καταβάλει το υπόλοιπο, προσφέροντας Λ.Κ.1.000 την πρώτη φορά και Λ.Κ.500 τη δεύτερη φορά. Η συναλλαγή θα ολοκληρωνόταν με ταυτόχρονη πληρωμή και εξόφληση του οφειλόμενου ποσού με τη μεταβίβαση. Ερωτηθείς ανέφερε ότι τα Τεκμήρια 12, 12(Α), 13 και 14 είχαν έρθει στην κατοχή του όταν του δόθηκαν από το γραφείο Γεωργιάδης & Πελίδης, στην προσπάθειά του να βοηθήσει αναφορικά με το θέμα του φόρου κληρονομιάς. Ο ίδιος με έκπληξη είχε πληροφορηθεί από το Κτηματολόγιο Κερύνειας, ότι το ακίνητο είχε μεταβιβαστεί στον Εναγόμενο 1 από την Εναγόμενη 2, η οποία είναι πεθερά του. Όταν αποτάθηκε στο Κτηματολόγιο Κερύνειας για να διερευνήσει πώς είχε μεταβιβαστεί το συγκεκριμένο ακίνητο, αφού υπήρχε κατατεθειμένο πωλητήριο έγγραφο, η απάντηση του Κτηματολογίου ήταν ότι υπήρξε αβλεψία από πλευράς του υπαλλήλου του Κτηματολογίου, ο οποίος είχε αγνοήσει το πωλητήριο έγγραφο, πλην όμως, δικαιολογήθηκε η θέση του Κτηματολογίου, ότι το δικαίωμα αυτό είχε καταγραφεί στον νέο ιδιοκτήτη. Ερωτηθείς ανέφερε ότι δεν είχε λάβει οποιαδήποτε μέτρα εναντίον του Κτηματολογίου, διότι του είχε λεχθεί ότι ο τίτλος, ο οποίος είχε εκδοθεί επ' ονόματι του Εναγόμενου 1, καταγράφει ως εμπράγματο βάρος το δικό του πωλητήριο έγγραφο. Υποστήριξε εμφαντικά σε ερωτήσεις που του είχαν τεθεί, ότι ουδέποτε είχε εγκαταλείψει τη θέση του ότι το ακίνητο του ανήκει και ότι ο ίδιος ήταν διατεθειμένος να διαπραγματευθεί ένα έμβασμα προς την κα Παπαζιάν, της τάξεως των Λ.Κ.1000 ή/και Λ.Κ.500, ένα ποσό μικρότερο από το οφειλόμενο, ενόψει του ότι δεν είχε και δεν θα μπορούσε να έχει την κατοχή του ακινήτου. Παραδέχθηκε ότι δεν ήταν διατεθειμένος να καταβάλει ποσό των Λ.Κ.5.000, το υπόλοιπο της συμφωνίας. Όσον αφορά την απραξία του για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, υποστήριξε ότι οφείλετο στην έλλειψη πληροφόρησης σε σχέση με τους πωλητές και είχε ανακαλύψει εντελώς τυχαία την ύπαρξη της Εναγόμενης 2, από Αρμένιο υπάλληλό του, ο οποίος και τον είχε φέρει σε επαφή με την Εναγόμενη
- Επεξήγησε ότι ο ίδιος είναι με την εντύπωση ότι οφειλές οι οποίες προϋπήρχαν του 1974, για χρέη του 1974, είχαν διαγραφεί, εξ' ου και δεν διαπραγματευόταν την οποιανδήποτε αποπληρωμή ή τακτοποίηση του υπόλοιπου της οφειλής του. Κατέληξε ότι στην περίπτωση που η άλλη πλευρά είναι έτοιμη να μεταβιβάσει το ακίνητο επ' ονόματί του, ο ίδιος θα ήταν διατεθειμένος να καταβάλει ένα μικρό ποσό, όχι όμως το υπόλοιπο των Λ.Κ.5.000, ως ικανοποίηση για μια υπόθεση που παραμένει εκκρεμούσα για 46 χρόνια. Ο ίδιος, για καθαρά συναισθηματικούς λόγους, επιθυμούσε και επιθυμεί τη μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομά του όμως δεν είχε μετά το 1975 αλλά ούτε και έχει πρόθεση να καταβάλει το ποσό των Λ.Κ.5.000 πλέον τόκο όπως προνοεί η συμφωνία. Όσον αφορά την αποστολή της επιστολής για κλήση του Εναγόμενου 1 στο Κτηματολόγιο για σκοπούς μεταβίβασης, η οποία δεν παραλήφθηκε από τον Εναγόμενο 1, ο ίδιος είχε λάβει γνωστοποίηση ότι είχε επιστραφεί στις 02/10/
- Προς υποστήριξη της υπόθεσης των Εναγομένων 1 και 2 μαρτυρία δόθηκε από την Εναγόμενη 2, η οποία επίσης είχε ετοιμάσει γραπτή δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο
- Στη γραπτή της δήλωση καταγράφει ότι ο Εναγόμενος 1 είναι γαμπρός της, ήτοι σύζυγος της θυγατέρας της και ότι η ίδια ήταν διαχειρίστρια αναφορικά με την περιουσία του ζεύγους Παπαζιάν, στις Διαχειρίσεις με αριθμό XXXXX/72 και XXXXX/08, λόγω του ότι ο γαμπρός της και η θυγατέρα της διαμένουν μόνιμα στον Καναδά. Οι συγκεκριμένες Διαχειρίσεις είχαν ως μοναδική ακίνητη περιουσία το μισό μερίδιο του καθενός στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής XXXXX Φ/Σχ. 12/10, τεμάχιο XXXXX, στον Άγιο Γεώργιο Κερύνειας. Οι Διαχειρίσεις ολοκληρώθηκαν το 2010 και η περιουσία διανεμήθηκε στον μοναδικό κληρονόμο των δύο αποβιωσάντων, τον Εναγόμενο
- Ουδέποτε είχε επικοινωνήσει ο Ενάγοντας μαζί της, για να εξοφλήσει το τίμημα του ακινήτου και ουδέποτε είχε χρειαστεί τις υπηρεσίες του για να τη βοηθήσει σε σχέση με τα φορολογικά προβλήματα του ακινήτου. Όλα τα θέματα που αφορούσαν τις Διαχειρίσεις, τύγχαναν χειρισμού από το δικηγορικό γραφείο Γεωργιάδης & Πελίδης. Ήταν η θέση της ότι η XXXXX Παπαζιάν, τον Απρίλιο του 1974 ήταν σε θέση να μεταβιβάσει το ακίνητο, αλλά ο πραγματικός λόγος που δεν είχε μεταβιβαστεί, ήταν η οικονομική αδυναμία του Ενάγοντα να καταβάλει το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος ποσού, το οποίο ανερχόταν σε Λ.Κ.6.500, γι' αυτό και είχε καταβάλει μόνο το ποσό των Λ.Κ.1.000 στις 09/04/1974 και Λ.Κ.500 στις 08/05/1974, προσπαθώντας να διασώσει τη συμφωνία. Ούτε όμως και κατά τα έτη 2008 με 2009 ο Ενάγοντας είχε πρόθεση να εξοφλήσει το υπόλοιπο του τιμήματος, αφού ο Ενάγοντας είχε επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον Εναγόμενο 1 και του είχε προσφέρει το ποσό των $1.000 δολαρίων, προς εξόφληση του υπόλοιπου τιμήματος λόγω του ότι τα χρέη και οι οφειλές πριν τον πόλεμο δεν ίσχυαν, πράγμα το οποίο ο Εναγόμενος 1 αρνήθηκε να αποδεχθεί. Ακριβώς, λόγω του ότι ο Ενάγοντας δεν είχε πρόθεση να τηρήσει τα συμφωνηθέντα και να εξοφλήσει το τίμημα, η ίδια είχε ολοκληρώσει τις διαδικασίες μεταβίβασης του ακινήτου, υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστρια, πράττοντας τις υποχρεώσεις της από τον νόμο, έναντι του μοναδικού κληρονόμου των αποβιωσάντων. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 21 τη βεβαίωση ιδιοκτησίας τουρκοκρατούμενου ακινήτου από το Κτηματολόγιο. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι ο Εναγόντας την είχε επισκεφτεί στο σπίτι της, δυο φορές, πριν 8 περίπου χρόνια. Ο ίδιος ο Ενάγοντας της είχε προσκομίσει τη συμφωνία πώλησης και από εκεί είχε αντλήσει η ίδια την πληροφόρησή της ότι ο Ενάγοντας θα έπρεπε να καταβάλει το υπόλοιπο του τιμήματος σε 8 μήνες. Ήταν η θέση της ότι ο λόγος που η ίδια είχε διοριστεί διαχειρίστρια ήταν γιατί δεν είχε καταβάλει, ο Ενάγοντας, το υπόλοιπο του τιμήματος. Υποστήριξε ότι την είχε επισκεφτεί για να τον βοηθήσει γιατί ο γαμπρός της και η κόρη της δεν είχαν τα χαρτιά που είχε ο Ενάγοντας. Ερωτηθείσα ανέφερε ότι η ίδια είχε καθοδηγηθεί από το δικηγόρο αναφορικά με το τι έπρεπε να πράξει. Ήταν η θέση της ότι ο ίδιος ο Ενάγοντας είχε τηλεφωνήσει στον γαμπρό της στον Καναδά και του είχε προσφέρει $1.000, προς διευθέτηση του οφειλόμενου ποσού, ποσό το οποίο ο γαμπρός της απέρριψε. Όσον αφορά τη μεταβίβαση του ακινήτου ήταν η δική της θέση ότι για να επιτραπεί η μεταβίβαση ήταν νόμιμη και ότι η ίδια δικαιούτο να προχωρήσει στη μεταβίβαση αφού δεν είχαν τηρηθεί τα συμφωνηθέντα. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και οι δυο πλευρές κατέθεσαν στο Δικαστήριο εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις στις οποίες ανέλυσαν τόσο τη μαρτυρία καθώς και τις εκατέρωθεν νομικές θέσεις σε σχέση με τα θέματα που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει. Το Δικαστήριο τις έχει επόψη και θα αναφερθεί σε αυτές όπου το κρίνει απαραίτητο. AΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας, όπως έχει νομολογηθεί, δεν μπορεί να απομονωθεί από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339, έχει εξηγηθεί ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας. Η αποδοχή ή η απόρριψη μιας μαρτυρίας θα πρέπει να γίνεται με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του μάρτυρα στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τους δύο μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σ΄ αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν. Ο κ. Κλάππας, Ενάγοντας, ήταν μελετημένος και ετοιμόλογος στις απαντήσεις του. Εντύπωση προκάλεσε στο Δικαστήριο το γεγονός ότι είχε φυλάξει από το 1974 το λογαριασμό της Α.Η.Κ., καθώς και την αίτηση για παραχώρηση τηλεφωνικής γραμμής στην Α.ΤΗ.Κ.. Παρουσίασε τα γεγονότα όπως ο ίδιος τα αντιλαμβανόταν, που θα πρέπει να αναφερθεί ότι μέχρι σε ένα σημείο δεν διαφοροποιούνταν από την εκδοχή της Υπεράσπισης. Εκεί που δεν υπάρχει σύγκλιση είναι ως προς τις συνέπειες των γεγονότων όπως εξελίχθηκαν. Όμως, διαπιστώνεται μια ανακολουθία στη θέση του ότι ήταν πάντοτε πρόθυμος και έτοιμος να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Οι συμβατικές του υποχρεώσεις αφορούσαν την καταβολή του υπολοίπου τιμήματος εντός 8 μηνών από τις 30/08/1974, πλην, όμως, κατά τη διάρκεια της αντεξέτασής του δήλωσε ότι δεν έχει πρόθεση να συμμορφωθεί καθώς και ότι δεν ήταν διαθετειμένος να καταβάλει το υπόλοιπο, το οποίο ανερχόταν στις Λ.Κ.5.000, αλλά ένα ποσό της τάξεως Λ.Κ.1.000 ή Λ.Κ.500 γιατί τα προπολεμικά χρέη είχαν διαγραφεί. Όλα αυτά ενώ αρνείτο πεισματικά ότι είχε επιχειρήσει να διαπραγματευτεί το οφειλόμενο ποσό, ότι είχε εισηγηθεί το ποσό των $1.000 στον Εναγόμενο 1 και την παραδοχή του ότι πρόσφερε ένα ποσό πολύ μικρότερο του οφειλόμενου προς εξόφληση των υποχρεώσεών του. Παραταύτα, ο ίδιος καθόρισε την αξία του ακινήτου στις €100.000, πλην, όμως, ήταν διατεθειμένος να πληρώσει μόνο ένα πολύ μικρό ποσό. Όπως το χαρακτήρισε. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός του περί ταυτόχρονης εξόφλησης του τιμήματος και μεταβίβασης δεν υποστηρίζεται από τον όρο 2 του Τεκμηρίου 1, ο οποίος προέβλεπε πρώτα την εξόφληση εντός 8 μηνών, του τιμήματος και μετά τη μεταβίβαση του ακινήτου. Ήταν περαιτέρω ο ισχυρισμός του ότι ο ίδιος τον Απρίλιο του 1974 ήταν συμμορφωμένος με τις υποχρεώσεις του, όπως προέκυπταν από τη σύμβαση. Η θέση του αυτή ανατρέπεται από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1, 6 και
- Έπρεπε να έχει εξοφλήσει το τίμημα μέχρι τον Απρίλιο του 1974 και αντί αυτού είχε πληρώσει μόνο το ήμισυ του τιμήματος, δηλαδή Λ.Κ.5.000 στο σύνολο. Ερωτηματικά επίσης εγείρει η θέση του ότι χρεαζόταν η βοήθεια του σε σχέση με το φόρο κληρονομίας για ένα και μοναδικό ακίνητο, σύμφωνα με τα Τεκμήρια 12, 13 και 14 σε μια διαχείριση που εκκρεμούσε από το
- Ο ισχυρισμός αυτός αντιβαίνει της λογικής ενώ διαπιστώνεται και αντίφαση σε σχέση με το πώς είχαν περιέλθει στην κατοχή του τα συγκεκριμένα Τεκμήρια, τα οποία αρχικά ανέφερε ότι του είχαν δοθεί για να προβεί σε διευθετήσεις σε σχέση με το φόρο και στη συνέχεια ανέφερε, κατά την αντεξέταση, ότι του είχαν δοθεί μετά τη μεταβίβαση του ακινήτου. Επίσης, η θέση του που αφορά σε λάθος του Κτηματολογίου να καταγράψει τη σύμβαση πώλησης του ακινήτου έμεινε μετέωρη αφού στη Βεβαίωση Ιδιοκτησίας του ακινήτου, Τεκμήριο 21, δεν καταγράφεται οτιδήποτε. Συνεπακόλουθα, διαπιστώνεται προσπάθεια προώθησης των δικών του θέσεων με κόστος να υποπέφτει σε αντιφάσεις οι οποίες δεν μπορούν να αγνοηθούν. Δεν επεξήγησε την αδράνειά του σε σχέση με το ακίνητο μετά την επιστροφή του στην Κύπρο τον Ιούνιο του
- Από τότε έμεινε άπρακτος μέχρι το
- Η συμπεριφορά αυτή ρίχνει αμφιβολίες στο κατά πόσο πράγματι είχε γνήσια επιθυμία για μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομά του. Η κα XXXXX Kechedjian, όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία της, τα όσα γνώριζε τα είχε πληροφορηθεί από τον Ενάγοντα και από τους δικηγόρους. Δεν είχε ιδία γνώση των γεγονότων και η ίδια ενήργησε με οδηγίες των δικηγόρων της ακολουθώντας το Νόμο. Δεν αρνήθηκε ότι είχε δυο συναντήσεις με τον Ενάγοντα, καθώς επίσης και ότι ο λόγος που προχώρησε στη μεταβίβαση ήταν η άρνηση του Ενάγοντα να καταβάλει το υπόλοιπο του οφειλόμενου ποσού στο γαμπρό της, Εναγόμενο 1 καθώς και η αντίληψή της ότι δεν ήθελε ο Ενάγοντας να προχωρήσει η Συμφωνία. Των πιο πάνω αναφερθέντων, διαπιστώνεται ότι είναι από κοινού αποδεκτό ότι υπήρχε μια γραπτή σύμβαση πώλησης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής, σήμερα, XXXXX Φυλ./Σχ. 12/10, τεμάχιο XXXXX, στον Άγιο Γεώργιο Κερύνειας, ημερομηνίας 31/08/1973 από κα XXXXX Παπαζιάν, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του συζύγου της XXXXX Παπαζιάν, στον Ενάγοντα για το ποσό των Λ.Κ.10.000, το Τεκμήριο
- Η συγκεκριμένη συμφωνία προέβλεπε ότι θα καταβληθεί ως προκαταβολή το ποσό των Λ.Κ.3.500, το οποίο καταβλήθηκε και το υπόλοιπο, ήτοι Λ.Κ.6.500 θα εξοφλείτο εντός 8 μηνών με τόκο 6% και μετά την εξόφληση θα γινόταν η μεταβίβαση. Ο Ενάγοντας έλαβε κατοχή του ακινήτου άμεσα και εισέπραττε και τα ενοίκια. Καταβλήθηκε από τον Ενάγοντα έναντι του τιμήματος πώλησης το συνολικό ποσό των Λ.Κ.5.000 μέχρι τον Μάιο 1974, Λ.Κ.1.000 στις 09/04/1974 και Λ.Κ.500 στις 09/05/
- Δηλαδή, ενώ έπρεπε το ακίνητο να ξοφληθεί μέχρι τον Απρίλιο 1974, σύμφωνα με τον όρο 2 της Σύμβασης, παρέμεινε υπόλοιπο Λ.Κ.5.000 μέχρι και σήμερα. Μετά την Τουρκική Εισβολή ο Ενάγοντας μετακόμισε στην Ελλάδα και ενώ τον Οκτώβριο 1974 είχε επικοινωνήσει με την κα XXXXX Παπαζιάν, Τεκμήριο 10, για να την ρωτήσει αν γνώριζε οτιδήποτε για την κατάσταση του ακινήτου έκτοτε δεν είχε οποιαδήποτε επαφή μέχρι και τον Σεμπτέβριο 2009 που επικοινώνησε με την Εναγόμενη 2 χωρίς να της προσφέρει το υπόλοιπο του τιμήματος. Το ακίνητο ενεγράφη στο όνομα του μοναδικού κληρονόμου του ζεύγους Παπαζιάν τον Νοέμβριο
- Το 2010 είχε επικοινωνήσει με τον Εναγόμενο 1 προσφέροντας του προφανώς ένα πολύ μικρό ποσό προς διευθέτηση του υπολοίπου γιατί ο ίδιος θεωρούσε ότι είχε διαγραφεί το χρέος του επειδή προυπήρχε της Τουρκικής Εισβολής, με αποτέλεσμα ο Εναγόμενος 1 να τον παραπέμψει στους δικηγόρους του, Τεκμήριο
- Ο Ενάγοντας είχε επιχειρήσει να προχωρήσει στη μεταβίβαση στις 29/07/2010 αλλά δεν είχε γίνει αποδεκτή από το Κτηματολόγιο, Τεκμήριο
- Το συγκεκριμένο ακίνητο είχε μεταβιβαστεί δυνάμει διατάγματος διαχείρισης στο μοναδικό κληρονόμο της XXXXX Παπαζιάν, τον Εναγόμενο 1, στις 23/11/09, Τεκμήριο 21 ελεύθερο από οποιαδήποτε βάρη. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Όπως έχει διαπιστωθεί από τις πιο πάνω διαπιστώσεις η Συμφωνία, Τεκμήριο 1, ουδέποτε είχε ακυρωθεί. Αφού είχε μερικώς εκτελεστεί, διαρρήχθηκε το 1974, από τον Ενάγοντα, με την μη καταβολή του υπολοίπου ποσού εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Ο όρος 2 της Σύμβασης προνοούσε την εξόφληση του υπολοίπου ποσού των Λ.Κ.6.500 εντός 8 μηνών και μετά την εξόφληση θα γινόταν η μεταβίβαση. Ο χρόνος για αποπληρωμή του τιμήματος πώλησης έληγε τον Απρίλιο
- Ο Ενάγοντας μέχρι τον Μάιο 1974 είχε καταβάλλει το ποσό των Λ.Κ.1.500 παραβιάζοντας ο ίδιος τον όρο 1 του Τεκμηρίου 1 και μέχρι σήμερα αρνείται να καταβάλλει το υπόλοιπο αλλά επιθυμεί να καταβάλλει το ποσό των Λ.Κ.1.000 ή Λ.Κ.500 προς εξόφληση. Με αυτά τα δεδομένα αξιώνει ειδική εκτέλεση της σύμβασης πώλησης. Σύμφωνα με τον όρο 6 της Σύμβασης δεν υπάρχει δικαίωμα τερματισμού της σύμβασης αλλά δικαίωμα σε αποζημιώσεις. Τα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν είναι κατά πόσο πρώτον, υπάρχει εν ισχύ σύμβαση μεταξύ του Ενάγοντα και των Εναγόμενων 1 και 2 και αν ναι δεύτερον, κατά πόσον αυτή είναι δεκτική ειδικής εκτέλεσης. Ο Εναγόμενος 1 υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει σε ισχύ σύμβαση αφού η XXXXX Παπαζιάν έχει αποβιώσει. Σημειώνεται ότι η Εναγόμενη 2, διαχειρίστρια της περιουσίας της, γνώριζε για την ύπαρξη του Ενάγοντα και της σύμβασης πώλησης από το 2008 με 2009 όπως, ειλικρινά, ανέφερε. Αναφορικά με τον ισχυρισμό των Εναγομένων 1 και 2 ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε συμβατική σχέση μεταξύ του Ενάγοντα και των Εναγομένων 1 και 2 και τα δυο μέρη έχουν παραπέμψει το Δικαστήριο στην νομολογία που δηλώνει το αντίθετο και συγκεκριμένα στην απόφαση Απαισιώτη ν. Ραγιά κ.α
(1993)1 ΑΑΔ 882 στην οποία δηλώνεται ότι στη περίπτωση πώλησης ακίνητης περιουσίας ο ξένος προς τη σύμβαση μπορεί να διαταχθεί να μεταβιβάσει το ακίνητο υπο κάποιες προυποθέσεις. Η συγκεκριμένη απόφαση καταγράφει τα ακόλουθα: «Το άρθρο 76 εισάγει, υπό τους όρους που θέτει, τις αρχές του αγγλικού δικαίου της επιείκειας ως προς την ειδική εκτέλεση των συμβάσεων. [Βλ. Xenis XenopouIIos v. Elli Isidorou Makridi
(1969)1 CLR 488, Georghios HadjiYiannis v. Attorney- General (ανωτέρω), Trifonides v. Alpan (Taki) Bros
(1988)1 CLR 224] και συναφώς, το άρθρο 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60). Η θεραπεία της ειδικής εκτέλεσης είναι προσωπική και ως θέμα γενικής αρχής, πρόσωπο ξένο προς τη σύμβαση δεν μπορεί να συνενωθεί ως εναγόμενος σε αγωγή προς εκτέλεσή της. Είναι όμως θεμελιωμένο πως όταν τρίτος, ξένος προς τη σύμβαση, αποκτά τη περιουσία που ήταν αντικείμενο της σύμβασης είτε δια δωρεάς είτε γενικότερα εν γνώσει της σύμβασης που περιέχει ανάληψη υποχρέωσης μεταβίβασης της περιουσίας από τον ένα συμβαλλόμενο στον άλλο, μπορεί να διαταχθεί να τη μεταβιβάσει στο δικαιούχο δυνάμει της σύμβασης. Δεν υπόκειται σε τέτοια διαταγή αν αγόρασε την περιουσία χωρίς γνώση της σύμβασης. (Βλ. Taylor v. Stibbert E.R. Vol. 30, p.713 [1794] 2 Ves. Jun. 438, Potter v. Sanders E.R. 67 p. 1057 [1846] 6 Hare. 1, Fry on Specific Performance 6η έκδοση, σελ. 90, Halsbury's Laws of England 4η έκδοση, Τόμος 44, σελ.352, παράγραφος 515, Snell's Principles of Equity 27η έκδοση σελ. 577). Στην Ινδία το ζήτημα ρυθμίστηκε με ειδική νομοθετική πρόνοια (βλ. άρθρο 19(β) του Specific Relief Act του 1963 και το Σύγγραμμα των Pollock and Mulla 10η έκδοση σελ. 1008 που παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Potter v. Sanders (ανωτέρω). Η προϋπόθεση του άρθρου 76 ως προς την ανάγκη υπογραφής της σύμβασης από το συμβαλλόμενο που φέρει το βάρος της, πρέπει να διαβάζεται υπό το πρίσμα των αρχών της επιείκειας που διέπουν το θέμα. Δεν εννοεί το άρθρο πως για να διαταχθεί κάποιος να εκτελέσει σύμβαση θα πρέπει να την έχει υπογράψει ο ίδιος. Αναφέρεται σε σύμβαση επιδεκτική ειδικής εκτέλεσης (capable of being specifically enforced) χωρίς να αποσκοπεί στη διαφοροποίηση των γενικών αρχών ως προς τα πρόσωπα που υπόκεινται σε διαταγή για ειδική εκτέλεση. Η επίδικη σύμβαση είναι επιδεκτική ειδικής εκτέλεσης γιατί συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 76, μεταξύ των οποίων και η προϋπόθεση της υπογραφής της από το συμβαλλόμενο που έφερε το βάρος της, δηλαδή από το Νεόφυτο Γ. Έρημο. Οι εφεσείοντες δεν αγόρασαν το οικόπεδο. Ήταν δωρεοδόχοι. Ακόμα, όπως βρήκε το πρωτόδικο Δικαστήριο και υπάρχει ισχυρή μαρτυρία γι'αυτό, γνώριζαν την ύπαρξη της σύμβασης και τους όρους που περιείχε. Κάτω από τις συνθήκες της παρούσας υπόθεσης, η αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος δεν κατέστρεψε τη δυνατότητα ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης.». Σχετικό απόσπασμα επι του ιδίου θέματος διαβάζεται και στο σύγραμμα του Chitty on Contracts, Volume 1, General Principles, chapter 27, στην παράγραφο 27-007, σελ.1964 . Στην υπό εξέταση υπόθεση ο Εναγόμενος 1 δεν αγόρασε το ακίνητο αλλά του παραχωρήθηκε ως κληρονομιά από τους γονείς του, ήτοι δυνάμει της διαχείρισης της περιουσίας για την οποία είχε διοριστεί ως διαχειρίστρια η Εναγόμενη 2. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία και των δυο πλευρών, τόσο η Εναγόμενη 2 καθώς και ο γαμπρός της, Εναγόμενος 1, γνώριζαν για τη σύμβαση πώλησης που υπήρχε μεταξύ της μητέρας του Εναγόμενου 1 και του Ενάγοντα προφανώς από το 2009, αφού σύμφωνα με την μαρτυρία της Εναγόμενης 2 ο ίδιος ο Ενάγοντας την είχε προμηθεύσει με τα σχετικά έντυπα ενώ είχε τηλεφωνήσει και στον Εναγόμενο 1, σε σχέση με το συγκεκριμένο ακίνητο το 2010. Σύμφωνα με το άρθρο 76 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 για να είναι μια σύμβαση δεκτική ειδικής εκτέλεσης: «
(1)Η σύμβαση είναι δεκτική ειδικής εκτέλεσης από το Δικαστήριο αν- (α) δεν είναι άκυρη δυνάμει του Νόμου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου και (β) είναι γραπτή και (γ) υπογράφεται στο τέλος αυτής από το πρόσωπο που φέρει το βάρος αυτής και (δ) το Δικαστήριο κρίνει, ενόψει όλων των περιστάσεων, ότι η επιβολή ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης δεν θα ήταν παράλογη ή άλλως πως ανεπιεικής ή πρακτικά ανεφάρμοστη.
(2)Οι διατάξεις του άρθρου αυτού, δεν επηρεάζουν την ειδική εκτέλεση συμβάσεων πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας δυνάμει των διατάξεων του περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, ή οποιασδήποτε τροποποίησης αυτού.». Καθοδηγούμενη από τη νομολογία και με βάση τα πιο πάνω συμπεράσματα είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η συγκεκριμένη σύμβαση είναι δεκτική ειδικής εκτέλεσης. Το επόμενο ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο μπορούν να εφαρμοστούν οι αρχές και να διαταχθεί η ειδική εκτέλεση αυτής τούτης της Σύμβασης με δεδομένο ότι η συγκεκριμένη θεραπεία προκύπτει από το δίκαιο της επιείκειας. Σύμφωνα με το σύγραμμα Halsbury's Laws of England, v.44
(1), 4th ed reissue, παρά. 879: «...Subject to certain exceptions, any failure on his part (the plaintiffs) or breach of his own obligation bars his claim to specific performance. Subject to any provision in the contract, a vendor has until the time fixed for completion to perform the conditions.» Στην παρά. 884, του ίδιου συγράμματος, διαβάζουμε τα ακόλουθα: «..the plaintiff must show that he performed all the terms of the contract which he has undertaken to perform, whether expressly or by implication, and which he ought to have performed at the date of the writ in action. .................................Where a condition or essential term ought to have been performed by the plaintiff at the date of the writ, the court does not accept his undertaking to perform in lieu of performance, but dismisses the claim.» . Και στην παρά. 889, σελ. 518 του ίδιου συγράμματος διαβάζονται τα ακόλουθα σχετικά: «...It is obvious that a plaintiff who has expressly repudiated his obligations under a contract is debarred from claiming specific performance of the contract by the other party. The same principle applies where, although the plaintiff has not in express terms refused to perform his part of the contract, he has done acts which show an intention no longer to be bound by it, and which amount to a complete and total repudiation of everything which has to be done by him..» Οι πιο πάνω αρχές επαναλαμβάνονται και στο σύγγραμμα του Chitty on Contracts, Volume 1, General Principles, chapter 27, παρά.27-040, σελ.
- Σύμφωνα με τα γεγονότα όπως έχουν διαπιστωθεί, ο Ενάγοντας δεν είχε εκπληρώσει τη δική του υποχρέωση να καταβάλει το υπόλοιπο του τιμήματος, ήτοι το ποσό των Λ.Κ.5.000 μέχρι τον Απρίλιο 1974, όπως καθοριζόταν από το πωλητήριο έγγραφο, όρος 1 Τεκμήριο
- Στη συνέχεια, έμεινε άπρακτος μέχρι και το 2009 και όταν τελικά επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 1 το 2010 του προσέφερε το ποσό των $1.000 για ολοκλήρωση της συμφωνίας αντί το ποσό που οφειλόταν. Ενώ, ερωτηθείς στο Δικαστήριο, επέμενε στη θέση του ότι θα ήταν πρόθυμος να καταβάλει ένα συμβολικό ποσό γιατί «οι οφειλές πριν το 1974 είχαν διαγραφεί». Η πιο πάνω προσέγγιση του Ενάγοντα, με δεδηλωμένη τη θέση του ότι δεν είναι πρόθυμος να καταβάλει το υπόλοιπο, ήτοι να εκπληρώσει στο ακαίρεο τις υποχρεώσεις του που προκύπτουν από τη Συμφωνία, του αποστερεί το δικαίωμα σε ειδική εκτέλεση όχι μόνο γιατί ο ίδιος δεν συμμορφώθηκε με τις πρόνοιες της Σύμβασης πώλησης δεικνύοντας ότι την είχε εγκαταλείψει αλλά και γιατί η συγκεκριμένη θεραπεία είναι θεραπεία του δικαίου της επιείκιας και ο Ενάγοντας δεν έρχεται με καθαρά χέρια αλλά προσπαθεί να εκμεταλλευθεί τα γεγονότα γνωρίζοντας ότι η σημερινή αξία του ακινήτου, σύμφωνα με το Κτηματολόγιο, ανέρχεται στις €50.
- Καθοδηγούμενη από τις νομολογιακές αρχές όπως έχουν καταγραφεί πιο πάνω, η μόνη επιλογή είναι η απόρριψη της αγωγής. Επειδή και οι δυο συνήγοροι αναφέρθηκαν εκτετεμένα στην εφαρμογή του περί Πωλήσεως Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, Ν.81(Ι)/11, διαφωνώντας βέβαια ως προς την κατάληξη του επιχειρήματος, για σκοπούς πληρότητας θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον οι πρόνοιές του μπορούν να εφαρμοστούν στα υπό κρίση γεγονότα. Προς επίτευξη του σκοπού για τον οποίο θεσπίστηκε ο συγκεκριμένος Νόμος, ο ίδιος ο Νόμος καθορίζει ρητά συγκεκριμένες προϋποθέσεις και καλύπτει συγκεκριμένες συμβάσεις ως «αποδεκτές» για κατάθεση, σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)αυτού, για να είναι «δεκτικές ειδικής εκτέλεσης», άρθρο 6
(1)του Ν.81(Ι)/11. Το άρθρο 7 του Ν.81(Ι)/11 δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την ειδική εκτέλεση σύμβασης υπό τις προϋποθέσεις των προηγηθέντων άρθρων και συγκεκριμένα του άρθρου 6, το οποίο αφορά σύμφωνα και με τον πλαγιότιτλό του τις αναγκαίες διατυπώσεις για εκτέλεση της σύμβασης. Ανάγνωση του συγκεκριμένου άρθρου αποκαλύπτει ότι η σύμβαση πώλησης θα πρέπει να είναι εγγεγραμένη σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3
(1)του συγκεκριμένου Νόμου. Από το Τεκμήριο 21 καθώς και το Τεκμήριο 15 αποκαλύπτεται ότι η συγκεκριμένη Σύμβαση δεν ήταν εγγεγραμμένη. Αντίθετα, στις παρατηρήσεις στο Τεκμήριο 15 καταγράφεται ότι «Αγορά αντί Λ.Κ.10.000 δεν ξοφλήθηκε προς όφελος Λούης Ιωάννης Κλάππας». Ήταν η θέση του Ενάγοντα ότι από λάθος κτηματολογικού λειτουργού δεν είχε εγγραφεί η Σύμβαση κατά το χρόνο της συνομολόγησης της γιατί είχε από τότε κατατεθεί. Όμως, σε σχέση με τον συγκεκριμένο ισχυρισμό δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν ευσταθεί απλώς σημαίνει ότι ίσως θα πρέπει να αναζητηθεί άλλη θεραπεία που να αφορά στους υπευθύνους και μετά να καταχωριστεί η παρούσα. Όμως, για το Δικαστήριο παραμένει ότι δεν υπάρχει εγγεγραμμένη σύμβαση πώλησης σε σχέση με το συγκεκριμένο ακίνητο. Οπόταν η προϋπόθεση που τίθεται από το άρθρο 6
(1)δεν πληρείται. Σημειώνονται, εδώ, και οι πρόνοιες του άρθρου 6
(2)του Ν.81(Ι)/11, το οποίο παρέχει την διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει την ειδική εκτέλεση σύμβασης που είναι γραπτή αλλά δεν έχει κατατεθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.81(Ι)/11 ή όταν αυτή είναι προφορική, όταν κρίνει τούτο δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις και εφόσον δεν επηρεάζονται δικαιώματα τρίτων που προκύπτουν από προγενέστερα εμπράγματα βάρη ή απαγορεύσεις. Εγείρεται το ερώτημα κατά πόσο είναι εύλογο υπό τις δοσμένες περιστάσεις να διαταχθεί η ειδική εκτέλεση της Σύμβασης. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου ο Ενάγοντας μη έχοντας εκπληρώσει τις δικές του υποχρεώσεις, εντός των 8 μηνών που προέβλεπε η Σύμβαση, ακολούθως εγκατέλειψε την σύμβαση από τον Οκτώβριο του 1974 μέχρι και το 2009 για να επανέλθει, ο Ενάγοντας και να ζητά τη μεταβίβαση του ακινήτου χωρίς ο ίδιος να είναι διατεθειμένος να καταβάλει το υπόλοιπο του τιμήματος. Ερωτήθηκε συγκεκριμένα από τον κ. Πετρίδη κατά την αντεξέταση κατά πόσο ήταν έτοιμος να καταβάλει το συμφωνηθέν υπόλοιπο των Λ.Κ.5,000 πλέον τόκους και ο ίδιος αρνήθηκε αναφέροντας ότι ήταν έτοιμος να καταβάλει ένα μικρό ποσό. Όλα αυτά, ενώ ο ίδιος είχε καθορίσει από μόνος του την αξία ακινήτου στις €100.000. Η προσέγγιση του Ενάγοντα προβληματίζει και θεωρώ ότι η συμπεριφορά του δεν επιτρέπει την έκδοση διατάγματος για ειδική εκτέλεση της συγκεκριμένης Σύμβασης αφού η συγκεκριμένη θεραπεία έχει τις ρίζες της στο δίκαιο της επιείκιας. Παρά το γεγονός ότι στο Κλητήριο Ένταλμα υπάρχει αξίωση για αποζημίωση τόσο κατά την προώθηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και στη γραπτή αγόρευση της συνηγόρου του Ενάγοντα η συγκεκριμένη θεραπεία δεν προωθήθηκε οπόταν και θεωρείται ως εγκαταλειφθείσα. Εν πάση περιπτώσει, δεν προσκομίστηκε μαρτυρία που να αποδεικνύει τη ζημιά του Ενάγοντα ή το πώς καθόρισε το ποσό των €80.000 τις οποίες αξιώνει. Σύμφωνα με τη νομολογία εκείνος που φέρει το βάρος απόδειξης έχει και το καθήκον να το αποσείσει και θα έπρεπε να προσκομιστεί μαρτυρία προς απόδειξη του ποσού των €80.000 το οποίο αξιώνεται ως ειδικές αποζημιώσεις. Θεωρώ ότι αντίθετη προσέγγιση θα άνοιγε τους ασκούς του αιώλου αφού το 1974 είχαν μείνει σε εκκρεμότητα πολλές πράξεις πώλησης ακίνητης περιουσίας για τις οποίες δεν είχαν κατατεθεί οποιαδήποτε συμβόλαια στο Κτηματολόγιο αλλά ούτε και είχαν καταβληθεί ποσά προς εξόφληση του τιμήματος. Σίγουρα το δίκαιο της επιείκιας υπαγορεύει ότι δεν θα ήταν δίκαιο να εκδοθεί διάταγμα ειδικής εκτέλεσης σε αυτού του είδους τις περιπτώσεις, ενόψει και του γεγονότος ότι πρώτον, έχουν περάσει πολλά χρόνια απραξίας χωρίς να προσφερθεί το υπόλοιπο του τιμήματος, και δεύτερον, οι σημερινές αξίες των ακινήτων έχουν αλλάξει σε μεγάλο βαθμό. Των πιο πάνω λεχθέντων η αγωγή απορρίπτεται. Δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος για απόκλιση από τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Συνεπακόλουθα, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1 και 2, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Όσον αφορά τα έξοδα μετά την καταχώριση της Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2 θα αποδοθεί ένα σετ εξόδων αφού η παρουσίαση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν κοινή. (Υπ.) ........................................ Ε. Γεωργίου- Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο