← Κύπρος

Παπακλεοβούλου, ως επίτροπου του εμπιστεύματος "The ALKEDAS D.C. Trust" κ.α. ν. Παπαβασιλείου Δημητρίου, Αρ. Αγωγής: 541/20, 4/2/2021

Παπακλεοβούλου, ως επίτροπου του εμπιστεύματος "The ALKEDAS D.C. Trust" κ.α. ν. Παπαβασιλείου Δημητρίου, Αρ. Αγωγής: 541/20, 4/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A68 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 541/20 Αρ. Αγωγής: 541/20 Μεταξύ: 1. XXXXX Παπακλεοβούλου, ως επίτροπου του εμπιστεύματος "The ALKEDAS D.C. Trust" 2. XXXXX Παπακλεοβούλου, ως επίτροπου του εμπιστεύματος "The ALKEDAS D.C. Trust" Εναγουσών και 1. XXXXX Παπαβασιλείου Δημητρίου 2. XXXXX Δημητρίου Εναγομένων Ημερομηνία: 04/02/2021 Αίτηση ημερ. 29/05/2020 για Συνοπτική Απόφαση Εμφανίσεις: Για τις Ενάγουσες/Αιτήτριες: κ. Χ. Σατσιάς με κ. Π. Πογιατζή για Λέλλος Π. Δημητριάδης Δικηγορικό Γραφείο ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους/Καθ' ων: κα Μ. Παυλίδου για Δημήτριος Α. Παυλίδης και Συνεργάτες ΔΕΠΕ --------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Σύντομο Ιστορικό Οι Αιτήτριες είναι ιδιοκτήτριες του ακινήτου (κατοικίας με αυλή) υπό τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαίτησης (στη συνέχεια «το επίδικο ακίνητο»), υπό την ιδιότητα τους ως οι επίτροποι του εμπιστεύματος "The Alkedas D.C. Trust" (στη συνέχει «το εμπίστευμα»). Το απέκτησαν στα πλαίσια πλειστηριασμού που έλαβε χώρα την 01/03/2019, δια λογαριασμό πελάτη της δικηγορικής εταιρείας Νίκος Παπακλεοβούλου ΔΕΠΕ, στην οποία εργάζονται, η πρώτη ως σύμβουλος και η δεύτερη ως δικηγόρος. Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας το επίδικο ακίνητο ενεγράφη, στις 22/04/2019, επ' ονόματι των Αιτητριών υπό την ως άνω ιδιότητα τους ως επιτρόπων του εμπιστεύματος. Οι Εναγόμενοι/Καθ' ων ήταν οι προηγούμενοι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου, το οποίο εβαρύνετο με Υποθήκη προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στη συνέχεια «η Τράπεζα»). Στη βάση της υπό αναφορά υποθήκης η Τράπεζα είχε ενεργοποιήσει τη διαδικασία εκποίησης του Μέρους VIA του Ν. 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί που είχε ως αποτέλεσμα την πώληση και εγγραφή του στις Ενάγουσες, υπό την αναφερθείσα ιδιότητα τους. Οι Καθ' ων είχαν επιδιώξει, ανεπιτυχώς, την αναστολή της διαδικασίας πλειστηριασμού, τόσο με Αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα στα πλαίσια της Αγωγής Αρ. 883/2015 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (βλ. Τεκμήριο 4 στην Αίτηση), όσο και με την Αίτηση/Έφεση Αρ. 384/18 (βλ. Τεκμήριο 5 στην Αίτηση). Πέραν των ανωτέρω επεδίωξαν την ακύρωση της διαδικασίας πλειστηριασμού και την αναστολή της μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου στις Ενάγουσες στις οποίες είχε κατακυρωθεί η προσφορά, στα πλαίσια της Αίτησης/Έφεσης αρ. 103/2019, η οποία είχε την ίδια τύχη με τις προηγηθείσες δύο ανεπιτυχείς προσπάθειες τους. Η υπό αναφορά Αίτηση/Έφεση απορρίφθηκε με απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 21/10/2019 (βλ. Τεκμήριο 6 στην Αίτηση). Οι Καθ' ων εξακολουθούν να κατέχουν την κατοικία που βρίσκεται εντός του επίδικου ακινήτου, στην οποία διαμένουν, παρά τις επιστολές που απέστειλαν οι Αιτήτριες, μέσω των δικηγόρων τους, με τις οποίες τους καλούσαν να τους παραδώσουν την κατοχή του, ως οι νόμιμοι δικαιούχοι αυτού (βλ. Τεκμήρια 7 και 9 στην Αίτηση). Εις απάντηση της επιστολής των δικηγόρων των Αιτητών ημερ. 05/11/2019 (Τεκμήριο 7), οι δικηγόροι των Καθ' ων πληροφόρησαν τους δικηγόρους των Αιτητών μέσω επιστολής ημερ. 06/11/2019 (Τεκμήριο 8), ότι καταχώρισαν Έφεση και ως εκ του γεγονότος αυτού εισηγήθηκαν όπως οι Αιτήτριες αναμένουν το αποτέλεσμα της Έφεσης. Υποδεικνύεται πως δύο ημέρες πριν, (στις 04/11/20219), είχαν αποστείλει επιστολή στους δικηγόρους των Αιτητριών, προτείνοντας όπως οι Καθ' ων πληρώσουν το ποσό των €690.000 για την αγορά της οικίας τους που είχε πωληθεί δυνάμει πλειστηριασμού. Οι υπό αναφορά επιστολές επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 8 στην Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας 2. Στις 27/02/2020, οι Αιτήτριες καταχώρισαν την υπό ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, με την οποία επιδιώκουν την έκδοση διαταγμάτων για ανάκτηση κατοχής από τις Αιτήτριες και για άρση της κατ' ισχυρισμό, παράνομης επέμβασης από τους Καθ' ων (θεραπείες Α-Γ της οπισθογράφησης). Διεκδικούν, επίσης, γενικές, ειδικές καθώς και τιμωρητικές αποζημιώσεις λόγω της κατ' ισχυρισμό παράνομης επέμβασης και της στέρησης της περιουσίας τους από τους Καθ' ων (θεραπείες Δ-Λ της οπισθογράφησης). Η παρούσα Αίτηση Μετά την επίδοση της αγωγής στους Καθ' ων και την καταχώριση Σημειώματος Εμφάνισης δια δικηγόρου (στις 21/05/2020), οι Αιτήτριες καταχώρισαν την υπό εξέταση Αίτηση, με την οποία επιδιώκουν την έκδοση Συνοπτικής Απόφασης σε σχέση με τις θεραπείες Α, Β και Γ του παρακλητικού της οπισθογράφησης. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας 2, η οποία αφού παραθέτει το πιο πάνω ιστορικό, υποστηρίζει πως οι Εναγόμενοι δεν έχουν οποιαδήποτε καλόπιστη Υπεράσπιση, εφόσον: - Οι Αιτήτριες είναι οι ιδιοκτήτριες του επίδικου ακινήτου, υπό την ιδιότητά τους ως οι επίτροποι του εμπιστεύματος, ως επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 1. - Η κανονικότητα και το νομότυπο της διαδικασίας πλειστηριασμού, δυνάμει του οποίου οι Αιτήτριες απέκτησαν το ακίνητο, επιβεβαιώθηκε με τις τρεις αποφάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που εκδόθηκαν στα πλαίσια των δικαστικών διαβημάτων που είχαν λάβει οι Καθ' ων, παραπέμποντας στα Τεκμήρια 4, 5 και 6, ως άνω. - Οι Καθ' ων εμποδίζονται λόγω δεδικασμένου να προωθήσουν οποιαδήποτε Υπεράσπιση σε σχέση με τη νομιμότητα του πλειστηριασμού. - Η κατ' ισχυρισμό Έφεση, την οποία, ως υποστηρίζει δεν παρέλαβαν, δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. - Δεν υπάρχει διαφωνία ως προς τα γεγονότα, υποδεικνύοντας πως ζητείται συνοπτική απόφαση μόνο για την παράδοση της κατοχής του επίδικου ακινήτου και όχι για τη πτυχή των αποζημιώσεων για την οποία θα προσκομιστεί μαρτυρία. Η Ένσταση Οι Καθ' ων καταχώρισαν Ένσταση, υποστηρίζοντας πως δεν δικαιολογείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης, για τους ακόλουθους, επιγραμματικά, λόγους:
  2. i)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 για την έκδοση συνοπτικής απόφασης.
  3. ii)Οι Καθ' ων έχουν καλόπιστη Υπεράσπιση στις αξιώσεις των Εναγουσών καθώς και Ανταπαίτηση η οποία στηρίζεται στα ίδια νομικά και πραγματικά ζητήματα. iii) Η Αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική και στοχεύει στην αποστέρηση των Καθ' ων από τα κατοχυρωμένα Συνταγματικά δικαιώματα τους.
  4. iv)Με την Αίτηση επιδιώκεται η αποστέρηση των Αιτητριών να προωθήσουν την Έφεση που καταχώρισαν εναντίον της απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αίτησης/Έφεσης 103/2019, στην οποία εγείρονται σοβαρά νομικά ζητήματα. Η Ένσταση υποστηρίζεται από μακροσκελή Ένορκη Δήλωση του Καθ' ου 2, Δ. Δημητρίου, ο οποίος επαναλαμβάνει κατ' ουσίαν όλους τους λόγους Ένστασης, καθώς και τα γεγονότα και τους ισχυρισμούς των Καθ' ων που σχετίζονται με το ενυπόθηκο χρέος και τις παραστάσεις τους προς την Τράπεζα πριν από τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού, τονίζοντας και επαναλαμβάνοντας σε αρκετά σημεία της δήλωσής του, ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε τη μοναδική και κύρια κατοικία τους από το έτος 2000. Τα κύρια παράπονα του, ως έκδηλα συνάγονται από το περιεχόμενο της δήλωσης του, αφορούν: - Κατ' ισχυρισμό παραγνώριση από την Τράπεζα των προτάσεων που υπέβαλαν για διακανονισμό του ενυπόθηκου χρέους. - Κατ' ισχυρισμό εκδικητική στάση της Τράπεζας λόγω άλλων δικαστικών διαδικασιών που αφορούσαν 20 περίπου υποθήκες. - Κατ' ισχυρισμό παρανομία και/ή αντικανονικότητα του πλειστηριασμού και της όλης διαδικασίας που είχε προηγηθεί. - Κατ' ισχυρισμό αυθαίρετο καθορισμό της επιφυλαχθείσας τιμής, υποδεικνύοντας πως καθορίστηκε στη τιμή των €638.400 τη στιγμή που το ενυπόθηκο χρέος ανερχόταν στο ποσό των €1.482.017,92. Η αγοραία αξία της κατοικίας του, προσθέτει, ήταν κατά τον επίδικο χρόνο €1.500.000. Υπό τα δεδομένα αυτά, ισχυρίζεται ότι η διαδικασία του πλειστηριασμού ήταν παράνομη και προωθήθηκε εκδικητικά. Αφού εν συνεχεία αναφέρεται στην Αίτηση/Έφεση Αρ. 103/2019 την οποία καταχώρισαν οι Καθ' ων στις 02/04/2019, υποστηρίζει ότι η μεταβίβαση που έγινε στις Αιτήτριες, ήταν παράνομη και πρόωρη, αφού έγινε κατά παράβαση συγκεκριμένων διατάξεων του Ν. 9/65 και συγκεκριμένα των προνοιών του άρθρου 44(Ι)

(3)(i)(ii). Υποστηρίζει, περαιτέρω, πως οι Αιτήτριες δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν την παρούσα αγωγή εναντίον των Καθ' ων, αμφισβητώντας την ιδιότητα τους, ως επιτρόπων του εμπιστεύματος. Υποδεικνύει, επίσης, ότι οι Καθ' ων έχουν καταχωρίσει Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, στην οποία προβάλλουν καλόπιστη Υπεράσπιση στις αξιώσεις των Αιτητριών, καθώς και Ανταπαίτηση, γεγονός που τους επιτρέπει να Υπερασπιστούν την υπόθεση. Υποδεικνύει, τέλος, πως οι Καθ' ων καταχώρισαν Έφεση εναντίον της Απόφασης ημερομηνίας 21/10/2019, στα πλαίσια της Αίτησης/Έφεσης αρ. 103/2019, στην οποία εγείρονται σοβαρά νομικά ζητήματα. Οι αγορεύσεις των συνηγόρων Με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων με παραπομπές στην πλούσια επί του θέματος νομολογία. Ειδικότερα ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητριών αφού υπέδειξε πως η περίπτωση είναι κατάλληλη για άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου που παρέχεται από τη Διαταγή 18, υποστήριξε πως οι Καθ' ων απέτυχαν να αποκαλύψουν βάσιμη υπεράσπιση. Οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί που προβάλλουν, πρόσθεσε, είναι άσχετοι με την υπόθεση και σε κάθε περίπτωση δεν μπορούν να θεμελιώσουν βάσιμο λόγο υπεράσπισης. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε από το συνήγορο, σε κατ' ισχυρισμό δεδικασμένο που δημιουργήθηκε από την έκδοση των αποφάσεων στις τρεις προηγηθείσες δικαστικές διαδικασίες, Τεκμήρια 4, 5 και 6 στην Ε/Δ που συνοδεύει την Αίτηση. Υποδεικνύοντας περαιτέρω πως η καταχωρηθείσα έφεση στην Απόφαση ημερ. 21/10/2019 (Τεκμήριο 6) δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, εισηγήθηκε πως το Δικαστήριο θα πρέπει να εκδώσει την επιδιωκόμενη απόφαση συνοπτικά, ενόψει των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση τα οποία, κατ' ουσία, δεν αμφισβητούνται. Ότι δηλαδή οι Ενάγουσες είναι νόμιμα εγγεγραμμένες ιδιοκτήτριες του επίδικου ακινήτου, υπό την ιδιότητα τους ως επίτροποι του εμπιστεύματος. Τα όποια παράπονα και ισχυρισμοί των Εναγομένων, επεσήμανε ο συνήγορος, δεν αφορούν τις Ενάγουσες, οι οποίες απέκτησαν το επίδικο ακίνητο νόμιμα. Είναι, ως ανέφερε, «καλόπιστοι αγοραστές» και δεν είναι δυνατό να αμφισβητηθούν τα δικαιώματα τους, ως ανέφερε, επί του ακινήτου. Στην αντίπερα όχθη, η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων, υποστήριξε σθεναρά πως ο πλειστηριασμός διεξήχθη κατά παράβαση ρητών διατάξεων του Νόμου. Υπέδειξε, συναφώς, πως είχε παρουσιαστεί μόνο ένας πλειοδότης ενώ δεν επετράπη στους Καθ' ων να υποβάλουν προσφορά, κατά παράβαση του άρθρου 44(Ι)(Α)(Α) του Νόμου. Πέραν τούτου, υποστήριξε, παραβιάστηκαν τα άρθρα 44(Δ) και 44(Ζ)
(2)του Νόμου, γιατί αφ' ενός δεν έγινε νόμιμη και/ή νομότυπη εκτίμηση και αφ' ετέρου δεν κοινοποιήθηκε ή/και δημοσιεύθηκε νομότυπα η Ειδοποίηση για τον πλειστηριασμό. Άλλη παραβίαση, κατά την εισήγηση της συνηγόρου, σχετίζεται με την ενέργεια της Τράπεζας να μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο στις Αιτήτριες, εκκρεμούσης της εκδίκασης της Αίτησης/Έφεσης Αρ. 103/2019, προκαταβάλλοντας, έτσι, την απόφαση του Δικαστηρίου. Άλλη εισήγηση της συνηγόρου, είναι πως τυχόν έκδοση συνοπτικής απόφασης θα καταστήσει άνευ αντικειμένου την Έφεση την οποία καταχώρισαν οι Καθ' ων, εναντίον της εκδοθείσας απόφασης στην Αίτηση/Έφεση 103/
  1. Σε σχέση με τις προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης, αφού επικαλέστηκε τις αρχές, με παραπομπές σε νομολογία, εισηγήθηκε πως η ενόρκως δηλούσα δεν γνωρίζει τα γεγονότα και δεν μπορούσε να ορκιστεί θετικά προς υποστήριξη της αίτησης. Τούτο, όπως υποστήριξε, γιατί η ίδια δεν ήταν παρούσα στη διαδικασία του πλειστηριασμού, υποδεικνύοντας ότι η προσφορά υποβλήθηκε από την Αιτήτρια
  2. Υπέδειξε, επίσης, ότι οι Καθ' ων προτίθενται να προβάλουν ανταπαίτηση, γεγονός που ήδη έχουν εκδηλώσει με την καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους στις 18/06/
  3. Καταληκτικά, εισηγήθηκε η συνήγορος, πως οι Καθ' ων έχουν αποκαλύψει πολύ καλή και σε κάθε περίπτωση συζητήσιμη Υπεράσπιση και θα πρέπει να τους δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούν. Νομική Πτυχή Οι αρχές στη βάση των οποίων ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης είναι ευρύτατα γνωστές και δεν κρίνεται απαραίτητο να επαναληφθούν. Θα περιοριστώ, ως εκ τούτου να παραπέμψω σε σχετικό απόσπασμα της πρόσφατης απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χαραλάμπους (Καρούσου) ν. χχχ Μελά, Πολ. Έφ. Αρ. Ε242/2014 ημερομηνίας 03/09/2020, όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως αποκαλύπτει η ίδια πρόνοια, η διαδικασία με βάση τη Δ.18 για συνοπτική απόφαση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, αφού παρέχει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να πετύχει την έκδοση απόφασης παρακάμπτοντας τη συνήθη διαδικασία διεξαγωγής δίκης. Γι' αυτό εφαρμόζεται μόνο, στις περιπτώσεις εκείνες που η υπόθεση του ενάγοντα είναι ξεκάθαρη και ο εναγόμενος δεν έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να μπορούν να θεωρηθούν ικανοποιητικά για να του παράσχουν το δικαίωμα υπεράσπισης. Ό,τι απαιτείται από τον εναγόμενο είναι να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα «ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει», κριτήριο το οποίο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση (βλ. N. V. Caterchef v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)ΑΑΔ 1912). Υπενθυμίζουμε συναφώς και την αναφορά στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά. ν Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817, 822 ότι, «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση».». Αναμφίβολα η εξουσία του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.18, ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ. Ο Ενάγων για να πετύχει στην Αίτηση του θα πρέπει πρώτα να ικανοποιήσει τα προαπαιτούμενα της Δ.18 θ. 1(α) (ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο, καταχώριση εμφάνισης και ένορκη δήλωση από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα που επαληθεύουν την απαίτηση). Σε τέτοια περίπτωση, το βάρος μετατίθεται στον Εναγόμενο, ο οποίος καλείται να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα, τα οποία θα κριθούν από το Δικαστήριο επαρκή ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να καταχωρίσει Υπεράσπιση (βλ. μεταξύ άλλων, J & M Loizides Agencies Ltd v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1280, Atlaspantou Co Ltd v. Angelos Nikolaides Holdings Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 2553). Κατάληξη Έχω εξετάσει την Αίτηση, υπό το πρίσμα των πιο πάνω νομικών αρχών, έχοντας λάβει δεόντως υπόψη τις θέσεις και εισηγήσεις των συνηγόρων των διαδίκων. Κρίνω πως τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι τέτοια που επιτρέπουν στο Δικαστήριο να εξασκήσει την εξουσία που του παρέχεται από τη Δ.18, εκδίδοντας συνοπτική απόφαση σε σχέση με τις θεραπείες Α, Β και Γ της οπισθογράφησης. Είναι, κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου, έκδηλο, ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έχουν οποιαδήποτε Υπεράσπιση στο μέρος αυτό της αξίωσης των Αιτητριών για τους ακόλουθους λόγους:
  1. Οι Αιτήτριες αγόρασαν το επίδικο ακίνητο δυνάμει του πλειστηριασμού, ως αναφέρεται πιο πάνω, υπό την ιδιότητά τους ως επίτροποι του εμπιστεύματος.
  2. Η εγκυρότητα της διαδικασίας πλειστηριασμού καθώς και της μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των Αιτητριών, διαπιστώθηκε από το Δικαστήριο στα πλαίσια των Αιτήσεων/Εφέσεων Αρ. 348/2018 και 103/2019 (Τεκμήρια 5 και 6 στην Αίτηση, αντίστοιχα).
  3. Το γεγονός ότι οι Καθ' ων καταχώρισαν Έφεση στην αναφερθείσα πιο πάνω απόφαση του Δικαστηρίου, ημερ. 21/10/2019, στην Αίτηση/Έφεση Αρ. 103/2019, δεν συνιστά εμπόδιο για την επιτυχία των αξιώσεων των Αιτητριών και δεν μπορεί συνεπώς να υπερακοντίσει το αποτέλεσμα του πλειστηριασμού και της μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου στις Αιτήτριες.
  4. Όπως πολύ ορθά υπέδειξε ο συνήγορος των Αιτητριών, οι Αιτήτριες είναι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης καλόπιστες αγοράστριες, δεδομένου ότι απέκτησαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, στα πλαίσια νόμιμου διεξαχθέντος πλειστηριασμού, ως διαπιστώθηκε από το Δικαστήριο.
  5. Όσα ο ενόρκως δηλών αναφέρει στην ένορκη δήλωση του, αναφορικά με τα παράπονα και τους ισχυρισμούς του για τα γεγονότα που είχαν προηγηθεί δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν βάσιμο λόγο Υπεράσπισης στα πλαίσια των αξιώσεων των Αιτητριών για την έκδοση των διαταγμάτων άρσης της παράνομης επέμβασης. Για τον απλούστατο λόγο, ότι οι υπό αναφορά ισχυρισμοί είχαν προβληθεί ή/και θα μπορούσαν και έπρεπε να είχαν τεθεί στα πλαίσια των δύο πιο πάνω Αιτήσεων/Εφέσεων που καταχώρισαν οι Καθ' ων, με τις οποίες επεδίωξαν, ανεπιτυχώς, την ακύρωση της διαδικασίας και των αποτελεσμάτων του πλειστηριασμού.
  6. Με κάθε σεβασμό προς τη συνήγορο των Καθ' ων, οι κατ' ισχυρισμό παρατυπίες ή παραβιάσεις του Νόμου που σχετίζονται με τη διαδικασία πλειστηριασμού ή/και τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στις Αιτήτριες, δεν θα μπορούσαν να τεθούν εκ νέου στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Οι Καθ' ων ήγειραν όλα τα θέματα τα οποία επικαλούνται με την Ένσταση τους, στα πλαίσια των Αιτήσεων Εφέσεων που καταχώρισαν (Τεκμήρια 5 και 6, ως άνω) και αποφασίστηκαν από το Δικαστήριο. Είναι, συνεπώς, ορθή, η επισήμανση του συνηγόρου των Αιτητριών, ότι εμποδίζονται, λόγω δεδικασμένου, να προωθούν τα ίδια ζητήματα στην παρούσα υπόθεση.
  7. Πέραν των πιο πάνω ισχυρισμών, οι Καθ' ων δεν πρόβαλαν, μέσω της ένορκης δήλωσης του Καθ' ου 2, οποιαδήποτε συζητήσιμη υπεράσπιση ή βάσιμο λόγο γιατί το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εκδώσει τα αιτούμενα με την αγωγή διατάγματα, ώστε να παραδοθεί το επίδικο ακίνητο στους εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες.
  8. Υποδεικνύεται ότι οι Καθ' ων είχαν το βάρος να αποδείξουν «συζητήσιμη» Υπεράσπιση, όπως ο όρος έχει ερμηνευθεί από την ανωτέρω αναφερθείσα νομολογία, δεδομένου ότι οι Αιτήτριες έχουν ικανοποιήσει τα κριτήρια της Δ.18, εφόσον: - το κλητήριο είναι ειδικώς οπισθογραφημένο - έχει καταχωριστεί σημείωμα εμφάνισης από τους Εναγόμενους και - η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας 2 που είναι μια από τις δύο επιτρόπους του εμπιστεύματος, γνώστης των γεγονότων και επιβεβαίωσε την αιτία της αγωγής, δηλώνοντας την πίστη της ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν Υπεράσπιση στην αγωγή, στην έκταση που αφορά τις επιδιωκόμενες θεραπείες Α, Β και Γ της οπισθογράφησης. Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί και εισηγήσεις της συνηγόρου των Καθ' ων, κρίνονται εντελώς ανεδαφικοί. Το γεγονός ότι η Αιτήτρια 2 δεν συμμετείχε στη διαδικασία του πλειστηριασμού δεν υποδηλώνει άγνοια των γεγονότων, ως εισηγείται η συνήγορος. Αρκεί να υποδειχθεί πως το επίδικο ακίνητο είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της ίδιας και της Αιτήτριας 1, υπό την ιδιότητα τους ως επίτροποι του εμπιστεύματος, ως επιμαρτυρείται από το Τεκμήριο 1 στην Αίτηση.
  9. Είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου έκδηλο, πως οι Καθ' ων απέτυχαν να παραθέσουν, μέσω της ένορκης δήλωσης του Καθ' ου 2, στοιχεία που να θεμελιώνουν συζητήσιμη Υπεράσπιση ως προς τις πιο πάνω αξιώσεις των Αιτητριών.
  10. Όσον αφορά την Ανταπαίτηση, που ως γνωστό θεωρείται, στα πλαίσια της Δ.18 ως Υπεράσπιση, είναι εμφανές πως δεν προσθέτει οτιδήποτε στην όλη υπόθεση των Εναγομένων, αφού επιδιώκεται, μέσω αυτής, η ακύρωση της εγγραφής του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των Αιτητριών και στηρίζεται στους ίδιους, ως άνω, λόγους, οι οποίοι δεν κρίθηκαν επαρκείς ώστε να τους δοθεί άδεια να υπερασπιστούν. Είναι, συνεπώς, η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι Αιτήτριες δικαιούνται στην έκδοση συνοπτικής απόφασης, στο βαθμό και κατά την έκταση που αφορά τα διατάγματα για άρση της παράνομης επέμβασης επί του επιδίκου ακινήτου από τους Καθ' ων. Υποδεικνύεται ότι, οι αξιώσεις για αποζημιώσεις, ένεκα της παράνομης επέμβασης, δεν αποτέλεσαν μέρος της Αίτησης και πολύ ορθά, αφού για την απόδειξη τους απαιτείται να κατατεθεί μαρτυρία τόσο ως προς την αξία του επίδικου ακινήτου, όσο και ως προς την ενοικιαστική του αξία. Για τους πιο πάνω λόγους εκδίδονται Διατάγματα ως οι παράγραφοι Α, Β και Γ της οπισθογράφησης του κλητηρίου. Ο χρόνος συμμόρφωσης καθορίζεται σε 21 ημέρες από την επίδοση του παρόντος διατάγματος, στους Εναγόμενους 1 και
  11. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Αιτητριών και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, αλλά να είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.