Κορφιώτης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 798/2012, 11/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 798/2012 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX Κορφιώτης Ενάγων και Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγόμενη Ημερομηνία: 11 Ιανουαρίου 2021 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα Σ. Μιχαήλ για Ρ. & Χ. ΣΤΑΥΡΑΚΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενη : κα Μ. Τσαγκάρη. ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή: Ο Ενάγων αξιώνει την επιδίκαση ειδικών αποζημιώσεων ύψους €3.544,50 εναντίον του Εναγόμενου για ζημιές που, σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του, έχει υποστεί η εξοχική κατοικία του στην Ακτή Κυβερνήτη στη Λεμεσό συνεπεία της έκρηξης που έλαβε χώρα στις 11/7/2011 στη ναυτική βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» στο Μαρί. Ο Ενάγων αποδίδει την ευθύνη για την πρόκληση της επίδικης έκρηξης στην αμέλεια και/ή παράβαση των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων της Εναγόμενης, παραθέτοντας λεπτομέρειες της αμέλειας της Εναγόμενης καθώς επίσης και λεπτομέρειες των ειδικών ζημιών που έχει υποστεί. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι εφαρμόζεται η αρχή res ipsa loquitur. Στην υπεράσπιση της η Εναγόμενη προβάλλει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι ο Ενάγων κωλύεται και/ή δεν νομιμοποιείται να καταχωρήσει και/ή να απαιτήσει αποζημιώσεις για τις ζημιές που αφορούν προσαρτήματα και/ή κατασκευές που εφάπτονται στο τροχόσπιτο του Ενάγοντα καθότι αυτά έχουν τοποθετηθεί παράνομα και/ή χωρίς την εξασφάλιση των απαιτούμενων και/ή αναγκαίων αδειών για την τοποθέτησή τους. Άνευ βλάβης της ρηθείσας προδικαστικής ένστασης, η Εναγόμενη αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και την κατ' ισχυρισμό αμέλεια ή παράβαση των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων της, πλην του γεγονότος ότι στις 11.7.2011 και ώρα 5:50 π.μ. σημειώθηκε έκρηξη στη Ναυτική Βάση «Αντιστράτηγος Ευάγγελος Φλωράκης» (στο εξής η Ναυτική Βάση) στο Μαρί. Η Εναγόμενη στη συνέχεια παραθέτει τα γεγονότα τα οποία προηγήθηκαν της επίδικης έκρηξης, αναφερόμενη στην πορεία των εμπορευματοκιβωτίων μέχρι την τοποθέτηση τους στη Ναυτική Βάση στο Μαρί. Η Εναγόμενη επίσης αρνείται τις ζημιές του Ενάγοντα τις οποίες χαρακτηρίζει υπερβολικές και/ή απομακρυσμένες και αρνείται ότι τυγχάνει εφαρμογής η αρχή res ipsa loquitur. Παραδεκτά γεγονότα και επίδικα θέματα: Αμφότερες οι διάδικες πλευρές προέβησαν σε δηλώσεις παραδεκτών γεγονότων περιορίζοντας σε μεγάλο βαθμό τα επίδικα θέματα. Σημειώνω ότι οι δηλώσεις παραδεκτών γεγονότων έλαβαν χώρα στο πλαίσιο δύο δικασίμων. Στο πλαίσιο της δεύτερης δικασίμου έγιναν διάφορες διευκρινίσεις σε σχέση με τα όσα δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο της πρώτης δικασίμου καθότι, τόσο το Δικαστήριο όσο και τα ίδια τα μέρη, διαπίστωσαν ότι προέκυπταν κάποιες ασάφειες οι οποίες έχρηζαν διευκρίνισης στα όσα δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο της πρώτης δικασίμου. Παραθέτω πιο κάτω το σύνολο των γεγονότων που δηλώθηκαν ως παραδεκτά: (α) Ο Ενάγων διατηρούσε τροχόσπιτο στον κατασκηνωτικό χώρο της Ακτής του Κυβερνήτη. (β) Επί του τροχόσπιτου ανήγειρε λυόμενη κατασκευή αποτελούμενη από τσίγκους στην οροφή, ψευδοροφή από ξύλο και μεσότοιχους από ξυλεία επένδυσης τα οποία εφάπτονται κάθετα στο έδαφος και οριζόντια με το τροχόσπιτο. (γ) Η λυόμενη κατασκευή δεν είχε άδεια οικοδομής. (δ) Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει πλήρη ευθύνη για την επίδικη έκρηξη στο Μαρί που προκάλεσε ζημιά. (ε) Η επίδικη έκρηξη στο Μαρί για την οποία ευθύνεται η Εναγόμενη προκάλεσε ζημιά στο επίδικο τροχόσπιτο και την επίδικη λυόμενη κατασκευή. (στ) Το ύψος της ζημιάς της λυόμενης κατασκευής είναι €
- (ζ) Ο εξοπλισμός που καταστράφηκε στο τροχόσπιτο είναι αξίας €
- (η) Το ποσό για τον έλεγχο της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης στο τροχόσπιτο είναι €
- (θ) Το κόστος της εκτίμησης των ζημιών είναι €
- (ι) Κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο, βρισκόταν σε ισχύ ασφαλιστήριο συμβόλαιο μεταξύ του Ενάγοντα και της ασφαλιστικής εταιρείας Commercial General Insurance. Κατόπιν της έκρηξης του Μαρί ο Ενάγων υπέβαλε απαίτηση προς την ασφαλιστική εταιρεία για αποζημίωση βάσει σχετικού ασφαλιστηρίου. Για σκοπούς εξέτασης της απαίτησης του ενάγοντος και προσδιορισμού των πραγματικών ζημιών και του ύψους αυτών η εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία, με τη σύμφωνη γνώμη του Ενάγοντα, διόρισε εκτιμητή των ζημιών που προκλήθηκαν η αμοιβή του οποίου, ανερχόταν σε €350 και το οποίο καταβλήθηκε από την ασφαλιστική εταιρεία και όχι τον Ενάγοντα. Για πιο πάνω γεγονότα κάμνω ανάλογα ευρήματα. Δηλώθηκε από τη συνήγορο της Εναγόμενης ότι σε σχέση με τα ποσά που δηλώθηκαν ως παραδεκτά υπό τα σημεία (ζ) και (η) ανωτέρω η Εναγόμενη αποδέχεται την έκδοση απόφασης εναντίον της. Αμφότερες οι διάδικες πλευρές δήλωσαν επίσης ότι δεν επιθυμούσαν την προσκόμιση μαρτυρίας και περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων και εισηγήσεων τους. Καθίσταται σαφές υπό το φως των γεγονότων που δηλώθηκαν ως παραδεκτά και για τα οποία το Δικαστήριο προέβη σε ανάλογα ευρήματα ότι τα επίδικα θέματα περιορίστηκαν στα εξής ζητήματα: - Κατά πόσο Ενάγων δικαιούται να αξιώνει αποζημιώσεις σε σχέση με την λυόμενη κατασκευή του η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν είχε άδεια οικοδομής. Πιο συγκεκριμένα, κατά πόσο τυγχάνει εφαρμογής η υπεράσπιση της παρανομίας ή του δόγματος που έγινε γνωστό με το λατινικό αξίωμα ex turpi causa nor oritur actio η οποία εμποδίζει τον Ενάγοντα να αξιώνει αποζημιώσεις σε σχέση με αυτή. - Κατά πόσο ο Ενάγων δικαιούται να αξιώνει το κόστος της εκτίμησης των ζημιών το οποίο καταβλήθηκε από την ασφαλιστική εταιρεία και όχι τον Ενάγοντα. Οι εισηγήσεις και θέσεις των μερών: Έχω λάβει υπόψη μου τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων τα οποία έχουν εκτεθεί με πληρότητα και με τρόπο υποβοηθητικό προς το Δικαστήριο μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω με συνοπτικό τρόπο την επιχειρηματολογία των συνηγόρων των διαδίκων και θα περιοριστώ σε αναφορές στις αγορεύσεις όπου και εάν κριθεί σκόπιμο στη συνέχεια. Με αναφορά σε Κυπριακή και Αγγλική Νομολογία η βασική θέση των συνηγόρων του Ενάγοντα είναι ότι δεν θα πρέπει η παρανομία του ενάγοντα να του αποστερήσει τη δυνατότητα του να λάβει τις αιτούμενες αποζημιώσεις από την Εναγόμενη καθότι η δική του παρανομία, σύμφωνα πάντα με τη θέση της πλευράς του Ενάγοντα, δεν συνδέεται με την επίδικη έκρηξη στο Μαρί με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ενεργοποιηθεί το δόγμα ex turpi causa non oritur actio. Θα έπρεπε κατά την εισήγηση των συνηγόρων του Ενάγοντα, να υπάρχει συνεκτικός κρίκος μεταξύ της παρανομίας του Ενάγοντα να μην έχει άδεια οικοδομής για το υποστατικό του και της παράνομης καταστροφής του υποστατικού του από την έκρηξη στο Μαρί. Πρόκειται κατά την εισήγησή τους για δύο εντελώς ξεχωριστές παρανομίες με την παρανομία του Ενάγοντα να είναι κατά τη θέση τους μηδαμινή σε σύγκριση με την παρανομία των Εναγομένων και εντελώς ασύνδετη. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το πιο κάτω αυτούσιο απόσπασμα από τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων του Ενάγοντα από το οποίο αναδεικνύεται η βασική θέση που προβάλλεται: «είναι ξεκάθαρο ότι η παρανομία της μη ύπαρξης άδειας οικοδομής στο υποστατικό του ενάγοντα στην παρούσα υπόθεση, ουδόλως συνδέεται με την έκρηξη στο Μαρί και δεν μπορεί να ενεργοποιήσει το δόγμα «ex turpi causa nor oritur actio» για να του αποστερήσει το δικαίωμα να ανακτήσει αποζημιώσεις για τις ζημιές που αυτό υπέστη.» Σε σχέση με το κόστος της εκτίμησης των ζημιών προβάλλεται η θέση ότι το γεγονός ότι η έκθεση εκτίμησης των ζημιών πληρώθηκε από την ασφαλιστική εταιρεία είναι θέμα άσχετο με την υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλει το ποσό της εκτίμησης. Στην αντίπερα όχθη, η συνήγορος της Εναγόμενης με αναφορά σε Κυπριακή και Αγγλική Νομολογία εισηγήθηκε ότι ενόψει της παρανομίας του ενάγοντα που συνίσταται στην ανέγερση της λυόμενης κατασκευής χωρίς άδεια, ο Ενάγων δεν θα πρέπει να αποζημιωθεί κατ' εφαρμογή της υπεράσπισης της παρανομίας ή του δόγματος ex turpi causa το οποίο εφαρμόζεται και σε αστικά αδικήματα όπως αυτό της αμέλειας στην προκείμενη περίπτωση. Σύμφωνα με την εισήγηση της πλευράς της Εναγόμενης, η απαίτηση του Ενάγοντα είναι τόσο κοντινά ή άρρηκτα συνδεδεμένη με τη δική του παράνομη πράξη που το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αποδώσει θεραπεία στον Ενάγοντα χωρίς να φαίνεται ότι εγκρίνει αυτήν τη συμπεριφορά με αποτέλεσμα να πρέπει να επιτύχει η υπεράσπιση της παρανομίας. Σύμφωνα με την εισήγηση της πλευράς της Εναγόμενης, θα ήταν αντίθετο προς το περί δικαίου αίσθημα να επιτραπεί στον Ενάγοντα να αποκομίσει κέρδος από την ίδια την παράνομη πράξη του και θα πρέπει το Δικαστήριο να διασφαλίσει την ακεραιότητα του νομικού συστήματος η οποία, κατά τη θέση της, θα κλονιστεί με την απόδοση θεραπείας που συνδέεται με παράνομη πράξη. Σε ότι αφορά το κόστος της εκτίμησης, δεν έχει τεθεί κατά την εισήγηση της συνηγόρου της Εναγόμενης, το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο ώστε να δικαιολογείται η επιδίκαση του σχετικού κόστους στον Ενάγοντα στη βάση του ότι αυτό το ποσό δεν καταβλήθηκε από τον ίδιο. Ανέγερση οικοδομής χωρίς άδεια: Παρά το γεγονός ότι δεν υπήρξε ρητή παραδοχή από την πλευρά του Ενάγοντα ότι η επίδικη λυόμενη κατασκευή συνιστά οικοδομή εντός της έννοιας του όρου οικοδομή σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου (ΚΕΦ.96), για την ανέγερση της οποίας απαιτείτο η λήψη άδειας οικοδομής, εντούτοις, κάτι τέτοιο συνάγεται χωρίς αμφιβολία από το κείμενο της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων του Ενάγοντα όπου δηλώνεται εκ μέρους τους ευθαρσώς ότι η μη ύπαρξη άδειας οικοδομής για την ανέγερση της επίδικης λυόμενης κατασκευής από τον Ενάγοντα συνιστά παράνομη πράξη. Από την άλλη, η πλευρά της Εναγόμενης παραθέτει στο κείμενο της γραπτής αγόρευσής της τις σχετικές πρόνοιες του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου (ΚΕΦ.96) (στο εξής ο Νόμος) για να εισηγηθεί ότι η επίδικη λυόμενη κατασκευή συνιστά οικοδομή και ως τέτοια, ήταν απαραίτητη η εξασφάλιση άδειας οικοδομής. Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου, η οικοδομή ορίζεται ως ακολούθως: "οικοδομή" σημαίνει οποιαδήποτε κατασκευή, είτε από λίθους, σκυρόδεμα, πηλό, σίδερο, ξύλο ή άλλη ύλη, και περιλαμβάνει οποιοδήποτε λάκκο και οποιοδήποτε θεμέλιο, τοίχο, στέγη, καπνοδόχο, βεράντα, εξώστη, κορωνίδα ή προεξοχή ή τμήμα οικοδομής, ή οποιοδήποτε πράγμα που είναι προσαρτημένο σε αυτή, ή οποιοδήποτε τοίχο, ανάχωμα, φράκτη, περίφραγμα ή άλλη κατασκευή που περικλείει ή οροθετεί ή έχει σκοπό να περικλείει ή να οροθετεί οποιαδήποτε γη ή χώρο. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 του Νόμου με τον τίτλο Χάραξη κλπ. οδών και ανέγερση κλπ. οικοδομών απαγορεύεται χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής: «3.-
(1)Κανένα πρόσωπο δεν δύναται- . (β) να ανεγείρει ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να ανεγείρεται οικοδομή ή να κατεδαφίζει ή να ανοικοδομεί ή να προβαίνει σε μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή σε οποιαδήποτε υφιστάμενη οικοδομή ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να γίνει οποιαδήποτε τέτοια κατεδάφιση ή ανοικοδόμηση ή οποιαδήποτε τέτοια μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή . χωρίς άδεια γι' αυτό, η οποία λαμβάνεται προηγουμένως από την αρμόδια αρχή όπως καθορίζεται στο εδάφιο
(2)ή, όταν η άδεια εκδίδεται δυνάμει της δεύτερης επιφύλαξης του εδαφίου
(2)του άρθρου 14, από το Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως.» Επιπρόσθετα, η ανέγερση οικοδομής χωρίς άδεια συνιστά αδίκημα αφού σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 20 του Νόμου: «20.-
(1)Ανεξαρτήτως από την επιβολή οποιουδήποτε διοικητικού προστίμου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πρόσωπο το οποίο: . (α) Ανεγείρει οικοδομή χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλίσει άδεια οικοδομής, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 3· . διαπράττει αδίκημα για το οποίο υπόκειται σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει το ένα
(1)έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο ποινές μαζί και σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000) ή και στις δύο ποινές μαζί. .
(3)Επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη ποινή που καθορίζεται από το άρθρο αυτό, το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου καταδικάζεται πρόσωπο για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1), δύναται να διατάξει- (α) όπως η οικοδομή ή οποιοδήποτε τμήμα αυτής, ανάλογα με την περίπτωση, σε σχέση με την οποία το ποινικό αδίκημα διαπράχτηκε κατεδαφιστεί ή μετακινηθεί εντός τέτοιου χρόνου ως ήθελε καθοριστεί σε τέτοιο διάταγμα, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν υπερβαίνει τους δύο μήνες, εκτός αν στο μεταξύ ληφθεί άδεια σε σχέση με αυτή από την αρμόδια αρχή.» Είναι η κρίση και η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η επίδικη λυόμενη κατασκευή, συνιστά οικοδομή σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου για την ανέγερση της οποίας απαιτείτο η εξασφάλιση σχετικής άδειας οικοδομής. Δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε στοιχείο ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς το κατά πόσο είχε εξασφαλιστεί πολεοδομική άδεια σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμος του 1972 (90/1972), με τρόπο ώστε το Δικαστήριο να μην μπορεί να καταλήξει σε οποιοδήποτε εύρημα περί τούτου. Η πλευρά της Εναγόμενης στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης της κάνει αναφορά στις πρόνοιες του περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμου του 1969 (Ν. 40/1969)ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο σε σχέση με την τοποθέτηση τροχόσπιτων σε κατασκηνωτικούς χώρους. Δεν κρίνω σκόπιμο να προβώ σε οποιαδήποτε περί τούτου αναφορά καθότι δεν αμφισβητήθηκε από οποιαδήποτε πλευρά η νομιμότητα της ύπαρξης του τροχόσπιτου στον επίδικο κατασκηνωτικό χώρο κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο. Αντίθετα, η συνήγορος της Εναγόμενης δήλωσε ευθαρσώς ότι η Εναγόμενη αποδέχεται την έκδοση απόφασης εναντίον της σε σχέση με τις ζημιές που αφορούν το επίδικο τροχόσπιτο. Νομική Πτυχή: Η υπεράσπιση της παρανομίας ή το δόγμα που έγινε γνωστό με τη λατινική ορολογία ex turpi causa non oritur actio Η Κυπριακή Νομολογία Η αρχή του δικαίου ότι ένας ενάγων δεν δύναται να διεκδικεί θεραπεία και αποζημιώσεις στη βάση των δικών του παράνομων ενεργειών γνωστή με τη λατινική ορολογία ex turpi causa non oritur actio (from a disreputable cause an action does not arise ή, ελληνικά, από παράνομη ή ανήθικη συμπεριφορά δεν απορρέει αγωγή) απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Antonius HMF Vraets
(2009)1 Α.Α.Δ. 802. Σύμφωνα με τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης, είχε συναφθεί μεταξύ ενάγοντος και εναγομένων σύμβαση για αγορά και λαθρεμπόριο ακατέργαστων διαμαντιών στη μαύρη αγορά από την Αγκόλα και μεταφορά τους μέσω της Ευρώπης για επεξεργασία στον τελικό τους προορισμό στην Αμβέρσα του Βελγίου, με απώτερο στόχο την αποκόμιση μεγάλου κέρδους και τον διαμοιρασμό των κερδών μετά την πώληση των κατεργασμένων πλέον διαμαντιών. Ο Ενάγων αξίωσε την επιστροφή του ποσού που κατέβαλε στους εναγόμενους για τη δική του συμμετοχή στην όλη συναλλαγή, στη βάση παράβασης σύμβασης και διαζευκτικά, στη βάση συνωμοσίας για απάτη, καταδολίευση και ψευδείς παραστάσεις των εναγομένων με σκοπό την εξαπάτησή του. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δικαίωσε τον ενάγοντα στη διαζευκτική βάση του αστικού αδικήματος της συνωμοσίας για καταδολίευση. Το Ανώτατο Δικαστήριο παραμερίζοντας την πρωτόδικη κρίση στο σκεπτικό της οποίας εντόπισε θεμελιακό πρόβλημα και σφάλμα αρχής ανέφερε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Η πιο πάνω απόδοση θεραπείας με βάση τη θεμελίωση της στο αστικό αδίκημα της εξαπάτησης, έγινε, όμως, χωρίς καμία απολύτως αναφορά στη συμμετοχή του ιδίου του εφεσιβλήτου στην όλη συναλλαγή, συμμετοχή που το ίδιο το Δικαστήριο έκρινε ότι έλαβε χώραν αποκλειστικά και μόνο για σκοπούς αποκόμισης τεράστιου κέρδους και παρά τη γνώση του ότι πρόκειτο για μια παράνομη δραστηριότητα. Σε ταυτόχρονη παραγνώριση όμως της αποστέρησης της ταυτόσημης θεραπείας που εδραζόταν σε παράβαση συμφωνίας λόγω ακριβώς της διαπιστωθείσας παρανομίας. Αυτή η προσέγγιση από το πρωτόδικο Δικαστήριο περιείχε σφάλμα αρχής, εφόσον όταν μια δραστηριότητα κρίνεται παράνομη, τότε δεν μπορεί να θεμελιωθεί θεραπεία διαχωρίζοντας πλασματικά βάσεις αγωγής που προέρχονται όμως από τα ίδια γεγονότα που μιαίνονται από παρανομία. Το ενιαίο του δικαίου επιβάλλει και ενιαία αντιμετώπιση, επιτάσσει δε ισότιμη και κοινή μεταχείριση. Και ενώ αποδίδει δίκαιη και εύλογη θεραπεία αναδυόμενη από διαπιστωθέντα γεγονότα κατατάσσοντας τα στην ορθή νομική τους βάση, ασχέτως της δικογραφικής τους ανεπάρκειας, (Stylianou v. Papacleovoulou
(1982)1 C.L.R. 542, Vandervell's Trusts (No. 2) [1974] 3 All E.R. 205, Drane v. Evangelou [1978] 2 All E.R. 437 και Κυπριανού v. Βασιλείου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1320), οφείλει ταυτόχρονα να αποστερήσει το διάδικο που αναμειγνύεται σε παράνομες ενέργειες από οποιαδήποτε θεραπεία, έστω και αν επιχειρεί τεχνηέντως να θεμελιώσει τέτοια θεραπεία διατρέχοντας μέσα από διάφορες πιθανές νομικές βάσεις. . Πρόκειται για περίπτωση εφαρμογής του Λατινικού αξιώματος ex turpi causa non oritur actio, δηλαδή, όπως το έθεσε από πολύ παλιά, ο Lord Mansfield CJ στην Holman v. Johnson [1775] 1 Cowp 341: «no court will lend its aid to a man who founds his cause of action upon an immoral or illegal act.» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χριστοδούλου (ανωτέρω) επεσήμανε ότι παρόλο που αρχικά το δόγμα ex turpi causa σχετιζόταν με το δίκαιο των συμβάσεων και όχι με το δίκαιο των αστικών αδικημάτων εντούτοις αυτό επεκτάθηκε σε όλο το φάσμα του δικαίου. Παρατίθεται πιο κάτω σχετικό απόσπασμα από τις σελίδες 812-813: «Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα Street on Torts 11η έκδ. σελ. 106-109, παρόλο που η αρχική εφαρμογή του δόγματος του ex turpi causa σχετιζόταν με το δίκαιο των συμβάσεων και όχι το δίκαιο των αστικών αδικημάτων, κανένα Δικαστήριο δεν θα εφαρμόσει μια συμφωνία που προέρχεται από παράνομη συναλλαγή, αυτό δε επεκτείνεται σ' όλο το φάσμα του δικαίου. Όπως, επί λέξει, αναφέρεται: «. ... if the claimant must rely on an illegal contract to succeed in tort, his action in tort must also fail. So, in Taylor v. Chester the claimant deposited a £50 note with the defendant as security for his agreement to pay her for the 'rent' of her brothel for an orgy. His claim in detinue for return of the pledge failed because he could only deny the validity of the pledge by showing its illegal and immoral purpose.» Σε μεταγενέστερες αποφάσεις όπως τις Euro-Diam Ltd v. Bathurst [1990] 1 Q.B. 1 και Howard v. Shirlstar Container Transport Ltd [1990] 1 W.L.R. 1292, θεωρήθηκε ότι το δόγμα θα μπορούσε να τυγχάνει μιας πιο ελαστικής αντιμετώπισης κατά την οποία μικρές παρανομίες θα μπορούσαν να μην αποτελούν εμπόδιο στην επιδίωξη θεραπείας, αν κατά τα άλλα δεν θα ήταν αντίθετες με το περί δικαίου κοινό αίσθημα («public conscience»). Η προσπάθεια αυτή όμως αποδοκιμάστηκε στην απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στη Tinsley v. Milligan [1994] 1 A.C. 340, με αναφορά στη διαχρονική νομολογία, αρχής γενομένης από την Holman v. Johnson (πιο πάνω). Η απόφαση αυτή αφορούσε το δίκαιο των συμβάσεων, αλλά τυγχάνει εφαρμογής κατ' αναλογίαν και στις θεραπείες που στηρίζονται στο δίκαιο των αστικών αδικημάτων ή τουλάχιστον έχει θέσει υπό σοβαρή αμφισβήτηση ανάλογη θεραπεία ή ανάλογη προσέγγιση και στον τομέα των αστικών αδικημάτων. Έτσι, τόσο στην προγενέστερη απόφαση Pitts v. Hunt [1991] 1 Q.B. 24, όσο και στη μεταγενέστερη Clunis v. Camden and Islington Health Authority [1998] 3 All E.R. 180, η νομική αντιμετώπιση τέτοιων ζητημάτων στα αστικά αδικήματα εδράστηκε περισσότερο στην απαγόρευση απόδοσης θεραπείας λόγω της άμεσης συμμετοχής του ενάγοντος σε εγκληματική ενέργεια, παρά λόγω θεμάτων που άπτονται της δημόσιας πολιτικής ή του δημοσίου κοινού αισθήματος, έννοιες ακαθόριστες και μη επιδεχόμενες ακριβούς ερμηνείας. Όπως αναφέρεται στη σελ. 107 του πιο πάνω συγγράμματος, εξηγώντας τις πιο πάνω αποφάσεις: «For their Lordships, ex turpi was not a 'wholly discretionary' defence. If a claim in tort arises from participation in criminal conduct, no cause of action will lie against the claimant's fellow miscreants. And, similarly, when the harm complained of derives entirely from his own conviction for a criminal offence, any claim must also fail.»» (Οι υπογραμμίσεις και η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Το locus classicus είναι τα λόγια του Lord Mansfield στη Holman v. Johnson
(1775)1 Cowp 341, σ. 343, στην οποία αναφέρθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χριστοδούλου (ανωτέρω): "The objection, that a contract is immoral or illegal as between plaintiff and defendant, sounds at all times very ill in the mouth of the defendant. It is not for his sake, however, that the objection is ever allowed; but it is founded in general principles of policy, which the defendant has the advantage of, contrary to the real justice, as between him and the plaintiff, by accident, if I may so say. The principle of public policy is this; ex dolo malo non oritur actio. No court will lend its aid to a man who founds his cause of action upon an immoral or an illegal act. If, from the plaintiff's own stating or otherwise, the cause of action appears to arise ex turpi causa, or the transgression of a positive law of this country, there the court says he has no right to be assisted. It is upon that ground the court goes; not for the sake of the defendant, but because they will not lend their aid to such a plaintiff." (Οι υπογραμμίσεις και η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Η υπεράσπιση της παρανομίας απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο και στην υπόθεση Μαρίνα Τρ. Τρύφωνος κ.α. v. Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ,
(2006)1 ΑΑΔ 200, 6 Μαρτίου 2000 όπου οι εφεσίβλητοι ασφαλιστές αρνήθηκαν να καταβάλουν στους εφεσείοντες κληρονόμους του αποβιώσαντος Τρύφωνος χρηματικό ωφέλημα, στη βάση ασφαλιστηρίου εγγράφου μεταξύ του Τρύφωνος και των ιδίων, επειδή ο θάνατος του Τρύφωνος επήλθε κατά τη διάρκεια καταδίωξής του από την Αστυνομία αφού διέπραξε ένοπλη ληστεία σε υποκατάστημα τράπεζας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα πως η απόδοση του ποσού της αξίωσης στους κληρονόμους του Τρύφωνος θα αποτελούσε αναγνώριση των επιπτώσεων των εγκληματικών πράξεων του ασφαλισμένου γεγονός το οποίο αντίκειται προς το δημόσιο συμφέρον. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την πρωτόδικη κρίση ανάφερε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Ως θέμα δημοσίου συμφέροντος, κανένας δεν δικαιούται βοήθεια του δικαστηρίου για να αποκομίσει όφελος από δική του άδικη ή εγκληματική πράξη. Η αρχή αυτή, εφαρμόζεται ακόμα και στην περίπτωση όπου το καλυπτόμενο από την ασφάλεια ζημιογόνο γεγονός δεν είναι αποτέλεσμα άμεσης επιδίωξης του ασφαλισμένου αλλά τούτο προέκυψε εξαιτίας της εμπλοκής του σε άκρως επικίνδυνη κατάσταση όπου η επέλευση του συνιστά ορατή πιθανότητα και ο ασφαλισμένος εξακολουθεί να διακινδυνεύει. Βλ. MacGillivray on Insurance Law, 10th Edition, §§ 14,
- Στην προκείμενη περίπτωση, ο θάνατος του Τρύφωνος ήταν το φυσικό ή πιθανό αποτέλεσμα της εγκληματικής του δράσης και του κινδύνου κατά της ζωής του που εσκεμμένα δημιούργησε με τις πράξεις και την εν γένει συμπεριφορά του. Ο θάνατος ήταν πράγματι ένα προβλεπτό και πιθανό γεγονός ενόψει της κατάστασης που διαμορφώθηκε εξαιτίας της εγκληματικής δράσης του αποθανόντα και του κινδύνου που ηθελημένα αυτός ανέλαβε. Θεωρούμε πως το δικαστήριο, κάτω από αυτές τις περιστάσεις, ορθά δεν ήρθε αρωγό στην επιδίωξη των εφεσειόντων να αποκομίσουν χρηματικό όφελος. Σε αντίθετη περίπτωση θα υπήρχε σύγκρουση προς το δημόσιο συμφέρον και κατάφωρη παραβίαση των αρχών που διέπουν το κεφαλαιώδες αυτό θέμα. Βλ. Gray v. Barr [1971] 2 All E. R. 949, Beresford v. Royal Insurance Co Ltd [1938] 2 All E.R.
- » (Οι υπογραμμίσεις και η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Στην υπόθεση Χλόη Κωνσταντίνου v. Απλά ECLI:CY:AD:2015:A248, Πολ. Έφεση 55/2010, ημερ. 3/4/2015 το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε και επανέλαβε τα όσα είχαν νομολογηθεί στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Antonius HMF Vraets (ανωτέρω), επισημαίνοντας ότι το υπό συζήτηση αξίωμα έχει αναγνωριστεί από την αγγλική νομολογία ότι εφαρμόζεται και στο αστικό αδίκημα της αμέλειας. Στην υπόθεση Χλόη Κωνσταντίνου η εφεσίβλητη επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο που οδηγούσε η εφεσείουσα γνωρίζοντας ότι αυτή είχε πάρει το αυτοκίνητο παράνομα χωρίς τη συγκατάθεση των γονιών της και ότι δεν κατείχε άδεια οδήγησης. Το αυτοκίνητο συγκρούστηκε με σταθμευμένο όχημα και αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν ο τραυματισμός της εφεσίβλητης η οποία ήγειρε εναντίον της Εφεσείουσας αγωγή για αποζημιώσεις επιρρίπτοντας της την πλήρη ευθύνη για το ατύχημα. Το Ανώτατο Δικαστήριο παραμερίζοντας την πρωτόδικη κρίση δυνάμει της οποίας επιδικάστηκαν αποζημιώσεις προς όφελος της εφεσίβλητης έκρινε ότι το αξίωμα ex turpi causa τύγχανε πλήρους εφαρμογής στα γεγονότα της υπόθεσης «.στη βάση ότι η εφεσίβλητη δεν είχε δικαίωμα αξίωσης για αποζημιώσεις καθότι το δυστύχημα ήταν απόρροια κολάσιμης πράξης στην οποία συνέπραξε και η ίδια.» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Το Ανώτατο Δικαστήριο από πολύ παλιά επεσήμανε την ανάγκη διαφύλαξης του δημόσιου συμφέροντος στις περιπτώσεις όπου ανακύπτουν ζητήματα παρανομίας. Συγκεκριμένα, στην Glamor Development Ltd. v. Christodoulos Christodoulou
(1984)1 CLR 444 η οποία αφορούσε απαίτηση από δημόσιο υπάλληλο στη βάση ιδιωτικής συμφωνίας που είχε συνάψει χωρίς την άδεια του Υπουργού Οικονομικών και η όποια κρίθηκε παράνομη οδηγώντας την απαίτηση του Ενάγοντα σε απόρριψη λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο ως προς την ανάγκη διαφύλαξης του δημόσιου συμφέροντος: «In all cases of illegality, the Court is concerned not only with the normal process of finding a satisfactory adjustment of rights between the parties; but with promoting the public interest. If these two objectives conflict, the latter is generally regarded as the predominant one. » (Η υπογράμμιση και έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Η αγγλική Νομολογία και βιβλιογραφία Έχει αναγνωριστεί στην αγγλική βιβλιογραφία ότι από τις αποφάσεις οι οποίες ασχολήθηκαν με το υπό συζήτηση αξίωμα αναδεικνύεται κάποια πρακτική δυσκολία ως προς τις περιστάσεις υπό τις οποίες η παράνομη ή κολάσιμη συμπεριφορά του Ενάγοντα συνιστά εμπόδιο σε αξίωση του για αποζημιώσεις στη βάση αστικού αδικήματος. Έχει αναγνωριστεί ότι ένα πρόβλημα με το οποίο ήρθαν αντιμέτωπα τα Δικαστήρια ήταν η έλλειψη σαφήνειας σε σχέση με το εννοιολογικό περιεχόμενο και ανάλυση (conceptual foundation) της υπεράσπισης της παρανομίας ή του δόγματος το οποίο έγινε γνωστό με το λατινικό αξίωμα ex turpi causa nor oritur actio (βλ. Σύγγραμμα Clerk and Lindsell on Torts, 22η έκδοση, 2018, παρ. 3-04). Στο σύγγραμμα Clerk and Lindsell on Torts, 22η έκδοση, 2018, παρ. 3-05 αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα ως προς την κατά καιρούς προσέγγιση των αγγλικών δικαστηρίων σε περιπτώσεις όπου είχε εγερθεί η υπεράσπιση της παρανομίας ή επίκληση του υπό συζήτηση αξιώματος: «There have been various theories as to when the defence should apply: (
- i)when it is impossible for the court to determine the standard of care; (
- ii)when awarding damages to the claimant would be an affront to the public conscience; (iii) where the claimant has to rely on his own illegality in order to assert his claim; and (
- iv)when awarding damages to the claimant would undermine the integrity of the legal system.. One of the difficulties in developing a coherent approach to the defence of illegality has been its potential to provide a defence to various causes of action, involving claims in contract, property, tort or unjust enrichment, and in a wide variety of circumstances. A test that works in one context may be unsuited to being applied in another. Another problem has been judicial disagreement at the highest level as to whether the illegality defence should rest on a tight, rule-based approach or whether a wide range of factors should be taken into account by the court. This has made it extremely difficult to identify a single test for applying the defence; indeed it may be that following the decision of the Supreme Court in Patel v. Mirza there is no 'test' as such, rather than a broad approach which takes into account the different circumstances of each case.» (η υπογράμμιση και έμφαση είναι του παρόντος δικαστηρίου). Οι πρακτικές δυσκολίες που ανέκυψαν κατά την εφαρμογή της υπεράσπισης της παρανομίας ή του δόγματος που έγινε γνωστό με το λατινικό αξίωμα ex turpi causa nor oritur actio οδήγησε την Επιτροπή Νομικών στην Αγγλία σε συγγραφή και δημοσίευση διαφόρων εκθέσεων με πιο πρόσφατο το Law Commission Report, The Illegality Defence, (Law Com No 320) που εκδόθηκε τον Μάρτιο 2010 στο οποίο είχε γίνει μία ανάλυση των αποφάσεων που είχαν εκδοθεί μέχρι την ημερομηνία δημοσίευσης της εν λόγω έκθεσης και στο οποίο λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «We have reached the conclusion that it is not possible to lay down strict rules about when the illegality defence should apply. Instead, the courts should consider the policy rationales that underlie the defence and apply them to the facts of the case. On the one hand, the courts should attempt to do justice between the parties, enforcing the rights set down by law. On the other hand, the courts must not permit a claimant to profit from a wrong. They should deter illegal conduct and not allow the legal system to be abused by criminals.» Παρά τις πρακτικές δυσκολίες και την έλλειψη μίας συνεκτικής προσέγγισης στην εφαρμογή του υπό συζήτηση αξιώματος, η Επιτροπή νομικών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι σε ότι αφορά το πεδίο των αστικών αδικημάτων αλλά και άλλους τομείς δικαίου όπως οι συμβάσεις και ο αδικαιολόγητος πλουτισμός, δεν τίθετο θέμα νομοθετικής μεταρρύθμισης και ότι το ζήτημα θα έπρεπε να αφεθεί στη δικαστική εξουσία να διαμορφώσει τη νομολογία λέγοντας χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «We think that, in most areas of law, legislative intervention is not required to solve these problems. It is open to the courts to make the law more transparent and less apparently arbitrary by doing more to articulate the policy rationales that underlie their decisions. . Instead of purporting to apply rigid rules, the courts should consider each case to see whether the application of the illegality defence can be justified on the basis of the policies that underlie that defence. We did not think this would require a major alteration. The policy rationales were already found within the case law and the courts already apply them to do justice. All that was required was an incremental change, as courts became more prepared to articulate the policy reasons behind their decisions. The decision in Gray v Thames Trains shows that this incremental change is already taking place. As Lord Hoffmann explained, the illegality defence is based upon a group of reasons, which vary in different situations. In each case, the policy reasons must be considered against the facts of the case. » (Η έμφαση είναι του παρόντος δικαστηρίου). Το δίλημμα με το οποίο βρίσκονται αντιμέτωπα τα Δικαστήρια κάθε φορά που εγείρεται ζήτημα παρανομίας τέθηκε, πολύ εύστοχα, από τον δικαστή Bingham στην υπόθεση Saunders And Another V. Edwards And Another [1987] 1 WLR 1116: «Where issues of illegality are raised, the courts have (as it seems to
- me)to steer a middle course between two unacceptable positions. On the one hand it is unacceptable that any court of law should aid or lend its authority to a party seeking to pursue or enforce an object or agreement which the law prohibits. On the other hand, it is unacceptable that the court should, on the first indication of unlawfulness affecting any aspect of a transaction, draw up its skirts and refuse all assistance to the plaintiff, no matter how serious his loss nor how disproportionate his loss to the unlawfulness of his conduct. ... But I think that on the whole the courts have tended to adopt a pragmatic approach to these problems, seeking where possible to see that genuine wrongs are righted so long as the court does not thereby promote or countenance a nefarious object or bargain which it is bound to condemn.» (Οι υπογραμμίσεις και η έμφαση είναι του παρόντος δικαστηρίου). Στην υπόθεση Clunis v. Camden And Islington Health Authority [1998] Q.B. 978, στην οποία αναφέρθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χριστοδούλου (ανωτέρω), o Ενάγων είχε διαπράξει ανθρωποκτονία και είχε καταχωρήσει αγωγή εναντίον του Ιδρύματος νοσηλείας που τον παρακολουθούσε στη βάση του αστικού αδικήματος της αμέλειας ισχυριζόμενος ότι οι Εναγόμενοι είχαν αμελήσει να παράσχουν σε αυτόν την δέουσα ιατρική φροντίδα κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του, γεγονός που οδήγησε και προκάλεσε την ανθρωποκτονία του τρίτου προσώπου, την καταδίκη του Ενάγοντα για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας και την, συνεπεία αυτής, πρόκλησης ζημιάς στον Ενάγοντα. Η απαίτηση του απορρίφθηκε αφού κρίθηκε ότι αυτή εδραζόταν στην δική του παράνομη συμπεριφορά. Λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «In our view the plaintiff's claim does arise out of and depend upon proof of his commission of a criminal offence. But whether a claim brought is founded in contract or in tort, public policy only requires the court to deny its assistance to a plaintiff seeking to enforce a cause of action if he was implicated in the illegality and in putting forward his case he seeks to rely upon the illegal acts. » (Οι υπογραμμίσεις και η έμφαση είναι του παρόντος δικαστηρίου). Στο σύγγραμμα Winfield and Jolowich on Tort, 17η έκδοση, 2006, στη σελ. 1082 αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα με αναφορά στην υπόθεση Clunis: «The illegal act was clearly the very foundation of the claim in Clunis: unless he showed that he was detained for manslaughter the claimant could establish no loss. » Στην Gray v Thames Trains Ltd and another [2009] 4 All ER 81 at 91 στην οποία έγινε αναφορά και στο Law Commission Report όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, ο Ενάγων ήγειρε αγωγή στη βάση του αστικού αδικήματος της αμέλειας. Σύμφωνα με τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης, ο Ενάγων ανέπτυξε διαταραχή μετατραυματικού άγχους μετά από σιδηροδρομικό ατύχημα, αποτέλεσμα του οποίου ήταν να υποστεί κατάθλιψη και αλλαγή προσωπικότητας. Δύο χρόνια μετά το ατύχημα και ενώ βρισκόταν υπό ιατρική νοσηλεία μαχαίρωσε μέχρι θανάτου έναν άντρα. Βρέθηκε ένοχος για ανθρωποκτονία και διατάχθηκε η νοσηλεία του και κράτηση του σε ψυχιατρείο. Ήγειρε αγωγή εναντίον του χειριστή του τρένου για το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Η αμέλεια ήταν παραδεκτή από την πλευρά του Εναγόμενου. Το αίτημα του για αποζημίωση περιλάμβανε αποζημίωση για την αποστέρηση της ελευθερίας του, ζημιά στη φήμη και απώλεια εσόδων κατά τη διάρκεια της κράτησής του. Το Δικαστήριο απέρριψε την απαίτηση του Ενάγοντα κρίνοντας ότι η απαίτηση του εδραζόταν στη δική του παράνομη συμπεριφορά συνεπεία της οποίας καταδικάστηκε από ποινικό Δικαστήριο. Παρά το γεγονός ότι ήταν η αμελής συμπεριφορά του Εναγόμενου που είχε οδηγήσει στη διάπραξη του αδικήματος από τον Ενάγοντα, κρίθηκε ότι δεν μπορούσε ο Ενάγων να αναζητά αποζημιώσεις για τις συνέπειες της ποινής που του επιβλήθηκε. Το Δικαστήριο στην εν λόγω υπόθεση είχε απορρίψει τη μηχανιστική προσέγγιση του κατά πόσο ο Ενάγων είχε «βασιστεί στην παρανομία» για να προωθήσει την απαίτηση του (rely on the illegality) λέγοντας ότι η υπεράσπιση της παρανομίας θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με διάφορους λόγους πολιτικής (policy reasons) οι οποίοι μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με την κάθε περίπτωση, επισημαίνοντας ότι σε κάθε περίπτωση οι λόγοι πολιτικής θα πρέπει να εξετάζονται υπό το φως των πραγματικών γεγονότων της κάθε υπόθεσης έτσι ώστε το Δικαστήριο να καταλήγει στο τέλος της μέρας σε ένα δίκαιο αποτέλεσμα. Παραθέτω πιο κάτω κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τα οποία αναδεικνύεται η προσέγγιση του Δικαστηρίου και οι παράγοντες που λήφθηκαν υπόψη από αυτό: «[20] As applied to a case like this, where it is not suggested that the cause of action arises out of an illegal act, the question seems to us to be whether the relevant loss is inextricably linked with the claimant's illegal act or, as Beldam LJ put it, so closely connected or inextricably bound up with his criminal or illegal conduct that the court could not permit him to recover without appearing to condone that conduct. [27] We recognise of course that the rule is one of public policy. As, for example, Lord Goff put in Tinsley v Milligan [1994] 1 AC 340, 355 (albeit in the course of a dissenting speech): "the principle is not a principle of justice; it is a principle of policy, whose application is indiscriminate and so can lead to unfair consequences as between the parties to litigation." [30] The maxim ex turpi causa expresses not so much a principle as a policy. Furthermore, that policy is not based upon a single justification but on a group of reasons, which vary in different situations. . [32] The particular rule for which the appellants contend may, as I said, be stated in a wider or a narrow form. The wider and simpler version is that which was applied by Flaux J: you cannot recover for damage which is the consequence of your own criminal act. In its narrower form, it is that you cannot recover for damage which is the consequence of a sentence imposed upon you for a criminal act. I make this distinction between the wider and narrower version of the rule because there is a particular justification for the narrower rule which does not necessarily apply to the wider version. [35] There is nothing in the Clunis case [1998] QB 978 or the Worrall case which is inconsistent with the decision or reasoning in Cross v Kirkby [2000] CA Transcript No 321. It follows that there is nothing in them which is inconsistent with the proposition that a claim is not defeated by public policy unless the claim or a head of claim is inextricably bound up with or linked with the criminal conduct.». (Οι υπογραμμίσεις και η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Στην υπόθεση Hounga v Allen and another [2014] UKSC 47 μία δεκατετράχρονη Νιγηριανή (η ενάγουσα) είχε εισέλθει παράνομα στο Ηνωμένο Βασίλειο εξαπατώντας τις αρμόδιες αρχές με τη βοήθεια των ανθρώπων που στη συνέχεια την εργοδότησαν παράνομα ως οικιακή βοηθό. Στη συνέχεια, και αφού την είχαν απολύσει οι εργοδότες της, αξίωσε εναντίον τους αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση, απαίτηση η οποία περιλάμβανε και αξίωση για δεδουλευμένους μισθούς. Επίσης, αξίωνε αποζημιώσεις και στη βάση του αστικού αδικήματος της δυσμενούς διάκρισης εις βάρος της (unlawful discrimination). Το Πρωτόδικο Δικαστήριο είχε προβεί σε εύρημα ότι υπήρξε θύμα παράνομης διάκρισης ως αποτέλεσμα της οποίας δικαιούτο αποζημιώσεις για τον ψυχικό τραυματισμό τον οποίο είχε υποστεί, επιδικάζοντας αποζημιώσεις. Δεν επιδίκασε όμως αποζημιώσεις στη βάση της παράβασης σύμβασης καθώς επίσης και σε σχέση με τους δεδουλευμένους μισθούς αφού κρίθηκε ότι η Ενάγουσα εμποδιζόταν να απαιτεί αυτές τις αποζημιώσεις λόγω της παρανομίας της σύμβασης εργοδότησης. Το Εφετείο ανέτρεψε το μέρος της πρωτόδικης απόφασης που αφορούσε την επιδίκαση αποζημιώσεων λόγω διάκρισης λέγοντας ότι η απαίτηση της είχε διαβρωθεί από την παρανομία της σύμβασης εργοδότησης της. Το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση του Εφετείου επαναφέροντας την πρωτόδικη κρίση λέγοντας χαρακτηριστικά τα ακόλουθα σε σχέση με τους παράγοντες που έλαβε υπόψη του και την ανάγκη διαφύλαξη της δημόσιας τάξης στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης: « [42] The defence of illegality rests on the foundation of public policy. "The principle of public policy is this ." said Lord Mansfield by way of preface to his classic exposition of the defence in Holman v Johnson
(1775)1 Cowp 341, 343. "Rules which rest on the foundation of public policy, not being rules which belong to the fixed or customary law, are capable, on proper occasion, of expansion or modification": Maxim Nordenfelt Guns and Ammunition Co v Nordenfelt [1893] 1 Ch 630, 661 (Bowen LJ). So it is necessary, first, to ask "What is the aspect of public policy which founds the defence?" and, second, to ask "But is there another aspect of public policy to which application of the defence would run counter?" [44] Concern to preserve the integrity of the legal system is a helpful rationale of the aspect of policy which founds the defence even if the instance given by McLachlin J of where that concern is in issue may best be taken as an example of it rather than as the only conceivable instance of it. I therefore pose and answer the following questions: (
- a)Did the tribunal's award of compensation to Miss Hounga allow her to profit from her wrongful conduct in entering into the contract? No, it was an award of compensation for injury to feelings consequent on her dismissal, in particular the abusive nature of it. (
- b)Did the award permit evasion of a penalty prescribed by the criminal law? No, Miss Hounga has not been prosecuted for her entry into the contract and, even had a penalty been thus imposed on her, it would not represent evasion of it. (
- c)Did the award compromise the integrity of the legal system by appearing to encourage those in the situation of Miss Hounga to enter into illegal contracts of employment? No, the idea is fanciful. (
- d)Conversely, would application of the defence of illegality so as to defeat the award compromise the integrity of the legal system by appearing to encourage those in the situation of Mrs Allen to enter into illegal contracts of employment? Yes, possibly: it might engender a belief that they could even discriminate against such employees with impunity. [45] So the considerations of public policy which militate in favour of applying the defence so as to defeat Miss Hounga's complaint scarcely exist. [52] .the decision of the Court of Appeal to uphold Mrs Allen's defence of illegality to her complaint runs strikingly counter to the prominent strain of current public policy against trafficking and in favour of the protection of its victims. The public policy in support of the application of that defence, to the extent that it exists at all, should give way to the public policy to which its application is an affront; » (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Στην Hewison v Meridian Shipping PTE and others [2002] EWCA Civ 1821 ο Ενάγων ήγειρε αγωγή εναντίον, μεταξύ άλλων, του εργοδότη του στη βάση του αστικού αδικήματος της αμέλειας αξιώνοντας αποζημιώσεις ως αποτέλεσμα εργατικού ατυχήματος που έλαβε χώρα κατά την εργοδότηση του. Μεταξύ των αποζημιώσεων που αξίωνε ήταν και οι μελλοντικές απολαβές του, αφού ισχυρίστηκε ότι εάν δεν συνέβαινε το ατύχημα θα ήταν σε θέση να εξασφαλίσει εργοδότηση στην ίδια θέση την οποία είχε πριν το ατύχημα μέχρι και την αφυπηρέτηση του. Η ευθύνη για την πρόκληση του ατυχήματος από τους Εναγόμενους έγινε παραδεκτή. Έγινε επίσης εύρημα ότι ο Ενάγων εξαπάτησε τους εργοδότες τους αποκρύπτοντας από αυτούς ότι έπασχε από επιληψία με αποτέλεσμα να αποκτήσει, ένεκα αυτής της παράνομης συμπεριφοράς του, αθέμιτο όφελος, ήτοι την εργοδότηση του. Κρίθηκε ότι ο Ενάγων δεν μπορούσε να αποζημιωθεί για το μέρος της ζημιάς του που αφορούσε τις μελλοντικές του απολαβές καθότι αυτή η αξίωση του στηριζόταν ουσιαστικά στην παράνομη μελλοντική εξαπάτηση των εργοδοτών του, η οποία δεν μπορούσε να παραγνωριστεί ούτε να αποσυνδεθεί από την ίδια την αξίωση του παρά το γεγονός ότι αναγνωρίστηκε από το Δικαστήριο ότι αυτή η παράνομη συμπεριφορά του δεν συνδεόταν αιτιωδώς με την αμέλεια του εργοδότη του. Τονίστηκε επίσης ότι αυτή η παράνομη συμπεριφορά του δεν του αποστερούσε μεν το αγώγιμο δικαίωμα του για αμέλεια αλλά τον εμπόδιζε να ανακτήσει μέρος της κατ' ισχυρισμό ζημιάς που αξιώνε. Παραθέτω κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τα οποία αναδεικνύεται ο τρόπος προσέγγισης του Δικαστηρίου: [28] It is common ground that there are cases in which public policy will prevent a claimant from recovering the whole of the damages which, but for the rule of public policy, he would otherwise have recovered. The principle can perhaps be stated as a variation of the maxim so that it reads ex turpi causa non oritur damnum, where the damnum is the loss which would have been recovered but for the relevant illegal or immoral act. A classic example is the principle that a person who makes his living from burglary cannot have damages assessed on the basis of what he would have earned from burglary but for the defendant's negligence. [45] I have reached the clear conclusion that the judge was right and that the appellant should not be permitted to recover the loss of earnings which he would have received as a result of being employed as an AB/crane driver for the rest of his career. I have reached that conclusion for essentially these reasons: ..
- ii)In order for the appellant to be able to continue to work in that capacity he would have to deceive his future employers (whether the first respondent or others) by falsely representing that he did not suffer from epilepsy. .
- x)It is true that in the present case there was no causal connection between the appellant's deception and the respondents' negligence but on these facts that is not the point. The point is that the future loss of earnings directly depends upon future deception. In this regard I accept the submission that the focus must be on what would happen in the future and not on what has happened in the past. Thus the question is not whether the appellant was in fact entitled to recover the wages in respect of work actually performed but what he would have to do in order to earn money as an AB/crane operator in the future. The answer is that he would have to deceive his employers and commit the offence of obtaining a pecuniary advantage by deception.
- xi)I recognise that this is not a case where the appellant is seeking to recover the proceeds of crime, but as I see it that is only one example of a case in which a claimant is in substance relying upon his own unlawful or immoral act in order to establish a significant part of his claim. [52]... The question is not whether the appellant's claim as a whole is based on an illegality. It is not. Nor does any question arise as to whether the money he earned working for the respondents has to be repaid. The alleged illegality arises specifically in relation to his claim for future loss of earnings. This part of the appellant's claim can only be based on the assertion that he would have gone on working at sea by continuing to deceive his employers into believing that he was not suffering from epilepsy. Whether this would have amounted to one or more criminal offences does not really matter. The fact is that (however understandable) the appellant's future employment was dependent upon his continuing deceit of his employers. This deceit was not therefore collateral but essential to establish this part of the claim....» Το Ανώτατο Δικαστήριο στην Αγγλία στην υπόθεση Patel v Mirza [2016] UKSC 42 υιοθέτησε μία πιο φιλελεύθερη προσέγγιση σε σχέση με την εφαρμογή του δόγματος ex turpi causa non oritur actio από αυτήν που είχαν υιοθετήσει τα Δικαστήρια της χώρας τα προηγούμενα χρόνια με αναφορά στην Tinsley v Milligan [1994] 1 AC 340 στην οποία είχε υιοθετηθεί το λεγόμενο «reliance on the illegality test». Τα γεγονότα της υπόθεσης Tisnley είχαν ως ακολούθως: δύο γυναίκες είχαν συνεισφέρει στην απόκτηση ενός σπιτιού το οποίο όμως είχε εγγραφεί μόνο στο όνομα της μίας εκ των δύο με σκοπό να αποκτήσει η άλλη στην οποία δεν είχε εγγραφεί, όφελος από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων το οποίο δεν θα αποκτούσε εάν το σπίτι φαινόταν εγγεγραμμένο στο όνομά της. Όταν η γυναίκα στο όνομα της οποίας ήταν εγγεγραμμένο το σπίτι ήγειρε αγωγή εναντίον της άλλης για ανάκτηση κατοχής, η άλλη ήγειρε ανταπαίτηση αξιώνοντας το ½ μερίδιο της στο σπίτι. Η ανταπαίτηση της είχε επιτυχή κατάληξη στη βάση του ότι παρά την ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς από μέρους της ως προς τους λόγους που την ώθησαν στην εγγραφή του σπιτιού μόνο στο όνομα της άλλης πλευράς, αυτή δεν χρειάστηκε να βασιστεί (rely) σε αυτήν την παρανομία της για να αποδείξει την ανταπαίτηση της υπό την έννοια ότι το μόνο που χρειαζόταν να δείξει ήταν ότι είχε συνεισφέρει στην απόκτηση του σπιτιού χωρίς να χρειαζόταν να εξηγήσει γιατί το σπίτι δεν είχε εγγραφεί στο όνομα της. Στην Patel έγινε επίκριση του σκεπτικού και της προσέγγισης στη Tisnley η οποία χαρακτηρίστηκε ως μηχανιστική παραβλέποντας την ουσία του πράγματος παρά το γεγονός ότι η κατάληξη της δεν αποτέλεσε αντικείμενο επίκρισης. Στην Patel γίνεται εκτενής αναφορά από το Ανώτατο Δικαστήριο στo Law Commission Report, The Illegality Defence (Law Com No 320) που εκδόθηκε το 2010 και στο οποίο έγινε αναφορά από το παρόν Δικαστήριο σε προηγούμενο μέρος της παρούσας απόφασης, αναφέροντας χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «24 The commission considered that Tinsley v Milligan [1994] 1 AC 340, and cases following it, exemplified the problems of arbitrariness, uncertainty and potential for injustice. The rule applied in that case was arbitrary in that the question whether the illegality affected the recognition or enforcement of the trust depended not on the merits of the parties, nor the policies underlying the illegality defence, but on a procedural issue. Moreover the effect of applying the reliance principle in cases involving the presumption of advancement gave that presumption an overriding importance which it was never intended to have. It led to uncertainty because there was much confusion over what exactly amounted to "reliance", particularly when the claimant was seeking to establish an equitable interest under a constructive trust. It had the potential to force the court into unjust decisions because, by focusing on procedural matters, the reliance principle precluded the court from paying attention to the policies that justified the existence of the defence, or taking into account such matters as the seriousness of the illegality and the value of the interest at stake: Law Com No 320, paras 2.13-2.15. Στην Patel ο Ενάγων είχε καταβάλει στον εναγόμενο ένα μεγάλο ποσό χρημάτων στο πλαίσιο συμφωνίας σύμφωνα με την οποία θα στοιχημάτιζε σε συναλλαγές μετοχών βάσει εμπιστευτικών πληροφοριών που θα ελάμβανε ο Εναγόμενος (insider dealing). Το insider dealing αντίκειτο στις πρόνοιες του Criminal Justice Act 1993. Οι εμπιστευτικές πληροφορίες δεν λήφθηκαν από τον Εναγόμενο και αυτό το γεγονός οδήγησε στη μη υλοποίηση της συμφωνίας, με αποτέλεσμα ο Ενάγων να απαιτήσει την επιστροφή των χρημάτων του από τον Εναγόμενο. Έγινε επίκληση του υπό συζήτηση αξιώματος από την υπεράσπιση και το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε την εισήγηση της υπεράσπισης απορρίπτοντας την απαίτηση. H πρωτόδικη κρίση ανατράπηκε κατ' έφεση όπου αποφασίστηκε ότι η χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας θα έθετε τα μέρη στη θέση που θα βρίσκονταν πριν την συνομολόγηση της παράνομης σύμβασης και θα εμπόδιζε τον Εναγόμενο να πλουτίσει αδικαιολόγητα και μία τέτοια θεραπεία δεν αντίκειτο στη δημόσια τάξη ούτε επηρέαζε την ακεραιότητα του νομικού συστήματος. Δεν εντοπίστηκαν οποιοιδήποτε λόγοι πολιτικής (policy reasons) οι οποίοι να δικαιολογούν την απόρριψη της απαίτησης του Ενάγοντα. Ο λόρδος Tulson o οποίος έδωσε την απόφαση της πλειοψηφίας ανέφερε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα σε σχέση με την προσέγγιση που θα πρέπει να έχουν τα Δικαστήρια σε υποθέσεις όπου εγείρεται η υπεράσπιση της παρανομίας: «[92] To reach the best result in terms of policy, the judges need to have the flexibility to consider and weigh a range of factors in the light of the facts of the particular case before them. [99] Looking behind the maxims, there are two broad discernible policy reasons for the common law doctrine of illegality as a defence to a civil claim. One is that a person should not be allowed to profit from his own wrongdoing. The other, linked, consideration is that the law should be coherent and not self-defeating, condoning illegality by giving with the left hand what it takes with the right hand. [101] It is not a matter which can be determined mechanistically. So how is the court to determine the matter if not by some mechanistic process? In answer to that question I would say that one cannot judge whether allowing a claim which is in some way tainted by illegality would be contrary to the public interest, because it would be harmful to the integrity of the legal system, without (
- a)considering the underlying purpose of the prohibition which has been transgressed, (
- b)considering conversely any other relevant public policies which may be rendered ineffective or less effective by denial of the claim, and (
- c)keeping in mind the possibility of overkill unless the law is applied with a due sense of proportionality. We are, after all, in the area of public policy. That trio of necessary considerations can be found in the case law. [107] In considering whether it would be disproportionate to refuse relief to which the claimant would otherwise be entitled, as a matter of public policy, various factors may be relevant. Professor Burrows' list is helpful but I would not attempt to lay down a prescriptive or definitive list because of the infinite possible variety of cases. Potentially relevant factors include the seriousness of the conduct, its centrality to the contract, whether it was intentional and whether there was marked disparity in the parties' respective culpability. [108] The integrity and harmony of the law permit—and I would say require—such flexibility. Part of the harmony of the law is its division of responsibility between the criminal and civil courts and tribunals. [109] The courts must obviously abide by the terms of any statute, but I conclude that it is right for a court which is considering the application of the common law doctrine of illegality to have regard to the policy factors involved and to the nature and circumstances of the illegal conduct in determining whether the public interest in preserving the integrity of the justice system should result in denial of the relief claimed. I put it in that way rather than whether the contract should be regarded as tainted by illegality, because the question is whether the relief claimed should be granted. [110] I agree with the criticisms made in Nelson v Nelson 184 CLR 538 and by academic commentators of the reliance rule as laid down in Bowmakers Ltd v Barnet Instruments Ltd [1945] KB 65 and Tinsley v Milligan [1994] 1 AC 340, and I would hold that it should no longer be followed.» [115] In the present case I would endorse the approach and conclusion of Gloster LJ. She correctly asked herself whether the policy underlying the rule which made the contract between Mr Patel and Mr Mirza illegal would be stultified if Mr Patel's claim in unjust enrichment were allowed. After examining the policy underlying the statutory provisions about insider dealing, she concluded that there was no logical basis why considerations of public policy should require Mr Patel to forfeit the moneys which he paid into Mr Mirza's account, and which were never used for the purpose for which they were paid. She said that such a result would not be a just and proportionate response to the illegality. I agree. Στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Henderson (A Protected Party, by her litigation friend, The Official Solicitor) v Dorset Healthcare University NHS Foundation Trust [2020] UKSC 43, ημερ. 30/10/2020, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε την προσέγγιση στη Patel σχολιάζοντας και την επίδραση της Patel στην υφιστάμενη νομολογία σε σχέση με το υπό συζήτηση αξίωμα. Επρόκειτο για υπόθεση στην οποία η Ενάγουσα έπασχε από σχιζοφρένεια και νοσηλευόταν στους Εναγόμενους. Η Ενάγουσα σκότωσε τη μητέρα της και καταδικάστηκε για ανθρωποκτονία. Ήγειρε αγωγή εναντίον του Ιδρύματος στο οποίο νοσηλευόταν στη βάση του αστικού αδικήματος της αμέλειας ζητώντας αποζημιώσεις ισχυριζόμενη ότι ήταν η δική τους αμέλεια κατά τη φροντίδα της που οδήγησε στον τραγικό σκοτωμό της μητέρας της. Η απαίτηση της απορρίφθηκε κατ' επίκληση του υπό συζήτηση δόγματος αφού θεωρήθηκε ότι η ζημία η οποία είχε υποστεί και την αποκατάσταση της οποίας αξίωνε ήταν απόρροια της δικής της εγκληματικής πράξης να σκοτώσει τη μητέρα της. Παραθέτω κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τα οποία αναδεικνύεται ο τρόπος προσέγγισης του όλου ζητήματος και το σκεπτικό που οδήγησε στην απορριπτική κατάληξη: [46] Lord Rodger emphasised the importance of preventing inconsistency in the law and thereby preserving the integrity of the legal system: "77. In British Columbia v Zastowny [2008] 1 SCR 27, 38, para 23, Rothstein J treated the need to preserve the integrity of the justice system, by preventing inconsistency in the law, as a matter of judicial policy that underlay the ex turpi causa doctrine. In other words, in the circumstances of that case the application of the ex turpi causa doctrine helped to promote the more fundamental legal policy of preventing inconsistency in the law. That such a policy exists is beyond question. In Zastowny and the preceding cases, the need was to ensure that the civil and criminal courts were consistent in their handling of the plaintiff's criminal conduct and its consequences. But that is simply one manifestation of a desirable attribute of any developed legal system. . Likewise, in the present case, when considering the claim for loss of earnings, a civil court should bear in mind that it is desirable for the criminal and civil courts to be consistent in the way that they regard what the claimant did. As Samuels JA observed in State Rail Authority of New South Wales v Wiegold 25 NSWLR 500, 514, failure to do so would generate the sort of clash between civil and criminal law that is apt to bring the law into disrepute." [59] That the consistency principle applies to both the narrow and the wide claims in Gray is supported and explained by Lord Sumption in his dissenting judgment in Patel at para 232: «.But it seems to me. that the internal coherence of the law is also the reason why it will not give effect in a civil court to a cause of action based on acts which it would punish in a criminal court. As Lord Hughes put it in Hounga v Allen [2014] 1 WLR 2889, para 55, a dissenting judgment but not on this point, 'the law must act consistently; it cannot give with one hand what it takes away with another, nor condone when facing right what it condemns when facing left'." [76] . Patel concerned a claim in unjust enrichment, but there can be little doubt that it was intended to provide guidance as to the proper approach to the common law illegality defence across civil law more generally. [119] . For one branch of the law to enable a person to profit from behaviour which another branch of the law treats as being criminal or otherwise unlawful would tend to produce inconsistency and disharmony in the law, and so cause damage to the integrity of the legal system, as is recognised in Patel (at paras 99 to 101). In cases where it features, it too is a factor to be taken into account, even though it may not reflect the purpose of the prohibition transgressed. [120] In considering the issue of consistency and coherence in the law, the closeness of the connection between the claim and the illegal act may well be of relevance. The closer that connection is, the greater and more obvious may be the inconsistency and consequent risk of harm to the integrity of the legal system. The rejection by the majority in Patel of reliance as the test of illegality did not mean that reliance was thereby rendered irrelevant to the policy-based approach. It may not provide a satisfactory test of illegality, but it will often be a relevant factor. [121] Thirdly, questions arise as to the weight it may be appropriate to give to different policy considerations. At para 99 Lord Toulson recognised the importance of the policy considerations that a person should not be allowed to profit from his own wrongdoing and that the law should be coherent. Where either or both of these considerations are engaged it would seem appropriate that they are given great weight. This was a point made by Lord Kerr in his judgment at para 143 where he stated as follows: "143. Lord Toulson JSC's solution to this question also permits readier access to investigation of the traditional justifications for the ex turpi causa maxim - preservation of the integrity of the legal system and preventing profit from wrongdoing. If, on examination of the particular circumstances of the case, these can be shown to weigh heavily in the balance, it is more likely that the defence will be upheld." [77] Thirdly, that does not mean that Patel represents "year zero" and that in all future illegality cases it is Patel and only Patel that is to be considered and applied. That would be to disregard the value of precedent built up in various areas of the law to address particular factual situations giving rise to the illegality de-fence. Those decisions remain of precedential value unless it can be shown that they are not compatible with the approach set out in Patel in the sense that they cannot stand with the reasoning in Patel or were wrongly decided in the light of that reasoning. Lord Toulson made it clear in Patel that the principles he identified were to be found in the existing case law.» (Οι υπογραμμίσεις και η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Υπό το φως τόσο της κυπριακής όσο και της αγγλικής νομολογίας όπως αυτή φαίνεται να έχει διαμορφωθεί μετά την απόφαση στην Patel, καθίσταται σαφές ότι η υπεράσπιση η οποία είναι γνωστή με τη λατινική ορολογία ex turpi causa non oritur actio πρέπει να προσεγγίζεται πραγματιστικά και με προσοχή. Πρόκειται για ένα δόγμα που βασίζεται και έχει τις ρίζες του στην ευρύτερη αρχή δημόσιας πολιτικής πως δεν μπορεί να δίδεται από τα δικαστήρια αρωγή σε οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο επιδιώκει να αποκομίσει όφελος από παράνομες πράξεις του. Η πραγματικότητα έχει πολλές εκφάνσεις και η κατάταξη των περιπτώσεων που εμφιλοχωρεί κάποιου είδους παρανομία δεν είναι πάντα εύκολη, ειδικά στις περιπτώσεις των αστικών αδικημάτων. Δεν είναι κάθε παρανομία που οδηγεί στην ενεργοποίηση του υπό συζήτηση αξιώματος αφού πρέπει να αναδεικνύεται κάποια ενεργός εμπλοκή του Ενάγοντα στην παρανόμια η οποία να συνδέεται με την αξίωση του ενάγοντος. Η έννοια, έκταση και σημασία της σύνδεσης της παρανομίας με τα γεγονότα από τα οποία προκύπτει κάθε φορά το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα είναι ζήτημα το οποίο εξετάζεται σε συνάρτηση με τα πραγματικά δεδομένα της υπό εξέτασης επίδικης διαφοράς. Δεν υπάρχει κάποια μηχανιστική προσέγγιση ούτε έχουν τεθεί από την νομολογία με περιοριστικό τρόπο αυστηρά κριτήρια τα οποία πρέπει με περιοριστικό τρόπο να λαμβάνονται υπόψη. Τα Δικαστήρια θα πρέπει να έχουν επίσης κατά νου την ανάγκη διασφάλισης της ακεραιότητας του νομικού συστήματος με αναφορά στον τρόπο που τα δικαστήρια ποινικής δικαιοδοσίας αντιμετωπίζουν την εκάστοτε παράνομη συμπεριφορά. Επιβάλλεται στο τέλος της μέρας προσεκτική ανάλυση και εξέταση των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και εξισορρόπηση των συγκρουόμενων συμφερόντων και δικαιωμάτων με τελικό γνώμονα το δημόσιο συμφέρον. Υπαγωγή των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης στις εφαρμοστέες νομικές αρχές: Η απαίτηση του Ενάγοντα εδράζεται στην ύπαρξη ζημιάς σε μία παρανόμως ανεγερθείσα οικοδομή την αποκατάσταση της οποίας αξιώνει. Η δική του παράνομη και ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά να ανεγείρει την επίδικη λυόμενη κατασκευή δεν είναι ασύνδετη με την απαίτηση που ο ίδιος προβάλλει. Η ύπαρξη της παρανόμως ανεγερθείσας οικοδομής του (απόρροια της δικής του παράνομης πράξης) αποτελεί το θεμέλιο της απαίτησης του υπό την έννοια ότι αξιώνει την αποκατάσταση της ζημιάς που έχει υποστεί η παρανόμως ανεγερθείσα οικοδομή του. Η εισήγηση των συνηγόρων του Ενάγοντα ότι η δική του παρανομία στην ανέγερση αυτού του επίδικου υποστατικού είναι ασύνδετη με την επίδικη έκρηξη στο Μαρί, δεν είναι το ζητούμενο, ούτε και μπορεί να αποκλείσει την εφαρμογή του υπό συζήτηση αξιώματος. Είναι γεγονός ότι δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του Ενάγοντα να ανεγείρει το επίδικο υποστατικό και της αμέλειας των εναγομένων. Άλλωστε, δεν υπήρξε τέτοια εισήγηση από την Εναγόμενη. Αυτό όμως που έχει σημασία και δεν μπορεί να παραγνωριστεί στην υπό εξέταση περίπτωση από το Δικαστήριο είναι ότι ο Ενάγων, προέβη σε μία ποινικά κολάσιμη πράξη, ήτοι την ανέγερση της επίδικης οικοδομής, στην παράνομη ύπαρξη της οποίας τώρα στηρίζεται για να καρπωθεί όφελος, παραγνωρίζοντας ότι η ίδια η ύπαρξη της επίδικης οικοδομής είναι προϊόν της δικής του παράνομης συμπεριφοράς, με το πρόσχημα ότι η επίδικη έκρηξη θα συνέβαινε ανεξάρτητα από το γεγονός της παράνομης ανέγερσης του επίδικου υποστατικού. Η σύνδεση της παρανομίας του Ενάγοντα με την απαίτηση του για αποκατάσταση της ζημιάς στο επίδικο παρανόμως ανεγερθέν υποστατικό του είναι ξεκάθαρη και δεδομένη. Δεν μπορεί ούτε να αποσυνδεθεί ούτε να διαχωριστεί από την απαίτηση του Ενάγοντα. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι η παρανομία του Ενάγοντα δεν είναι ένα τυχαίο γεγονός στο σύνολο των γεγονότων από τα οποία απορρέει το αγώγιμο δικαίωμά του στην υπό κρίση υπόθεση αφού ο Ενάγων στηρίζεται στο αποτέλεσμα της δικής του ποινικά κολάσιμης πράξης, ήτοι αυτήν καθαυτή την ύπαρξη του επίδικου υποστατικού, επιδιώκοντας την αποκόμιση οφέλους. Με άλλα λόγια, η παράνομη ενέργεια του Ενάγοντα να ανεγείρει την επίδικη οικοδομή σχετίζεται με τα γεγονότα από τα οποία έχει προκύψει το αγώγιμο δικαίωμα που προωθεί στην παρούσα υπόθεση υπό την έννοια ότι η επίδικη ζημιά (συστατικό στοιχείο του αστικού αδικήματος της αμέλειας που αποτελεί την νομική βάση της αξίωσης του) επισυνέβη σε περιουσία την οποία ο ίδιος παράνομα έχει αναγείρει και η οποία κανονικά δεν θα έπρεπε να είχε ανεγερθεί. Μάλιστα, εάν ληφθεί υπόψη και το ύψος του αξιούμενου, σε σχέση με το παρανόμως ανεγερθέν υποστατικό, ποσού, ήτοι €1565 σε σύγκριση με ποσό που αντιστοιχεί στο νόμιμο μέρος της περιουσίας του Ενάγοντα, ήτοι €812, μπορεί να γίνει εύκολα αντιληπτή και η έκταση της παρανομίας, η οποία υπό τις περιστάσεις, δεν ήταν καθόλου ασήμαντη. Άλλωστε, το γεγονός αυτό προκύπτει και από την ίδια την περιγραφή της παρανόμως ανεγερθείσας οικοδομής στην οποία προέβηκαν τα μέρη κατά τη δήλωση παραδεκτών γεγονότων όπου δηλώθηκε ότι: «Η λυόμενη κατασκευή αποτελείται από τσίγκους στην οροφή, ψευδοροφή από ξύλο και μεσότοιχους από ξυλεία επένδυσης τα οποία εφάπτονται κάθετα στο έδαφος και οριζόντια με το τροχόσπιτο». Δεν μπορεί να παραγνωριστεί από το Δικαστήριο ούτε να αποσυνδεθεί από την επίδικη απαίτηση το γεγονός ότι ο Ενάγων, προωθώντας την υπόθεση του, στηρίζεται στην ύπαρξη μίας περιουσίας η οποία (ύπαρξη) είναι απόρροια της δικής του ποινικά κολάσιμης πράξης. Η παρανομία του έχει διαβρώσει την απαίτηση του με τρόπο ώστε το δόγμα ex turpi causa non oritur actio να τυγχάνει εφαρμογής στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και ο Ενάγων να εμποδίζεται να αξιώνει αποζημιώσεις για την παρανόμως ανεγερθείσα επίδικη λυόμενη κατασκευή. Ο Ενάγων δεν θα πρέπει να καρπωθεί όφελος για τη ζημιά που έχει υποστεί σε σχέση με την παράνομη συμπεριφορά του. Η επιδίκαση των αιτούμενων αποζημιώσεων δεν θα μπορούσε να λάβει χώρα χωρίς να δίδεται ταυτόχρονα η εντύπωση ότι το Δικαστήριο επικροτεί και επιβραβεύει την παρανομία του Ενάγοντα. Ο Ενάγων δικαιούται μόνο να αξιώνει την αποκατάσταση της ζημιάς στο τροχόσπιτο του και αυτό γιατί η παρανομία του να προβεί στην ανέγερση των προσαρτημάτων στο τροχόσπιτο (δηλαδή τη λυόμενη κατασκευή) δεν συνδέεται με την απαίτηση του για αποκατάσταση της ζημιάς στο τροχόσπιτο του η νομιμότητα της ύπαρξης του οποίου είναι παραδεκτή από τα μέρη. Συνεπώς, ακόμα και εάν προβαλλόταν από την Εναγόμενη η θέση ότι η παρανομία του Ενάγοντα επηρεάζει το σύνολο της απαίτησης του Ενάγοντα, κατ' εφαρμογή του υπό συζήτηση αξιώματος (θέση η οποία δεν προβάλλεται αφού η Εναγόμενη αποδέχτηκε την έκδοση απόφασης εναντίον της σε σχέση με τις ζημιές στο τροχόσπιτο) δεν θα μπορούσε μία τέτοια θέση να έχει επιτυχή έκβαση αφού η παρανομία του Ενάγοντα είναι εντελώς ασύνδετη με το μέρος που αφορά την αξίωση του για το νόμιμο μέρος της περιουσίας του, δηλαδή το τροχόσπιτο. Και αυτό βεβαίως, γιατί τα μέρη διαχώρισαν την επίδικη περιουσία του Ενάγοντα σε νόμιμο και παράνομο μέρος χωρίς να υπάρχει εισήγηση ότι το παράνομο κομμάτι της δεν μπορούσε να διαχωριστεί από το νόμιμο, παρά το γεγονός ότι δικογραφικά η περιουσία του Ενάγοντα είχε χαρακτηριστεί ως «εξοχική κατοικία». Ο Ενάγων έχει με τις παράνομες πράξεις του θέσει τον εαυτό του στη δυσάρεστη για τον ίδιο θέση στην οποία βρίσκεται σήμερα. Η έκνομη συμπεριφορά του να ανεγείρει την επίδικη οικοδομή ενείχε για τον ίδιο μεγάλο και ορατό κίνδυνο να εκθέσει τον εαυτό του σε ζημιά μεγαλύτερη από αυτή που θα υπόκειτο εάν περιοριζόταν μόνο στο τροχόσπιτό του, τον οποίο ηθελημένα ανέλαβε με τις πράξεις και την εν γένει συμπεριφορά του. Το Δικαστήριο δεν μπορεί, υπό τις περιστάσεις, να καταστεί αρωγός στην επιδίωξη του Ενάγοντα να αποκομίσει χρηματικό όφελος. Καθίσταται σαφές ότι εάν ο Ενάγων δεν προέβαινε στις έκνομες αυτές ενέργειες της ανέγερσης της επίδικης λυόμενης κατασκευής δεν θα βρισκόταν σήμερα στη δυσάρεστη για τον ίδιο θέση και η άρνηση χορήγησης προστασίας από το Δικαστήριο δεν είναι τίποτα άλλα παρά μία συνέπεια της έκνομης συμπεριφοράς του την οποία θα πρέπει να επωμιστεί. Στην υπόθεση Χλόη Κωνσταντίνου (ανωτέρω) η πράξη της ενάγουσας να επιβιβαστεί και να καταστεί συνεπιβάτιδα στο όχημα το οποίο εν γνώσει της παράνομα οδηγείτο από την οδηγό δεν ήταν αυτό που προκάλεσε το ατύχημα. Με άλλα λόγια, δεν είχε σύνδεση ή καλύτερα, αιτιώδη συνάφεια με την αμέλεια της Εναγόμενης. Η συμμετοχή της Ενάγουσας όμως στην παρανομία που προηγήθηκε του δυστυχήματος, που ήταν η επιβίβαση της σε όχημα που γνώριζε ότι οδηγείτο παράνομα από ανήλικη οδηγό χωρίς τη συγκατάθεση των γονέων της, δεν μπορούσε να διαχωριστεί και να αποσυνδεθεί από την αξίωση της για αποζημιώσεις. Συνακόλουθα, υπό το φως των όσων έχω εξηγήσει ανωτέρω, η όλη επιχειρηματολογία της πλευράς του Ενάγοντα περί μη ύπαρξης σύνδεσης της παρανομίας του Ενάγοντα με την επίδικη έκρηξη δεν τον βοηθά ούτε και μπορεί να αποκλείσει την εφαρμογή του υπό συζήτηση δόγματος. Κρίνω όμως σκόπιμο να αναφέρω και τα ακόλουθα: Τα πράγματα ενδεχομένως να ήταν διαφορετικά για τον Ενάγοντα εάν ετίθετο ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι ο Ενάγων είχε προβεί σε διαβήματα για την έκδοση των απαιτούμενων αδειών με τρόπο ώστε αυτό το οποίο ουσιαστικά απέμενε να ήταν η έκδοση των απαιτούμενων από τις αρμόδιες αρχές εγγράφων τα οποία για λόγους διαδικαστικούς (και άσχετους με το πρόσωπο του Ενάγοντα) δεν είχαν κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο εκδοθεί από τις αρμόδιες αρχές. Με άλλα λόγια, να ετίθετο ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι ναι μεν κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο δεν είχαν εκδοθεί οι απαιτούμενες άδειες, πλην όμως ο λόγος μη έκδοσης τους ήταν για παράδειγμα ο φόρτος εργασίας των αρμόδιων αρχών με αποτέλεσμα να ήταν θέμα ημερών η έκδοση τους. Δεν τέθηκαν όμως τέτοια δεδομένα ενώπιον του Δικαστηρίου προκειμένου αυτά να ληφθούν υπόψη και να αξιολογηθούν από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, η απαίτηση για αποζημίωση του Ενάγοντα σε σχέση με την παρανόμως ανεγερθείσα οικοδομή του δεν θα μπορούσε να έχει επιτυχή κατάληξη αφού κάτι τέτοιο, θα συνιστούσε πλήγμα στην ακεραιότητα του νομικού συστήματος. Και εξηγώ: Δεν μπορώ να παραγνωρίσω ότι τα Δικαστήρια ποινικής δικαιοδοσίας σε μία προσπάθεια να διασφαλίσουν την εγκυρότητα της πολεοδομικής νομοθεσίας και την αποκατάσταση της νομιμότητας καταδικάζουν συμπεριφορές όπως αυτήν του Ενάγοντα και, κατά κανόνα, εκδίδουν διατάγματα κατεδάφισης παρανόμως ανεγερθείσων οικοδομών (βλ. Αδελφοί Λαμπριανίδη κ.ά. ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερίου
(1989)2 Α.Α.Δ. 390[1] και Φωτίου ν. Δήμου Πάφου
(1991)2 Α.Α.Δ. 294.). Δεν νοείται, κατά την κρίση μου, τα Δικαστήρια ασκώντας αστική δικαιοδοσία να επιδικάζουν αποζημιώσεις για ζημιές σε παρανόμως ανεγερθείσες οικοδομές υπό το πρόσχημα ότι ο Ενάγων δεν συνέβαλε στο γεγονός (εδώ η επίδικη έκρηξη) που προκάλεσε τη ζημιά στο παρανόμως ανεγερθέν υποστατικό του. Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε πλήγμα στην ακεραιότητα του νομικού συστήματος της χώρας και σύγκρουση προς το δημόσιο συμφέρον και τον χαρακτήρα του νομικού συστήματος ως δέσμης αξιών και αρχών, απολήγοντας ουσιαστικά σε επιβράβευση και ανοχή της παράνομης συμπεριφοράς του Ενάγοντα. Τυχόν επιδίκαση αποζημιώσεων προς όφελος του Ενάγοντα για το μέρος που σχετίζεται με την παρανόμως ανεγερθείσα οικοδομή του στην ουσία θα ισοδυναμούσε με έγκριση και συνέχιση της παρανομίας ώστε αυτός που παρανομεί να αισθάνεται ότι μπορεί να διαπράττει τέτοιου είδους αδικήματα και να απολαμβάνει όχι μόνο τους καρπούς της παρανομίας του αλλά και να τυγχάνει της προστασίας των Δικαστηρίων. Όπως πολύ εύστοχα τέθηκε υπό του έντιμου δικαστή Γ. Μ. Πική στην υπόθεση Αδελφοί Λαμπριανίδη (ανωτέρω), όπου επικυρώθηκε η πρωτόδικη κρίση για έκδοση διατάγματος κατεδάφισης σε ποινική υπόθεση για ανέγερση οικοδομής κατά παράβαση του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου: «Αποτελεί θεμελιώδη κανόνα του κράτους δικαίου ότι κανένας, όσο ψηλά κι αν βρίσκεται, δε μπορεί να εξουσιοδοτήσει εκτροπή από τη νομιμότητα. Πρέπει να γίνει κατανοητό, τόσο από τους εφεσείοντες όπως και από κάθε πολίτη, στον προγραμματισμό των πράξεων του ότι ο νόμος δεν είναι μόνο η υπέρτατη αρχή αλλά και η μόνη πηγή για την απόκτηση δικαιωμάτων. Η προσδοκία για την ανοχή της παρανομίας δεν αποτελεί λόγο για τη διαιώνισή της.» Το κόστος της έκθεσης εκτίμησης των ζημιών: Απομένει να εξεταστεί το ζήτημα του κόστους της έκθεσης εκτίμησης των ζημιών και συγκεκριμένα κατά πόσο το ποσό που αντιστοιχεί σε αυτήν την έκθεση θα πρέπει να επιδικαστεί προς όφελος του Ενάγοντα ενόψει του ότι, όπως δηλώθηκε, αυτό δεν καταβλήθηκε από τον ίδιο αλλά από την ασφαλιστική του εταιρεία. Δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά επί τούτου αφού το ζήτημα είναι απλό. Το ζήτημα που έχει εγερθεί διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 65 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (ΚΕΦ.148) το οποίο αναφέρει τα ακόλουθα: Πoσά πoυ δεv λαμβάvovται υπόψη κατά τov υπoλoγισμό της απoζημίωσης 65. Κατά τov υπoλoγισμό της απoζημίωσης πoυ πρέπει vα πληρωθεί εξαιτίας αστικoύ αδικήματoς δεv λαμβάvεται καθόλoυ υπόψη oπoιoδήπoτε πoσό- (α) Τo oπoίo πληρώθηκε ή τo oπoίo πρέπει vα πληρωθεί βάσει σύμβασης ασφάλειας ή ασφάλισης σε σχέση με τo αστικό αυτό αδίκημα͘ (β) τo oπoίo καταβλήθηκε ή τo oπoίo πρέπει vα καταβληθεί από τo Ταμείo Κoιvωvικώv Ασφαλίσεωv ως παρoχή ή επίδoμα σε ασφαλισμέvo πρόσωπo συvεπεία τωv ίδιωv περιστάσεωv oι oπoίες δημιoυργoύv τη voμική υπoχρέωση για απoζημίωση σε σχέση με τo αστικό αυτό αδίκημα. Καθίσταται σαφές ότι το γεγονός ότι το ποσό το οποίο αντιστοιχεί στο κόστος της έκθεσης εκτίμησης των ζημιών πληρώθηκε από την ασφαλιστική εταιρεία του ενάγοντα, στη βάση ιδιωτικής συμφωνίας, δεν σημαίνει πως αυτά δεν είναι διεκδικήσιμα από τον Ενάγοντα και συνεπώς, ο Ενάγων δικαιούται να αξιώνει το ποσό αυτό το οποίο και θα πρέπει να επιδικαστεί υπέρ του. Παραπέμπω επίσης στην απόφαση Nicola Huxtable Christiansen ν. Blue Med. Hotels Ltd., 22 Σεπτεμβρίου 1998,
(1998)1 ΑΑΔ 1542, όπου είχε εγερθεί παρόμοιο ζήτημα. Επιδίκαση Τόκου: Στο άρθρο 58(α) του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπεται η επιδίκαση του τόκου επί ολοκλήρου ή μέρους των επιδικασθεισών αποζημιώσεων για ολόκληρη ή μέρος της περιόδου μεταξύ της ημερομηνίας γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος και της ημερομηνίας έκδοσης της απόφασης. Έγινε εισήγηση από την πλευρά της Εναγόμενης ότι ο τόκος στην προκείμενη περίπτωση θα πρέπει να αρχίσει από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης και όχι από την ημερομηνία της έκρηξης και αυτό γιατί δεν υπάρχει απόδειξη ότι έχουν πράγματι καταβληθεί από τον Ενάγοντα τα ποσά που αξιώνονται. Στην προκείμενη περίπτωση η επίδικη έκρηξη έλαβε χώρα στις 11/7/2011 και η αγωγή καταχωρίστηκε στις 3/2/2012. Δεν τέθηκε τίποτα ενώπιον του Δικαστηρίου που να εξηγεί τον λόγο της καθυστέρησης στην καταχώριση του κλητηρίου εντάλματος σε συνάρτηση με τον χρόνο γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι η πιο ορθή και δίκαια διαταγή είναι η επιδίκαση νόμιμου τόκου από την ημερομηνία καταχώρισης του κλητηρίου εντάλματος. Το κατά πόσο έχουν καταβληθεί τα ποσά που αξιώνονται και πότε κρίνω ότι δεν επηρεάζει ούτε μπορεί να διαφοροποιήσει την κατάληξη του Δικαστηρίου σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Κατάληξη: Για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω, η αγωγή επιτυγχάνει μερικώς. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €1362 υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, ήτοι 3/2/2012 μέχρι εξόφλησης. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγομένης, ως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]«Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην οποία έγινε εκτεταμένη αναφορά από το πρωτόδικο Δικαστήριο υποστηρίζει ότι ο πρωταρχικός παράγοντας στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς την έκδοση διατάγματος κατεδάφισης είναι η διασφάλιση της εγκυρότητας της πολεοδομικής νομοθεσίας (Περί Οδών και Οικοδομών Νόμος και Κανονισμοί) και η αποκατάσταση της νομιμότητας. Η έκδοση διατάγματος για την κατεδάφιση παράνομων οικοδομών μπορεί να αποφευχθεί μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που η παρέκκλιση από τους όρους οικοδομής είναι ασήμαντη σε τέτοιο βαθμό που η κατεδάφιση του συνόλου της οικοδομής θα συνιστούσε τιμωρία δυσανάλογη προς τη βαρύτητα του πταίσματος. Όμως και στην περίπτωση που η παρέκκλιση από τους όρους είναι ασήμαντη, και το μέρος της οικοδομής το οποίο συνιστά την παρανομία διαχωρίζεται από το υπόλοιπο και σ' εκείνη την περίπτωση δικαιολογείται έκδοση διατάγματος κατεδάφισης του συγκεκριμένου μέρους που συνιστά την παράβαση». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο