← Κύπρος

ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ν. ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ «ΚΕΝΤΡΙΚΗ» ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 7921/2012, 29/1/2021

ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ν. ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ «ΚΕΝΤΡΙΚΗ» ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 7921/2012, 29/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A54 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7921/2012 Μεταξύ: XXXXX ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Eνάγων και ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ «ΚΕΝΤΡΙΚΗ» ΛΙΜΙΤΕΔ Eναγόμενη Ημερομηνία: 29 Ιανουαρίου 2021 Εμφανίσεις Για τον Ενάγοντα: κα Θ. Ανδρέου για ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ. Για την Εναγόμενη: κα Γ. Γυψιώτη για ΚΛΕΟΠΑ & ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή: Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αξίωση του Eνάγοντα εναντίον της Εναγόμενης για ειδικές αποζημιώσεις σε σχέση με κατ' ισχυρισμό ζημιές τις οποίες υπέστη συνεπεία ατυχήματος, το οποίο επεσυνέβη στις 18/05/2012 ως επίσης και η ανταπαίτηση της Εναγόμενης εναντίον του Ενάγοντα σε σχέση με κατ' ισχυρισμό ζημιές τις οποίες υπέστη συνεπεία του ως άνω ατυχήματος. Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί: Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση, όπου υπάρχει. Το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει να επιλύσει θέματα, τα οποία δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας.[1] Ο Ενάγων στην Έκθεση Απαίτησής του ισχυρίζεται ότι στις 18/05/2012 οδηγούσε το όχημά του νόμιμα και κανονικά στην οδό Κυριάκου Μάτση στην Παλουριώτισσα με σκοπό να παρκάρει στη δεξιά πλευρά του δρόμου στον χώρο στάθμευσης έξω από συγκεκριμένο νηπιαγωγείο. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του, στην προσπάθεια του να παρκάρει, το όχημα που οδηγείτο από την XXXXX Αριστείδου και το οποίο βρισκόταν σταθμευμένο στον χώρο στάθμευσης του νηπιαγωγείου κινήθηκε με όπισθεν χωρίς να αντιληφθεί το όχημα του Ενάγοντα που προσπαθούσε να σταθμεύσει, με αποτέλεσμα να τον χτυπήσει στη δεξιά πλευρά του οχήματος του με το πίσω μέρος του δικού της οχήματος. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι συνεπεία του επίδικου ατυχήματος υπέστη ειδικές ζημιές ύψους €284,00 την επιδίκαση των οποίων αξιώνει από την Εναγόμενη. Η Εναγόμενη στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτησή της παραδέχεται ότι το όχημα που οδηγείτο από την XXXXX Αριστείδου βρισκόταν σταθμευμένο στον χώρο στάθμευσης του νηπιαγωγείου πλην όμως απορρίπτει τους λοιπούς ισχυρισμούς του Ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι το ατύχημα επεσυνέβη λόγω της αποκλειστικής και/ή συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Εναγόμενης, ο Ενάγων οδηγούσε αμελώς με αποτέλεσμα να μην λάβει υπόψη και/ή αγνοήσει το όχημα της Χαρούλας Αριστείδου και στην προσπάθεια του να σταθμεύσει, κτύπησε στο πίσω μέρος του οχήματος της. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι το ατύχημα ήταν αναπόφευκτο (inevitable accident). Επίσης, ισχυρίστηκε ότι συνεπεία του επίδικου ατυχήματος υπέστη ειδικές ζημιές ύψους €503,10 την επιδίκαση των οποίων αξιώνει ανταπαιτητικώς από τον Ενάγοντα. Ο Ενάγων στην Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση επανέλαβε τους ισχυρισμούς του στην Έκθεση Απαίτησης και ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη δεν είναι ικανό και/ή κατάλληλο πρόσωπο να αξιώνει αποζημιώσεις εξ ονόματος της. Η Απαίτηση και Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν, αφού τα ζητήματα που ήγειραν ήταν πρόσφορα και κατάλληλα να δικαστούν μαζί.[2] Μαρτυρία: Προς απόδειξη της υπόθεσης του ο Ενάγων παρουσίασε δύο μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας για την πλευρά του Ενάγοντα ήταν ο ίδιος ο Ενάγων (ΜΕ1) και ο δεύτερος και τελευταίος μάρτυρας ήταν ο κ. XXXXX Αγαθαγγέλου, μηχανολόγος μηχανοκίνητων οχημάτων και εκτιμητής (ΜΕ2). Για την πλευρά της Εναγόμενης έδωσε μαρτυρία η κα XXXXX Αριστείδου Παναγιώτου (ΜΥ1) οδηγός του άλλου ενεχόμενου οχήματος το οποίο βρισκόταν σταθμευμένο στον χώρο στάθμευσης του νηπιαγωγείου. ΜΕ1: Ο ΜΕ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Επαναλαμβάνοντας τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του, ανέφερε ότι οδηγούσε το όχημά του νόμιμα και κανονικά στην οδό Κυριάκου Μάτση στην Παλουριώτισσα με σκοπό να παρκάρει στη δεξιά πλευρά του δρόμου στον χώρο στάθμευσης έξω από συγκεκριμένο νηπιαγωγείο. Στην προσπάθεια του να παρκάρει και αφού βεβαιώθηκε ότι ο δρόμος ήταν καθαρός από άλλα οχήματα, το όχημα με οδηγό την Χαρούλα Αριστείδου η οποία είναι ασφαλισμένη στην Εναγόμενη που βρισκόταν σταθμευμένο στον χώρο στάθμευσης του νηπιαγωγείου, κινήθηκε απότομα και χωρίς καμία προειδοποίηση με όπισθεν ταχύτητα χωρίς να αντιληφθεί το όχημα του την ώρα που προσπαθούσε να σταθμεύσει. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να τον χτυπήσει στη δεξιά πλευρά του οχήματος του με το πίσω μέρος του δικού της οχήματος. Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε επίσης ότι περίμενε άλλο όχημα το οποίο ήταν παρκαρισμένο στον χώρο στάθμευσης να φύγει για να παρκάρει ο ίδιος. Μόλις έφυγε το άλλο όχημα, το όχημα με οδηγό την XXXXX Αριστείδου, χωρίς να κοιτάξει τον δρόμο και να τον αντιληφθεί που επιχειρούσε να παρκάρει, κινήθηκε με όπισθεν. Αυτός αμέσως κόρναρε αλλά η XXXXX Αριστείδου δεν σταμάτησε και τον χτύπησε στο όχημα του. Κατέθεσε σειρά τεκμηρίων μεταξύ των οποίων φωτογραφίες από τη σκηνή του ατυχήματος και έκθεση εκτίμησης των ζημιών που είχε υποστεί το όχημα του και την αποκατάσταση των οποίων αξιώνει. Περαιτέρω, ανέφερε ότι δικαιούται το ποσό των €50 για απώλεια χρήσης του οχήματος του λέγοντας προς υποστήριξη της θέσης αυτής ότι, σύμφωνα με την έκθεση εκτίμησης των ζημιών που κατέθεσε στο Δικαστήριο, το όχημα του χρειαζόταν δύο εργάσιμες μέρες για να επιδιορθωθεί. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η XXXXX Αριστείδου του είχε ζητήσει συγνώμη μετά το ατύχημα και σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε, ζήτησε να αφαιρεθεί από τη γραπτή του δήλωση η λέξη «απότομα» με την οποία χαρακτήρισε την κίνηση της XXXXX Αριστείδου με όπισθεν. Ανέφερε στη συνέχεια της αντεξέτασης του ότι όταν έφτασε στο νηπιαγωγείο πήρε τη δεξιά πλευρά του δρόμου και περίμενε όχημα που ήταν σταθμευμένο στο χώρο στάθμευσης να φύγει για να σταθμεύσει αυτός. Ανέφερε επίσης ότι εκεί που περίμενε για να σταθμεύσει ο δρόμος ήταν καθαρός, δεν ενοχλούσαν αυτοκίνητα που πηγαινοέρχονταν και το όχημα της Αριστείδου που ήταν σταθμευμένο ήταν πάνω στο πεζοδρόμιο. Εκεί η Αριστείδου κινήθηκε με όπισθεν με αποτέλεσμα αυτός να κορνάρει χωρίς να προλάβει να κάνει κάτι άλλο αλλά η Αριστείδου δεν σταμάτησε και τον κτύπησε στη δεξιά πλευρά του οχήματος του με το πίσω μέρος του δικού της. Αρνήθηκε τις υποβολές της συνηγόρου της Εναγόμενης ότι το όχημα της Αριστείδου ήταν εκτός λειτουργίας και ότι δεν κινήθηκε με όπισθεν, επιμένοντας στη θέση του ότι κινήθηκε με όπισθεν χωρίς να ελέγξει το δρόμο, λέγοντας ότι το ότι ήταν ακινητοποιημένο το όχημα του φαίνεται και από το ότι στο όχημα του είχε βούλα και όχι γδάρσιμο και αν βρισκόταν εν κινήσει τότε θα υπήρχαν γδαρσίματα. Αρνήθηκε επίσης τις υποβολές ότι οι ζημιές του οχήματος του υπήρχαν από πριν. ΜΕ2: Ο ΜΕ2 ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του ότι είναι μηχανολόγος εκτιμητής και ότι έχει προβεί σε εκτίμηση του οχήματος του Ενάγοντα. Σε σχέση με τα προσόντα του ανέφερε ότι είναι διπλωματούχος μηχανολόγος μηχανοκίνητων οχημάτων, μέλος του Παγκύπριου Συνδέσμου Μηχανοκίνητων Εκτιμητών και εγκεκριμένος (certified) από το Institute of Automotive Engineer Assessors. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 6 (έκθεση εκτίμησης ζημιών του οχήματος του Ενάγοντα) το οποίο ανέφερε ότι υπογράφεται από τον ίδιο και τον συνεργάτη του. Ανέφερε ότι αυτή ετοιμάστηκε στις 30/05/2012 και αφορά όχημα Mercedes με αριθμό εγγραφής XXXXX

  1. Εξήγησε ότι στην πρώτη σελίδα αναγράφονται αναλυτικά το κόστος επιδιόρθωσης του οχήματος που αφορά την επιδιόρθωση, το οποίο αναφέρεται σε συνολικό ποσό 200 ευρώ. Εξήγησε ότι στη δεύτερη σελίδα της εκτίμησης είναι οι φωτογραφίες που είχε πάρει ο ίδιος κατά την ώρα που εξέτασε το όχημα φωτογραφίζοντας το σημείο της ζημιάς του αυτοκινήτου, το οποίο είναι το δεξιό μπροστινό φτερό. Στην τρίτη σελίδα εξήγησε ότι φαίνονται οι φωτογραφίες που του δόθησαν τις οποίες είχε λάβει η οδική φροντίδα της ασφαλιστικής εταιρείας και δείχνουν τη σκηνή του δυστυχήματος. Ερωτηθείς σε σχέση με την αναφορά του στο Τεκμήριο 6 ότι το κτύπημα στο όχημα του Ενάγοντα είναι κάθετο πράγμα που επιβεβαιώνει ότι αυτό ήταν ακινητοποιημένο όταν το άλλο όχημα με αριθμούς εγγραφής KSS 056 του κτύπησε με την όπισθεν, ανέφερε ότι το χτύπημα που υπέστη το όχημα του Ενάγοντα ήταν με κατεύθυνση από δεξιά προς τα αριστερά του οχήματος. Περαιτέρω, σε σχετική ερώτηση που του υπεβλήθη ανέφερε ότι εάν το όχημα του Ενάγοντα βρισκόταν εκ κινήσει την ώρα της σύγκρουσης θα υπήρχαν εκδορές από μπροστά προς τα πίσω του οχήματος. Περαιτέρω, κατά την κυρίως εξέταση του ρωτήθηκε να εξηγήσει τι είναι το κόκκινο χρώμα που φαίνεται σε μία από τις φωτογραφίες που υπάρχουν στην Έκθεση του και ανέφερε ότι είναι αντανάκλαση από ένα άλλο αυτοκίνητο, του οποίου φαίνεται το νούμερο και το φανάρι, το οποίο κοκκινίζει. Εξήγησε ότι το νούμερο κιτρινίζει και το φανάρι κοκκινίζει πάνω στην αντανάκλαση. Κατά την αντεξέταση του ερωτηθείς ως προς το τι εννοεί ότι ήταν ακινητοποιημένο το όχημα του Ενάγοντα καθώς και από πού το συμπέρανε αυτό απάντησε ότι το συμπέρανε από το γεγονός ότι δεν υπήρχε εκδορά, τράβηγμα στη ζημιά στο όχημα του Ενάγοντα. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι η ζημιά ήταν ένα κάθετο «πούλλωμα». Περαιτέρω, ερωτηθείς ως προς το γιατί δεν είχε σημειώσει εξαρχής στην έκθεση του ότι το κόκκινο χρώμα είναι αντανάκλαση από άλλο όχημα απάντησε ότι το θεωρούσε αυτονόητο. ΜΥ1: Η ΜΥ1, κα XXXXX Αριστείδου Παναγιώτου, κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Ανέφερε ότι είναι ασφαλισμένη της Εναγόμενης και νόμιμη οδηγός του οχήματος με αριθμό εγγραφής XXXXX
  2. Σύμφωνα με την ίδια, στις 18/5/2012 είχε σταθμεύσει το όχημα της με τους πιο πάνω αριθμούς εγγραφής στον χώρο στάθμευσης του νηπιαγωγείου Casa de pambini επί της οδού Κυριάκου Μάτση. Ενώ βρισκόταν σταθμευμένη και με την μηχανή του οχήματος της εκτός λειτουργίας το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX79 στην προσπάθεια του να εισέλθει στον χώρο στάθμευσης της χτύπησε στο πίσω δεξιά μέρος του οχήματος της με την δεξιά μπροστινή πλευρά του. Ανέφερε ότι είναι απόλυτα σίγουρη ότι η μηχανή του οχήματος της ήταν εκτός λειτουργίας και με ανεβασμένο το χειρόφρενο και ότι το όχημα της δεν μετακινήθηκε από τη θέση του παρά μόνο τραντάχτηκε όταν την κτύπησε με το όχημα του ο Ενάγων. Ανέφερε επίσης ότι ο Ενάγων είχε εισέλθει παράνομα στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας εντός της οποίας κινήθηκε για να σταθμεύσει και στην προσπάθεια του αυτή χτύπησε το όχημα της το οποίο ήταν ακινητοποιημένο. Κατέθεσε σειρά τεκμηρίων μεταξύ των οποίων έντυπο υποβολής απαίτησης το οποίο είχε υπογράψει σε σχέση με το επίδικο ατύχημα ως επίσης και φωτογραφίες από τη σκηνή του ατυχήματος ως αυτές λήφθηκαν, όπως η ίδια δήλωσε, επί τόπου κατά τον χρόνο του ατυχήματος και τις οποίες έλαβε από την ασφαλιστική της. Συνέχισε αναφέροντας ότι λόγω του επίδικου ατυχήματος το όχημα της υπέστη ζημιές ύψους €503,10, ποσό το οποίο εξ όσων γνωρίζει καταβλήθηκε από την Εναγόμενη. Αντεξεταζόμενη και ερωτηθείσα κατά πόσο είχε δει και αντιληφθεί το όχημα του Ενάγοντα πριν την σύγκρουση απάντησε αρνητικά αναφέροντας ότι μόνο από το τράνταγμα το αντιλήφθηκε. Σε σχετική ερώτηση που της υποβλήθηκε απάντησε ότι δεν υπήρχε άλλο σταθμευμένο αυτοκίνητο στον χώρο στάθμευσης του νηπιαγωγείου παρά μόνο το δικό της. Ακολούθως, τις υποδείχθηκαν οι φωτογραφίες που είχε καταθέσει η ίδια και της υποβλήθηκε με αναφορά στο περιεχόμενο των φωτογραφιών ότι υπήρχε και άλλο όχημα σταθμευμένο. Απάντησε ότι το ότι υπήρχε και άλλο αυτοκίνητο μπορεί να ήταν και στα γύρω καταστήματα και δεν θα κάθεται να γυρίζει και να βλέπει πόσα αυτοκίνητα έχει γύρω από τον κάθε χώρο. Ερωτηθείσα ως προς το κατά πόσο τα όσα ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με το πως επεσυνέβη η σύγκρουση τα είχε αναφέρει κάπου αλλού, ανέφερε ότι το ήξεραν όλοι και η ασφαλιστική της εταιρεία αλλά δεν τα είχε αναφέρει στους δικηγόρους της στο στάδιο της καταχώρισης της υπεράσπισης. Ως προς το σημείο των ζημιών στα δύο οχήματα ανέφερε ότι στο όχημα της η ζημιά ήταν πίσω δεξιά και στο όχημα του Ενάγοντα ήταν μπροστά που είναι ο οδηγός, στην πλευρά του οδηγού. Ανέφερε επίσης ότι δεν έγινε κάποια εκτίμηση για τις ζημιές του οχήματος της πριν την επιδιόρθωση του και ότι το τιμολόγιο που εκδόθηκε και το οποίο παρουσίασε στο Δικαστήριο πληρώθηκε από την ασφάλεια. Αξιολόγηση Μαρτυρίας: Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[3] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[4] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης και διάφορα άλλα στοιχεία τα οποία κατά περίπτωση θα αναφερθούν κατωτέρω. Προτού προχωρήσω να αξιολογήσω τη μαρτυρία κάθε μάρτυρα, επιθυμώ να τονίσω ότι η αξιολόγηση μου δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό.[5] Αξιολόγηση μαρτυρίας πραγματογνώμονα: Όπως έχει νομολογηθεί, η εμπειρογνωμοσύνη δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα, αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτά. Καθοδήγηση αναφορικά με τον ρόλο ενός πραγματογνώμονα που καταθέτει ως μάρτυρας στο Δικαστήριο μπορεί να αντληθεί από την απόφαση Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation

(2013)1 Α.Α.Δ. 438, όπου αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Η αποδεκτότητα μαρτυρίας εμπειρογνώμονα είναι εξαίρεση στο κανόνα ότι ο μάρτυρας δεν εκφέρει γνώμη επί του επιδίκου θέματος. Ο σκοπός της εξαίρεσης είναι, ο μάρτυρας εμπειρογνώμονας: . να δώσει στο δικαστήριο τ' αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του ώστε να καταστεί δυνατό για το δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με τη μαρτυρία.» Όπως περαιτέρω αναφέρθηκε στην υπόθεση Kayat (ανωτέρω), προκειμένου ένας διάδικος να μπορέσει να προσφέρει μαρτυρία εμπειρογνώμονα θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η μαρτυρία αυτή είναι αναγκαία στα περιστατικά της υπόθεσης και ότι ο προτιθέμενος να καταθέσει «εμπειρογνώμονας» έχει τα προσόντα που χρειάζονται ώστε να δώσει μαρτυρία. Το βάρος είναι επί των ώμων εκείνου που επιθυμεί να προσάξει τέτοιους είδους μαρτυρία. Τελικά, είναι το Δικαστήριο που θα κρίνει κατά πόσο θα επιτρέψει την προσαγωγή τέτοιας μαρτυρίας. Περαιτέρω, το κατά πόσο το πρόσωπο που καταθέτει είναι ή όχι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο με γνώμονα είτε τα ακαδημαϊκά του προσόντα είτε την πείρα του.[6] Καθίσταται σαφές ότι η υποχρέωση ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του, ώστε να μπορεί να σχηματίσει ιδίαν ανεξάρτητη γνώμη. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η γνώμη του, πρέπει να είναι γεγονότα που αποδεικνύονται με, αποδεκτή από το Δικαστήριο, μαρτυρία. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Οδυσσέως (ανωτέρω), η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υποβάθρου, ενώ η αποτυχία απόδειξης του υπόβαθρου αυτού, αφήνει την γνώμη του εμπειρογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία. Περαιτέρω, λέχθηκε ότι, όσο και αν είναι δυνατόν να αναφερθεί ο εμπειρογνώμονας σε υποθετική κατάσταση πραγμάτων ή σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση προκειμένου να στηρίξει τους ισχυρισμούς του, αυτή η αναφορά δεν εισάγεται για να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη προς την ύπαρξη τους. Πραγματική μαρτυρία: Έχει επανειλημμένα νομολογηθεί ότι η πραγματική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει καλό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, βοηθά στην καλύτερη κατανόηση των συνθηκών του δυστυχήματος, στην εξαγωγή λογικών συμπερασμάτων και μπορεί να είναι αποκαλυπτική της εξέλιξης των πραγμάτων. Νοείται όμως ότι η πραγματική μαρτυρία θα πρέπει να είναι αποκαλυπτική των γεγονότων και συνθηκών του οδικού ατυχήματος. Ένα αντικειμενικό εύρημα για να έχει αποδεικτική δυναμική και για να μπορεί να αποτελέσει οδηγό αξιοπιστίας της μαρτυρίας θα πρέπει να μπορεί να καθοδηγήσει θετικά ως προς τα γεγονότα της σύγκρουσης χωρίς ποτέ το Δικαστήριο να προβαίνει σε υποθετικά ευρήματα ούτε να μετατρέπεται σε εμπειρογνώμονα. Άλλωστε, πραγματική μαρτυρία είναι αυτή που πηγάζει, όπως υποδηλώνει ο ίδιος ο όρος, από τα ίδια τα πράγματα και μόνο.[7] Ιδίως σε τροχαία ατυχήματα το σχέδιο του ατυχήματος ενέχει σημαντική αξία και χρησιμότητα για τη διακρίβωση των περιστατικών του ατυχήματος, την κρίση της αξιοπιστίας και έλεγχο της ακρίβειας της προφορικής μαρτυρίας.[8] Περαιτέρω, όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Β'Εκδοση σελ 337, οι φωτογραφίες μπορούν να κατατεθούν ως πραγματική μαρτυρία για την κατάδειξη ζημιών σε όχημα ή για τον σκοπό αντεξέτασης ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του ατυχήματος.[9] Μαρτυρία ΜΕ2: Εν προκειμένω, κρίνω σκόπιμο να αρχίσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ2 αφού, ενόψει της φύσης και του περιεχομένου της, σε περίπτωση που αυτή γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο θα είναι αποκαλυπτική των γεγονότων και συνθηκών του επίδικου ατυχήματος και θα αποτελέσει καλό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των υπόλοιπων μαρτύρων. Στην υπό κρίση υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανέφερε ο ίδιος ο μάρτυρας ως προς τα προσόντα του καθώς επίσης και τη μη αμφισβήτηση αυτών από την αντίδικη πλευρά, δέχομαι ότι αυτός κατέθεσε στο Δικαστήριο υπό την ιδιότητα του ως πραγματογνώμονας. Ο ΜΕ2 εξήγησε με τη δέουσα επιστημονικότητα και σαφήνεια τα ευρήματα του κατά την εξέταση του οχήματος του Ενάγοντα τα οποία κατέγραψε στην επιστημονική του έκθεση (Τεκμήριο 6). Συγκεκριμένα, υπήρξε σαφής και σταθερός σε σχέση με το είδος, θέση και ύψος της ζημιάς στο όχημα του Ενάγοντα η οποία όπως ανέφερε βρισκόταν επί του μπροστινού δεξιού φτερού του οχήματος και όπως ο ίδιος ανέφερε, επρόκειτο περί ενός κάθετου χτυπήματος, εξηγώντας με σαφήνεια το συμπέρασμα του ως προς το ότι το όχημα του Ενάγοντα ήταν ακινητοποιημένο προτού επέλθει η επίδικη σύγκρουση με αναφορά στο είδος και σημείο της ζημιάς. Με την ίδια σαφήνεια εξήγησε ότι σε περίπτωση που το όχημα του Ενάγοντα βρισκόταν εν κινήσει την ώρα της σύγκρουσης τότε θα υπήρχε άλλου είδους ζημιά στο όχημα του Ενάγοντα και πιο συγκεκριμένα θα υπήρχαν εκδορές από μπροστά προς τα πίσω του οχήματος. Παρέμεινε σταθερός και σαφής στην αντεξέταση του όταν ρωτήθηκε σε σχέση με αυτό του το συμπέρασμα επαναλαμβάνοντας τα όσα είχε εξηγήσει κατά την κυρίως εξέταση του και εξηγώντας περαιτέρω ότι η ζημιά στο όχημα του Ενάγοντα ήταν ένα κάθετο «πούλλωμα» όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο ίδιος και δεν υπήρχε εκδορά ή όπως επίσης ο ίδιος είπε χαρακτηριστικά «τράβηγμα στη ζημιά». Περαιτέρω, σε ότι αφορά τις φωτογραφίες που αποτελούν μέρος της εκτίμησης του ΜΕ2 και οι οποίες όπως ο ίδιος ανέφερε του είχαν δοθεί για μελέτη προτού ετοιμάσει την έκθεση του, αποτέλεσε κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ότι αυτές απεικονίζουν τη σκηνή του ατυχήματος, χωρίς να αμφισβητηθεί από οποιαδήποτε πλευρά το περιεχόμενο τους. Ουσιαστικά ήταν κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος ότι επρόκειτο για τις φωτογραφίες που λήφθηκαν επί τόπου κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα η επίδικη σύγκρουση και αποκαλύπτουν την πραγματική κατάσταση που επικρατούσε στον δρόμο. Ουδείς αμφισβήτησε οτιδήποτε σε σχέση με το περιεχόμενο των εν λόγω φωτογραφιών. Αξιοσημείωτο είναι επίσης και το γεγονός ότι όταν η ΜΥ1 κατέθεσε φωτογραφίες (Τεκμήριο 11) μέρος των εν λόγω φωτογραφιών είχαν ήδη κατατεθεί από τον Ενάγοντα αφού είχαν ήδη συμπεριληφθεί στο Τεκμήριο 6 που είχε καταθέσει ο Ενάγων. Αξιοσημείωτο είναι επίσης και το γεγονός ότι καμία προσπάθεια δεν έγινε από την πλευρά της Εναγόμενης για αντίκρουση της βασικής θέσης του ΜΕ2 ως προς το ότι το όχημα του Ενάγοντα δεν βρισκόταν εν κινήσει κατά την ώρα της επίδικης σύγκρουσης η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη. Υπό το φως των όσων έχω εξηγήσει ανωτέρω, η μαρτυρία του ΜΕ2 γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της και το Δικαστήριο μπορεί με ασφάλεια να βασισθεί σε αυτήν για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Μαρτυρία ΜΕ1: Προχωρώ στη συνέχεια να αξιολογήσω την μαρτυρία του ΜΕ
  1. Ο Ενάγων έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν σταθερός στις θέσεις του ως προς το πως επήλθε η επίδικη σύγκρουση και η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Η εκδοχή του Ενάγοντα σε σχέση με το πως επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα συνάδει και βρίσκεται σε αρμονία με την ήδη αποδεκτή από το Δικαστήριο μαρτυρία του ΜΕ
  2. Δεν παραγνωρίζω ότι σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης του ο ίδιος αποκλίνοντας από τη γραπτή του δήλωση ζήτησε να αφαιρεθεί από τη γραπτή του δήλωση η λέξη «απότομα» με την οποία είχε, κατά την κυρίως εξέταση του, χαρακτηρίσει την κίνηση της Αριστείδου με όπισθεν πλην όμως, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΕ1 και αντιπαραβάλλοντας την με το σύνολο της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίνω ότι αυτή η απόκλιση δεν ενέχει τέτοια σημασία και σπουδαιότητα ώστε να οδηγήσει στην απόρριψη και μη αποδοχή της μαρτυρίας του ΜΕ1 την οποία αποδέχομαι στην ολότητα της. Μαρτυρία ΜΥ1: Η μαρτυρία της ΜΥ1 στερείται πειστικότητας. Ειδικότερα, η βασική θέση και εκδοχή της ως προς τον τρόπο που επεσυνέβη η επίδικη σύγκρουση, ήτοι ότι το όχημα της ήταν ακινητοποιημένο και ότι ήταν το όχημα του Ενάγοντα το οποίο βρισκόταν εν κινήσει με αποτέλεσμα να την χτυπήσει στο πίσω δεξιό μέρος του οχήματος της χωρίς να την δει αντικρούεται από το σύνολο της ενώπιόν μου αποδεκτής μαρτυρίας. Κατέστη σαφές ότι η ίδια δεν είχε αντίληψη του τι συνέβαινε γύρω της. Ενώ αρχικά δήλωνε βέβαιη ότι στον επίδικο χώρο στάθμευσης δεν υπήρχε άλλο όχημα σταθμευμένο, εντούτοις ευθύς μόλις της υποδείχθηκε σχετική φωτογραφία του επίδικου χώρου στάθμευσης την οποία η ίδια είχε καταθέσει κατά την κυρίως εξέταση της και στην οποία απεικονιζόταν ακόμα ένα σταθμευμένο όχημα, η ίδια δεν αρνήθηκε ότι έτσι είχαν τα πράγματα παρά μόνο δήλωσε γενικά και αόριστα ότι «δεν θα κάθομαι να γυρίζω, να βλέπω πόσα αυτοκίνητα έχει γύρω που τον κάθε χώρο». Αξιοσημείωτο είναι επίσης και το γεγονός ότι η ίδια σε σχετική ερώτηση που της υποβλήθηκε ανέφερε ότι δεν αντιλήφθηκε καθόλου ούτε είδε που βρισκόταν το όχημα του Ενάγοντα πριν την επίδικη σύγκρουση. Εντύπωση προκαλεί επίσης και το γεγονός ότι όταν είχε συμπληρώσει το έντυπο υποβολής απαίτησης στην Εναγόμενη το οποίο η ίδια κατέθεσε ως Τεκμήριο, η ίδια δεν είχε αναφέρει τα όσα παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου και ειδικότερα τη θέση της ότι το όχημα της ήταν ακινητοποιημένο με τη μηχανή του οχήματος της εκτός λειτουργίας. Και αυτό παρά τη θέση της ότι είχε ενημερώσει εξαρχής για τα όσα ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου την ασφαλιστική της εταιρεία. Θα αναμενόταν από την ίδια να έδιδε έστω κάποια εξήγηση περί τούτου. Στη βάση των όσων έχω εξηγήσει ανωτέρω δεν αποδέχομαι και απορρίπτω τη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί για την πλευρά της Εναγόμενης σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος. Αξιοσημείωτο είναι επίσης και το γεγονός ότι δεν υπήρξε από μέρους της Αριστείδου οποιαδήποτε θέση ή εισήγηση ότι δεν θα ήταν δυνατό για την ίδια να αντιληφθεί την ύπαρξη του οχήματος του Ενάγοντα προτού ολοκληρώσει την προσπάθεια της να εισέλθει εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της ή ότι δεν παρεχόταν η πρέπουσα ευχέρεια στην Αριστείδου να προσέξει και να εκτιμήσει τη φύση και έκταση του εμποδίου το οποίο παρεμβλήθηκε στο δρόμο στον οποίο ήθελε να εισέλθει και να πάρει μέτρα αποφυγής του. Σε ότι αφορά το μέρος της μαρτυρίας της ΜΥ1 ότι η Εναγόμενη κατέβαλε το ύψος του ποσού που η Εναγόμενη αξιώνει ανταπαιτητικώς αποδέχομαι τα όσα επί τούτου ανέφερε. Περαιτέρω, αποδέχομαι το μέρος της μαρτυρίας της σε ότι αφορά το γεγονός ότι ο Ενάγων προκειμένου να σταθμεύσει στον επίδικο χώρο στάθμευσης είχε εισέλθει εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας, θέση η οποία παρέμεινε ουσιαστικά αναμφισβήτητη. Άλλωστε, αυτό είχε δηλωθεί ευθαρσώς και από τον ίδιο τον Ενάγοντα κατά το στάδιο που έδιδε ο ίδιος μαρτυρία. Ευρήματα: Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας, προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα: Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγων ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα στις 18/05/
  3. Κατά την εν λόγω ημερομηνία, ο Ενάγων οδηγούσε το όχημά του στην οδό Κυριάκου Μάτση στην Παλουριώτισσα με σκοπό να παρκάρει στη δεξιά πλευρά του δρόμου στον χώρο στάθμευσης έξω από το νηπιαγωγείο Casa de Pambini. Όταν έφτασε στο νηπιαγωγείο και αφού βεβαιώθηκε ότι ο δρόμος ήταν καθαρός από άλλα οχήματα ο Ενάγων πήρε τη δεξιά πλευρά του δρόμου η οποία βρισκόταν στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και με ακινητοποιημένο το όχημα του περίμενε όχημα που ήταν σταθμευμένο στον χώρο στάθμευσης να φύγει για να σταθμεύσει αυτός. Τότε, το όχημα με οδηγό την XXXXX Αριστείδου η οποία είναι ασφαλισμένη στην Εναγόμενη που βρισκόταν σταθμευμένο στον χώρο στάθμευσης του νηπιαγωγείου κινήθηκε με όπισθεν ταχύτητα χωρίς να ελέγξει τον δρόμο εντός του οποίου επιθυμούσε να εισέλθει και εντός του οποίου βρισκόταν ο Ενάγων με το όχημα του, χωρίς έτσι να αντιληφθεί την παρουσία του οχήματος του Ενάγοντα εντός του δρόμου την ώρα που αυτός προσπαθούσε να σταθμεύσει με αποτέλεσμα να τον χτυπήσει στη δεξιά πλευρά του οχήματος του με το πίσω μέρος του δικού της οχήματος. Ο Ενάγων κόρναρε σε μία προσπάθεια να αποφευχθεί η σύγκρουση. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι το όχημα του Ενάγοντα ήταν ακινητοποιημένο την ώρα της επίδικης σύγκρουσης. Η ζημιά στο όχημα του Ενάγοντα βρισκόταν επί του μπροστινού δεξιού φτερού και επρόκειτο περί ενός κάθετου χτυπήματος, ενός κάθετου «πουλλώματος» χωρίς να υπάρχουν εκδορές από μπροστά προς τα πίσω του οχήματος. Η ζημιά στο όχημα της Χαρούλας Αριστείδου βρισκόταν στο πίσω δεξιό μέρος του οχήματος της. Ως αποτέλεσμα της επίδικης σύγκρουσης το όχημα του Ενάγοντα υπέστη ζημιά ύψους €200 και ο Ενάγων κατέβαλε για την επιδιόρθωση της ζημιάς στο όχημα του το ποσό των €234 (€200 πλέον €34,00 Φ.Π.Α). Το όχημα της XXXXX Αριστείδου υπέστη ζημιά ύψους €503,10 το οποίο καταβλήθηκε από την Εναγόμενη. Νομική Πτυχή Όπως τονίστηκε επανειλημμένα στη νομολογία, το καθήκον φροντίδας και μέριμνας οφείλεται και επιδεικνύεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη δυνατό να επηρεαστεί από τις πράξεις ενός οδηγού. Το καθήκον επιμέλειας κάθε οδηγού συναρτάται προς τη δυνατότητα πρόβλεψης κινδύνου. Όταν η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου στον δρόμο είναι ευλόγως εμφανής ή εύλογα αναμενόμενη ή αντιληπτή, τότε η παράλειψη λήψης μέτρου προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Αν η δυνατότητα να προκύψει κίνδυνος είναι μόνο μια απλή πιθανότητα που δεν θα περνούσε από το νου ενός λογικού ανθρώπου, τότε το να μην πάρει ένας οδηγός πρόσθετες προφυλάξεις δεν αποτελεί αμέλεια. Το κριτήριο για την διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, με μέτρο το μέσο συνετό και προσεκτικό οδηγό και η πρόβλεψη για την δυνατότητα κινδύνου συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες οδήγησης και το καθήκον της δέουσας παρατηρητικότητας.[10] Σε μια υπόθεση οδικής αμέλειας, ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει ότι ο εναγόμενος δεν ενήργησε ως συνετός και όχι ως ο τέλειος οδηγός. Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και τις υπόλοιπες συνθήκες που οδήγησαν στην οδική σύγκρουση. Ασφαλώς, το καθήκον επιμέλειας περιορίζεται σε λογικά προβλεπτούς κινδύνους και δεν εκτείνεται με τρόπο, ώστε να επιβάλλεται υπέρμετρο βάρος για τον οδηγό, το οποίο θα ανέτρεπε το ισοζύγιο των λογικών προσδοκιών και προβλέψεων.[11] Όπως έχει υποδειχθεί στη Γεώργιου Μάρκου ν. Παναγιώτη Μιχαήλ Πολιτική Έφεση αρ. 246/12 ημερ. 27/6/2018, η αμέλεια ως νομική έννοια εξαντλείται στην πράξη στην εξέταση των πραγματικών γεγονότων της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης. Ούτε είναι μετρήσιμη με απολύτους μαθηματικούς υπολογισμούς, παραμένουσα ζήτημα εκτίμησης και υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών του ατυχήματος στις καθιερωμένες νομολογιακές αρχές. Ο οδηγός έχοντας υπόψη το αντικειμενικό επίπεδο επιμέλειας έχει την υποχρέωση να συμπεριφέρεται κατά τον έλεγχο του οχήματος του όπως αναμένεται από ένα μέσο συνετό οδηγό.[12] Από την άλλη, οι άλλοι χρήστες του δρόμου, είτε οδηγοί, είτε πεζοί, υπέχουν συντρέχουσα αμέλεια εάν δεν λαμβάνουν μέτρα αυτοπροστασίας. Η συντρέχουσα αμέλεια δεν εδράζεται σε καθήκον επιμέλειας που φέρει ο ενάγων απέναντι στον εναγόμενο, αλλά σε καθήκον αυτοπροστασίας.[13] Το Δικαστήριο σε υποθέσεις, όπου εγείρεται ισχυρισμός για συντρέχουσα αμέλεια, όπως στην παρούσα, αποφασίζει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των Εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική, τότε εξετάζει με βάση το Άρθρο 57 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, αν ο Ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια.[14] Στην υπόθεση Βλάσιος ν. Αντωνίου
(1990)1 ΑΑΔ 815, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την συντρέχουσα αμέλεια: «Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα της συντρέχουσας αμέλειας είναι καλά καθορισμένες. Αυτή δεν στηρίζεται στην ύπαρξη καθήκοντος του ζημιωθέντος προς τον εναγόμενο. Εκείνο που είναι αναγκαίο να αποδειχθεί όταν εγείρεται η ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας είναι ότι αυτός που ζημιώθηκε δεν πήρε για το ίδιον του συμφέρον λογικές προφυλάξεις και συνέβαλε έτσι με την έλλειψη φροντίδας στην ζημιά του. Ένας όμως ευθύνεται για συντρέχουσα αμέλεια εάν όφειλε εύλογα να είχε προβλέψει ότι θα μπορούσε να ζημιωθεί αν δεν ενεργούσε όπως ένας λογικός άνθρωπος. Ένας ενάγοντας όμως δεν είναι συνήθως υπόχρεος να προβλέψει ότι ένα πρόσωπο μπορεί να είναι αμελές εκτός αν η πείρα δείχνει μια συγκεκριμένη αμέλεια να είναι συνήθης κάτω από τις περιστάσεις.» Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη.[15] Το βάρος απόδειξης της ύπαρξης συντρέχουσας αμέλειας φέρει ο εναγόμενος. Ωστόσο, το Δικαστήριο μπορεί να συμπεράνει την ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας από την μαρτυρία του ιδίου του ενάγοντα ή από τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το συμβάν όπως διαπιστώνονται από το Δικαστήριο.[16] Όσον αφορά το επίπεδο απόδειξης στην παρούσα υπόθεση αυτό είναι το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).[17] Όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Τονίζεται ότι, όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Κardanas Transport Co Ltd v. Kωνσταντίνου,
(2011)1 Α.Α.Δ. 267, το Δικαστήριο αποφασίζει το ζήτημα της αμέλειας υπό το φως της ολότητας της μαρτυρίας και ασχέτως του αν η μαρτυρία δόθηκε από ενάγοντα ή εναγόμενο. Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την υπό εξέταση αγωγή στο πιο πάνω αναφερόμενο νομικό πλαίσιο: Η κατάληξη του Δικαστηρίου αναφορικά με τη συμπεριφορά του κάθε οδηγού έχει αποτυπωθεί στα ευρήματα που παραθέτω ανωτέρω. Το επόμενο στάδιο είναι να εξεταστεί η συμπεριφορά του κάθε οδηγού σε συνάρτηση με το καθήκον επιμέλειας ή αυτοπροστασίας με το οποίο ήταν επιφορτισμένος. Υπό το φως των ευρημάτων στα οποία έχει καταλήξει το Δικαστήριο είναι η κρίση και η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η ενέργεια της Αριστείδου να κινηθεί με όπισθεν προκειμένου να εξέλθει του χώρου στάθμευσης στον οποίο βρισκόταν το όχημα της χωρίς να ελέγξει και να λάβει τα πρέποντα μέτρα για την παράκαμψη του οχήματος του Ενάγοντα το οποίο βρισκόταν ακινητοποιημένο εντός της λωρίδας κυκλοφορίας στην οποία επεδίωξε η Αριστείδου να εισέλθει από τον επίδικο χώρο στάθμευσης, αφίσταται του επιπέδου επιμέλειας και προσοχής που πρέπει να επιδεικνύει ο μέσος συνετός οδηγός. Στην υπό κρίση υπόθεση, η αποτυχία της Αριστείδου να ελέγξει κατά πόσο ήταν ασφαλές να κινηθεί με όπισθεν προτού επιχειρήσει κάτι τέτοιο και συνεπώς, η αποτυχία της να προσέξει το όχημα του Ενάγοντα συνιστά αμέλεια. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η μοναδική εκδοχή που προέβαλε η Αριστείδου για τον τρόπο που επεσυνέβη η επίδικη σύγκρουση απορρίφθηκε και δεν υπήρξε από μέρους της οποιαδήποτε θέση ή εισήγηση ούτε έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία που να εισηγείται ότι δεν θα ήταν δυνατό για την Αριστείδου να αντιληφθεί την ύπαρξη του οχήματος του Ενάγοντα προτού ολοκληρώσει την προσπάθεια της να εισέλθει εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της. Στην πραγματικότητα, αυτό το οποίο κατέστη σαφές είναι ότι η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε αντίληψη για το τι συνέβαινε γύρω της πριν την επίδικη σύγκρουση ενώ παρεχόταν η πρέπουσα ευχέρεια στην Αριστείδου να προσέξει και να εκτιμήσει τη φύση και έκταση του εμποδίου το οποίο παρεμβλήθηκε στον δρόμο και να πάρει μέτρα αποφυγής του. Σε κανένα στάδιο δεν ισχυρίστηκε ότι δεν θα μπορούσε να έχει τέτοια αντίληψη ή ευχέρεια. Καθίσταται σαφές ότι αυτό το οποίο αναμένεται από ένα μέσο συνετό οδηγό ο οποίος βρίσκεται με το όχημα του σταθμευμένος σε χώρο στάθμευσης και επιθυμεί να εισέλθει σε δρόμο είναι να βεβαιωθεί ότι είναι ασφαλές να πράξει κάτι τέτοιο ελέγχοντας προηγουμένως κατά πόσο υπάρχουν οποιαδήποτε εμπόδια επί του δρόμου στον οποίο επιθυμεί να εισέλθει. Κανένα μέτρο ή ενέργεια δεν λήφθηκε εν προκειμένω από την Αριστείδου. Ενόψει της κατάληξης του Δικαστηρίου ως προς την αμελή συμπεριφορά της Αριστείδου θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο υφίσταται αμέλεια εκ μέρους του Ενάγοντα και σε περίπτωση καταφατικής απάντησης θα αποφασίσω τον επιμερισμό της ευθύνης μεταξύ των διαδίκων. Στην Χριστοφόρου ν. Τρύφωνος
(1999)1 (Γ) ΑΑΔ 1516, τονίστηκε ότι παράβαση απλά κανόνων της οδικής κυκλοφορίας δεν αρκεί για να εξαχθεί συμπέρασμα αμέλειας αφού τέτοια παράβαση δεν συνιστά αφ' εαυτής αμέλεια.[18] Στην Kυριάκου Mιχάλης και Άλλοι ν. Nίκης Kανάρη
(1997)1 ΑΑΔ 1436, είχε λάβει χώρα μερική απόφραξη κύριου δρόμου από αυτοκίνητο που είχε σταματήσει στο κέντρο του δρόμου, στην προσπάθειά του να διασταυρώσει την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και να εισέλθει στον απέναντι χωματόδρομο. Επεσυνέβη σύγκρουση με αυτοκίνητο το οποίο ακολουθούσε και το Εφετείο επικυρώνοντας την πρωτόδικη κατάληξη περί απόδοσης αποκλειστικής ευθύνης στον οδηγό του οχήματος που ακολουθούσε ανέφερε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Συμφωνούμε με τη θέση ότι η απόφραξη του δρόμου από οδηγό αυτοκινήτου υποδηλώνει γενικά παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος προς άλλα άτομα τα οποία χρησιμοποιούν το δρόμο. Οι οδοί και όλως ιδιαίτερα ο υπεραστικός δρόμος είναι μέσο διάβασης και όχι στάθμευσης. Το ότι η απόφραξη του δρόμου από οδηγό αυτοκινήτου συνιστά πράξη η οποία μπορεί να στοιχειοθετήσει αμέλεια αναγνωρίζεται ευθέως στην Αγγλική απόφαση Rouse v. Squires and Others [1973] 2 All E.R. 903. Η απόφραξη του δρόμου, αλόγιστη όσο και αν είναι, δεν προσδίδει αυτόματα ευθύνη στον οδηγό για οποιοδήποτε επακόλουθο δυστύχημα, ανεξάρτητο από τα αίτια του. Αυτό διευκρινίζεται στην Rouse και όλως ιδιαίτερα στην απόφαση του Δικαστή Buckley, L.J., στην οποία γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην απόφαση του πρωτοδίκου Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση εκείνη είναι χαρακτηριστικό της προσέγγισης του θέματος. "But when there is ample visibility and ample opportunity for the driver of an oncoming vehicle to see and appreciate the nature and extent of an obstruction and to take evasive action, then the obstruction does not constitute a danger, and in such a case there is a break in the chain of causation between the prior negligent act which caused the obstruction and the immediate consequence of the latter negligent act of a driver on the highway who causes an accident." Ελληνική μετάφραση, (ελεύθερη). "Αλλά όταν υπάρχει επαρκής ορατότης και παρέχεται η πρέπουσα ευχέρεια στον οδηγό επερχόμενου αυτοκινήτου να προσέξει και να εκτιμήσει τη φύση και έκταση του εμποδίου το οποίο παρεμβάλλεται στο δρόμο και να πάρει μέτρα αποφυγής του, τότε το εμπόδιο δεν δημιουργεί κίνδυνο, και σε τέτοια περίπτωση επέρχεται διακοπή στην άλυση της αιτιώδους σχέσης μεταξύ της προηγούμενης αμελούς πράξης η οποία προκάλεσε την απόφραξη και τις άμεσες συνέπειες της μεταγενέστερης πράξης οδηγού στον υπεραστικό δρόμο ο οποίος προκαλεί το δυστύχημα." Προκύπτει, ότι μόνο όπου η πράξη του οδηγού του σταθμευμένου αυτοκινήτου συνέχεται προς το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης σ' αυτόν. Είναι προς αυτά τα αίτια που συνδέεται η αμέλεια και ο καταμερισμός της. Προϋπόθεση για την απόδοση αμέλειας αποτελεί η επενέργεια αμελούς πράξης στην πρόκληση του δυστυχήματος ως θέμα άμεσης αιτιώδους σχέσης μεταξύ της πράξης και του δυστυχήματος. (Η υπογράμμιση και έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Εν προκειμένω, είναι γεγονός ότι ο Ενάγων στην προσπάθεια του να σταθμεύσει στον επίδικο χώρο στάθμευσης είχε εισέλθει εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας στην οποία περίμενε προκειμένου άλλο όχημα το οποίο βρισκόταν εντός του χώρου στάθμευσης να φύγει για να εισέλθει αυτός εντός του χώρου στάθμευσης με πρόθεση να σταθμεύσει στην αντίθετη πλευρά της πορείας του οχήματος του, πρόθεση την οποία όμως, ένεκα της επίδικης σύγκρουσης, δεν ολοκλήρωσε. Η απόφραξη του δρόμου (η οποία εν προκειμένω έλαβε τη μορφή της προσωρινής στάθμευσης στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας με σκοπό τη διέλευση στον επίδικο χώρο στάθμευσης) από οδηγό αυτοκινήτου συνιστά πράξη η οποία μπορεί να στοιχειοθετήσει αμέλεια, πλην μία τέτοια πράξη κατά τα νομολογηθέντα στην Kυριάκου Mιχάλης (ανωτέρω), δεν προσδίδει αυτόματα ευθύνη στον οδηγό για οποιοδήποτε επακόλουθο δυστύχημα, ανεξάρτητο από τα αίτια του. Η ενέργεια του Ενάγοντα να εισέλθει και να παραμείνει εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας μέχρι την απελευθέρωση του επίδικου χώρου στάθμευσης από άλλο όχημα, θα προσδώσει ευθύνη στον Ενάγοντα για το ατύχημα που ακολούθησε μόνο σε περίπτωση που η εν λόγω πράξη του συνέχεται προς το ατύχημα με τρόπο ώστε να αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν αφού είναι προς αυτά τα αίτια που συνδέεται η αμέλεια και ο καταμερισμός της. Δεν παραγνωρίζω επίσης ότι η τελική πρόθεση του την οποία δεν ολοκλήρωσε ήταν να σταθμεύσει, κατά παράβαση σχετικού κανόνα οδικής κυκλοφορίας, στην αντίθετη πλευρά της πορείας του οχήματος του. Είναι η κρίση και η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι στην προκείμενη περίπτωση, η πράξη του Ενάγοντα δεν αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που προκάλεσαν το επίδικο ατύχημα. Σύμφωνα με την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο και τα ευρήματα στα οποία έχει το Δικαστήριο καταλήξει υπό το φως της αποδεκτής ενώπιον του μαρτυρίας, η γενεσιουργός αιτία του επίδικου ατυχήματος ήταν η κίνηση της Αριστείδου με όπισθεν χωρίς να ελέγξει τον δρόμο εντός του οποίου ήθελε να εισέλθει και τη στιγμή που παρεχόταν η πρέπουσα ευχέρεια στην Αριστείδου να προσέξει και να εκτιμήσει τη φύση και έκταση του εμποδίου το οποίο παρεμβλήθηκε στον δρόμο και να πάρει μέτρα αποφυγής του, με τρόπο ώστε το εμπόδιο (ήτοι η ακινητοποίηση του οχήματος του Ενάγοντα στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και εντός της λωρίδας στην οποία η Αριστείδου ήθελε να εισέλθει) να μην δημιουργεί κίνδυνο, και να έχει επέλθει η διακοπή στην αλυσίδα της αιτιώδους σχέσης μεταξύ της προηγούμενης πράξης του Ενάγοντα και των άμεσων συνεπειών της μεταγενέστερης πράξης της Αριστείδου η οποία προκάλεσε το ατύχημα. Δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να εισηγείται ότι το όχημα του Ενάγοντα το οποίο βρισκόταν εντός του δρόμου στον οποίο η Αριστείδου επεδίωξε να εισέλθει δεν ήταν ορατό ή δεν θα μπορούσε, για οποιοδήποτε λόγο, να ήταν ορατό από την Αριστείδου. Άλλωστε, και από τις φωτογραφίες οι οποίες παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από αμφότερες τις πλευρές ως αποκαλύπτουσες την πραγματική κατάσταση που επικρατούσε στον δρόμο, καθίσταται σαφές ότι δεν θα μπορούσε να συναχθεί τέτοιο συμπέρασμα. Αξιοσημείωτο είναι επίσης και το γεγονός ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε εισήγηση από την πλευρά της Εναγόμενης ότι ήταν αυτή η πράξη του Ενάγοντα που προκάλεσε το επίδικο ατύχημα ή ότι συνέτεινε στην πρόκληση του. Απλώς τέθηκε γενικά και αόριστα ότι ο Ενάγων εισήλθε εντός της αντίθετης λωρίδας με σκοπό να σταθμεύσει χωρίς όμως οποιαδήποτε συσχέτιση της πράξης αυτής με την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος. Υπό το φως των όσων έχω εξηγήσει ανωτέρω και καθοδηγούμενη από τα όσα έχουν νομολογηθεί στην Kυριάκου Mιχάλης (ανωτέρω), κρίνω ότι δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις να αποδοθεί οποιοδήποτε αμέλεια στον Ενάγοντα αφού η πράξη του να εισέλθει εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας δεν προοιώνιζε σ' αυτή την περίπτωση τη σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων. Περαιτέρω, ο ίδιος έλαβε μέτρα προκειμένου να αποφύγει την σύγκρουση κορνάροντας στην Αριστείδου χωρίς όμως αποτέλεσμα. Δεν τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να εισηγείται ότι ο Ενάγων θα μπορούσε να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια για να αποφύγει τη σύγκρουση. Ειδικές ζημιές: Αναφορικά με τις αξιούμενες ειδικές αποζημιώσεις, αποτελεί βασικό κανόνα ότι αυτές πρέπει να εξειδικεύονται στα δικόγραφα με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα, σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία.[19] Λαμβάνοντας υπόψη τη μαρτυρία η οποία κρίθηκε ως αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, σε συνάρτηση με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι το ποσό των €234 έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Ο Ενάγων επίσης αξιώνει ως ειδικές ζημιές το συνολικό ποσό των €50 ευρώ ως απώλεια χρήσης του οχήματος του για χρονικό διάστημα δύο ημερών. Το εν λόγω ποσό δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό και συνεπώς, δεν μπορεί να επιδικαστεί στον Ενάγοντα. Πέραν της γενικής θέσης που προέβαλε ότι για την απώλεια χρήσης του οχήματος του διεκδικεί το εν λόγω ποσό καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε ως προς τον τρόπο υπολογισμού του εν λόγω ποσού. Επιδίκαση Τόκου: Όσον αφορά τον τόκο που δικαιούται ο Ενάγων σε σχέση με το ποσό που αξιώνει ως ειδικές αποζημιώσεις, σχετικές είναι οι υποθέσεις Φοινικαρίδης κ.α. ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475 και Καμπούρης ν. Εταιρείας Βιοχρώμ Λτδ
(2005)1 (Β) ΑΑΔ
  1. Έχει τονισθεί ότι ένας παράγοντας που δεν μπορεί να παραγνωριστεί, είναι ο τρόπος με τον οποίο προωθείται η αγωγή προς εκδίκαση αφού μια αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της, μπορεί να έχει ως επακόλουθο τον περιορισμό της χρονικής έκτασης καθορισμού του τόκου. Στην υπό κρίση υπόθεση το αγώγιμο δικαίωμα γεννήθηκε την 18/5/2012, ενώ το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 9/11/
  2. Δεν τέθηκε τίποτα ενώπιον του Δικαστηρίου που να εξηγεί τον λόγο της καθυστέρησης στην καταχώριση του κλητηρίου εντάλματος σε συνάρτηση με τον χρόνο γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος. Συνεπώς, υπό το πρίσμα των γεγονότων της υπό κρίση υπόθεσης κρίνω ορθότερο όπως οι ειδικές αποζημιώσεις φέρουν τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, ήτοι 9/11/
  3. Η υπεράσπιση του αναπόφευκτου ατυχήματος (inevitable accident): Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό που δικογραφήθηκε από μέρους της Εναγόμενης ότι το επίδικο ατύχημα ήταν αναπόφευκτο, παρατηρώ ότι πέραν του ότι δεν τέθηκαν στο δικόγραφο της εναγόμενης οποιεσδήποτε λεπτομέρειες περί τούτου, η θέση αυτή δεν προωθήθηκε κατά την παρουσίαση της μαρτυρίας από την πλευρά της Εναγόμενης. Η Εναγόμενη απέτυχε να προσκομίσει οποιαδήποτε επιστημονική ή άλλη μαρτυρία προς θεμελίωση της ειδικής αυτής υπεράσπισης. Ούτε έγινε οποιαδήποτε περί τούτου αναφορά στην γραπτή αγόρευση των συνηγόρων της Εναγόμενης. Στη πραγματικότητα, καθίσταται σαφές από την όλη εξέλιξη της υπόθεσης ότι η υπεράσπιση αυτή εγκαταλείφθηκε. Συνεπώς, είναι η κρίση και κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη δεν απέσεισε το βάρος της απόδειξης του εν λόγω ισχυρισμού της και η σχετική υπεράσπιση είναι ανεδαφική και απορρίπτεται. Κατάληξη: Ενόψει όλων των ανωτέρω, η αγωγή επιτυγχάνει μερικώς και εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €234,00 υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων με νόμιμο τόκο από 9/11/2012, ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Σε ότι αφορά την ανταπαίτηση, για τους λόγους που έχω επίσης εξηγήσει ανωτέρω, αυτή απορρίπτεται. Ενόψει της κατάληξης του Δικαστηρίου, παρέλκει η ενασχόληση του Δικαστηρίου με το κατά πόσο η Εναγόμενη ήταν ικανό και/ή κατάλληλο πρόσωπο να αξιώνει ανταπαιτητικώς αποζημιώσεις εξ ονόματος της, θέση η οποία δικογραφήθηκε στην υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, ενόψει του ότι απαίτηση και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν, τα έξοδα τόσο της απαίτησης όσο και της ανταπαίτησης επιδικάζονται προς όφελος του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, περιορισμένα όμως σε ένα σετ εκεί όπου είναι κοινά για απαίτηση και ανταπαίτηση.[20] (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 A.Α.Δ 24, Latifundia Properties Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη
(2003)1 ΑΑΔ 670). [2] G.D.L.Trading (Famagusta) Ltd v. Φαρκονάς
(2010)1 Α.Α.Δ. 63. [3] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. [4] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. [5] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:C35, Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017). [6] Evangelou & another v. Ambizas & another
(1982)1 CLR 41, Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 ΑΑΔ 1 και Θεοσκέπαστη Φάρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 ΑΑΔ 984). [7] Νικήτα Ελένη ν. Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού
(2003)1 ΑΑΔ 344, Θρασυβούλου v. Κουλέρμου κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 293, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 Α.Α.Δ 252, Κυριακίδου ν. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ 45) [8] Ευαγγέλου ν. Γιαννακού
(1992)1 ΑΑΔ 1243. [9] Γιαννάκης Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 218 και Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 ΑΑΔ 267. [10] Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378, Χαραλάμπους v. Mc Gill, Πολιτική Έφεση Αρ. 38/2015, 18 Δεκεμβρίου 2019, Lang v. London Transport Executive
(1959)3 All E.R. 609, Ελπινίκη Παναγιώτου ν. Γεώργιος Κυρ. Μαύρου
(1970)1 CLR 215. [11] Μιχαήλ Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου Λάμπρου Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475), Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Ανδρέου κ.ά ν. Πηλέα
(2000)1 Α.Α.Δ. 459. [12] Κωνσταντίνου ν. Κατσιάρδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1178. [13] Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ ν. Mohammad Al Sharif
(2012)1 Α.Α.Δ. 28. [14] Μαυρίδης ν. Dharaghji
(1990)1 A.A.Δ.1013 [15] Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 178 με αναφορά στην Charalambous v. Kassapis
(1988)1 CLR 25 και Polykarpou v. Adamou
(1988)1 CLR 727. [16] Θεράπων Μιχαήλ ν. Ιωάννου & Παρασκευαΐδης Λτδ κ.α
(1998)1 ΑΑΔ 1494,1502. [17] Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858 [18] βλ. επίσης Ιωαννίδης ν. Χαραλαμπίδης, Πολιτική Έφεση ΑΡ. 336/2012, ημερ. 10/7/2018. [19] Κυριάκου Αθανασίου v. Δάφνης Ορφανίδου Πολιτική Έφεση Αρ. 73/11, 16 Δεκεμβρίου, 2015, Παναγιώτου ν. Φραγκίσκου κ.α.
(1999)1 ΑΑΔ 687, Αλεξάνδρου ν. Ιωάννου
(1996)1 ΑΑΔ 1157, Χριστοδούλου ν. Αγαθοκλέους
(1977)1 ΑΑΔ 396, Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239, Λοϊζου ν. Μουρτζή
(1999)1 ΑΑΔ 883, Μαϊττάς ν. Γεωργίου κ.α.
(1998)1 ΑΑΔ 1, Ζήνων Μερκής Λτδ. ν. Ελληνικής Τράπεζας
(1999)1 ΑΑΔ 1923, Παπαϊωάννου ν. Κωνσταντίνου
(2008)1 (Β) ΑΑΔ 1083, Ismail v. Αντωνίου κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A107, Πολιτική Έφεση Αρ. 333/2009, 12.2.2014 και Mc Gregor on Damages, 15η έκδοση, παράγραφος 23, σελ. 15). [20] Theomaria Estates Ltd ν. Samuel Mason και Άλλων,
(2005)1 Α.Α.Δ. 256. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.