Αίτηση της Westacre Investments Inc. ν. Αναφορικά με την Αλλοδαπή Εταιρεία BEOGRADSKA BANKA D.D., Γενική Αίτηση Αρ.: 270/00, 23/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A75 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Γενική Αίτηση Αρ.: 270/00 Αναφορικά με τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο 1997 [Ν. 66(Ι)/97] και Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 και Αναφορικά με την Αλλοδαπή Εταιρεία BEOGRADSKA BANKA D.D., που ενεγράφη σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 347 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και Αναφορικά με την απόρριψη επαλήθευσης χρέους υποβληθείσας από την εταιρεία WESTACRE INVESTMENTS INC. την 13η Ιανουαρίου, 2009, με επιστολή των Εκκαθαριστών ημερομηνίας 23 Νοεμβρίου
- Αίτηση της Westacre Investments Inc. ημερομηνίας 01/03/2017 -------------------------------- Ημερομηνία: 23/02/2021 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Α. Λαδάς με κα Δ. Λαδά για G. & A. Ladas LLC Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κ. Στ. Παύλου με κα Φιλιππίδου για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Σύντομο ιστορικό Η Udruzena Beogradska Banka (στη συνέχεια «η Σερβική Τράπεζα») συστάθηκε στη Σερβία και το έτος 1990 ενέγραψε στον Έφορο Εταιρειών Παράρτημα στην Κύπρο, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 347 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 (στη συνέχεια «το Παράρτημα»). Τόσο η Σερβική Τράπεζα όσο και το κυπριακό Παράρτημα της, τελούν υπό εκκαθάριση, με σχετικά διατάγματα που εκδόθηκαν από τα αρμόδια Σερβικά και Κυπριακά Δικαστήρια, αντίστοιχα. Εις ό,τι αφορά το Διάταγμα Εκκαθάρισης του Παραρτήματος, εκδόθηκε στις 07/06/2002, κατόπιν Αίτησης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ημερ. 22/05/2000, στα πλαίσια της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Γενικής Αίτησης. Εκκαθαριστές, με βάση το Διάταγμα διορίστηκαν οι κ.κ. XXXXX Λοϊζίδης και XXXXX Χαραλαμπίδης, που είναι οι Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα Αίτηση. Η Αιτήτρια είναι εξ αποφάσεως πιστωτής της Σερβικής Τράπεζας, ομού και/ή κεχωρισμένα με κάποιο τρίτο πρόσωπο, για διάφορα ποσά που υπερβαίνουν τα 65 εκ. δολάρια ΗΠΑ, πλέον τόκους και έξοδα, δυνάμει διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε από το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου (ICC) της Γενεύης και επικυρώθηκε κατ' έφεση από το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Ελβετίας, στις 06/01/
- Η Αιτήτρια πέτυχε την εγγραφή της υπό αναφορά διαιτητικής απόφασης στην Κύπρο, στα πλαίσια της Αίτησης με Αρ. 677/1995 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Τεκμήριο ΣΑ8, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση). Η πιο πάνω απόφαση επικυρώθηκε από το Εφετείο με την απόφαση του ημερ. 16/12/2008 (βλ. Τεκμήριο ΣΑ9). Σχετική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Beogradska Banka D.D. v. Westacre Investments Inc.
(2008)1 Α.Α.Δ.
- Υποδεικνύεται ότι με την πιο πάνω απόφαση επιτράπηκε η εκτέλεση της αναφερθείσας Διαιτητικής απόφασης εναντίον του Παραρτήματος και των Καθ' ων η Αίτηση, για το ποσό των 66.527.620,00 δολαρίων ΗΠΑ, πλέον τόκους, πλέον 150.000 ελβετικών φράγκων έξοδα. Η Αιτήτρια υπέβαλε προς τους Καθ' ων η Αίτηση επαλήθευση χρέους, με την επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 13/01/2009 (βλ. Τεκμήρια ΣΑ10(Α) και 10(Β) στην Αίτηση). Επειδή οι Καθ' ων δεν απάντησαν στο αίτημα της Αιτήτριας, η τελευταία αποτάθηκε στο Δικαστήριο με Αίτηση ημερ. 25/06/2009, ζητώντας δήλωση ότι είναι πιστωτής του Παραρτήματος καθώς και διάταγμα για αντικατάσταση των διαχειριστών, αιτήματα που απορρίφθηκαν με την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 25/08/2014 (βλ. Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση Χαραλαμπίδη που συνοδεύει την Ένσταση). Εναντίον της πιο πάνω απόφασης κατεχωρήθη Έφεση, η οποία απορρίφθηκε, επειδή κατέστη άνευ αντικειμένου, δεδομένου ότι, στο μεταξύ, οι εκκαθαριστές απάντησαν αρνητικά στο αίτημα της Αιτήτριας και είχε ήδη καταχωριστεί η παρούσα Αίτηση (βλ. Τεκμήριο ΒΑ1 της συμπληρωματικής Ε/Δ Αγγελίδου). Σχετική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Westacre Investments Inc. v. Beogradska Banka DD, ECLI:CY:AD:2019:A328, Πολιτική Έφεση Αρ. 294/2014, ημερ. 19/07/
- Ως υποδεικνύεται και στην πιο πάνω απόφαση, με την επιστολή τους ημερ. 23/11/2016 (βλ. Τεκμήριο ΣΑ11 στην Αίτηση), οι Καθ' ων απέρριψαν την απαίτηση της Αιτήτριας για επαλήθευση του χρέους επειδή «. έχει διαπιστωθεί μετά από εξέταση και αξιολόγηση των αρχείων, λογιστικών βιβλίων και οικονομικών καταστάσεων του Παραρτήματος, ότι η συναλλαγή η οποία σχετίζεται με τη συμφωνία ημερομηνίας 12 Απριλίου 1988 και την κατ' επέκταση διαιτητική απόφαση δεν διεκπεραιώθηκε και/ή διαφορετικά διενεργήθηκε μέσω του Παραρτήματος, το οποίο εν πάση περιπτώσει, συστάθηκε κατά το έτος 1990.». Η παρούσα Αίτηση Με την υπό εξέταση Αίτηση, την οποία καταχώρισε η Αιτήτρια την 01/03/2017, επιδιώκει την ανατροπή της πιο πάνω απορριπτικής απόφασης των Καθ' ων και την έκδοση διατάγματος με το οποίο να υποχρεώνονται να αποδεχθούν την επαλήθευση χρέους που υποβλήθηκε στις 13/01/2009, ως άνω, και να την περιλάβουν στον κατάλογο πιστωτών του υπό εκκαθάριση Παραρτήματος. Η νομική βάση της Αίτησης στηρίζεται στον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο 1997 (Ν. 66(Ι)/97)ως έχει τροποποιηθεί και συγκεκριμένα στα άρθρα 33 Α και Β, στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, άρθρα 233
(3), 234
(5), 251, 298 και 324, στους Κανονισμούς 18, 30, 31 και 92 των περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμών 1933-1938 και στη Δ.48 θθ 2-4 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση του κ. Στέλιου Ασπρόφτα, δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί την Αιτήτρια, ο οποίος, αφού παραθέτει το πιο πάνω αδιαμφησβήτητο ιστορικό, υποστηρίζει ότι η απόρριψη της επαλήθευσης χρέους από τους εκκαθαριστές είναι λανθασμένη, για τους ακόλουθους, συνοπτικά, λόγους:
- i)Με την πιο πάνω αναφερθείσα απόφαση του ημερ. 23/05/2007, το Κυπριακό Δικαστήριο, διέταξε και/ή επέτρεψε την εκτέλεση της Διεθνούς Διαιτητικής Απόφασης («ΔΔΑ») στην Κύπρο, εναντίον του Παραρτήματος και των Εκκαθαριστών, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα.
- ii)Δεδομένου ότι η εκδοθείσα απόφαση στρέφεται προσωπικά και ονομαστικά εναντίον των Εκκαθαριστών, δεν απαιτείτο καν η επαλήθευση του χρέους. iii) Οι Καθ' ων εμποδίζονται να προβάλουν τη θέση ότι το εξ αποφάσεως χρέος της Beogradska προς την Αιτήτρια, δεν εμπίπτει στις υποχρεώσεις του Παραρτήματος, αφ' ενός επειδή δεν ήγειραν τέτοιο θέμα στα πλαίσια της διαδικασίας για την προσθήκη τους ως διαδίκους και αφ' ετέρου, λόγω του δεδικασμένου που δημιουργήθηκε με την απόφαση για εγγραφή και εκτέλεση της ΔΔΑ. Η Ένσταση Οι Καθ' ων καταχώρισαν ένσταση, υποστηρίζοντας ότι η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί, για τους ακόλουθους λόγους: 1. Η επίδικη Αίτηση είναι νόμω και/ή ουσία αβάσιμη και/ή ατεκμηρίωτη και/ή ελλιπής. 2. Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς έγκριση της επίδικης Αίτησης και προς ακύρωση και/ή ανατροπή της απόφασης των Εκκαθαριστών ημερομηνίας 23/11/2016. 3. Η επίδικη Αίτηση δεν υποστηρίζεται και/ή συνοδεύεται από επαρκή και/ή ικανοποιητικά στοιχεία που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή την ανατροπή της απόφασης των Εκκαθαριστών ημερομηνίας 23/11/2016. 4. Το χρέος που επικαλούνται οι Αιτητές δεν αποτελεί χρέος το οποίο μπορεί να συμπεριληφθεί στην εκκαθάριση του Παραρτήματος αφού αυτό δεν αφορά τις εργασίες του Παραρτήματος. 5. Οι Εκκαθαριστές έχουν περιορισμένη δυνατότητα εκκαθάρισης των υποθέσεων της Τράπεζας περιορισμένοι από το διορισμό τους στην εκκαθάριση του Παραρτήματος και δεν δικαιούνται να εξετάσουν και συμπεριλάβουν στον κατάλογο των πιστωτών χρέη που δεν αφορούν τις εργασίες του Παραρτήματος και/ή που απορρέουν από αυτές. 6. Οι Αιτητές δεν δικαιούνται να πληρωθούν οποιοδήποτε ποσό από την εκκαθάριση του Παραρτήματος κατά προτεραιότητα από τους υπόλοιπους πιστωτές της Τράπεζας που δικαιούνται πληρωμή από τη γενική εκκαθάριση της στη Σερβία. 7. Οι Αιτητές προχωρούν καταχρηστικά στην προώθηση της παρούσας Αίτησης ενώ όφειλαν να υποβάλουν επαλήθευση στη γενική εκκαθάριση της Τράπεζας και όχι να απαιτούν πληρωμή από την εκκαθάριση των εργασιών του Παραρτήματος. Την υποστηρικτική ένορκη δήλωση υπογράφει ο εκ των εκκαθαριστών Κ. Χαραλαμπίδης, ο οποίος υιοθετεί, επεξηγεί και αναλύει τους πιο πάνω λόγους Ένστασης. Συνοπτικά, αφού αναφέρεται και ο ίδιος στο πιο πάνω ιστορικό, για το οποίο δεν φαίνεται να υπάρχει οποιαδήποτε ουσιαστική διαφωνία, υποστηρίζει ότι:
- i)Στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθάρισης του Παραρτήματος είχαν καλέσει, μέσω δημοσιεύσεων (βλ. Τεκμήριο 5), όλους όσους είχαν απαιτήσεις εναντίον του Παραρτήματος να τις υπέβαλλαν εντός 14 ημερών. Παρόλο που η Αιτήτρια, δεν υπέβαλε γραπτώς την επαλήθευση της, ως όφειλε, θεώρησαν ορθό, κατόπιν συμβουλής και των δικηγόρων τους, να εξέταζαν την Αίτηση, στη βάση της επιστολής της Αιτήτριας ημερ. 13/01/2009, πράγμα που έπραξαν, απορρίπτοντας εν τέλει την επαλήθευση της, για τους λόγους που αναφέρονται στο Τεκμήριο ΣΑ11.
- ii)Διαφωνώντας με τις θέσεις της Αιτήτριας που περιέχονται στις παραγράφους 13 και 17 της Ε/Δ Ασπρόφτα, υποστηρίζει ότι η Απόφαση του Κυπριακού Δικαστηρίου για Αναγνώριση και Εγγραφή της ΔΔΑ δεν ισοδυναμεί με επαλήθευση χρέους, ούτε καθιστά αυτόματα την Αιτήτρια Πιστωτή του Παραρτήματος. Με την απόφαση για την Εγγραφή της ΔΔΑ στην Κύπρο, συνεχίζει ο ενόρκως δηλών, εκείνο που αποφάσισε το Δικαστήριο ήταν η εγγραφή της ΔΔΑ για σκοπούς εκτέλεσης, γενικά, εναντίον της Τράπεζας και όχι, ειδικά, εναντίον του Παραρτήματος. iii) Η Αιτήτρια δεν είναι πιστωτής του Παραρτήματος, γεγονός που διαπίστωσαν από τη μελέτη των λογιστικών βιβλίων του Παραρτήματος και από πληροφορίες που έλαβαν από τους Σέρβους εκκαθαριστές. Υπό τα δεδομένα αυτά, εξέτασαν την απαίτηση της Αιτήτριας για επαλήθευση και αποφάσισαν ότι δεν εμπίπτει στις υποχρεώσεις του παραρτήματος, για τούτο και δεν την έκαμαν αποδεκτή. Δικαίωμα σε πληρωμή από την περιορισμένη εκκαθάριση του Παραρτήματος, υποστηρίζει, έχουν μόνο οι πιστωτές του Παραρτήματος.
- iv)Υποδεικνύει, περαιτέρω, ότι από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον τους, ως εκκαθαριστές του Παραρτήματος, διαπίστωσαν ότι η συναλλαγή από την οποία προέκυψε η επίδικη οφειλή προς την Αιτήτρια, (συμφωνία παροχής υπηρεσιών και εγγύηση, Τεκμήριο 6) είχε συναφθεί με την Τράπεζα στη Σερβία το έτος 1988, ενώ το Παράρτημα εγγράφηκε το έτος 1990.
- v)Πέραν των ανωτέρω, κατά την εξέταση των επαληθεύσεων διαπίστωσαν, στη βάση πληροφοριών που έλαβαν από τους Σέρβους εκκαθαριστές, ότι η Αιτήτρια έχει εισπράξει διάφορα ποσά έναντι του εξ αποφάσεως χρέους, τα οποία δεν συμπεριέλαβε στην επαλήθευση της. Επισυνάπτει προς τούτο αντίγραφο σχετικών αποδεικτικών στοιχείων της Τράπεζας της Σερβίας (Τεκμήρια 7Α και Β) στα οποία παρουσιάζονται πληρωμές προς την Αιτήτρια.
- vi)Καταληκτικά, υποστηρίζει ότι με βάση τους όρους διορισμού τους ως Εκκαθαριστές του Παραρτήματος και νομικής συμβουλής που έλαβαν, κατάρτισαν κατάλογο πιστωτών στον οποίο περιέλαβαν μόνο τις επαληθεύσεις που αφορούσαν συναλλαγές με το Παράρτημα και όχι οποιαδήποτε άλλη συναλλαγή που δεν έγινε μέσω αυτού. Όπως περαιτέρω διευκρινίζει «. η θέση των εκκαθαριστών παραμένει ότι η συνεργασία μεταξύ των δύο εκκαθαρίσεων είναι αναγκαία, αλλά ως τους έχουν συμβουλέψει οι δικηγόροι τους μέχρι την επιδίωξη συμφωνίας και τηρουμένων των οδηγιών του Δικαστηρίου, πρέπει να ακολουθηθεί η τακτική του ring-fencing, ήτοι να γίνει και ολοκληρωθεί η εκκαθάριση του Παραρτήματος χωριστά από τη γενικότερη εκκαθάριση και να χρησιμοποιηθούν τα περιουσιακά στοιχεία του Παραρτήματος προς εξόφληση των πιστωτών του Παραρτήματος και οποιοδήποτε πλεόνασμα να καταβληθεί στη γενική εκκαθάριση ή όπως θα ήθελε το Δικαστήριο διατάξει στο κατάλληλο στάδιο.». vii) Υποδεικνύεται ότι με ξεχωριστή ένορκη δήλωση που καταχώρισε στις 28/07/2017, ο Καθ' ου 2 (κ. Χαραλαμπίδης) παραθέτει στοιχεία και λεπτομέρειες των χρεών που έχουν επαληθευθεί από τους δυο εκκαθαριστές στα πλαίσια της εκκαθάρισης του Παραρτήματος. Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, η Αιτήτρια καταχώρισε συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις («ΣΕΔ»). Στη ΣΕΔ του ημερ. 16/02/2018, ο κ. Σ. Ασπρόφτας, αναφερόμενος στους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Ε/Δ Χαραλαμπίδη, για είσπραξη ποσών από την εκκαθάριση της Σερβικής Τράπεζας και για υποβολή παρόμοιων απαιτήσεων σε πτωχευτικές διαδικασίες στη Νέα Υόρκη, υποστηρίζει πως:
- i)Η Αιτήτρια ουδέποτε ήταν πιστωτής της Τράπεζας στην εκκαθάριση της Σερβίας, γεγονός που επιβεβαιώνεται σε σχετική δήλωση δικηγορικού οίκου της Σερβίας ("DBS") Τεκμήριο ΣΑ12. Υποδεικνύει, επίσης, πως στην φερόμενη κατάσταση περιουσιακών στοιχείων που κατατέθηκε από τον Χαραλαμπίδη ως Τεκμήριο 7Α στην Ε/Δ του, δεν υπάρχει επίσημη σφραγίδα, κάτι που δημιουργεί υποψίες ως προς τη γνησιότητα του.
- ii)Ψευδής φέρεται να είναι και η σχετική αναφορά που περιέχεται στο Τεκμήριο 7Α ότι η Αιτήτρια ήταν πιστωτής στη διαδικασία εκκαθάρισης της Αντιπροσωπείας της Τράπεζας της Νέας Υόρκης, καταθέτοντας προς τούτο σχετική ένορκη δήλωση Αμερικάνου δικηγόρου (Τεκμήριο ΑΣ13). Τέλος, με τη ΣΕΔ της Β. Αγγελίδου ημερ. 14/02/2020, κατατέθηκε αντίγραφο της αναφερθείσας απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Τεκμήριο ΒΑ1) με την οποία απορρίφθηκε η Έφεση της Αιτήτριας εναντίον της Απόφασης του Ε. Δ. Λευκωσίας ημερ. 25/08/2014 (Τεκμήριο 4 στην Ε/Δ Χαραλαμπίδη). Οι αγορεύσεις των συνηγόρων Οι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Ειδικότερα: - Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας, κ. Α. Λαδάς, αφού αναφέρθηκε στο ιστορικό της υπόθεσης, ως καταγράφεται πιο πάνω, εισηγήθηκε, συνοπτικά τα ακόλουθα:
- i)Από τη στιγμή που οι Εκκαθαριστές προστέθηκαν ως διάδικοι (Καθ' ων η αίτηση) στην Αίτηση αρ. 677/95 και μετά από πλήρη ακρόαση εκδόθηκε εναντίον τους η Απόφαση, όλες οι αιτίες αγωγής συγχωνεύθηκαν με την Απόφαση (causes of action merged with the judgment). Με το Δεύτερο και Τρίτο Διατακτικό της η Απόφαση, δεσμευτικά και τελεσίδικα, διαπίστωσε και διακήρυξε στην ουσία ότι οι Εκκαθαριστές (δηλαδή η εκκαθάριση) χρεωστούν και οφείλουν να πληρώσουν στην Αιτήτρια τα ποσά που αναφέρονται. Κατά το Κυπριακό δίκαιο, το θέμα τελειώνει εδώ, τα αστικά δικαιώματα των διαδίκων έχουν διαγνωσθεί, η Αιτήτρια είναι πιστωτής της εκκαθάρισης και ουδείς δικαιούται να πάει πίσω από την απόφαση, επανανοίγοντας ή παρακάμπτοντας την.
- ii)Όσον αφορά το έννομο αποτέλεσμα, τονίζουμε ότι η Απόφαση δεν συνιστά μόνο απλή αναγνώριση της Διεθνούς Διαιτητικής Απόφασης, αλλά επιπλέον νέα χρηματική απόφαση του δικαστηρίου διαφορετική από την Διεθνή Διαιτητική Απόφαση, εναντίον διαφορετικών προσώπων, για διαφορετικά ποσά και σε διαφορετικά νομίσματα, εκδοθείσα σε άσκηση πρωτογενούς δικαιοδοσίας κατά το κοινοδίκαιο. iii) Ο λόγος απόρριψης αποτελούσε πλήρη υπεράσπιση στο αίτημα για συνέχιση της διαδικασίας και προσθήκης των Εκκαθαριστών σαν διαδίκων στην Αίτηση αρ. 677/95, που αποφασίσθηκε με την ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 24.6.2003, διότι, αν ήταν σωστός, θα καθιστούσε το αίτημα άνευ αντικειμένου, εφόσον, ακόμη και αν αναγνωρίζετο η Διεθνής Διαιτητική Απόφαση δεν θα συνιστούσε επαληθεύσιμο χρέος (provable debt) στην εκκαθάριση. Όμως, ο λόγος απόρριψης δεν εγέρθηκε ούτε στην ένσταση στο αίτημα, ούτε σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο της διαδικασίας στην Αίτηση αρ. 677/95, ή στην έφεση που ακολούθησε. Συνεπώς, οι Εκκαθαριστές κωλύονται από του να εγείρουν το ζήτημα σαν λόγο απόρριψης. Συνεχίζοντας ο συνήγορος της Αιτήτριας, υποστήριξε, με παραπομπή σε σχετικό απόσπασμα από το σύγγραμμα Palmer's Company Law, 21st Edition, σελ. 771, πως το Δικαστήριο με την απόφασή του στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης αρ. 677/95 (Τεκμήριο ΣΑ8) με την οποία διέταξε την εγγραφή και εκτέλεση της ΔΔΑ, τόσο εναντίον του Παραρτήματος, όσο και εναντίον των Εκκαθαριστών, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, αποφάσισε, κατ' ουσίαν, κατά τρόπο δεσμευτικό και τελεσίδικο, πως η Αιτήτρια είναι πιστωτής του Παραρτήματος. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν απαιτείτο, καν, η υποβολή επαλήθευσης από την Αιτήτρια. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, οι Εκκαθαριστές ήταν υποχρεωμένοι, με βάση την ως άνω απόφαση, να αποδεχθούν την επαλήθευση και δεν είχαν την ευχέρεια να την απορρίψουν, γιατί κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με περιφρόνηση της απόφαση του Δικαστηρίου. Σε σχέση με τη θέση των Καθ' ων ότι το Δικαστήριο με την απόφαση του να επιτρέψει την εγγραφή της ΔΔΑ, εκείνο που αποφάσισε ήταν η άδεια για εγγραφή της ΔΔΑ για σκοπούς εκτέλεσης της στην Κύπρο εναντίον της Σερβικής Τράπεζας και όχι εναντίον του Παραρτήματος, ο συνήγορος της Αιτήτριας, παρέπεμψε στα διατακτικά 2 και 3 της Απόφασης, με τα οποία, ως εισηγήθηκε, το Δικαστήριο διέταξε την εκτέλεση, όχι της ΔΔΑ, αλλά συγκεκριμένων ποσών, εναντίον του Παραρτήματος και των Εκκαθαριστών, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα. Πρόκειται, κατ' ουσίαν, για νέα Απόφαση, εισηγήθηκε ο κ. Λαδάς, η οποία εκδόθηκε από το Δικαστήριο εναντίον των Εκκαθαριστών και του Παραρτήματος δυνάμει της οποίας η Αιτήτρια έχει καταστεί εξ αποφάσεως Πιστωτής του Παραρτήματος. Τα έννομα αποτελέσματα, της Ενδιάμεσης και Τελικής απόφασης του Δικαστηρίου (Τεκμήρια ΣΑ7 και ΣΑ8, αντίστοιχα), κατέληξε ο κ. Λαδάς, είναι ότι οι Εκκαθαριστές δεν ενομιμοποιούντο να απορρίψουν την επαλήθευση γιατί με τον τρόπο αυτό, εξουδετέρωσαν τη ΔΔΑ και την απόφαση του Κυπριακού Δικαστηρίου, «πηγαίνοντας», ανεπίτρεπτα, «πίσω από τις αποφάσεις». - Στην αντίπερα όχθη, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων κ. Στ. Παύλου, εισηγήθηκε πως εκείνο που στην ουσία, αποφασίστηκε με τις κυπριακές αποφάσεις, ήταν η παραχώρηση άδειας για εγγραφή της ΔΔΑ στην Κύπρο για σκοπούς εκτέλεσης εναντίον της Σερβικής Τράπεζας και όχι εναντίον του Παραρτήματος, καθόσον δεν ήταν επίδικο θέμα το κατά πόσον η Αιτήτρια θα μπορούσε να θεωρείτο πιστωτής του Παραρτήματος. Διαφωνώντας με τη βασική θέση της Αιτήτριας ότι με την Απόφαση του Κυπριακού Δικαστηρίου ημερομηνίας 24/06/2003, έχει καταστεί πιστωτής του Παραρτήματος, χωρίς περιθώριο αμφισβήτησης, αντέταξε, με παραπομπές σε συγγράμματα και νομολογία, πως οι Εκκαθαριστές έχουν δικαίωμα αλλά και υποχρέωση (duty) να προβαίνουν σε έλεγχο των χρεών, είτε αυτά προκύπτουν από αποφάσεις Δικαστηρίου, είτε από λογαριασμούς, συμβόλαια κλπ. Εισηγήθηκε, συναφώς, παραπέμποντας σε Αγγλικές αυθεντίες, ότι η εξουσία του Εκκαθαριστή, για την αποδοχή ή όχι μιας επαλήθευσης, είναι οιονεί δικαστική και δεν είναι υποχρεωμένος να αποδεχθεί ένα εξ αποφάσεως χρέος, αλλά έχει εξουσία να σταθμίσει τα στοιχεία και τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και να αποφασίσει ανάλογα (βλ. Re van Laun, ex P Chatterton [1907] 2 KB23 (Ch), Re Menastar Finance Ltd (in liq) Menastar Ltd v. Simon [2002] EWHC 2610 (Ch), Palmer's Company Law, 21st Edition, Volume 2, Page 761 κλπ). Χαρακτήρισε εντελώς εσφαλμένη και νομικά αβάσιμη τη θέση της Αιτήτριας πως δεν ήταν υποχρεωμένη να καταχωρίσει επαλήθευση, παραπέμποντας στις πρόνοιες του άρθρου 251 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, το οποίο προνοεί ότι: «251.-
(1)Το Δικαστήριο δύναται να ορίσει προθεσμία ή προθεσμίες μέσα στις οποίες οι πιστωτές θα επαληθεύσουν τις οφειλές ή απαιτήσεις τους ή θα αποκλείονται από το όφελος οποιασδήποτε διανομής που γίνεται πριν από την επαλήθευση των χρεών αυτών.
(2)(α) Όπου εταιρεία εκκαθαρίζεται από το Δικαστήριο, πρόσωπο το οποίο ισχυρίζεται ότι είναι πιστωτής της εταιρείας και επιθυμεί να ανακτήσει το χρέος του στο σύνολο ή μερικώς, πρέπει να υποβάλει επαλήθευση γραπτώς στον εκκαθαριστή, εντός τριάντα πέντε
(35)ημερών από την ημερομηνία δημοσίευσης του διατάγματος εκκαθάρισης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. (β) ..........................». Υπέδειξε, συναφώς, πως παρότι η Αιτήτρια παρέλειψε να υποβάλει την επαλήθευση της εμπρόθεσμα, οι Εκκαθαριστές επέλεξαν να εξετάσουν την αξίωση της Αιτήτριας στη βάση της επιστολής ημερ. 13/01/2009, ενώ θα μπορούσαν να μην το είχαν πράξει. Επί των εννόμων αποτελεσμάτων των Αποφάσεων του Δικαστηρίου στα πλαίσια της Αίτησης για εγγραφή της ΔΔΑ - Ενδιάμεσης ημερ. 24/06/2013 για συνέχιση της διαδικασίας και τελικής, ημερ. 23/05/2017 - ο κ. Παύλου υποστήριξε πως η Αιτήτρια παρερμήνευσε το λόγο των αποφάσεων, υποστηρίζοντας πως με την Ενδιάμεση ή την τελική απόφαση, ως άνω, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι η Αιτήτρια είναι πιστωτής του Παραρτήματος. Με την μεν πρώτη - Ενδιάμεση - το Δικαστήριο αποφάσισε απλά τη συνέχιση της διαδικασίας, χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία της κυρίως Αίτησης για εγγραφή της Διαιτητικής Απόφασης, ενώ με τη δεύτερη - Τελική - αποφασίστηκε η αναγνώριση και εγγραφή της ΔΔΑ στην Κύπρο, χωρίς όμως το Δικαστήριο να έχει καθορίσει το ποσό που οφείλεται στην Αιτήτρια σήμερα. Σε κάθε περίπτωση, συνέχισε ο κ. Παύλου, με την απόφαση αναγνωρίστηκε απλά η υποχρέωση της Σερβικής Τράπεζας να πληρώσει το ποσό της ΔΔΑ στην Αιτήτρια και όχι το κατά πόσο αυτό πρέπει να πληρωθεί από το Παράρτημα και μάλιστα κατά προτεραιότητα, όπως επιδιώκει η Αιτήτρια με την υπό εξέταση Αίτηση. Επί της ουσίας, ο συνήγορος των Καθ' ων υποστήριξε ότι οι Εκκαθαριστές ορθά αποφάσισαν να απορρίψουν την αξίωση της Αιτήτριας για το λόγο ότι η συναλλαγή από την οποία προέκυψε η ΔΔΑ, δεν αφορούσε το Παράρτημα. Υπέδειξε, συναφώς, ο συνήγορος, ότι η συμφωνία παροχής υπηρεσιών και η σχετική συμφωνία εγγύησης, επί της οποίας στηρίχθηκε η ΔΔΑ, είχε συναφθεί κατ' ευθείαν με τη Σερβική Τράπεζα, χωρίς την όποια ανάμειξη του Παραρτήματος και χωρίς να καταγραφεί στα λογιστική βιβλία του Παραρτήματος, οποιαδήποτε συναλλαγή που αφορά στην υπό αναφορά συμφωνία. Πέραν τούτου, υπέδειξε ο συνήγορος, το Παράρτημα δεν είχε συσταθεί στην Κύπρο κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκε η συναλλαγή. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, ο συνήγορος των Εκκαθαριστών, επεσήμανε πως δεν υπήρξε μέχρι σήμερα οποιοδήποτε πρωτόκολλο συνεργασίας ανάμεσα στην Εκκαθάριση του Παραρτήματος και την Εκκαθάριση της Σερβικής Τράπεζας. Οι Εκκαθαριστές, κατά συνέπεια, ενεργώντας με βάση τους όρους εντολής τους, εξέτασαν τις επαληθεύσεις στη βάση των οικονομικών στοιχείων του Παραρτήματος και μόνο. Υπέδειξε, τέλος, πως με βάση τη μαρτυρία που κατατέθηκε με την Ένσταση, η Αιτήτρια εισέπραξε διάφορα ποσά, έναντι του επίδικου εξ αποφάσεως χρέους σε διάφορες δικαιοδοσίες, γεγονός που καθιστούσε ούτως ή άλλως, μη επαληθεύσιμο το χρέος. Νομική Πτυχή-Κατάληξη Η εξουσία του Δικαστηρίου να ακυρώνει, σε κατάλληλες περιπτώσεις, αποφάσεις των Εκκαθαριστών μιας Εταιρείας η οποία τελεί υπό εκκαθάριση κατόπιν διατάγματος Δικαστηρίου, δεν τελεί υπό αμφισβήτηση (βλ. Άρθρα 233
(3), 234
(5)και 251
(6)
(7)και
(8)του Κεφ. 113). Εν προκειμένω, οι Εκκαθαριστές/Καθ' ων η Αίτηση, με την επιστολή τους ημερομηνίας 23/11/2016, (Τεκμήριο ΣΑ11), απέρριψαν την αξίωση της Αιτήτριας για επαλήθευση χρέους που αφορούσε το ποσό της αναφερθείσας πιο πάνω απόφασης, για τους λόγους που έχουν υποδειχθεί ανωτέρω. Κρίνεται, συνεπώς, πως η ορθότητα ή μη της πιο πάνω απορριπτικής απόφασης των Εκκαθαριστών, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, στη βάση των πιο πάνω νομοθετικών διατάξεων. Τούτο, υποδείχθηκε, εξάλλου, πολύ εύστοχα από τον κ. Τ. Θ. Οικονόμου, τότε Π.Ε.Δ., στην απόφασή του ημερομηνίας 25/08/2014, στα πλαίσια της προηγηθείσας Αίτησης των Εκκαθαριστών. Παρατίθεται αυτούσιο σχετικό απόσπασμα από την απόφασή του: «Οι πρόνοιες του άρθρου 234
(5)έχουν ως ακολούθως: «Αν οποιοδήποτε πρόσωπο είναι δυσαρεστημένο από οποιαδήποτε πράξη ή απόφαση του εκκαθαριστή, το πρόσωπο εκείνο δύναται να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο δύναται να επικυρώσει ανατρέψει ή τροποποιήσει την πράξη ή την απόφαση για την οποία υπάρχει παράπονο και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα σε σχέση με τα πιο πάνω όπως θεωρεί δίκαιο.» Οι πρόνοιες αυτές αντιστοιχούν στις πρόνοιες του άρθρου 246
(5)του αγγλικού Companies Act, 1948 για τις οποίες αναφέρονται επεξηγηματικώς τα ακόλουθα στο Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 6, παρ. 1423, σελ. 714-715: «In particular, an appeal to the court is allowed from the liquidator's decision, as chairman of a meeting, whether a proof should be admitted for the purposes of voting or rejected, and from his decision as to rejection or admission of a proof for purposes of dividend.».» Ο λόγος που απορρίφθηκε η προηγηθείσα Αίτηση της Αιτήτριας ήταν ακριβώς επειδή δεν είχε ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση από τους Εκκαθαριστές κατ' εκείνο το στάδιο. Δεδομένη είναι επίσης και η εξουσία των Εκκαθαριστών να εξετάζουν και αποφασίζουν την εγκυρότητα κάθε επαλήθευσης χρέους που υποβάλλεται από τους πιστωτές της υπό Εκκαθάριση Εταιρείας. Είναι αυτονόητο ότι όλοι οι πιστωτές έχουν υποχρέωση να υποβάλουν έγκαιρα τις επαληθεύσεις χρέους με τα απαραίτητα δικαιολογητικά, ώστε να μπορούν οι Εκκαθαριστές να τις εξετάσουν. Όπως ορθά υποδεικνύει στην αγόρευσή του ο κ. Παύλου, η υποχρέωση αυτή εκπηγάζει από τις πρόνοιες του άρθρου 251 του Κεφ. 113, που έχει παρατεθεί πιο πάνω. Οι εξ' αποφάσεως πιστωτές, δεν εξαιρούνται από την υποχρέωση υποβολής επαλήθευσης, ως προκύπτει από την πιο πάνω αναφερθείσα σαφή πρόνοια. Εξετάζοντας τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του, ο Εκκαθαριστής διατηρεί την ευχέρεια να εγκρίνει όλο ή μέρος της κάθε αξίωσης ή να την απορρίψει καθ' ολοκληρία. Όπως, μάλιστα, υποδεικνύεται και στις Αγγλικές αυθεντίες που επικαλέστηκε ο κ. Παύλου, σε κατάλληλες περιπτώσεις, είναι επιτρεπτό να απορριφθεί ένα εξ' αποφάσεως χρέος, εάν διαπιστωθεί ότι υπήρξε συμπαιγνία, απάτη κλπ (βλ. Re van Laun και Re Menastar Finance Ltd, πιο πάνω). Οι πιο πάνω, όμως, αρχές δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση. Ο λόγος είναι απλός και ξεκάθαρος: Όπως είναι παραδεκτό, η Αιτήτρια πέτυχε την εγγραφή της ΔΔΑ, στα πλαίσια Γενικής Αίτησης (Αρ. 677/95). Το Δικαστήριο, αποδεχόμενο την Αίτηση της Αιτήτριας, δεν περιορίστηκε μόνο στην αναγνώριση και εγγραφή της ΔΔΑ, ως ήταν το αρχικό Αίτημα. Μετά την τροποποίηση και την προσθήκη ως διαδίκων, τόσο του Παραρτήματος όσο και των Καθ' ων/Εκκαθαριστών του Παραρτήματος: - Διατάχθηκε η αναγνώριση της ΔΔΑ, με την οποία αποφασίσθηκε όπως η Σερβική Τράπεζα και ένα τρίτο πρόσωπο, πληρώσουν στην Αιτήτρια τα ποσά που αναφέρονται στη ΔΔΑ. - Επιτράπηκε και/ή Διατάχθηκε η εκτέλεση στην Κύπρο της ΔΔΑ, εναντίον του Παραρτήματος και των Καθ' ων, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα. Συγκεκριμενοποιήθηκε μάλιστα ότι η ΔΔΑ, αφορούσε στο ποσό των 66.527.520 δολαρίων Αμερικής, πλέον τόκο 5% ετησίως επί του ποσού των 64.345.000 δολαρίων από 16/10/1995 και - Διατάχθηκαν, περαιτέρω, οι εκεί Καθ' ων 1, 2 και 3, δηλαδή το Παράρτημα και οι Εκκαθαριστές, όπως πληρώσουν στην Αιτήτρια το ποσό των 150.000 ελβετικών φράγκων για τα έξοδα της Έφεσης του Ανωτάτου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου. Πέραν των ανωτέρω, οι Καθ' ων και το Παράρτημα διατάχθηκαν να πληρώσουν στην Αιτήτρια, τα έξοδα της Αίτησης. Υποδεικνύεται ότι η πιο πάνω Πρωτόδικη Απόφαση, επικυρώθηκε κατ' Έφεση (βλ. Beogradska Banka D.D. v. Westacre Investments Inc - πιο πάνω -). Είναι, κατά συνέπεια, εσφαλμένη η θέση των Καθ' ων πως η ΔΔΑ δεν αφορά το Παράρτημα, επειδή η συναλλαγή, από την οποία προέκυψε η οφειλή, δεν αφορούσε το Παράρτημα αλλά την Σερβική Τράπεζα. Με την απόφαση του, ημερομηνίας 23/05/2007 (Τεκμήριο ΣΑ8), το Δικαστήριο κατέστησε τόσο το Παράρτημα όσο και τους Καθ' ων, υπό την ιδιότητά τους ως Εκκαθαριστών του Παραρτήματος, εξ αποφάσεως οφειλέτες της Αιτήτριας, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα. Δεν είναι δε επιτρεπτό στο παρόν Δικαστήριο να διαφοροποιήσει τους όρους της εν λόγω απόφασης ή να παραγνωρίσει το σαφέστατο περιεχόμενό της. Με όλο το σεβασμό, η εισήγηση του κ. Παύλου, ότι με την πιο πάνω απόφαση αναγνωρίστηκε και επιτράπηκε η ΔΔΑ για σκοπούς εκτέλεσης στην Κύπρο, γενικά και όχι ειδικά εναντίον του Παραρτήματος, παραγνωρίζει το σαφές λεκτικό της Απόφασης, με την οποία διατάχθηκαν ειδικά οι Εκκαθαριστές και το Παράρτημα να πληρώσουν, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, συγκεκριμένα ποσά που καθορίζονται στο δεύτερο και τρίτο διατακτικό της Απόφασης. Η διαπίστωση αυτή, δεν αφήνει περιθώριο άλλης επιλογής στο Δικαστήριο από την αποδοχή της Αίτησης. Κρίνεται ότι, οι Καθ' ων όφειλαν να αποδεχθούν την επαλήθευση. Γνώριζαν, όπως προκύπτει από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, για την έκδοση της Απόφασης υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Παραρτήματος και των ιδίων, λόγω της προσθήκης τους ως διαδίκων και της εκπροσώπησης τους στη διαδικασία στην οποία εκδόθηκε η υπό αναφορά απόφαση. Δεν εδικαιολογείτο, κατά συνέπεια, η απόρριψη της επαλήθευσης για το λόγο που ανέφεραν στην επιστολή τους ημερομηνίας 23/11/2016 (Τεκμήριο ΣΑ11). Όσον αφορά τους ισχυρισμούς των Εκκαθαριστών που περιέχονται στην Ένσταση περί δήθεν είσπραξης ποσών, έναντι του εξ αποφάσεως χρέους, στα πλαίσια των εκκαθαρίσεων σε άλλες δικαιοδοσίες, είναι αρκετό να υποδειχθεί πως τέτοιος λόγος δεν προβλήθηκε από τους Εκκαθαριστές, κατά το στάδιο εξέτασης και απόρριψης της επαλήθευσης που είχε υποβάλει η Αιτήτρια. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η Αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδονται Διατάγματα ως οι παράγραφοι 1 και 2 της Αίτησης, με έξοδα υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων, υπό την ιδιότητα τους ως Εκκαθαριστών του Παραρτήματος. (Υπ.) Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο