Astrobank Public Company Ltd ν. Παύλου, Αρ. Αγωγής: 2563/13, 26/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A77 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2563/13 Μεταξύ: Astrobank Public Company Ltd Ενάγουσας και XXXXX Παύλου Εναγομένου Ημερομηνία: 26 Φεβρουαρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Θ. Κορφιώτης με κα Φ. Θεοχάρους Για την Εναγόμενη: κ. Χρ. Χριστοδούλου για Μ. Ξ. Ιωάννου ---------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιοί εναντίον του Εναγόμενου το ποσό των €44.247,79 πλέον τόκο προς 12.50% ετησίως από 1.1.2013 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές τον χρόνο. Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση, όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 A.Α.Δ 24. Έτσι, το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει να επιλύσει θέματα, τα οποία δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας. Σχετική είναι η απόφαση Latifundia Properties Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη
(2003)1 ΑΑΔ 670. Λογική απόρροια της πιο πάνω αρχής είναι το ότι είναι δυνατή η εξαγωγή παραδεκτών γεγονότων από τη δικογραφία. Ως προς τη δυνατότητα παραδοχής γεγονότων μέσω των δικογράφων παραπέμπω, ενδεικτικά, στην απόφαση Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 Α.Α.Δ
- Η Ενάγουσα στην Έκθεση Απαίτησής της ισχυρίστηκε ότι είναι τράπεζα δεόντως εγγεγραμμένη και υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα της εταιρείας Euroinvestment & Finance Public Ltd. Η εταιρεία Euroinvestment περί τις 2.6.2005 δυνάμει έγγραφης συμφωνίας με τον Εναγόμενο παραχώρησε σε αυτόν πιστωτικές διευκολύνσεις ύψους €79.
- Η συμφωνία διεπέτο μεταξύ άλλων και από τους όρους που η Ενάγουσα δικογράφησε. Στις 16.11.210 οι διάδικοι υπέγραψαν τροποποιητική συμφωνία δανείου. Ο Εναγόμενος παρέλειπε να ακολουθεί το πρόγραμμα αποπληρωμής με αποτέλεσμα στις 31.12.2012 ο λογαριασμός του να παρουσιάζει υπόλοιπο €44.247, 79 πλέον τόκους. Η Ενάγουσα στις 30.8.2012 τερμάτισε το επίδικο δάνειο και ενημέρωσε τον Εναγόμενο ότι το υπόλοιπό του θα τοκίζεται με συνολικό επιτόκιο 12.5%. Στη βάση των πιο πάνω η Ενάγουσα αξιοί το ποσό των €44.249,79 πλέον τόκο 12.5% από 1.1.
- Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπισή του παραδέχεται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας σε σχέση με την υποκατάστασή της στα δικαιώματα της εταιρείας Euroinvestment. Ταυτόχρονα ο Εναγόμενος παραδέχθηκε την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δανείου. Ισχυρίστηκε όμως ότι η εν λόγω συμφωνία είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ουδέποτε έλαβε αντίγραφο της επίδικης συμφωνίας και ότι κάποιοι από τους όρους της επίδικης συμφωνίας είναι καταχρηστικοί. Παραδέχθηκε, όμως, ότι το ποσό του δανείου πιστώθηκε προς όφελός του. Επιπρόσθετα, αποδέχθηκε την υπογραφή της τροποποιητικής συμφωνίας ημερομηνίας 16.11.
- Αρνήθηκε όμως τον ισχυρισμό ότι αμέλησε να τηρήσει το πρόγραμμα αποπληρωμής του δανείου, αρνήθηκε την αξίωση της Ενάγουσας και ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα ουδέποτε τερμάτισε την επίδικη συμφωνία. Παραδεκτά γεγονότα Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, στην πολιτική δίκη, απόδειξη μπορεί να προκύψει μέσω παραδοχής γεγονότων, δια των δικογράφων. Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Χρίστου ν. Khoreva (ανωτέρω) και Παπαμιλτιάδους ν. Ιωάννου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1320 και το σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη Tο Δίκαιο της Απόδειξης 1η έκδοση σελ.
- Στην υπό κρίση υπόθεση όπως προκύπτει από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς είναι παραδεκτή η νομιμοποίηση της Ενάγουσας, η συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών, η παραχώρηση των πιστωτικών διευκολύνσεων στον Εναγόμενο. Υπό το φως των πιο πάνω, προκύπτει ότι ο Εναγόμενους ουσιαστικά αμφισβητεί την εγκυρότητα των επίδικων όρων, το επίδικο χρέος και τον τερματισμό της επίδικης σύμβασης. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσής της η Ενάγουσα κάλεσε δύο μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας για την Ενάγουσα ήταν ο XXXXX Παπαγεωργίου ως Μ.Ε.
- Ο Μ.Ε.1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του τη γραπτή του δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Επίσης ο μάρτυρας κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε συνολικά 18 Τεκμήρια. Σχετικά, κατέθεσε ως Τεκμήριο 1, αντίγραφο πιστοποιητικού αλλαγής της Ενάγουσας ημερομηνίας 14.9.
- Ως Τεκμήριο 2 πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος ημερομηνίας 30.3.2017 και ως Τεκμήριο 3, αντίγραφο πιστοποιητικού αλλαγής ονόματος ημερομηνίας 10.1.
- Επίσης, κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 επιστολή από την Κεντρική Τράπεζα ημερομηνίας 27.8.
- Ως Τεκμήριο 5 αντίγραφα επιστολών ημερομηνίας 11.10.
- Ως Τεκμήριο 6 πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος ημερομηνίας 21.7.2005 και ως Τεκμήριο 7 αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 5.12.
- επιπρόσθετα, κατέθεσε αντίγραφο δημοσίευσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ως Τεκμήριο 8, ως Τεκμήριο 9 κατέθεσε τη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 2.6.2005, ως Τεκμήριο 10 επιστολή ημερομηνίας 2.6.2005 και ως Τεκμήριο 11 επιστολή ημερομηνίας 21.10.2010 με επισυνημμένη δήλωση του πρωτοφειλέτη. Επιπρόσθετα, κατέθεσε ως Τεκμήριο 12 την τροποποιητική συμφωνία ημερομηνίας 16.11.2010, ως Τεκμήριο 13 αντίγραφα επιστολών ημερομηνίας 8.7.2011 και 17.10.2011 και ως Τεκμήριο 14 αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 30.8.
- Επιπλέον, κατέθεσε ως Τεκμήριο 15 κατάσταση λογαριασμού για την περίοδο από 2.6.2005 μέχρι 4.5.
- Ως Τεκμήριο 16 αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού, ως Τεκμήριο 17 αντίγραφο καταλόγου επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τέλος, ως Τεκμήριο 18 απόκομμα από την εφημερίδα Χαραυγή, το οποίο περιλαμβάνει ανακοίνωση της τράπεζας σε σχέση με το βασικό της επιτόκιο. Ο Μ.Ε.1, κατά την κυρίως εξέτασή του αναφέρθηκε στη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 2.6.2005 και στις συνθήκες υπογραφής αυτής. Επιπλέον, αναφέρθηκε στην τροποποιητική συμφωνία ημερομηνίας 16.11.2010 και στις συνθήκες υπογραφής της. Ακολούθως, ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος παρέλειπε να τηρεί το πρόγραμμα αποπληρωμής των δόσεων του, με αποτέλεσμα να αποσταλούν οι επιστολές Τεκμήριο 13 προς τον Εναγόμενο. Επίσης, αναφέρθηκε στον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας. Σε σχέση με τις καταστάσεις λογαριασμών που κατέθεσε, ανέφερε ότι λόγω της θέσης του, των καθηκόντων του και της ιδιότητάς του γνωρίζει ότι τηρείτο σε ηλεκτρονική μορφή βιβλίο στο οποίο καταγράφετο η κίνηση των λογαριασμών. Το εν λόγω τραπεζικό βιβλίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της Euroinvestment και ακολούθως της Ενάγουσας. Ο μάρτυρας, ακολούθως, επεξήγησε το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμών, επεξηγώντας την κάθε στήλη αυτών. Αναφέρθηκε, περαιτέρω, και στον τρόπο και διαδικασία καταχωρήσεως στο τραπεζικό βιβλίο της Ενάγουσας. Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στις αυξομειώσεις του επιτοκίου του επίδικου λογαριασμού και στον τόκο υπερημερίας. Σημείωσε ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε επικοινώνησε είτε με την Euroinvestment είτε με την Ενάγουσα για να διαμαρτυρηθεί σε σχέση με οποιαδήποτε χρέωση ή επιτόκιο του επίδικου λογαριασμού. Κατά την αντεξέτασή του, επέμεινε ότι ο τρόπος υπολογισμού των χρεώσεων και των τόκων ήταν ορθός και ότι το τελικό επιτόκιο καθορίστηκε το
- Αρνήθηκε την υποβολή ότι τα επιτόκια των επίδικων λογαριασμών ήταν παράνομα και ανέφερε ότι το επίδικο επιτόκιο ακολουθεί τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Σημείωσε ότι έγινε αναδιάρθρωση του δανείου του
- Μετά έγινε αναδιάρθρωση το 2011 και το δάνειο τερματίστηκε αρχές του
- Αρνήθηκε την υποβολή ότι η τράπεζα είχε προβεί σε υπερχρεώσεις, αλλά δήλωσε ότι η Ενάγουσα είναι διατεθειμένη να περιορίσει το επιτόκιο υπερημερίας στο 2%. Επόμενος μάρτυρας για την Ενάγουσα ήταν ο XXXXX Γαβριήλ ως Μ.Ε.
- Ο Μ.Ε.2 υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Κατέθεσε καταστάσεις λογαριασμού ως Τεκμήρια 19 και 20, συνοδευόμενες από δήλωση δυνάμει του άρθρου 35 του περί αποδείξεως Νόμου. Επίσης, κατέθεσε ανακατασκευασμένη κατάσταση λογαριασμού ως Τεκμήριο
- Ο μάρτυρας κατά την κυρίως εξέτασή του, δήλωσε ότι ως εκ της θέσεως του έχει στην κατοχή του βιβλία και λογαριασμούς της Ενάγουσας. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 19 επεξηγώντας το περιεχόμενο αυτής. Ακολούθως ανέφερε ότι ο εν λόγω λογαριασμός μεταφέρθηκε στο τραπεζικό σύστημα ελέγχου της τράπεζας και έλαβε καινούριο αριθμό. Κατέθεσε σχετικά τον εν λόγω λογαριασμό ως Τεκμήριο
- Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στη διαδικασία που ακολουθείτο στην εταιρεία Euroinvestment για το άνοιγμα ενός λογαριασμού. Ακολούθως ο μάρτυρας επεξήγησε το περιεχόμενο και τις στήλες που εμφανίζονται στο Τεκμήριο
- Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας παρουσίασε τις ανακατασκευασμένες καταστάσεις λογαριασμών στις οποίες έχει περιοριστεί ο τόκος υπερημερίας από 5.75% σε 2%. Εξήγησε, τέλος, το πώς προκύπτει ο προσδιορισμός του επιτοκίου υπερημερίας στο 2%. Κατά την αντεξέτασή του, αναφέρθηκε στη σταδιοδρομία του στην Ενάγουσα και στα επαγγελματικά του προσόντα. Ανέφερε, επίσης, ότι η τράπεζα σε σχέση με τις χρεοπιστώσεις στους λογαριασμούς διατηρεί συγκεκριμένο πρόγραμμα. Αναφέρθηκε επίσης στις ανακατασκευασμένες καταστάσεις λογαριασμών δηλώνοντας ότι η μόνη διαφορά είναι το ποσοστό του τόκου υπερημερίας. Δήλωσε ότι μετά το 2013 δεν έγινε οποιαδήποτε αναδιάρθρωση του δανείου. Εισηγήσεις των Διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας τόσο ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας όσο και ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου αγόρευσαν γραπτώς προωθώντας ο καθένας τις θέσεις του, τις οποίες το Δικαστήριο έχει κατά νου. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Κατ' αρχάς τονίζεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στη βάση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Τσιαττές ν. Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974 και Mirza Feiz Hasan v. Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Π.Ε 2/2011, ημερομηνίας 2.12.
- Η ανάγκη αξιολόγησης μαρτυρίας συνήθως υφίσταται, όπου παρουσιάζονται διιστάμενες εκδοχές επί των επίδικων γεγονότων και το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών, ώστε να καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων. Σχετική είναι η απόφαση Pissis Ltd v. La Baguette Boullangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/19, ημερομηνίας 20.9.
- Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο. Σχετικά παραπέμπω στην Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα
(2009)1Β ΑΑΔ 1138. Στην παρούσα, παρόλο που δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους του Εναγομένου, εντούτοις έχει αμφισβητηθεί μέσω της αντεξέτασης η ορθότητα της εκδοχής των μαρτύρων της Ενάγουσας. Καθίσταται, λοιπόν, αναγκαίο προτού ενδεχομένως η μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, χρησιμοποιηθεί ως υπόβαθρο για εξαγωγή ευρημάτων, αυτή να αξιολογηθεί. Ασφαλώς το Δικαστήριο έχει κατά νου ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαΐας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Στη βάση των πιο πάνω, έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σχετική είναι η απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:C35, Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Παράλληλα τονίζεται ότι έκαστος μάρτυρας θα πρέπει να αντεξετάζεται επί όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σχετική, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης είναι η απόφαση Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527. Σχετική, επίσης, είναι η πρόσφατη απόφαση Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, ECLI:CY:AD:2017:B454, Ποιν. Έφ. Αρ. 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προχωρώ με την αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα ξεχωριστά. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Ε.1 Ο Μ.Ε.1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο δικαστήριο και η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ευθύτητα σαφήνεια και πειστικότητα. Επίσης, η μαρτυρία του υποστηρίζεται από την ένωπιόν μου έγγραφη μαρτυρία και δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία. Περαιτέρω, οι αναφορές του ως προς το ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που κατέθεσε αποτελούν μέρος του τραπεζικού βιβλίου της Ενάγουσας δεν έχουν αμφισβητηθεί. Επιπρόσθετα, οι αναφορές του ως προς την αποστολή των προειδοποιητικών επιστολών και της επιστολής τερματισμού ουδόλως αμφισβητηθήκαν. Ταυτόχρονα μέσα από το περιεχόμενο των εν λόγω επιστολών προκύπτει ότι αυτές στάλθηκαν στη διεύθυνση του Εναγόμενου που καταγράφεται στη σύμβαση δανείου και δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία ότι έχουν επιστραφεί από το ταχυδρομείο. Το πιο πάνω γεγονός συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη της παράδοσης των σχετικών επιστολών στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνονταν, δηλαδή τον Εναγόμενο. Σχετικές είναι οι αποφάσεις, Theodorou ν. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Χαριλάου κ.ά
(2009)1.(Α) Α.Α.Δ
- Τέλος, τονίζεται ότι κατά την αντεξέτασή του ο μάρτυρας δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση τέτοιας φύσης, η οποία να είναι ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του. Συνεπώς, αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Η μαρτυρία του Μ.Ε.2 Ο Μ.Ε.2 επίσης προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα και πειστικότητα. Η θέση του ότι οι καταστάσεις λογαριασμού αποτελούν αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου και ότι οι καταχωρήσεις σε αυτές έγιναν κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας δεν έχει επί της ουσία αμφισβητηθεί. Επίσης, δεν έχει αμφισβητηθεί η θέση του ότι ο ίδιος έλεγξε τις καταχωρήσεις στα Τεκμήρια 19 και 20 και ότι είναι σύμφωνες με τα στοιχεία που τηρούνται στο ηλεκτρονικό αρχείο της τράπεζας. Περαιτέρω η θέση του ως προς το ότι η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού διαφοροποιείται μόνο ως προς το επιτόκιο υπερημερίας δεν έχει αμφισβητηθεί. Επιπλέον, δεν έχει αμφισβητηθεί οποιαδήποτε καταγραφή στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 21 ή η ορθότητα των καταχωρήσεων σε αυτή. Τέλος, τονίζεται ότι κατά την αντεξέτασή του ο μάρτυρας δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση τέτοιας φύσης, η οποία να είναι ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του. Συνεπώς, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του Μ.Ε.2 για την εξαγωγή ευρημάτων. Ευρήματα Στην υπό κρίση υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, τα παραδεκτά γεγονότα και την πιο πάνω αξιολόγηση, προχωρώ στη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα πρωτογενή γεγονότα της υπόθεσης. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος στις 2.6.2005 συνομολόγησε σύμβαση δανειοδότησης με την εταιρεία Euroinvestment & Finance Public Ltd. Στη βάση της πιο πάνω συμφωνίας η εταιρεία Euroinvestment & Finance Public Ltd παραχώρησε πιστωτικές διευκολύνσεις στον Εναγόμενο ύψους €79.
- Δυνάμει της πιο πάνω σύμβασης το συμφωνηθέν επιτόκιο του επίδικου λογαριασμού ανερχόταν σε ποσοστό 7.75% ετησίως. Επιπρόσθετα, σε περίπτωση μη καταβολής οποιασδήποτε δόσης η τράπεζα θα δικαιούτο να επιβάλει επιπρόσθετο τόκο υπερημερίας προς 4.5%. Ταυτόχρονα η τράπεζα διατηρούσε το δικαίωμα να μεταβάλει το ποσοστό του τόκου ή του ποσοστού επιτοκίου υπερημερίας είτε με ανακοίνωση στον τύπο είτε με γραπτή ειδοποίηση στον χρεώστη. Επίσης, η Τράπεζα δικαιούτο να κεφαλαιοποιεί τον τόκο 2 φορές ετησίως. Στις 17.10.2008 η Ενάγουσα εξαγόρασε το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της εταιρείας Euroinvestment και η εν λόγω μεταβίβαση δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 13.2.
- Έτσι, η Ενάγουσα υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της εταιρείας Euroinvestment. Η Ενάγουσα μέσω επιστολής της, ημερομηνίας 21.10.2010, το περιεχόμενο της οποίας αποδέχθηκε ο Εναγόμενος, ενημέρωσε αυτόν ότι το βασικό επιτόκιο καθορίστηκε στο 1%, το περιθώριο στο 6% και το συνολικό συμβατικό επιτόκιο του λογαριασμού ανήλθε στο 7%. Ακολούθως, στις 16.11.2010 υπογράφθηκε μεταξύ των μερών τροποποιητική συμφωνία με την οποία μειωνόταν η μηνιαία δόση του επίδικου δανείου. Ο Εναγόμενος παρέλειπε να καταβάλει ανελλιπώς τη συμφωνηθείσα μηναία δόση και η τράπεζα, στις 8.7.2011 και 17.10.2011, απέστειλε προειδοποιητικές επιστολές. Ακολούθως η Ενάγουσα στις 30.8.2012 μέσω επιστολής της, ημερομηνίας 30.8.2012, ενημέρωσε τον Εναγόμενο για το ύψος του επιτοκίου, το οποίο θα ανερχόταν πλέον σε 12.50%. Το πιο πάνω ποσοστό επιτοκίου προέκυπτε από το άθροισμα του συμβατικού επιτοκίου ύψους 6.75% και του επιτοκίου υπερημερίας ύψους 5.75%. Με την ίδια επιστολή η Ενάγουσα τερμάτισε τον επίδικο λογαριασμό. Ο λογαριασμός του Εναγόμενου κατά τον χρόνο τερματισμού εμφάνιζε υπόλοιπο €42.129,83 πλέον τόκους. Ο επίδικος λογαριασμός στις 31.12.2012 εμφάνιζε υπόλοιπο €44.247,
- Η Ενάγουσα προέβη σε αναδόμηση των καταστάσεων λογαριασμών περιορίζοντας το επιτόκιο υπερημερίας σε 2% και προέβη σε υπολογισμό του υπολοίπου του λογαριασμού με βάση το περιορισμένο πλέον επιτόκιο. Τόσο η Euroinvestment & Finance Public Ltd όσο και η Ενάγουσα τηρούσαν τραπεζικό βιβλίο. Επίσης, οι καταχωρήσεις στις κατατεθειμένες καταστάσεις λογαριασμού έγιναν κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών τόσο της εταιρείας Euroinvestment όσο και της Ενάγουσας και η ορθότητα τους ελέγχθηκε από τους Μ.Ε1 και Μ.Ε.2 πριν οι σχετικές καταστάσεις λογαριασμού κατατεθούν στο Δικαστήριο. Νομική Πτυχή Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Στην απόφαση Tράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Βασίλη Χαραλάμπους και Άλλων
(2010)1 ΑΑΔ 829, υποδείχθηκε ότι σε υποθέσεις τραπεζικού χρέους τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τρία. Ειδικότερα υποδείχθηκε ότι χρήζουν απόδειξης, (α) η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, μαζί με τους όρους της, (β) η παράβαση όρου της σύμβασης, (γ) ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Το επίπεδο απόδειξης των ισχυρισμών του εκάστοτε ενάγοντα βρίσκεται στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Επομένως, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει το κατά πόσο η Ενάγουσα απέδειξε τα βασικά γεγονότα που θεμελιώνουν την απαίτησή της, στον απαιτούμενο βαθμό, ώστε να δικαιούται σε απόφαση. Στην υπό κρίση υπόθεση η συνομολόγηση της επίδικης σύμβασης δεν αμφισβητείται. Αυτό που ουσιαστικά αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση είναι το οφειλόμενο ποσό μέσω της προβολής ισχυρισμών περί παράνομων όρων της επίδικης σύμβασης. Προς απόδειξη του οφειλόμενου ποσού κατατέθηκαν οι καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 19 και
- Οι εν λόγω καταστάσεις κατατέθηκαν ως αντίγραφα του τραπεζικού βιβλίου. Ταυτόχρονα υφίσταται μαρτυρία από τους Μ.Ε. 1 και 2 ότι η Ενάγουσα τηρούσε Τραπεζικό Βιβλίο. Περαιτέρω, υφίσταται η μαρτυρία του Μ.Ε.2, ο οποίος δήλωσε οι καταχωρήσεις στα Τεκμήρια 19 και 20 έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Περαιτέρω, ο Μ.Ε.2 διαβεβαίωσε ότι οι καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε συγκρίθηκαν από τον ίδιο με τις αρχικές καταχωρίσεις στα Τραπεζικά Βιβλία και αποτελούν ορθή αντιγραφή των αρχικών καταχωρήσεων στο τραπεζικό βιβλίο της Ενάγουσας. Τα πιο πάνω δεδομένα επαρκούν, ώστε οι καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια 19 και 20 να κριθούν ως αντίγραφα του Τραπεζικού Βιβλίου σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί αποδείξεως Νόμου αλλά και τη σχετική νομολογία. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Γεώργιος Ιωαννίδης κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ( Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A484, Πολιτική Έφεση 1/2010, ημερομηνίας 8.7.
- Σύμφωνα δε με τη νομολογία, η κατάθεση λογαριασμού, ο οποίος κρίνεται ως αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου, δυνάμει του άρθρου 22 του περί αποδείξεως νόμου, συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη του περιεχομένου του. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ και Άλλων
(2009)1 ΑΑΔ 479, και Alpha Bank Cyprus Ltd v. Ζαλούμη κ.ά ECLI:CY:AD:2020:A123, Πολιτική Έφεση 149/13, ημερομηνίας 14.4.2020. Επιπλέον, στην απόφαση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργου Οικονόμου, Πολιτική Έφεση 335/2009, ημερομηνίας 17.10.2014, υποδείχθηκε πως, όταν ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί συγκεκριμένες χρεώσεις του λογαριασμού, δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε λεπτομερή έλεγχο της απαίτησης και να προβεί σε λογιστικούς και μαθηματικούς υπολογισμούς ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο. Στην υπό κρίση υπόθεση η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε συγκεκριμένες χρεώσεις των επίδικων λογαριασμών ούτε έχει αμφισβητήσει ότι οι λογαριασμοί που κατατέθηκαν είναι αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου. Επομένως, κρίνω ότι οι λογαριασμοί που αφορούν το επίδικο χρέος συνιστούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη του περιεχομένου τους. Αποτέλεσε βασική δικογραφική θέση του Εναγόμενου ότι η Ενάγουσα προέβη σε παράνομες χρεώσεις, ανατοκισμούς και έξοδα. Όμως, κατά την αντεξετάση των μαρτύρων τη Ενάγουσας δεν έχουν αμφισβητηθεί κατά συγκεκριμένο τρόπο οποιεσδήποτε χρεώσεις των επίδικων λογαριασμών. Η γενική υποβολή κατά την αντεξέταση του Μ.Ε1 ότι η τράπεζα προέβη σε υπερχρεώσεις δεν συνιστά συγκεκριμένη αμφισβήτηση της όποιας χρέωσης. Επομένως, ελλείψει συγκεκριμένης αμφισβήτησης των χρεώσεων που εμφαίνονται στις κατατεθειμένες καταστάσεις λογαριασμού, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει σε αριθμητικούς υπολογισμούς ως προς το εμφανιζόμενο υπόλοιπο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου στην εμπεριστατωμένη του αγόρευση παρέπεμψε σε αριθμό νομοθεσιών που κατά την θέση του παραβιάζονται από τις επίδικες συμφωνίες. Συνολικά ο συνήγορος του Εναγομένου παρέπεμψε σε 17 νομοθετικά κείμενα εκ των οποίων δικογραφική αναφορά υφίσταται μόνο για τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε καταναλωτικές συμβάσεις Νόμο του 1996 Ν. (93(I)/1996). Στο σημείο αυτό κρίσιμο είναι να τονισθεί ότι σύμφωνα με τη Δ.19 θ. 13 αλλά και τη σχετική νομολογία οι ισχυρισμοί που αφορούν παρανομία σε συμφωνία πρέπει να εγείρονται ειδικά στα δικόγραφα. Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Αθηνοδώρου κ.ά. v. Κωνσταντίνου
(2001)1 Α.Α.Δ. 615, Ayia Napa Nissi Development Ltd κ.ά. v. Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ. 549, Αντιγόνη Χρίστου v. S.D. Clinic Co Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 2039, και Δημητρίου v. Συμεωνίδη
(2002)1 Α.Α.Δ.
- Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι οι αναφορές στην παράγραφο 3, υποπαράγραφοι Α, Β και Γ της Υπεράσπισης, δεν έχουν συνδεθεί με οποιοδήποτε συγκεκριμένο ισχυρισμό περί παρανομίας και δεν έχει προσδιοριστεί ποιος νόμος έθετε τις εν λόγω κατ' ισχυρισμόν υποχρεώσεις στην Ενάγουσα. Προκύπτει, συνεπώς, πως και οι εν λόγω ισχυρισμοί τέθηκαν αόριστα. Επομένως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να ασχοληθεί με ισχυρισμούς παρανομίας που δεν έχουν δικογραφηθεί δεόντως. Εν πάση περιπτώσει, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η γενικόλογη αναφορά περί παρανομίας στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου δεν μπορεί να κριθεί ότι περιλαμβάνει τη σύνθετη και ευρύτερη θέση περί παρανομίας που προώθησε ο συνήγορός του κατά τον στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Παπαπέτρου ν. Λαϊκή Φάκτορς ECLI:CY:AD:2015:A121, Πολιτική Έφεση 180/2010, ημερομηνίας 20.2.
- Συνεπώς, το Δικαστήριο θα περιοριστεί στην εξέταση ισχυρισμών που καλύπτονται από τα δικόγραφα, ήτοι τον ισχυρισμό περί ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών κατά παράβαση του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 Ν. (93(I)/1996). Κατ' αρχάς σημειώνω ότι δεν υφίσταται μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος κατά τον χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης ενεργούσε για σκοπούς, οι οποίοι ήταν άσχετοι με την άσκηση της επιχείρησης του. Συνακόλουθα, δεν υφίσταται μαρτυρία για το κατά πόσο ο Εναγόμενος ενεργούσε ως καταναλωτής, εν τη έννοια του άρθρου 2 του Νόμου, και ως εκ τούτου δεν μπορεί να κριθεί το εάν εφαρμόζεται ο Νόμος που επικαλείται η υπεράσπιση. Εν πάση περιπτώσει, ο ισχυρισμός περί παράβασης του εν λόγω Νόμου τέθηκε αόριστα, αφού στην υπεράσπιση γίνεται αναφορά ότι κάποιοι όροι από τους όρους της επίδικής σύμβασης είναι καταχρηστικοί. Ενόψει της αόριστης προβολής του σχετικού ισχυρισμού, το Δικαστήριο δεν μπορεί εξ ίδιας πρωτοβουλίας να προβεί σε έλεγχο τυχόν καταχρηστικότητας οποιουδήποτε συμβατικού ορού. Επίσης, κατά την αντεξέταση δεν έχει προσδιοριστεί οποιοσδήποτε όρος που κατά τον Εναγόμενο είναι καταχρηστικός, ούτε αμφισβητήθηκε οποιαδήποτε χρέωση ή τέθηκε ισχυρισμός πως οποιαδήποτε χρέωση αποτελούσε προϊόν καταχρηστική ρήτρας. Συνεπώς, η θέση του Εναγομένου περί ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών στην επίδικη σύμβαση δεν μπορεί να επιτύχει. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο η Ενάγουσα έχει αποδείξει την αξίωση της. Μέσα από την ενώπιόν μου μαρτυρία έχει αποδειχθεί τόσο η συνομολόγηση της επίδικης σύμβασης όσο η χορήγηση των πιστωτικών διευκολύνσεων. Επίσης, έχει αποδειχθεί η ύπαρξη των όρων της επίδικης σύμβασης. Περαιτέρω, έχει αποδειχθεί ότι το επιτόκιο του επίδικου λογαριασμού αυξομειώθηκε στη βάση των όρων της επίδικης σύμβασης και κατ' εφαρμογήν αυτών. Ταυτόχρονα αποδείχθηκε ότι στη βάση της επίδικης συμφωνίας η Ενάγουσα είχε δικαίωμα να επιβάλλει τόκο υπερημερίας. Επιπλέον, έχει αποδειχθεί ότι ο Εναγόμενος δεν συμμορφώνετο με την υποχρέωσή του για καταβολή της συμφωνηθείσας δόσης και ως εκ τούτου έχει αποδειχθεί η παράβαση των όρων της σύμβασης. Επίσης, έχει αποδειχθεί ο τερματισμός της επίδικης σύμβασης και ότι κατά τον χρόνο τερματισμού το συμβατικό επιτόκιο ανερχόταν σε ποσοστό 6.75%. Τέλος, έχει αποδειχθεί το υπόλοιπο του λογαριασμού, η ορθότητα των χρεοπιστώσεων και ότι αυτές ήταν σε αρμονία με τους όρους της σύμβασης δανείου. Σε σχέση με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού που κατατέθηκε σημειώνω ότι σύμφωνα με τη νομολογία η αναδόμηση λογαριασμών είναι επιτρεπτή ενέργεια, η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί εκτός δικογράφων όταν κρίνεται από την Τράπεζα πως θα πρέπει να διαμορφώσει το ποσό της απαίτησής της προς τα κάτω με αφαίρεση χρεώσεων και δικαιωμάτων ή με διαφορετικό υπολογισμό των τόκων. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1238 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας
(2011)1 Α.Α.Δ.
- Στην υπό κρίση υπόθεση, η Ενάγουσα κατέθεσε την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού περιορίζοντας σε ποσοστό 2% τον αξιούμενο τόκο υπερημερίας. Το εν λόγω ποσοστό είναι το ανώτατο επιτρεπόμενο σύμφωνα με το άρθρο 3 των περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμων του 1999 - 2015 Νόμος 160(Ι)/
- Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τη νομολογία, εφόσον ο τόκος υπερημερίας προβλέπεται στη σύμβαση είναι επιτρεπτή η αξίωσή του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Γεώργιος Ιωαννίδης κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ( Κύπρου) Λτδ ( ανωτέρω). Από την ενέργεια της Ενάγουσας να προσκομίσει αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, η οποία περιορίζει το αξιούμενο ποσοστό επιτοκίου στο μέγιστο επιτρεπόμενο δυνάμει του Νόμου, σε συνδυασμό με τη μαρτυρία των Μ.Ε. 1 και Μ.Ε.2, συνάγεται ότι η αυτή έχει περιορίσει της αξίωσή της ως προς τον τόκο υπερημερίας στο ποσοστό του 2%. Υπό το φως των πιο πάνω εξάγεται το συμπέρασμα ότι, παρόλο που η Ενάγουσα αρχικά χρέωνε και αξίωνε μεγαλύτερο ποσοστό επιτοκίου, αυτό περιορίστηκε στο 2%. Συνεπώς, κρίνω ότι η Ενάγουσα δικαιούται να αξιώνει ποσοστό επιτοκίου προς 2% ετησίως. Επιπλέον, το συνολικό ποσοστό επιτοκίου που δικαιούται η Ενάγουσα προσδιορίζεται στο συμβατικό επιτόκιο, ως ίσχυε κατά τον χρόνο τερματισμού της σύμβασης, πλέον 2% τόκο υπερημερίας, ήτοι στο συνολικό ποσοστό 8.75%. Στην υπό κρίση υπόθεση σύμφωνα με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού κατά τον χρόνο τερματισμού ο λογαριασμός του Εναγόμενου παρουσίαζε υπόλοιπο €38,466.77, ενώ στις 31.12.2012 παρουσίαζε υπόλοιπο εξ €40,011.
- Με βάση τα πιο πάνω η Ενάγουσα δικαιούται στο ποσό των €40,011.18 πλέον τόκο προς 8.75 % από 01.01.2013 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές τον χρόνο, ήτοι την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Κατάληξη Ενόψει όλων των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €40,011.18 πλέον τόκο προς 8.75 % από 01.01.2013 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές τον χρόνο, ήτοι την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου, ως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο