← Κύπρος

AMER ELGHAZALY ν. ΔΙΟΜΗΔΟΥΣ, Αρ. Αγωγής: 3164/20, 26/2/2021

AMER ELGHAZALY ν. ΔΙΟΜΗΔΟΥΣ, Αρ. Αγωγής: 3164/20, 26/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3164/20 Μεταξύ: XXXXX XXXXX XXXXX AMER ELGHAZALY Ενάγοντας και XXXXX ΔΙΟΜΗΔΟΥΣ Εναγόμενος -------------------------------------------- (Αίτηση εναγόμενου ημερ. 11/12/20 για ασφάλεια εξόδων) Ημερομηνία: 26 Φεβρουαρίου 2021 Εμφανίσεις: Για εναγόμενο - αιτητή: κ. Δ. Κούτρας για Δημήτρης Κούτρας και Σία Για ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση: κ. Π. Αριστοτέλους για Μ.Χ. Μυλωνάς & Συν. ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή που καταχώρησε με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο στις 05/11/20, ο ενάγοντας, αιγύπτιος υπήκοος και μόνιμος κάτοικος Αιγύπτου, αξιώνει στη βάση των αρχών της επιείκειας και των εμπιστευμάτων (resulting and constructive trusts), αριθμό δηλωτικών αποφάσεων ότι είναι ο αποκλειστικός ιδιοκτήτης, κάτοχος και δικαιούχος του διαμερίσματος με αρ. XXXXX στον 4ο όροφο στο μπλοκ XXXXX του συγκροτήματος XXXXX House στη Λευκωσία (ακίνητο 0/XXXXX, Φ/Σχ.21/540502, τμ.3, τ.μ.χ. XXXXX) καθώς και διατάγματα με τα οποία να διατάσσεται ο εναγόμενος όπως παύσει αμέσως να εκτελεί οποιεσδήποτε οικοδομικές εργασίες εντός του διαμερίσματος και όπως εγγράψει το διαμέρισμα στο όνομα του ενάγοντα. Πρόσθετα τούτων, ο ενάγοντας αξιώνει από τον εναγόμενο και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για απώλεια χρήσης του διαμερίσματος από την 01/10/20 μέχρι παράδοσης του σε αυτόν. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής στις 05/11/20, ο ενάγοντας επεδίωξε με ενδιάμεση αίτηση, την οποία βάσισε κυρίως στις πρόνοιες του αρ.32 και των αρ. 4, 5 και 9 Κεφ.6, να εξασφαλίσει μονομερώς προσωρινά διατάγματα με τα οποία να διατάσσετο ο εναγόμενος όπως παύσει να εκτελεί οικοδομικές εργασίες εντός του επίδικου διαμερίσματος, όπως εμποδιστεί ο τελευταίος από του να πωλήσει, μεταβιβάσει ή άλλως πως αποξενώσει το διαμέρισμα ή οποιαδήποτε κινητή περιουσία του ενάγοντα βρίσκεται εντός αυτού και όπως παραδώσει την κατοχή του διαμερίσματος στον ενάγοντα και/ή στους αντιπροσώπους του. Η εν λόγω αίτηση του ενάγοντα υποστηρίχθηκε με Ε/Δ του Ν. Κυρατζή, διευθυντή της εργοληπτικής εταιρείας Α. & Ν. Kyratzis Developers Ltd, της Μ. Δημητρίου, δικηγόρου στο γραφείο που εκπροσωπεί τον ενάγοντα, της Ν. Χριστοδουλίδου, εκπροσώπου της διαχειριστικής επιτροπής της πολυκατοικίας Lizantia στην οποία βρίσκεται το διαμέρισμα και του Σ. Οικονόμου. Εν συντομία, η εκδοχή που προωθήθηκε μέσω της εν λόγω αίτησης και των υποστηρικτικών Ε/Δ έχει ως εξής. Το 1996 ο ενάγοντας, ο οποίος είναι Αιγύπτιος υπήκοος με μόνιμη διεύθυνση διαμονής το Κάιρο, είχε αγοράσει το επίδικο διαμέρισμα από την εργοληπτική εταιρεία Α. & Ν. Kyratzis Constructions Co Ltd (πλέον Α. & Ν. Kyratzis Developers Ltd) δυνάμει αγοραπωλητηρίου εγγράφου έναντι του ποσού των 44.000 Λ.Κ.. Αν και το εν λόγω ποσό ο ενάγοντας το είχε από τότε καταβάλει πλήρως προς την Kyratzis (βλ. Τεκ.3 και 4 Ε/Δ Δημητρίου) εντούτοις το διαμέρισμα δεν μεταβιβάστηκε ποτέ στο όνομα του. Του δόθηκε όμως από το 1997 κατοχή του διαμερίσματος και από τότε και μέχρι και το καλοκαίρι του 2018 αυτός, ο ενάγοντας δηλαδή, το έχει επιπλώσει πλήρως και μαζί με την οικογένεια του διέμενε εκεί κατά τακτά και μεγάλα χρονικά διαστήματα, καταβάλλοντας μάλιστα ως ιδιοκτήτης και τους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας αλλά και το μερίδιο που του αναλογεί στα κοινόχρηστα της πολυκατοικίας (βλ. Τεκ.2, 5 και 6 Ε/Δ Δημητρίου και Τεκ.1 Ε/Δ Χριστοδουλίδου). Σε κάποιο στάδιο περί το Φεβρουάριο 2020, ο γιος του ενάγοντα, στον οποίο ο τελευταίος είχε αποφασίσει να δώσει το διαμέρισμα για να κατοικήσει, επικοινώνησε με τους δικηγόρους του πατέρα του για να διερευνήσει τι έπρεπε να γίνει ώστε να μεταβιβαστεί το διαμέρισμα από την Kyratzis επ' ονόματι του ενάγοντα. Από τις έρευνες που οι εν λόγω δικηγόροι διενήργησαν (βλ. Τεκ. 7 Ε/Δ Δημητρίου), διαπιστώθηκε ότι το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του ενάγοντα με την Kyratzis δεν είχε ποτέ κατατεθεί στο Κτηματολόγιο και αυτό γιατί ο ιδιοκτήτης της γης επί της οποίας είχε ανεγερθεί η πολυκατοικία στην οποία βρισκόταν το διαμέρισμα, δεν ήταν η Kyratzis αλλά ο εναγόμενος, ο οποίος όμως δεν είχε συνυπογράψει στο συμβόλαιο του ενάγοντα με την Kyratzis. Διερευνώντας περαιτέρω το θέμα μέσω της Kyratzis, η πλευρά του ενάγοντα διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος, ο οποίος κατά την ανέγερση των διαμερισμάτων είχε τη δική του εργοληπτική εταιρεία με το όνομα D. Deomidous (Developers) Ltd και ο οποίος είχε τότε συνάψει συμφωνία αντιπαροχής με την Kyratzis δίνοντας στην τελευταία το δικαίωμα να ανεγείρει επί της γης του κάποια διαμερίσματα και ακολούθως να τα πωλήσει σε τρίτα πρόσωπα όπως ο ενάγοντας, αν και γνώριζε για τις εν λόγω πωλήσεις εντούτοις αρνήθηκε να υπογράψει τα αγοραπωλητήρια με αποτέλεσμα αυτά, αν και εξοφλημένα, να μην μπορούσαν ούτε να κατατεθούν στο κτηματολόγιο αλλά ούτε και να χρησιμοποιηθούν από αγοραστές όπως ο ενάγοντας ώστε τα διαμερίσματα να μεταβιβαστούν στο όνομα τους (βλ. Τεκ.1 και 3 Ε/Δ Κυρατζή). Σε κάθε περίπτωση όμως, ισχυρίζεται η πλευρά του ενάγοντα, ο εναγόμενος είχε πλήρη γνώση για το γεγονός ότι ο ενάγοντας είχε αγοράσει το διαμέρισμα το 1996 αλλά και ότι ο τελευταίος είχε από το 1997 λάβει την κατοχή του και διέμενε εκεί. Αυτό αν μη τι άλλο διότι και ο ίδιος ο εναγόμενος διαμένει στην πολυκατοικία αλλά και διότι τα διάφορα μέλη της διαχειριστικής επιτροπής που γνωρίζουν τον ενάγοντα επιβεβαιώνουν ότι τον έβλεπαν εκεί όταν ερχόταν να μείνει στο διαμέρισμα (βλ. Ε/Δ Δημητρίου και Ε/Δ Χριστοδουλίδου) . Ενόσω υφίστατο η πιο πάνω κατάσταση πραγμάτων και συγκεκριμένα περί τα τέλη Οκτωβρίου 2020, η Χριστοδουλίδου αντιλήφθηκε ότι εντός του διαμερίσματος του ενάγοντα γίνονταν οικοδομικές εργασίες και ότι τα προσωπικά αντικείμενα και έπιπλα του τελευταίου ήταν μεν εντός του διαμερίσματος αλλά είχαν μετακινηθεί από τις θέσεις τους λόγω των εργασιών. Αφού η Χριστοδουλίδου διερεύνησε το θέμα συνομιλώντας η ίδια με τους εργάτες που εντόπισε μέσα στο διαμέρισμα καθώς και με τα μέλη της Διαχειριστικής Επιτροπής της πολυκατοικίας, διαπίστωσε ότι όχι μόνο οι εν λόγω εργασίες γίνονταν κατ' εντολή του εναγόμενου και εν αγνοία του ενάγοντα αλλά και ότι ο εναγόμενος φαίνεται να πέτυχε πρόσβαση στο διαμέρισμα παραβιάζοντας και αλλάζοντας την κλειδαριά του (βλ. Ε/Δ Δημητρίου και Χριστοδουλίδου). Αφού η Χριστοδουλίδου ενημέρωσε σχετικά τους δικηγόρους του ενάγοντα οι τελευταίοι, ενεργώντας κατ' εντολή του πελάτη τους, κατήγγειλαν άμεσα το θέμα στην αστυνομία στις 09/11/20 (βλ. Ε/Δ Οικονόμου). Εξ' όσων η πλευρά του ενάγοντα έχει ενημερωθεί από την Kyratzis, ο εναγόμενος, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι η εν λόγω εταιρεία του όφειλε δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας περί τις €67.500, πίεσε τον διευθυντή της Kyratzis να υπογράψει συμφωνία με την Diomedous ως προς το ότι οι αγοραστές της Kyratzis θα κατέβαλλαν στον εναγόμενο και στην εταιρεία του ποσό €7500 πλέον τόκο 8% από τις 09/09/10 κατά την μεταβίβαση των διαμερισμάτων στο όνομα τους (βλ. Τεκ.4 Ε/Δ Κυρατζή). Μάλιστα δε, σύμφωνα με τον Κυρατζή, μετά που είχαν εκδοθεί ξεχωριστοί τίτλοι για τα διαμερίσματα στο όνομα του εναγόμενου (βλ. Τεκ.2 Ε/Δ Κυρατζή), ο τελευταίος φαίνεται σε κάποιες περιπτώσεις να εκμεταλλεύτηκε τη μειονεκτική θέση στην οποία είχε θέσει τους αγοραστές της Kyratzis και απειλώντας τους ότι δεν θα συγκατατίθετο στην μεταβίβαση των διαμερισμάτων στο όνομα τους, κατάφερε να εξασφαλίσει από αυτούς επιπλέον χρήματα προς όφελος του. Θέση του Κυρατζή και της πλευράς του ενάγοντα γενικότερα είναι ότι η συμφωνία της Kyratzis με την Diomedous και τον εναγόμενο δεν δεσμεύει ούτε τον ενάγοντα αλλά ούτε και οποιοδήποτε άλλο αντισυμβαλλόμενο της Kyratzis εφόσον έγινε εν αγνοία και άνευ της συγκατάθεσης των εν λόγω αγοραστών. Στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών της πλευράς του ενάγοντα, το Δικαστήριο έκρινε στις 09/11/20 ότι, πλην του αιτητικού που αφορούσε σε ανάκτηση κατοχής του διαμερίσματος, τα υπόλοιπα προσωρινά διατάγματα δικαιολογούνταν να εκδοθούν μονομερώς, υπό τον όρο όμως ότι θα υπογραφόταν σχετική εγγύηση ύψους €10.000. Αφού η πλευρά του ενάγοντα ικανοποίησε πλήρως τον προαναφερόμενο όρο της παροχής εγγύησης οπόταν και συντάχθηκαν τα προσωρινά διατάγματα, αυτά, όπως και η αίτηση της 05/11/20 επιδόθηκαν στον εναγόμενο ο οποίος εμφανίστηκε στην αγωγή μέσω δικηγόρων. Προτού όμως καταχωρήσει οποιαδήποτε ένσταση στα προσωρινά διατάγματα, ο εναγόμενος, ο οποίος ισχυρίζεται ότι το όλο θέμα συνιστά απάτη από την Kyratzis, επικαλούμενος αποκλειστικά το παραδεκτό γεγονός ότι ο ενάγοντας είναι αλλοδαπός υπήκοος και μόνιμος κάτοικος Αιγύπτου, καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά, στη βάση κυρίως της Δ.60, όπως διαταχθεί ο τελευταίος να παραχωρήσει εντός 20 ημερών ασφάλεια εξόδων για το ποσό των €9.413,03, το οποίο είναι το ποσό στο οποίο εκτιμά ότι θα ανέλθουν τα έξοδα της αγωγής (Τεκ.Α). Ταυτόχρονα ο εναγόμενος επιδιώκει και όπως διαταχθεί η αναστολή της περαιτέρω διαδικασίας μέχρι την παραχώρηση της ασφάλειας και όπως αν δεν παραχωρηθεί η ασφάλεια αυτή, τότε η αγωγή να απορριφθεί στην ολότητα της. Ένεκα του ότι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων δήλωσαν ότι επιθυμούσαν να εκδικαστεί πρώτα η παρούσα αίτηση, δόθηκαν οδηγίες για καταχώρηση τόσο της ένστασης του ενάγοντα στην υπό κρίση διαδικασία όσο και της ένστασης του εναγόμενου στη αίτηση για προσωρινά διατάγματα. Όταν αργότερα ο ενάγοντας καταχώρησε την ένσταση του στην αίτηση για προσωρινά διατάγματα, εκείνη η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 17/03/21, η περαιτέρω πορεία της βεβαίως θα εξαρτηθεί από την έκβαση της παρούσας αίτησης. Στην ένσταση λοιπόν που καταχώρησε ο ενάγοντας αναφορικά με την υπό κρίση αίτηση προβάλλονται εφτά λόγοι για τους οποίους ο τελευταίος υποστηρίζει ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Οι λόγοι αυτοί περιστρέφονται γύρω από δύο άξονες. Ο πρώτος άξονας της ένστασης αφορά στην εγκυρότητα και νομιμότητα των προνοιών της Δ.60, με το επί του προκειμένου επιχείρημα της πλευράς του ενάγοντα να είναι ότι η εν λόγω διάταξη είναι αναχρονιστική και ότι προσκρούει τόσο στις πρόνοιες του αρ.30Σ που αφορούν στο δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο όσο και στις πρόνοιες του Ν. 32(III)/1992 (Ο Κυρωτικός της Συμφωνίας μεταξύ Κύπρου και Αιγύπτου για την παροχή Δικαστικής και Νομικής Συνδρομής Νόμος του 1992), ο οποίος επιβάλλει όπως «.Οι πολίτες ενός Συμβαλλόμενου Μέρους απολαύουν στο έδαφος του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους των ίδιων δικαιωμάτων αναφορικά με τη νομική προστασία του προσώπου ή της περιουσίας τους όπως και οι πολίτες του άλλου αυτού Συμβαλλόμενου Μέρους.(και όπως).Οι πολίτες ενός Συμβαλλόμενου Μέρους έχουν ελεύθερη πρόσβαση στις δικαστικές αρχές του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους για την επιδίωξη ή υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους κάτω από τους ίδιους όρους όπως και οι πολίτες του άλλου αυτού Συμβαλλόμενου Μέρους». Κατά την πλευρά του ενάγοντα, η διεθνής υποχρέωση που ανέλαβε η ΚΔ απέναντι στην Αίγυπτο επιβάλλει όπως με τον ίδιο τρόπο που οι πρόνοιες της Δ.60 δεν θα εφαρμοστούν σε σχέση με ένα Κύπριο κάτοικο Κύπρου δεν θα πρέπει να εφαρμοστούν ούτε σε ένα Αιγύπτιο που κατοικεί εκτός Κύπρου και οποίος καταχωρεί αγωγή στην Κύπρο εναντίον Κύπριου. Ο δεύτερος άξονας της ένστασης αφορά τόσο στο κατά πόσο τα συγκεκριμένα θέματα που εγείρει με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας δικαιολογούν την εφαρμογή των προνοιών της Δ.60 και την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος όσο και στο κατά πόσο δικαιολογείται το ύψος της αιτούμενης ασφάλειας. Κατά την πλευρά του ενάγοντα, τα όσα έχουν τεθεί προς το παρόν ενώπιον του Δικαστηρίου καταδεικνύουν ότι ο τελευταίος έχει καλή υπόθεση με καλές πιθανότητες επιτυχίας και συνεπώς δεν θα πρέπει να εμποδιστεί ή περιοριστεί οικονομικά από του να προωθήσει την υπόθεση του αυτή. Σε κάθε περίπτωση όμως, υποστηρίζει η πλευρά του ενάγοντα, το ποσό των €9500 περίπου που ζητά ο εναγόμενος είναι υπερβολικό, διογκωμένο και εξωπραγματικό. Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε στις 22/02/21 με την κατάθεση εμπεριστατωμένων αγορεύσεων από τους συνηγόρους, αναφορά στις οποίες κάμνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Σημειώνω τα εξής. Κατ' αρχή είναι κοινώς αποδεκτό ότι η εφαρμογή της Δ.60 συνιστά θέμα που εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται δικαστικά με γνώμονα συγκεκριμένους παράγοντες και ότι αν και το θεμέλιο για την άσκηση της συγκεκριμένης δικαιοδοσίας είναι η διαπίστωση ότι ο ενάγοντας έχει τη συνήθη κατοικία του στο εξωτερικό, εντούτοις δεν επιβάλλεται η έκδοση διαταγής για τα έξοδα ο,ποτεδήποτε ο ενάγοντας είναι κάτοικος εξωτερικού. Όπως εύστοχα επισημαίνεται στην Alahmari v. Alia Airline

(1990)1 Α.Α.Δ. 434): «Πράγματι δεν επιβάλλεται η έκδοση διαταγής για τα έξοδα ο,ποτεδήποτε ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού. Το θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, όπως υποδηλώνει ο όρος "may" (δύναται) που απαντάται στο πλαίσιο της Δ.60 κ1, που ασκείται δικαστικά. Το ίδιο υποστηρίζεται και από την αγγλική πρακτική, όπως συνοψίζεται στους Halsbury's Laws of England (4th ed., Vol. 37, pp. 384-385).Όταν τεθεί το θεμέλιο για την άσκηση της δικαιοδοσίας, με τη διαπίστωση ότι ο ενάγων (εφεσείων) έχει τη συνήθη κατοικία του στο εξωτερικό, οι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι κατεξοχή δύο, η κατοχή εκ μέρους του ενάγοντα περιουσίας, και ιδίως ακίνητης (που δε μετακινείται εύκολα), στην Κύπρο, και η ισχύς της υπόθεσής του ..» Όσον αφορά τώρα τη θέση της πλευράς του ενάγοντα ότι η Δ.60 είναι αναχρονιστική και ότι προσκρούει στις πρόνοιες του αρ.30Σ που αφορούν στο συνταγματικό δικαίωμα της πρόσβασης στο Δικαστήριο, είναι αρκετό θεωρώ να παραπέμψω στο πιο κάτω απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση στην ΜΟΝΑΧΗ ΜΑΡΚΕΛΛΑ (ΚΑΤΑ ΚΟΣΜΟ xxx ΙΩΑΝΝΟΥ) κ.α. v. ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ (ΚΑΤΑ ΚΟΣΜΟ χχχ ΣΤΑΥΡΟΥ) ΠΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΩΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΚΙΤΙΟΥ ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ Γ.Ο.Χ. κ.α., ECLI:CY:AD:2021:A28, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 9/2016, 29/1/2021: «..η γενική αρχή, όπως αυτή καθιερώθηκε διαχρονικά από τη νομολογία, είναι πως αν η έκδοση διατάγματος για ασφάλεια εξόδων απολήγει σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο του διάδικου εναντίον του οποίου η διαταγή στρέφεται, τότε το διάταγμα δεν εκδίδεται. Σε μια τέτοια περίπτωση το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο υπερισχύει της ανάγκης προστασίας του διάδικου που ζητά την παραχώρηση ασφάλειας εξόδων [Αικατερίνη Δημητρίου v. Ανδρέα Δημητρίου
(2014)1 Α.Α.Δ. 768]. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Conway v. Ηλία
(2002)1 Α.Α.Δ. 1653 είναι σχετικό: «Αντιμετωπίζει, όμως, ο αιτητής - εφεσίβλητος άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα στην προώθηση του αιτήματός του, το οποίο προκύπτει από την οικονομική αδυναμία του καθ' ου η αίτηση - εφεσείοντος να ανταποκριθεί στο αίτημα αυτό. Η απόφαση στην Continental Ins. Co of Hampshire v. O' Regan
(1998)1 Α.Α.Δ. 1087, διαγράφει το πλαίσιο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου κάτω από τη Δ.60, θ.1, υπό το πρίσμα των συνταγματικών διατάξεων που κατοχυρώνουν το δικαίωμα πρόσβασης του ατόμου στη Δικαιοσύνη. Ως υπέδειξε το Δικαστήριο στην Continental Ins. Co of Hampshire v. O' Regan, η ασφάλεια για τα έξοδα παρέχεται υπό το πρίσμα των διατάξεων του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος και των αντίστοιχων διατάξεων του Άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, οι οποίες κατοχυρώνουν την πρόσβαση του ατόμου στο δικαστήριο ως θεμελιώδες δικαίωμά του. Συναρτάται, τοιουτοτρόπως, η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου με τη δυνατότητα του ενάγοντος ή του εφεσείοντος, ως η περίπτωση, ανάλογα με την οικονομική του ευχέρεια, να παράσχει την εξαιτούμενη ασφάλεια. Εφόσον δε διαθέτει τα μέσα, το αίτημα απορρίπτεται. Ο λόγος της απόφασης αυτής συμπυκνώνεται στην πρόταση ότι δε χωρεί διαταγή για την παροχή ασφάλειας για τα έξοδα, όπου η έκδοσή της απολήγει σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο του ενάγοντος ή του εφεσείοντος». Πιο πρόσφατα στην υπόθεση G.K. Theonell Building & Construction Ltd v. AIG EUROPE LIMITED, ECLI:CY:AD:2019:A249, Πολιτική Έφεση αρ. 98/2017, ημερ. 3/6/2019, με παραπομπή στην υπόθεση Y. Liasides Developers Ltd v. Μιχαήλ κ.ά., ECLI:CY:AD:2017:A211, Πολιτική Έφεση αρ. 123/2012, ημερ. 2/6/2017, επαναλήφθηκε ότι αναφορικά µε φυσικά πρόσωπα, αποκρυσταλλωμένη είναι η αρχή ότι δεν εκδίδεται διάταγµα για παροχή ασφάλειας εξόδων εναντίον ενάγοντα ο οποίος στερείται µέσων. Έγινε δε παραπομπή στην αγγλική υπόθεση Cowell ν. Taylor
(1885)31 Ch D 34, 38, «the general rule is that poverty is no bar to a litigant, that, from time immemorial, has been the rule at common law, and also, in equity». Άλλως η διαταγή για παροχή ασφάλειας εξόδων θα απέληγε σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο.» Από το πιο πάνω απόσπασμα φαίνεται ξεκάθαρα ότι όχι μόνο τα θέματα που εγείρει η πλευρά του ενάγοντα όντως δεν παραγνωρίζονται κατά την άσκηση της συγκεκριμένης εξουσίας του Δικαστηρίου αλλά και ότι επειδή ακριβώς τα θέματα αυτά λαμβάνονται σοβαρά υπόψη, ούτε η οι πρόνοιες της Δ.60 αλλά ούτε και η εφαρμογή της είναι αναχρονιστική ή αντισυνταγματική (βλ. επίσης ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΚΙΤΙΟΥ ΚΑΙ ΕΞΑΡΧΟΥ ΠΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΤΩΝ Γ.Ο.Χ. (ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ) ΠΑΡΘΕΝΙΟΥ, ΚΑΤΑ ΚΟΣΜΟ PETRU COMANESCU κ.α. v. ΣΤΑΥΡΟΥ κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 143/2020, 29/1/2021). Ούτε θεωρώ βάσιμη τη θέση της πλευράς του ενάγοντα ότι η εφαρμογή των προνοιών της Δ.60 στην περίπτωση ενός Αιγύπτιου που διαμένει στην Αίγυπτο και ο οποίος εγείρει αγωγή στην Κύπρο εναντίον Κύπριο προσκρούει στις διατάξεις του Ν. 32(III)/1992. Αυτό γιατί ο άξονας επί του οποίου περιστρέφονται οι πρόνοιες του Ν. 32(ΙΙΙ)/1992 είναι η «υπηκοότητα» του διάδικου - «Οι πολίτες ενός Συμβαλλόμενου Μέρους. κάτω από τους ίδιους όρους όπως και οι πολίτες του άλλου αυτού Συμβαλλόμενου Μέρους.» ενώ οι πρόνοιες της Δ.60 δεν αφορούν στην υπηκοότητα αλλά στο που βρίσκεται η συνήθης διαμονή του διαδίκου. Με άλλα λόγια, όπως οι πρόνοιες της Δ.60 δεν θα εφαρμοστούν σε ένα Κύπριο ενάγοντα που διαμένει στην Κύπρο, δεν θα εφαρμοστούν ούτε σε ένα Αιγύπτιο ενάγοντα που επίσης διαμένει μόνιμα στην Κύπρο. Αν όμως ο ενάγοντας δεν διαμένει στην Κύπρο τότε ακόμη και Κύπριος υπήκοος να είναι, τότε η Δ.60 δύναται να εφαρμοστεί (βλ. κατ' αναλογία Studland Holdings Ltd κ.ά ν. Ευσταθίου κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 1809 και την αναφορά που εκεί γίνεται στην Geto Ltd v. Πλοίου Vaslyayev (Aρ.3),
(1993)1 Α.Α.Δ. 689). Όπως εξηγείται στην Studland, αντίθετα με την υπηκοότητα η οποία καμία εξασφάλιση δεν παρέχει για σκοπούς των εξόδων της διαδικασίας, είναι η διαμονή στην χώρα που καταδεικνύει τους δεσμούς που υπάρχουν με τη χώρα, την ευημερία και την ανάπτυξη της οικονομίας της. Με παραδεκτό λοιπόν το γεγονός ότι ο εδώ ενάγοντας είναι μόνιμος κάτοικος άλλης χώρας εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι αν με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές που διέπουν την εφαρμογή της Δ.60 θα πρέπει να διαταχθεί να καταβάλει την αιτούμενη ασφάλεια εξόδων. Για τους λόγους που θα προχωρήσω να εξηγήσω κρίνω ότι επί του παρόντος η απάντηση στο ρώτημα αυτό είναι αρνητική. Με την αγωγή του ο ενάγοντας αξιώνει να αναγνωριστεί και να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης ακίνητης ιδιοκτησίας που αγόρασε στην Κύπρο το 1996, αξίας τότε περί τις €75.000. Μάλιστα δε η αξίωση του αυτή εδράζεται μεταξύ άλλων, στον ισχυρισμό του ότι αυτός όντως κατέχει την εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία τα τελευταία 25 σχεδόν χρόνια, καταβάλλοντας και όλα τα σχετικά έξοδα που κανονικά πρέπει να καταβάλλονται από κάποιο ιδιοκτήτη ακίνητης ιδιοκτησίας στην Κύπρο. Η αξίωση αυτή του ενάγοντα καθώς και οι ισχυρισμοί που την περιβάλλουν, παρουσιάζονται να υποστηρίζονται όχι μόνο από έγγραφη μαρτυρία αλλά και από τη μαρτυρία προσώπων που υποστηρίζουν ότι έχουν άμεση και προσωπική γνώση των διάφορων γεγονότων για τα οποία καταθέτει. Πρόσθετα των πιο πάνω όμως, εφόσον κατ' επιλογή του εναγόμενου, σε συμφωνία βέβαια με τον ενάγοντα, η παρούσα αίτηση εκδικάστηκε πριν να εκδικαστεί η αίτηση του τελευταίου για προσωρινά διατάγματα, όπου και θα αποφασιστεί το κατά πόσο υπό το φως των θέσεων του εναγόμενου, τα διατάγματα που έχουν εκδοθεί μονομερώς θα καταστούν απόλυτα, η παρούσα αίτηση δεν μπορεί παρά να εξεταστεί με γνώμονα τις συνθήκες που επικρατούν σήμερα. 'Ότι δηλαδή οι ισχυρισμοί του ενάγοντα εξετάστηκαν από το Δικαστήριο, έστω μονομερώς και έχουν προς το παρόν κριθεί, εκ πρώτης όψεως βέβαια, να ικανοποιούν τις προϋποθέσεις του αρ.32 Ν.14/60, οι οποίες μεταξύ άλλων αφορούν και στην απόδειξη ύπαρξης καλής υπόθεσης με καλή πιθανότητα επιτυχίας. Το αν τώρα αυτή η υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων ενδέχεται να διαφοροποιηθεί όταν η αίτηση του ενάγοντα θα εξεταστεί υπό το φως και των θέσεων της άλλης πλευράς, αυτό είναι θέμα που θα μπορούσε ίσως να απασχολήσει σε περίπτωση που υποβάλλετο τότε αίτηση της φύσης της παρούσας. Επί του παρόντος όμως και για σκοπούς πάντοτε της παρούσας διαδικασίας, ο ενάγοντας δικαιολογείται να υποστηρίζει ότι η ισχύς της υπόθεσης του είναι καλή, αν όχι και δυνατή. Τέλος, δεν θα μπορούσε να παραγνωριστεί ούτε και το γεγονός ότι μέχρις στιγμής στον ενάγοντα έχει ήδη επιβληθεί από το Δικαστήριο υποχρέωση παροχής μιας μορφής ασφάλειας του εναγόμενου αναφορικά με τα δικαστικά μέτρα που λαμβάνονται, η οποία μάλιστα ασφάλεια υπερβαίνει το ποσό στο οποίο αφορά η παρούσα αίτηση και ο ενάγοντας έχει εκπληρώσει πλήρως την υποχρέωση του αυτή. Το λέω τούτο όχι για να εξισώσω την εγγύηση που δίνεται για σκοπούς προσωρινού διατάγματος με την ασφάλεια που δίνεται σε σχέση με τα έξοδα δυνάμει της Δ.60 αλλά για να καταδείξω ότι σε κάποιο βαθμό έχει ήδη ελεγχθεί η οικονομική δυνατότητα του ενάγοντα και αυτή έχει κριθεί ικανοποιητική. Κάποιος μάλιστα θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι θα ήταν άδικο να υποχρεωθεί ο ενάγοντας να καταθέσει ποσό ώστε να διασφαλίσει τα έξοδα του εναγόμενου όταν για να διασφαλιστεί η τυχόν ζημιά του τελευταίου από την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, το μόνο που επιβάλλετο στον ενάγοντα να πράξει ήταν να δεσμευτεί ότι θα καλύψει τις εν λόγω ζημιές. Το θέμα αυτό το θέτω βέβαια καθαρά για σκοπούς ακαδημαϊκού προβληματισμού και ως εκ τούτου δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Για όλους τους πιο πάνω λόγους λοιπόν κρίνω ότι με βάση τα όσα έχουν μέχρι σήμερα τεθεί ενώπιον μου, δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής εξουσίας που έχει το Δικαστήριο δυνάμει της Δ.60 για να εγκριθεί η παρούσα αίτηση και να διαταχθεί ο ενάγοντας να καταβάλει οποιαδήποτε ασφάλεια εξόδων. Η αίτηση συνεπώς απορρίπτεται με έξοδα υπέρ ενάγοντα και εναντίον εναγόμενου ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.