← Κύπρος

ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Αγωγής: 4393/2017, 14/1/2021

ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Αγωγής: 4393/2017, 14/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4393/2017 ΜΕΤΑΞΥ: ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ και XXXXX ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ ______________________________________________________________________ Αίτηση ημερομηνίας 3/01/2020 για παραμερισμό απόφασης Ημερομηνία: 14 Ιανουαρίου 2021 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια - Εναγόμενη: κα Η. Ηρακλέους προσωπικά Για την Καθ' ης η Αίτηση - Ενάγουσα: κα Π. Κωνσταντινίδου για ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή: Με την υπό κρίση Αίτηση η οποία καταχωρίστηκε στις 03/01/2020, η Αιτήτρια αξιώνει τα ακόλουθα: «(α) Ακύρωση της απόφασης λόγω του ότι η έκδοση της απόφασης επιτεύχθηκε συνεπεία ψευδών δηλώσεων, απάτης αλλά και σε μεταγενέστερο στάδιο σε πλαστογραφία εγγράφου.» Στο σημείο (β) του αιτητικού της υπό κρίση αίτησης αναγράφεται το εξής: «η αίτηση βασίζεται στην Δ.19 Κ. 5». Καθίσταται σαφές ότι η νομική βάση της αίτησης έχει συμπεριληφθεί στο αιτητικό αυτής. Το ίδιο ισχύει και με την αναφορά ότι αυτή στηρίζεται στην ένορκη δήλωση της ίδιας της Εναγόμενης - Αιτήτριας η οποία αναφορά αποτελεί το σημείο (γ) του αιτητικού της υπό κρίση Αίτησης. Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι στις 8/2/2018 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης λόγω παράλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους της. Η απόφαση, σύμφωνα πάντα με τις δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας καθώς και τις θέσεις που προώθησε προς απόδειξη της απαίτησής της στην απουσία της Εναγόμενης, αφορούσε οφειλόμενο από την Εναγόμενη ποσό ύψους €851,69 το οποίο αντιστοιχούσε στην αξία κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος για την χρονική περίοδο μεταξύ 6.6.2017 και 20.6.2017, μαζί με καθυστερημένα οφειλόμενα ποσά από προηγούμενους λογαριασμούς. Περαιτέρω αναφορά στα όσα προηγήθηκαν της υπό κρίση Αίτησης θα γίνει στη συνέχεια. Η υπό κρίση Αίτηση: Η υπό κρίση Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της ίδιας της Αιτήτριας η οποία αποτελείται από 84 παραγράφους και στην οποία επισυνάπτει 33 Τεκμήρια. Η Αιτήτρια αναφέρει, συνοπτικά, ότι η Ενάγουσα καταχώρησε την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή ενώ γνώριζε ότι εκκρεμούσε προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο εναντίον της για κατάχρηση εξουσίας. Σύμφωνα με την Αιτήτρια, ενόψει της καταχώρισης της προσφυγής, οι δηλώσεις της Ενάγουσας στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής ότι δεν αμφισβήτησε το χρέος είναι ψευδείς. Αναφέρεται επίσης σε λήψη από την ίδια ενός παραφουσκωμένου λογαριασμού, χωρίς να διευκρινίζει εάν πρόκειται για τον λογαριασμό σε σχέση με τον οποίο έχει εκδοθεί εναντίον της απόφαση, και σε υποβολή αιτήματος προς την Ενάγουσα για τεχνικό έλεγχο του μετρητή. Συνεχίζει η Αιτήτρια λέγοντας ότι μέχρι την επίσκεψη του τεχνικού για να γίνει ο έλεγχος που είχε ζητήσει, η ίδια είχε επισκεφθεί τα υποστατικά της Ενάγουσας όπου είχε εκδοθεί πλάνο για την πληρωμή του ποσού μέχρι τον τεχνικό έλεγχο. Αναφέρει η Αιτήτρια ότι είχε εν τέλει ενημερωθεί από την Ενάγουσα ότι έγινε η επίσκεψη του τεχνικού και ότι ο μετρητής κατέγραφε σωστά. Αφού ζήτησε αντίγραφο του ελέγχου που έγινε, παραθέτει στην ένορκη δήλωση της λεπτομέρειες των συζητήσεων που είχε με τους αρμόδιους λειτουργούς της Ενάγουσας οι οποίοι της παρέδωσαν τελικά το έγγραφο που είχε ζητήσει. Ακολούθως, παραθέτει την επιχειρηματολογία της ως προς το γιατί πιστεύει ότι το έγγραφο που της δόθηκε είναι πλαστό. Κύριος άξονας της επιχειρηματολογίας της είναι ότι το έγγραφο σε σχέση με τον έλεγχο του μετρητή (Τεκμήριο 5 στην ένορκη της δήλωση) καταγράφει ημερομηνία προγενέστερη από την ημερομηνία διενέργειας του ελέγχου (30/3/17) αλλά και υποβολής του επίσημου παραπόνου της (27/3/17). Βεβαίως, ουδέν αναφέρει η Εναγόμενη ως προς το γεγονός ότι στο Τεκμήριο 5 που η ίδια επισυνάπτει αναγράφεται στο μέσο του εγγράφου υπό τον τίτλο «Επίλυση Παραπόνου», η ημερομηνία 30/3/

  1. Στη συνέχεια, η Αιτήτρια με αναφορά στο ποσό για το οποίο εκδόθηκε η απόφαση της οποίας επιδιώκει τον παραμερισμό, αναφέρει ότι η Ενάγουσα ψευδώς ανέφερε ότι υπήρχαν καθυστερημένα οφειλόμενα υπόλοιπα από προηγούμενους λογαριασμούς. Προς υποστήριξη της θέσης της κάνει αναφορά σε προηγούμενους λογαριασμούς με τελευταίο τον λογαριασμό που αφορούσε την περίοδο 5/12/2016 - 3/2/2017 ο οποίος, όπως αναφέρει, είχε οφειλόμενο ποσό ύψους €758.
  2. Συνεχίζει, προς περαιτέρω υποστήριξη της θέσης της, αναφέροντας ότι συμφωνήθηκε να πληρωθεί το ποσό αυτό με μηνιαίες δόσεις μέχρι να προβεί σε έλεγχο ο τεχνικός. Προβαίνει στη συνέχεια σε παράθεση των πληρωμών στις οποίες είχε προβεί καταλήγοντας ότι είχε πληρώσει συνολικά το ποσό των €460,
  3. Ουδέν αναφέρει όμως ως προς το τι απέγινε το υπόλοιπο ποσό, δηλαδή, με άλλα λόγια, το ποσό που αντιστοιχεί στη διαφορά του ποσού που πλήρωσε με το ποσό που η ίδια ανέφερε ότι ήταν οφειλόμενο ύψους €758.87 και κατά πόσο εν τέλει αυτό χρεώθηκε ως καθυστερημένο σε μεταγενέστερους λογαριασμούς. Ακολούθως, αναφέρεται στην έκδοση τιμολογίου για υπέρογκο, όπως το χαρακτηρίζει, ποσό ύψους €378.90 για την περίοδο από 1/3/2017- 10/4/2017, χωρίς να αναφέρει κατά πόσο πληρώθηκε το ποσό αυτό ή όχι. Στη συνέχεια, η Αιτήτρια κάνει αναφορά σε λογαριασμούς του έτους 2015 και 2016 παραθέτοντας αντίγραφα των λογαριασμών αυτών ως Τεκμήριο για να καταλήξει λέγοντας ότι, συγκριτικά με τους εν λόγω λογαριασμούς, αυτά που κλήθηκε να πληρώσει το 2016 και 2017 ξεπερνούσαν τα συνηθισμένα όρια. Δεν εξηγεί όμως πως συνδέονται αυτοί οι λογαριασμοί με τον επίδικο λογαριασμό αφού, από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που επισυνάπτει, καθίσταται σαφές ότι αυτοί αφορούν άλλη διεύθυνση υποστατικού και άλλο λογαριασμό. Ακολούθως, στις παραγράφους 55 και 56 της ένορκης της δήλωσης κάνει αναφορά σε απάτη και κλοπές που διενεργούσε η Ενάγουσα στον παρελθόν χωρίς όμως να εξειδικεύει με αναφορά σε θετικά γεγονότα σε τι συνίστατο η κατ' ισχυρισμό απάτη και κλοπές. Αυτό το οποίο αναφέρει, είναι τη θέση της ότι ο έλεγχος του μετρητή θα έπρεπε να είχε γίνει ενώπιον της και ότι η Ενάγουσα αρκέστηκε στην έκδοση ενός πλαστού εγγράφου. Στη συνέχεια, κάνει αναφορά σε δόλο από την πλευρά της Ενάγουσας ο οποίος, σύμφωνα με την ίδια, συνίστατο στο ότι η Ενάγουσα δεν της έδωσε έγκαιρα την απόφαση που εκδόθηκε στην παρούσα υπόθεση αλλά την απέστειλε στην Εναγόμενη την τελευταία μέρα κατά την οποία θα μπορούσε, σύμφωνα πάντα με την ίδια, να την εφεσιβάλει. Βεβαίως, στη συνέχεια κάνει αναφορά σε επιστολή, την οποία επισυνάπτει, η οποία είχε προωθηθεί στην ίδια από το Πρωτοκολλητείο με την οποία ενημερωνόταν από το Δικαστήριο ότι σε τέτοιες περιπτώσεις δεν παρέχεται το δικαίωμα έφεσης αλλά αίτηση για παραμερισμό της απόφασης. Θα γίνει αναφορά στη συνέχεια στις περιστάσεις υπό τις οποίες η εν λόγω επιστολή είχε προωθηθεί στην Εναγόμενη. Η Αιτήτρια στη συνέχεια αναφέρει ότι έχει προβεί σε καταγγελία με γραπτή επιστολή στην Αστυνομία σε σχέση με το πλαστό έγγραφο και ζήτησε από την Ενάγουσα κατάσταση λογαριασμού η οποία, σύμφωνα με την Αιτήτρια, αρνήθηκε να την προμηθεύσει με τη σχετική κατάσταση λογαριασμού. Εν τέλει, αναφέρει ότι η ίδια είχε προβεί σε καταγγελία εναντίον της Ενάγουσας, χωρίς να διευκρινίζει που είχε υποβληθεί η εν λόγω καταγγελία, και ότι η Ενάγουσα μετά την καταγγελία την προμήθευσε με την πλαστή, σύμφωνα με την ίδια, κατάσταση λογαριασμού. Δεν διευκρινίζει σε τι συνίστατο η ισχυριζόμενη εκ μέρους της πλαστότητα της κατάστασης λογαριασμού, παρά μόνο αναφέρει ότι σε αυτήν δεν παρουσιάζονται πληρωμές που είχε κάνει η Αιτήτρια και αποκρύπτει από αυτή επιπρόσθετες χρεώσεις και μεταφορές χρημάτων από τον λογαριασμό της σε άλλο λογαριασμό. Δεν παραθέτει λεπτομέρειες και στοιχεία σε σχέση με τις κατ' ισχυρισμό πληρωμές και μεταφορές χρημάτων. Περαιτέρω, παρουσιάζει ως Τεκμήρια αντίγραφα καταστάσεων λογαριασμών και συγκεκριμένα την πλαστή και την πραγματική κατάσταση λογαριασμού, όπως η ίδια τις χαρακτηρίζει, χωρίς να διευκρινίζει γιατί η μία είναι πραγματική και η άλλη πλαστή ή να εξηγεί πως συνδέονται αυτές με τον επίδικο λογαριασμό αφού, από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που επισυνάπτει, καθίσταται σαφές ότι αυτές αφορούν άλλη διεύθυνση υποστατικού και άλλο λογαριασμό. Καταληκτικά, αναφέρει ότι στη βάση των όσων έχει αναφέρει στην ένορκη δήλωση της, δεν οφείλει το εν λόγω ποσό ή οποιοδήποτε μέρος του εν λόγω ποσού. Αναδρομή στον φάκελο της δικογραφίας: Σε αυτό το στάδιο και προτού αναφερθώ στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης που καταχωρίστηκε εκ μέρους της Ενάγουσας - Καθ' ης η Αίτηση, κρίνω σκόπιμο να προβώ σε μία αναδρομή στον φάκελο της δικογραφίας έτσι ώστε να καταστεί αντιληπτό το τι ακριβώς προηγήθηκε της καταχώρισης της υπό κρίση Αίτησης. Η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή καταχωρίστηκε στις 29/11/
  4. Στις 4/12/2017 έλαβε χώρα προσωπική επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στην Αιτήτρια - Εναγόμενη και υπάρχει εντός του φακέλου σχετική περί τούτου ένορκη δήλωση επίδοσης εκ μέρους του ιδιώτη επιδότη ο οποίος είχε προβεί στην επίδοση της αγωγής στην Εναγόμενη. Σημείωμα εμφάνισης δεν καταχωρίστηκε εκ μέρους της Εναγόμενης - Αιτήτριας και στις 23/1/2018 οι συνήγοροι της Ενάγουσας καταχώρισαν αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης. Μετά την καταχώρηση σχετικής ένορκης δήλωσης προς απόδειξη της απαίτησης της Ενάγουσας, στις 8/2/2018 εκδόθηκε απόφαση εναντίον της Εναγόμενης. Στις 23/3/2018, η Εναγόμενη προώθησε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο επιστολή προς το Δικαστήριο μέσω της οποίας εξέφραζε διάφορα παράπονα για την έκδοση της απόφασης λέγοντας ότι δεν της δόθηκε η δυνατότητα να ακουστεί και ισχυριζόμενη ότι εκδόθηκε συνεπεία δόλου και απάτης της Ενάγουσας και του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί την Ενάγουσα. Στις 29/3/2018, έγινε πρακτικό από το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) στο οποίο καταγράφεται το γεγονός ότι είχε τεθεί ενώπιον του η επιστολή της Εναγόμενης πλην όμως υπό τις περιστάσεις έκρινε ότι δεν είχε τεθεί δεόντως οποιοδήποτε αίτημα από την Εναγόμενη το οποίο θα έπρεπε να τύχει εξέτασης από το Δικαστήριο. Παράλληλα, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες στο Πρωτοκολλητείο όπως αποσταλεί επιστολή στην εναγόμενη μέσω της οποίας να ενημερώνεται για τα ακόλουθα:

(1)ότι η διαδικασία είχε προχωρήσει με την έκδοση απόφασης στην απουσία της βάση διαδικασίας προβλεπόμενης στους κανονισμούς σε περιπτώσεις επίδοσης της αγωγής και μη εμφάνισης του εναγόμενου όπως ήταν και η παρούσα περίπτωση.
(2)Ότι σε τέτοιες περιπτώσεις υπάρχει η δυνατότητα καταχώρισης αίτησης για ακύρωση της απόφασης. Στις 5/4/2018, αποστάληκε η επιστολή από το Πρωτοκολλητείο στην Εναγόμενη σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου. Ακολούθως, στις 14/6/2018, καταχωρίστηκε από την Ενάγουσα αίτηση έρευνας εναντίον της Εναγόμενης. Σημειώνω εδώ ότι η αίτηση έρευνας εξακολουθεί να εκκρεμεί. Στις 21/9/2018 που ήταν η πρώτη εμφάνιση στο πλαίσιο της αίτησης έρευνας, εμφανίστηκε η Εναγόμενη αναφέροντας ότι η απόφαση εκδόθηκε λόγω πλάνης και ότι θα προχωρούσε με αίτηση παραμερισμού. Στις 8/10/2018, καταχωρίστηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου έγγραφο με τίτλο αίτημα παραμερισμού απόφασης. Στις 2/11/2018, εμφανίστηκε εκ νέου η Εναγόμενη στο πλαίσιο της αίτησης έρευνας ζητώντας περαιτέρω χρόνο για καταχώριση αίτησης παραμερισμού. Το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) έδωσε οδηγίες στον Πρωτοκολλητή να διευκρινίσει τι αφορούσαν τα έγγραφα που καταχωρίστηκαν στις 8/10/
  1. Δεν προκύπτει από το πρακτικό του Δικαστηρίου να έγινε οποιαδήποτε αναφορά από την Εναγόμενη ότι είχε καταχωρίσει αίτηση αλλά αντίθετα, προκύπτει ότι αυτή ζήτησε περαιτέρω χρόνο για την καταχώριση της. Στις 19/12/2018, υπήρξε νέα εμφάνιση όπου αναφέρθηκε από την Εναγόμενη ότι είχε καταχωριστεί ένσταση στην αίτηση έρευνας. Δεν εντοπιζόταν όμως στον φάκελο. Στις 18/12/2018 καταχωρίστηκε ένσταση στην αίτηση έρευνας. Στις 11/1/2019, ορίστηκε για ακρόαση η αίτηση έρευνας στις 15/3/
  2. Δεν φαίνεται να έγινε μέχρι αυτό το στάδιο οποιαδήποτε περαιτέρω μνεία σε σχέση με τα έγγραφα που είχαν καταχωριστεί στις 8/10/2018 με τίτλο αίτημα παραμερισμού απόφασης είτε από το Δικαστήριο είτε από την ίδια την Εναγόμενη. Στις 15/3/2019 που ήταν ορισμένη για ακρόαση η αίτηση έρευνας, το Δικαστήριο, αναβάλλοντας την ακρόαση, έδωσε νέες οδηγίες για καταχώριση αίτησης παραμερισμού στην Εναγόμενη επαναορίζοντας την αίτηση έρευνας στις 3/6/2019, με οδηγίες τυχόν αίτηση παραμερισμού να καταχωριστεί μέχρι τότε. Στις 3/6/2019, δεν υπήρξε εμφάνιση εκ μέρους της Εναγόμενης στο πλαίσιο της αίτησης έρευνας γι' αυτό και εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης. Επίσης δεν καταχωρίστηκε ούτε αίτηση παραμερισμού παρά τις οδηγίες που δόθηκαν από το Δικαστήριο. Στις 9/7/2019, εμφανίστηκε εκ νέου η Εναγόμενη οπότε η αίτηση έρευνας ορίστηκε εκ νέου για εξέταση στις 8/11/
  3. Στις 8/11/2019, η Εναγόμενη αιτήθηκε νέα αναβολή στη βάση του ότι η ένσταση που είχε καταχωρήσει στην αίτηση έρευνας δεν ήταν σύμφωνη με τον τύπο που προνοείται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας λέγοντας ότι είχε ήδη καταχωρήσει νέα ένσταση. Ενημέρωσε σε αυτό το στάδιο εκ νέου το Δικαστήριο (αυτή τη φορά υπό άλλη σύνθεση από αυτήν των προηγούμενων δικασίμων) ότι θα καταχωρούσε αίτηση παραμερισμού της απόφασης. Στις 8/11/2019 καταχωρίστηκε νέα ένσταση στην αίτηση έρευνας και στις 11/12/2019 που ήταν εκ νέου ορισμένη η αίτηση έρευνας αναφέρθηκε από την Εναγόμενη ότι έλαβε επιστολή από τον κ. Τέρλα και ότι θα καταχωρούσε αίτηση παραμερισμού. Σημειώνω ότι δεν φαίνεται να αποστάληκε άλλη επιστολή πέραν της αρχικής επιστολής για την οποία έγινε αναφορά ανωτέρω. Η αίτηση έρευνας ορίστηκε εκ νέου στις 11/2/
  4. Στις 3/1/2020 καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση. Στις 11/2/2020, το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) αποφάσισε ότι θα έπρεπε να δικαστεί κατά προτεραιότητα η αίτηση παραμερισμού την οποία όρισε για ακρόαση στις 8/4/2020 με οδηγίες για καταχώριση ένστασης. Η ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε στις 13/3/
  5. Εν συνεχεία στις 8/4/2020 η υπόθεση αναβλήθηκε λόγω των μέτρων που είχαν ληφθεί για την αναχαίτιση της πανδημίας (Covid -19) οπότε επαναορίστηκε στις 25/5/2020 ημερομηνία κατά την οποία αναβλήθηκε εκ νέου για τον ίδιο λόγο οπότε και επαναορίστηκε στις 4/11/
  6. Εν τω μεταξύ στις 20/5/2020 καταχωρίστηκε από την Εναγόμενη στον φάκελο του Δικαστηρίου έγγραφο με τίτλο: Απάντηση και Υπεράσπιση στην ένσταση της Ενάγουσας από την Εναγόμενη. Στις 4/11/2020 το Δικαστήριο υπό την παρούσα σύνθεση επιλήφθηκε της υπόθεσης και λόγω της απουσίας της Εναγόμενης έδωσε οδηγίες στο Πρωτοκολλητείο όπως ειδοποιηθεί για την νέα ημερομηνία ορισμού της υπόθεσης ορίζοντας την αίτηση παραμερισμού για ακρόαση στις 8/12/
  7. Στις 8/12/2020 εμφανίστηκαν και οι δύο πλευρές παραδίδοντας τις γραπτές τους αγορεύσεις στο Δικαστήριο. Η ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση: Η Καθ' ης η Αίτηση φέρει ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση. Καταχώρησε στις 13/3/2020 Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης που εμπεριέχει 11 λόγους ένστασης (στο εξής η Ένσταση). Οι λόγοι Ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: - Η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη και στερείται οποιασδήποτε ορθής νομικής βάσης και εδράζεται επί άσχετου και εσφαλμένου δικονομικού υπόβαθρου. - Το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε νομότυπα και έγκυρα. - Η Αιτήτρια δεν έδωσε κανένα λόγο που να δικαιολογεί τη μη καταχώριση σημειώματος εμφάνισης. - Η Αιτήτρια απέτυχε να δείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλόπιστη υπεράσπιση και προσέρχεται ενώπιον του Δικαστηρίου με κακή πίστη προβάλλοντας ψευδείς και ανυπόστατους ισχυρισμούς. - Υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης η οποία προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων της Ενάγουσας να απολαύσει τους καρπούς της επιτυχίας της και την οριστική διάγνωση της διαφοράς. - Ο αιτούμενος παραμερισμός της απόφασης θα πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και ισχυρισμοί για δόλο και απάτη μόνο μέσω αγωγής μπορούν να εγερθούν και να προβληθούν και όχι στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Η Ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωσης της κας XXXXX Κυπριανού, λειτουργού νομικών υπηρεσιών Α΄ στην Ενάγουσα (στο εξής η ΜΚ). Η ΜΚ, συνοπτικά, επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και περαιτέρω αναφέρεται στο γεγονός της έκδοσης της απόφασης και την επίδοση που προηγήθηκε αυτής λέγοντας ότι η Εναγόμενη επέδειξε πλήρη αδιαφορία για την υπόθεση που εκκρεμούσε εναντίον της παρά την προσωπική επίδοση σε αυτήν του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Αναφέρει ότι η διαδικασία που ακολούθησε η Ενάγουσα που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης ήταν καθόλα νόμιμη και ορθή. Επισημαίνει η ΜΚ ότι η καθυστέρηση που έχει προκύψει στην καταχώριση της υπό κρίση αίτησης είναι έκδηλη αφού αυτή καταχωρίστηκε 3 χρόνια και ένα μήνα από την επίδοση της αγωγής στην Εναγόμενη και 2 περίπου χρόνια από την έκδοση της απόφασης. Σύμφωνα με την ΜΚ, το όσα αναφέρει στην ένορκη της δήλωση η Εναγόμενη δεν δημιουργούν εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση. Επισυνάπτει τη σύμβαση παροχής ηλεκτρικής ενέργειας που συνομολογήθηκε όπως η ίδια αναφέρει κατόπιν αίτησης της Εναγόμενης σε σχέση με συγκεκριμένο υποστατικό που ήταν κάτοχος ή ενοικιάστρια η Εναγόμενη. Παραθέτει τις λεπτομέρειες του εν λόγω υποστατικού και επισυνάπτει τους λογαριασμούς που αποστέλλονταν ανά διμηνία στην Εναγόμενη. Ακολούθως, η ΜΚ αναφέρει ότι στις 7/3/2017 η Εναγόμενη υπέβαλε παράπονο στο τηλεφωνικό κέντρο της Ενάγουσας για υπερβολική κατανάλωση, παράπονο το οποίο καταγράφηκε στο λογισμικό της Ενάγουσας και έγινε σχετική διερεύνηση του παραπόνου όπου και εν τέλει αποστάληκε επιστολή στις 31/3/2017 στην Εναγόμενη με την οποία αυτή ενημερωνόταν ότι ο μετρητής της καταγράφει κανονικά. Στη συνέχεια, η ΜΚ αναφέρει ότι στις 30/5/2017 έγινε διακοπή της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας στο επίδικο υποστατικό της εναγόμενης σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης που διέπει την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας. Σύμφωνα με την ΜΚ, στις 20/6/2017 η Ενάγουσα εξέδωσε και απέστειλε τελικό λογαριασμό στην Εναγόμενη τον οποίο επισυνάπτει. Ο λογαριασμός αυτός αφορά το ποσό για το οποίο εκδόθηκε η επίδικη απόφαση. Ακολούθως αποστάληκε σύμφωνα με την ΜΚ και σχετική επιστολή για την καταβολή του οφειλόμενου ποσού. Η ΜΚ στη συνέχεια αναφέρεται σε προσφυγή που καταχώρησε η Εναγόμενη με την οποία επιχείρησε να προσβάλει την επιστολή της Ενάγουσας για την καταβολή του οφειλόμενου ποσού η οποία στις 9/7/2018 απορρίφθηκε ως εγκαταλειφθείσα λόγω μη προώθησης της. Επισυνάπτει το σχετικό πρακτικό που εκδόθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο. Η ΜΚ αρνείται τους ισχυρισμούς που προβάλλει η Εναγόμενη στην ένορκη της δήλωση. Επισημαίνει ότι οι καταναλώσεις στις οποίες αναφέρεται η Εναγόμενη για τα έτη 2015 και 2016 δεν έχουν σχέση με το επίδικο υποστατικό και τον επίδικο τελικό λογαριασμό αλλά σχετίζονται με άλλο υποστατικό. Επισημαίνει επίσης ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που επισυνάπτει η Εναγόμενη ως Τεκμήρια 32 και 33 στην ένορκη της δήλωση αφορούν το προηγούμενο υποστατικό στο οποίο διέμενε η Εναγόμενη και όχι το επίδικο για το οποίο εκδόθηκε ο επίδικος λογαριασμός. Σύμφωνα με την ΜΚ, η Εναγόμενη εσκεμμένα και ηθελημένα προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο προβάλλοντας ισχυρισμούς που δεν έχουν σχέση με τα επίδικα γεγονότα. Νομική Πτυχή: Οι αρχές που διέπουν την εξέταση Αιτήσεως για παραμερισμό απόφασης έχουν επανειλημμένα αναφερθεί στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να παραμερίσει απόφαση που έχει εκδώσει κάτω από τις πιο κάτω Διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: (α) Δ.17,θ.10 που αφορά παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης. (β) Δ.26,θ.14 που αφορά παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης καταχώρησης Υπεράσπισης. (γ) Δ.33,θ.5 που αφορά παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης του Εναγόμενου να εμφανιστεί την ημέρα της δίκης. Ο παραμερισμός της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, η οποία ασκείται υπό την αίρεση κατάδειξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης και δικαιολόγησης της μη εμφάνισης και της όποιας τυχόν καθυστέρησης στην καταχώρηση της αίτησης. Στην Iason Travel Tours Ltd v. L. Passias Travel Ltd
(2013)1 A.A.Δ. 402 οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν, για να επιτύχει αίτηση παραμερισμού απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην, έχουν συνοψισθεί ως ακολούθως: «Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπ' όψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγους για την απόρριψη της αίτησης. (Mine and Quarry Services Ltd v. Γεωργίου (Μαύρου) και Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτης πιο πάνω)». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν και στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Ζωής Νικολαίδου κ.ά ν. Hellenic Bank Public Company, ημερομηνίας 10.10.2017 Πολ. Έφεση 130/2012. Το Δικαστήριο, όπως λέχθηκε στη θεμελιακή επί του προκειμένου Αγγλική απόφαση Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646 της οποίας οι αρχές έχουν υιοθετηθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως τη Bush κ.ά. ν. Γιαννή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342, Αργυρού ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λίμιτεδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 229, και Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ v. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 28, κατευθύνει την προσοχή του σε δύο παράγοντες, ο πρώτος εκ των οποίων αφορά στο κατά πόσο έχει εξηγηθεί η καθυστέρηση στην καταχώρηση εμφάνισης και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό και ο άλλος σχετίζεται με το κατά πόσο έχει διαφανεί εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή με αναγκαία επί τούτου υποστήριξη της αίτησης με ένορκη δήλωση επί της ουσίας, (Annual Practice 1970 σελ.. 117, παρ. 13/9/4). Οι δύο αυτοί παράγοντες εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο εξέτασης μιας αίτησης για παραμερισμό, της αρχής, δηλαδή, να υπάρχει οριστική λήξη της αντιδικίας το συντομότερο δυνατό («interest repuplicae ut sit finis litium») και από την άλλη να μην αποστερείται διάδικος με ευκολία της δυνατότητας να ακουστεί (Jurgen κ.ά ν. Σταυρινού, Πολιτική Έφεση 80/2014, ημερομηνίας 1.6.2020, Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτης
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204). Υπενθυμίζεται ότι οι δυο προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία είναι σωρευτικές. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Τρύφωνος Τρύφων Κύπρος ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αλληλεγγύης
(2014)1 Α.Α.Δ. 1080. Εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση Σύμφωνα με τη νομολογία δεν αρκεί ο αιτητής να προβάλει γενικόλογους ή αόριστους ισχυρισμούς αλλά απαιτείται όπως προβάλει θετικά γεγονότα με τρόπο πειστικό. Όπως έχει επισημανθεί στην υπόθεση Ξενοφών ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793 η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από αυτή του ενάγοντα. Στην υπόθεση Πατούρης ν. Hellenic Bank
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118, έχουν λεχθεί τα ακόλουθα εν σχέση με την έννοια της λογικοφανούς υπεράσπισης: «Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται.» Περαιτέρω, στην NSM Democars Ltd κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Εφ. 121/2010, ημερ. 14.10.15 επισημάνθηκαν τα ακόλουθα, ως προς την έννοια της συζητήσιμης υπεράσπισης: «Eπισημαίνεται ανωτέρω η ανάγκη προβολής θετικών θέσεων στη στηρίζουσα την αίτηση ένορκη δήλωση, χωρίς διαζεύξεις και «αοριστολογίες». Χαρακτηρίζεται δε «συζητήσιμη» μια υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη.» Όπως έχει νομολογηθεί το βάρος απόδειξης της ύπαρξης συζητήσιμης υπεράσπισης το έχει ο Αιτητής. Το αποδεικτικό αυτό βάρος εξαντλείται με την παράθεση στην ένορκη δήλωση επαρκών στοιχείων για την εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση έστω και αν αυτή αμφισβητείται με την ένσταση. Δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση του Αιτητή. Αρκεί να εγείρει ο Αιτητής ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, πράγμα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. Στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1774, 1779 αναφέρθηκε ότι: «Δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση. Είναι αρκετό να εγερθεί το ζήτημα το οποίο κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το δικαστήριο ερευνά τα ενώπιόν του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης.» (Βλ. επίσης Μαρία Λευκίδου ν. Άριστου Κανναουρίδη
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 528) Υπό το φως των ανωτέρω προκύπτει ότι αναμένεται από τον διάδικο, ο οποίος επιζητεί τον παραμερισμό απόφασης, να προβάλει στην ένορκή του δήλωση θετικά γεγονότα τα οποία να καθιστούν την προβαλλόμενη υπεράσπιση συζητήσιμη. Η συμπεριφορά του Αιτητή Ακόμα, όμως, και εάν κριθεί ότι ο Εναγόμενος- Αιτητής παρουσίασε εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση, η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου μπορεί ν' ασκηθεί εναντίον της έγκρισης του αιτήματος παραμερισμού, εάν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του Αιτητή είναι τέτοια που να πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης. Τυχόν διαπίστωση ότι η μη εμφάνιση του Αιτητή δεν οφείλεται σε επαρκή λόγο αποτελεί αυτοτελή και επαρκή λόγο για απόρριψη της αίτησης ακόμα και εάν διαπιστώνεται συζητήσιμη εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Σχετική είναι η απόφαση Τσεσμελόγλου (ανωτέρω), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Επομένως, όπως έχει κατ' επανάληψη λεχθεί (δέστε, για παράδειγμα, Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτης
(1997)1 Α.Α.Δ. 941), η χωρίς επαρκή λόγο παράλειψη εμφάνισης αποτελεί βάσιμο λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού, διαφορετικά η όλη πορεία της δικαστικής διαδικασίας θα άφηνε αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και θα ήταν δέσμια της κρίσης του εναγόμενου σε σχέση με το χρόνο που ο ίδιος επιλέγει να καταχωρήσει την αίτηση παραμερισμού. Όταν η συμπεριφορά του διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να αρνείται την επαναφορά, (F.P.P. Fish Processing Ltd v. Nicolaou Aqua Culture Ltd
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 2054).» Επιπλέον, ως έχει κριθεί στην απόφαση Κάτια Χριστοφόρου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 86, η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγοντας που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεσή του. Στην Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204 τονίζεται η ανάγκη εξισορρόπησης των θεμελιακών για την απονομή της Δικαιοσύνης παραγόντων. Από τη μια της ανάγκης να κατοχυρώνεται αποτελεσματικά το δικαίωμα ενός διαδίκου να προβάλει τη θέση του και από την άλλη της ανάγκης διασφάλισης της άνευ προσκόμματος αποπεράτωσης της δίκης. Λέχθηκε χαρακτηριστικά ότι: "Where the conduct of the party applying to set aside judgment is inexcusable, contumelious to the extent of gross disregard for the judicial process or the rights of his adversary, the Court may, in its discretion, refuse to set aside judgment." Η νομολογία αποκαλύπτει ότι για την παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης πρέπει να δίδονται ικανοποιητικοί λόγοι, όπως, για παράδειγμα, ότι η αγωγή δεν περιήλθε σε γνώση των εναγομένων δίδοντας προς τούτο συγκεκριμένες και εύλογες εξηγήσεις, (βλ. Iason Travel & Tours Ltd (ανωτέρω)). Επίσης, όμως, ότι η άνευ επαρκών εξηγήσεων παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης αποτελεί καλό λόγο για μη παραμερισμό. Στην Κάτια Χριστοφόρου (ανωτέρω), η εφεσείουσα όχι μόνο καθυστέρησε αδικαιολόγητα στην καταχώρηση εμφάνισης επικαλούμενη άγνοια της δυνατότητας αυτής, θέση που δεν έγινε αποδεκτή, αλλά καθυστέρησε να λάβει και μέτρα για παραμερισμό μετά την επίδοση σ΄ αυτή αίτησης παρακοής. Σε σχέση με το ζήτημα της καθυστέρησης σχετικά είναι και τα όσα έχουν πρόσφατα νομολογηθεί στην Καλίσσιης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος ( Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων) δια του Γενικού Εισαγγελέα Πολιτική Έφεση Ε207/ 2014, ημερομηνίας 11.9.2020 όπου με αναφορά στα όσα νομολογήθηκαν στην Phylactou (ανωτέρω) επισημάνθηκε εκ νέου το γεγονός ότι η παράλειψη του αιτούντα να στραφεί χωρίς χρονοτριβή στο Δικαστήριο για να ζητήσει παραμερισμό της απόφασης δεικνύει αδιαφορία προς τη δικαστική διαδικασία. Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι το πρωταρχικό κριτήριο είναι η αποκάλυψη από μέρους του Αιτητή καλής υπεράσπισης η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης ταυτόχρονα, όμως, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη συμπεριφορά του Αιτητή και, αν αυτή είναι τέτοια ώστε να υποσκάπτει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης, θα αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση. Για το λόγο αυτό λαμβάνεται, επίσης, υπόψη από το Δικαστήριο ως μια επιπρόσθετη παράμετρος ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από τη μέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της Αίτησης καθώς και οι επεξηγήσεις που δίδονται γιατί αφέθηκε η υπόθεση να προχωρήσει στην έκδοση απόφασης χωρίς να καταχωρηθεί, αναλόγως της περίπτωσης, εμφάνιση ή υπεράσπιση.[1] Ο Αιτητής θα πρέπει να καταδείξει στο Δικαστήριο σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψη του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο συνεπεία της οποίας λήφθηκε η εναντίον του απόφαση ως και το ότι επεδίωξε το επανάνοιγμα της υπόθεσης με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Εξέταση υπό Κρίση Αίτησης: Για τους σκοπούς της εξέτασης της παρούσας Αίτησης έχω, βεβαίως, λάβει υπόψη μου τα επιχειρήματα και των δύο πλευρών τα οποία έχουν τεθεί μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω την επιχειρηματολογία των μερών και θα περιοριστώ σε αναφορές στις αγορεύσεις όπου και εάν κριθεί σκόπιμο στη συνέχεια, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται[2]. Επιβάλλεται να εξεταστεί κατά προτεραιότητα ο λόγος ένστασης που προβάλλεται από την Καθ' ης η Αίτηση ότι η υπό κρίση Αίτηση είναι νομικά αβάσιμη αφού η Αιτήτρια παρέλειψε κατά τη θέση της Καθ' ης η Αίτηση να βασίσει την υπό κρίση Αίτηση στην ορθή διάταξη των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που είναι η Δ.17 Θ. 10 και η Δ.39. Το δικαίωμα ενός εναγομένου να ζητήσει τον παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην κατοχυρώνεται με τις διατάξεις της Δ.17 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στην Δ.19 Κ. 5 η οποία προνοεί τα ακόλουθα: 5. In all cases in which the party pleading relies on any misrepresentation, fraud, breach of trust, wilful default, or undue influence, full particulars thereof shall be stated in the pleading. In the case of fraud the alleged fraudulent acts must be specially set out and it must be averred that such acts were done fraudulently. Καθίσταται σαφές από μία απλή ανάγνωση της εν λόγω δικονομικής διάταξης ότι αυτή δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση για τον παραμερισμό απόφασης υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Η εν λόγω δικονομική διάταξη δεν προνοεί και δεν παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να αποδώσει την αιτούμενη θεραπεία. Η ορθή δικονομική διάταξη είναι η Δ.17 θ 10 η οποία προνοεί τα ακόλουθα: ORDER 17 : DEFAULT OF APPEARANCE 10. Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just. Αποτελεί δε θεμελιακή αρχή, ως προκύπτει από την Δ.48 θ.2 των περί πολιτικής Δικονομίας θεσμών, ότι οι ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζουν τις νομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζονται. Η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης με βάση το οποίο η αίτηση θα αποφασιστεί, όπως έχει επανειλημμένα τονιστεί από τη νομολογία, αποτελεί απαράβατο όρο της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου της αίτησης. (βλ. Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965) και Kozinskaya River Limited κ.ά Πολιτική Έφεση Αρ. Ε43/2013, ημερομηνίας 23.3.2017). Καθίσταται σαφές ότι η Δ.17 θ 10 θα έπρεπε να καταγράφεται στο σώμα της υπό κρίση αίτησης και ότι η παράλειψη αναγραφής της ισοδυναμεί με παρατυπία. Το ερώτημα όμως που επιπρόσθετα θα πρέπει να απαντηθεί είναι, κατά πόσον, η παρατυπία αυτή είναι θεραπεύσιμη με βάση τις πρόνοιες της Δ.64, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Παρόμοιο ζήτημα εγέρθηκε σχετικά πρόσφατα στην Koza Michael David v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ. Πολιτική Έφεση Αρ. 208/2012, 24 Νοεμβρίου 2017 όπου σε αίτηση παραμερισμού του κλητηρίου και της επίδοσης αυτού, κρίθηκε πρωτόδικα ότι η παράλειψη καταγραφής στο σώμα της αίτησης των εφεσειόντων του δικαιοδοτικού της βάθρου - εν προκειμένω της Δ.16, θ.9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, την καθιστούσε νομικά αστήρικτη και καταδικασμένη σε απόρριψη. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν εσφαλμένη αναφέροντας χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια, στην κατάλληλη περίπτωση, να προβεί το ίδιο, αυτεπαγγέλτως, στη θεραπεία της παρατυπίας. Καθοδηγητική, επί του προκειμένου, είναι η υπόθεση Wunderlich κ.ά. ν. Παναγιώτου
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 366 όπου το Εφετείο, υιοθετώντας τα νομολογηθέντα στην αγγλική απόφαση Metroinvest Ansalt et al v Commercial Union [1985] 1 WLR 513 υπέδειξε τα εξής: «Το θέμα έχει τύχει αντιμετώπισης από το Αγγλικό Εφετείο στην Metroinvest Ansalt a.ο. v. Commercial Union [1985] 1 W.L.R. 513, 520, 521,
  1. Στην υπόθεση εκείνη έχει ερμηνευθεί η νέα αγγλική Δ.2 - αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64 - και από τη μελέτη της απόφασης προκύπτουν τα εξής:
  2. Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.
  3. Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
  4. Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
  5. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη.
  6. Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - "να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον"» Οι παραπάνω παρατηρήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου των εφεσειόντων ως προς τη συμμετοχή των εφεσιβλήτων στην πρωτόδικη διαδικασία χωρίς να εγείρουν θέμα παρατυπίας είναι ορθή. Μπορεί δε να λεχθεί, χωρίς δυσκολία, ότι η συμμετοχή αυτή με την καταχώριση ένστασης στη διαδικασία της αίτησης των εφεσειόντων, χωρίς οι εφεσίβλητοι να εγείρουν θέμα παρατυπίας, ισοδυναμεί με παραίτηση από το δικαίωμα που αυτή τους παρείχε. Εξάλλου, οι εφεσίβλητοι, δεν φαίνεται να έχουν υποστεί οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό λόγω της παρατυπίας. Η αίτηση των εφεσειόντων ήταν σαφής τόσο ως προς τις επιδιωκόμενες θεραπείες όσο και το πραγματικό τους βάθρο. Συμμετέχοντας δε στη διαδικασία, οι εφεσίβλητοι υποστήριξαν τις αντίθετες στην αίτηση θέσεις τους. Ούτε επρόκειτο για μείζονα παρατυπία. Δεν μπορεί, επίσης, να παραγνωριστεί ότι το θέμα της παρατυπίας εγέρθηκε για πρώτη φορά και εξετάστηκε από το Δικαστήριο στο στάδιο της απόφασης του, και όχι σε αρχικό στάδιο, με συνέπεια την ταλαιπωρία των διαδίκων και την αύξηση των εξόδων (βλ Wunderlich (ανωτέρω)). Υπό τις περιστάσεις αυτές, θεωρούμε ότι απορρίπτοντας την αίτηση των εφεσειοντων λόγω παρατυπίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε εσφαλμένα τη διακριτική του ευχέρεια προκαλώντας αδικία στους εφεσείοντες. Έχοντας διαπιστώσει το ίδιο την ύπαρξη της παρατυπίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο έπρεπε να προχωρήσει έγκαιρα στη θεραπεία της εκδίδοντας διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία.» Υπάρχουν περιπτώσεις όπου τα Δικαστήρια αντιμετώπισαν με αυστηρότητα παρατυπίες, σε βαθμό μάλιστα που, χωρίς άλλο, οδήγησαν σε απόρριψη της αίτησης. Τόσο στην Χριστοφόρου v Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοϊζος Ιορδάνους Λτδ
(2001)1 (Β) ΑΑΔ 743 όσο και στην Φλουρέντζου κα ν Cashgrove Betting Ltd κα
(2007)1 (Α) ΑΑΔ 393, παράλειψη περίληψης του ορθού δικονομικού βάθρου οδήγησε στην απόρριψη της αίτησης. Πιο ελαστική προσέγγιση υιοθετήθηκε στην Koza Michael David (ανωτέρω). Οι νομικές αρχές που διέπουν το υπό εξέταση ζήτημα θα μπορούσαν, κατά την κρίση μου, να συνοψισθούν ως ακολούθως:
  1. Οι ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζουν τις νομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζονται, θέτοντας έτσι το ορθό δικονομικό τους βάθρο (Δ.48, θ.2).
  2. Παράλειψη συμμόρφωσης με την πιο πάνω προϋπόθεση, δεν οδηγεί, δίχως άλλο, σε απόρριψη της αίτησης.
  3. Ο διάδικος ο οποίος προέβη στην παρατυπία διατηρεί το δικαίωμα λήψης δικονομικών μέτρων για διόρθωση της παρατυπίας.
  4. Το Δικαστήριο, διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια, στην κατάλληλη περίπτωση, να προβεί το ίδιο, αυτεπαγγέλτως, στη θεραπεία της παρατυπίας, με βάση τη Δ.
  5. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο σταθμίζει διάφορους παράγοντες μεταξύ των οποίων κατά πόσο η αντίδικη πλευρά έχει παραιτηθεί του δικαιώματος να εγείρει θέμα παρέκκλισης από τους Θεσμούς, κατά πόσο η παρατυπία προκαλεί δυσμενή επηρεασμό στην αντίδικη πλευρά, κατά πόσο η αίτηση ήταν σαφής ως προς τις επιδιωκόμενες θεραπείες καθώς και εάν πρόκειται για μείζονα παρατυπία.
  6. Η κάθε περίπτωση θα πρέπει να κρίνεται από τα δικά της, ιδιαίτερα, γεγονότα. Εν προκειμένω, είναι γεγονός ότι αφενός η Αιτήτρια δεν επιδίωξε να διορθώσει αυτήν την παρατυπία και αφετέρου η Καθ' ης η Αίτηση ήγειρε ρητά και ξεκάθαρα το ζήτημα αυτό χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί ότι παραιτήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο από του να προβάλει αυτήν την παρατυπία. Ταυτόχρονα, δεν μπορώ να παραγνωρίσω το γεγονός ότι η υπό κρίση αίτηση είναι σαφής τόσο ως προς τις επιδιωκόμενες θεραπείες όσο και το πραγματικό της βάθρο. Δεν μπορώ επίσης να παραγνωρίσω ότι συμμετέχοντας στη διαδικασία η Καθ' ης η Αίτηση, υποστήριξε τις αντίθετες στην αίτηση θέσεις της, βασίζοντας μάλιστα την ένσταση της στη Δ.17 θ.
  7. Υπό αυτές τις περιστάσεις, δεν εντοπίζω να έχει προκληθεί οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της Καθ' ης η Αίτηση λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Από την άλλη και υπό αυτές τις περιστάσεις, δηλαδή του μη δυσμενούς επηρεασμού της Καθ' ης η Αίτηση, θα ήταν κατά την κρίση μου άδικο και ενάντια στο συμφέρον της δικαιοσύνης να απορριφθεί η αίτηση της Αιτήτριας για αυτόν τον λόγο χωρίς να εξεταστεί η ουσία της. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου το γεγονός ότι η Εναγόμενη εμφανίζεται προσωπικά αφού δεν έχει διορίσει δικηγόρο και δεν προκύπτει από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η ίδια έχει οποιεσδήποτε νομικές γνώσεις. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω, ασκώ τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της της θεραπείας της συγκεκριμένης παρατυπίας εκδίδοντας σχετικό διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την ουσία της υπό κρίση αίτησης ξεκινώντας πρώτα από το κατά πόσο η Αιτήτρια έχει αποκαλύψει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης: Το Δικαστήριο έχει ήδη παραθέσει το σημαντικότερο μέρος της μαρτυρίας που τέθηκε από την Εναγόμενη προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης και δεν κρίνεται σκόπιμο να γίνει εκ νέου αναφορά στην ένορκη δήλωση της Εναγομένης. Ανατρέχοντας στα όσα η Εναγόμενη έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη δεν έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια θετικά και πειστικά στοιχεία και γεγονότα τα οποία να αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Αυτό το οποίο αναδεικνύεται από την ένορκη δήλωση της Εναγομένης είναι ότι παρατίθενται διάφοροι ασαφείς και άσχετοι με τα επίδικα θέματα ισχυρισμοί οι οποίοι σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να χαρακτηριστούν λογικοφανείς. Ενδεικτικά αναφέρω ότι ιδιαίτερα σε ότι αφορά τη θέση της ότι δεν υπήρχαν καθυστερημένα από προηγούμενους λογαριασμούς υπόλοιπα η ίδια έκανε αναφορά σε διάφορα ποσά τα οποία πλήρωσε καθιστώντας σαφές ότι δεν είχε πληρωθεί όλο το ποσό που αντιστοιχούσε σε προηγούμενους λογαριασμούς στους οποίους αναφέρθηκε χωρίς να διευκρινίζει τι απέγινε το ποσό που δεν πλήρωσε και κατά πόσο αυτό προστέθηκε στους επόμενους λογαριασμούς. Η θέση της ότι δεν οφείλει το ποσό για το οποίο εκδόθηκε η απόφαση παρέμεινε γενική και αόριστη χωρίς να προσφέρει οποιοδήποτε σαφές και θετικό στοιχείο που να υποστυλώνει τον σχετικό ισχυρισμό. Βεβαίως, δεν αναμενόταν στο στάδιο αυτό η Αιτήτρια να αποδείξει τον ισχυρισμό της αλλά όφειλε να παραθέσει έστω κάποιο στοιχείο που να καθιστούσε αυτόν συζητήσιμο. Οι ισχυρισμοί της περί πλαστότητας εγγράφων αλλά και δόλου εκ μέρους της Ενάγουσας και πάλι δεν εξειδικεύθηκαν στον απαιτούμενο, για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, βαθμό. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι σε διάφορα στάδια της μαρτυρίας της Εναγόμενης σε μία προσπάθεια να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς της για υπερχρεώσεις κάνει αναφορά σε άλλο υποστατικό και άλλο λογαριασμό και όχι τον επίδικο χωρίς να διευκρινίζει σε οποιοδήποτε σημείο τη σχετικότητα αυτών με τα επίδικα θέματα. Περαιτέρω, ούτε η θέση της περί ψευδών δηλώσεων εκ μέρους της Ενάγουσας κατά την έκδοση της απόφασης είναι πειστική. Το γεγονός ότι εκκρεμούσε προσφυγή εκ μέρους της εναντίον της Ενάγουσας για κατάχρηση εξουσίας δεν καθίσταται αντιληπτό πως ισοδυναμεί με διενέργεια ψευδών δηλώσεων εκ μέρους της Ενάγουσας στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Άλλωστε, δεν προκύπτει από το Τεκμήριο που η ίδια κατέθεσε στο Δικαστήριο το οποίο χαρακτηρίζει ως αντίγραφο της προσφυγής κατά πόσο υπήρξε εκ μέρους της ρητή αμφισβήτηση του ποσού για το οποίο εκδόθηκε η επίδικη απόφαση. Πέραν τούτου, αξιοσημείωτη είναι και η θέση της Ενάγουσας στην Ένσταση της ότι η εν λόγω προσφυγή έχει απορριφθεί ως εγκαταλειφθείσα, θέση την οποία δεν αμφισβήτησε η Αιτήτρια αφού δεν ζητήθηκε η αντεξέταση της ομνύουσας. Η Εναγόμενη δεν έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια γεγονότα που να καθιστούν την εκδοχή της περί μη ύπαρξης εκ μέρους της οφειλής, στην όψη της, πειστική. Είναι η κρίση και κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη απέτυχε να στοιχειοθετήσει την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω τη συμπεριφορά της Εναγόμενης και συγκεκριμένα, κατά πόσο έχει καταδειχθεί σοβαρός και εύλογος λόγος για την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης και κατά πόσο η Εναγόμενη προχώρησε άμεσα με την λήψη μέτρων για παραμερισμό της απόφασης μόλις έλαβε γνώση αυτής Η συμπεριφορά της Εναγόμενης: Από μία απλή ανάγνωση της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση καθίσταται σαφές ότι ουδέν αναφέρεται σε σχέση με τον λόγο για τον οποίο η Εναγόμενη παρέλειψε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο. Η Εναγόμενη, στην προκείμενη περίπτωση, όχι μόνο δεν παραθέτει σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης αυτής αλλά παραλείπει να αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με την παράλειψη της να εμφανιστεί. Με άλλα λόγια, δεν παρατίθεται λόγος, πόσο μάλλον σοβαρός και εύλογος ως απαιτεί η νομολογία μας, για την παράλειψη της να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Το επόμενο ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι το κατά πόσο υπήρχε ή όχι αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Όπως προκύπτει από την αναδρομή στον φάκελο της δικογραφίας, η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε 22 μήνες μετά την έκδοση της απόφασης. Από μία απλή ανάγνωση της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση διαπιστώνεται ότι η Εναγόμενη ουδέν αναφέρει ως προς την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε και που αυτή έγκειται. Δεν παραγνωρίζω ότι στον φάκελο του Δικαστηρίου καταχωρίστηκε από την Εναγόμενη οκτώ μήνες μετά την έκδοση της απόφασης έγγραφο με τίτλο «Αίτημα Παραμερισμού της Απόφασης». Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) είχε ζητήσει εξηγήσεις ως προς το τι αφορούσε το εν λόγω έγγραφο. Δεν έγινε στη συνέχεια καμία περαιτέρω αναφορά στο εν λόγω έγγραφο και αυτό έτυχε χειρισμού ωσάν να μην είχε καταχωριστεί ποτέ. Η ίδια η Εναγόμενη, όπως προκύπτει από τα πρακτικά των δικασίμων που ακολούθησαν και στο περιεχόμενο των οποίων έγινε αναφορά ανωτέρω, δεν θεωρούσε ότι είχε καταχωριστεί αίτηση παραμερισμού αφού ζητούσε συνεχώς χρόνο για να καταχωρήσει αίτηση. Επομένως, ακόμα και εάν ληφθεί υπόψη ότι είχε γίνει προσπάθεια καταχώρισης τέτοιας αίτησης μέσω της καταχώρισης των εν λόγω εγγράφων στις 7/10/2018, που προφανώς δεν είχε συνταχθεί σε τύπο που προνοούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, τότε αφενός μεν ο χρόνος που είχε παρέλθει ήταν και πάλι αδικαιολόγητα μεγάλος και αφετέρου, δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε ως προς τούτο στην υπό κρίση αίτηση και γιατί χρειάστηκε να παρέλθει τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι να καταχωριστεί η υπό κρίση Αίτηση. Είναι η κρίση και η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη έχει επιδείξει συμπεριφορά ενδεικτική αδιαφορίας για το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης και τα δικαιώματα του αντιδίκου της αφού παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεσή της. Στη βάση όλων των πιο πάνω είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν έχει δοθεί καμία ικανοποιητική και εύλογη εξήγηση για το χρόνο που μεσολάβησε μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Επιμέρους ζητήματα: Σε ότι αφορά το έγγραφο με τίτλο: Απάντηση και Υπεράσπιση στην ένσταση της Ενάγουσας από την Εναγόμενη, το οποίο καταχωρίστηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου από την Εναγόμενη στις 20/5/2020, αυτό το έγγραφο καταχωρίστηκε παράτυπα και αντικανονικά και ως τέτοιο δεν έχει ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Σε ότι αφορά τη θέση της Καθ' ης η Αίτηση ότι οι ισχυρισμοί περί δόλου μόνο με αγωγή θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί από την Εναγόμενη και όχι στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης, αναφέρω ότι η Εναγόμενη αποφάσισε να προωθήσει την υπό κρίση Αίτηση και τα όσα αυτή ανέφερε εξετάστηκαν υπό το πρίσμα των προϋποθέσεων που απαιτεί η νομολογία. Δεν θεωρώ ότι η Αιτήτρια δεν μπορούσε να επικαλεστεί τους σχετικούς ισχυρισμούς σε μία προσπάθεια της να δείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Άλλωστε δεν υπήρξε εισήγηση ότι δεν έχει εξουσία το Δικαστήριο στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας να εξετάσει τα όσα προέβαλε η Αιτήτρια. Κατάληξη: Υπό το φως των όσων έχω εξηγήσει ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα και, συνεπώς, τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η αίτηση - Ενάγουσας και εναντίον της Αιτήτριας - Εναγόμενης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] βλ. επίσης Mine and Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρ. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Έλενας Ιακώβου κ.α.
(2001)1(A) Α.Α.Δ. 457. [2] βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.